Μολυβάκι

26 Μαϊ. 2022

Η οικονομία, ως αίτιο

δημοκρατικής αποσταθεροποίησης

Με την ευκαιρία των όποιων συζητήσεων γίνονται με αφορμή το φόρουμ του Νταβός, είναι φανερό πως θα πρέπει να τεθεί σ’ ολόκληρη τη δύση στα σοβαρά επί τάπητος το θέμα της φορολόγησης του πλούτου και της δίκαιας ανακατανομής του. Κάτι που που με τη σημερινή ακραία συσσώρευση τεράστιου πλούτου σε όλο και λιγότερους, αποτελεί πια παγκόσμιο αντιαναπτυξιακό πρόβλημα και ταυτόχρονα αίτιο σοβαρής κοινωνικής αποσταθεροποίησης και τελικά αμφισβήτησης της ίδιας της δημοκρατίας.

Στα ελληνικά πολιτικά δεδομένα, για προφανείς λόγους, τέτοια ατζέντα με πιθανότητες ρεαλιστικού επηρεασμού της οικονομικής πολιτικής δεν μπορεί να υιοθετήσει κανένα άλλο κόμμα εξουσίας εκτός από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.

Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι ο Αλέξης Τσίπρας θα μπορούσε να δομήσει το κατά γενική ομολογία ελλειματικό  διεθνές προφίλ και κύρος του, πάνω σ’ αυτή την αζέντα, με μια στοχευμένη διεθνή εκστρατεία -κάτι ανάλογο και τηρουμένων των αναλογιών με την «κίνηση των 6», με 3 αξονες: Ειρήνη-Κοινωνική Δικαιοσύνη-Δημοκρατία.

Με πρόχειρες σκέψεις στην κίνηση αυτή θα μπoρούσαν να ενταχθούν σχετικά εύκολα η Ελλάδα μέσω του προέδρου της αξιωματικής αντιπολίτευσης, η Αίγυπτος, το Μεξικό και η Ινδία.

Την κίνηση, επίσης, θα μπορούσαν πλαισιώσουν πολιτικές προσωπικότητες όπως ο Μπέρνι Σάντερς και ο Τζέρεμι Κόρμπιν, ενώ «κρυφό χαρτί» της θα μπορούσε να γίνει ο Μελανσόν. Ακόμη, στο δυναμικό της θα μπορούσαν να προστεθούν και άλλες πολιτικές προσωπικότητες αλλά και ακαδημαϊκές προσωπικότητες διεθνούς εμβέλειας και κύρους.

Για την ανάληψη της πρωτοβουλίας και την εξέλιξη της θα πρέπει να ενημερωθούν ο Γ.Γ. του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουτέρες, ο επικεφαλής των ευρωπαίων σοσιαλιστών  Σεργκέι Στάνισεφ και ο Γ. Παπανδρεου ως επικεφαλής της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, από τους οποίους δέον όπως ζητηθεί στήριξη της προσπάθειας. Τέλος, σκόπιμο είναι να επιχειρηθεί να συμπράξει και ο ΟΟΣΑ, με κεντρικό στοιχείο της δικής του συμβολής τη μάχη απελευθέρωσης του διεθνούς εμπορίου, το οποίο εδώ και χρόνια (αλλά με επίκεντρο τελευταία τον πόλεμο στην Ουκρανία, κατά κόρον) έχει μεταλλαγεί σ’ έναν σκληρό ανομολόγητο προστατευτισμό, που πλήττει τις αδύναμες χώρες, αλλά και τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα στο εσωτερικό της κάθε χώρας ξεχωριστά. (Τυχόν οδηγία του ΟΟΣΑ για «ανοιχτούς ωκεανούς», για παράδειγμα, θα μπορούσε να συμβάλλει καταλυτικά στην απελευθέρωση της διακίνησης των αγαθών και στη σημαντική αποκλιμάκωση των τιμών τους, που λόγω του μανιακού προστατευτισμού που έχει προκαλέσει ο πόλεμος στην Ουκρανία, καταλήγουν να συμπιέζουν ασφυκτικά το εισόδημα των νοικοκυριών στις καταναλώτριες χώρες).      

Φυσικά επειδή τις επαφές αυτές δεν μπορεί να τα αναλάβει κανένας πρόεδρος κόμματος λόγω των τρεχουσών υποχρεώσεών του, τη συγκεκριμένη προετοιμασία και το «τρέξιμο» θα μπορούσε να αναλάβει ο Νίκος Κοτζιάς, του οποίου η εμπειρία δεν μπορεί να παραμένει ακόμη άγονη για την προοδευτική παράταξη.  

Θα πρέπει εξ αρχής να τονιστεί ότι το περιεχόμενο της πρωτοβουλίας αυτής δεν επιδέχεται εξειδίκευση σε μια πρόταση διεθνούς εφαρμογής. Απλά θα (μπορούσε να) ορίσει το γενικό πλαίσιο μιας αντιπρότασης για την άγονη παγκοσμιοποίηση, που δεσπόζει επί δεκαετίες, σήμερα βρίσκεται σε φάση προϊούσας απορρύθμισης, ενώ παραμένει και στις μέρες μας το προνομιακό πεδίο για προτάσεις και υποδείξεις ακολουθητέας οικονομικής πολιτικής προς όλες τις χώρες του πλανήτη από πλευράς των συντηρητικών διεθνών οικονομικών οργανισμών, όπως έχουν ριζώσει από την εποχή του Bretton Woods.    

Η αδυναμία της πρωτοβουλίας αυτής να καταλήξει σε εξειδίκευση μιας πρότασης διεθνούς εφαρμογής (για την οποία προφανώς διψούν οι παγκόσμιες αγορές εντός της γενικευμένης αποσταθεροποίησης στην εποχή μας), οφείλεται στο ότι οι συνθήκες ανά χώρα διαφέρουν.

Για παράδειγμα στην Ελλάδα το θέμα της άμεσης ανάγκης αναθεώρησης του περιουσιολογίου (που από την εφαρμογή του τελευταίου ΕΝΦΙΑ αποδείχτηκε ότι είναι δεν είναι άλλο από φορολογική «αρπαχτή» του κράτους υπό συντηρητική κυβέρνηση και μόνο δευτερευόντως συμβάλλει στην μετακύληση βαρών από τους μικρομεσαίους στους πλουσίους, δηλαδή έπληξε ακόμη περισσότερο τον ήπια προοδευτικό τόνο του φορολογικού μας συστήματος, αντί να τον τονώσει), είναι πρωτεύον να προηγηθεί.

(Ειρήσθω εν παρόδω η αστάθεια του φορολογικού μας συστήματος -αλλαγές κάθε τόσο, ανάλογα με το ποιά κοινωνικη τάξη εκπροσωπεί η εκάστοτε κυβέρνηση- αποτελεί ενδημικό πρόβλημα για την ελληνική οικονομία. Έτσι η εξειδίκευση του πνεύματος της διεθνούς κίνησης που περιγράφτηκε πιο πάνω στην Ελλάδα θα ήταν η ανάληψη δέσμευσης για ένα σταθερό φορολογικό σύστημα για μια τουλάχιστον δεκαετία, με παράλληλη πρόσκληση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ (που είναι ο μόνος που θα μπορούσε να το κάνει για λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί) στα άλλα κόμματα, για προσέλευση σ’ έναν ειλικρινή δημόσιο διάλογο με τη συμμετοχή των κοινωνικών εταίρων με ζητούμενο ακριβώς ένα δεκαετές σταθερό φορολογικό σύστημα αποκατάστασης των κοινωνικών ισορροπιών, που τα τελευταία 20 χρόνια έχουν καίρια θιγεί. Ένα φορολογικό σύστημα με ρήτρα ανανέωσής του για ακόμη δέκα έτη, με σταθερούς συντελεστές και κανόνες δίκαιας ανακατανομής του πλούτου, ώστε να αποφορτιστεί η οικονομία και η κοινωνική απορρύθμιση που τη συνοδεύει από την παγίδα ενός αναπτυξιακού αυτοσκοπού, που τα τελευταία πολλά χρόνια δεν φέρνει ανάπτυξη, ενώ την ίδια ώρα επιδεινώνει τη θέση των ασθενέστερων, με αποτέλεσμα να συκοφαντείται σε τελευταία ανάλυση και η έννοια «ανάπτυξη».

Ένα φορολογικό σύστημα, για παράδειγμα για τα νοικοκυριά, με τη θέσπιση φορολογικού πλαφόν, πάνω από το οποίο δεν θα επιτρέπεται να επιβαρύνονται οι φτωχοί και οι μικρομεσαίοι, και ταυτόχρονα φορολογικού πατώματος, κάτω από το οποίο δεν θα επιτρέπεται να πέφτουν οι πλούσιοι. Και για την εταιρική φορολογία με σταθερό συντελεστή επί των καθαρών κερδών υψηλότερο από τον σημερινό, αλλά με ισχυρά κίνητρα φοροαπαλλαγών (των μόνων που θα επιτρέπονται) ανάλογα με το πόσα από τα κέρδη τους θα επανεπενδύουν οι επιχειρήσεις, αντί να ενισχύουν τα κεφαλαιακά αποθέματά τους, που ακριβώς αυτά θα είναι επιβαρυμένα με φορολογικά αντικίνητρα).

Τέλος, ένα φορολογικό σύστημα ουσιαστικής αναθεώρησης και εκλογίκευσης της έμμεσης φορολογίας, που αποδεδειγμένα είναι λίαν επιβαρυντικό για τους ασθενέστερους, που καλούνται να πληρώνουν όσο και οι πλούσιοι για υπηρεσίες και αγαθά -που τα περισσότερα στην εποχή μας είναι απολύτως αναγκαία για την ανεμπόδιστη λειτουργική επάρκεια της καθημερινότητας των πολιτών ανεξαρτήτως εισοδήματος).  

Φυσικά, εκτός από τη φορολογία, που είναι το βασικό αλλά όχι το μόνο μέσο εξασφάλισης πόρων για τη λειτουργία του δημόσιου τομέα αλλά και για τη διαδικασία κατανομής του πλούτου, χρειάζεται επίσης ένα σταθερό σύστημα αμοιβών της εργασίας (με λογικές τιμαριθμικές αναπροσαρμογές όταν ο πληθωρισμός για τον οποιονδήποτε λόγο ξεφεύγει, όπως σήμερα, ως θεμελιώδη πρόβλεψη προστασίας του εισοδήματος των νοικοκυριών) και ένα αποτελεσματικό κοινωνικό κράτος (υγειονομική ασφάλιση και συντάξεις).

(Θα επικαλεστώ στο σημείο αυτό τη σταθερή οικονομική πολιτική της Γερμανίας στο εσωτερικό της, η οποία εγκαινιάστηκε επί του καγκελαρίου Γκέχαρντ Σρέντερ και παγιώθηκε επί Άγγελας Μέρκελ. Ακολουθείται κατά βάση απαράλλαχτη, δηλαδή, εδώ και 20 κι ακόμη περισσότερα χρόνια, ενώ πολιτικά καλύπτεται τόσο από τους χριστιανοδημοκράτες όσο και από τους σοσιαλδημοκράτες -ακόμη και σήμερα. Βεβαίως να υπογραμμιστεί εδώ ότι στην περίπτωση της Γερμανίας επικράτησε το μονοσήμαντο πρόταγμα να ενισχυθεί η γερμανική οικονομία, ακόμη και σε βάρος των άλλων χωρών-μελών της ευρωζώνης, όπως έχει αποδειχτεί πανηγυρικά. Εδώ, όμως, ο λόγος για μια εσωτερική οικονομική πολιτική που εμπεδώθηκε πλήρως στη γερμανική κοινωνία και απέβη λίαν αποτελεσματική μέσα στην χώρα. Μια οικονομική πολιτική, που και ακόμη και σήμερα πολύ διστακτικά οι γερμανοί αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο εγκατάλειψής της, παρ’ ό,τι είναι πια φανερό ότι με την παγκόσια κρίση της πανδημίας και των πολέμων πλήττεται κατάστηθα με υφεσιακές πιέσεις και πληθωρισμό και η ίδια η γερμανική οικονομία και την ίδια ώρα το μόνο που ενδιαφέρει το Βερολίνο είναι να κλιμακώνει τις πιέσεις του προς την ΕΚΤ να αυξήσει τα επιτόκια, κάνοντας το χρήμα ακριβότερο προς όφελος των τραπεζών του, μολονότι έτσι η επενδυτική κίνηση θα δυσχερανθεί).

Για να επιστρέψω, όμως, στη διεθνή πρωτοβουλία που προτείνεται στο σημερινό κείμενο, ας δούμε και μια εκδοχή παγκόσμιας οικονομικής σύμπραξης, με άμεσο στόχο την προάσπιση της ειρήνης. Προτείνεται, λοιπόν (σε αντίθεση με τις χρηματοδοτήσεις χωρών προς κατ’ όνομα διεθνείς αμυντικούς οργανισμούς, που στο επιχειρησιακό DNA τους, όμως, αδυνατούν να εντάξουν την επιζήτηση της ύφεσης), η συγκρότηση ενός διεθνούς ταμείου υπό τον ΟΗΕ για την ενίσχυση των φτωχότερων χωρών του πλανήτη. Ενός ταμείου με χρηματοδότηση από τις χώρες που έχουν εξαγωγικές βιομηχανίες οπλισμού. (Ας το πούμε «διεθνής φόρος εμπορίας όπλων»). Είναι ένα μόνο παράδειγμα εναλλακτικής διεθνούς οικονομικής πολιτικής, στο πλαίσιο της οποίας προάγεται η ειρήνη, σε αντίστιξη με τη σημερινή παγίδευση της ανθρωπότητας στις νόρμες των σημερινών κανόνων της άγονης παγκοσμιοποίησης, που τελικά αντί να βοηθούν προβληματικές οικονομίες τις υπερχρεώνουν (με φωτεινό παράδειγμα την Ελλάδα), ουσιαστικά ενισχύοντας τις εντάσεις και προαναγγέλλοντας νέες γεωπολιτικές αποσταθεροποιήσεις.        

Δεν μπορώ να διανοηθώ ότι ένας λογικός πολίτης του κόσμου θα διαφωνούσε με κάτι απ’ όσα περιγράφτηκαν με πολύ γενικούς όρους παραπάνω. Ωστόσο είναι καιρός ο κόσμος να απεγκλωβιστεί από τον κλοιό της παγκόσμιας συντηρητικής μειοψηφίας (πολιτικά και ταξικά οριζόμενης), που εξακολουθεί να κρατά την υφήλιο στην καθοδική δίνη διαφύλαξης του συσσωρευμένου -και συσσωρευόμενου και σήμερα- πλεονάσματος υπέρ των πλουσίων.     

Η λύση του σημερινού εμφανούς αδιεξόδου στη συγκρότηση του ισχύοντος διεθνούς οικονομικού μηχανισμού, δεν είναι οι φιλανθρωπικές ενέσεις από το υστέρημα χωρών όπου και εκεί η φτώχεια για μεγάλο αριθμό νοικοκυριών πλέον καραδοκεί. Το πολύ-πολύ με τέτοιες πρωτοβουλίες (που φυσικά θα πρέπει να συνεχιστούν έως ότου θεμελιακά ανοδομηθούν οι παγκόσμιες οικονομικές λειτουργίες) να διασκεδάζονται οι ενοχές των φτωχών της δύσης. Ενώ αυτό που ο κόσμος ψάχνει αγωνιωδώς και η ανθρωπότητα αναζητεί κατ’ απόλυτη προτεραιότητα είναι μια άλλη διεθνή πολιτική και οικονομική ισορροπία από τη σημερινή.       

 

 

 

 

20 Μαϊ. 2022

Γ. Παπανδρέου:

Ώρα για καθαρές εξηγήσεις!

Κάνει εδώ καιρό δηλώσεις κυρίως εκτός της κεντρικής πολιτικής ατζέντας. Μόλις λίγες μέρες είναι (και προφανώς εν όψει του συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ αυτό το 3μερο) που αναφέρθηκε δημοσίως σε ζητήματα της θερμής επικαιρότητας, αν και σε αντίρροπη κατεύθυνση από το να εκφράσει τη ρητή αντίθεσή του στα παρακμιακά και καταστροφικά για τη χώρα και τους πολίτες της τερτίπια του λίαν επικίνδυνου Κυριάκου Μησοτάκη. Αντίθετα, στο στόχαστρό του βρέθηκε το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, λες και η ευθύνη για το δράμα που βιώνουν σήμερα οι έλληνες χρεώνεται εκεί και όχι στον δεξιό-ακροδεξιό κυβερνητικό θίασο και την τραγική ηγεσία του.     

