Μολυβάκι

12 Φεβ. 2021

Το τέλος του αρχηγού των αρίστων

Η εκλογική νίκη του Κυριάκου Μητσοτάκη το 2019  στηρίχτηκε σε δύο κεντρικά στοιχεία: τη δυσανάλογη κυβερνητική φθορά του ΣΥΡΙΖΑ και την προσεκτικά φιλοτεχνημένη  διαμόρφωση της εικόνας μιας προβαλλόμενης ως «εναλλακτικής» πολιτικής ηγεσίας (του Κυριάκου Μητσοτάκη), με κεντρικό χαρακτηριστικό την ένταξη του ίδιου στον μετα-μνημονιακό πολιτικό κύκλο. Δεν έχει σήμερα σημασία να αξιολογηθούν αυτά τα στοιχεία (άλλωστε ήδη έχουν γραφτεί πάρα πολλά σχετικά μ’ αυτά). Και τούτο, απλά διότι σήμερα βρισκόμαστε σε τελείως διαφορετικό σκηνικό. Η ανάγνωση και κατανόηση των σημερινών δεδομένων, κατόπιν αυτών, αποκτά αυξημένη σημασία, διότι μόνο έτσι νοηματοδοτείται η προσπάθεια ανάλυσης των πραγμάτων σε βάθος, ώστε να είναι σοβαρές και οι πιθανολογήσεις των όσων θα ακολουθήσουν.

Το σημερινό πολιτικό σκηνικό, λοιπόν, ορίζεται περίπου απολύτως, από μια σειρά στοιχεία, η αναφορά και μόνο των οποίων αρκεί για να αποκαλυφτεί πόσο άσχετα με την πραγματικότητα αποδεικνύονται όσα μεγαλεπήβολα  σχεδιάστηκαν το 2019 από (και για) τον Κυριάκο Μητσοτάκη, στο κλίμα του «αντι-συριζισμού» (δηλαδή στην ουσία σε περιβάλλον δραματικά ετεροκαθοριστικό και άγονο για οποιονδήποτε θα φιλοδοξούσε -και θα υποσχόταν πραγματικά- «να κάνει τη διαφορά» και να είναι η λύση στο «κουρασμένο» πολιτικό προσωπικό της περασμένης 20ετίας, ως οιονεί «νέο πολιτικό αίμα»).

Ας δούμε τα βασικά χαρακτηριστικά του σημερινού ριζικά αναδιαμορφωμένου πολιτικού σκηνικού!

Εντοπίζω τα ακόλουθα:

- Παγίωση της εντύπωσης ότι η κρίση συνεχίζεται και τείνει να προσλάβει μόνιμα χαρακτηριστικά, πέραν της πανδημίας ως συγκυριακού γεγονότος, και με διείδυση πλέον στη σφαίρα της εισπραττόμενης αίσθησης ότι τεκμαίρεται αδυναμία των πολιτικών συστημάτων να διαχειριστούν θετικά το ο,τιδήποτε ήθελε τυχόν προκύψει στη συνέχεια. (Σημειωτέον ότι η προϊούσα και ήδη εξελισσόμενη  άρση της εμπιστοσύνης των πολιτών έναντι της σημερινής κυβέρνησης Μητσοτάκη και του ιδιου του πρωθυπουργού προσωπικά, είναι προφανές πως δεν αφορά μόνο στην πλήρη αποκαθήλωση της προεκλογικής «υποσχετικής» ως το 2019 (από τα συλλαλητήρια για το μακεδονικό και τις ψευδολογίες περί 4ου μνημονίου, ως τη δύσκολη θεση στην οποία έχει έκτοτε περιέλθει η Ελλάδα στα ελληνοτουρκικά και τα γεωπολιτικά της δικαιώματα στην ανατολική Μεσόγειο), αλλά εκτείνεται και ως την αίσθηση περί της «εικόνας μέλλοντος» για την ενδεχόμενη πρωθυπουργία Μητσοτάκη, που δεν είναι καθόλου καλή).     

- Κατίσχυση της πανδημίας έναντι οιουδήποτε άλλου στοιχείου ως παράγοντα καταλυτικής επίδρασης στις εξελίξεις σ’ όλα τα πεδία δημόσιου ενδιαφέροντος,

- Άρση σημαντικού μέρους των κατακτήσεων  του δημοκρατικού πλαίσιου, στο πλαίσιο του αφηγήματος ότι τούτο δήθεν είναι το μόνο μέσο αντιμετώπισης της πανδημίας,  

- Ραγδαία και εκ θεμελίων αποδόμηση μεγάλου μέρους των λειτουργιών της ελληνικής οικονομίας, όπως έχει διαμορφωθεί από την ένταξη στο ευρώ ως σήμερα (συμπεριλαμβανομένης και ίσως κατ’ εξοχήν της μνημονιακής περιόδου, κατά την οποία οι εν λόγω βασικές οικονομικές λειτουργίες όχι μόνο δεν αναιρέθηκαν, αλλά πολλές απ’ αυτές επιτάθηκαν -άρα πρόκειται για την εντύπωση αλλεπάλληλων κρίσεων, με μόνο -ανεπαρκές, φυσικά- διάλειμμα την έξοδο από το μνημόνιο ως την επέλαση της πανδημίας),

- Περισσότερο ψυχολογικού (παρά ιδεολογικού) φορτίου παγίδευση μεγάλου μέρους των Ελληνων πολιτών σε φαντασιακού παρά τακτικού κοινωνικού περιεχομένου πολιτικές αντιθέσεις,

- Απόλυτη ένδεια σοβαρών εφεδρειών σε επίπεδο πολιτικού προσωπικού και διαθέσιμων κομματικών φορέων,

- Παράλληλη εντυπωσιακή πολιτισμική αποδυνάμωση των ερεισμάτων του ελληνισμού, (παρά τη 200η επέτειο από την απελευθέρωση ως αποτέλεσμα της επανάστασης του 1821, που αναμφίβολα διατηρεί -αν και εν υπνώσει- κεντρικά στοιχεία αναφοράς του ιστορικού-πολιτισμικού μας αποθέματος),

- Περιέλευση της Ελλάδας σε σαφώς δυσμενέστερη θέση σε ό,τι αφορά τη διεθνή εικόνα της, σε σύγκριση με ό,τι παρέλαβε ο Κυριάκος Μητσοτάκης,

- Διαμόρφωση κοινωνικών συσχετισμών (και συνακόλουθα) πολιτικών εξελίξεων, περισσότερο παρά ποτέ με επικοινωνιακά μέσα (και λιγότερο παρά ποτέ «επί πραγματικού»), παρά τον βαθύτατο κλονισμό που η καταστροφή της οικονομίας έχει επιφέρει στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας, και

- Στήριξη της σημερινής κυβέρνησης κατά κόρον σε συγκεχυμένες αξιακές αναφορές (συχνά κατά παραβίαση μάλιστα της καραμανλικής παράδοσης του κυβερνώντος κόμματος), ως σχεδόν αποκλειστικού πεδίου τεκμηρίωσης των κυβερνητικών επιλογών. 

Όλα τα παραπάνω, ανεξάρτητα από το πώς καθένας σε ατομικό επίπεδο διαμορφώνει τις ανοχές ή τις απορριπτικές αντιδράσεις του απέναντι στην κυβερνητική πολιτική, νομίζω ως προς την ουσία των διαπιστώσεων δεν μπορούν να αμφισβητηθούν σοβαρά. Και όλα τα παραπάνω στοιχεία μαρτυρούν και πιστοποιούν ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης από πλασαρισμένος μέχρι το 2019 ως «μέρος της λύσης» για τα προβλήματα της Ελλάδας, σήμερα γίνεται πια αντιληπτός ως «μέρος των προβλημάτων» της. Νομίζω, μάλιστα, πως σε ορισμένα σημεία τουλάχιστον επί πλέον καταγράφεται και ως «παραγωγός των νέων προβλημάτων» της χώρας και ως το βασικό πρόβλημα πρόσδεσης της χώρας σε μια πορεία χωρίς θέα στο μέλλον.

Η παρατήρηση που κάνω δεν αίρεται κατά κανένα τρόπο, από το γεγονός ότι και η αντιπολίτευση συμπεριφέρεται επίσης ως «μέρος των προβλημάτων» της σημερινής Ελλάδας.

(Κι αν αυτό για τα «κόμματα δεύτερης γραμμής» (ΚΙΝΑΛ, ΚΚΕ, ΜεΡΑ25) δεν έχει και μεγάλη σημασία λόγω της αδυναμίας τους (ή της επιλογής τους, κυρίως το ΚΚΕ) να προσφέρουν λύσεις απεγκλωβισμού από το σημερινό σκηνικό αδιεξόδου που έχει διαμορφώσει η σημερινή κυβέρνηση, για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι μεγάλο πρόβλημα! Διότι, η διατήρηση της αίσθησης περί αποτυχίας Μητσοτάκη-κυβέρνησης ΝΔ χωρίς πολιτική εκπροσώπηση, δεν συνεπάγεται μόνο μεγάλες δυσκολίες στον δρόμο του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την επιστροφή στην  κυβέρνηση, αλλά διακινδεύει και την εκτόνωση της δυσαρέσκειας που απορρέει από το γεγονός σε εκδηλώσεις και εξελίξεις χωρίς θετικό πρόσημο.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, και ό,τι και να συναποτελεί την κυβερνητική και αντιπολιτευτική ανεπάρκεια, κεντρικός ήρωας αυτού του δυστοπικού σκηνικού είναι ο πρωθυπουργός! Όχι μόνο γιατί πλειοδότησε μέχρις εσχάτων σε πρακτικές και επιλογές που διχάζουν έως μίσους τους πολίτες, αλλά και γιατί διαχειρίστηκε ως πρωθυπουργός την ελπίδα που φιλοδόξησε να εκπροσωπήσει με ανακλαστικά τιμωρίας όσων δεν εντάχθηκαν στο άρμα του.    

Ο Κυριάκος Μητσοτάκη, φυσικά, δεν φταίει για όλα! Ωστόσο επειδή (συνεχίζει να) λειτουργεί και παράγει πολιτική ακραίου διχασμού καθιστά εδραία και δικαιολογημένη  την εντύπωση πως όχι μόνο δεν έφερε το «καινούριο» (έστω το «τιμωρητικά αναγκαίο» κατά τη ρεβανσιστική αφήγηση που εμπέδωσε μέσω των φιλικών του μεσων ενημέρωσης), αλλά ο ίδιος αποτελεί γέννημα και θρέμμα του συστήματος που υποσχόταν ότι θα αφήσει πίσω του.  Γι’ αυτό και ο σε βάρος του θυμός δεν αφορά μόνο τη διάψευση όσων τον υποστήριξαν και σήμερα όλο και περισσότερο δυσκολεύονται να τον υπερασπιστούν (πολλώ μάλλον να συνεχίσουν να τον ακολουθούν) αλλά εδραιώνεται και σε στοιχεία που προοιωνίζονται μεγάλες πιθανότητες εκδίωξής του και όχι απλά ήττας του.

