9 Οκτ. 2022

Τί σημαίνει η νέα τουρκο-λιβυκή συμφωνία και γιατί η Ελλάδα αν δεν αντιδράσει έχει ήδη ηττηθεί Γ

Η Ελλάδα ηττάται κατά κράτος

-  Πώς θα αντιδράσουμε;

(Μερος Γ': Οι συνέπειες

της τυχόν απραξίας μας)    

Τί θα συμβεί, όμως, αν η Ελλάδα αντιδράσει στις τελευταίες εξελίξεις με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο αντιδρά ως σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης επί της πρωθυπουργίας του; Και ποιές θα είναι οι συνέπειες από την τυχόν παράταση του ίδιου μοντέλου εξωτερικής πολιτικής Σημίτη-Κυριάκου Μητσοτάκη (όρα Μέρος Α΄ αυτών των αναλύσεων); 

Αν η Ελλάδα δεν εγκαταλείψει αμέσως αυτή την εξωτερική πολιτική και αυτό το μοντέλο ελληνικής διπλωματίας, υπάρχουν, νομίζω, τρεις κατηγορίες συνεπειών: 

1. Η δημιουργία των προϋποθέσεων για παράταση της τουρκικής επιθετικότητας σε διαρκώς εντεινόμενους τόνους αλλά και ενέργειες και πράξεις της Άγκυρας εναντίον της Ελλάδας. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί, μάλιστα, ότι το σενάριο παράτασης και περαιτέρω έντασης της τουρκικής επιθετικότητας σε βάρος της χώρας μας ισχύει, ανεξαρτήτως των άλλων διεθνών -περιφερειακών ή παγκόσμιας εμβέλειας- γεγονότων και διενέξεων, όπως το προσφυγικό, ο πόλεμος στην Ουκρανία κ.α.. 

Μ’ άλλα λόγια, από την αντίδραση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στις προκλήσεις που δεχόμαστε, όπως η στάση αυτή της Ελλάδας έχει κατοχυρωθεί δυστυχώς από την παρούσα πρωθυπουργία, η Τουρκία έχει ήδη πετύχει να παγιωθεί στη διεθνή κοινότητα η εντύπωση ότι η ένταση στα ελληνοτουρκικά είναι μια πάγια σταθερά στις διεθνείς γεωπολιτικές διεργασίες στην ανατολική Μεσόγειο και την ευρω-ασιατική ζώνη. Αυτό καταλήγει στο πρακτικό αποτέλεσμα παραγωγής της εντύπωσης στη διεθνή κοινότητα ότι δεν υπάρχει εδώ επιτειθέμενο και αμυνόμενο μέρος και έτσι δεν οφείλει να συμβάλλει ο διεθνής παράγων στην άσκηση αποτελεσματικών πιέσεων προς τον επιτειθέμενο, ως όρου αναγκαίου για την διαμόρφωση συνθηκών ειρήνης και ύφεσης. 

Αντίθετα, με τον τρόπο αυτό οι ελληνο-τουρκικές σχέσεις γίνονται στα μάτια του υπόλοιπου κόσμου μια «διμερής διαφορά», όπου η κάθε πλευρά έχει τα δίκια της! Κι αυτό είναι μια βάρβαρη παραχάραξη της πραγματικότητας, αφού είναι αναμφίβολο ότι η Ελλάδα δεν διεκδικεί τίποτα από την Τουρκία -και μάλιστα αυτό ως μια απόφαση στρατηγικού χαρακτήρα για τις σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών, άρα μια στάση επένδυσης και επιδίωξης μακράς ειρήνευσης- και μόνο η τουρκική πλευρά διεκδικεί αναπαλλοτρίωτα ελληνικά δικαιώματα από τη χώρα μας. Πρόκειται, δηλαδή, για σκαιότατη παραποίηση της αλήθειας, που δεν είναι άλλη από το ότι για την αποκατάσταση της ηρεμίας στην περιοχή μας στο μέτρο που επιδρούν ευρύτερα τα ελληνοτουρκικά (και επιδρούν, χωρίς, μάλιστα, να είναι καθόλου αμελητέα αυτή η επιρροή στις περιφερειακές ισορροπίες) είναι ανάγκη να σταματήσουν οι άνομες τουρκικές διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας           

