6 Οκτ. 2022

Τί σημαίνει η νέα τουρκο-λιβυκή συμφωνία και γιατί η Ελλάδα αν δεν αντιδράσει έχει ήδη ηττηθεί Β

Η Ελλάδα ηττάται κατά κράτος

- Πώς θα αντιδράσουμε;

(Μερος B': Mεσοπρόθεσμα μέτρα)  

Από τις άμεσες ελληνικές αντιδράσεις κατά του νέου τουρκο-λιβυκού μνημονίου (όπως το πρόβλημα αλλά και οι δέουσες ελληνικές αντιδράσεις εκτέθηκαν στο προηγούμενο Μέρος Α΄), η απόσταση από τις κινήσεις στρατηγικού χαρακτήρα που υποχρεούται πια σήμερα να κάνει η ελληνική πολιτική ηγεσία, δεν είναι μεγάλη. Σχεδόν ταυτίζονται αυτά τα δύο επίπεδα ελληνικών διπλωματικών κινήσεων (παρ’ ό,τι στις διεθνείς διπλωματικές πρακτικές πρόκειται για καίρια διαφορετικές πτυχές στην εξωτερική πολιτική μιας χώρας), με δεδομένο ότι η αμεριμνησία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο θέμα των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, που εγκαινιάστηκε από τον Κώστα Σημίτη (και στον αντίποδα της ανδρεο-παπανδρεϊκής ελληνικής εξωτερικής πολιτικής 1981-1996), υποτίμησε σοβαρά τους κινδύνους και τον στρατηγικό χαρακτήρα των τουρκικών επιβουλών σε βάρος της Ελλάδας.  

Δεν γνωρίζω και δεν είναι και της παρούσης να εξεταστεί αν ο Κώστας Σημίτης -εγκαινιάζοντας με τα Ίμια και τη Μαδρίτη  μια στάση ανοχής και υποχωρητικότητας απέναντι στις ίδιες τουρκικές επιβουλές σε βάρος της Ελλάδας- ενήργησε υπό το κράτος της εκτίμησης (που ως γενικό πλαίσιο επικαθόρισε την περίοδο της πρωθυπουργίας του) ότι η Ελλάδα για να επιταχύνει τις σχέσεις της με την ΕΕ όφειλε να παραχωρήσει ελληνικό «χώρο» προς την Ευρώπη για να προαχθούν -αν και με κόστος για τη χώρα της οποίας ήταν πρωθυπουργός- οι συστηματικά δύσκολες και διαταραγμένες ευρω-τουρκικές σχέσεις. Αν το έκανε με τέτοια κίνητρα είναι σοβαρό στρατηγικό σφάλμα και με σημαντικές γεωπολιτικές επιπτώσεις για την Ελλάδα, ενώ άμεσα επωφελούμενη είναι η Τουρκία. Έτσι, διαπιστώσεις που (από τότε γίνονταν από πολλές μεριές) σήμερα πια επιβεβαιώνονται απολύτως από τις τελευταίες εξελίξεις.   

Κάτι ακόμη στο σημείο αυτό: Επίσης, από τις σημερινές εξελίξεις επικυρώνεται πανηγυρικά ότι ενώ οι σημιτικές παραχωρήσεις (της Μαδρίτης, αλλά και σε άλλα σημεία της τότε ελληνικής εξωτερικής πολιτικής) προς την Τουρκία (προς ικανοποίηση ταυτόχρονα άδηλων ή και δηλωμένων αμερικανο-ευρωπαϊκών προτροπών προς την Αθήνα), φάνηκε τότε να αφορούν και να περιορίζονται αποκλειστικά στο Αιγαίο, οι δυσμενείς για την Ελλάδα επιπτώσεις εκτείνονται πια σε πολύ ευρύτερες περιοχές εκτός της στενής ζώνης άμεσης γεωπολιτικής και ιστορικής επαφής Ελλάδας-Τουρκίας. Από την οπτική αυτή, η υποχωρητικότητα της Ελλάδας απέναντι στις τουρκικές επιβουλές σε βάρος μας, αποδεικνύεται σήμερα ότι έχει σοβαρό κόστος όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για το σύνολο της ΕΕ, όπως και για τις γενικές αμερικανο-τουρκικές σχέσεις.  

Ο Κώστας Σημίτης, με την πολιτική του στα ελληνο-τουρκικά (έστω κατ’ απόλυτη επιταγή των υποδείξεων του δυτικού παράγοντα), εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι δεν έπληξε μόνο τα άμεσα συμφέροντα της Ελλάδας αλλά τραυμάτισε ολόκληρη τη δυτική επεμβατική στρατηγική στα ευρω-ασιατικά και τα ευρω-αφρικανικά σύνορα. Και ασφαλώς η πρωθυπουργία του βαρύνεται ιδιαίτερα με αρνητικό πρόσημο στο σημείο αυτό. Παρατηρητέο, ωστόσο (και σε καμιά περίπτωση με τυχαίο τρόπο), ότι στα ελληνο-τουρκικά οι έντονες αναλογίες και ομοιότητες της εξωτερικής πολιτικής Σημίτη με τη σημερινή εξωτερική πολιτική του Κυριάκου Μητσοτάκη, προσφέρουν μεγάλο πεδίο προβληματισμού για τις συνέπειες του μοντέλου ελληνικής εξωτερικής πολιτικής 1996-2004, 2009-2014 (περίοδος Γ. Παπανδρέου, Λ. Παπαδήμου και Αντ. Σαμαρά) και 2019-2022 (περίοδος Κυριάκου Μητσοτάκη.  

Φυσικά, πρόκειται για άλλη εξωτερική πολιτική από εκείνη των κυβερνήσεων Κ. Καραμανλή 2004-2009 και Αλ Τσίπρα, τόσο σε ό,τι αφορά το ίδιο το μοντέλο της (δηλαδή την αίσθηση για τον ρόλο και τις κινήσεις της χώρας μας στον διεθνή χώρο και με έμφαση στα ελληνο-τουρκικά, τα Βαλκάνια και την ανατολική Μεσόγειο), όσο και τις συγκεκριμένες αντιδράσεις της Αθήνας απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις αλλά και το λεγόμενο -λελυμένο πια σήμερα από τη συμφωνία των Πρεσπών- «σκοπιανό ζήτημα».

(Σημ.: Συγκαταλέγω τον Γ. Παπανδρέου στο ίδιο κατά βάση μοντέλο εξωτερικής πολιτικής με εκείνο του Κώστα Σημίτη -του οποίου υπήρξε υπουργός Εξωτερικών- και των πρωθυπουργών που ακολούθησαν, με την εξαίρεση του Αλ. Τσίπρα, για έναν βασικό λόγο: Τη στάση του πρώην προέδρου του ΠΑΣΟΚ στο σχέδιο Ανάν για το Κυπριακό! Ένα σχέδιο «λύσης του Κυπριακού», το οποίο -αν είχε «περάσει»- αντιλαμβάνεται πλέον σήμερα ο οποιοσδήποτε τις ολέθριες συνέπειες που θα είχε για τον ελληνισμό, λαμβανομένης υπόψη της σημερινής τουρκικής πολιτικής για τις ΑΟΖ και την εκμετάλλευση υδρογονανθράκων στην ανατολική Μεσόγειο…)                            

Οι σημερινές εξαιρετικά δυσμενείς πλέον για την Ελλάδα συνθήκες υπό τις οποίες καλούμαστε να αντιδράσουμε στα ελληνο-τουρκικά, διαφοροποιούνται σε σύγκριση με τις προ του 2019 και της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη διμερείς σχέσεις, σε δύο κρίσιμα σημεία:  

α. την πλήρη απομυθοποίηση (και αναποτελεσματικότητα), επί πολλά χρόνια τώρα, των λεγόμενων «διερευνητικών επαφών» μεταξύ των δύο χωρών, καθώς και την ουσιαστική αδυναμία θετικής συμβολής του διαμεσολαβητικου ρόλου που έχει αναθέσει στον εαυτό του ο δυτικός παράγοντας στα ελληνοτουρκικά, και 

β. την ύπαρξη πια νέων τετελεσμένων σε βάρος του ελληνισμού, από την Αμμόχωστο και τις τουρκικές έρευνες μέσα σε ελληνική ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο και την Κρήτη, ως τα τουρκολιβυκά μνημόνια.      

Φυσικά αυτά συνοδεύονται από την τουρκική στάση στο προσφυγικό, αλλά κυρίως από τις άμεσες αμφισβητήσεις αδιαπραγμάτευτων και άκαμπτων ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων επί των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, από μαζικές παραβιάσεις ελληνικού εναέριου χώρου από τουρκικά μαχητικά, από τον απαράδεκτο με βάση το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες τουρκικό παρεμβατισμό στη Θράκη, από τις τουρκικές προκλήσεις περί «γαλάζιας πατρίδας» και περί διαμοιρασμού του ελληνικού τμήματος του Αιγαίου πελάγους και των ΑΟΖ της ανατολικής Μεσογείου κ.λπ..  

Σε τέτοιες συνθήκες, διερωτάται κανένας τί αξία έχει και κυρίως τί έμπρακτα αποτελέσματα προσφέρει η μονότονη ελληνική αντίδραση σ’ όλ’ αυτά, με την τελικά ηττοπαθή επωδό «ελάτε να κάνουμε διάλογο». Διάλογος επί τινός; Αν είναι να κάνουμε διάλογο με την Τουρκία για να (συν)αποφασιστεί τί θα δώσουμε, ποιά ελληνική κυβέρνηση και ποιός έλληνας πρωθυπουργός νομιμοποιείται να διεξάγει τέτοιο διάλογο; Φυσικά κανένας!     

Η ελληνική αντίδραση, έτσι όπως άφησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης να διαμορφωθούν τα πράγματα, για να είναι βιώσιμη και αποτελεσματική, πρέπει να υπακούει σε μια θεμελιώδη επιλογή: Την αλλαγή του σημερινού δόγματος της εξωτερικής μας πολιτικής! 

Αυτό σημαίνει άμεση διακοπή της μονότονης κατευναστικής ελληνικής στάσης «διάλογος για τον διάλογο», ως δήθεν πανάκειας για την εκτόνωση του τουρκικού επεκτατισμού και των λοιπών επιβουλών σε βάρος μας, ενώ από τα πράγματα έχει αποδειχτεί ότι αντιθέτως η τουρκική επιθετικότητα ενδυναμώνεται όσο και όποτε εμείς προτείνουμε «διάλογο» ως πάγια ελληνική αντίδραση σε κάθε πρόκληση που κάνει η Άγκυρα. 

Ανιχνεύοντας ένα νέο εναλλακτικό μοντέλο ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, εκθέτω στη συνέχεια μερικά βασικά σημεία του:   

- ελληνική αντίδραση σε κάθε τουρκική πρόκληση με αντίμετρα αναλόγου κόστους για την Τουρκία, ώστε η γειτονική χώρα να αναγκάζεται από ‘δω και πέρα να συμπεριλαμβάνει στα εκάστοτοτε σχέδιά της και το ενδεχόμενο κόστος της ελληνικής αντίδρασης σε κάθε τυχόν νέα πρόκληση σε βάρος μας (κάτι που σήμερα ουδόλως την απασχολεί), 

- επανατοποθέτηση της πάγιας ελληνικής επιλογής για υπογραφή συνυποσχετικού με την Τουρκία, ως προϋπόθεσης και απαράβατου ελληνικού όρου, για την προσφυγή της χώρας σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα επίλυσης διεθνών διαφορών. Η στάση αυτή είναι πλέον παραγωγική για την Ελλάδα αποκλειστικά και μόνο για την περιοχή του Αιγαίου (όπως θα εξηγήσω πιο κάτω). Αντίθετα, στις μέρες μας, με την επέκταση των τουρκικών διεκδικήσεων σε βάρος της Ελλάδας σε όλο το εύρος των θαλάσσιων ζωνών στην ανατολική Μεσόγειο, καμιά ανάγκη δεν υπάρχει για συνυπογραφή συνυποσχετικου με την Τουρκία ώστε η Ελλάδα να προσφύγει μονομερώς σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα, ζητώντας σαφή κρίση σχετικά με τα κυριαρχικά και εκμεταλλευτικά δικαιώματά μας στις θαλάσσιες ζώνες ενδιαφέροντός μας, δηλαδή στην ΑΟΖ. Με πρώτο ζήτημα, το αίτημα ανακήρυξης των τουρκολυβικών μνημονίων ως παράνομων και ασύμβατων με το διεθνές δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας.    

- αμυντική θωράκιση όπως αναλογεί στους κινδύνους που συνεπέγεται μια ολοκάθαρα επιθετική πολιτική γειτονικής χώρας σε βαρος της Ελλάδας, και, τέλος,

- ταχεία διασφάλιση με τα νόμιμα μέτρα που προβλέπει το διεθνές δίκαιο όλων των δικαιωμάτων της χώρας μας σε ξηρά, θάλασσα και αέρα.

Βεβαίως, θα ακουστούν πολλές απόψεις επ’ αυτών! Το θέμα είναι ο διάλογος να ξεκινήσει με τέτοια ατζέντα: δηλαδή να συζητήσουμε με ατζέντα να αλλάξει η εξωτερική πολιτική της Ελλάδας που έχει διαμορφωθεί επί Κυριάκου Μητσοάκη και να περατωθεί η παγια ελληνική αντίδραση "να κάνουμε διάλογο", διά πάσαν νόσον...

Ωστόσο, το πλέγμα δικαιωμάτων της Ελλάδας στο σημείο αυτό, πρέπει το συντομότερο να αποκατασταθεί στην εντύπωση του διεθνούς παράγοντα και να διευκρινιστεί ότι απαρτίζεται από δικαιώματα τα οποία δεν αφορούν αποκλειστικά σε συμβολικό, ιδεατό και δυνητικό τρόπο ενάσκησής τους, αλλ’, αντίθετα, πρόκειται για δικαιώματα άμεσα μετατρέψιμα σε εφαρμοσμένη πολιτική από μεριάς της όποιας ελληνικής πολιτικής ηγεσίας και του λαού της. 

Θα υπάρξουν  και διαφωνίες ανάμεσά μας σχετικά με το πώς θα πρέπει να αντιδράσει η Ελλάδα στις κλιμακούμενες τουρκικές προκλήσεις. 

(Για παράδειγμα, θέλω να εκφράσω τη σοβαρή διαφωνία μου για την τελευταία πρόταση του Νίκου Κοτζιά, να προχωρήσει η Ελλάδα ως αντίδραση στο νέο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο με επέκταση των χωρικών υδάτων μας στα 12 μίλια, όπως μας δίνει το δικαίωμα το διεθνές δίκαιο. Νομίζω πως το ζήτημα επέκτασης των χωρικών  υδάτων μας στα 12 μίλια, δεν ωφελεί την ελληνική πλευρά να συσχετίζεται με την ελληνική ΑΟΖ, διότι πρόκειται για δύο τελείως διαφορετικά πεδία ελληνικών δικαιωμάτων, που το ένα (τα χωρικά ύδατα, όπως μαζί τους και οι συνοριακές εδαφικές γραμμές αλλά και ο ελληνικός εναέριος χώρος) αφορούν σε ελληνικά δικαιώματα κυριαρχίας, και το δεύτερο (η ΑΟΖ) πρωτίστως σε δικαιώματα εκμετάλλευσης. Αν επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα στην Κρήτη στα 12 μίλια ως αντίδραση στο τουρκο-λιβυκο μνημόνιο, υπάρχει ο κίνδυνος (αν και αυτό δεν είναι σε καμιά περίπτωση αντανάκλαση των προβλέψεων που ισχύοντος διεθνούς δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας) να παραχθεί διεθνώς η εντύπωση -και η Τουρκία να το αξιοποιήσει αυτό- ότι η Ελλάδα θεωρεί ότι τα δικαιώματά της σε εκμετάλλευση των θαλασσίων ζωνών ενδιαφέροντός της περίπου ταυτίζονται με τις περιοχές που συμπεριλαμβάνονται  στις θαλάσσιες ζώνες που ορίζονται από τα χωρικά μας ύδατα. Ενώ η ΑΟΖ αφορά σε πολύ ευρύτερες ζώνες πέραν των 12 μιλίων, το απώτατο δηλαδή όριο που το διεθνές δίκαιο ορίζει ως αναφαίρετο δικαίωμα κάθε χώρας να ανακηρύσσει μονομερώς τα χωρικά της ύδατα. 

Η επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 μίλια φυσικά είναι δικαίωμα που πρέπει να ασκηθεί από την Ελλάδα μελλοντικά στην περιοχή της Κρήτης και της κεντρικής Μεσογείου, αλλά αυτό πρέπει να γίνει ως άσκηση ad hoc ελληνικού δικαιώματος και όχι ως μέρος μιας ευρείας αντίληψης για τις θαλάσσιες ζώνες, όπου στην αντίληψη αυτή εντάσσονται περίπου ως απολύτως  εφαπτόμενα θέματα τα χωρικά ύδατα και η ΑΟΖ. Και πρέπει να ασκηθεί σε αποσυσχέτιση με τα τουρκο-λιβυκα μνημόνια και τις συμφωνίες!

Αντίθετα, προάγει τα ελληνικά συμφέροντα να επιχειρεί η Ελλάδα να καταστήσει κεντρικό για μας το θέμα του δικαιώματος της χώρας μας να επεκτείνει τα χωρικά μας ύδατα ως τα 12 μίλια, μόνο για την περιοχή του Αιγαίου Πελάγους. Και εκεί, όχι επειδή η Ελλάδα θα οφεληθεί οπωσδήποτε σοβαρά από την επέκταση των χωρικών μας υδάτων στα 12 μίλια στο Αιγαίο. Μια επέκταση, που εκτός από τα προβλήματα που θα προκαλέσει στη διεθνή  ναυσιπλοΐα, ελάχιστο πρόσθετο ζωτικό χώρο θα αθροίσει για τα ελληνικά συμφέροντα. Γι’ αυτό και ορθότατα η Ελλάδα στο Αιγαίο επιφυλάσσεται εδώ και πολλά χρόνια να ασκήσει το δικαίωμά της επέκτασης στα 12 μίλια χωρικά ύδατα, χωρίς να το ασκεί. Στο Αιγαίο, σε αντίθεση με την Κρήτη και την κεντρική Μεσόγειο, όπου η ελληνική ΑΟΖ είναι το για μας το μείζον, το μεγάλο για μας ζήτημα είναι η υφαλοκρηπίδα των νησιών μας, για το οποίο επίσης ορθά (και εξακολουθεί και σήμερα να παραμένει ορθή αυτή η στάση) η Ελλάδα προτείνει προσφυγή σε διεθνές δικαστήριο κατόπιν υπογραφής συνυποσχετικού με την Τουρκία, για την επίλυση της διμερούς αυτής διαφοράς. 

Τουναντίον, στις θαλάσσιες ζώνες ελληνικού ενδιαφέροντος στην Κρήτη, την ανατολική και την κεντρική Μεσόγειο, κανένα συνυποσχετικό δεν πρέπει να επιζητεί η Ελλάδα. Στον αντίποδα, τα συμφέροντά μας θα προαχθούν με μονομερή προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, με αίτημα την ακύρωση των τουρκο-λιβυκών συμφωνιών και τη διεκδίκηση αποζημιώσεων από την Τουρκία υπέρ της Ελλάδας για τη ζημία που έχει προκληθεί σε βάρος μας, παραδείγματος χάριν για τις καθυστερήσεις στην εκμετάλλευση υδρογονανθράκων σε ελληνικές θαλάσσιες ζώνες λόγω της έντασης που προκαλεί η Τουρκία στην περιοχή.               

Αυτά, σε γενικές γραμμές, σχετικά με το τί θα μπορούσε να κάνει η Ελλάδα, ως παραγωγική και αποτελεσματική αντίδραση στο νέο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο.

Τί θα συμβεί, όμως, αν η Ελλάδα αντιδράσει στις τελευταίες εξελίξεις με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο αντιδρά ως σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης επί της πρωθυπουργίας του;

Θα το συζητήσουμε στο επόμενο και τελευταίο Μέρος Γ΄ αυτής της ανάλυσης...