17 Σεπ. 2022

Απλή αναλογική και πολιτικές εξελίξεις

Ώρα για σοβαρή συζήτηση

Επειδή η συναίσθηση της απόστασης μεταξύ σοβαρότητας και γελοίου (και) στην πολιτική ελλείπει, είναι ώρα (και καθυστερήσαμε) να αρχίσουμε να ασχολούμαστε σοβαρά με την υπόθεση των συνεργασιών, ως όρου για τη συγκρότηση πλαισίου προϋποθέσεων για τον σχηματισμό βιώσιμων κυβερνήσεων.

Η συζήτηση αυτή στον δημόσιο βίο της χώρας μας έχει προσλάβει χαρακτηριστικά ανοιχτής δαιμονολογίας, φυσικά με πρώτον ένοχο γι’ αυτό τον πρωθυπουργεύοντα, ο οποίος βεβαίως κανένα άλλο ενδιαφέρον δεν διατηρεί για το θέμα, πέραν του να ενταφιάσει το μεγάλο αυτό ζήτημα, για να διασωθεί ο ίδιος από τις ποινικές πρωτίστως συνέπειες των πράξεών του. Και η προσπάθεια του Κυριάκου Μητσοτάκη εν προκειμένω εκδηλώνεται και υλοποιείται πριν ακόμη οι συνεργασίες επί σκοπώ σχηματισμού κυβέρνησης δοκιμαστούν εμπράκτως, ως το επί της πολιτικής ουσίας μόνο εναπομένον μέσο αποκατάστασης της αξιοπιστίας του εγχώριου κομματικού συστήματος.

Μερικές αναγκαίες διευκρινίσεις (ακόμη  και επί αυτονόητων πραγμάτων, που όμως με τις ανοησίες που ακούγονται ιδίως από κόμματα, που εκόντα-άκοντα συμπεριλαμβάνονται στον κύκλο των δυνητικών συνεργασιών, πρέπει να αποσαφηνιστούν), για να συνεχίσουμε:

1. Συνεργασία μεταξύ κομμάτων, σε καμιά περίπτωση δεν (μπορεί να) αφορά σε  απώλεια της πολιτικής αυτονομίας των κομμάτων που αποφασίζουν να συνεργαστούν μεταξύ τους. Το αντίθετο, μάλιστα! Η συνειδητή προσχώρηση στην πολιτική πεποίθηση ότι οι μονοκομματικές και μονοπαραταξιακές κυβερνήσεις στην εποχή μας δεν είναι παραγωγικές για μια χώρα (και η μόνη σταθερότητα που μπορούν να της  προσφέρουν είναι μια ακινησία άγονης και στην μάλιστα στην πραγματικότητα αντιδημοκρατικής νομής της εξουσίας του μόνου "κυβερνήτη" -ιδίως εκείνου που έχει αυτοναγορευτεί σε τέτοιον, όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα), έχει ως προαπαιτούμενο τον σεβασμό της αυτονομίας των συνεργαζομένων κομμάτων.

Όταν δηλώνεις επίμονα ότι η αυτονομία σου είναι πρώτιστος σκοπός σου, λες και απειλείται από κανέναν (και εν πάση περιπτώσει, στιγμιότυπα κινήσεων από άλλο κόμμα που συντελούν στην απομείωση της αυτονομίας σου και την υφαρπαγή στοιχείων της πολιτικής σου ταυτότητας δεν προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά αποδεδειγμένα από τη ΝΔ και τον Κυριάκο Μητσοτάκη και δη και ως τμήμα της πολιτικής που με τη δική σου συμβολή τον εγκατέστησε στη σημερινή προβληματική από κάθε ματιά πρωθυπουργία) εισάγεις προκαταβολικά αδικαιολόγητη καχυποψία με τον δυνάμει αυριανό εταίρο σου σε μια κυβερνητική συνεργασία, ανακαία για την ανόρθωση της χώρας. Και αυτό αντιμάχεται τα συμφέροντα της Ελλάδας.

2. Συνεργασία με ισχυρότερο κόμμα δεν σημαίνει ότι ο αδύναμος πόλος είναι υποψήφιος προς απορρόφηση. Αν κάτι τέτοιο είναι τμήμα και πραγματική ανάγκη του πολιτικού σκηνικού στο πλαίσιο του οποίου αναλαμβάνεται η προσπάθεια συνεργασίας, τότε η ίδια η συνεργασία παρέλκει και δεν απομένει παρά να συμφωνηθούν τα ανταλλάγματα που θα λάβει η ηγεσία του αδύναμου πόλου για να συναινέσει στην ενοποίηση δύο διαφορετικών κομματικών οργανισμών. Στην Ελλάδα σήμερα τέτοια περίπτωση ενοποίησης κομμάτων δεν υφίσταται!  Και δεν είναι και ορατό κάτι τέτοιο για το προβλεπτό μέλλον.

