13 Νοε. 2022

Η πολιτική βάση των επιπτώσεων από τις υποκλοπές

Γιατί εγκαταλείπουν

τον Κυριάκο Μητσοτάκη

οι «φίλοι» του

Σε πρόσφατη μακρά τηλεφωνική επικοινωνία μου με στενό φίλο (από τους πάλαι ποτέ «αριστερούς», που στον Κυριάκο Μητσοτάκη «είδαν το φως κι ανέβηκαν»), μου ετέθη το ερώτημα για ποιό λόγο άραγε κύκλοι συμφερόντων (πολιτικοί, οικονομικοί, μιντιακοί και επιχειρηματικοί κ.λπ.) εγκαταλείπουν τον πρωθυπουργό, που μοιάζει να χάνει το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του ολοένα και περισσότερο.  ...Α, έχει σημασία να σας πω ότι η συζήτηση αυτή δεν έγινε τώρα που οι αποκαλύψεις για το μέγα δημοκρατικό σκάνδαλο των παρακολουθήσεων πολιτικών και δημοσιογράφων αποκτούν μορφή χιονοστιβάδας που απειλεί να οδηγήσει σε άτακτη αποχώρηση του Κυριάκου Μητσοτάκη από το προσκήνιο. Ήταν μια συζήτηση που έγινε στις αρχές Αυγούστου, τις πρώτες δηλαδή μέρες που είχε αποκαλυφθεί ότι η ΕΥΠ υπό την άμεση, απόλυτη και αποκλειστική εποπτεία του Κυριάκου Μητσοτάκη είχε προχωρήσει ανερυθρίαστα σε «επισυνδέσεις» (τί γελοίος όρος!) για «λόγους εθνικής ασφάλειας», που ακόμη και σήμερα, 3 μήνες αργότερα, παραμένει αναπάντητο από την κυβέρνηση σε τί συνίσταται ακριβώς η απειλή για την «εθνική ασφάλεια»! Δηλαδή, μόλις ξεκίναγε τότε αυτή η ιστορία και γνωρίζαμε ελάχιστα πράγματα γι’ αυτή. 

Φυσικά, περιττό να σας μεταφέρω την αγωνία του συνομιλητή μου για την υπόθεση! Έχει μάλιστα ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι απ’ αυτή την αγωνία αναδυόταν η εικόνα εκείνη των ανθρώπων που κάποια στιγμή όταν οι όποιες βεβαιότητές τους καταρρέουν γύρω τους, βυθίζονται και οι ίδιοι σε μια δίνη ανασφάλειας. Ακριβώς δηλαδή η εικόνα «συστημάτων» οιασδήποτε μορφής και φύσης, την ώρα που συνθλίβονται από την ίδια την εξέλιξη των πραγμάτων και επειδή απλά η «μπογιά» τους πια πάλιωσε και δεν περνάει, ούτε αρέσει σε κανένα. Ο συνομιλητής μου, που επειδή γνώριζε τις απόψεις μου για τον Κυριάκο Μητσοτάκη απέφευγε για πολύ καιρό να επικοινωνήσει μαζί μου, είχε σπεύσει, λοιπόν, να επαναλάβει τις επαφές μας, ξεκινώντας από τη μεταφορά σε μένα της ανησυχίας του για την τύχη του σημερινού πρωθυπουργού, ρωτώντας με για τις εκτιμήσεις μου και «ψαρεύοντας» τις όποιες πληροφορίες (τις ελάχιστες) που κι εγώ είχα.

Ομολογώ ότι η εικόνα ενός ανθρώπου, που μέχρι πριν λίγα χρόνια ήταν αδέσμευτος απέναντι σε οποιαδήποτε πολιτική δουλεία, να έχει μεταβληθεί σε απολύτως πολιτικά εξαρτώμενο πρόσωπο από έναν πολιτικό κύκλο τουλάχιστον αμφιλεγόμενων συμφερόντων, ήταν θλιβερή και μου προξένησε μεγάλη λύπη, αν και τα πολλά χρόνια εμπειρίας μου για τα τεκταινόμενα στον δημόσιο βίο μας μου είχαν καταστήσει σαφέστατο εδώ και πολύ καιρό ότι αυτή ήταν η μοίρα και η τύχη που επιφυλασσόταν σε όποιον έδειχνε εμπιστοσύνη στο μητσοτακέικο.

