Μολυβάκι

6 Νοε. 2019

Περί κανονικότητας και δημοκρατίας 

"...κανονικότητα δεν είναι μια ουδέτερη πολιτικά κατάσταση, εύπλαστη στις διαθέσεις μιας εξουσίας, της οποιασδήποτε (πολλώ μάλλον ενός μπλοκ εξουσίας με ευκρινή πλέον συντεταγμένα συμφέροντα που υπηρετεί πιστά η παρούσα διακυβέρνηση)! Κανονικότητα είναι η δημοκρατία και ο απόλυτος σεβασμός της.

Αλλ’ ούτε νοικοκύρης είναι ένας πολιτικά ουδέτερος πολίτης, εκείνος ο «καλός άνθρωπος» που εκδιώκει με βίαιες πράξεις πρόσφυγες από ξενοδοχεία στην περιοχή του, για να μην απειληθεί το «νοικοκυριό» του!..."

(Για να διαβάσετε όλη την ανάλυση κλικάρετε εδώ: http://www.molyvi.com/442463722/6837215/posting/%CE%BF%CE%B9-%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CF%8D%CF%81%CE%B7%CE%B4%CE%B5%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CE%BB%CE%AE%CF%84%CE%B5%CF%82)

 

 

 

3 Νοε. 2019

Τί ενώνει τους διαδηλωτές στη Χιλή

με τους εξεγερμένους στον Λίβανο; 

Η διεθνής ειδησεογραφία αντιμετωπίζει με ανακλαστικά ρουτίνας τις εξεγέρσεις σε διαφορές περιοχές του πλανήτη. Η συμβατική αναμετάδοσή τους έχει αρχίσει να διαπερνά και την αναφορά στους μεγάλους αριθμούς των θυμάτων, φαινομενικά αναντίστοιχα μεγάλους για συνήθεις περιπτώσεις διαδηλώσεων διαμαρτυρίας κατά κυβερνήσεων.

Υπάρχει άραγε κάποια συνεκτική γραμμή μεταξύ αυτών των διαδηλώσεων και των εξεγέρσεων; Κι αν ναι, ποιά είναι αυτή;

Τις ημέρες της εξέγερσης του Πολυτεχνείου -η επέτειος  σε δύο εβδομάδες από σήμερα- το 1973, δηλαδή πριν από 46 χρόνια, ήμουν 18 χρονών και είχα μόλις τελειώσει το εξατάξιο γυμνάσιο στο Βαρβάκειο. Εκτός από τα ίδια τα γεγονότα θυμάμαι πολύ καλά ένα στοιχείο που τότε κουβεντιαζόταν πολύ ανάμεσά μας: Την επιτυχημένη φοιτητική εξέγερση στη μακρινή Ταϊλάνδη, όπου πριν από έναν μήνα είχε ανατραπεί αναίμακτα η δικτατορία, η οποία από το 1932 κυβερνούσε την ασιατική χώρα.

Υπήρχαν αναλογίες; Νομίζω ναι! Στα γεγονότα της Ταϊλάνδης, τον Οκτώβριο του 1973, εκτός από τους φοιτητές που απαιτούσαν δημοκρατικό σύνταγμα, συμμετείχαν χιλιάδες εργάτες, που ερχόντουσαν από ένα μεγάλο απεργιακό κύμα που είχε προηγηθεί. Κάτι που θυμίζει πολύ τις μέρες της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. (Λίγο πριν την εξέγερση και την κατάληψη του Πολυτεχνείου, μεγάλες απεργίες και διαδηλώσεις είχαν γίνει στα Μέγαρα -κατά της απαλλοτρίωσης έκτασης για να γίνει διυλιστήριο- και στην Αθήνα από απεργούς της ΔΕΗ και των εμποροϋπαλλήλων). 

Εκείνο, όμως, που μέτραγε πολύ για μας τότε, νομίζω πως δεν ήταν μόνον η επιτυχία της ταϊλανδέζικης φοιτητικής εξέγερσης, αλλά μια φράση που περίπου με πανομοιότυπη διατύπωση περνούσε από χείλη σε χείλη ανάμεσά μας: «Οι Ταϊλανδέζοι φοιτητές άοπλοι διαδήλωναν στις πλατείες της πόλης, με τους στρατιώτες  να κατεβάζουν τα τουφέκια τους…». Σύμφωνα με την ίδια αφήγηση, ούτε μια σφαίρα δεν έπεσε και οι δικτάτορες κατέρρευσαν σαν χάρτινος πύργος.

Σήμερα που πέρασαν τα χρόνια και ξαναβλέπω τα γεγονότα με την ευτυχία της σοφίας, την οποία χαρίζει η απόσταση χρόνου, αντιλαμβάνομαι ότι η ελπίδα ότι η χούντα θα έφευγε αναίμακτα εκφραζόταν, εκούσα-άκουσα, μέσα από τις αναλογίες εκείνες μεταξύ Ελλάδας και Ταϊλάνδης -κάτι που τότε δε καταλάβαινα. (Και ασφαλώς η φωνή του φίλου Μήτσου Παπαχρήστου, που τότε διαπερνούσε από τον παράνομο ραδιοφωνικό σταθμό την Αθήνα, «…αδέλφια μας στρατιώτες, αδέλφια μας στρατιώτες, δεν θα σηκώσετε χέρι εναντίον μας…», επιβεβαιώνει συγκλονιστικά τί πίστευαν οι Έλληνες φοιτητές, που φυσικά δεν εισακούστηκαν, με συνέχεια τους νεκρούς των γεγονότων).  

Όπως ανέφερε το BBC σε μια πρόσφατη αναφορά του, στις «συμπίπτουσες» σημερινές  εξεγέρσεις, παρά τις διαφορετικές στοχεύσεις και τους επιμέρους στόχους τους, υπάρχουν κάποιες κοινές θεματικές που διαπερνούν τις κινητοποιήσεις, όπως ο θυμός για τις ανισότητες, οι αιτιάσεις για κυβερνητική διαφθορά, η ανάγκη δράσης για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής καθώς και αιτήματα που αφορούν στις πολιτικές ελευθερίες. Παρ’ ό,τι απέχουν χιλιάδες μίλια μεταξύ τους, οι διαδηλωτές ξεκίνησαν τις κινητοποιήσεις τους για παρόμοιους λόγους, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις πήραν έμπνευση ο ένας από τον άλλο αναφορικά με το πώς να οργανώσουν και να προωθήσουν τους στόχους τους.

- Στον Ισημερινό, οι διαδηλώσεις ξέσπασαν όταν η κυβέρνηση κατήργησε τις επιδοτήσεις των καυσίμων στο πλαίσιο ενός πακέτου οικονομικών μεταρρυθμίσεων σε αντάλλαγμα για τη χορήγηση ενός δανείου ύψους 4,2 δισεκ. δολαρίων από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

- Μια αύξηση στις τιμές των εισιτηρίων Μέσων Μαζικής Μεταφοράς αποτέλεσε την σπίθα που οδήγησε στις διαδηλώσεις της Χιλής.

- Στον Λίβανο οι διαδηλωτές υποστηρίζουν ότι ενώ υποφέρουν λόγω της οικονομικής κρίσης, οι ηγέτες της χώρας χρησιμοποιούν τα πολιτικά τους αξιώματα για να πλουτίσουν.

- Οι διαδηλώσεις στον Χονγκ-Κονγκ ξεκίνησαν με αφορμή ένα νομοσχέδιο που θα επέτρεπε την έκδοση υπόπτων στην Κίνα, υπό ορισμένες προϋποθέσεις.

- Στη Βαρκελώνη οι εξεγερμένοι εξέφρασαν το θυμό τους για την φυλάκιση των Καταλανών ηγετών υπέρ της ανεξαρτησίας.

- Μεγάλες διαδηλώσεις πραγματοποιούνται από νέους σ’ όλον τον κόσμο με βασικό αίτημα την αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής.