Τούτου δοθέντος δεν είναι σώφρων να εμφανίζεται ο αδύναμος πόλος δυνητικής συνεργασίας μεταξύ δύο κομμάτων ως αν πάσχει από τη μανία καταδίωξης μιας δήθεν ύπουλης (προ)σχεδιαζόμενης σε βάρος του ενοποίησης με τον ισχυρό κομματικό πόλο και υπό τους όρους που θέτει ο δεύτερος. Για να το πούμε καθαρά (αν και το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ θα έπρεπε να το κατανοεί εξ ιδίων): Ο ΣΥΡΙΖΑ κανένα ενδιαφέρον δεν έχει να αφομοιώσει το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ. Έτσι, -όταν μάλιστα επίκειται ενδεχόμενο ανάγκης μεταξύ τους συνεργασίας- το δεύτερο κόμμα οφείλει να αποφεύγει να δηλητηριάσει τις σχέσεις μεταξύ των δύο κομμάτων με φαντασιώσεις περί δήθεν σκοπούμενης άλωσής του από το πρώτο. Ας το πούμε και ας το εμπεδώσουμε άπαξ και διά παντός: Κανένας δεν «έκλεψε» από το σημιτο-μνημονιακό ΠΑΣΟΚ τα κοινά του, αλλά το ίδιο αποδείχτηκε ανίκανο, αδύναμο και ίσως απρόθυμο να συγκρατήσει τα κοινά αυτά στις τάξεις του.   

3. Συνεργασία με σκοπό τον σχηματισμό κυβέρνησης αφορά στις μελλοντικές εξελίξεις σχετικά με τη χώρα και όχι σε σκιαμαχίες όψιμων ιδεογικοπολιτικών δικαιώσεων του παρελθόντος, πρόσφατου και μακρινού. Έτσι, συνεργασία με απώτερη σκεψη να δικαιωθεί η διακυβέρνηση Τσίπρα 2015-‘19 δεν είναι νοητή. Εξ ίσου, συνεργασία για να δικαιωθεί η διακυβέρνηση  Γ. Παπανδρέου συνιστά διακωμώδηση και της ίδιας της έννοιας «συνεργασία» και πολύ αμφιβάλλω αν και ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου την εννοεί και την αντιλαμβάνεται με τέτοιο τρόπο. Όποιοι και από τα δύο κόμματα προσεγγίζουν τη δυνητική μεταξύ τους συνεργασία με τέτοια πολιτικά ανακλαστικά στις σημερινές έκτακτες για την Ελλάδα (και όχι μόνο) συνθήκες, περισσότερο στη διάσωση της υστεροφημίας των κομματικών γραφειοκρατιών που μεσουράνησαν στις δύο διακυβερνήσεις αποσκοπεί, παρά στην υπηρέτηση του σκοπού αναζήτησης πολιτικών λύσεων ωφέλιμων για την Ελλάδα.

4. Ένα κυβερνητικό πρόγραμμα στο πλαίσιο μιας διακομματικής συνεργασίας δεν είναι παραγωγικό να επιδιώκεται να συμφωνηθεί προκαταβολικά, αλλά μόνο μετεκλογικά, και αφού θα έχει προηγηθεί η καταγραφή του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στα προς συνεργασία κόμματα. Μόνον έτσι και επί του πραγματικού συσχετισμού δυνάμεων θα ευοδωνόταν η απόπειρα δίκαιου και σε ανταπόκριση με τη λαϊκή βούληση μίγματος πολιτικής, για τη διαχείριση των υποθέσεων της χώρας. Τα υπόλοιπα «λαϊκομετωπικά» που ακούγονται από ορισμένες πλευρές του ΣΥΡΙΖΑ, του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ και από τον Βαρουφάκη, παλαιοκομμουνιστικές και οππορτουνίστικες αντιλήψεις εκφράζουν, και όχι την πρόθεση συμβολής σε αναζήτηση λύσεων υπηρέτησης των πολιτικών αναγκών της πατρίδας στις σημερινές οριακές συνθήκες.

Αντ’ αυτών και με τον Κυριάκο Μητσοτάκη (και προκειμένου να γλιτώσει από τις συνέπειες του πιθανότατα ποινικά επιβαρυμένου κυβερνητικού και προσωπικού χαρτοφυλακίου του ως πρωθυπουργός) συνειδητά να ξεκοιλιάζει πολιτικά κάθε προοπτική συνεργασιών για μια διακυβέρνηση σωτηρίας της καταρρέουσας Ελλάδας, τί κάνουν τα κόμματα της αυριανής δυνητικής συνεργασίας και της προοδευτικής παράταξης;