Όπως και νά ‘ναι, με τα λίγα που και οι δύο γνωρίζαμε τότε για την υπόθεση των παρακολουθήσεων πολιτικών και δημοσιογράφων από κρατικά όργανα υπό την άμεση εποπτεία του Κυριάκου Μητσοτάκη, συμφωνήσαμε στην εκτίμηση ότι υπήρχαν κύκλοι που έχουν όψιμους λόγους να αντιπαρατίθενται στον Κυριάκο Μητσοτάκη και το σύστημα εξουσίας και συμφερόντων που ο ίδιος έχει συγκροτήσει γύρω από τον εαυτό του, με την ευκαιρία αποκάλυψης αυτού του μεγάλου δημοκρατικού σκανδάλου.

Κάτι τέτοιο υποτονθορύζουν εσχάτως και από το μέγαρο Μαξίμου, σε μια προσπάθεια να βρουν κάτι να πούνε για να προστατευτούν από το τσουνάμι αποκαλύψεων σχετικά με εξωθεσμικές και εχθρικές προς τους δημοκρατικούς θεσμούς αλλά και τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα πρακτικές παρακολούθησης πολιτικών και δημοσιογράφων, στις οποίες πολύ δύσκολα πια ο πρωθυπουργός μπορεί να πείσει οποιονδήποτε ότι είναι τελείως άσχετος μ’ αυτές.

Δηλαδή, πράγματι υπάρχουν συμφέροντα που έχουν ενεργοποιηθεί και στρέφονται κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αλλά -μην τρελλαθούμε κιόλας- αυτό δεν σημαίνει ότι ο σημερινός πρωθυπουργός είναι πάλλευκος πολιτικός από εμπλοκή του σε πολιτικές και πρακτικές όμοιες μ’ αυτές που οι ίδιος σήμερα χαρακτηρίζει ως «βούρκο» και καταγγέλει ως εχθρικές απέναντί του και αντίθετες με την πολιτική του.

Αντίθετα, εκείνος ήταν που εγκαινίασε με παιάνες πομπωδών ψεμάτων τη σύμπραξη με αυτό τον κύκλο συμφερόντων και σκοπιμότητων που περί αυτόν διέστρεψε τη δημοκρατική ομαλότητα από την πρώτη κιόλας στιγμή που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας το 2019, αλλά ακόμη και πριν απ’ αυτό, όταν αναρριχήθηκε με τις περίφημες 50.000 εσωκομματικές ψήφους χωρίς ονοματεπώνυμο στην ηγεσία της ΝΔ. Και σήμερα, με τη σήψη, με την εδραίωση της  μητσοτακικής διαφθοράς των ανακριβών «πόθεν έσχες», με την καταιγίδα των «γαλάζιων ακρίδων» που λυμαίνονται τα δημόσια ταμεία μέσω συμπεριφορών που ελάχιστα διαφοροποιούνται από κλασσσικές απάτες του κοινού ποινικού δικαίου και από  μαφιόζικες πρακτικές, αλλά, τέλος, και με την καθαρή δημοκρατική εκτροπή να παρακολουθούνται από κρατική υπηρεσία υπό την άμεση εποπτεία του ίδιου του Κυριάκου Μητσοτάκη πολιτικοί και δημοσιογράφοι, έχει εξαπλωθεί με ενδημικά χαρακτηριστικά η σαπίλα σ’ όλο τον δημόσιο βίο μας.

Ας σταματήσει λοιπόν αυτός ο προσβλητικός για τη νοημοσύνη των πολιτών τραγέλαφος ο Κυριάκος Μητσοτάκης «να το παίζει» αγαθός πολιτικός που οι κακοί θέλουν να καταστρέψουν! Όποιους σήμερα κατηγορεί ως εχθρούς του ο σημερινός πρωθυπουργός, είναι οι ίδιοι που μαζί του και με τις πλάτες του, αλλά και ο ίδιος με τις πλάτες εκείνων, χέρι-χέρι, έχτισαν τον κλοιό σήψης και βρωμιάς που πνίγει τη σημερινή Ελλάδα. Και το έκαναν, από κοινού, μαζί και σε πλήρη και αγαστή συνεργασία ανάμεσά τους, μόνο και μόνο για ωφεληθούν οι ίδιοι και να προωθήσουν τα κάθε λογής συμφέροντά τους.      