- Στη Γερμανία και την Ολλανδία χιλιάδες αγρότες κλείνουν τους δρόμους με τα τρακτέρ τους, διαμαρτυρόμενοι για ευρωπαϊκές αποφάσεις που πλήττουν τα εισοδήματά τους. 

- Στο Ιράκ εκατοντάδες νεκροί διαδηλωτές, με τη Διεθνή Αμνηστία να αποκαλύπτει ότι μια νέα γενιά δακρυγόνων, που κατασκευάζονται στη Σερβία και τη Βουλγαρία συνθλίβουν τα κρανία των εξεγερμένων.

- Στη Γαλλία σκληρός αυταρχισμός από μια πολιτικά φιλελεύθερη κυβέρνηση κατά των «κίτρινων γιλέκων» για 53 συνεχόμενες εβδομάδες.

- Στις ΗΠΑ, τα μέλη του συνδικάτου εργαζομένων στην αυτοκινητοβιομηχανία πραγματοποιούν απεργία εδώ και 50 μέρες, στη μεγαλύτερη εργατική κινητοποίηση από το 1982, και πριν λίγες μέρες απέρριψαν πρόταση συμβιβασμού που τους έγινε από τη GM. 

- Στην Αιθιοπία, την Αϊτή, την Ινδονησία, το Περού και πολλές άλλες χώρες, το εξεγερτικό φαινόμενο και με διαφορετικά αίτια προκαλεί μεγάλες διαδηλώσεις.

Πέραν της διαφορετικότητας των κινήτρων που αφορούν σε κάθε περίπτωση, το ερώτημα για όλ’ αυτά είναι εάν υπάρχει κάτι βαθύτερο που συνέχει τις εξεγέρσεις, πέραν της αντίδρασης σε πολιτικά, εισοδηματικά και δημοκρατικά μέτρα κυβερνήσεων, με τα οποία θίγονται δικαιώματα.

Τη δεκαετία του 1970, όπως είπα, διακρινόταν ένα κοινό στοιχείο που απομυθοποιούσε την εκδοχή του τυχαίου σ’ εκείνες τις εξεγέρσεις: Η αντίδραση σ’ ένα μοντέλο διακυβέρνησης αυταρχικού-στρατιωτικού τύπου, που είχε επιβληθεί σε πολλές χώρες του κόσμου, αναμφίβολα σαν ένα διεθνώς κοινό μέτρο εφαρμοσμένης  πρακτικής για την ανάσχεση των ριζοσπαστισμών, οι οποίοι εκδηλώνονταν τότε στις χώρες αυτές. 

Φυσικά, επειδή η ιστορία ποτέ δεν κυλάει ευθύγραμμα, όπως αφελώς διατείνονται εδώ και περισσότερο από μια εικοσαετία πολλοί θεωρητικοί των σημερινών κυρίαρχων «συστημάτων», τότε, τη δεκαετία του 1970, άλλες μάχες για τη δημοκρατία και την πολιτική ελευθερία κερδήθηκαν και άλλες χάθηκαν. Η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία κέρδισαν οριστικά τη μάχη της δημοκρατίας. Ένα έτος πριν την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα, και δύο μετά, στη Χιλή και την Αργεντινή, αντίστοιχα, επιβλήθηκαν καινούριες σκληρές δικτατορίες. Στη Βραζιλία η στρατιωτική δικτατορία άντεξε πολλά χρόνια ακόμη και κατέρρευσε μόλις το 1988. Η μεγάλη λαϊκή επανάσταση του 1979 για τη δημοκρατία στον Ιράν, εξετράπη εν τη ρύμη του χρόνου σε μια θρησκευτική δικτατορία. Στην ίδια την Ταϊλάνδη, μετά από 3 χρόνια δημοκρατίας, το 1976, τα όπλα των στρατιωτών που είχαν σιγήσει το 1973, εκπυρσοκρότησαν κατά των φοιτητών και των εργατών, επαναφέροντας με αδιανόητη βία τη στρατιωτική δικτατορία στη χώρα. Και στην ιστορία από το 1976 και έκτοτε έχει μείνει η εικόνα του απαγχονισμένου Ταϊλανδού φοιτητή, που το άψυχο σώμα του χτυπά με λύσσα ο όχλος.     

Σήμερα, ποιό είναι -αν υφίσταται- το ενοποιό στοιχείο των εξεγέρσεων;

Έχω  την εντύπωση ότι δεν είναι άλλο από τη διάχυτη αίσθηση σ’ όλον τον πλανήτη ότι η κυρίαρχη διεθνώς αντίληψη περί της «πολιτικής ομαλότητας», της «δημοκρατικής κανονικότητας», της «οικονομικής ανάπτυξης», της περιβαλλοντικής ισορροπίας και του ισχύοντος καταναλωτικού μοντέλου, όπως εφαρμόζονται σχεδόν με πανομοιότυπο τρόπο στο συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της υφηλίου από τη νικήτρια δύση, έχει καταρρεύσει. Η «πολιτική ομαλότητα» περιλαμβάνει στους κόλπους της ανεπίτρεπτα υψηλά επίπεδα διαφθοράς. Η «δημοκρατική κανονικότητα» αφορά σε διαχειριστές της, που λίγο φαίνεται να κατανοούν το περιεχόμενο και τη σημασία των ατομικών δικαιωμάτων. Η «οικονομική ανάπτυξη» τείνει να καταστεί ένα ζητούμενο επιτεύξιμο μόνον υπό όρους διεύρυνσης των εισοδηματικών χασμάτων. Η αντιλαμβανόμενη ως δέουσα περιβαλλοντική «ισορροπία» αδυνατεί να καταγράψει τον απολύτως δραματικό χαρακτήρα της αγωνίας για την Κλιματική Αλλαγή.  Τέλος, το καταναλωτικό μοντέλο ολοένα και περισσότερο λειτουργεί απαξιώνοντας πολιτισμικά την καίρια έννοια της «ανάγκης», προάγοντας τελείως ευνοιοκρατικά την εμπορική και μόνο έννοια της «χρήσης».

Στις χώρες που εξεγείρονται, δηλαδή, οι αφορμές της έκρηξης μπορεί φαινομενικά να είναι τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, αλλά συνδέονται στενά στο σημείο ότι δεν είναι τα αιτήματα της κάθε μιας η υποδόρια κινητήρια δύναμη της αλλά μόνον η αφορμή τους. Την ίδια στιγμή απ’ όλες αναδύεται η ακαθόριστη αντίδραση σε μια βασανιστική γενικότητα που κυριαρχεί παντού και για την οποία σ’ όλες τις εξεγέρσεις τίθεται το ερώτημα της ανατροπής της.

Όμως, εκείνο το σημείο που συνέχει περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο τις σημερινές εξεγέρσεις δεν είναι καν το αιτηματικό τους φορτίο, είτε η αφορμή είτε το βάθος τους. Έχω την πεποίθηση ότι το κοινό μέσο εκφοράς του λόγου αυτών των εξεγέρσεων, τόσο για την ενεργοποίηση των εξεγειρόμενων όσο και για τη διακίνηση των ιδεών και των κινήτρων τους, σε όλες τις περιπτώσεις με παγκόσμια εμβέλεια, είναι που μετατρέπει σήμερα την όλη υπόθεση σε εξέλιξη κινήματος πλανητικού βάθους.

Δεν είναι πια τα ελεγχόμενα -άρα και συνένοχα, ως μέρος της αμφισβητούμενης συστημικής  παγκοσμιότητας- μέσα ενημέρωσης που «κάνουν το παιγνίδι», αλλά ο κάθε ένας από τους διαδηλωτές, που προσδίδει όλη αυτήν τη μη επιδεχόμενη αμφισβήτηση εγκυρότητα της αλήθειας των εξεγέρσεων!

Δεν ξέρω αν η παγκοσμιοποίηση είναι κάτι καλό ή κάτι κακό, διίστανται οι απόψεις, ξέρω όμως ότι εκείνη είναι που έφερε στα μέτρα του εφικτού την παγκοσμιότητα του ανατρεπτικού αιτήματος, το οποίο ως την εποχή μας μόνο οι θεωρητικοί του επιστημονικού σοσιαλισμού υπόσχονταν, πάντα αδικαίωτοι από την ιστορία! 

 

 

 

30 Οκτ. 2019

Τί συμβαίνει με το μακεδονικό; 

Τις τελευταίες εβδομάδες η αναμφίβολα θετική και διεθνώς παραδεδεγμένη ως σταθεροποιητική για τα Βαλκάνια πορεία ρύθμισης του μακεδονικού έχει ανακοπεί. Η ανακοπή αυτή δεν σημαίνει, βεβαίως, πως ό,τι με τόσο κόπο έχει επιτευχθεί ως τώρα, αυτομάτως αίρεται. Το κρίσιμο στοιχείο της συμφωνίας των Πρεσπών σε ό,τι αφορά τη συντεταγμένη κίνηση προς επίλυση της διαφοράς αυτής εξ αρχής ήταν ότι όλα για την εφαρμογή της εκκινούσαν από τη συνταγματική αναθεώρηση στη γειτονική χώρα και τον ονοματολογικό αυτοπροσδιορισμό της ως «Βόρειας Μακεδονίας». Αναθεώρηση, που έλαβε χώρα κανονικά, ολοκληρώθηκε πλήρως και για την αλλαγή του ονόματος ενημερώθηκε διπλωματικά και αρμοδίως η διεθνής κοινότητα από την ίδια τη Β. Μακεδονία.

Αυτό, μόνο με ισόκυρη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης στη γειτονική χώρα αλλάζει. Δηλαδή, το πιο σημαντικό βήμα για το erga omnes έχει διανυθεί. Και τέτοια πρόθεση νέας συνταγματικής αναθεώρησης από καμιά πλευρά -ακόμη και από τους φανατικότερους πολέμιους της συμφωνίας στο εσωτερικό της Β. Μακεδονίας- δεν έχει ακουστεί.  

Επομένως, η ανακοπή της πορείας εφαρμογής της συμφωνίας των Πρεσπών λόγω απόρριψης της ενταξιακής προοπτικής της γειτονικής χώρας στην ΕΕ, δεν μπορεί να ανατρέπει την ίδια τη συμφωνία και την υποχρέωση των μερών που την συνομολόγησαν να την εφαρμόσουν. Μάλιστα, η αντίδραση της ΕΕ σε αναφορές Ζάεφ ότι «παγώνει» την εφαρμογή της συμφωνίας επειδή απερρίφθη η έναρξη της ενταξιακής πορείας της Β. Μακεδονίας, ήδη αποσαφηνίζει τα πράγματα και ως προς αυτό: Η ΕΕ ξεκαθάρισε προς τον κ. Ζάεφ ότι η τήρηση της συμφωνίας συνιστά δέσμευση, όρο και προϋπόθεση της ένταξης, επιβεβαιώνοντας πανηγυρικά ότι το erga omnes δεν τίθεται μετά τη συνταγματική αναθεώρηση στη γειτονική χώρα και τον ονοματολογικό αυτοπροσδιορισμό της ως «Βόρειας Μακεδονίας» υπό επαναδιαπραγμάτευση, και αυτό το σημείο δεν αλλάζει επειδή απορρίφτηκε η έναρξη της ενταξιακής διαδικασίας. Πρόκειται για καίρια επιβεβαίωση του erga omnes, με την οποία επισημαίνεται ρητά πως ό,τι έχει γίνει ως σήμερα για την εφαρμογή τη συμφωνίας των Πρεσπών επ’ ουδενί λόγω καταπίπτει. 

Θα ρωτούσε κανένας: Και το ΝΑΤΟ; Εκεί, όπου η ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας έχει ήδη αποφασιστεί, δεν θα μπορούσαν τα Σκόπια να αθετήσουν το erga omnes; Νομίζω το αντίθετο συμβαίνει! Η τελική επικύρωση ένταξης της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ θα έρθει ακριβώς να επικυρώσει την απόλυτη ισχύ του egra omnes, ως απαράβατου όρου και προϋπόθεσης τεθειμένης από τη συμφωνία των Πρεσπών αλλά και ως άκαμπτης υποχρέωσης της ίδιας Β. Μακεδονίας να τηρεί τους όρους της έναντι της διεθνούς κοινότητας. Η ολοκλήρωση ένταξης της γείτονος στο ΝΑΤΟ (ανεξαρτήτως άλλων ενστάσεων που θα μπορούσε κανένας να έχει για την ξεπερασμένη δυτική συμμαχία των διαφωνούντων μερών της) έρχεται να προάγει τη δρομολογημένη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς (και όχι να την διαιωνίσει), εμπεδώνοντας το erga omnes προς όφελος της Ελλάδας (που το ζήτησε, το διεκδίκησε και το έλαβε με τη συμφωνία των Πρεσπών). 

Η Β. Μακεδονία, δηλαδή, με το όνομα αυτό θα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και οποιαδήποτε τυχόν αλλαγή του σημείου αυτού από μεριάς των Σκοπίων αίρει και τις ενταξιακές συνέπειες-απόρροια της συμφωνίας των Πρεσπών. Ακόμη και στο απολύτως ακραίο σενάριο ότι η γειτονική χώρα θα έπαιρνε πρώτα την ένταξη (στο ΝΑΤΟ ή την ΕΕ), και μετά κακοπίστως με νέα διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης θα άλλαζε ξανά ονομασία (σενάριο που διακινούν εντέχνως φιλοκυβερνητικοί κύκλοι και ακροδεξιές δυνάμεις και μεταξύ των κυβερνώντων), δεν θίγει ουδ’ επ’ ελάχιστο το erga omnes ως άκαμπτη υποχρέωση των βόρειων γειτόνων μας. Έτσι, εάν αυτό το ακραίο σενάριο τυχόν επιβεβαιωνόταν, η αναθεωρημένη ονομασία δεν θα ήταν erga omnes και η Β. Μακεδονία θα επέστρεφε στην προ της συμφωνίας των Πρεσπών κατάσταση, έχοντας απολέσει την ως την υπογραφή της συμφωνίας αναγνώρισή της από εκατοντάδες χώρες. (Κι όλ’ αυτά πέραν του δυσθεώρητου κόστους διεθνούς αναξιοπιστίας που θα συνεπαγόταν για τους βόρειους γείτονές μας τέτοια υπαναχώρηση και των χρονοβόρων εμπλοκών σε εκκαθαρίσεις εκκρεμοτήτων από διεθνή δικαστήρια, που θα καταδίκαζαν μια γενιά πολιτών της σε διεθνή απομόνωση). Αλλά η χώρα αυτή θα ονομαζόταν ξανά Μακεδονία σκέτο!

Μ’ άλλα λόγια, εκτός της μικρής βαλκανικής χώρας προς Βορρά, μόνη που θα είχε να χάσει από την αμφισβήτηση της απόλυτης και άκαμπτης ισχύος του erga omnes που επιβάλλει η συμφωνία των Πρεσπών, θα ήταν η Ελλάδα!

Γι’ αυτό ακριβώς και προβληματίζει ιδιαίτερα η αναφορά επίσημων εκπροσώπων της Ελλάδας -του ίδιου του υπουργού Εξωτερικών, Νίκου Δένδια, εν προκειμένω- περί της σχετικής ισχύος του erga omnes, όπως τούτο επιβάλλεται από τη συμφωνία των Πρεσπών.