Βεβαίως, οι καλά γνωρίζοντες τα δεδομένα αυτού του κεντρο-δεξιού παραταξιακού υβριδίου, εδώ και καιρό έχουν πει ότι έχει παγιωθεί μια συνεννόηση με τον νεοεκλεγμένο πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, με όρους από τη μία να επιδειχθεί ανοχή στην καινούρια κομματική προεδρία και από την άλλη τη διασφάλιση λίγων βουλευτικών εδρών για πρόσωπα που θα υποδειχτούν. Οι επίδοξοι τυχόν αυριανοί βουλευτές αυτής της προέλευσης και της εσωκομματικής κοπής ήδη διαγκωνίζονται σε δηλώσεις φιλικές προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη διεκδικώντας ο καθένας με τα όπλα του αυτές τις λίγες θεσούλες της ντροπής. Κι ολ’ αυτά, πίσω από το πακέτο μιας ανεπίτρεπτης πρακτικής βολεμάτων ημετέρων. (Άξιοι συνεχιστές της παράδοσης του «παππού της Καϊλή», που εκείνη προσωπικά με άλλους βουλευτές του συμπολιτευόμενου κόμματος συμμετείχε  στην ανατροπή του εκλεγμένου πρωθυπουργού).     

Τις περασμένες μέρες εμφανίστηκε να συντρώγει και να φωτογραφίζεται χαμογελαστός με τους ανατροπείς του, προερχόμενους μέσα από το ίδιο το κόμμα του, όταν ήταν εκλεγμένος πρωθυπουργός. Κι από κοντά ομοτράπεζη και η κομματική βαρωνία της δεξιάς-ακροδεξιάς, που βασανίζει σήμερα ειδεχθώς (και μάλιστα με το αζημίωτο για τον νεο-μητσοτακισμό) τους έλληνες και τη χώρα.  

Τελικά, λοιπόν, τί συμβαίνει με τον Γ. Παπανδρέου;    

Είχα την εντύπωση (ίσως επειδή ανήκω σε μια συγκεκριμένη γενιά πολιτών που ενηλικιώθηκαν μέσα σε αξιακό περιβάλλον πολιτικών αρχών και μπέσας) ότι στην πολιτική όταν ηττάσαι ή αποσύρεσαι ή δίνεις την ύστατη μαχη υπέρ των ιδεών σου με σταθερότητα και αξιοπρέπεια. Αλλιώς, κινδυνεύεις να γίνεις αντικείμενο χλεύης και δίνεις δικαιώματα να θεωρηθείς μέρος παρασκηνιακών πολιτικών συναλλαγών χωρίς αρχές, με προσωπικά και μικροπολιτικά ανταλλάγματα, π.χ. διάσωση των προνομίων σου, οφίτσια αμοιβόμενα δημοσία δαπάνη κ.λπ.

Μια συνεννόηση με τη νέα κομματική προεδρία ώστε να μην καταστεί ο κομματικός χώρος πεδίο ανοιχτής αναμέτρησης διαφορετικών μεταξύ τους πολιτικών γραμμών μέσα στο ίδιο κόμμα θα ήταν κατανοητή, ιδίως επειδή αργά ή γρήγορα έρχονται οι κάλπες. Υπό τον όρο, όμως, ότι οι απόψεις του ηττημένου ανθυποψηφίου του νέου κομματικού αρχηγού θα ήταν σεβαστές από τη νέα ηγεσία! Και «σεβαστές» εν προκειμένω δεν σημαίνει να εξελίσσεται τελικά η γραμμή του κόμματος σε κατευθύνσεις που «ξερνάνε» τις θέσεις των ηττημένων της προεδρικής κάλπης (όπως αυτές ρητά διατυπώθηκαν και εκφράστηκαν κατά την πρόσφατη διεκδίκηση της κομματικής ηγεσίας), αλλά επειδή ειλικρινά και ρεαλιστικά οι διαφορετικές απόψεις που εκφράστηκαν στον τελευταίο γύρο ηγετικών διαγκωνισμών θα μπορούσαν με σοβαρότητα, αίσθηση ευθύνης και την ενδοπαραταξιακή φερεγγυότητα των καθαρών προθέσεων και χωρίς μπαμπεσιές να ομογενοποιηθούν σε ενιαία και βιώσιμη κομματική γραμμή. Αλλιώς… όλα γίνονται αντικείμενο συναλλαγών που δύσκολα κρύβονται από το ακόμη και διαισθητικό «ψύλλιασμα» των πολιτικών κοινών, κομματικών ή ευρύτερων.          

Έτσι το ερώτημα αναδύεται αβίαστα: Τί απέγινε η γραμμή του Γ. Παπανδρέου, με την οποία διεδίκησε την προεδρία του ΚΙΝΑΛ πριν 4 μήνες; Εξαερώθηκε;  Κι αν δεν έγινε κατορθωτό να καταστεί αυτή κεντρική γραμμή του κόμματος, δικαιολογείται μετά την ήττα η προσχώρηση τόσο αβασάνιστα στη γραμμή του συνυποψηφίου που νίκησε, αν και η τελευταία κινείται τώρα σε τελείως αντίρροπη πολιτικά κατεύθυνση;

Φυσικά, κάτι δεν πάει καλά εδώ!

Ο Γ. Παπανδρέου όσο και να τον έχουν διαβάλλει και αδικήσει  τα μίντια της διαπλοκής δεν είναι τυχαίο πρόσωπο. Είναι πρώην πρωθυπουργός, ο τελευταίος του χώρου αυτού, και πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Αν δεν μπόρεσε να υπερασπιστεί όσο χρειαζόταν τις παραδόσεις του μεγάλου λαϊκού  κινήματος από το οποίο και ο ίδιος προέρχεται, τουλάχιστον οφείλει σεβασμό σ’ όσους τον ακολούθησαν πιστά τόσα χρόνια ως υποστηρικές του και υπό εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες.

Επίσης, για τον Γ. Παπανδρέου μπορεί να έχει κανένας θετική ή αντίθετη άποψη σχετικά με την πολιτική ικανότητά του. Όπως μπορεί να συμφωνεί ή να αντιτίθεται σε διάφορες κατά καιρούς επιλογές, απόψεις και θέσεις του, Όμως, ως σήμερα το πολιτικό ήθος του δεν είναι υπό αμφισβήτηση!  

Εύχομαι με κάθε ειλικρίνεια στο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ ο Γ. Παπανδρεου να ξεκαθαρίσει οριστικά τη στάση του. Που δεν μπορεί παρά να είναι κρυστάλλινη, πρόδηλου αντιδεξιού προσανατολισμού και προοδευτικού προσήμου.

Είναι η τελευταία ευκαιρία του!

 

 

 

 

18 Μαϊ. 2022

ΗΠΑ-Ομιλία Μητσοτάκη:

Τα 4 μεγάλα κενά

Η ομιλία του Κυριάκου Μητσοτάκη στις ΗΠΑ ήδη πανηγυρίζεται σε υψηλούς τόνους στην Ελλάδα από τα φιλοκυβερνητικά κέντρα και τους συνοδοιπόρους τους, σε μια εμφανή προσπάθεια να ανακοπεί η ταχύρρυθμη καθοδική πορεία του πρωθυπουργού στο εσωτερικό της χώρας. Είναι μια μεγάλη επικοινωνιακή επιχείρηση, μια από τις τελευταίες ευκαιρίες του Κυριάκου Μητσοτάκη να περισώσει το δομημένο σε κραυγαλέα ψεύδη προφίλ του, που καταρρέει μπροστά στην αποκάλυψη των συνεπειών της πολιτικής του.

Αποφεύγοντας για λόγους αρχής να αναφερθούμε σ’ αυτό το ζήτημα όσο ο έλληνας πρωθυπουργός βρισκόταν στις ΗΠΑ, τώρα που ολοκληρώθηκε το επίσημο πρόγραμά του, ας αποπειραθούμε πλέον μια ουσιαστική αποτίμηση, μακριά από τον επικοινωνιακό απόηχο της υπόθεσης, που δεν προσήκει να επηρεάζει τον δημόσιο διάλογο όταν ζητήματα ύψιστων συμφερόντων της χώρας τίθενται επί τάπητος.  

Εισαγωγικά να τονίσω ότι δεν θεωρώ (και αντικειμενικά δεν είναι) επιτυχία ότι ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στις τουρκικές προκλήσεις (αν και χωρίς αναφορά στον όνομα της γειτονικής μας χώρας, λες και είναι θεωρητική η απειλή σε βάρος των μεγάλων ελληνικών κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών συμφερόντων από μεριάς της Τουρκίας). Το αυτονόητο δεν μπορεί να μοστράρεται σαν «επιτυχία». Φανταστείτε έλληνα πρωθυπουργό σε επίσημη επίσκεψη στις ΗΠΑ και να μην κάνει αναφορά στις τουρκικές προκλήσεις σε βάρος της Ελλάδας και στο Κυπριακό!