Υπ’ αυτή τη θέαση ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει παγιδευτεί αναπόδραστα σ’ ένα σκηνικό που μόνο τον δρόμο της εξόδου του υποδεικνύει. Θλιβερή επιβεβαίωση όλων αυτών ότι μόνοι ανοιχτοί υποστηρικτές του, που απέμειναν στο καράβι ενώ αυτό έχει αρχίσει να μπάζει νερά για τα καλά, είναι ό,τι το πιο αναξιόπιστο (ως ποιότητα και ως δημόσιο ήθος) σε εκφορά πολιτικού λόγου, στο πλευρό φυσικά των συμφερόντων που συγκροτεί το μπλοκ εξουσίας, που τον έφερε και (προσπαθεί να) τον συντηρεί.

Απ’ αυτό το πολιτικό κλίμα, που ο ίδιος διαμόρφωσε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορεί πια να ξεφύγει. Μοιραία θα παρακολουθεί την εμβάθυνση της αποδόμησής του, αντιδρώντας αμήχανα και ασκώντας αντιπολίτευση στην αντιπολίτευση, έως ότου ο βασιλιάς μείνει τελείως γυμνός.      

Στο σημείο εκείνο καραδοκεί η Βαστίλλη που του αναλογεί. Μόνος τρόπος να το αποφύγει η εθελούσια αποχώρηση πριν η σήψη απλωθεί παντού. ...Αλλά αυτή είναι η διέξοδος που αμφιβάλλω αν ο ίδιος δύναται να κατανοήσει ότι του προφέρεται ως έσχατη διαφυγή από τον εξευτελισμό.   

 

 

 

 

4 Φεβ. 2021

Εμβολιασμός: Πολιτικό, οικονομικό

ή υγειονομικό διακύβευμα;

Καθώς οι μέρες περνούν γίνεται όλο και πιο σαφές ότι η μεγάλη υπόθεση του εμβολιασμού κατά του κορονοϊού μετατρέπεται σ’ ένα πρωτοφανών διαστάσεων εγχείρημα για την τύχη όλων μας. Αυτή ακριβώς η επιβεβαίωση, που πια κανένας δεν μπορεί να προσποιείται πως του διαφεύγει, θα περιμέναμε λόγω της μεγάλης κρισιμότητας της υπόθεσης να αποτελούσε το υπόδειγμα της σοβαρότητας και της υπευθυνότητας με την οποία την χειρίζονται οι πολιτικές ελίτ. Ιδίως εκείνες οι πολιτικές ελίτ που διατείνονται ότι συνιστούν θεσμικό φραγμό στους κάθε λογής λαϊκισμούς –ανάμεσά τους και σ’ εκείνον του αντιεμβολιακού κινήματος, που από την αρχή ήταν φανερό πως επένδυε  στην ακροδεξιάς κοπής ρητορική της χύδην αναξιοπιστίας των δημοκρατικών πολιτικών συστημάτων ανά τον κόσμο. 

Δυστυχώς, όμως, η σοβαρότητα και η υπευθυνότητα τελευταία στο ζήτημα των εμβολιασμών εξέλιπε απολύτως! Προσφέροντας κρίσιμο ζωτικό χώρο στην αντιεμβολιαστική αγυρτεία να επανέρχεται και προσδίδοντας βασιμότητα στο επιχείρημα ότι δεν είναι η υγειονομική πτυχή του ζητήματος που προηγείται στις πολιτικές αποφάσεις σχετικά με τον εμβολιασμό, αλλ' είναι οι τρέχουσες επικοινωνιακές ανάγκες κυβερνήσεων και θεσμικών οργάνων. Ιδίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο συνδυασμός των δεδομένων της συγκυρίας (π.χ. Brexit) με την προσπάθεια να μη θιγούν μεγάλα εταιρικά συμφέροντα φαρμακοβιομηχανιών έχει σαν αποτέλεσμα την παγίδευση σε μια παλινωδία απίστευτων διαστάσεων, εκεί ακριβώς που η σαφήνεια προθέσεων και αποφάσεων, η διακοινοτική αλληλεγγύη και η διοικητική και ηγετική αποτελεσματικότητα έπρεπε να είναι αδιαπραγμάτευτα στοιχεία.

Κάπως έτσι, η υποσχεσιολογία για τους εμβολιασμούς στο πλευρό των επικοινωνιακών τυχοδιωκτισμών και πλάι σε μια θλιβερά αποκαλυπτική κακώς νοούμενη πολιτική υποστήριξης των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα (εν προκειμένω σήμερα τις φαρμακοβιομηχανίες, αλλά νωρίτερα όλες τις ιδιωτικές επιχειρήσεις του κλάδου της Υγείας και εδώ και δεκαετίες γενικευμένα  με οδηγό τις ιδεοληψίες του νεοφιλελευθερισμού), γεννά υγειονομικά «τέρατα». Και δεν είναι πρώτη φορά απ’ όταν ξέσπασε η πανδημία!

Για να ξαναζήσουμε το σκηνικό κοινωνικής, οικονομικής και πολιτισμικής αποκάλυψης, που όλοι ζήσαμε και ακόμη ζούμε εδώ και ένα χρόνο υπό την επιλογή των λοκντάουν, και προς αποφυγή των ίδιων αστοχιών, αρκεί να θυμηθούμε την εξ αρχής κατ’ ανάγκη και στη συνέχεια καθ’ υποχρέωση αναγνώριση από τις πολιτικές ελίτ των συστημάτων δημόσιας Υγείας, ως του βασικού και αναντικατάστατου μέσου των οργανωμένων κοινωνιών να αντιπαλέψουν τον κορονοϊό. Μια αναγνώριση, η οποία, όμως, επειδή ακριβώς βρίσκεται στον πολιτικό αντίποδα της εμμονικής νεοφιλελεύθερης στάσης απέναντι σε οποιονδήποτε μηχανισμό υπό κοινωνικό έλεγχο, εκδηλώθηκε περισσότερο ως «σκηνικό» και λιγότερο ως πολιτική δέσμευση για αλλαγή πλεύσης.

Φυσικά τα χειροκροτήματα στα μπαλκόνια (που δεν συνέβησαν μόνο στην Ελλάδα) όχι μόνο δεν ήταν μια συμβολική αναγνώριση, όπως άφηναν  να εννοηθεί οι εμπνευστές τους, αλλά η συνέχεια απέδειξε ότι επρόκειτο για μια «πολιτική παράσταση» για να αισθανθούν  οι πολίτες υπό την πίεση της πανδημίας και έχοντας στραφεί με μεταφυσική ελπίδα στα δημόσια συστήματα Υγείας ότι οι κυβερνήσεις αντιλαμβάνονται δήθεν την αγωνία τους και αναπροσαρμόζουν τη συστηματική και αποδεδειγμένη εκ του αποτελέσματος πολιτική απαξίωσης της δημόσιας Υγείας προς όφελος ιδιωτών του κλάδου, προσβλέποντας σε μια νέα εποχή του κοινωνικού κράτους.

Κουραφέξαλα! Σήμερα αποδεικνύεται ότι κανενός είδους στρατηγική μονιμότερης και δομικού τύπου ενίσχυσης των δημόσιων συστημάτων Υγείας δεν έχει εφαρμοστεί και ό,τι περισσότερο έχει δαπανηθεί για τη δημόσια Υγεία αφορά στις αυξημένες ανάγκες νοσηλείας πολιτών λόγω του κορονοϊού (δηλαδή είναι πρόσκαιρη αύξηση δαπανών) και καθόλου δεν κατευθύνθηκαν οι δαπάνες αυτές σε ενδυναμώσεις των δημόσιων φορέων παροχής υπηρεσιών Υγείας! Κι όχι μόνον αυτό! Ήδη, μεγάλες ιδιωτικές επιχειρήσεις του κλάδου της Υγείας, στρέφονται ανοιχτά σε διεκδίκηση μεριδίου από προγράμματα δημόσιας χρηματοδότησης που δηλώνονται ως αφιερωμένα για την ενίσχυση των δημόσιων συστημάτων Υγείας. Και την ίδια ώρα, τα φαινόμενα ανεπίτρεπτης κερδοσκοπίας ιδιωτικών επιχειρήσεων, ενώ η πανδημία θερίζει πληθυσμούς, οικονομίες και δημοκρατικές ελευθερίες, δεν υποχωρούν. Το ίδιο το ζήτημα των εμβολίων αποδεικνύει του λόγου το ασφαλές.

Ας δούμε και την πτυχή των τεστς, ως μέρος μιας καθαρά υγειονομικής υπόθεσης που κατέστη τμήμα πολιτικής, οικονομικής διαχείρισης της πανδημίας. Στην Ελλάδα κατ’ εξοχήν, αλλ’ όχι μόνον εδώ, από την αρχή εκτυλίχτηκε ένα θέαμα προσχεδιασμένης περιορισμένης πρόσβασης των πληθυσμών στο αναφαίρετο δικαίωμά τους διά των τεστς να πληροφορούνται οι πολίτες, αν έχουν κολλήσει τον κορονοϊό, ή όχι. Κι αυτό είναι θεμελιώδες μέτρο αυτοπροστασίας κατά του κορονοϊού, αλλά και μείζονα συμβολή στην προσπάθεια ανακοπής μετάδοσής του από όποιον ήδη τον φέρει, προς άλλους ανθρώπους.

Αντ’ αυτού, είδαμε να κυριαρχούν κίνητρα της επιλογής περιορισμένης πρόσβασης σε γρήγορα και φθηνά τεστς (που θα έπρεπε να είναι αυτονόητη και διασφαλισμένη δυνατότητα για τους περισσότερους). Και τα κίνητρα αυτά ήταν δύο και ήταν αμιγώς πολιτικά:

- Το πρώτο αφορούσε στην υγειονομικά άκρως επικίνδυνη «πολιτική κωμωδία» στην Ελλάδα, να αποδειχτεί «πόσο καλά τα πήγαμε» σε σύγκριση με άλλες χώρες. (Και για να τελειώνει οριστικά και αυτό το μύθευμα πρέπει να λεχθεί ότι τότε στην αρχή της πανδημίας δεν ήταν διαθέσιμα σοβαρά στατιστικά δεδομένα για να αρκούν δειγματοληπτικά δεδομένα προς εξαγωγή συμπερασμάτων και ο μεγάλος αριθμός των τεστς -εάν τότε το προωθούσε η κυβέρνηση, αντί να το αποθαρρύνει με τα πανάκριβα τεστ σε ιδιώτες και πολύ μικρή πρόσβαση σε φθηνά τεστς στο δημόσιο σύστημα Υγείας- θα έδινε καλύτερη εικόνα του βαθμού διείσδυσης του κορονοϊού στον πληθυσμό. …Όμως τότε επελέγη το αδιανόητο «να κάνουμε λίγα τεστ για να «γράφουμε» λίγα κρούσματα»!!!)

- Το δεύτερο κίνητρο ήταν, σχεδόν ολόκληρη την πρώτη περίοδο της πανδημίας, να προτρέπονται οι πολίτες σε ιδιωτικά εργαστήρια για τεστ, φυσικά με το αζημίωτο. (Και φυσικά κανένας δεν αντιτίθεται στο δικαίωμα του ιδιώτη να αμείβεται ανάλογα με τις υπηρεσίες που προσφέρει στους καταναλωτές-πολίτες. Ποτέ, όμως, αυτό δεν είναι νοητό να συμβαίνει σε βάρος της δημόσιας Υγείας! Και τα ακριβά τέστς διαθέσιμα μόνο σε ιδιωτικά εργαστήρια και χωρίς συνταγογράφηση ασφαλώς κατά το πρώτο κύμα της πανδημίας είχε σαν αποτέλεσμα να μην ελεγχθούν ύποπτα περιστατικά, που μπορεί να μην κατέληξαν σε ΜΕΘ αλλά αναμφίβολα συνέβαλαν στην εξάπλωση του κακού.)

Ένα άλλο κρίσιμο στοιχείο είναι η αρχικά λογική και στη συνέχεια απόρροια συνειδητής επιλογής νεοφιλελεύθερη πολιτική απόφαση να κοιτάμε κατά προτεραιότητα τις διαθέσιμες δημόσιες κλίνες ΜΕΘ. Βεβαίως, καθ’ όλα επαινετή η μέριμνα διαχείρισης των ΜΕΘ ώστε κατά το δυνατό να μη μείνει κανένας πολίτης που θα το είχε ανάγκη χωρίς την αναγκαία νοσηλεία. Στη συνέχεια, όμως, αυτό κατέστη συντεταγμένη κυβερνητική πολιτική (στην Ελλάδα οπωσδήποτε αυτό συνέβη, όπως προκύπτει από δηλώσεις υπουργών), για να διαμορφώνεται συν τω χρόνω το αφήγημα ότι δήθεν δημόσιες δαπάνες για περισσότερες ΜΕΘ είναι ...σπατάλη! Και να αποφεύγονται έτσι αναγκαίες και χρήσιμες επενδύσεις στη δημόσια Υγεία εν μέσω πανδημίας.

Το «πολιτικό έγκλημα» επ’ αυτού είναι διπλό, διότι από την αρχή και πριν καν ακόμη αποφασιστεί το σχέδιο οικονομικής ανασυγκρότησης της ΕΕ για μετά την πανδημία, που εγκρίθηκε το περασμένο καλοκαίρι, οι Βρυξέλλες είχαν διακηρύξει ότι οι δαπάνες για τη δημόσια Υγεία όχι μόνον θα χρηματοδοτηθούν από επιδοτήσεις ευρωπαϊκών ταμείων προς τις χώρες-μέλη της ΕΕ (και όχι από δανεισμό), αλλ’ επιπλέον αυτές οι δημόσιες δαπάνες δεν θα «μετράνε» στο δημόσιο έλλειμμα. Αξιοποίησε άραγε καθόλου  η σημερινή ελληνική κυβέρνηση αυτούς τους πόρους για τη στήριξη του ΕΣΥ; Όσο κι αν ψάξετε, δεν θα βρείτε την πρώτη περίοδο της πανδημίας ούτε 1 ευρώ από πόρους της ΕΕ να έχει διατεθεί για τον σκοπό αυτό, την ώρα που η Ιταλία, η Ισπανία κι άλλες χώρες-μέλη στηρίχτηκαν καρά κόρον σε τέτοιες πηγές χρηματοδότησης των δημόσιων συστημάτων Υγείας τους στη μάχη κατά του κορονοϊού.

Τέλος, υπάρχει σήμερα το θέμα παραγωγής και διαχείρισης των εμβολίων (πάντα με δίκαιες αμοιβές για τις ιδιωτικές εταιρείες που τα παρήγαγαν και ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι έρευνες των εταιρειών αυτών για την ανακάλυψη των εμβολίων  ορθά χρηματοδοτήθηκαν αδρά από δημόσια ταμεία)! Και τί συμβαίνει, αντί για την ανάληψη από τις πολιτικές ηγεσίες άμεσα, συγκεκριμένα και χωρίς οπισθοχωρήσεις της ευθύνης παραγωγής και δίκαιας κατανομής των εμβολίων προς όφελος της ανθρωπότητας; Βλέπουμε μαλλιοτράβηγμα της Κομισιόν με τις φαρμακοβιομηχανίες με ολοφάνερη την απροθυμία επιβολής στοιχειώδους  κοινωνικής εποπτείας στην παραγωγή και τη διάθεση των εμβολίων.       

Ισχυρίζομαι ακριβώς ότι η συγκεκριμένη απροθυμία της ΕΕ να αναδειχτεί σε πρωτοπόρα παγκοσμίως δύναμη όχι μόνο στη συμβολή επιστημονικής προσπάθειας να έρθουν το συντομότερο τα εμβόλια κατά του κορονοϊού, να είναι και αποτελεσματικά και να κατανεμηθούν (και εκτός ΕΕ) δίκαια, είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της αποτυχίας του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού. Γιατί; Διότι στην Ευρώπη έπρεπε και μπορούσε να χρηματοδοτηθεί αφειδώς από δημόσια κονδύλια η έρευνα στα πανεπιστήμια και τις φαρμακευτικές εταιρείες για την ανακάλυψη των εμβολίων. Και μετά την ανακάλυψή τους, αντί να αναλώνεται μια ολόκληρη ήπειρος στην απολύτως ανόητη για τις ανάγκες αντιμετώπισης της πανδημίας σκιαμαχία της πατέντας υπέρ των ιδιωτών φαρμακοβιομηχάνων, να αναλαμβανόταν αμέσως η επιχείρηση πολιτικής εποπτείας στο μεγάλο εγχείρημα των εμβολίων. Αντ’ αυτών είδαμε φανατικές μάχες υπέρ της πατέντας, εμβολιαστικούς εθνικισμούς (όπως τους χαρακτηρίζει ο ΟΗΕ) και γελοίες πολιτικές επιχειρηματολογίες περί εταιρικών «δικαιωμάτων» ιδιωτών, σε βάρος των άλλων δικαιωμάτων, εκείνων που επιβάλλουν ισότιμη πρόσβαση όλων σε φθηνά εμβόλια.

Δυστυχώς για την Ελλάδα η θλιβερότερη σ’ όλη την ΕΕ παράσταση ανευθυνότητας και αμοραλισμού υπέρ της πατέντας δόθηκε από τον πρωθυπουργό! Που αντιδρώντας στη διεθνούς ενδιαφέροντος πρόταση Τσίπρα για επιβολή κοινωνικού ελέγχου στην υπόθεση των εμβολίων απάντησε στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης: "Πάλι καλά που δεν είπατε να κρατικοποιήσουμε την Pfizer με ένα νόμο και ένα άρθρο". Τι τραγικό για τη μοίρα του τόπου ένας πρωθυπουργός να ειρωνεύεται αυτό ακριβώς που όφειλε να κάνει! Να ειρωνεύεται την ίδια ώρα αυτό που και ο ΠΟΥ υποδεικνύει ως το δέον γενέσθαι! Και, πολιτικά, σε τί άραγε διαφέρει η απόφαση Τραμπ να αποχωρήσουν οι ΗΠΑ από τον ΠΟΥ, από την απόφαση Μητσοτάκη να ειρωνευτεί αυτό που εισηγείται ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας;              

Και αντιπαρέρχομαι εδώ το τεράστιο δημοκρατικό ζήτημα που έχει πλέον αναφυεί από την υπόθεση των εμβολιασμών, (δυστυχώς και πάλι κατ’ εξοχήν στην Ελλάδα), τόσο σε ό,τι αφορά την ισοτιμία πρόσβασης στα εμβόλια (ποιός ξεχνάει την παρέλαση κυβερνητικών παραγόντων δήθεν για παραδειγματικό εμβολιασμό), όσο και στη διατήρηση των πρακτικών της υγειονομικής επιτροπής (δηλαδή μιας επιστημονικής επιτροπής που μόνον υπό δημόσιο χαρακτήρα είναι νοητή) εκτός δημοσιότητας. 

Γι’ αυτό (και για μια σειρά άλλους λόγους που δεν είναι της παρούσης) πιστεύω ότι η υπόθεση των εμβολίων είναι η πιο τρανταχτή απόδειξη κατάρρευσης του εμμονικού νεοφιλελεύθερου μοντέλου παράδοσης κρίσιμων τομέων πρόδηλα βαρύνουσας κοινωνικής σημασίας στα χέρια ιδιωτικών συμφερόντων. Και καθόλου τυχαίο δεν θεωρώ ότι η κατάρρευση αυτού ακριβώς του μοντέλου οδηγεί με μαθηματική συνέπεια και στην επάλληλη και συνεπάγωγη κατάρρευση και του ευρωπαϊκού μοντέλου αλληλεγγύης -πολιτικού, οικονομικού και υγειονομικού μοντέλου.

Εδώ τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά απ’ όσο περίπλοκες αναλύσεις: Το αγαθό της ανθρώπινης Υγείας και της διαφύλαξής της κατά απόλυτη προτεραιότητα, ποτέ δεν μπορεί να συναρτάται με τους οικονομικούς κανόνες της προσφοράς και της ζήτησης. Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να συνδέεται με «επικοινωνιακά κόλπα» μηχανισμών και πολιτικών ηγεσιών. Αν αυτό δεν το κατανοούν οι σημερινές πολιτικές ελίτ, τότε το μόνο που απομένει να κάνουν είναι να αποχωρήσουν ησύχως, αφήνοντας «τα κλειδιά» σ’ εκείνους που μπορούν υπηρετήσουν τα χρειαζούμενα.

 

 

 

 

31 Ιαν. 2021

Η αγωγή Τσίπρα

και η μάχη των εμβολίων

Ποιός λέει όχι; Φυσικά και τα πολιτικά πρόσωπα οφείλουν να απέχουν από κάθε ενέργεια που στρέφεται κατά του αναπαλλοτρίωτου δικαιώματος των δημοσιογράφων να ερευνούν σε βάθος και να δημοσιεύουν χωρίς κανένα φτιασίδι και χωρίς καμιά υποχρέωση αποκάλυψης των πηγών τους τυχόν αστοχίες, σφάλματα ή και παρανομίες των αιρετών εκπροσώπων των πολιτών. Επίσης, είναι βέβαιο ότι τα πολιτικά πρόσωπα υπόκεινται σε κάποια απροσδιόριστων ορίων πιθανότητα αυθαιρεσίας από μεριάς των δημοσιογράφων όταν ερευνώνται οι δραστηριότητές τους, αφού όλα σχετικά με τα πρόσωπα αυτά επιβάλλει η δημοκρατία να βρίσκονται σε άπλετο φως, ώστε να μην απομένει κανένα ενδεχόμενο φαλκίδευσης της ευθύνης που αναλαμβάνουν απέναντι στους πολίτες εντολοδότες τους, από τυχόν άλλα κίνητρα, ακόμη και λόγω τυχόν εξαγοράς τους. Έτσι, αγωγές κατά δημοσιογράφων είναι πολιτικά μη επιθυμητές και καταδικαστέες, ιδίως εάν οι διεκδικούμενες αποζημιώσεις είναι σε πολύ μεγάλα ποσά.

Όλ’ αυτά ασφαλώς συντρέχουν στην αγωγή που κατέθεσε ο Αλέξης Τσίπρας!

Αυτό που δεν συντρέχει είναι η αποσιώπηση απ’ όσους ενοχλήθηκαν επικαλούμενοι την ελευθερία του δημοσιογράφου και την  υπεράσπιση του δικαιώματός του να γράφει ό,τι θέλει, πως το περιστατικό δεν λαμβάνει χώρα σε ομαλές συνθήκες λειτουργίας των μέσων ενημέρωσης. Αντίθετα, από τη συγκεκριμένη περίπτωση το μόνο που αναδύεται και επιβεβαιώνεται είναι το σκηνικό μιας σχεδόν δεκαετούς αδιάλειπτης αντιπαράθεσης των ιδιοκτησιών  του Τύπου και των λοιπών μέσων ενημέρωσης, με το συγκεκριμένο κόμμα και τον συγκεκριμένο πολιτικό αρχηγό. Μια βεντέτα, τελείως άσχετη με την υπηρέτηση των κανόνων της ενημέρωσης και της πληροφόρησης των πολιτών στο πλαίσιο μιας δημοκρατίας που λειτουργεί διασφαλίζοντας την ομαλότητα.

Και αν υπάρχει μια υποχρέωση των πολιτικών προσώπων να απέχουν από δικαστικές εκκαθαρίσεις τυχόν διαφορών  τους με δημοσιογράφους, ώστε να υπογραμμίζεται ακόμη και μέσω αυθαίρετων δημοσιογραφικών πρακτικών η ελευθερία του Τύπου, άλλο τόσο -και περισσότερο, στην εποχή μας- υπάρχει παράλληλη και αλληλεξαρτώμενης βαρύτητας και σημασίας υποχρέωση των δημοσιογράφων να απέχουν από κάθε συμπεριφορά, η οποία να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο υπόνοιας ότι δεν ενημερώνουν, αλλ’ ότι «κάνουν πολιτική». Αν μάλιστα «κάνουν πολιτική» υπηρετώντας συμφέροντα, πολιτικά, οικονομικά, επιχειρηματικά, μιντιακά, πολλώ μάλλον οφείλουν οι δημοσιογράφοι να απέχουν απολύτως από βεντέτες κατά πολιτικών προσώπων, τα οποία είναι πασίγνωστο ότι έχουν συγκρουστεί με τα ίδια συμφέροντα.         

Από τα γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας, προκύπτει διά γυμνού οφθαλμού ότι 2 πολιτικά πρόσωπα προφανώς και προδήλως υπήρξαν προνομιακοί στόχοι τέτοιων συμφερόντων, με τη δημοσιογραφία να αναλαμβάνει τη «βρώμικη πολιτική δουλειά»: Ο Τσίπρας και ο Γ. Παπανδρέου! Και οι δύο πρώην πρωθυπουργοί. Και οι δύο έχοντας επιχειρήσει να συγκρουστούν ανοιχτά με τα εκδοτικά συμφέροντα, προφυλακή ενός μεγάλου κύκλου συμφερόντων, που χωρίς κανένα δισταγμό, φαλκιδεύοντας κατάφωρα τη δημοκρατία και παραβιάζοντας βάναυσα θεμελιώδεις υποχρεώσεις τους απέναντι σε συνταγματικής κατοχύρωσης ρυθμίσεις, διαμόρφωσαν  ένα πανίσχυρο μπλοκ εξουσίας.

Ταυτόχρονα διά γυμνού οφθαλμού προκύπτει ότι παρ’ όλο που το συμβόλαιο των εκδοτικών και δημοσιογραφικών κυκλωμάτων με τα συμφέροντα που υπηρετούν τηρήθηκε και παρήγε απτά πολιτικά αποτέλεσμα (δηλαδή την εκδίωξη τόσο του Αλ. Τσίπρα όσο και του Γ. Παπανδρέου από την πρωθυπουργία, για να τους αντικαταστήσουν ο Κυρ. Μητσοτάκης και ο Αντ. Σαμαράς αντίστοιχα), το ίδιο μπλοκ εξουσίας δημοσιογραφίας και συμφερόντων δεν διερράγη και ως σήμερα παραμένει ενεργό πλήττοντας με την γνωστή αυταπάρνηση των πληρωμένων δολοφονιών (πολιτικών) χαρακτήρων τους ίδιους πολιτικούς αρχηγούς, ως και σήμερα. Μ’ άλλα λόγια, δεν ομιλούμε περί ενός πρόσκαιρου και συγκυριακού μηχανισμού προαγωγής συμφερόντων και διαχείρισης της εξουσίας προς όφελός τους, αλλά για τον «συστημικό πυρήνα» της όλης υπόθεσης.

Νομίζω πως πρόδηλο την ίδια ώρα είναι και ποια πολιτικά πρόσωπα μετα μανίας υποστήριξε ο ίδιος μηχανισμός (παρα)πληροφόρησης.

Η σχεδόν πλήρης αποστασιοποίηση του ίδιου μπλοκ εξουσίας από τις ταξικών προσδιορισμών πολιτικές αντιπροσωπεύσεις (που επιβάλλονται στο πλαίσιο μιας λειτουργούσας δημοκρατίας), αποδεικνύει ότι ο βασικός κανόνας του δημοκρατικού θεσμικού πλαισίου (δηλαδή η εκπροσώπηση κοινωνικών ομάδων), έχει καταπέσει. Επομένως, το μπλοκ εξουσίας που σήμερα κυβερνάει την Ελλάδα, δεν προέκυψε από μια ομαλή διαδικασία καταγραφής των κοινωνικών αντιθέσεων στο κομματικό εποικοδόμημα, αλλά από μια εγκάρσια διαταξική άρθρωση συμφερόντων και προνομίων γύρω από έναν μηχανισμό εξουσίας.

Κατόπιν αυτών, τίθεται το ερώτημα: Πώς μπορεί σε τέτοιες συνθήκες να εγείρονται ενστάσεις σχετικά με τη δημοκρατική προαίρεση του Αλέξη Τσίπρα, επειδή κατέθεσε τη συγκεκριμένη αγωγή κατά συγκεκριμένων δημοσιογράφων; Φυσικά και προάγει την υπεράσπιση της δημοκρατικής ομαλότητας κάθε πράξη και ενέργεια πολιτικού προσώπου, η οποία συμβάλλει στην επαλήθευση του γεγονότος ότι εδώ δεν έχουμε κάνουμε με την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης, αλλά μ’ ένα απροκάλυπτο  πολιτικό (και καθόλου ενημερωτικό) παιγνίδι, που παίζεται μάλιστα υπό τους όρους της ανεπίτρεπτης αήθειας δολοφονίας ηγετικών χαρακτήρων.

Σε αντίθεση με τα φληναφήματα των πολιτικών αντιπάλων του Αλ. Τσίπρα και του Γ. Παπανδρέου περί δήθεν επίθεσης του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατά του δικαιώματος στην ελευθεροτυπία, εγώ φρονώ ότι η αγωγή Τσίπρα είναι δημοκρατικό καθήκον του, στο πλαίσιο της προσπάθειας ακριβώς να αποδομηθεί αυτό το μύθευμα και να αναλάβει ο Τσίπρας τις στοιχειώδεις πολιτικές υποχρεώσεις του, όπως αυτές απορρέουν από τον θεσμικό ρόλο του σαν αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Κάτι που ως σήμερα απέφευγε να κάνει, στο πλαίσιο μιας κακώς νοούμενης ανοχής σε αντιδημοσιογραφικές και αντιδημοκρατικές πρακτικές, υπό το πρόσχημα ότι εάν τυχόν το έκανε θα βαλλόταν η ελευθεροτυπία.  Αντιθέτως, εάν ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν είχε κάνει την αγωγή, θα ήταν σαν να  απεκδυόταν της βασικής υποχρέωσής του να υπερασπίζεται τη δημοκρατία και την ελευθεροτυπία, επειδή απλά οποιαδήποτε ανοχή σε μεθοδεύσεις φαλκίδευσης των θεσμών (ανάμεσά τους και την πληροφόρηση των πολιτών με πειστική απόσταση από κομματικά, επιχειρηματικά και εκδοτικά συμφέροντα) είναι μια μικρή δημοκρατική εκτροπή.  

Και τώρα που ξεκαθαρίσαμε όχι μόνο γιατί είναι δημοκρατικώς αναγκαία η αγωγή του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης κατά των συγκεκριμένων δημοσιογράφων, για τον συγκεκριμένο λόγο και με τη συγκεκριμένη αυστηρότητα, αλλά διασαφηνίσαμε και γιατί ο Τσίπρας, όφειλε να την καταθέσει, μερικά ακόμη πολιτικά συμπεράσματα.     

1. Τα κεντρικά πολιτικά πρόσωπα-στόχοι του εν λόγω μηχανισμού παραπληροφόρησης, ως κρίσιμου εταίρου του μπλοκ εξουσίας που νέμεται σήμερα τη διακυβέρνηση της Ελλάδας, αποδεικνύουν ότι οι δύο πρώην πρωθυπουργοί παραμένουν ως τις μέρες μας και ο μεγάλος φόβος τους. Ο Αλέξης Τσίπρας και ο Γιώργος Παπανδρέου είναι οι δύο πολιτικοί που ορίζουν τον αντίποδα του σημερινού στυγνού μηχανισμού εξουσίας και προαγωγής συμφερόντων.

Γι’ αυτό και η προσέγγισή τους όχι μόνο είναι εξηγήσιμη αλλά και άκρως χρήσιμη και τελικά αναγκαία για τον επαναπροσδιορισμό των ορίων της υπό ανασυγκρότηση μεγάλης δημοκρατικής παράταξης με κορμό σήμερα στην Ελλάδα την πολιτική αριστερά.

2. Ορισμένοι από τον χώρο της προοδευτικής παράταξης, στην απόπειρά τους να υποστηρίξουν τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης στο πλαίσιο της τρέχουσας κομματικής διαπάλης, θυμούνται το «θα τους ταράξουμε στη νομιμότητα» του αείμνηστου Ηλία Ηλιού, ως μέρος της δημοκρατικής τεκμηρίωσης του γιατί κατατέθηκε η αγωγή Τσίπρα.

Εγώ δεν βρίσκω καμιά σχέση μεταξύ των δύο γεγονότων. Το ένα, κατά την εποχή του Ηλιού, αφορούσε στην εξάντληση των ορίων του θεσμικά οργανωμένου σε αντιδημοκρατικές βάσεις τότε κράτους της δεξιάς ως πεδίου άσκησης της πολιτικής που η αστυνομοκρατία επέτρεπε στην αριστερά να έχει. Σήμερα, παρά το θλιβερό φαινόμενο της νέας αστυνομοκρατίας του Χρυσοχοΐδη, ήταν ο ίδιος ο Τσίπρας που ως σήμερα ανεχόταν την αντιδημοκρατική πρακτική παραπληροφόρησης, ακόμη και με στόχο τον ίδιον.  Και τούτο, όπως εξήγησα πιο πάνω, ως μέρος μιας κακώς νοούμενης αντίληψης για τα όρια της δημοσιογραφικής αυθαιρεσίας, ενώ, αντίθετα (όπως επίσης εξήγησα προηγουμένως), ούτε με δημοσιογραφία είχαμε να κάνουμε αλλ’ ούτε και με δημοκρατικές πρακτικές, με μόνο στόχο όλων αυτών την προαγωγή συμφερόντων του μπλοκ εξουσίας που σήμερα κυβερνά και με ένα από τα μέσα για την προαγωγή των συμφερόντων αυτών τη δολοφονία πολιτικών χαρακτήρων, των πολιτικών ηγετών που σήμερα εξακολουθούν να απειλούν τα συμφέροντα αυτά και τις πολιτικές εκπροσωπήσεις τους. Είναι θετικό που ο Τσίπρας εγκαταλείπει αυτή την κακώς νοούμενη ανοχή, που σε τελευταία ανάλυση εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται πως έπληξε τόσο την ελευθεροτυπία όσο και τη δημοκρατία. Και φυσικά οφείλει να συνεχίσει στην πορεία αποπαγίδευσης του εαυτού του και της παράταξης της οποίας ηγείται από τέτοιες εμπλοκές.

3. Το φαινόμενο των fake news, ως συντεταγμένη πρακτική του σύγχρονου μοντέλου (παρα)πληροφόρησης, αποδεικνύει τον βασικό ισχυρισμό μου στην παρούσα ανάλυση: Η ελευθεροτυπία, όπως τείνει να γίνεται αποδεκτή στην εποχή μας, όχι μόνο δεν υπηρετεί την ενημέρωση  αλλά οι πρακτικές της ενδεχομένως πλήττουν τη δημοκρατία, ως εκτροπές της κατηγορίας «προπαγάνδα» (με όλη την ιστορική φόρτιση του όρου). Στην Ελλάδα, όπου τα μέσα ενημέρωσης αποτελούν κεντρικό συνεκτικό στοιχείο του (πολιτικού-επιχειρηματικού-μιντιακού) μηχανισμού εξουσίας, περισσότερο απ’ όσο στις περισσότερες άλλες χώρες του δυτικού δημοκρατικού μοντέλου, είναι φυσικό και απολύτως ερμηνεύσιμο γιατί τα fake news και η δολοφονία πολιτικών χαρακτήρων διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην παραγωγή πολιτικών εξελίξεων.      

4. Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι με σχεδόν πανομοιότυπες μεθόδους την ίδια πρακτική δολοφονίας πολιτικών χαρακτήρων ακολουθούν δημοσιογράφοι και ιδιοκτησίες μέσων ενημέρωσης και απέναντι σε πολιτικά πρόσωπα που διεθνώς απειλούν το στερέωμα του εσμού συμφερόντων τα οποία συγκεντρώνονται στην επίσης κακώς νοούμενη παγκοσμιοποίηση. Τα παραδείγματα του Τζέρεμι Κόρμπιν και του Μπέρνι Σάντερς είναι ενδεικτικά! Το ίδιο ενδεικτικό και για τη δολοφονία  ηγετικών πολιτικών χαρακτήρων που ασκούν δημοκρατική διακυβέρνηση είναι το παράδειγμα του Έβο Μοράλες στη Βολιβία.

Η με σχεδόν νευρικού τύπου ανακλαστική ευθυγράμμιση των ελληνικών μελών του μπλοκ συμφερόντων εξουσίας που κυβερνά τη χώρα μας με τους αντιπάλους των πιο πάνω  διεθνούς ακτινοβολίας προοδευτικών πολιτικών προσωπικοτήτων, είναι σαφής. Όμως έχει σημασία να κατανοηθεί ότι ο συνεκτικός επεξηγηματικός ιστός του γιατί συμβαίνει αυτό δεν είναι κάποια σύμπτωση απόψεων στο πεδίο των πολιτικών ιδεολογιών (ακόμη και συντηρητικών), αλλά η ανίχνευση άρθρωσης ομοειδών συμφερόντων γύρω από την πολιτική δεξιά διεθνώς, ώστε να προάγονται τα συμφέροντα αυτά σε βάρος του εκάστοτε υπάρχοντος δημόσιου συμφέροντος ανά χώρα. Ένα από τα πιο ενδεικτικά παραδείγματα της συγκυρίας η στάση της ευρωπαϊκής δεξιάς και στην Ελλάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη απέναντι στην πρόδηλη πια αναγκαιότητα τα δικαιώματα των εμβολίων να περιέλθουν στα χέρια κοινωνικά ελεγχόμενων φορέων και να αφαιρεθούν από τις αυθαίρετες πρακτικές των ιδιωτικών εταιρειών.

Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν μπορούσε να γίνει πιο σαφής ως προς τις πολιτικές προθέσεις του επ’ αυτού, όταν τελευταία ειρωνευόταν την πρόταση Τσίπρα για τις πατέντες των εμβολίων, με τη φράση «πάλι καλά που δεν ζητήσατε να κρατικοποιηθούν Pfizer και AstraZeneca με ένα νόμο και ένα άρθρο». Μια ειρωνεία, που με την αφέλειά του ο Κυριάκος Μητσοτάκης και προφανώς ακουσίως στην προσπάθεια του να προσεταιριστεί συμφέροντα και πολιτικές, αναδεικνύει τη συγκλονιστικά επίκαιρη βαρύτητα του ερωτήματος: Τι είναι πιο δημοκρατικό, η προαγωγή των συμφερόντων της Pfizer και της AstraZeneca, ή επιβολή κοινωνικού ελέγχου στα δικαιώματα και τη διαχείριση των εμβολίων;

Ακόμη απορείτε για τον τρόπο με τον οποίο η σημερινή κυβέρνηση διαχειρίζεται την εκκαθάριση του μεγάλου σκανδάλου της Novartis;

 

 

 

 

25 Ιαν. 2021

Απλές οδηγίες πολιτικής επικοινωνίας

Η πανδημία και τα λοκντάουν σ’ ολόκληρο τον πλανήτη έχουν οδηγήσει τα πολιτικά συστήματα και τις ηγεσίες τους σε νέα μοντέλα παραγωγής πολιτικής και επικοινωνίας της προς το εκλογικό σώμα.

Το ίδιο το κομματικό φαινόμενο, ως αμετακίνητη πολιτική σταθερά του δυτικού δημοκρατικού μοντέλου, διέρχεται μεγάλη κρίση, που τείνει να προσλάβει χαρακτήρα υπαρξιακού αδιεξόδου. Ίσως, διότι η διαδικασία εκπροσώπησης, δηλαδή η per se λειτουργική πτυχή του ίδιου δημοκρατικού μοντέλου, αρχίζει να αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες στον εντοπισμό των ομάδων που συμμετέχοντας στα κοινά διαμορφώνουν την ίδια την πολιτική και προσδίδουν περιεχόμενο αδήριτης ανάγκης στην αντιπροσώπευση. Επί πλέον, ο θρίαμβος της virtual επαφής μεταξύ των ανθρώπων-πολιτών, στον αντίποδα της φυσικής επικοινωνίας (που τα λοκντάουν περιορίζουν και κάνουν ταυτόχρονα να φαίνεται σαν αχρείαστη), εκ των πραγμάτων μεταβάλλει ουσιαστικά το ίδιο το πεδίο της πολιτικής. Με λειτουργίες, φορείς και θεσμούς (όπως οι τηλεπικοινωνίες, οι υπολογιστικές ηλεκτρονικές βάσεις των κοινωνικών δικτύων και οι ηλεκτρονικές συναλλαγές πάσης φύσεως) να υποκαθιστούν το γνήσιο και ανεπιτήδευτο δημοκρατικό φως της δημοσιότητας.

Κάπως έτσι ανοίγουν, μόλις σήμερα και με μεγάλη καθυστέρηση, ζητήματα δημόσιου διαλόγου σχετικά με το εάν -για παράδειγμα- το κλείσιμο των λογαριασμών του Τραμπ στο twitter είναι απόδειξη του αντιδημοκρατικού χαρακτήρα των κοινωνικών δικτύων, όταν είναι γνωστό και επιβεβαιωμένο εδώ και δεκαετίες ότι η ίδια η βάση των δικτύων αυτών, τεχνικά και ηθικά, ομολογημένα είναι αντιδημοκρατική, ως ιδιωτική ιδιοκτησία και επιχειρηματική δραστηριότητα που δεν υπόκειται σε κανέναν έλεγχο του υποκειμένου της πολιτικής (δηλαδή της ίδιας της κοινωνίας), αν και ασκεί τελικά πολιτική -εκτός και άλλων δράσεών της. Ενδεικτικό του πόσο καθυστερημένη είναι η αντίδραση του οργανωμένου δυτικού δημοκρατικού μοντέλου στο φαινόμενο -κατ’ αρχάς κοινωνικό αλλά ολοένα και πιο πολιτικό, όσο κυλάει ο χρόνος- των κοινωνικών δικτύων είναι ότι μόλις τώρα στην Ευρώπη και στην Ελλάδα λαμβάνονται μέριμνες για την (απόπειρα) εποπτείας και κοινωνικού ελέγχου στα κοινωνικά δίκτυα, με την ανάθεση του εποπτικού ελέγχου τους σε φορείς δημόσιου χαρακτήρα. Στην Ελλάδα τέτοιος φορέας είναι το ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο (ΕΡΣ), στο οποίο, σε σχέδιο νόμου που δεν έχει κατατεθεί ακόμη στη Βουλή αλλά το περιεχόμενό του γνωστοποιήθηκε, ανατίθεται η ευθύνη παρακολούθησης των συμβαινόντων στο facebook, το  twitter και τα άλλα δίκτυα.

(Σημ.: Έγραψα πιο πάνω τη λέξη «απόπειρα» τοποθετώντας την εντός παρένθεσης. Γιατί; Απλούστατα διότι περί προσχηματικής εν πολλοίς απόπειρας πρόκειται και καμιά προσδοκία δεν προκύπτει ότι η προσπάθεια θα επιτύχει! Τουναντίον, ανάλογες απόπειρες κοινωνικής εποπτείας και ελέγχου  στα μέσα ενημέρωσης (προσπάθεια που ανελήφθη ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 διεθνώς) απέτυχαν απολύτως! Αρκεί να υπενθυμίσω ότι το κρίσιμο σημείο της ίδια της προσπάθειας εποπτείας και ελέγχου των μέσων ενημέρωσης, δηλαδή τουλάχιστον η διαφάνεια ως προς τις ιδιοκτησίες των επιχειρήσεων «μίντια» ώστε το λιγότερο να είναι στο φως τα κίνητρα τους, κατέληξε στο πελώριο φιάσκο τον off shore, στις οποίες και χωρίς καμιά δυνατότητα ελέγχου ανήκουν κατά συντριπτική πλειοψηφία κανάλια και εφημερίδες σ’ όλο τον κόσμο.

Η παρένθεση δηλαδή που έθεσα στη λέξη «απόπειρα» είναι η έκφραση της εδραίας αμφιβολίας μου ότι το εγχείρημα εποπτείας των κοινωνικών δικτύων έχει την οποιαδήποτε πιθανότητα να επιτύχει τον σκοπό του. Όπως αμφιβάλλω, ακόμη, ότι δεν γνωρίζουν οι εμπνευστές της παρούσας απόπειρας εποπτείας επί των κοινωνικών δικτύων πως η προσπάθεια που δηλώνουν ότι αναλαμβάνουν είναι εξ αρχής υπονομευμένη και  καταδικασμένη να αποτύχει. Άρα, αναλαμβάνεται περισσότερο για να εκτονώνονται υπαρκτές αντιδράσεις για την αντιδημοκρατική βάση -επαναλαμβάνω, τεχνική και ηθική- των κοινωνικών δικτύων ως των «μέσων ενημέρωσης του 21ου αιώνα», και να αναπαράγεται τελικά ο ανεξέλεγκτος παρεμβατικός ρόλος τους σε ζητήματα άμεσου δημοκρατικού ενδιαφέροντος.   