Η αμφισβήτηση αυτή από την ελληνική πλευρά, εκτός από πλήρως ατεκμηρίωτη, είναι και βλαπτική για τα συμφέροντα της Ελλάδας. Και, εν πάση περιπτώσει, εφ’ όσον ο υπουργός Εξωτερικών επέλεξε μια δημόσια αναφορά που δεν προάγει τα ελληνικά συμφέροντα, το λιγότερο που όφειλε να κάνει ήταν να εξηγήσει με σαφήνεια, με ποιά θεμελίωση, από πού και γιατί συνάγει ως εκφραστής της χώρας μας στο παγκόσμιο σκηνικό ότι τεκμαίρεται περιοριστική ισχύς του erga omnes από τη συμφωνία των Πρεσπών, και όχι να γενικολογεί!

Δηλαδή, αν τυχόν η σημερινή ελληνική κυβέρνηση εκαλείτο σε διεθνές δικαστήριο να εκπροσωπήσει τη χώρα σε υπόθεση σχετική με τη συμφωνία των Πρεσπών, θα υπερασπιζόταν τα συμφέροντα της Ελλάδας εάν και μόνο εάν υπεραμυνόταν μέχρις εσχάτων της θέσης ότι το erga omnes ισχύει απολύτως και χωρίς καμιά εξαίρεση. Αντίθετα, αν (για να ικανοποιηθεί το όποιο κομματικό ακροατήριο) έλεγε ό,τι είπε ο κ. Δένδιας περί της σχετικής ισχύος του erga omnes, αυτό θα έπληττε την Ελλάδα. Καταλάβατε τώρα, κύριε υπουργέ;  

Το ατόπημα Δένδια είναι βαρύτερο για δύο ακόμη λόγους:

1. Διότι παρεπλάνησε την ελληνική και τη διεθνή κοινή γνώμη εμφανίζοντας αυτήν την ατεκμηρίωτη και βλαπτική για την Ελλάδα εκδοχή περιοριστικής ισχύος του erga omnes ως το αίτιο της απορριπτικής απόφασης της ΕΕ για έναρξη της ενταξιακής πορείας της Β. Μακεδονίας στην ΕΕ, ενώ ισχύει το απολύτως αντίθετο: Η απορριπτική απόφαση της ΕΕ είναι το αίτιο που κλονίζει το erga omnes (και πάντα υπό την προϋπόθεση ότι είτε η Ελλάδα είτε η Β. Μακεδονία θα αξιοποιούσαν την ενταξιακή απόρριψη ως «ευκαιρία» να το αμφισβητήσουν, όπως με εγκληματική ευκολία έπραξε ο Έλληνας υπουργός των Εξωτερικών). 

Και είναι διπλή η μικροπολιτική αήθεια Δένδια (διότι περί τούτου πρόκειται) διότι ο ίδιος εμφάνισε ψευδέστατα αυτά τα θέματα της συμφωνίας των Πρεσπών ως μέρος της απόφασης της ΕΕ που απέρριψε την ενταξιακή πορεία της Β. Μακεδονίας. Ενώ είναι παγκοίνως γνωστό ότι ακόμη και οι 3 χώρες που έθεσαν βέτο (Γαλλία, Ολλανδία, Δανία) σε καμιά περίπτωση δεν επικαλέστηκαν κάτι τέτοιο, αλλ’, αντίθετα, κάτι περί της ανάγκης να προηγηθεί της ένταξης η εμβάθυνση «μουρμούρισαν» στη σύνοδο κορυφής. Επομένως, δεν είναι οι παθογένειες της συμφωνίας των Πρεσπών σχετικά με το erga omnes που προκάλεσαν την απόρριψη της πορείας ένταξης της Β. Μακεδονίας στην ΕΕ (έστω και κατά τη μειοψηφούσα προσέγγιση Μακρόν και των συν αυτώ), αλλά η εμβάθυνση, που καμιά σχέση δεν έχει με τη συμφωνία. (Περί της συμπλεγματικής στάσης Μακρόν να τιμωρήσει εκτός πεδίου διεθνούς λογικής και σκοπιμοτήτων τη Β. Μακεδονία, για να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του επειδή απερρίφθη η υποψηφιότητα της Γαλλίδας επιτρόπου που υπέδειξε για τη νέα σύνθεση της Κομισιόν, έχω αναφερθεί εκτεταμένα σε άλλη ανάλυσή μου και δεν θα επανέλθω).

Δεν γνωρίζω αν ο κ. Δένδιας ήταν παρών στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ, αλλά κι αν δεν ήταν όφειλε να τα γνωρίζει αυτά.

Όπως επίσης εγκληματική, ανεύθυνη και μικροπολιτικών κινήτρων, καθώς  και ενισχυτική της -προφανώς αντικείμενης στα ελληνικά συμφέροντα- θέσης περί μερικής ισχύος του erga omnes από τη συμφωνία των Πρεσπών, είναι και η άρνηση  των βουλευτών της Ν.Δ. να στηρίξουν το ψήφισμα του ευρωκοινοβουλίου που ζητεί την ένταξη της Β. Μακεδονίας στην ΕΕ.

Όσο και να μην άρεσε στη Ν.Δ. και τον κ. Μητσοτάκη η συμφωνία των Πρεσπών (και αντιπαρέρχομαι εδώ την κορυφαία ανεντιμότητά του ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης τότε να ψευδολογεί ασύστολα ότι δήθεν η συμφωνία των Πρεσπών ήταν το αντάλλαγμα για την παραχώρηση του ονόματος, που έδωσε η προηγούμενη κυβέρνηση στην ΕΕ για τη μη περικοπή των συντάξεων), η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει δεσμευτεί πλήρως να την εφαρμόσει. Και είναι αυτονόητο πως οφείλει η σημερινή (και η όποια άλλη) ελληνική κυβέρνηση να εφαρμόσει τη συμφωνία, με τρόπο που προάγει το ελληνικό συμφέρον, και όχι με τρόπο που το πλήττει. Η αναφορά Δένδια ότι η συμφωνία των Πρεσπών αφορά σε μερική ισχύ του erga omnes, ήρθε την ώρα που η Ελλάδα θα έπρεπε να φωνάζει προς πάσα κατεύθυνση και στεντορία τη φωνή ότι το erga omnes δεν απειλείται από καμιά καθυστέρηση, ακριβώς ως κεντρική ρύθμιση της συμφωνίας. Αυτό συνιστά προαγωγή των ελληνικών συμφερόντων, ενώ ό,τι είπε ο κ. Δένδιας ξεκάθαρα τα πλήττει. Αν δεν άγνοια και είναι κυβερνητική επιλογή, ακόμη χειρότερα! Αν, πάλι, είναι μικροπολιτικό παίγνιο ενοχικής στάσης Μητσοτάκη για να συμμαζέψει τις αήθειές του ως αντιπολίτευση, τα λεγόμενα εθνικά θέματα δεν προσφέρονται προς τούτο. Όσο νωρίτερα το καταλάβει ο πρωθυπουργός τόσο το καλύτερο για τη χώρα!        

2. Διότι η αναφορά Δένδια για το δήθεν «κολοβό» erga omnes ήρθε αμέσως μετά τη δημόσια τοποθέτηση επί του θέματος του πρώην πρωθυπουργού, Κώστα Καραμανλή, μετά από πολύ μακρά περίοδο σιωπής. Λες και ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών περίμενε να πάρει το «πράσινο φως» από την εγκυρότερη φωνή των «καραμανλικών» μέσα στο κόμμα του, για να ξιφουλκήσει.

Μόνον που ο εν ενεργεία υπουργός Εξωτερικών είναι φωνή που δεσμεύει  την Ελλάδα, ενώ ο πρώην πρωθυπουργός όχι!