Επομένως, το δίλημμα σήμερα δεν θα μπορούσε να είναι από τη μία πλευρά να φύγει ο Κυριάκος Μητσοτάκης και από την άλλη να ηττηθούν εκείνοι που σήμερα τον αποσταθεροποιούν, αξιοποιώντας τις αποκαλύψεις από το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων πολιτικών και δημοσιογράφων από κρατικές υπηρεσίες. Οι ίδιοι, θυμίζω, που μέχρι πριν μερικές μόλις εβδομάδες εξυμνούσαν τον πρωθυπουργό ακόμη και για τις πιο σκοτεινές πράξεις του, όπως για παράδειγμα την υποστήριξη που αντικειμενικά προσέφερε το περιβάλλον του σε βιαστές ανηλίκων. Το δίλημμα δεν μπορεί να είναι αυτό που προσπαθεί έντρομος να θέσει στην κοινή γνώμη ο Κυριάκος Μητσοτάκης, για να την εξαπατήσει για μια φορά ακόμη.

Τουναντίον, το δίλημμα είναι, από τη μία, αν θα απομείνει κανένας απ’ αυτούς, και από την άλλη το αν θα φύγουν και θα αποσυρθούν οριστικά όλοι αυτοί μαζί, που ως σήμερα συμπορεύονταν κατακλέβοντας και καταστρέφοντας την Ελλάδα και σήμερα «τα χαλάσανε», αλληλοϋβριζόμενοι και αλληλοσυγκρουόμενοι και διαχέοντας τη βρωμιά και την παρακμή προς κάθε κατεύθυνση. Το δίλημμα, λοιπόν, σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι ποιός βούρκος θα επικρατήσει, αλλά το να ηττηθεί οριστικά και αμετάκλητα ο βούρκος αυτός καθ’ αυτός.   

Όμως, μ’ όλ’ αυτά, μένει ένα ερώτημα αναπάντητο: Γιατί «τα χαλάσανε» με τον ως πριν λίγο εκλεκτό τους αυτοί οι κύκλοι συμφερόντων;

Στο ερώτημα δεν χωράνε παρά μόνο δύο ενδεχόμενα-απαντήσεις:

1. Διότι δεν παίρνουνε πια τις δουλειές που θα θέλανε και περιμένανε να πάρουνε διά χειρός Κυριάκου Μητσοτάκη, και                            

2. Διότι δεν επιθυμούν και δεν μπορούν άλλο οι ίδιοι κύκλοι ετερόκλιτων συμφερόντων να συνεχίσουν να επενδύουν σ’ έναν από πάσης πλευράς αφερέγγυο και ασταθή πρωθυπουργό, για να μπορούνε να συνεχίσουν να κάνουν «τις δουλειές τους».

Δεν μπορώ να ξέρω τί από τα δύο ισχύει -αν και υποπτεύομαι ότι τελικά η απάντηση είναι συνδυασμός και των δύο.

Έτσι κι αλλοιώς, όμως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν κάνει πια «για τη δουλειά»! Πρέπει να αντικατασταθεί και στη θέση του να έρθει κάποιος που θα μπορούσε να κάνει τα ίδια, αλλά με πιο αξιόπιστο πρόσωπο. Κι αυτό είναι επιστροφή στο πλαστό δίλημμα που προανέφερα: Ποιός βούρκος τελικά θα επικρατήσει;

Μόνο οι πολίτες με τη στάση τους μπορούν να αποτρέψουν τη περαιτέρω βύθιση της χώρας σ’ αυτό τον ανταγωνισμό μεταξύ βούρκων. Στο κάτω-κάτω εκεί κρίνεται και το μέγα δημοκρατικό στοίχημα που θέτουν επί τάπητος οι ραγδαίες εξελίξεις.