Κατόπιν αυτής της παρατήρησης, ας  μπούμε στην ουσία της υπόθεσης. Μιας ουσίας που θαρρώ βρίσκεται  κυρίως στο «τί δεν είπε» στην ομιλία του ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Διαπίστωσα 4 μεγάλα κενά:          

1. Καμία αναφορά στο Τουρκο-λιβυκο μνημόνιο και τις παραβιάσεις της ζώνης των 12 μιλίων ανατολικά της Κρήτης από τουρκικά πολεμικά πλοία.

Η αποσιώπηση δια χειλέων του ελληνα πρωθυπουργού των δύο τελευταίων μεγάλων και έμπρακτων αλλά και με διεθνές αντίκρυσμα διεκδικήσεων της Άγκυρας κατά της Ελλάδας και των ύψιστων συμφερόντων της στην ανατολική Μεσόγειο, εκτός του ότι συνιστά απαράδεκτη ελληνική υποχώρηση και ανοχή σε κραυγαλέες ανομίες του διεθνούς δικαίου, είναι πολύ επικίνδυνη διότι με την αποσιώπηση αυτή στέλνεται ένα σαφές μήνυμα στη διεθνή κοινότητα ότι η Ελλάδα δεν αποτιμά ως κρίσιμες για τα συμφερόντά της αυτές τις προκλήσεις. Επίπλέον, όμως, αναφέροντας στην ομιλία του ο Κυριάκος Μητσοτάκης (όπως ήταν αυτονόητο) τις παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου των 10 μιλίων στο Αιγαίο και να ξεχνά τις παραβιάσεις της ζώνης των 12 μιλίων ανατολικά της Κρήτης από τουρκικά πολεμικά πλοία, είναι σαν να διαχωρίζει την νομική αβασιμότητα των τουρκικών προκλήσεων στο Αιγαίο από τις ανάλογες προκλήσεις στην ανατολική Μεσόγειο. Όπως έχει επανειλημμένα εξηγηθεί, με δεδομένο ότι τα ελληνικά χωριά ύδατα είναι στα 6 μίλια και η χώρα μας δεν έχει ασκήσει ακόμη το αναφαίρετο δικαίωμά της να τα επεκτείνει βάσει του αναμφισβήτητης αποδοχής ισχύοντος διεθνούς δικαίου στα 12 μίλια, καθόλου δε συνιστά νομιμοποιητική βάση για πειρατικές ενέργειες άλλης χώρας στη ζώνη των 12 μιλίων.

Η αποσιώπηση αυτών των 2 σημείων από τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην ομιλία του αντικειμενικά αποτελεί απόδειξη προσχώρησης της Ελλάδας στη λογική ότι άλλα επιτάσσει για τα ελληνικά συμφέροντα το διεθνές δίκαιο στο Αιγαίο και άλλα στην ανατολική μεσόγειο. Και εκτός από τον εξαιρετικά επικίνδυνο και σε βάρος της Ελλάδας ετούτο χειρισμό του έλληνα πρωθυπουργού, αναδύεται και ένα σοβαρότατο πρόβλημα πολιτικής ουσίας: Υπάρχει κάποια πολιτική νομιμοποιητική βάση στην Ελλάδα, με απόφαση του συμβουλίου πολιτικών αρχηγών, όπου σφυρηλατείται η ενότητα των ελλήνων και του πολιτικού κόσμου μας, που να επιτρέπει στον Κυριάκο Μητσοτάκη  να προχωρήσει σε μια στάση που αποδέχεται διαφορετικά μέτρα και σταθμά του διεθνούς δικαίου στο Αιγαίο απ’ όσα ισχύουν στην ανατολική Μεσόγειο; Αν όχι ο πρωθυπουργός οφείλει απολογία του ενώπιον του ελληνικού λαού γι’ αυτή την επικίνδυνη στάση του μόλις επιστρέψει. Και η αντιπολίτευση οφείλει να τον σύρει σ’ αυτή την οφειλόμενη απολογία.   

(Για την ολοκλήρωση της εικόνας πρέπει να αναφερθεί ότι η ανατολική Μεσόγειος είναι σήμερα είναι το πεδίο των κύριων τουρκικών διεκδικήσεων της Τουρκίας κατά των κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στην περιοχή και φυσικά η χώρα μας δεν έχει κανένα λόγο -το αντίθετο, μάλιστα- να αποδέχεται ότι η ανατολική Μεσόγειος είναι θαλάσσια ζώνη «ειδικού χειρισμού» σε ό,τι αφορά την  εφαρμογή εδώ του διεθνούς δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας).  

2. Καμία αναφορά στο ότι η Ελλάδα είναι χώρα-μέλος της ΕΕ και έχει υποχρέωση να υπερασπίζεται και να προαγάγει μαζί με τα ελληνικά και τα ιδιαίτερα ευρωπαϊκά συμφέροντα. Ιδίως στις παρούσες συνθήκες του ρωσο-ουκρανικού πολέμου!

Η ομιλία Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είχε καμιά αναφορά στην ευρωπαϊκή διεθνο-πολιτική στρατηγική σε μια ιδιαίτερα κρισιμη στιγμή για το μέλλον της γηραιάς ηπείρου, ακριβώς τη στιγμή που ολοένα και περισσότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αντιλαμβάνονται (και όλο και συχνότερα το εκφράζουν) ότι σε καμιά περίπτωση τα στρατηγικά συμφεροντα της ηπείρου μας δεν ταυτίζονται με τα αμερικανικά. Σε αρκετά σημεία μάλιστα είναι αντικρουόμενα μεταξύ τους συμφέροντα.  

Με τη στάση αυτή η Ελλάδα δια χειλέων του έλληνα πρωθυπουργού γίνεται η πρώτη χώρα-μέλος της ΕΕ που έχει διεθνή εικόνα χώρας-αμερικανικού δορυφόρου, υποτιμώντας βάναυσα το γενικώς αποδεκτό στην Ελλάδα πρόταγμα του ευρωπαϊκού προσανατολισμού μας. Φιλοαμερικανισμού, αν και είμαστε χώρα-μέλος της ΕΕ και του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος, από το οποίο άλλωστε για το αστρονομικό εξωτερικό χρέος μας -και όχι μόνο- εξαρτώμαστε απολύτως από τις Βρυξέλλες! Πρέπει να είμαστε η πρώτη χωρα της ΕΕ που δείχνει τόση αφροσύνη στις εκτός πάσης ισορροπίας διμερείς προνομιακές σχέσεις της με τις ΗΠΑ, αν και χώρα-μέλος της ΕΕ και με παγιωμένα συμφέροντα και υποχρεώσεις στο πλαίσιο της ενιαίας Ευρώπης.

Ήδη πληροφορίες από ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αναφέρουν ότι η στάση αυτή του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν πέρασε απαρατήρητη. Κι αυτό ίσως αποδειχτεί πολύ κρίσιμο, εν όψει αποφάσεων της ευρωζώνης για την ελληνική οικονομία, ως της πιο καθυστερημένης και προβληματικής οικονομίας χώρας-μέλους της ευρωζώνης και υπό το βάρος της μνημονιακής πρακτικής που ακολούθησαν οι Βρυξέλλες για την Ελλάδα την περασμένη δεκαετία. Όπως σημειώνεται από δημοσιογραφικούς κύκλους, Παρίσι, Βερολίνο και Ρώμη, δεν είναι και ιδιαίτερα ικανοποιημένες από τούτο τον ιδιότυπο μονοσήμαντο φιλοαμερικανισμό του έλληνα πρωθυπουργού. Η πρόσφατη επίσκεψη Ντράγκι στις ΗΠΑ και η τελείως διαφορετική στάση του απέναντι στην αμερικανική πολιτική στην Ευρώπη αποδεικνύει το πρόβλημα για την Ελλάδα.   

Και -πέραν τούτων- παραμένει προς δεύτερη απολογία από τον Κυριάκο Μητσοτάκη ενώπιον των ελλήνων στο σημείο αυτό -και αφού τον υποχρεώσει σ’ αυτό και εδώ η αντιπολίτευση: Οφείλει να εξηγήσει (σε μας και στον Εμανουέλ Μακρόν, στον οποίο θυμίζεται ότι σαν αντάλλαγμα για τα Ραφάλ ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεσμεύτηκε στον γάλλο πρόεδρο να στείλει η Ελλάδα στρατό στο αφρικανικό Σαχέλ, αν χρειαστεί) πώς τα Ραφάλ ως χθες ήταν η κεντρική επιλογή της χώρας μας για τον εξοπλισμό της πολεμικής αεροπορίας μας και σήμερα μετά το πρωθυπουργικό ταξίδι τις ΗΠΑ και μετά τη νέα ελληνο-αμερικανική συμφωνία (εξαιρετικά μονομερή σε βάρος της Ελλάδας) ξαφνικά σκάνε μύτη και τα F35 (φυσικά με το πανάκριβο αζημίωτο για τους αμερικανούς και ξανά χωρίς ως τώρα κανένα σοβαρό επί πλέον όφελος για την Ελλάδα).  

3. Σιωπή για τους υδρογονάνθρακες της ανατολικής Μεσογείου και αποφυγή αναφοράς στην ανάγκη δέσμευσης των ΗΠΑ για τους αγωγούς της ανατολικής Μεσογείου και ειδικά του EastMed καθώς και συμμετοχής των αμερικανικών εταιρειών στις έρευνες για υδρογονάνθρακες στην περιοχή μας.

Είναι εντυπωσιακή αυτή η παράλειψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στην ομιλία του, διότι η πολιτικη των αγωγών ως κρίσιμο μέρος της γεωπολιτικής στρατηγικής της Ελλάδας εγκαινιάστηκε επί πρωθυπουργίας  Κώστα Καραμανλή, δηλαδή από πρωην πρωθυπουργό του κόμματός του και ακόμη και για λόγους κομματικής αβροφροσύνης όφειλε να εμμείνει σ’ αυτή την πολιτική (άσχετα του ότι ο Μητσοτάκης δεν θέλει να βλέπει στα μάτια του τον Κώστα Καραμανλή). Αντ’ αυτού εμμονή στο πρότζεκτ της Αλεξανδρούπολης που σε συνδυασμό με τον ρόλο του ελληνικού λιμανιού στη διαμετακόμιση βαρέος αμερικανικού οπλισμού  στην Ουκρανία και την προοπτική αμερικανικών βάσων πιθανότατα με πυρηνικά όπλα στην ίδια πόλη, αντικειμενικά αυξάνει δραματικά το ρίσκο της ελληνικής εμπλοκής στο ουκρανικό με δεδομένο ότι αυτονόητα η Αλεξανδρούπολη γίνεται προνομιακός στόχος της Ρωσίας ακόμη και με πυρηνικά όπλα. Είναι εξέλιξη που για πρώτη φορά μετά από 35 χρόνια επανεμφανίζεται, από τη στιγμή που οι τελευταίες αμερικανικές βάσεις αποχώρησαν από την Ελλάδα  με τη συμφωνία απομάκρυνσής τους που είχε πετύχει ο Ανδρέας Παπανδρέου. Δεν το λες και επιτυχία!  

Πέραν αυτών, η μη αναφορά στον EastMed, η τυχόν πραγματοποίηση του οποίου αποτελεί την πανηγυρική επισφράγηση με διεθνές αντίκρυσμα του ότι το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο για τη δήθεν ΑΟΖ μεταξυ των δύο χωρών είναι μια ανεδαφική και μη εφαρμόσιμη διμερής συμφωνία, αποτελεί -και εδώ διά χειλέων του έλληνα πρωθυπουργού- προσχώρηση στον αμερικανικό τακτικισμό, που αφήνει εντέχνως ανοιχτό το ενδεχόμενο τουρκικής συμμετοχής στον εν λόγω αγωγό, για να ανανεώνονται οι ελπίδες της Άγκυρας και να υπηρετείται η αμερικανική πολιτική απέναντι στην Τουρκία

Διερωτώμαι, αν ούτε αυτό δεν ανέφερε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην ομιλία του, τί άλλο έκανε από το μοστράρει πολιτική εποικοινωνία στα ελληνικά κοινά, που έχουν αρχίσει να ξερνάνε τα ψευλοδογήματα που τον έκαναν πρωθυπουργό της Ελλάδας;      

4. Τέλος, καμιά αναφορά σε κάποια περιγραφή του αυτοπροσδιοριστικού ρόλου που ορίζει στρατηγικά η Ελλάδα για τον εαυτό της σχετικά με το μέλλον και τον ρόλο μας, ως χωρας ευρωπαϊκής, μεσογειακής και βαλκανικης, μέσα σ’ έναν κόσμο που αλλάζει με δραματικούς ρυθμούς Αυτό είναι το αντικείμενο, το οποίο ένας σοβαρός και με αίσθημα ευθύνης απεναντι στα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών της πρωθυπουργός όφειλε με την ομιλία του στο συγκεκριμένο βήμα να δώσει απόλυτη προτεραιότητα! Να ξεκαθαρίσει δηλαδή με απόλυτη σαφήνεια το πλαίσιο αναφοράς, προταγμάτων και περιορισμών που (θα έπρεπε να) ορίζουν τις διμερείς σχέσεις μεταξύ δύο ανεξάρτητων και συμμάχων  χωρών. Η έλλειψη αναφοράς σ’ αυτό μετατρέπει τον τελικά επικίνδυνο (και για τους λόγους που αναφέρθηκαν πιο πάνω) άκριτο και σε καμιά περίπτωση διπλωματικά ισορροπημένο φιλοαμερικανισμό του Κυριάκου Μητσοτάκη, από ευκαιρία διεθνούς αναβάθμισης της Ελλάδας σε επιβεβαίωση του εξαρτησιακού για τη χώρα μας χαρακτήρα των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, με την υπογραφή Κυριάκου Μητσοτάκη.

Κάπως έτσι μετατράπηκε η επίσκεψη στις ΗΠΑ σε επικονωνιακό τέχνασμα εσωτερικής πολιτικής στόχευσης, κατά το μοντέλο Ερντογάν, που πολύ συχνά υποτάσσει την εξωτερική πολιτική της χώρας του σε όχημα διεκδίκησης πολιτικού οφέλους στο εσωτερικό της Τουρκίας. Είναι ο ορισμός του πιο χυδαίου λαϊκισμού με άμεση συνέπεια την ενίσχυση των εθνικιστικών αντιλήψεων στο εσωτερικό της κοινωνίας μας.

Επαναλαμβάνω: Η εξωτερική πολιτική μιας χώρας δεν είναι ένα μεταφυσικό ζήτημα για τις πολιτικές ηγεσίες, ούτε όχημα εσωτερικής πολιτικής επικοινωνίας και κυρίως δεν είναι εθνικιστική ανάγκη. Αντίθετα, η εξωτερική πολιτική είναι κατανοητή και αποτελεσματική μόνον ως διαλεκτική απόρροια της πραγματικής και ρεαλιστικής προαγωγής των μεγάλων συμφερόντων του τόπου, από υπεύθυνες κυβερνήσεις με αίσθηση καθήκοντος και ευθύνης απέναντι στη χώρα και τους πολίτες της.

Αυτά, λοιπόν είναι τα θέματα που στις σημερινές συνθήκες είναι άκαμπτη η ανάγκη αναφοράς τους σε τέτοιες περιστάσεις από τα χείλη του οποιουδήπουτε έλληνα πρωθυπουργού σε τέτοιο βήμα, ώστε να προαχθούν τα συμφέροντα της Ελλάδας.  Και ο Κυριάκος Μητσοτάκης και πάλι δεν το έκανε!

 

 

 

 

16 Μαϊ. 2022

Ο Τσίπρας, ο Μητσοτάκης

και ο Ανδρουλάκης…

Αν ο Τσίπρας δεν επιθυμεί να έχει την τύχη του ΚΙΝΑΛ, που από το ΠΑΣΟΚ του 45% σε 2 χρόνια έπεσε στο 13% και στη συνέχεια μέσα σ’ άλλα 2 χρόνια κατρακύλησε στο 4% και το μόνο που του απέμεινε είναι καμιά 200 χιλιάδες μέλη ευκαιρίας και ένα γλίσχρο εκλογικό ποσοστό για να δικαιούται να διεκδικεί κεντρικό ρόλο στην πολιτική σκηνή, τότε θα πρέπει να θυμάται ένα πράγμα: τους πολίτες μπορείς μια φορά να τους ξεγελάσεις με την επικοινωνία των εξαγορασμένων μέσων ενημέρωσης. Άπαξ και οι πολίτες αντιληφθούν, όμως, ότι τους κοροϊδεύεις μέσα στα μούτρα τους, τότε ο κολασμός είναι βαρύς και αμετάκλητος.

Το βιώνει το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ -κι ας κάνουν ότι δεν το καταλαβαίνουν, μεσα στην ιδιότροπη χοντροπετσιά της πολιτικής μπαμπεσιάς με την οποία μεταχειρίστηκαν τη μεσαία τάξη και τους προδευτικούς πολίτες για να περισώσουν την επαφή τους με την εξουσία και τα προνόμια- που είναι αδυνατο να βελτιώσει την προσβασή του στον κόσμο υψηλότερα από τη ζώνη του 10%.

Νομίζω πως πολύ σύντομα θα το βιώσει και ο εξπέρ της παραπλάνησης των πολιτών μέσω εξαγορασμένης ενημέρωσης της κοινής γνώμης και ειδήμων της πολιτικής απάτης στις προσεχείς εκλογές.

Το αναφέρω αυτό, τώρα πια έχουν ωριμάσει οι συνθήκες και γίνεται πιο καθαρό αυτό που θέλω να πω, επειδή σε τελευταία ανάλυση είναι μια μεγάλη πολιτική σκιαμαχία ό,τι προσπάθησαν πολιτικά να πετύχουν η «ομπρέλα» και οποιαδήποτε άλλη ομάδα-ημιφραξιονιστικής νοοτροπίας μεσα στον ΣΥΡΙΖΑ. Η ψευδαίσθηση ότι ελέγχοντας ως οικτρή κοινωνική μειοψηφία τον μηχανισμό ενός κόμματος θα μπορούσες να εξαργυρώσεις αυτόν τον μηχανιστικό έλεγχο με κάποια λαϊκή συνδρομή ή έστω ανοχή σε πολιτικές θέσεις με αντίστοιχα μειοψηφικό αντίκρυσμα στην κοινωνία, χωρίς καμιά ουσιαστική αναφορά σε ευρέα κοινά, οδήγησε τις κάθε λογής «ομπρέλες» σε τεχνάσματα ολοφανερης γραφειοκρατικής λογικής. Τις οδήγησε επίσης σε πρακτικές αντίστοιχες με εκείνες που κρατούν το ΚΚΕ επί δεκαετίες προσκολλημένο στο περιθώριο, τόσο σε ό,τι αφορά την εκλογική επιρροή του όσο και ως προς σε ποιό βαθμό οι απόψεις αυτού του κόμματος επηρεάζουν τις πολιτικές εξελίξεις -πρακτικά κάτι που εκ του αποτελέσματος πολιτικά μοιάζει πολύ με την αποχή στις εκλογές. Ο ορισμός της «χαμένης ψήφου»!          

Αυτή είναι η μεγάλη ποιοτική διαφορά της περίπτωσης Τσίπρα από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τον όποιον εκ των αρχηγών του χώρου ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ ηγήθηκαν αυτού του κόμματος-πιστού γραναζιού στήριξης της ελληνικής πολιτικής, επιχειρηματικής και μιντιακής ελίτ, μετά τον Γ. Παπανδρέου.

(Και δεν είναι καθόλου τυχαίο -συμβολικά και επί της πολιτικής ουσίας- ότι στο ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ το συνέδριο έπεται της εκλογής του πρόσφατα εκλεγέντος νέου αρχηγού του, ενώ στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ το τελείως αντίθετο. Επί αποφασισμένης δηλαδή βάσης και πλαισίου πολιτικής είναι δεσμευμένη η ηγεσία του Τσίπρα στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ενώ στο ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ επί πολιτικού κενού και επικοινωνιακών πομφολύγων εκλέχτηκε και ο τελευταίος αρχηγός του και εκ των υστέρων θα καθοριστεί σε ποιά πολιτική βάση και με ποιές αρχές θα πορευτεί η καινούρια ηγεσία, παραβιάζοντας ακόμη και τα όποια επιφανειακά μηνύματα και τις εντολές που αναδύθηκαν από την πρόσφατη κομματική κάλπη για τον αρχηγό -για παράδειγμα ήδη παραμερίζεται η ρητή εντολή αποκλεισμού κάθε συνεργασίας με τη δεξιά. Όπως εξ ίσου είναι απολύτως ενδεικτικό της διαφοράς πολιτικών ποιοτήτων ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ ότι ο πρώτος εξέλεξε ταυτόχρονα πρόεδρο και κεντρικό καθοδηγητικό όργανο του κόμματος ενώ στο δεύτερο όλα τα άλλα κομματικά όργανα ορίστηκε να εκλεγούν μετά την εκλογή του νέου προέδρου).

Ο Τσίπρας δεν πλασαρίστηκε ως διεκδικητής ενός ξεροκόμματου εξουσίας ζητώντας να πάνε οι 150.000 πολίτες που προσήλθαν στις μετασυνεδριακές κάλπες του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και να τον στηρίξουν. Ο Τσίπρας ήρθε με ισχυρά τεκμήρια λαϊκής αποδοχής και παρά τη μανιασμένη σε βάρος του κατευθυνόμενη και με το αζημίωτο αρνητική προπαγάνδα, για να νομιμοποποίησει με όρους κομματικών διαδικασιών αυτή τη φύση της λαοπρόβλητης πολιτικής υπόστασής του. Άλλωστε, όπως έχει αποδείξει και η εμπειρία της μεγαλύτερης πολιτικής προσωπικότητας μεταδικτατορικά, όταν σε μια ηγεσία συντρέχει το στοιχείο της διαλεκτικής σχέσης με τις λαϊκές μάζες και τα κινήματα τα όποια τυπικά στερεότυπα οποιουδήποτε κόμματος κάμπτονται ως αχρείαστες γραφειοκρατικές διαδικασίες. Οι κομματικές ανάγκες οφείλουν να ακολουθούν τις επιταγές του θεμελιώδη κανόνα της δημοκρατίας, δηλαδή της λαϊκής αποδοχής, και όχι το αντίστροφο, δηλαδή η δημοκρατία να υποχωρεί για να ικανοποιηθούν οι καταστατικές ρυθμίσεις του οποιοδήποτε κόμματος. Πρόκειται για τη λεπτή διάκριση ανάμεσα στην πολιτική ουσία και τη γραφειοκρατική αντίληψη της πολιτικής που δεσπόζει στα περισσότερα κόμματα.  

Επομένως, η ενσωμάτωση των ευρέων κοινών που ακολουθούν τον Τσίπρα (που ως σήμερα και παρά την προσπάθεια επί διετία η ενσωμάτωση αυτή να γινόταν με κανονικούς όρους, αλλά λόγω πανδημίας και των αντιδράσεων δεν ευωδόθηκε ομαλά, με έντεχνες απωθήσεις από την «ομπρέλα» των νέων μελών του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στο ενδοκομματικό περιθώριο), είναι ένα βαθύτατα πολιτικό γεγονός, εσωτερικού εκδημοκρατισμού του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με την  αντιστοίχηση των απόψεων των μαζών που ακολουθούν το κόμμα, με τις αποφάσεις και τις πρακτικές των κομματικών λειτουργιών του.      

Ας αποπειραθεί -αν το τολμήσει- ο οποιοσδήποτε παραλληλισμό αυτού του λαοπρόβλητου στοιχείου στην εικόνα του Αλέξη Τσίπρα με τους Κυριάκο Μητσοτάκη και Νίκο Ανδρουλάκη, για να γίνει αμέσως ορατή και διά γυμνού οφθαλμού η τεράστια διαφορά. Έτσι θα κατανοηθεί πλήρως για ποιό λόγο τόσο η εκλογή του προέδρου της ΝΔ όσο και του προέδρου του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ είναι εκούσες -άκουσες καταγεγραμμένες στη συνείδηση της κοινής γνώμης ως προϊόν κομματικών μηχανισμών ενώ η  εκλογή του Τσίπρα ως απόρροια αυθόρμητης προσέλευσης κοινών, τα οποία στο πρόσωπο του προέδρου αναζητούν ουσιαστική πολιτική αντιπροσώπευση, που ως σήμερα δεν αισθάνονταν πως απολάμβαναν με επάρκεια αν και ψήφιζαν ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.          

Ένα παράδειγμα ακόμη για να γίνει πιο κατανητό ό,τι υποστηρίζω: Τώρα τελευταία (κυρίως στα κοινωνικά δίκτυα) βλέπω να διακινείται η -εντέχνως σερβιρισμένη- άποψη, ότι δεν μπορεί να αποδίδεται καμιά κατηγορία στο ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ για την άρνησή του να συζητήσει στα σοβαρά τη με δική του συμβολή προοπτική μιας προοδευτικής κυβερνητικής διεξόδου, ως μόνης αναγκαίας λύσης στο καθοδικό καταστροφικό σπιράλ στο οποίο έχει περιέλθει η χώρα την τελευταία διετία. Σύμφωνα, λοιπόν, με την άποψη αυτή, το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ δεν μπορεί  να κατηγορείται ότι δεν συμβάλλει στη διαμόρφωση των όρων συγκρότηση της αναγκαίας προδευτικής κυβερνητικής διεξόδου, διότι, λέει, αν θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ …ας κάνει κυβέρνηση μαζί με τη ΝΔ!  

Ξέρετε τί σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως για το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ προτεραιότητα έχει να σχηματιστεί η ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ κυβέρνηση. Καμιά επαφή, δηλαδή, δεν έχει η σημερινή γραμμή του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ με τις ανάγκες της χώρας, όπως αυτές αναδύονται από την ξεκάθαρη και οπωσδήποτε εκφραζόμενη λαϊκή βούληση για κυβέρνηση προοδευτικού πολιτικού προσήμου και απομάκρυνση κατ’ απόλυτη προτεραιότητα του σημερινού καταστροφέα και τη δεξιάς-ακροδεξιάς από εξουσία.

Αλήθεια, μετά απ όλ’ αυτά, σας φαίνεται πως έχει καμιά σχέση επί της πολιτικής ουσίας η εκλογή Τσίπρα ως προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, με την εκλογή Κυριάκου Μητσοτάκη και Νίκου Ανδρουλάκη ως προέδρων στα κόμματά τους;  

 

 

 

 

14 Μαϊ. 2022

Η ελληνο-αμερικανική συμφωνία

επικυρώνει τη γεωπολιτική ήττα μας

Η ελληνο-αμερικανική συμφωνία που ενέκρινε η Βουλή αποτελεί το επιστέγασμα μιας μακράς προσπάθειας του δυτικού παράγοντα (και κυρίως των αμερικανών) να αναθεωρήσουν το μοντέλο και τα αποδεδειγμένα θετικά αποτελέσματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, που χτίσηκε με ευρεία λαϊκή αποδοχή από την πτώση της χούντας και εντεύθεν και πρωτίστως από την άνοδο του ανδρεοπαναδρεϊκού ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση το 1981.

Ένα μοντέλο που παρά τις εργώδεις προσπάθειες της δύσης  να ανατραπεί, παρέμεινε ισχυρό και αποτελεσματικό μέχρι την άνοδο του Κυριάκου Μητσοτάκη στην κυβέρνηση το 2019.

Τα σημεία που αποδεικνύουν τη σταθερή και παραγωγική για τα συμφέροντα της Ελλάδας ελληνική εξωτερική πολιτική στη βάση αυτού του μοντέλου, αναφέρω επιγραμματικά στη συνέχεια:  

- Ο ιδρυτής της ΝΔ, Κων/νος Καραμανλής αποχώρησε από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και τις ενδείξεις ανάμιξης εκεί αμερικανικών κύκλων αλλά και αμερικανικής παρουσίας στις κινήσεις που κατέληξαν στην επιβολή της 7ετούς δικτατορίας στην Ελλάδα, πράγμα που άλλωστε επιβεβαιώθηκε αργότερα με την όψιμη συγγνώμη του Μπιλ Κλίντον στον ελληνικό λαό.    

- Ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ προχώρησε σε πλήρη αναδιαπραγμάτευση των ελληνο-αμερικανικών αμυντικών σχέσεων, με αποτέλεσμα την απομάκρυνση της πληθώρας των αμερικανικών βάσεων (ανάμεσά τους και κάποιες με πυρηνικά όπλα) από την Ελλάδα, όπου στάθμευαν 22.000 αμερικανοί στρατιώτες. (Κι επειδή ο σημερινός ανάξιος κληρονόμος του ΠΑΣΟΚ δεν υπερασπίστηκε αυτά ιστορικά δεδομένα στη Βουλή αντιδρώντας στις  προκλητικές και απαξιωτικές για τον Ανδρέα Παπανδρέου  αναφορές του Κυριάκου Μητσοτάκη -αφήνοντας αυτή την υποχρέωση στον Αλέξη Τσίπρα, που την υπηρέτησε στο ακέραιο- να πούμε ότι είναι αισχρό ψέμα αυτό που είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη Βουλή ότι ο ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ  συμφώνησε για την παραμονή των αμερικανικών βάσεων. Ο Ανδρέας Παπανδρέου διαπραγματεύτηκε και πέτυχε χρονοδιάγραμμα απομάκρυνσης των αμερικανικών βάσεων από την Ελλάδα επί τη βάσει χρονοδιαγράμματος 5ετίας. Χρονοδιάγραμμα που τηρήθηκε απολύτως και μάλιστα η απομάκρυνση των αμερικανικών βάσεων ευοδώθηκε συντομότερα από ό,τι είχε συμφωνηθεί).

- Ο Κώστας Καραμανλής ως πρωθυπουργός έθεσε βέτο στο ΝΑΤΟ για την ένταξη της σήμερα Βόρειας Μακεδονίας με τις τότε ξεκάθαρα αλυτρωτικές σε βάρος της Ελλάδας διεκδικήσεις των Σκοπίων, αποκρούοντας τις ασφυκτικές αμερικανο-ευρωπαϊκές πιέσεις που τότε ασκήθηκαν στην  Ελλάδα να υποχωρήσει. Εκείνο το βέτο υπήρξε η βάση για τη διαλλακτική στροφή και την υποχώρηση της γειτονικής μας χώρας, αφού οι δυτικές πιέσεις με την αποφασιστική ελληνική αντίδραση εστράφησαν προς τα Σκόπια, με τελικό αποτέλεσμα την απολύτως παραγωγική συμφωνία των Πρεσπών.

- Τέλος, ο Αλέξης Τσίπρας εκτός από την απόλυτη απόδοση σ’ αυτόν της μεγάλης και εξαιρετικά θετικής για την Ελλάδα και τη διεθνή θέση και το κύρος της χώρας μας συμφωνίας των Σκοπίων, ξεκίνησε νέα διαπραγμάτευση με τις ΗΠΑ για τη σύναψη νέας αμυντικής συμφωνίας. Μιας συμφωνίας που αναμφίβολα επιβάλλουν οι τεκτονικές αλλαγές στους παγκόσμιους συσχετισμούς δυνάμεων. Διότι φυσικά στην ανάγκη αυτή αναπροσαρμογής των διμερών και πολυμερών εξωτερικών σχεσεων της χώρας όταν αλλάζουν οι διεθνείς ισορροπίες, κανένας δεν αντιτίθεται.

Και ακριβώς στο σημείο αυτό βρίσκεται ένα ακόμη μεγάλο και αισχρό ψέμα που ξεστόμισε ο Κυριάκος Μητσοτάκης στη Βουλή, ότι δήθεν η τότε κυβέρνηση Τσίπρα δεν αντέδρασε για την παράδοση από τις ΗΠΑ στην Τουρκία των F35! Η ακριβής διατύπωση του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι: «Για τα F35 όταν πήγατε στην Ουάσιγκτον τί κάνατε; Η Τουρκία θα αγόραζε 100. Δεν υπήρξε μια αναφορά σας κ. Τσίπρα να πείτε στις ΗΠΑ να μην δώσει τα F35. Και έρχεστε σήμερα και μας κουνάτε το δάχτυλο. Μα πόση υποκρισία». …Μόνο που επί κυβέρνησης Τσίπρα-ΣΥΡΙΖΑ ήταν που κατόπιν συντονισμένων κινήσεων της Αθήνας η αμερικανική Γερουσία ακύρωσε τη συμφωνία Τουρκίας-ΗΠΑ για τα  F35, με το νομοσχέδιο των γερουσιαστών Μενέντες και Ρούμπιο που ενέκρινε το αμερικανικό νομοθετικό σώμα, με βαρύτατες κυρώσεις κατά της Τουρκίας. (Αντίθετα με ό,τι απέτυχε να εξασφαλίσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης και από μεριάς της ΕΕ).

Και στη Βουλή προ ημερών ξεστόμισε και δεύτερο χοντρό ψέμα ο πρωθυπουργός σχετικά με την κυβέρνηση Τσίπρα-ΣΥΡΙΖΑ, ότι ήταν δήθεν η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη που πέτυχε την επέκταση των χωρικών υδατων μας στο Ιόνιο στα 12 μίλια. Φυσικά του διέφυγε ότι αν δεν είχε προηγηθεί η επίμονη προσπάθεια Τσίπρα-Κοτζιά για διμερείς συνεννοήσεις με την Αλβανία και με εφαλτήριο το κλίμα που διαπέρασε όλα τα Βαλκάνια ως απόρροια της συμφωνίας των Πρεσπών, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για επέκταση των χωρικών υδάτων μας στο Ιόνιο στα 12 μίλια. (Κι αυτή είναι η καλοπροαίρετη εκδοχή! Διότι υπαρχει και η άλλη, σύμφωνα με την οποία μετά το σοβαρό πρόβλημα στα συμφέροντα της Ελλάδας που προέκυψε από το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο για τη δήθεν ΑΟΖ μεταξύ των δυό αυτών χωρών, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και με την Ελλάδα να βρίσκεται με την πλάτη στον τοίχο σύρθηκε σε συμφωνία με την Ιταλία για την κοινή ΑΟΖ μας, και αφού παραχώρησε στην Ιταλία ελληνική θαλάσσια επικράτεια αντι της «μέσης γραμμής» όπως ορίζει το διεθνές δίκαιο, παραχώρησε στους ιταλούς και ελληνικά εκμεταλλευτικά δικαιώματα στο Ιόνιο. Κρείττον σιγάν, αντί ανοίκειας θρασύτητας για τον σημερινό καταστροφέα της χώρας μας!)      