- Ο ΣΥΡΙΖΑ πέρασε την απλή αναλογική, με όρους διαπαραταξιακής αντιπαράθεσης και χωρίς να δώσει σοβαρή μάχη να εξηγηθεί στους πολίτες το ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο και η  καταλυτική εξυγιαντική επίδραση των συνεργασιών, σ’ ένα βαθύτατα διχασμένο και αρρωστημένο κομματικό σκηνικό, όπως σήμερα στην Ελλάδα. Επίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται να αντιμετωπίζει την ίδια την προοπτική συνεργασιών περιμένοντας μετεκλογικά «στη γωνία» τους αυριανούς δυνητικούς κυβερνητικούς εταίρους του, αντί να οργώνει τη χώρα διακινώντας και αναλύοντας στους πολίτες το θέμα, ώστε να διαρρηγνύεται η εν πολλοίς μηχανίστικη και μιντιακά κατασκευασμένη απέχθεια μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης για την απλή αναλογική. Οι συνεργασίες με σκοπό τον σχηματισμό κυβέρνησης μετεκλογικά είναι σε σημαντικό βαθμό και ιδεολογικό θέμα (και όχι απλή τεχνική διαχείρισης των δημόσιων υποθέσεων), και ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να έχει παραιτηθεί πλήρως απ’ αυτήν την προσπάθεια.  

- Το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ με τις μεγαλοστομίες ότι διεδικεί «εντολή», ήδη αποκαλύπτει ότι θεωρεί την απλή αναλογική και τις συνεργασίες όχι ως ευκαιρία για τη χώρα,  αλλά ως «σημαία ευκαιρίας» για την προσωπική τύχη του Ν. Ανδρουλάκη και τη μάχη πολιτικής επιβίωσης που δίνει το ίδιο τα τελευταία 10 χρόνια. Και εδώ υπάρχει ένα ακόμη σημείο με σαφή τυχοδιωκτικά χαρακτηριστικά για το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, που χρήζει άμεσης διευκρίνισης: Τελικά, πιστεύει στην απλή αναλογική και τις συνεργασίες στο πολιτικό πλαίσιο που εκείνη θέτει, ή έχει μείνει στην ίδια στάση με εκείνην, όταν ψήφιζε μαζί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη την ενισχυμένη αναλογική και αντιμαχόταν μέχρι θανάτου την απλή αναλογική και τον ΣΥΡΙΖΑ; Στο κάτω-κάτω δεν οφείλει να εξηγήσει την άποψή του επί του θέματος στους πολίτες; Σε κάθε περίπτωση, αν το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ πιστεύει ότι η απλή αναλογική παράγει τερατογενέσεις και αποσταθεροποιήσεις (όπως λέει ο Κυρ. Μητσοτάκης), οφείλει από τώρα να δηλώσει ότι θα απόσχει από κάθε απόπειρα σχηματισμού κυβέρνησης μετά από εκλογές με απλή αναλογική και ότι θα παραδώσει αμέσως μόλις παραλάβει την τρίτη εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, που φιλοδοξεί να λάβει. Είναι η  μόνη «εντολή» που θα έχει λάβει! Αλλιώς, οφείλει αυτοκριτική για την ενισχυμένη αναλογική που ψήφισε μαζί με τον Κυρ. Μητσοτάκη.    

- Ο Βαρουφάκης, τέλος, ζητάει προκαταβολικά κατάρτιση κυβερνητικού προγράμματος μεταξύ των δυνητικών αυριανών κυβενητικών εταίρων. Κι αυτό, όπως ήδη εξήγησα, αν δεν είναι μικρομεγαλισμός, τότε είναι μια ακόμη παλαιοκομμουνιστική πομφόλυγα του αμφιλεγόμενου πολιτικού.

-Τέλος, αφήνω κατά μέρος το ΚΚΕ, που διά της δοκιμασμένης μεταδικτατορικά μεθόδου προσχεδιασμένα ουδέτερης επίδρασής του στις πολιτικές εξελίξεις, παγίως ευνοεί αντικειμενικά τα συστημικά συμφέροντα, που κατά τα άλλα διατείνεται πως επιθυμεί να ανατρέψει. Τί να το κάνω ότι το ΚΚΕ ειλικρινά τάσσεται υπέρ της απλής αναλογικής με κίνητρο να παίρνει περισσότερους βουλευτές, εάν η τρέχουσα παρέμβασή του στις εξελίξεις -σε όσο βαθμό τις επηρεάζει- καταλήγει με μαθηματική ακρίβεια στην επαναφορά της ενισχυμένης αναλογικής;   

Συμπέρασμα: Ουσιαστικός διάλογος επί του θέματος δεν μπορεί να διεξαχθεί «με την ευκαιρία» της απλής αναλογικής, αλλα μόνον ως μέρος μιας ουσιαστικής συζήτησης για την αποκατάσταση της πολιτικής ομαλότητας στην Ελλάδα, που έχει σοβαρά διαταραχτεί από τη μνημονιακή δεσποτεία και τη διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη.