24 Σεπ. 2022

Η ελληνική παρουσία στη Γεν. Συνέλευση του ΟΗΕ

Η θλιβερή διεθνής εικόνα 

της Ελλάδας και του Κυρ. Μητσοτάκη 

Στη διεθνή κοινότητα είναι πασίγνωστο και εμπεδωμένο ότι οι γενικές συνέλευσεις του ΟΗΕ αποτελούν τη σπάνια ευκαιρία σ’ έναν πολυσύνθετο κόσμο να συνυπάρξουν για λίγες μέρες οι ηγεσίες των χωρών όλης της Γης, να συνομιλήσουν και να ανταλλάξουν απόψεις για παγκόσμιες και περιφερειακές υποθέσεις κι ακόμη και έχοντας μεγάλες διαφορές ανάμεσά τους σε κάποιες περιπτώσεις, να προσπάθησουν όλοι να εμφανίσουν ένα διαλλακτικό πρόσωπο, έκαστος για τη χώρα του, ώστε να προαχθεί η διεθνής ύφεση στις αντιθέσεις που διέπουν τη συγκυρία κάθε εποχής. Σε τέτοιες συνθήκες είναι επίσης γνωστό ότι οι ομιλίες των ηγετών ενώπιον του «σώματος» της γενικής συνέλευσης του Οργανισμού, δεν προσελκύουν το ενδιαφέρον της παγκόσμιας ειδησεογραφίας, λόγω του ότι όπως είναι αυτονόητο κάθε ομιλητής παρουσιάζει με όσα λέγει μια εικόνα που ευνοεί τα ιδιαίτερα συμφέροντα της χώρας του, ακόμη κι αν η εικόνα αυτή κείται μακράν της πραγματικότητας.  

Αυτή η γνωστή συμβατική πτυχή στις ομιλίες των ηγετών ενώπιον της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ λογικά κάμπτεται και το διεθνές ενδιαφέρον προσελκύεται, όταν ομιλητές είναι ηγέτες μεγάλων και ισχυρών χωρών, οι αποφάσεις και οι ενέργειες των οποίων επηρεάζουν πολύ περισσότερους ανθρώπους στην πλανήτη μας από τον πληθυσμό των δικών τους χωρών και μόνο. Επίσης, πολύ ενδιαφέρουσες εξαιρέσεις είναι οι ομιλίες ηγετών από μικρότερες χώρες, οι οποίοι είχαν κάτι σημαντικό να δηλώσουν -είτε απλά διά της παρουσίας τους σε κάποια κρίσιμη καμπή της ιστορίας, είτε με κάποια ρητή αναφορά σε κάποιο θέμα μέσα στην ομιλία τους- με ευρύτερες σημασίες για την ανθρωπότητα. (Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τούτου, η παρουσία του Φιντέλ Κάστρο και του Τσε Γκεβάρα ως εκπροσώπων της Κούβας στη γενική συνέλευση του ΟΗΕ, μετά την επικράτηση της επανάστασης και την εκδίωξη του Μπατίστα από την εξουσία).   

Έτσι, οι μικρότερες χώρες κάθε φορά εστιάζουν στις διμερείς επαφές στο περιθώριο της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ και για την ομιλία του ηγέτη-εκπροσώπου τους περιορίζονται σε κλισέ που προάγουν τα συμφέροντά τους. Που όταν, μάλιστα, αυτά τα κλισέ συμπίπτουν με τις αρχές της διεθνούς νομιμότητας και το εν γένει ισχύον διεθνές δίκαιο (και ιδίως όταν μια χώρα απειλείται από κάποια άλλη κατά παραβίαση αυτών των αρχών, όπως συμβαίνει σήμερα με την Ελλάδα που αντιμετωπίζει την εντεινόμενη τουρκική επιθετικότητα), τέτοιο περιεχόμενο της ομιλίας του ηγέτη της μικρής χώρας είναι περίπου τυφλοσούρτης.     

Σε τέτοιο περιβάλλον διπλωματικών δραστηριοτήτων, επομένως, η ομιλία του ηγέτη-εκπροσώπου μιας μικρής χώρας περίπου παραβλέπεται απολύτως από τη διεθνή ειδησεογραφία. Και η αξιολόγηση της παρουσίας μιας εθνικής αντιπροσωπείας στη γενική συνέλευση του ΟΗΕ αποτιμάται κατά κύριο λόγο από τις διμερείς επαφές και τις συναντήσεις στο περιθώριο του γεγονότος. 

Απ’ αυτή την οπτική η εμφάνιση του Κυριάκου Μητσοτάκη ως εκπροσώπου της Ελλάδας στη γενική συνέλευση του ΟΗΕ είναι μια παταγώδης αποτυχία, δυστυχώς, πλήρως ενδεικτική και αποκαλυπτική του μεγάλου εδάφους που έχει απολέσει η χώρα μας στον διεθνή χώρο, όπως αυτό το θλιβερό σκηνικό έχει διαμορφωθεί την τελευταία τριετία. Διμερείς συναντήσεις ελάχιστες και ανύπαρκτου ενδιαφέροντος και σημασίας, ακόμη και για τα στενά ελληνικά συμφέροντα. Και την ίδια ώρα, αποκλειστική σκόπευση στην εσωτερική κοινή γνώμη με επικοινωνιακές πομφόλυγες και ανοησίες μέσω των σε σημαντικό βαθμό κυβερνητικά χρηματοδοτούμενων μέσων ενημέρωσης για την υποστήριξη του κλονιζόμενου προφίλ του Κυριάκου Μητσοτάκη εν όψει εκλογών.  

Η σύγκριση της σημερινής διεθνούς εικόνας της Ελλάδας με εκείνη της χώρας μας όταν υπεγράφη η συμφωνία των Πρεσπών, φευ, επισφραγίζει με δραματικό τρόπο την εντυπωσιακού βαθμού τριετή καθοδική πορεία της Ελλάδας στον κόσμο, σε μια από τις χειρότερες στιγμές του ελληνισμού στη σύγχρονη ιστορία του, εδώ και 200 χρόνια από την απελευθέρωσή μας και την ανάκτηση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας μας. Μάλιστα, εδώ καταγράφεται και ένα πολύ σπάνιο χαρακτηριστικό της τριετούς πορείας συστηματικής διεθνούς απαξίωσης της Ελλάδας: η χώρα μας επιδεινώνει πολύ τη θέση της στον παγκόσμιο χάρτη, ενώ εδώ και δύο αιώνες τώρα κατά βάση βελτίωνε αργά αλλά σταθερά τη θέση της στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων. Η ανάκτηση εδαφών, της Μακεδονίας, της Θράκης και των νησιών του Ιονίου και του Αιγαίου και στη συνέχεια η ενίσχυση του κύρους της χώρας μας στον κόσμο, κύρος γεωπολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό, υποδεικνύει κατηγορηματικά αυτή την ως πριν τρία χρόνια γενικά ανοδική ελληνική πορεία, ακόμη και σε περιπτώσεις στρατιωτικής ήττας, όπως στην περίπτωση της μικρασιατικής καταστροφής πριν 100 χρόνια ή την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.

Πρόκειται για δεινή ήττα του Κυριάκου Μητσοτάκη με σοβαρές συνέπειες για την Ελλάδα, για έναν ακόμη λόγο: Λόγω συγκυρίας και με την Τουρκία να έχει σήμερα ηγεσία σε κατάσταση γεωπολιτικής παράκρουσης ένεκα της πολιτικής αποσταθεροποίησης Ερντογάν στο εσωτερικό της γειτονικής χώρας, η Ελλάδα είχε τη ευκαιρία να δράσει και να εμφανιστεί ως η λύση διαμεσολαβητικής ειρηνικής προσέγγισης ανάμεσα στην κλονιζόμενη από την οικονομική και ενεργειακή κρίση Ευρώπη και τις ταρασσόμενες περιοχές στη Μέση Ανατολή και τη βόρεια Αφρική. Αυτό άλλωστε ήταν το μεγάλο «εύρημα» εξωτερικής πολιτικής για την Ελλάδα, που δίδαξε ο Ανδρέας Παπανδρέου τη δεκαετία του 1980, παραλαμβάνοντας μια χώρα άγονο δορυφόρο της δύσης, για να την μετατρέψει σε σοβαρό διεθνή παράγοντα επηρεασμού των εξελίξεων και μάλιστα με ευρύτερη γεωπολιτική αναφορά για τις ελληνικές παρεμβάσεις στην Ασία, την Αφρική αλλά και τη λατινική Αμερική, μέσω του κινήματος των Αδεσμεύτων χωρών και σε διεθνές περιβάλλον τότε σκληρού διπολισμού μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ.

Η υποχώρηση της Ελλάδας, από την παγκόσμια πρόσληψή της ως χώρα του δυτικού συνασπισμού αλλά με ανοιχτές τις πόρτες στην παγκόσμια συνεργασία και τη συνεννόηση, σε μια χώρα που πλέον έχει επανέλθει στον άγονο ατλαντισμό, είναι μια πολύ σοβαρή αλλαγή στάσης για την Ελλάδα για τις γεωπολιτικές κλίμακες που αφορούν σ’ αυτήν. Και το κόστος αυτής της υποχώρησης θα αποβεί -και ήδη είναι- δυσβάστακτο!

Πρόκειται επίσης για μεγάλη ήττα του Κυριάκου Μητσοτάκη και μαζί του και της Ελλάδας, διότι για την Ελλάδα υπήρχε σήμερα πρόσφορο έδαφος να υποδειχτεί από μεριάς της χώρας ο πραγματιστικός και συμβολικός γεωπολιτικός ρόλος μας στην ανάσχεση της τουρκικής επιθετικότητας, που σε τελευταία ανάλυση -όπως σιγά-σιγά και με μεγάλη καθυστέρηση αντιλαμβάνονται οι ανεπαρκέστατες ευρωπαϊκές και εν γένει δυτικές ηγεσίες- αποδεικνύεται πως αφορά στο σύνολο της δύσης και όχι μόνον στην Ελλάδα.               

Αντ’ αυτού, ανόητες φραστικές "κηρύξεις πολέμου" κατά της Ρωσίας, από μια πρωθυπουργία που προδήλως αδυνατεί να κατανοήσει την πασιφανή αναγκαιότητα διατήρησης άθικτης ως κόρης οφθαλμού της παραδοσιακής ισορροπημένης ελληνο-ρωσικής σχέσης, που συνιστά αναντικατάσταστο σύμμαχο της χώρας μας σε ό,τι αφορά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και τις άνομες διεκδικήσεις της Άγκυρας κατά κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο.   

Η σκληρή κριτική που ασκείται εδώ για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, δεν έχει να κάνει με κομματικές προτιμήσεις, αλλά με την ανάγκη να συναισθανθούμε ως πολίτες το βάθος και το εύρος του πλήγματος που έχουμε υποστεί 3 χρόνια τώρα, και έτσι, πέραν από μεμψιμοιρίες και παγιδεύσεις στον πιο άγονο ατλαντισμό που έχει βιώσει η Ελλάδα είτε με δεξιές είτε με προοδευτικές κυβερνήσεις εδώ και 48 χρόνια, να αποκτήσουμε ως έλληνες συνείδηση του τί οφείλουμε να προσπαθήσουμε να ανασχέσουμε και να αναδιατάξουμε σε γεωπολιτικό επίπεδο, σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή για τον ελληνισμό.  

Φυσικά δεν παραβλέπω ότι η σημερινή συγκυρία είναι σύνθετη και πολύ περιπεπλεγμένη και χρειάζεται μεγάλη προσοχή σε ό,τι λες και πράττεις στον διεθνή χώρο. Αλλά αυτή ακριβώς η αχρείαστη και σε τελευταία ανάλυση επικίνδυνα αμετροεπής φιλοδυτική ρητορική του Κυριάκου Μητσοτάκη, ενώ η Ελλάδα την ίδια ώρα διαρκώς χάνει έδαφος, είναι που καθιστά δυνητικά εκρηκτικών αρνητικών συνεπειών για τη χώρα μας την εξωτερική πολιτική μας 2019-2022.

(Και χάνουμε πολύ και κρίσιμο έδαφος, μεταξύ άλλων με το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο, τις τουρκικές έρευνες σε ζώνες ελληνικού ελέγχου στην ανατολική Μεσόγειο και εσχάτως με την αποχώρηση αμυντικών αρμάτων μάχης από τα ελληνικά νησιά στο ανατολικό Αιγαίο για να σταλούν στην Ουκρανία, με την Ελλάδα γερμανο-ουκρανικό «ενδιάμεσο», και χωρίς να έχει σχεδιαστεί με ευλαβική προσοχή η αντικατάσταση αυτών των αμυντικών αρμάτων μάχης από άλλα. Μ’ άλλα λόγια, ακριβώς σε περίοδο που η Τουρκία κλιμακώνει τη ρητορική της με την παράνομη απαίτηση αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, η Ελλάδα διοικείται από μια κυβέρνηση που συμβάλλει στην μερική και προσωρινή έστω αποδυνάμωση της ελληνικής άμυνας στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου!  Αν δεν είναι  κραυγαλέα ανεπάρκεια του έλληνα πρωθυπουργού, πρόκειται για πολύ επικίνδυνη εξέλιξη, που οδηγεί σε ελληνική αμυντική απογύμνωση στο ανατολικό Αιγαίο, η οποία φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στην υλοποίησή του, το ιστορικά αδιανόητο τουρκικό διακύβευμα της λεγόμενης «γαλάζιας πατρίδας» του μετα-νεο-τουρκισμού μέσα στον 21ο αιώνα).               

Υπαρχει βεβαίως συναίσθηση ότι η Ελλάδα λόγω κλιμάκων παραδοσιακά δεν διέθετε βαρύνοντα λόγο σε παγκόσμια κλίμακα, ει μη μόνον ιστορικό και πολιτισμικό. Ό,τι έλεγε όμως η χώρα μας, επίσης παραδοσιακά, «μέτραγε» πολύ στη Βαλκάνια και τη Μεσόγειο ενώ πάντα ήταν υψηλού ενδιαφέροντος για τις χώρες της Ευρώπης. Σήμερα, στα Βαλκάνια οι βουκεφάλες που καταδίκαζαν τη συμφωνία των Πρεσπών απλά για να κερδίσει έναν ανεύθυνο «ρούμπο» ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο κατά του ΣΥΡΙΖΑ, οι σχέσεις μας με τη βόρεια Μακεδονία φυτοζωούν. Η Ρουμανία και η Βουλγαρία μας έχουν φτάσει και αρχίζουν σιγά-σιγά να μας ξεπερνούν ως οικονομίες και ως χώρες εντεταγμένες στον δυτικό συνασπισμό. Με τη Σερβία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, που παραδοσιακά είχαμε άριστες σχέσεις θετικής αλληλεπίδρασης και με την Ελλάδα με πλεονεκτικό ρόλο, σήμερα επικρατεί η συμβατικότητα των διμερών σχέσεων στα πλαίσια των κλισέ της διεθνούς διπλωματίας και τίποτα το ουσιαστικό δεν έχει να πει η χώρα μας για την περιοχή, ως θλιβερό απομεινάρι μιας περιόδου που η Ελλάδα είχε βαρύνοντα λόγο σχετικά με τη διεθνή ανάμιξη στα Βαλκάνια. Και όσο για τη Μεσόγειο, όπου η Ελλαδα μεσολαβούσε στις σχέσεις Μιτεράν-Καντάφι και κατ’ επέκταση για τις ευρύτερες ευρω-αραβικές σχέσεις στο παλαιστινιακό και αλλού, δεν έχει διασωθεί ουδέ καν η ανάμνηση ενός ελληνικού ρόλου αυτής της διεθνούς εμβέλειας. Η συμφωνία των Πρεσπών ήταν η τελευταία αναλαμπή αυτής της διευρυμένης διεθνούς παρουσίας της Ελλάδας, την οποία ο Κυριάκος Μητσοτάκης μεταχειρίστηκε σαν φθηνό αντάλλαγμα για να προσελκύσει τους βουκεφάλες στις τάξεις του κόμματός του, ώστε να κερδίσει την πρωθυπουργία. Ένα πραγματικό ελληνικό δράμα! 

Μαζί μ’ όλ’ αυτά, σήμερα η οικονομία μας κατρακυλάει επιδεινώνοντας τα τελευταία 3 χρόνια δραματικά τη θέση μας σε διεθνή κλίμακα -κι αυτό, ενώ έχει προηγθεί η 10ετής μνημονιακή δεσποτεία, που συνέτριψε την επί 20ετία καλή εικόνα της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές. Η εποχή Κυριάκου Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία έχει κατορθώσει μέσα σε 3 χρόνια να καταστήσει τις τεράστιες θυσίες των ελλήνων, αντί για ευκαιρία οριστικής αποδέσμευσης από το μνημόνιο που πέτυχε ο Αλέξης Τσίπρας, σε ένα ακόμη βήμα ακόμη μεγαλύτερης βύθισης στην ύφεση, την ανεργία και τη φτώχεια.     

Είναι τραγικό ως πολίτης αυτής της χώρας να βιώνεις την απώλεια και των τελευταίων υπολειμμάτων διεθνούς αξιοπιστίας της πατρίδας σου, εσχάτως χάνοντας τη μάχη και της εντύπωσης  έστω μιας ευνομούμενης δημοκρατίας, λόγω της ανελευθερίας και των εξαγορών από την ίδια την κυβέρνηση της δημοσιογραφίας και των μέσων ενημέρωσης για ελεγχόμενη από το νεο-μητσοτακικό κράτος παροχή πληροφόρησης στους πολίτες, λόγω της διάχυτης αστυνομοκρατίας που καταπατά βάναυσα ακόμη και το οικιακό άσυλο και ξυλοφορτώνει συστηματικά τους πολίτες, λόγω των pushbacks, λόγω των παρακολουθήσεων...

Πιο τραγικό απ’ όλα, η εικόνα της σημερινής ελληνικής νεολαίας! Χωρίς ελπίδες, χωρίς στήριξη από την πολιτεία, με ανάγκη μιας περιουσίας για νοικιάσουν κάπου για τις σπουδές τους, χωρίς ελευθερία ακόμη και μέσα στα πανεπιστήμιά μας, χωρίς ανεκτή ζωή για τους γονείς και τους παππούδες τους, χωρίς πρόσβαση σε δημόσια υγεία... Με λίγα λόγια, μια νεολαία χωρίς μέλλον. Μια νεολαία χωρίς αύριο σαν πολίτες του κόσμου, παγιδευμένη στην ανεργία, την αμορφωσιά, την αστυνομική βία και τον αυταρχισμό, με σχεδόν ανύπαρκτες αξιόλογες πολιτιστικές και εκπαιδευτικές προσλαμβάνουσες, που πέραν της μεγάλης προσπάθειας που καταβάλλουν τα δημόσια πανεπιστήμιά μας και τα σχολειά μας μόνο με τον ηρωικό αγώνα των δασκάλων και με μοναδικό εφόδιο ταυτόχρονα την μοναδική στον κόσμο καλλιτεχνική ταυτότητά μας, επιμένει να παλευει γενναία στον ταραγμένο κόσμο μας, σε πείσμα της αποβλάκωσης των καναλιών. Κι έφτασαν 3 μόλις χρόνια γι’ αυτό το πανταχόθεν βιούμενο δράμα.          

Τέλος, μια χώρα που γίνεται ολοένα και περισσότερο ανίσχυρη να επανέλθει με κύρος στον παγκόσμιο στίβο και να ανακάμψει με όρους σοβαρής επαναδιεκδίκησης των δικαιωμάτων της, κυριαρχικών, εκμεταλλευτικών, πνευματικών και αξιακών και να ανακτήσει την ανεξαρτησία μας από τον απαράδεκτο και ανιστόρητο πατερναλισμό και τις ανοίκειες ανοιχτές επεμβάσεις στα εσωτερικά μας, από τους κάθε λογής συμμάχους μας αλά ΝΑΤΟ. Ούτες τις πολεμικές αποζημιώσεις δεν μας αναγνωρίζουν!!! 

Φυσικά, με το παρόν γενικευμένο αδιέξοδο, διακοσμημένο από τις ανελευθερίες και τις ανοησίες μιας εξουσίας-αρπαχτή και μιας ηγεσίας επί 3ετία με ειδικές ανάγκες και χωρίς κανένα ειδικό προσόν, με τη φτώχεια και την απαξίωση του κοινωνικού κράτους, με ενημέρωση τριτοκοκοσμικής χώρας-καθεστώτος, και με ανυπαρξία ουσιαστικών συμμαχιών στρατηγικού χαρακτήρα, οδεύουμε πλεισίστιοι προς την καταστροφή και την ολοσχερή απαξίωσή μας ως έλληνες. 

Η πορεία αυτή πρέπει άμεσα σε πρώτη φάση να ανακοπεί και σε δεύτερη να αντιστραφεί. Ξεκινώντας από την εκδίωξη στα πολιτικά αζήτητα της γελοίας σημερινής λοβοτομημένης κυβέρνησης και των υποστηρικτών της, που βιάζουν την καθημερινότητα του έλληνα.  

Δεν χρειάζεται κάποιο ειδικό «σχέδιο» για να βγούμε από το ατελείωτο καθοδικό σπιράλ, όπως κομπορρημονούν κάποιοι δήθεν (ξανά) σωτήρες μας, που διατείνονται πως κατέχουν το know how ανασυγκρότησης της χώρας, αν κάνουμε αυτούς κυβέρνηση! 

Όλα, ξεκινούν από τη στοιχώδη προϋπόθεση-όρο, που είναι οι πολίτες να αρχίσουν αποφασιστικά να αποκόπτουν την πρόσβαση στην εξουσία σε φελλούς και άρπαγες της ζωής μας. Δεν χρειάζεται κάποιο άλλο προεκλογικό πρόγραμμα γι’ αυτό από την εκδίωξη του Κυριάκου Μητσοτάκη! 

Και η ώρα εχει πια έρθει!