Και, κυρίως, αυτό που διέφυγε πλήρως του κ. Δένδια είναι ότι ο πρώην πρωθυπουργός, Κ. Καραμανλής, δεν είπε ούτε λέξη για το erga omnes!!! Λέτε ο κ. Καραμανλής, να μην το ήξερε, ή να το έκανε τυχαία που απέφυγε την αναφορά; Γι’ αυτό και η τεράστια διαφορά μεταξύ των δύο τοποθετήσεων είναι ότι η πρώτη (Καραμανλής) περιορίζεται στο ότι «θα μπορούσαμε να έχουμε πάρει περισσότερα», που συνιστά θεμιτή κριτική αναφορά στη συμφωνία και με τρόπο που δεν πλήττει τα συμφέροντα της Ελλάδας. Ενώ η δεύτερη (Δένδιας) προκαλεί ζημία στα ελληνικά συμφέροντα!

Όμως, οι αναφορές Δένδια, εκτός της βλάβης που προκαλούν στα ελληνικά συμφέροντα, διαθέτουν και άλλες πτυχές, που τείνουν προς γελοιότητες.

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η αναφορά Δένδια ότι η Ελλάδα δεν αναμιγνύεται στις εσωτερικές υποθέσεις της Β. Μακεδονίας προεκλογικά.

Μόνον που η αναφορά αυτή περί μη ανάμιξης στις εσωτερικές υποθέσεις των γειτόνων μας, συνευρίσκονται στο ίδιο σετ δηλώσεων Δένδια περί erga omnes, δηλαδή σε ζητήματα που αφορούν ευθέως σε εσωτερικές διαδικασίες της γειτονικής χώρας.                   

Εν κατακλείδι, όπως αναλυτικότατα είχα εξηγήσει σε αναλύσεις μου όταν συζητιόταν η συμφωνία των Πρεσπών, το θέμα μειονότητας ήταν το μόνο που απέμενε αρρύθμιστο, απειλώντας δυνητικά τα ελληνικά συμφέροντα. Τότε, και αφού προηγήθηκαν άστοχες δηλώσεις Ζάεφ περί δήθεν υφιστάμενων μειονοτικών δικαιωμάτων  στην Ελλάδα ενδιαφέροντος της χώρας του, δηλώσεων που δικαίωσαν τις ανησυχίες μου (και πολλών άλλων), η ελληνική πλευρά παρενέβη και ζήτησε σαφή θέση των Σκοπίων επ’ αυτού. Ο Ζάεφ αλλά και  ο υπουργός Εξωτερικών της τότε πΓΔΜ, Νίκολα Ντιμιτρόφ (δηλαδή πριν υπογραφεί η συμφωνία των Πρεσπών), με σειρά δηλώσεών τους διευκρίνισαν ότι δεν τίθεται από μεριάς τους θέμα μειονότητας ενδιαφέροντος της χώρας τους στην Ελλάδα.

Και για να επιστρέψουμε στο βασικό θέμα μας, που είναι ο Δένδιας! Επιβάλλεται πλήρης ανασκευή των δηλώσεων του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών, το συντομότερο δυνατό! Και μπορεί να γίνει χωρίς να εξευτελίζεται ο κ. Δένδιας. Στο κάτω-κάτω ούτε εγώ θα ήθελα εξευτελισμένο υπουργό Εξωτερικών της χώρας μου!  Αν δεν το μπορεί από μόνος του ο κ. Δένδιας, οφείλει να το επιβάλλει ο πρωθυπουργός. Αν ούτε κι εκείνος το μπορεί, ας ρωτήσουν στο τέλος τον κ. Καραμανλή και την κυρία Μπακογιάννη. Παρασκηνιακά θα έχουν πολλά να πουν στον κ. Δένδια και τον κ. Μητσοτάκη. Κι ας πουν δημοσίως ό,τι άλλο θέλουν ο πρώην πρωθυπουργός και η πρώην υπουργός Εξωτερικών.

Κάτι τελευταίο! Επειδή επίκειται, σύντομα μάλιστα, επίσημο ταξίδι Δένδια στη Ρωσία για συνομιλίες με τον ομόλογό του, Σεργκέι Λαβρόφ. Και επειδή, για λόγους που αφορούν σε δικά της συμφέροντα στα Βαλκάνια (που αντίκεινται αυτή τη στιγμή στην επίλυση της διαφοράς μεταξύ της Ελλάδας και του βόρειου γείτονά μας, με τον τρόπο που επιχειρείται αυτή η επίλυση) η Ρωσία είναι χώρα που προσχωρεί  στη θέση περί περιορισμένης ισχύος του erga omnes από τη συνθήκη των Πρεσπών, με σκοπό να  μην ευδοκιμήσει η παρούσα προσπάθεια συνεννόησης Αθήνας-Σκοπίων, μια παρατήρηση: Θεωρώ αυτονόητο ότι ο κ. Δένδιας δεν θα επαναλάβει στη Μόσχα και τον ομόλογό του την θέση περί περιορισμένης ισχύος του erga omnes ένεκα της συνθήκης των Πρεσπών, θέση που -όπως εξήγησα- πλήττει τα ελληνικά συμφέροντα!

Ας μείνουν οι προβληματικές αναφορές Δένδια μεταξύ Ελλήνων. Νομίζω είμαι σαφής! 

 

 

 

29 Οκτ. 2019

To ΠΑΣΟΚ

Όποιος ασχολείται με το ΠΑΣΟΚ οφείλει να είναι προσεκτικός! Οι σημερινοί διαχειριστές του ονόματός του διπλά προσεκτικοί.

Δεν μπορεί ένα κίνημα που συμπαρέσυρε έναν λαό ολόκληρο στη μεγαλύτερη στην Ευρώπη πολιτική αλλαγή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, να τυγχάνει μεταχείρισης ως τρέχουσα πολιτική αποσκευή των παρόντων πραγμάτων. Περισσότερο απ’ όλα, μεγάλη προσοχή απαιτείται από όλους, επειδή αυτό που πολιτικά έφερε το Κίνημα στην Ελλάδα και τον κόσμο της τελευταίας εικοσαετίας του 20ου αιώνα ήταν να γίνει η πολιτική της προοδευτικής παράταξης υπόθεση ευρύτατων μαζών αναίμακτα -ως τότε μόνον η ένοπλη πολιτική πάλη είχε κατοχυρώσει το δικαίωμα να θέτει το ερώτημα της πολιτικής αλλαγής σε μια χώρα.

Γι’ αυτό, και μόνον γι’ αυτό, ο όρος «Κίνημα» αποτυπώνει  το πολιτικό ίχνος του ΠΑΣΟΚ στον δημόσιο βίο μας.

Αυτή η απολύτως επαναστατική και ανατρεπτική αντιμετάθεση της οπωσδήποτε εννοούμενης Πολιτικής, από υπόθεση χειρισμών κορυφής από ολίγους, σε θέμα ανοιχτού δημοκρατικού διαλόγου με όλους τους πολίτες ταυτόχρονα, είναι η μεγάλη αλλαγή που έφερε το Κίνημα. Αλλαγή με ξεκάθαρο πρόσημο σοσιαλιστικής θεωρίας και πράξης. Και δεν είναι η ανακατανομή του εισοδήματος υπέρ των ασθενέστερων, που πολλοί από μας σφάλλουμε να θεωρούμε ως τη μείζονα συμβολή του στην πολιτική μας ζωή. Τα ταξικά «ζητήματα» αναμφίβολα είχαν καίριο ρόλο στην υπόθεση ΠΑΣΟΚ! Όμως -νομίζω- ποτέ τον κύριο. Τα ζητήματα αυτά και η μετα-ανδρεϊκή διαχείρισή τους από την ηγεσία που επικράτησε στο Κίνημα, θαρρώ, πως (παρά την ολοφάνερη συμβολή τους στην λογική εξισορρόπηση της κατανομής του πλούτου στη χώρα), προϊόντος του χρόνου περισσότερο συνέβαλαν στη συγκρότηση μιας νέας πολιτικής «τάξης», μιας νομενκλατούρας εξουσίας, ιδίως από το 1995 και μετά, οπότε και άρχισε η αποδόμηση του κινηματικού στοιχείου στην πολιτική ταυτότητα του ΠΑΣΟΚ, με τις γνωστές πλέον συνέπειες. 

Ένα παράδειγμα -και πέραν του εσωτερικού πολιτικού σκηνικού- για να γίνει σαφέστερο τί εννοώ: Το ΠΑΣΟΚ και ο ιδρυτής του επέβαλαν την πρώτη και ιδιαίτερα ευκρινή μετά από δεκαετίες οριοθέτηση του διεθνούς λόγου που διεκδικεί η χώρα σε παρόντα -και όχι σε παρελθοντικό, όπως γινόταν ως τότε- ιστορικό χρόνο. Οι «κόκκινες μηλιές», οι αντικομμουνιστικές υστερίες, η ως τότε σκόπιμη εξαφάνιση από την ελληνική ιστορία του Άρη Βελουχιώτη (ως προσώπου-συμβόλου μιας γενιάς ηρώων αδικαίωτων ως τη δεκαετία του 1980), και τόσα άλλα, με το ΠΑΣΟΚ έπαψαν να επικαθορίζουν την προσλαμβανόμενη από τον μέσο Έλληνα θέση και ένταξη της χώρας στο παγκόσμιο σκηνικό ως το μόνο δυνητικό μέλλον της. Και, τολμώ να πω, ότι αυτή η καινούρια και στη συνέχεια παλλαϊκά εμπεδωμένη ένεκα του ΠΑΣΟΚ αντιλαμβανόμενη έννοια της ανεξαρτησίας της χώρας, αφορούσε και σε διάκριση από την παραδοσιακή αριστερά.

Θυμάμαι  ταξιδεύοντας ανά την υφήλιο τη δεκαετία του 1980 (ως εκπρόσωπος του Κινήματος από τον Τομέα Διεθνών Σχέσεων), σε πόσο πολλές περιστάσεις οι εκπρόσωποι προοδευτικών οργανώσεων απ’ όλες τις ηπείρους, εξέφραζαν σε μένα την ευγνωμοσύνη και τον θαυμασμό τους και ζητούσαν να τα μεταφέρω στον πρόεδρο για το παγκοσμίως -πρακτικά και συμβολικά- ισχυρό εναλλακτικό εφαρμοσμένο μοντέλο αυτόνομης πορείας μιας χώρας στον κόσμο, ως τη συντεταγμένη εξωτερική πολιτική της Ελλάδας! (Στις ενημερωτικές εκθέσεις που μετά την επιστροφή μου στην Ελλάδα έκανα προς τον πρόεδρο για να του εκθέσω το γεγονός, πάντα με έπειθαν ότι όλ’ αυτά ήταν αποδεικτικές στιγμές ότι «γραφόταν ιστορία»). Και, προσέξτε: Ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, από μια χώρα που ήταν ως τότε ασφυκτικά εντεταγμένη σ’ ένα παγκόσμιο μπλοκ. Και στον αντίποδα μιας σκληρά διχασμένης διεθνούς κοινότητας από τα δύο τότε αντιμαχόμενα παγκόσμια στρατόπεδα, της δύσης και του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού.  (Και περιττό να σας πω την περηφάνια μου όταν σε μια διεθνή διάσκεψη στο Νέο Δελχί, δύο εκπρόσωποι δύο διαφορετικών κομμάτων από δύο διαφορετικές χώρες και από δύο διαφορετικές ηπείρους, στις ομιλίες τους προέτρεψαν όλα τα προοδευτικά κόμματα και τις οργανώσεις του κόσμου «να πάρουν γραμμή από την Αθήνα» ως μοντέλο διεθνούς στάσης μιας χώρας, και όχι από τη Μόσχα ή από το Πεκίνο. Και ανάλογο περιστατικό σε διεθνείς διασκέψεις στο Αλγέρι και τη Νικράγουα)       

Μ’ άλλα λόγια, η βαθύτατη δημοκρατική αναζωογόνηση και η νέα ανεξάρτητη Ελλάδα, με όρους συμμετοχικής συμβολής της ευρύτατης βάσης των πολιτών, είναι το μεγάλο «πολιτικό έργο» του Κινήματος και του ιδρυτή του. Το έργο που σήμερα πολλοί ανάμεσά μας, αν τους (ξανα)διηγηθείς τί ήταν και τί έκανε το ΠΑΣΟΚ, ως «λαϊκίστικη» πολιτική θα εξελάμβαναν, έστω κι αν δεν τολμούν σήμερα να το πουν ευθέως. Αυτό, λοιπόν, είναι -το ξαναλέω- το μεγάλο «πολιτικό έργο» του ΠΑΣΟΚ! Και δεν είναι ούτε οι εξελιγμένες τεχνικές διαχείρισης της εξουσίας (εκσυγχρονισμός), ούτε ο πολιτικός αναθεωρητισμός ανοχής στη σημερινή συντήρηση. Ούτε είναι η ιδιότυπη λήθη που ενσταλάζεται προπαγανδιστικά με τα σημερινά μέσα στους πολίτες, για τα έργα και τις ημέρες της ελληνικής δεξιάς, αυτά ακριβώς δηλαδή που ανέτρεψε η ειρηνική «επανάσταση» του ΠΑΣΟΚ και τα οποία σήμερα μας εκτίθενται ως η δήθεν δέουσα μελλοντική πορεία της χώρας μας, αν και στην ουσία γυρίζοντάς μας 40 χρόνια πίσω.

Το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ, επομένως, συγκαλείται υπό τον αδιαπραγμάτευτο περιορισμό ότι δεν μπορεί στις σημερινές συνθήκες να είναι ένα συνέδριο ζώντος κόμματος, πολύ περισσότερο κινήματος. Αναγκαστικά θα είναι ένα συνέδριο-πρόσχημα παραταξιακής ύπαρξης, ενώ τη δουλειά θα κάνουν οι άλλοι επίγονοι του Κινήματος, όπως κι αν λέγονται κι όποιοι κι αν είναι.

Ύστατη έκκληση απευθύνω με τα παρόντα, νομίζω κι άλλοι θα συμφωνούσαν σ’ αυτό μαζί μου, να μην γίνει το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ το 2019 «θέαμα πολιτικής». Όλοι οφείλουν αυτοσυγκράτηση! Η μηχανίστικη μεταμφίεση πολιτικού σχηματισμού σε κάτι που δεν είναι, μόνο και μόνο για να αντληθεί κύρος ιστορίας και να ασκηθούν συναισθηματικοί εκβιασμοί σε μερίδα πολιτών, και με απώτερο στόχο προσωπικές υποθέσεις σημερινών ηγεσιών, δεν μπορεί  να «περάσει». Ακόμη κι αν τεχνικές πλειοψηφίες σε ελεγχόμενα κομματικά κοινά το κάνουν, τέτοια μεταχείριση του ΠΑΣΟΚ και του «έργου» του, όπως το περιέγραψα πιο πάνω, θα καταπέσει! Πρώτα θα καταπέσει στις συνειδήσεις πολιτικών κοινών και στη συνέχεια και στις πρακτικές συνέπειες της υπόθεσης.

Και στο σημείο αυτό πρέπει  λεχθεί ότι και όλες οι υπόλοιπες σημερινές πολιτικές δυνάμεις οφείλουν ανάλογη στάση. Δεν θα «περάσει», δηλαδή, και η πρακτική άλλων σημερινών δεξιών ή αριστερών παρατάξεων πέραν των επιγόνων του Κινήματος, να αποτολμούν αρπαχτές σε κοινά πολιτών που σχετίστηκαν με το ΠΑΣΟΚ, ως μέρη αυτής της «επανάστασης» και αυτού του «έργου» του.

Ας κρατηθεί, λοιπόν, η ιστορία του ΠΑΣΟΚ μακριά από τα παρόντα, συνέδρια ή οποιαδήποτε άλλη ανάλογη δραστηριότητα. Αυτή η οφειλόμενη -πάντα κατά τη γνώμη μου- απόσταση των σημερινών από κάθε απόπειρα χρήσης του Κινήματός μας από κάτι που σήμερα φέρει τεκμήρια αναντιστοιχίας με το «έργο» του, δεν είναι και ούτε μπορεί να εισπράττεται ως μια «ομολογία τέλους». Αντίθετα, είναι η επισφράγιση αναγνώρισης της «ιστορικότητας» της μεγάλης παράταξης που μας ένωσε και μαζί της αλλάξαμε την Ελλάδα, με τίποτα περισσότερο τότε ως κίνητρό μας, από μια καλύτερη πατρίδα για όλους.   

 

 

 

26 Οκτ. 2019

Το 1821, το 1940

και η ναυμαχία της Σαλαμίνας 

Η φετινή επέτειος της 28ης Οκτωβρίου είναι η πρώτη με τη νέα ελληνική κυβέρνηση που αναδείχτηκε από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου. Είναι και η πρώτη φορά που με την αλλαγή μιας κυβέρνησης στη μεταδικτατορική Ελλάδα, επιχειρείται τόσο ανεύθυνη και επικίνδυνη ιδεολογικο-πολιτικοποίηση της επετείου, για να προαχθούν συγκεκριμένοι παραταξιακοί σκοποί, με την ευκαιρία ιστορικού γεγονότος που ένωσε τον λαό κατά του φασισμού και του ναζισμού, που αιματοκύλησαν την ανθρωπότητα προκαλώντας τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Προφανής στόχος να αλλάξουν τα δεδομένα και αναμφίβολα -ιστορικά αναγνωρισμένα ως μη επιδεχόμενα αμφισβήτηση- γεγονότα και να παρουσιαστούν νέες προσεγγίσεις που ευνοούν απόψεις μιας κάποιας κυβέρνησης –της οποιασδήποτε. Δεν γνωρίζω άλλη περίπτωση χώρας που να έχει επιχειρηθεί τόσο ευθεία εισβολή στην εμπεδωμένη ιστορική μνήμη του λαού της, για να γίνει τρέχον πολιτικό «παιγνίδι». Μόνη αναλογία που βρίσκω ως στάση οργανωμένου κράτους, η αποκατάσταση των βασανιστών της χούντας στη Βραζιλία, που έκανε πρόσφατα ο φιλο-ναζιστής πρόεδρος της χώρας, Ζαΐχ Μπολσονάρου. Στην Ελλάδα, παρά την ανεκδιήγητη προσπάθεια «υφυπουργίσκης» να εμφανίσει περίπου σαν «ψυχαναγκαστικούς πολίτες» όσους από εμάς τιμούμε τους αγωνιστές κατά της δικτατορίας 1967-’74, ως τώρα το επίσημο κράτος δεν είχε τολμήσει να αποκαθάρει βασανιστές και βιαστές της δημοκρατίας μας.

Το θέμα, όμως, δεν είναι ένα μήνυμα της υπουργού Παιδείας που αλλοιώνει ανεπίτρεπτα τη συλλογική μνήμη  του λαού για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Κι όσο κι αν συμβολικά η αήθεια γίνεται διπλά ανεπίτρεπτη λόγω την ιδιότητάς της ως υπουργού «Παιδείας», θα μπορούσε να ήταν μια αστοχία. Να την καταλογίζαμε και  πηγαίναμε παρακάτω…

Δυστυχώς, όμως, δεν πρόκειται περί αυτού! Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό. Στην κυβέρνηση επανειλημμένες είναι οι προσπάθειες να μας ξαναδιηγηθούν την ιστορία, για να προαχθούν πεποιθήσεις με ολοκάθαρο πολιτικό πρόσημο, ακραία συντηρητικό. Ήδη στην κυβέρνηση μοστράρει ως μέλος της υφυπουργός, που σε εφημερίδα του το 2013 εν μέσω κρίσης, εμφανιζόταν δημοσίευμα, στο οποίο ο αρχιδικτάτορας Παπαδόπουλος καθαγιαζόταν ως «δικαιωμένος» για τον βιασμό της δημοκρατίας μας. Άλλος υπουργός της ίδιας κυβέρνησης εξαναγκάστηκε σε δημόσια αποποίηση αντισημιτικών αναφορών για να γίνει δεκτός στη διεθνή κοινότητα.

Υπουργοί και βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος δίνουν τη μάχη να εμφανίσουν την πιεζόμενη από το προσφυγικό Ελλάδα, όχι ως χώρα γεωπολιτικά συνδεόμενη προνομιακά με το φαινόμενο, αλλά ως δήθεν «χώρα-στόχο» του αντίπαλου εθνο-θρησκευτικού πόλου, του ισλαμισμού, που έρχεται εδώ στο πλαίσιο ενός «σχεδίου» για να αλλάξει το «αίμα» μας και να καταστρέψει τα ελληνο-χριστιανικά ήθη μας. Δεν τα λένε αυτά, ο Όρμπαν, ο Σαλβίνι και ο Βελόπουλος. Υπουργοί και στελέχη της κυβέρνησης τα λένε!

Φυσικά, οι συνέπειες καταγράφονται ανάγλυφα, με μερίδα συμπολιτών μας να εκμεταλλεύονται αυτή τη νομιμοποίηση των ακροδεξιών απόψεων. Στα Βρασνά προ ημερών εξεδιώχθησαν πρόσφυγες που μεταφέρθηκαν εκεί για την αποφόρτιση των νησιών του ανατολικού Αιγαίου. Και περισσότερο κι από την ίδια την εκδίωξη εκείνο που έχει σημασία είναι το επιχείρημα που επιστράτευσαν κάποιοι βρασνιώτες για την εκδίωξη: «…οι βρασνιώτες είναι γηγενείς και όχι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία και κατοικούν αυτόν τον τόπο περισσότερο από 2.000 χρόνια», αναφέρουν οι διώκτες των προσφύγων σε σχετική ανακοίνωσή  τους.

Το θέμα, πέραν της γελοιότητας των επιχειρημάτων των πούρων Ελλήνων, δεν είναι για πλάκα και αρχίζει να γίνεται πολύ σοβαρό. Πίσω από ανακοίνωση των βρασνιωτών αναδύεται και ανακαλείται στην επιφάνεια το μίσος με το οποίο μερίδα Ελλήνων αντιμετώπισαν τους ομοεθνείς πρόσφυγες του 1922, δηλαδή 97 χρόνια μετά την καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού. Είναι σαν να λέμε ότι η Νέα Σμύρνη έχει καταληφθεί από  «…πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία» και δεν κατοικείται, όπως «θα έπρεπε» από γηγενείς που «κατοικούν αυτόν τον τόπο περισσότερο από 2.000 χρόνια». «Εμπρός να ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας», ξιφουλκούσε κατά των προσφύγων ο τότε αρχηγός του σημερινού κυβερνώντος κόμματος της ΝΔ, ο Αντώνης Σαμαράς, νομιμοποιώντας αυτές τις απόψεις, με αποτέλεσμα η Χρυσή Αυγή να μπει το 2012 στη Βουλή. Κι αν σήμερα οι νεοναζιστές δεν εκπροσωπούνται κοινοβουλευτικά δεν είναι επειδή εξέλιπαν οι απόψεις τους και η λεκτική εκφοράς των απόψεών τους (που συνεχίζονται απαράλλακτες από τον Βελόπουλο και κυβερνητικούς βουλευτές και στελέχη), αλλά επειδή η χρυσαυγήτικη πρακτική κατέληξε σε δολοφονίες.  