Δεν γνωρίζω αν όλοι αντιλαμβανόμαστε τη σημασία παγίωσης της εντύπωσης στα διεθνή fora της τοπικής έντασης με αξονα τα ελληνο-τουρκικά, ως σταθερού στοιχείου του σκηνικού στην περιοχή μας! Εμένα, όμως, τούτο, τουλάχιστον με ανατριχιάζει διότι αυτό σημαίνει πως η ένταση θεωρείται πλέον από την παγκόσμια κοινότητα ως εγγενές χαρακτηριστικό των ελληνο-τουρκικών σχέσεων, και επομένως οι ελπίδες ειρήνευσης για τις επόμενες γενιές, τα παιδιά και τα εγγόνια μας, πρακτικά είναι ανύπαρκτες. Για να το πω διαφορετικά: Μπορεί, για παράδειγμα, ο πόλεμος στη Συρία να θεωρείται από τη διεθνή κοινότητα ως ένα έκτακτο περιστατικό των εξελίξεων στην ανατολική μεσογειακή και την ευρω-ασιατική μεθόριο, τα ελληνοτουρκικά όμως είναι αντιληπτά ως μόνιμο στοιχείο των τοπικών γεωπολιτικών δεδομένων. Κι αυτό άγει με βεβαιότητα σ’ ένα ελληνικό μέλλον παγιωμένης έντασης -και γιατί όχι- ενίοτε θερμών περιστατικών στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Κληρονομούμε, δηλαδή, στις επόμενες γενιές ένα τεράστιο βάρος, αντί να μεριμνήσουμε να τις απαλλάξουμε οριστικά απ’ αυτό.

Ακόμη χειρότερα, επειδή κανένας πολιτικός παράγων στην Τουρκία δεν έχει εκφρασει διαφωνία για την πολιτική κλιμακούμενης επιθετικότητας του Ερντογάν στα ελληνοτουρκικά (και όχι μόνο), ακόμη κι αν αύριο ο σημερινός πρόεδρος της γειτονικής χώρας αποσυρθεί, οι επόμενες πολιτικές γενιές στην Τουρκία έχουν ήδη αναλάβει την υποχρέωση να παρατείνουν την ίδια επιθετική πολιτική σε βάρος της Ελλάδας, αν δεν θα ήθελαν να εμφανιστούν ενώπιον της τουρκικής κοινής γνώμης ότι εγκαταλείπουν συμφέροντα που προώθησε ο Ερντογάν. Ομιλούμε για τραγική παγίωση ενός δυνάμει πολεμικού σκηνικού στις ζώνες αδιαπραγμάτευτων ελληνικών δικαιωμάτων, κατάσταση που φυσικά απαλλοτριώνει κάθε αισιοδοξία για τη χώρα μας ότι θα πορευτεί στο μέλλον σε συνθήκες ειρήνης, ευημερίας και βελτίωσης της σημερινής δυσμενέστατης θέσης της.    

Αυτό το σκηνικό πρέπει να αλλάξει άμεσα και να αντικατασταθεί με μια συστηματική επιδίωξη από μεριάς της Ελλάδας μιας πειστικής εξισορρόπησης των όποιων ωφελημάτων έχει εξασφαλίσει η Τουρκία την τελευταία περίοδο, στο πλαίσιο μιας αντίδρασης από την πλευρά μας, που θα δηλώνει ρητά και κατηγορηματικά το πνεύμα και την απόφαση του ελληνισμού απέναντι στη γειτονική χώρα με το «ως εδώ και μη παρέκει!) 