Βέβαια, ό ανθρωπος που μαζί με τα επαίσχυντα αποδεδειγμένα πλέον ψεύδη ότι δήθεν η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε ξεπουλήσει το όνομα Μακεδονία στις Βρυξέλλες με αντάλλαγμα τη μη περικοπή των συντάξεων, δεν έχει κανένα πρόβλημα να συνεχίζει τις αερολογίες και τα ψεύδη που αλλοιώνουν την αλήθεια. Όμως έτσι αποδεικνύεται ότι η τακτική της συστηματικής ψευδολογίας και του εθνικιστικού λαϊκισμού (που δυστυχώς ακουλούθησε και το ΚΙΝΑΛ τόσο στη στάση του για τη συμφωνία των Πρεσπών όσο και στο μύθευμα περί ξεπουλήματος του ονόματος Μακεδονία), επιβεβαιώνουν ότι μόνο με διαστρεβλώσεις της πραγματικότητας μπορεί να επιβιώνει ο κλονιζόμενος σήμερα πρωθυπουργός. Και το κάνει υποβοηθούμενος από τα εξαγορασμένα από τον ίδιο μέσα ενημέρωσης, χωρίς τα οποία δεν θα άντεχε στην κυβέρνηση ούτε λίγες ώρες.

Αυτή την διαπαραταξιακή ως το 2019 ελληνική εξωτερική πολιτική που ενέκριναν (και συνεχίζουν να εγκρίνουν κατά συντριπτική πλειοψηφία και σήμερα) οι έλληνες πολίτες, έρχεται να ανατρέψει η ελληνο-αμερικανική αμυντική συμφωνία που ψήφισαν χέρι-χέρι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Νίκος Ανδρουλάκης!

Πρέπει να γίνει σαφές -και για να κατανοηθεί και η αλληλουχία πολλών γεγονότων τα τελευταία 30 χρόνια- ότι αμέσως μετά την αποχώρηση του εμπνευστή και βασικού δημιουργού αυτής της ανεξάρτητης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ιδρυτή και θεματοφύλακα των αρχών του ιστορικού ΠΑΣΟΚ, ξεκίνησε η συντονισμένη προσπάθεια του δυτικού παράγοντα και των ελλήνων συμπαραστατών του να ανατραπεί αυτή η αποτελεσματική ελληνική εξωτερική πολιτική, που διασφάλισε ως τις μέρες μας τα μείζονα συμφέροντα της χώρας. Έχω αναφέρει και σε άλλη πρόσφατη ανάλυσή μου ότι το συμβολικό σημείο που εγκαινιάζει την απόπειρα ανατροπής της παραγωγικής  διαπαραταξιακής και αντικειμενικά ενοποιητικής για τους έλληνες εξωτερικής πολιτικής της χώρας μας, με στρατηγικό στόχο της δύσης να επαναρυμουκληθεί η χώρα μας σε ρόλο δορυφορικής χώρας, αντί της ανεξαρτησίας με την οποία πορευτήκαμε επί δεκαετίες, είναι το περιστατικό των Ιμίων! Όλα δηλαδή ξεκίνησαν ελάχιστο χρόνο μετά την αποχώρηση του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ και μόλις ανέλαβε την πρωθυπουργία ο Κώστας Σημίτης.

Ακολούθησαν η Μαδρίτη και το Ελσίνκι, οι διαμεσολαβήσεις Νίμιτς για το μακεδονικό, καθώς και πολλά άλλα γεγονότα, με τελευταίο μεγάλο περιστατικό αυτής  της συστηματικής απόπειρας να περισταλούν οι όροι ανεξαρτησίας ως προς τη χάραξη της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και να καταστεί η χώρα μας γεωπολιτικό εξάρτημα της δυτικής παγκόσμιας στρατηγικής, τη «μεγάλη κίνηση» με το σχέδιο Ανάν για το Κυπριακό, που ευτυχώς ξεπεράστηκε!

Είναι ανάγκη να κατανοηθεί ότι η διεθνής τοποθέτηση μιας χώρας -ιδίως σ’ ένα αποσταθεροποιημένο παγκόσμιο περιβάλλον- δεν είναι ένα μεταφυσικό ζήτημα για τις πολιτικές ηγεσίες, ούτε όχημα εσωτερικής πολιτικής επικοινωνίας και -κυρίως- δεν είναι εθνικιστική ανάγκη για μια χώρα. Αντίθετα, η εξωτερική πολιτική είναι κατανοητή και αποτελεσματική μόνον ως διαλεκτική απόρροια της πραγματικής και ρεαλιστικής προαγωγής των μεγάλων συμφερόντων του τόπου, από υπεύθυνες κυβερνήσεις με αίσθηση καθήκοντος και ευθύνης απέναντι στη χώρα και τους πολίτες της. Το εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανταποκρίνεται στοιχειωδώς σ’ αυτά, υπό την κρίση όλων μας!  

Κυρίως, όμως, η νέα ελληνο-αμερικανική συμφωνία συνιστά απαράδεκτη για την Ελλάδα διακρατική συνεννόηση, διότι αυτό που κυρίως αναδύεται απ’ αυτήν είναι ότι οι ΗΠΑ προσχωρούν σε στάση αποδοχής των απαράδεκτων και παράνομων τουρκικών διεκδικήσεων κατά της Ελλάδας στις θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, εγκαταλείποντας τις κυρώσεις και την προηγούμενη σαφή αντίθεση των ΗΠΑ γι’ αυτές τις ανήκουστες τουρκικές αξιώσεις, όπως είχε εξασφαλίσει η κυβέρνηση Τσίπρα-Κοτζιά. Έτσι, το αδιανόητο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο και οι βόλτες τουρκικών πολεμικών πλοίων εντός της ζώνης των 12 μιλίων από τις ανατολικές ακτές της Κρήτης παγιώνονται πλέον ως δεδομένα στον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής. Κι αυτό με τη σύμφωνη γνώμη του Κυριάκου Μητσοτάκη!

Για να το ξεκαθαρίσω: «Ναι» σε προσεταιρισμούς ισχυρών συμμάχων σε συνθήκες γενικευμένης αποσταθεροποίησης του διεθνούς σκηνικού και ιδίως λόγω του ρωσο-ουκρανικού πολέμου. Όμως αυτό δεν γίνεται με άτσαλο κλονισμό άλλων κρίσιμων συμμαχιών, που είναι καθοριστικές π.χ. για τη διεθνή πτυχή του Κυπριακού και τις προσπάθειες επίλυσής του με αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων (που κι αυτό είχε πετύχει να τεθεί στο τραπέζι ο Νίκος Κοτζιάς) και σταθεροποίηση της ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Και είναι ακριβώς σε συνθήκες παγκόσμιας απορρύθμισης, οπότε και οι μεγάλες δυνάμεις επιζητούν συμμαχίες με όσο το δυνατόν περισσότερες χώρες, να  διαπραγματεύεσαι σκληρά για να πετύχεις το μέγιστο δυνατό όφελος για τη χώρα σου. Αντί να δρας σαν να έχεις αποδεχτεί το τουρκο-λιβυκο μνημόνιο, που σε θετει στη δυσμενή θέση του αδύναμου τοπικού παράγοντα, ο οποίος μόνο τα χειρότερα πιθανολογεί ως το μέλλον του τόπου και των πολιτών της.

Άλλωστε η ιστορία δείχνει ότι στρατιωτικές βάσεις άλλων ισχυρών χωρών στο έδαφός σου, καθόλου δεν λειτουργούν ανασχετικά για τυχόν επιθετικές ενεργιες από άλλη χώρα (εν προκειμένω την Τουρκία) σε βαρος της ίδιας της χώρας σου.

Οι βρετανικές βασεις στην Κύπρο καθόλου δεν κατέστησαν παράγων ανάσχεσης της τουρκικής επιθετικότητας και αποτροπής της τουρκικής εισβολής του Αττιλα. Το αντίθετο, ίσως!