16 Οκτ. 2022

ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: 5 μήνες μετά το συνέδριο

Η άγονη αξιωματική αντιπολίτευση

Oι εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ενώ οι εκλογές απέχουν πλέον σε απόσταση πολιτικής αναπνοής, είναι σαφές πως υποδηλώνουν ένα βασικό χαρακτηριστικό του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης: την αδυναμία του να κάνει το καίριο βήμα διαμόρφωσης μιας ουσιαστικής, βιώσιμης και πειστικής εναλλακτικής πρότασης για τη χώρα, ώστε να ακολουθήσει ως φυσική συνέπεια η κυβερνητική προοπτική του με την αναλογούσα λαϊκή δυναμική και στην κάλπη.

Τα πρόβλημα δεν είναι δημοσκοπικό, αλλά καθαρά πολιτικό! Και αφορά ευθέως στη δυστοκία από μεριάς του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να εκταμιεύσει ώριμα εκλογικά και ευρύτερα πολιτικά για την αποδοχή του κόμματος οφέλη, σε μια συγκυρία κατά την οποία η κυβερνώσα παράταξη διέρχεται μια σοβαρή και διάχυτη κρίση εμπιστοσύνης. Ήδη, το σκηνικό μιας κυβέρνησης που -ανεξάρτητα από το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής ισχύει στην επόμενη κάλπη- ακόμη και με ενισχυμένη αναλογική δεν θα μπορούσε να σχηματίσει κυβέρνηση, σύμφωνα και με τις πιο ευνοϊκές για την ίδια δημοσκοπήσεις, αποκαλύπτει το βάθος της κρίσης εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό ότι αυτή η κρίση εμπιστοσύνης για τη σημερινή κυβέρνηση, στο καθαρά πολιτικό επίπεδο αποτίμησης των πραγμάτων, δεν ισοσταθμίζεται πολιτικά από την αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να λειτουργήσει ως πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Η κρίση εμπιστοσύνης απέναντι σε μια κυβέρνηση συνιστά αυθύπαρκτο και ανεξάρτητο οποιασδήποτε άλλης πολιτικής πτυχής στοιχείο του σκηνικού στον δημόσιο βίο μας. Η ανυπαρξία πειστικής εναλλακτικής λύσης σε μια κυβέρνηση με χαμένη απέναντί της την εμπιστοσύνη των πολιτών είναι παράλογο και δημοκρατικά επικίνδυνο να άγει -όπως επιχειρεί να κάνει σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης- στο απολύτως πλασματικό συμπέρασμα ότι ένεκα τούτου θα ήταν ανεκτή η ανανέωση κυβερνητικής θητείας για τους πολιτικούς με έλλειμμα εμπιστοσύνης απέναντί τους.

Αντίθετα, η δημοκρατία για να είναι λειτουργική και να τεκμαίρεται ως συγκροτημένη με όρους θεσμικής αρτιότητας, προϋποθέτει κυβερνήσεις που απολαμβάνουν χωρίς αμφιβολία τη λαϊκή εμπιστοσύνη. Αλλιώς, οι διακομματικές αντιπαραθέσεις μεταβάλλονται σε τερτίπια κομματικών γραφειοκρατιών, για να υπηρετούνται μέσω εκλογικών συστημάτων ενισχυμένης αναλογικής φιλοδοξίες των εκατέρωθεν συστοιχειών παραταξιακής νομενκλατούρας.

Έτσι, το πρόβλημα πειστικής λειτουργίας της αξιωματικής αντιπολίτευσης ως δυνάμει εναλλακτικής πολιτικής λύσης για τη χώρα, περισσότερο ως -μια ακόμη- ένδειξη γενικευμένης έλλειψης εμπιστοσύνης απέναντι στο εγχώριο κομματικό σύστημα είναι δόκιμο να θεωρείται, παρά ως απόρριψη του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, δηλαδή ενός κόμματος και μόνο! Ταυτόχρονα, σε τέτοιες συνθήκες μεγαλώνουν και οι ευθύνες της αξιωματικής αντιπολίτευσης λόγω της αδυναμίας της να εσωματώσει τις υπαρκτές τάσεις ρευστοποίησης του κομματικού συστήματος και λόγω δυσαρέσκειας απέναντί του με οφελούμενη την ακροδεξιά.

Άλλωστε, αυτό το σημείο ελλείμματος εμπιστοσύνης απέναντι στα κόμματα επιχειρεί να θεραπεύσει η απλή αναλογική, ως το εκλογικό σύστημα αντιπαράστασης στις μονοκομματικές κυβερνήσεις που εκλέγονται με εκλογικά συστήματα ενισχυμένης αναλογικής, αλλοιώνοντας μέσα στη Βουλή την πιστή αντανάκλαση των πολιτικών συσχετισμών δύναμης που υπάρχουν μέσα στην κοινωνία. Κι αυτό θα πρέπει να θεωρείται (και είναι) σοβαρότατο αίτιο του προβλήματος έλλειψης εμπιστοσύνης των πολιτών απέναντι στα κόμματα. Αντίθετα, με την απλή αναλογική ευνοούνται συναινέσεις σε αδρές γραμμές προγραμματικών δεσμεύσεων (και άρα σε τελευταία ανάλυση διευκολύνεται η κυβερνησιμότητα για μια δημοκρατικά νομιμοποιημένη πορεία της χώρας, θετική για το μέλλον των πολιτών της) και αποκρούονται οι πρακτικές του μοναδικού και συγκεντρωτικού κυβερνητισμού, ως τελείως ξεπερασμένου συστήματος διακυβέρνησης στην εποχή μας. Άλλωστε, ο συγκεντρωτισμός στις λήψεις των αποφάσεων σ’ ολόκληρη τη δύση αποτελεί βασικό αίτιο της γενικευμένης πολυεπίπεδης και μακράς κρίσης του σημερινού «τερατικού καπιταλισμού», ως καταστροφικού μίγματος κεϊνσιανισμού και νεοφιλελευθερισμού.

