Μολυβάκι

12 Ιουν. 2020

Quo vadis Europa?

(Μέρος B΄- Πως θα έρθουν οι αναγκαίες αλλαγές)

Η σημερινή ευρωπαϊκή περιδίνηση είναι φανερό ότι έχει ανοίξει την ατζέντα για την «επανίδρυση» της ΕΕ (όρα προηγούμενο Μέρος Α΄ της παρούσας ανάλυσης). Ωστόσο, είναι εντυπωσιακό ότι είναι μια συζήτηση, η οποία πόρρω απέχει από τις παθιασμένες διαβουλεύσεις και τις σκληρές αντιπαραθέσεις, που υπήρξαν πάντα το σκηνικό του ευρύτερου διαλόγου σχετικά με την ευρωπαϊκή ενοποίηση, όλα τα χρόνια που έχουν  περάσει από την εποχή της ΕΟΚ -κι ακόμη νωρίτερα.

Το μικρό ενδιαφέρον του ζητήματος δείχνει ότι σε πολύ μικρό βαθμό αντιλαμβάνονται πλέον οι πολίτες των χωρών-μελών το όλο θέμα ως ζήτημα πρώτης σημασίας για εκείνους, ενώ η αίσθηση της επιδίωξης του «κοινού πεπρωμένου» στο πλαίσιο του ενοποιητικού εγχειρήματος (που υπήρξε θεμελιώδες στοιχείο του «ευγενούς σκοπού» και των αρχών του) έχει πλήρως υποχωρήσει. Πρόκειται για μια σημαντική οπισθοχώρηση της σχετικής θεματολογίας στο «χρηματιστήριο πολιτικών αξιών» της γηραιάς ηπείρου. Ταυτόχρονα, αναδύεται η απόλυτη ανάγκη αξιακής αναβίωσης του ενοποιητικού προτάγματος, που κινδυνεύει να μεταπέσει σε κλασσικό γραφειοκρατικό διακύβευμα, ενώ το περιεχόμενό του αφορά απολύτως σε κρίσιμες παραμέτρους δημοκρατικής ωρίμανσης καθώς και οικονομικής και πολιτισμικής σύγκλισης των ευρωπαϊκών πληθυσμών.

Δεν είναι τυχαίο -αντίθετα είναι ενδεικτικό- ότι η ιδεολογικο-πολιτική άποψη που κυριαρχεί με το δεξιό Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα στη σημερινή ΕΕ διακατέχεται ακόμη από την εμμονή εκκαθάρισης εναπομενουσών δήθεν εκκρεμοτήτων από το πλαίσιο της πολιτικής διαμάχης του μεταπολεμικού σκηνικού. Δηλαδή μια πολιτική «θεματική» ηλικίας πια 70 ετών. Είναι μια πολιτική ατζέντα που όχι μόνο είναι τελείως ξεπερασμένη, αλλά πάσχει σοβαρά, στο επίπεδο της ανύπαρκτης συσχέτισής της με τα σημερινά προβλήματα των ευρωπαίων πολιτών. Και είναι πρόδηλη η απουσία σοβαρής πολιτικά συντηρητικής πρότασης για την συνέχεια της ΕΕ.

Ταυτόχρονα, μια αποδυναμωμένη και ιδεολογικά σαθρή σημερινή ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, μοιάζει σκιά του εαυτού της μπροστά στον βαρύνοντα ιστορικό παρεμβατισμό των προγόνων της, που, είτε με την οστπολιτίκ είτε με τα συγκλονιστικά πειράματα του δημοκρατικού σοσιαλισμού των Ανδρέα Παπανδρέου-Μιτεράν-Πάλμε της δεκαετίας του 1980, συνέβαλαν μοναδικά στην ωρίμανση και προαγωγή του ευρωπαϊκού ενοποιητικού σκοπού.