Να αναφέρω μόνον, ακόμη, εδώ, ότι η διαδικασία τέτοιας εποπτείας και ελέγχου επί των κοινωνικών δικτύων (όπως αναλόγως ισχύει και επί των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης) είναι αναγκαία απολύτως, προκειμένου να διασφαλίζεται η ισορροπημένη και ακριβής πληροφόρηση των πολιτών, ώστε εν συνεχεία να λειτουργεί ορθά και χωρίς στρεβλώσεις η κορυφαία στις δημοκρατίες διαδικασία ανάθεσης της ευθύνης αντιπροσώπευσης (μέχρι σήμερα στα κόμματα) διά της ψήφου, από ισότιμα και επί του πραγματικού ενημερωμένους πολίτες.

Ωστόσο, πρέπει να τονίσω πως δεν έχει  σημασία (ως πλήρως άγονη στάση απέναντι στο πρόβλημα που συζητάμε) να περισσεύει ο καταγγελτικός λόγος για τον ρόλο των κοινωνικών δικτύων! Αντίθετα, η πολύ σοβαρή αυτή συζήτηση δέον να επικεντρωθεί  στο πώς θα (μπορούσαμε να) εξουδετερώσουμε την αντιδημοκρατική -και συνεπώς αντιδραστική- φύση τους, εκμεταλλευόμενοι τις διόδους δημοκρατικής διέλευσης που εξ ιδίων επιτρέπουν να υφίστανται στις τεχνικές πλατφόρμες όπου στηρίζουν τις λειτουργίες τους. Κάτι που (αναγκάζονται να) επιτρέπουν να συμβαίνει, με απώτερο σκοπό να «περάσουν» μαζικά την εγκαθίδρυση της ηγεμονίας τους, θριαμβεύοντας στο τέλος ως τα κύρια μέσα επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων της εποχής μας, παραμερίζοντας τον Τύπο και την τηλεόραση, όπου όλα συμβαίνουν στο φως της δημοσιότητας και αξιολογούνται αναλόγως.

Τη συζήτηση, όμως, αυτή εμπεριστατωμένα και λεπτομερώς θα κάνουμε κάποια άλλη φορά! Άλλωστε ο διάλογος αυτού του σκοπού βρίσκεται ακόμη διεθνώς στα σπάργανα και το μόνο παγκόσμιο μέσο αντίστασης (άναρχο και τελικά αναποτελεσματικό) στην αντιδημοκρατική βουλιμία  των δικτύων αυτού του τύπου, είναι τα χακαρίσματα! Τα οποία περισσότερο έναν υπολογιστικό λουδιτισμό (ως προς την αποτελεσματικότητά τους) θυμίζουν στην πλανητική μάχη ελέγχου των ηλεκτρονικών υπολογιστών, παρά ουσιαστικό δημοκρατικό αντίλογο και μέτρο.

Άρα, όσα ως εδώ είπαμε για τα κοινωνικά δίκτυα ήταν απλά η εισαγωγή σε όσα θα πούμε στη συνέχεια. Εισαγωγή απαραίτητη, όπως θα φανεί στη συνέχεια, για να πραγματευτούμε το θέμα που κυρίως ενδιαφέρει. Έτσι, λοιπόν, σήμερα, θα μιλήσουμε μόνο για τα τρέχοντα πολιτικά ζητήματα που αφορούν σ’ αυτή τη συζήτηση! Με αρχή τη διαπίστωση ότι η πολιτική αριστερά προσεγγίζει το θέμα αυτό με μια άκρατη και πασιφανή καθυστέρηση και αναλυτική μειονεξία, ιδεολογικά ίσως ερμηνεύσιμη, αλλά επί του πεδίου παραγωγής των επιθυμητών αποτελεσμάτων (δηλαδή στη ζώσα πολιτική) τουλάχιστον ακατανόητη!    

Ας δούμε τον ΣΥΡΙΖΑ! Με το ασυλλόγιστο ξόδεμα του πολιτικού χρόνου του (που αποτελεί και πολιτικό κεφάλαιο, θυμίζω) για ένα συνέδριο που όσο περνάει ο καιρός μοιάζει όλο και λιγότερο αναγκαίο, το πρακτικό αποτέλεσμα είναι να χάνεται το νήμα επαφής του κόμματος με τον κόσμο, τους πολίτες τους οποίους φιλοδοξεί και διατείνεται πως επιθυμεί να εκπροσωπήσει. Τούτου δοθέντος, τί σημασία έχει αν ο ΣΥΡΙΖΑ χρησιμοποιεί κατά κόρον τα κοινωνικά δίκτυα και τις μοντέρνες πλατφόρμες πληροφόρησης και διασποράς της ενημέρωσης που αφορά σ’ αυτόν για να «περάσει» την πολιτική του στους πολίτες, …αν πάσχει το μήνυμα που εκπέμπει;

Πρακτικό ερώτημα που έπεται: Διερωτώμαι, ό,τι και να λέει το καταστατικό του ΣΥΡΙΖΑ πριν τη διεύρυνση και όσο και να είναι θέμα αρχών ο σεβασμός στις ρυθμίσεις του, πώς θα μπορούσε η τήρηση της προβλεπόμενης και ισχύουσας  καταστατικής διαδικασίας, να καταλήγει σε ακύρωση (για αντικειμενικούς λόγους, εν προκειμένω η πανδημία και η πρακτική αδυναμία διενέργειας του συνεδρίου) των ίδιων των σκοπών του κόμματος; Μ’ άλλα λόγια, ενώ η χώρα βυθίζεται και η ανάγκη εναλλακτικής διακυβέρνησης γίνεται όλο και πιο πιεστική, ο ΣΥΡΙΖΑ με τις επιλογές του, την αντιπολίτευση που ασκεί και την κραυγαλέα αδυναμία του να αρθρώσει  στοιχειώδη εναλλακτικό πολιτικό λόγο είναι σαν να ζητάει από την ιστορία, αλλά και τους πολίτες που θέλει να εκπροσωπήσει, να περιμένουν …πρώτα να γίνει το συνέδριό του και μετά να αναλάβει τις ευθύνες που επιμερίζονται στο κομμάτι του. Πρόκειται δηλαδή για καθαρό πολιτικό παραλογισμό!

Όσοι με παρακολουθούν γνωρίζουν ότι από πολύ νωρίς διετύπωσα τη γνώμη πως το νέο κόμμα που χρειάζεται να οικοδομηθεί για να αντέξει στις διαδικασίες της σύνθετης συγκυρίας, οφείλει να στηριχτεί στην πολιτική παραδοχή ότι τα δικαιώματα των παλιών μελών του είναι αναπαλλοτρίωτα και ταυτόχρονα ο σεβασμός  ισοτιμίας σε όσους προσέρχονται στο κόμμα τα τελευταία λίγα χρόνια μη  διαπραγματεύσιμος. Διερωτώμαι και πάλι: Δεν κατανοεί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ότι αυτή η συζήτηση, που τότε (πριν έρθει η πανδημία) εγκαινιάσαμε και διεξήγαμε εν όψει του συνεδρίου, είναι πλέον οριστικά ξεπερασμένη; Ρητορικό το ερώτημα, γνωστή η απάντηση: Είτε δεν το κατανοούν, είτε υπεκφεύγουν της ανάληψης ευθυνών που τους αναλογούν, καταδικάζοντας ένα ολόκληρο κίνημα, μαζικό και λαογέννητο να περιέλθει σε κατάσταση πολιτικής αφασίας!

Η συζήτηση περί δικαιωμάτων εσωκομματικής δημοκρατίας παλιών και νέων μελών και περί τήρησης καταστατικών όρων απλά έχει τελευτήσει οριστικά. Βρισκόμαστε σε επόμενη φάση, όπου κρίνεται η ικανότητα παραγωγής πολιτικών λύσεων, με τους όρους συντριπτικής αμεσότητας που επιβάλλει η ειδική συνθήκη της καταστροφής της πανδημίας, δηλαδή εδώ και τώρα, απέναντι σε μια καθοδική πορεία στην οποία οδηγεί τη χώρα η σημερινή κυβέρνηση και η οποία αν παραταθεί πολύ ακόμη η ζημία θα είναι μη αντιστρέψιμη. Επομένως, προφανώς γεννάται θέμα πολιτικής νοημοσύνης (σε τελευταία ανάλυση μείζον θέμα πολιτικής αξιοπιστίας) έναντι των πολιτών, σε ό,τι αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ.  

(Σημ.: Με την ευκαιρία αυτού του διαλόγου, μια παρατήρηση. Λυπάμαι, αλλά οι «ομπρέλες», η ΡΕΝΕ και άλλα ανάλογα, όχι μόνο δεν ενδιαφέρουν τους πολίτες δεδομένων των οξυμμένων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν, αλλά συνιστούν και αντένδειξη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ κατανοεί τα προβλήματα αυτά και έχει τη διάθεση και τις λύσεις που απαιτούνται για να τα αντιμετωπίσει. Μπορεί τα κείμενα προσυνεδριακού διαλόγου των ρευμάτων και των διαφόρων συνιστωσών να είναι καθ όλα άρτια -ακόμη και ενδιαφέροντα- για έναν προσυνεδριακό διάλογο υπό «μη πανδημικές συνθήκες» και να αυτοανακηρύσσονται από τους εισηγητές τους ως συμβολές στην προγραμματική αλλαγή που έχει ανάγκη η χώρα, αλλά η πραγματικότητα δεν αστειεύεται μ’ αυτά: όσο καλά και να ήταν, αυτά τα προσυνεδριακά κείμενα ανιχνεύονται ως δραματικά άγονος πολιτικός λόγος, απλούστατα διότι όλα στο φαντασιακό και υποσχετικό περιεχόμενό τους εκτυλίσσονται στην αναληθή βάση ότι πρόκειται για ένα συνέδριο που τελείται εκτός πανδημίας.

Αυτήν την απλή κατανόηση των πραγμάτων, που συναισθάνεται και ο πλέον πολιτικά ανεκπαίδευτος πολίτης, φαίνεται ανίκανη να αντιληφθεί η «πολιτική τεχνοκρατία» του ΣΥΡΙΖΑ. Πως, λοιπόν, να πειστούν οι πολίτες από τον ΣΥΡΙΖΑ και να μπουν στη συζήτηση για τα περαιτέρω; Απλά αποστρέφουν το βλέμμα τους και επικεντρώνονται στον αγώνα του «έπους της καθημερινότητας» που ορίζει πρωταρχικά τον βίο και τα ενδιαφέροντά τους. Ήδη, αν ο ΣΥΡΙΖΑ χρειάζεται (και το χρειάζεται, είναι σαφές) να εκπέμψει εγγενή πειθώ ως φορέας πολιτικής αλλαγής, το πρώτο που θα όφειλε να κάνει είναι να ανακοινώσει ότι το περίφημο συνέδριό του είναι αχρείαστη χρονοτριβή και με σοβαρό κόστος πολιτικής αποτελεσματικότητας, σε σχέση με τα πολιτικά ζητούμενα των καιρών. Έτσι, το συνέδριο αυτό είτε θα έπρεπε να αναβληθεί για πολύ χρόνο και μέχρι νεωτέρας, είτε θα έπρεπε να ανακηρυχτεί με πολιτική απόφαση της ηγεσίας του ως «πολιτικώς τετελεσμένο» (και αυτό σε σημαντικό βαθμό είναι και η αλήθεια, αφού ό,τι ήταν επί της πολιτικής ουσίας να λεχθεί στο πλαίσιό του έχει ήδη διατυπωθεί και δημοσιοποιηθεί  και το μόνο που απομένει είναι η αναμέτρηση για το «γραφειοκρατικό ψητό» των μηχανισμών, δηλαδή η μάχη για τον έλεγχο των κομματικών οργάνων, που καθόλου δεν σχετίζεται με τα προβλήματα της χώρας και των πολιτών της). Αυτό κι αν είναι αντεπαναστατική γραφειοκρατικοποίηση των υποθέσεων του παρόντος λαογέννητου κινήματος λαϊκής βάσης, που αποτελεί και τον μόνον παράγοντα που θα μπορούσε να εγγυηθεί την αναγκαία πολιτική αλλαγή!)       

…Κι εδώ ξαναπιάνω το νήμα με το ζήτημα που ξεκίνησα τη σημερινή ανάλυση: Η αξιοποίηση των κοινωνικών δικτύων δεν είναι ένα διαθέσιμο μέσο για να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ ότι κάνει και η ΝΔ! Αν ο ΣΥΡΙΖΑ παρεμβαίνει στα κοινωνικά δίκτυα για να ενδυναμώνει την άγονη αντιπαράθεση της νεοδημοκρατικής κομματικής γραφειοκρατίας (που κατέχει την εξουσία) με την αντίστοιχη του ΣΥΡΙΖΑ (που διεκδικεί την εξουσία εν συνεδρίω), τότε (και) η μάχη αυτή είναι χαμένη, πριν ακόμη δοθεί. (Όπως δόθηκε και χάθηκε πριν διεξαχθεί ουσιαστικά η μάχη των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης).

Αντίθετα, ο δυνητικά θετικός δημοκρατικός απόηχος που δύνανται να έχουν τα κοινωνικά δίκτυα στην παρούσα συγκυρία της μονοφωνίας των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης, υπογραμμίζεται από την αποτελεσματικότητά τους να ανατρέψουν αρκετές από τις κυβερνητικές αποφάσεις (σκόιλ ελικίκου, πρόστιμο των 150-300 και πάλι 150 ευρώ, μόλις χθες ακύρωσης κάθε σκέψης για πρόστιμα στους μαθητές κ.λπ.). Η έκδηλη ικανοποίηση μεγάλης μερίδας πολιτών γι’ αυτές τις ακυρώσεις κυβερνητικών μέτρων, όχι μόνο δείχνει τον δρόμο στον ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με το πώς παράγονται πολιτικές ανατροπές στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά ταυτόχρονα είναι κόλαφος για την συριζέικη κομματική νομενκλατούρα και την απολύτως στέρφα αξιοποίηση των ίδιων δικτύων υπέρ της πολιτικής που υποτίθεται πως προωθεί.   

Το κακό επιτείνεται (και ταυτόχρονα αποδεικνύει την ακρίβεια των διαπιστώσεών μου) από το γεγονός ότι η ίδια συριζέικη κομματική νομενκλατούρα, έχοντας θανάσιμα εμπλακεί στην «πολιτική πτωμαΐνη» που παράγει το «νεκρό συνέδριο» και για να κερδίζουν τα στελέχη της πόντους στη διεκδίκηση κομματικών οφικίων συνεδριακής νομιμοποίησης, προσχωρεί σχεδόν απολύτως στον μονόλογο πλειοδοσίας προς αποδόμηση της κυβερνητικής πολιτικής του νεο-μητσοτακισμού, που ικανοποιεί την λαϊκή φιλαυτία ένεκα της δυσαρέσκειας κατά της κυβέρνησης, αντί «να επικοινωνεί» προς τους πολίτες λύσεις και ανατροπές της κυβερνητικής πολιτικής, που θα ήταν και η θέα προς την πολιτική αλλαγή που οφείλει να φέρει ο ΣΥΡΙΖΑ,  αντιπροσωπεύοντας το μαζικό κίνημα βάσης που αυτονόμως έχει παραχθεί στη χώρα εδώ και κάποια χρόνια και ήδη προσέφερε στον Τσίπρα την πρώτη ευκαιρία πολιτικής αλλαγής.    

Ας αφήσω τις αρνητικές κρίσεις και ας επιχειρήσω θετικές διαφορετικές προσεγγίσεις!

Πώς θα μπορούσε να ευνοηθεί αυτό που προκρίνω ως επιθυμητή εξέλιξη;

Τρία σημεία που πρέπει οπωσδήποτε να υπηρετηθούν από τις παρεμβάσεις του ΣΥΡΙΖΑ στα κοινωνικά δίκτυα:

α. μέριμνες προσλαμβανόμενης (εμφανιζόμενης ως) εξατομικευμένης προσέγγισης των πολιτών (Οι πολίτες δεν είναι σήμερα στην παρούσα συγκυρία μέρη ενός συλλογικού κινήματος αλλά έγκλειστοι πολίτες των λοκντάουν και σε τέτοιο πολιτικό περιβάλλον διαλαμβάνουν τις πολιτικές δραστηριότητές τους),

β. η πολιτική επικοινωνία, στις ίδιες συνθήκες, δεν γίνεται περισσότερο αποτελεσματική από τη συχνότητα των αναφορών του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά από την ποιότητα και το περιεχόμενό τους (για παράδειγμα σαφής και προγραμματικού βάθους παρουσίαση των συγκεκριμένων αποφάσεων της σημερινής κυβέρνησης που θα καταργήσει ο ΣΥΡΙΖΑ), και

γ. απόλυτη προτεραιότητα σε παρουσίαση των «άλλων» πολιτικών που θα αντικαταστήσουν τη σημερινή εικόνα πολυεπίπεδης καταστροφής της χώρας, στον αντίποδα της πρωτοκαθεδρίας που σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ έχει παραχωρήσει στην «απόδειξη» του πόσο κακή είναι η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, δηλαδή στην αποδόμησή της (Στον ΣΥΡΙΖΑ καλό θα ήταν κάποια στιγμή να κατανοήσουν ότι το αρνητικό αποτύπωμα της διακυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη (και ένεκα της πανδημίας, αλλά όχι μόνον αποκλειστικά για τον λόγο αυτόν) δεν χρήζει απόδειξης. Οι πολίτες σήμερα είτε αυτό το έχουν ήδη αντιληφθεί, είτε, αν όχι, δεν πρόκειται να το αντιληφθούν από ‘δω και πέρα, ό,τι και να συμβεί. Ίσως το πρώτο μεγάλο βήμα για να «πιάσει» ένα κόμμα το μάξιμουμ  της απόδοσής του έναντι των κοινών που δηλώνει ότι εκπροσωπεί, είναι (να χρειάζεται) να κατανοήσει το κόμμα αυτό, ποιούς πολίτες ποτέ δεν θα εκπροσωπήσει).

Κοντά στα παραπάνω 3 εποικοινωνιακά σημεία για τον ΣΥΡΙΖΑ, και τρία προτεινόμενα κατά προτεραιότητα μέσα:

- οι πλατφόρμες των εμπεδωμένων κοινωνικών δικτύων,

- η πρόσθετη πλατφόρμα δημόσιου διαλόγου (η «δική» του, του ΣΥΡΙΖΑ) ανακάλυψης και προώθησης από τον ίδιον και προς τα πολιτικά κοινά (δικά του και ευρύτερα), και

- τα podcasts.

Αυτά προσώρας! Σε κάποια επόμενη ανάλυση θα μιλήσουμε για τη διεύρυνση της αποτελεσματικότητας του περιεχόμενο των μηνυμάτων του ΣΥΡΙΖΑ, σε επίπεδο δημόσιου λόγου και εκφοράς σημαινομένων.   

 

 

 

 

22 Ιαν. 2021

Ο Μπάιντεν μετά την ορκωμοσία

Τώρα που στεγνώνει το μελάνι από το διάταγμα ανακήρυξης του Τζο Μπάιντεν σε 46ο πρόεδρο των ΗΠΑ, ευχή όλων μας είναι να δρομολογηθεί  μια σοβαρότερη και πιο υπεύθυνη συζήτηση σχετικά με το μέλλον του πλανήτη.

Ο νέος πρόεδρος δηλώνει διαθέσιμος τουλάχιστον για τέτοιον διάλογο και κατά τούτο ήδη μια καλύτερη μέρα έχει ξημερώσει στον κόσμο. Πολύ περισσότερο αφού ο Τζο Μπάιντεν λίγες μόλις ώρες μετά την ορκωμοσία του υπέγραψε δύο διατάγματα τεράστιας συμβολικής και πρακτικής σημασίας για κάθε άνθρωπο επί Γης: τα διατάγματα επανένταξης των ΗΠΑ στη Συμφωνία των Παρισίων και επιστροφής της χώρας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας. (Μικρότερης -αλλά πάντως όχι αμελητέας- σημασίας είναι και η δήλωση βουλήσεως της διοίκησής του να παραταθεί η ισχύς της συνθήκης με τη Ρωσία για τον έλεγχο των πυρηνικών όπλων New Start, που επίσης είχε καταγγείλει ο πολύ επικίνδυνος, όπως αποδείχτηκε, προκάτοχός του, Ντόναλντ Τραμπ).

Τα καλά νέα, όμως, σταματούν εδώ  και πολλά από τα προβλήματα των καιρών παραμένει αναπάντητο πως θα εξελιχτούν, με τα δείγματα γραφής του νέου προέδρου  (και πριν την εκλογή του, κατά τη μακρά θητεία του ως σημαντικό πρόσωπο του συστήματος που οδήγησε τις ΗΠΑ στη βαθύτερη κρίση της νέας ιστορίας τους, την οποία ο απελθών Τραμπ βεβαίως επέτεινε και οδήγησε ως τον έσχατο κίνδυνο της άτυπης πραξικοπηματικής ανωμαλίας) να μην είναι τα καλύτερα! Ήδη, τα δύο πρώτα θετικά διατάγματα Μπάιντεν (επιστροφής στον ΠΟΥ και στη συμφωνία των Παρισίων), αν μη τί άλλο, σηματοδοτούν μια «στροφή» των ΗΠΑ σε διεθνείς επιλογές, σχετικά με την πρόσληψη και κατανόηση του πλαισίου των πολιτικών πραγμάτων για τη νέα αμερικανική διοίκηση, με τα εσωτερικά προβλήματα στη χώρα, δημοκρατικά, οικονομικά, κοινωνικά κ.λπ., τα οποία είναι και τα βασικά αίτια για την (ευτυχώς πρόσκαιρη) επικράτηση της ακροδεξιάς του Τραμπ, να φαίνεται πως δεν αποτελούν προτεραιότητα για τον Μπάιντεν.