Όλα αυτά τα κρίσιμα ζητήματα φαίνεται σαν να συγκαταλέγονται στα αζήτητα των ενδιαφερόντων της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αντ’ αυτών, και στον αντίποδα των ελπίδων που είχε γεννήσει η ανοιχτή συνεδριακή διαδικασία στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ πριν μισό χρόνο, κυριαρχεί αυτό ακριβώς που θα έπρεπε να απουσιάζει από την ταυτότητα του κόμματος: εσωκομματική διαμάχη φατριών, που αποστεώνουν τη γνήσια πολιτική διαδικασία μετατρέποντας την σε στυγνή γραφειοκρατία, αλλά και ανούσιες αντιπαραθέσεις του Τσίπρα με κάθε λογής κομματικές βαρονίες, για ζητήματα που ελαχιστα αφορούν στα ενδιαφέροντα και τις ανάγκες των πιεζόμενων από την κρίση πολιτών που στενάζουν κάτω από την διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Είναι το σημείο εδώ ακριβώς που πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η μετασυνεδριακή γραμματεία της κυρίας Ράνιας Σβίγκου, ως επιλογή Τσίπρα για να λειτουργήσει το κόμμα μετά το συνέδριό του και μέχρι τις επόμενες εκλογές, έχει αποτύχει παταγωδώς! Κι αυτό δεν αφορά στην κυρία Σβίγκου ως πρόσωπο, αλλά στην απόφαση επιλογής κομματικού στελέχους με κύριο στοιχείο ως προς τις προδιαγραφές του προσώπου του την εξισορροπητική στάση απέναντι στις κομματικές φράξιες (δηλαδή, σε τελευταία ανάλυση στην πολιτική νομιμοποίηση αυτών των ίδιων των φραξιών, παρ’ ό,τι η εντολή του συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ήταν η καταδίκη τους). Άρα, η σημερινή εικόνα του κόμματος αποδίδεται ως ευθύνη προσωπικά και απολύτως στον Αλεξη Τσίπρα! Ο ίδιος ο Τσίπρας, επομένως, οφείλει να λάβει άμεσα μέτρα θεραπείας των προβλημάτων που δημιούργησαν στο κόμμα οι μετασυνεδριακές επιλογές του.

Διότι σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αντί να τεθεί σε κίνηση απεμπλοκής από το γραφειοκρατικό παρελθόν του ως πρώην κόμμα της παραδοσιακής αριστεράς, έχει εμπλακεί στην εσωκομματικη αφασία των ενδοπαραταξιακών ισορροπιών, όταν η χώρα και οι πολίτες διψούν για ανατροπές. Επομένως, η διορθωτική παρέμβαση Τσίπρα είναι αναγκαία! Όχι μόνο για το ίδιο το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά και για την αναβάθμιση συνολικά του δημόσιου βίου μας.

Κατόπιν αυτών, ένα βασικό συμπέρασμα: Μη γελιόμαστε! Το 32% είναι το ποσοστό αφετηρίας του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ για τις επόμενες εκλογές και όχι το ποσοστό-στόχος!

Φυσικά, ένα ελαφρυντικό για την πολιτικά άγονη πορεία του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης μετασυνεδρικά είναι η χαλάρωση της θερινής ανάπαυλας. Κι αυτό θα ίσχυε απολύτως, αν δεν είχαν λάβει χώρα κατά την περίοδο αυτή το ξέσπασμα της βαθύτατης ενεργειακής κρίσης και το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων πολιτικών και δημοσιογράφων από κρατικές υπηρεσίες υπό τον άμεσο έλεγχο του Κυριάκο Μητσοτάκη. Όμως, αυτά συνέβησαν και ήδη εξελίσσονται ως γεγονότα, με την αξιωματική αντιπολίτευση σε τόσο κρίσιμα θέματα να ασκεί την αντιπολίτευση των «ανακοινώσεων από τους κομματικούς τομεάρχες».

Διερωτώμαι, κανένας στον ΣΥΡΙΖΑ:-ΠΣ δεν κατανοεί πόσο άγονη και απογοητευτική είναι αυτή η αντιπολίτευση, όταν οι πολίτες υποφέρουν και είναι έκδηλη η πολιτική ανάγκη να οδηγηθεί η χώρα σε απαγκίστρωση από τον νεο-μητσοτακισμό και σε μια μεταμνημονιακή πορεία ανόδου και ανάνηψης από την τελευταία ολέθρια τριετία;