2. Με τα νέα τετελεσμένα που έχει ενθυλακώσει προς όφελός της η Τουρκία σε βάρος του ελληνισμού (και ιδίως με το τελευταίο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο), αρχίζει να γίνεται εξαιρετικά πιθανό ότι θα ξεκινήσουν υποθαλάσσιες τουρκικές έρευνες σε ζώνες απόλυτου ελληνικού ενδιαφέροντος στην κεντρική και την ανατολική Μεσόγειο -συνέχεια των ερευνών εντός των 12 μιλίων ανατολικά των ακτών της Κρήτης, αλλά και σε όλη την έκταση της ελληνικής ΑΟΖ από τη Ρόδο ως το Καστελλόριζο, τουρκικές έρευνες που διαρκώς ανανεώνονται και επαναλαμβάνονται. Στο σημείο αυτό ταυτόχρονα πρέπει να σημειωθεί ότι ούτε τυχόν τουρκικές έρευνες σε λιβυκή ΑΟΖ στο πλαίσιο του νέου τουρκο-λιβυκού μνημονίου είναι συμβατές με το ισχύον διεθνές δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας, διότι, 1ον: το τουρκο-λυβικό μνημόνιο είναι εξώφθαλμα παράνομο, και 2ον: η ανακήρυξη της ΑΟΖ από μια χώρα δεν είναι δικαίωμα που ασκείται μονομερώς, αλλ’, αντίθετα σε συμφωνία με τις άλλες χώρες με τις οποίες η χώρα αυτή -εν προκειμένω η Λιβύη- διατηρεί γειτνιάζουσα ΑΟΖ. Και καμιά συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Λιβύης για τη συμφωνημένη ανακήρυξη των ΑΟΖ των δύο χωρών δεν έχει σήμερα συνομολογηθεί. Άρα, τυπικά και ουσιαστικά δεν έχει ανακηρυχτεί καμιά ΑΟΖ στην περιοχή της κεντρικής Μεσογείου με βάση το διεθνές δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας, με συνέπεια καμιά έρευνα στην περιοχή και από καμιά πλευρά να μη μπορεί να διενεργηθεί νομίμως, εκτός από εκείνες που θα μπορούσαν να γίνουν μέσα στα χωρικά ύδατα κάθε χώρας. Πολλώ μάλλον, τρίτη χώρα που κατά καμία γεωγραφική και γεωπολιτική λογική παραδοχή ούτε ΑΟΖ έχει, αλλ’ ούτε και με κανένα τρόπο φέρει δικαιώματα οποιασδήποτε μορφής στη επίμαχη περιοχή, δεν είναι νοητό να επεμβαίνει στις εξελίξεις εκεί.    

Είναι ανάγκη να εξηγηθεί στο σημείο αυτό και μία λεπτή πτυχή της υπόθεσης. Η Τουρκία με το τελευταίο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο εμφανίζεται να ασκεί το δήθεν νόμιμο δικαίωμα να της παραχωρηθεί άδεια να διεξαγάγει έρευνες. Όμως, εδώ το θέμα δεν είναι αυτό, αλλ’ είναι ότι η παραχωρούσα την άδεια για έρευνες πλευρά, δηλαδή η Λιβύη, δεν δικαιούται να το κάνει, εφόσον ενεργεί από τα δικαιώματα που αρύονται από το παράνομο πρώτο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο.

Με την ευκαιρία να υπογραμμιστεί με έμφαση εδώ ότι οι τελευταίες εξελίξεις αποκαλύπτουν πλήρως το βάθος και τις γενικότερες επιπτώσεις του μεγάλου σφάλματος του δυτικού παράγοντα να υποτιμήσει τις συνέπειες του πρώτου τουρκολιβυκού μνημονίου και να αντιδράσει με γενικόλογες αναφορές στο απαράδεκτο για το διεθνές δίκαιο φαινόμενο τόσο έντονα επιθετικών και επαναλαμβανόμενων ενεργειών της Τουρκίας κατά ευρωπαϊκής χώρας-μέλους της ΕΕ. Μάλιστα, το βαρύτατο αυτό ολίσθημα του δυτικού παράγοντα και κατά μείζονα λόγο της ΕΕ, εκτός από την υποτίμηση του ζητήματος, συνοδεύτηκε και από την ολέθρια πρακτική να επιχειρηθεί να εμφανιστεί το πρώτο τουρκολιβυκό μνημόνιο ως δήθεν αποκλειστικά ελληνοτουρκική διαφορά, ενώ είναι πρόδηλο ότι  αφορά σε σοβαρότατα ευρύτερα ευρωπαϊκά συμφέροντα στην κεντρική Μεσόγειο. Απόδειξη αυτής της άφρονος  προσπάθειας της ΕΕ να εμφανίσει όλο το θέμα ως δήθεν ελληνοτουρική διαφορά και μόνον, είναι ότι με γερμανική υποκίνηση η Ελλάδα αποκλείστηκε από τη διεθνή διάσκεψη για την ειρήνευση στη Λιβύη και φυσικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης  αποστερείται πλήρως του κύρους να επιβάλλει την ελληνική παρουσία στην ίδια διεθνή  διάσκεψη.    

Εξ ίσου και κατά πρωτεύοντα λόγο είναι τεράστιο και μοιραίο το ελληνικό σφάλμα να «βολευτεί» η πλευρά μας (για να «κρυφτεί κάτω απ’ το χαλάκι» στα μάτια των ελλήνων το μέγεθος και οι συνέπειες της ήττας που επέτρεψε να λάβει χώρα σε βάρος μας ο Κυριάκος Μητσοτάκης) στην προφανέστατα ανεπαρκή αντίδραση ότι με την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία για μερικό ορισμό της ΑΟΖ μεταξυ των δύο χωρών, δήθεν αντιμετωπίστηκε σε σημαντικό βαθμό το πρόβλημα για μας.  

Είναι απόλυτη ανάγκη να υπογραμμίσω εδώ ότι καμιά ανακοίνωση άλλης τρίτης χώρας περί μη αναγνώρισης της νομιμότητας του τουρκο-λιβυκού μνημονίου, ή μη, δεν παράγει αποτελέσματα που θα μπορούσαν να σταματήσουν τυχόν τουρκικές έρευνες σε λιβυκή ΑΟΖ, στο πλαίσιο της τελευταίας συμφωνίας μεταξύ των δύο χωρών. Αν  Τουρκία θέλει και η Λιβύη (οπωσδήποτε εκπροσωπούμενη η βορειο-αφρικανική χώρα στον διεθνή χώρο) το επιτρέψει, οι έρευνες θα γίνουν! Και θα γίνουν και θα συνεχιστούν όσο κι αν εκδίδονται ανακοινώσεις από διπλωματικές υπηρεσίες ανά την υφήλιο, που θα ανακηρήσσουν το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο ως παράνομο. Ουδέ καν παρέμβαση του ΟΗΕ θα μπορούσε να σταματήσει τις έρευνες αυτές, αν έχει αποφασίσει να τις πραγματοποιήσει η Τουρκία. Άλλωστε ο ΟΗΕ δεν φέρει απονεμημένο δικαίωμα να εκφέρει κρίσεις για διεθνείς διαφορές! Αυτά έχουν ανατεθεί στα διεθνή δικαστήρια.

Ας μην τρέφουμε λοιπόν αυταπάτες! Τέτοιες τυχόν τουρκικές έρευνες σε λιβυκή ΑΟΖ, αν η Τουρκία και όποτε έχει αποφασίσει να τις διενεργήσει θα γίνουν οπωσδήποτε και μόνον η Ελλάδα (και όχι ο απρόθυμος διεθνής παράγων) θα μπορούσε να τις σταματήσει, με όποια μέσα διαθέτει και κριθεί ότι θα πρέπει να χρησιμοποιήσει για να αποτρέψει αυτην την καταστροφική για τα ελληνικά συμφέροντα εξέλιξη.                 

γ. Εδώ πρέπει να προστεθεί  και να καταγραφεί επίσης ότι έχει παταγωδώς αποτύχει η τακτική διεθνών διαμεσολαβήσεων (ή διαμεσολάβησης από οποιαδήποτε άλλη τρίτη χώρα), ως μεθόδου ρύθμισης των ελληνο-τουρκικών διαφορών. Η αποτυχία αυτή έχει μάλιστα γίνει έκδηλη μετά τα Ίμια, αφού πια σήμερα έχει αποδειχτεί ότι η αμερικανική διαμεσολάβηση σε καμιά περίπτωση δεν συνέβαλε στη λείανση των διαφορών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, αντίθετα, υποδαύλισε την εκδήλωση ακόμη μεγαλύτερης επιθετικότητας από μεριάς της Τουρκίας.    

Έτσι, διαμεσολαβήσεις του δυτικου παράγοντα έχουν αποδειχτεί διηνεκώς ατελέσφορες και στην πραγματικότητα εκ των αποτελέσματος θετικές μόνο για τα τουρκικά συμφέροντα (π.χ. σχετικά με το καθόλου απίθανο σενάριο ενδεχόμενης δυτικής διαμεσολάβησης για το θέμα αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του ανατολικού Αιγαίου -κατά τα άλλα απολύτως απαράδεκτη τέτοια διαπραγμάτευση, αφού αφορά σε μη επιδεχόμενα αμφισβήτηση ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα- παράγει μείζονα ανασφάλεια ότι θα εξυπηρετούσε τα ελληνικά συμφέροντα, για να μπορούσε τέτοια διαμεσολάβηση να γινόταν αποδεκτή από οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση.

Διαμεσολάβηση για τέτοια θέματα με καλούμενη τη μία πλευρά να παραχωρήσει αναφαίρετα δικαιώματά της, δεν είναι διαπραγμάτευση αλλά διαβούλευση για να διαφανεί τελικά η έκταση της ήττας που θα αποδεχόταν να υποστεί η Ελλάδα, και σε καμιά περίπτωση δεν θα συνέβαλε στην αποτροπή της ελληνικής ήττας αυτής καθ΄αυτής!