(Ένα παράδειγμα: Ένα ακόμη διάταγμα εσωτερικού πολιτικού ενδιαφέροντος, ένα διάταγμα αποκατάστασης του Obamacare, που ως γνωστόν ο Τραμπ στοχοθέτησε και έπληξε κατά προτεραιότητα κατά την προεδρία του -χωρίς να μπορέσει να το αποκαθηλώσει πλήρως, ευτυχώς- θα μπορούσε να συμπληρώνει τη συμβολική έναρξη της προεδρίας Μπάιντεν! Ένα νεύμα, δηλαδή, προς το εσωτερικό της χώρας του ότι η κοινωνική πτυχή θα αποτελέσει κεντρικό σημείο της επόμενης πολιτικής περιόδου στη χώρα, συμβάλλοντας στην προσπάθεια αποκατάστασης του έντονα διαταραγμένου κοινωνικού ιστού, επί του οποίου δομήθηκε το ακροδεξιό αφήγημα Τραμπ. Κι αυτό το βήμα, προς το εσωτερικό της χώρας του και σ’ αυτό το πεδίο πολιτικής, την κοινωνική συνοχή, μια συμβολική εναρκτήρια κίνηση, δεν το έκανε ο νέος αμερικανός πρόεδρος. Ελπίζω να το κάνει αμέσως στη συνέχεια!)

Βεβαίως, ο Τραμπ ποτέ δεν ήταν αίτιο της βαθιάς κρίσης που διέρχονται οι ΗΠΑ, αλλά σύμπτωμά της! Και τον βαθύτατο διχασμό των αμερικανών πολιτών δεν τον προκάλεσε ο Τραμπ, αλλά τον εκμεταλλεύτηκε και τον επέτεινε. Έτσι, θα αποδειχτεί ασύγγνωστη αφέλεια εάν τυχόν κατά την επόμενη περίοδο της προεδρίας Μπάιντεν δεν αναληφθεί συγκεκριμένη, οργανωμένη και κατά προτεραιότητα προσπάθεια εκλογίκευσης της ταξικής διάρθρωσης της αμερικανικής κοινωνίας και δικαιότερης κατανομής του διαθέσιμου πλούτου στο εσωτερικό της χώρας, καθώς και δημοκρατικής προόδου με απεγκλωβισμό από τις απολύτως ανελεύθερες ρυθμίσεις  που επέβαλε ο απευθείας πολιτικός πρόγονος του Τραμπ, ο Τζορτζ Μπους τζ., με αφορμή την 9/11. Αυτά είναι τα αίτια και αυτά οφείλεται προς τους αμερικανούς πολίτες από το Δημοκρατικό Κόμμα να αντιμετωπιστούν. Εννοώ μια αντίθετης φοράς -σε σύγκριση με του Τραμπ- επικέντρωση των Δημοκρατικών υπό τον Μπάιντεν στο ίδιο το σώμα της αμερικανικής δημοκρατίας, αντί του οικονομικού απομονωτισμού  που επέβαλε ο προ ημερών μόλις απελθών πρόεδρος, με την πρακτική του «κεφαλαιακού εθνικισμού» και των αλλεπάλληλων δασμών σε βάρος προϊόντων από άλλες χώρες, δασμών, που σε τελευταία ανάλυση τις αμερικανικές εταιρείες ευνόησαν και καθόλου τα πρόσθετα κέρδη τους δεν έφτασαν στον μέσο αμερικανό πολίτη. Και μιας αντεστραμμένης σε σύγκριση με του Τραμπ εικόνας της αμερικανικής δημοκρατίας, όπου οι μαύροι και λατινόφωνοι θα τους επιτραπεί ξανά να είναι ισότιμοι πολίτες της χώρας.   

Για να γίνω απολύτως κατανοητός, ο Τραμπ υπήρξε το επιστέγασμα μιας μακράς πορείας παρακμής των ΗΠΑ, παρακμής πολιτικής ως προς τις δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά και απόρροιας του αδιέξοδου νεοφιλελευθερισμού στην οικονομία. Χαρακτηριστικά που αν δεν αρθούν τα προβλήματα θα παραμείνουν και θα διαιωνίζονται, προαναγγέλλοντας τον επόμενο επικίνδυνο αμερικανό πρόεδρο. Η προεδρία Μπάρακ Ομπάμα, που προηγήθηκε, μπορεί να ανέκοψε την καθοδική πορεία των ΗΠΑ, δημοκρατική και οικονομική, αλλά ασφαλώς δεν αποκατέστησε την τεράστια ζημιά που είχε ήδη γίνει -και νομίζω πως δεν το μπορούσε κιόλας να το κάνει αυτό. Έτσι, οι ατυχέστατες επιλογές των Δημοκρατικών, σε πρόσωπα και  πολιτικές προτεραιότητες, το 2017 είχαν ως συνέπεια την εκλογή Τραμπ. 

Όμως -και αφού έχω ήδη πει πολλά για τον εσωτερικό των ΗΠΑ-, για το ζήτημα της προεδρίας Μπάιντεν κάθε αναφορά θα ήταν λειψή, αν δεν υπήρχε στο τραπέζι και η πτυχή του διεθνούς ρόλου των ΗΠΑ.

Στο πεδίο αυτό, πρέπει να υπενθυμίσω την προσεκτική προσπάθεια Ομπάμα για αποστασιοποίηση από τον τυχοδιωκτισμό του αμερικανικού άμεσου διεθνούς επεμβατισμού  των προκατόχων του. Μπορεί οι πρακτικές συνέπειες από τη μάλλον σιωπηρά μερική αμερικανική απόσυρση σε διάφορες περιοχές του πλανήτη (αλλά κυρίως στη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και την περιοχή του Περσικού Κόλπου) να μην είχαν θετικά αποτελέσματα (π.χ. η κατάληξη της Αραβικής Άνοιξης), αλλά η προσπάθεια έγινε. Και πρέπει να υπογραμμίσω ότι προσωπική εκτίμησή μου είναι ότι η ευκαιρία για χειραφέτηση, ως προς τον διεθνή λόγο της, που προσέφερε η προεδρία Ομπάμα στην ΕΕ για ενεργότερο ρόλο στην περιοχή μας, είναι ένα από το μεγάλα στοιχεία του πρώην αμερικανού προέδρου, ανεξάρτητα από την παταγώδη αποτυχία των ευρωπαίων  να διαχειριστούν με στοιχειώδη σωφροσύνη την ευκαιρία που τους προσφέρθηκε στην περιοχή μας.

Θεωρώ ύψιστη ζημία για την παγκόσμια κοινότητα ότι αυτή η διεθνής στάση του Μπάρακ Ομπάμα υποκαταστάθηκε από την σχιζοφρενική και εξόφθαλμα νεο-τυχοδιωτική εξωτερική πολιτική Τραμπ, που από τις ασυνάρτητες και ανεύθυνες αποσύρσεις εν μία νυκτί από το Ιράκ και τα «μαλλιοτραβήγματα» με τον παρανοϊκό Κιμ, μέχρι τον αμερικανικό νεο-επεμβατισμό στη λατινική Αμερική και τη ζώνη του Ειρηνικού, γύρισαν την ανθρωπότητα πολύ πίσω.

Έτσι, όμως, ορίζεται και τί δέον γενέσθαι  στην εξωτερική πολιτική Μπάιντεν, μόλις τελειώσουν  οι δηλώσεις ικανοποίησης για τις εύκολες θετικές επιλογές στον ΠΟΥ και τη συμφωνία του Παρισιού για την Κλιματική Αλλαγή!

(Και εννοώ, εδώ, μια συζήτηση για την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ με τη νέα προεδρία που μόλις ξεκίνησε, με σοβαρότητα και συναίσθηση του ειδικού βάρους της αμερικανικής διπλωματίας για τις παγκόσμιες υποθέσεις, που είναι τεράστιο, αρέσει-δεν αρέσει σε πολλούς από μας αυτό. Δηλαδή, μια συζήτηση απαλλαγμένη από επαρχιώτικες προσεγγίσεις αναζήτησης του ποιά αμερικανική εξωτερική πολιτική θα ευνοούσε, για παράδειγμα, την Ελλάδα, που αφθονούν παρ’ ημίν, και ενώ απαράβατος κανόνας κατανόησης των παγκόσμιων συσχετισμών δύναμης και συνάγωγα παραγωγικής παρέμβασης σ’ αυτούς ανάλογα με τη δύναμη καθενός είναι ότι κάθε χώρα και πάντοτε θα (επιχειρεί να) προάγει κατά προτεραιότητα τα δικά της συμφέροντα. Δηλαδή, ελληνικές αναλύσεις και αναζητήσεις, που το μόνο που κάνουν είναι να πιστοποιούν το σύνδρομο ανασφάλειας και ανύπαρκτης αυτοπεποίθησης ως προς τον διεθνή λόγο της, που έχει εμπεδώσει ανάμεσά μας η σημερινή κυβέρνηση έργω και λόγω για τη χώρα μας. …Όπως εξ ίσου επαρχιώτικη, αφελή, αμετροεπή και μη παραγωγική θεωρώ την δήλωση που βλέπω πολύ συχνά μπροστά μου τις τελευταίες μέρες στους εγχώριους διαλόγους, ότι οι ΗΠΑ… δεν είναι δημοκρατία! Μια δήλωση, από πολίτες χώρας όπου τα περιστατικά Ινδαρρέ και πολλά άλλα ανάλογα αφθονούν και την ίδια ώρα η κυβέρνηση που παράγει τα περιστατικά αυτά επιβραβεύεται στις δημοσκοπήσεις,  δεδομένα που θα έπρεπε όλους να μας κάνουν πολύ προσεκτικότερους όταν αξιολογούμε τον εξ ορισμού πολύπλοκο και πολύχρωμο δημοκρατικό καμβά άλλων χωρών).     

Γεγονός είναι ότι ο νέος αμερικανός πρόεδρος εν πολλοίς διαμόρφωσε προγραμματικά τις θέσεις και την εικόνα του, ετεροκαθοριζόμενος από τις θλιβερές πρωτοβουλίες του προκατόχου του. Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, όμως, ανάλογος ετεροκαθορισμός για τον Μπάιντεν είναι πολύ  πιο δύσκολη και σύνθετη υπόθεση για να παραχθεί ουσιαστικό δείγμα γραφής των προθέσεών του, ιδίως όσο η επανένταξη των ΗΠΑ στη Συμφωνία των Παρισίων και η επιστροφή της χώρας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, δεν μπορούν να συνιστούν «εξωτερική πολιτική», αλλά «κινήσεις». Και η απουσία σαφούς γραμμής εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ από ‘δω και πέρα βοά και υπήρξε έκδηλη καθ' όλη την προεκλογική περίοδο, εν μέρει διότι η αποκαθήλωση του «τραμπισμού» ή η επιβίωσή του, ήταν το μεγάλο διακύβευμα αυτών των εκλογών. Με διακατέχει ο φόβος, ομολογώ, ότι  Μπάιντεν δύσκολα θα επαναπροσεγγίσει το στιλ εξωτερικής πολιτικής Ομπάμα και πλησιέστερα προς τις επιλογές της προεδρίας Τραμπ θα κινηθεί. Εύχομαι το αντίθετο!

Καλή επιτυχία, κύριε πρόεδρε των ΗΠΑ! (Κι αυτό δεν θα το ευχόμουν ποτέ στον απελθόντα)...