Είναι, δηλαδή, ένα πολιτικό πλαίσιο, εντός του οποίου με κυβερνητική προτίμηση και σχεδιασμό συμβαίνουν ολ’ αυτά! Και δεν είναι μια μεμονωμένη αήθης πρόκληση κατά της συλλογικής μνήμης των πολιτών για την επέτειο της 28η Οκτωβρίου, από μεριάς μιας ανόητης υπουργού Παιδείας.

Πρόκειται, μάλιστα, για ευρύτερο πλαίσιο. Αυτό τουλάχιστον προκύπτει και από πρόσφατο ιστορικά αστείο ψήφισμα που ενέκρινε το ευρωκοινοβούλιο, στο οποίο ο ναζισμός και φασισμός ταυτίζονται με τη Σοβιετική Ένωση και τον μαρξισμό-λενινισμό, θέση που επίσης και παράλληλα με τα δικά μας αηθέστατα προκαλεί τη συλλογική μνήμη όλων των ευρωπαίων πολιτών για τα γεγονότα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου και τα αίτια που τον προκάλεσαν.

Σ’ αυτό το πολιτικό περιβάλλον λοιπόν, το περιβάλλον ενός ιστορικού αναθεωρητισμού που εγκυμονεί νέους διχασμούς για τους ευρωπαϊκούς λαούς και τους πολίτες αυτής της χώρας, λαμβάνουν χώρα αυτά τα γεγονότα. Σε τί διαφέρει αυτό από τον ιστορικό αναθεωρητισμό του Ερντογάν για τη συνθήκη της Λοζάνης και τα σύνορα της καρδιάς του Τούρκου προέδρου; Άλλωστε οι συμπτώσεις ιδεολογιών και απόψεων, όσο και να μεταμφιεστούν, δεν κρύβονται! Προ ημερών ο Όρμπαν χαιρέτισε την τουρκική εισβολή στη Συρία, ως μέσο αποτροπής για την έλευση προσφύγων στην Ευρώπη. Από το Ουρβανό, με το κανόνι του οποίου έπεσε η Κωνσταντινούπολη, μέχρι τον Ουνυάδη που απέτρεψε ηρωικά την επέκταση των Οθωμανών  στα Βαλκάνια, μια ακροδεξιά ιδεοληψία δρόμος.    

Και στο ίδιο πλαίσιο πρέπει να αντιμετωπιστεί και το πανηγύρι για τα 2.500 χρόνια από τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. (Μιας οπτικής στην ιστορία, που -λυπούμαι να πω- στην ίδια παγιδεύτηκε και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ από τον Καμμένο και τις γελοίες γονυκλισίες του για τη ναυμαχία στην αρχαία Ελλάδα).

Διότι εδώ, απολύτως προφανώς, ο εορτασμός και οι τυμπανοκρουσίες για τα 2.500 χρόνια για ένα ιστορικό γεγονός, εξαντλητικά και οριστικά αποτιμημένο από την ιστορική επιστήμη ως προς τις επιρροές και τις επιπτώσεις του στην παγκόσμια ιστορία και καταληκτικά εμπεδωμένο  στη συλλογική συνείδηση των πολιτών τούτης της χώρας, αποσκοπεί στο ξανάνοιγμα της ιστορίας! Με έμφαση πλέον σε σημερινές γεωπολιτικές σκοπιμότητες, όπου η δύση δέχεται (κατά τη σημερινή αφήγηση) την επίθεση των βαρβάρων εξ ανατολών, για την απόκρουση των οποίων η ιστορία προ 2.500 ετών προσφέρει ηρωικές ..αναλογίες! Θα ήταν για πολλά γέλια, …αλλά είναι πολύ επικίνδυνος αυτός ο εμβολιασμός πολιτών του 21ου αιώνα με μίσος κατά των αλλοθρήσκων και των αλλοεθνών που είναι βέβαιον ότι φτάνουν στις ακτές μας (όσοι δεν πνίγονται) όχι ως τέκνα-φορείς κάποιας κατακτητικής προαίρεσης, αλλά ως «ώριμα τέκνα της ανάγκης και της οργής» των πολέμων και της φτώχειας στις χώρες προέλευσής τους.  

Ακόμη χειρότερο και πολύ πιο επικίνδυνο, όμως, είναι ότι με τα ίδια πολιτικά ανακλαστικά της σημερινής κυβέρνησης, οργανώνεται και η φιέστα για τα 200 χρόνια από την ελληνική επανάσταση του 1821!

Γιατί; Διότι, ένα ιστορικό γεγονός αναγέννησης ενός λαού με ιστορικό, γλωσσικό και πολιτισμικό λόγο ευρύτερου  βάρους και σε ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο από την ελλαδική περιοχή, λόγου που είχε βιαίως αφαιρεθεί από κατακτητές επί 400 χρόνια και ανακτήθηκε έπειτα από εθνικοαπελευθερωτική εξέγερση, επιχειρείται «να κοφτεί και να ραφτεί» στα μέτρα της σημερινής ευρω-τουρκικής διαφοράς με ολίγη από αντι-ισλαμισμό, συνέχεια της γελοιότητας του εορτασμού για τα 2.500 χρόνια από τη ναυμαχία τη Σαλαμίνας. Τί πιο φτηνιάρικο και υποτιμητικό για τη γνήσια εξέγερση ενός λαού  για την ελευθερία του και την ανάκτηση του οφειλόμενου σ’ εκείνον ιστορικού λόγου, που ήταν τα μόνα κίνητρα των αγωνιστών του ’21. Έτσι κατανοούν σήμερα οι πολίτες τούτης της χώρας την επανάσταση πριν 200 χρόνια. Επανάσταση, θυμίζω, που έγινε σε αντίθεση με τις επιθυμίες των χωρών της τότε ευρωπαϊκής δύσης, με τον Μέτερνιχ να τρέμει την αποσταθεροποιητική επιρροή που θα είχε η απελευθέρωση των εξεγερμένων Ελλήνων στα τότε δυτικοευρωπαϊκά κράτη. Και όσοι για χάρη ενός ανεκδιήγητου και αχρείαστου ευρωπαϊσμού στις μέρες μας τολμούν να διατείνονται ότι την ελευθερία μας χρωστάμε σήμερα στις ευρωπαϊκές δυνάμεις του 19ου αιώνα και όχι στους μπουρλοτιέρηδες του Κανάρη και τους εγκλείστους του Μεσολογγίου, να σιωπήσουν! Και να σιωπήσουν οριστικά!

Σ’ αυτό το ίδιο απαράδεκτο πλαίσιο όψιμης αναθεώρησης της ιστορίας για να ευνοηθούν σημερινές πολιτικές ανάγκες ακραία συντηρητικών δυνάμεων και να γίνει  φθηνό τρέχον πολιτικό «παίγνιο», παραβλέποντας τις εμπεδωμένες στους πολίτες θεάσεις στην Ιστορία που ενώνουν τους λαούς και δεν τους διχάζουν, τέλος, γίνεται και η παρούσα συζήτηση  για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου. Γι’ αυτό και είναι απαράδεκτη και διπλά κατακριτέα η θέση της υπουργού Παιδείας στο μήνυμα για τη φετινή επέτειο της 28η Οκτωβρίου με αναφορές στον «λαϊκισμό» και πλήρη αποσιώπηση του γεγονότος ότι το 1940 δεν έλαβε χώρα ένα στρατιωτικό περιστατικό, αλλά εκδηλώθηκε ρητά, κατηγορηματικά και μαζικά μια άλλη λαϊκή εξέγερση του λαού αυτής της χώρας, απάντηση στον φασισμό και τον ναζισμό!

Γι’ αυτό και η συγκεκριμένη υπουργός θα έπρεπε να έχει ήδη απομακρυνθεί από την κυβέρνηση. Με τη διατήρησή της ο πρωθυπουργός αναδέχεται βασικό μέρισμα της ευθύνης διχασμού των πολιτών και φαλκίδευσης παλλαϊκών παραδοχών, κι όλ’ αυτά με την ευκαιρία μιας εθνικής επετείου!