Σε τέτοιο πλαίσιο δεν είναι σύμπτωση ότι η αναζήτηση εναλλακτικής πολιτικής πρότασης για την υπόθεση της ενωμένης Ευρώπης δεν μπορεί από τους πολίτες της ηπείρου μας να αναζητείται στο παραδοσιακό πολιτικό δίπολο ανάμεσα σε μια ιδεοληπτική νεο-αντι-κομμουνιστική δεξιά και σε μια σοσιαλδημοκρατική νεο-συντηρητική πολιτική «σούπα». Έτσι, η αναζήτηση πειστικών εναλλακτικών προσεγγίσεων στην υπόθεση της ευρωπαϊκής ενοποίησης επιζητείται μεταξύ πολιτικά και ταξικά «άχρωμων» θέσεων και προσεγγίσεων επικαιρικού φόρτου (όπως η ενδυνάμωση των οικολόγων-πρασίνων λόγω της Κλιματικής Αλλαγής), δυστυχώς μεταξύ επικίνδυνων νεο-εθνικιστικών μορφωμάτων, καθώς και μεταξύ της πολιτικής αριστεράς.

Ποιο απ’ αυτά τα τρία «ρεύματα» πέπρωται να διαδραματίσει τον ιστορικό ρόλο του θα διαφανεί στη συνέχεια! Και φυσικά σ’ αυτό το δίλημμα καλούνται να λάβουν θέση και να ενταχθούν οι ευρωπαίοι πολίτες, με υπαρκτό αρέσει-δεν αρέσει τον κίνδυνο να ενδυναμωθούν περαιτέρω οι νεο-φασιστικές και νεο-ναζιστικές δυνάμεις, που απειλούν το ευρύτερο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, όπως αποδεικνύει η περίπτωση του Brexit. Και τούτο, ως επακόλουθο της αδυναμίας και της απροθυμίας της ευρωπαϊκής συντήρησης να προσδώσει νέα δυναμική στον ευρωπαϊκό ενοποιητικό αυτοσκοπό αλλά και της σαφέστατης ανεπάρκειας της σημερινής ιδεολογικά πλήρως απονευρωμένης ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας να πράξει κάτι το πολιτικά ουσιώδες, πέραν του να εξασφαλίζει στις ηγεσίες των κομμάτων του χώρου και τις αντιστοιχούσες κομματικές νομενκλατούρες μια περιθωριακή κοινοβουλευτική παρουσία, ή (στην καλύτερη περίπτωση) κανα-δυο θέσεις υπουργών συγκυβέρνησης με την ευρωπαϊκή δεξιά.

Φυσικά, κατά την οπτική μου, η επιλογή είναι η αριστερά! Και είναι μονόδρομος! 

Παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον ότι στη μεσογειακή ΕΕ πλεονεκτεί η ευρωπαϊκή πολιτική εναλλακτική πρόταση αριστερού προσήμου, όπως αποδεικνύεται από τις εξελίξεις στην Ισπανία, την Πορτογαλία και την Ελλάδα. Αντίθετα, στον ευρωπαϊκό βορρά ευδοκιμούν ακραίες συντηρητικές δυνάμεις, που φτάνουν ως στις παρυφές ρατσιστικών απόψεων, ακόμη και συγκεκαλυμμένων νεοφασισμών. Κι όπου ο συσχετισμός πολιτικών δυνάμεων το καθιστά αναγκαίο, επιστρατεύεται ο συντηρητισμός της σημερινής σοσιαλδημοκρατίας για να παραχθούν αντιευρωπαϊκές πολιτικές (στην οικονομία, το προσφυγικό, τους δημοκρατικούς θεσμούς κ.λπ.) από δεξιές κυβερνήσεις.

Το παραπάνω φαινόμενο διαφοράς προσεγγίσεων στο αίτημα «επανίδρυσης» της ΕΕ μεταξύ μεσογειακής και βόρειας Ευρώπης, ερμηνεύεται με δύο διαθέσιμες σήμερα οπτικές των πραγμάτων:

- Σύμφωνα με την πρώτη, αγαπημένη ερμηνεία των συντηρητικών εδώ και μια δεκαετία από την επιτάχυνση της διαδικασίας αποσύνθεσης της ΕΕ και εντεύθεν, στη μεσογειακή Ευρώπη ανθεί ο λαϊκισμός. Από την κατηγορία περί «τρυφηλότητας των φτωχών» και τον αποδιδόμενο συβαριτισμό από τους Ντάισελμπλουμ και τους συν αυτώ στους μεσογειακούς Ευρωπαίους, ως και την κραυγαλέα άγονη ελληνική εκδοχή του «μενουμευρωπαϊσμού» (at any cost –ακόμη κι όταν προφανώς πλήττονται τα συμφέροντα μιας χώρας-μέλους), κοινή επωδός είναι ακριβώς ο όρος «λαϊκισμός». Και έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον ότι όσοι τον επιστρατεύουν διατεινόμενοι ότι ερμηνεύει επαρκώς τις εξελίξεις στη μεσογειακή ΕΕ, συγκαταλέγονται στην ίδια ευρωπαϊκή παράταξη με τον Ορμπάν, τον Κουρτς, τον Κυριάκο Μητσοτάκη και άλλους, που χαρακτηρίζονται για τις ακροδεξιές, αντιπροσφυγικές και τελικά εθνικολαϊκίστικες θέσεις τους.

Κυρίως, όμως, -και εδώ υπάρχει το μεγάλο πρόβλημα- είναι μια ερμηνεία που ασπάζονται οι περισσότεροι γραφειοκράτες των Βρυξελλών, τύπου Σχοινά. Τελικά, μια σκληρή γραφειοκρατία, που ολοένα και περισσότερο συγκροτείται από πρόσωπα που θα μπορούσαν να είναι στελέχη εταιρειών -γιατί πολιτικά στελέχη σίγουρα δεν είναι! Και οι συνέπειες να διαχειρίζονται το αμιγώς «πολιτικό αντικέιμενο» της ευρωπαϊκής ενοποίησης ομάδες απολίτικων στελεχών, είναι ακριβώς η απογοητευτική σημερινή εικόνα της ΕΕ στα μάτια των ευρωπαίων πολιτών.

- Σύμφωνα με τη δεύτερη ερμηνεία, η επικράτηση της αριστερής πολιτικής εναλλακτικής για το κοινό ευρωπαϊκό μας μέλλον, αναφύεται στη ριζοσπαστικοποίηση χαμηλών και μικρομεσαίων  στρωμάτων, που σε σύγκριση με τη βόρεια Ευρώπη υφίστανται πολλαπλώς τις συνέπειες της προϊούσας εκτροπής από τους στόχους σύγκλισης του ενοποιητικού προτάγματος. Δηλαδή, μια άνιση κατανομή του παραγόμενου πλούτου, με δύο στοιχεία επιβεβαιωτικά της ανισότητας ταυτοχρόνως: Την καθαρή εύνοια προς τους εισοδηματικά ισχυρότερους πολίτες, από τη μία, και την ανισομερέστατη κατανομή πόρων μεταξύ των χωρών-μελών εις όφελος των πλουσιότερων χωρών-μελών του ευρωπαϊκού βορρά, από την άλλη.

Αυτή είναι η δεύτερη ερμηνεία των γεγονότων στην ΕΕ, που εδράζεται στην ταξική ανίχνευση παραγόντων που ενεργοποιούν κοινωνικές δυναμικές, μεγάλου πολιτικού ενδιαφέροντος.

Στην πράξη, από τις πολιτικές εξελίξεις στον ευρωπαϊκό βορρά και την κατίσχυση των προοδευτικών και τις εξελίξεις στον ευρωπαϊκό νότο, όπου η αριστερά δίνει τον τόνο, προκύπτουν και τα δύο μοντέλα πολιτικής που δοκιμάζονται για τη διάσωση της πειστικότητας του οράματος ευρωπαϊκής ενοποίησης.

-Στο μοντέλο του ευρωπαϊκού βορρά, ουσιαστικά εξελίσσεται μια μάχη οπισθοφυλακών, για να αποφύγουν όσο γίνεται οι πλουσιότεροι την καταβολή του οφειλόμενου εκ μέρους τους μερίσματος συμβολής στη σύγκλιση, διαδικασία που έχει ανασταλεί εδώ και περίπου μια 20ετία στην ΕΕ.          

-Στο μοντέλο του ευρωπαϊκού νότου δοκιμάζονται καινοφανείς τακτικές έμμεσης ανακατανομής του πλούτου υπέρ των ασθενέστερων, που από τις εξελίξεις αποδεικνύεται ότι έχουν συμβάλλει ενεργά στη στήριξη της ευρωπαϊκής συνοχής, παρά την προφανή, άκαμπτη, άγονη και συχνά πολιτικά αήθη προσπάθεια της γραφειοκρατίας των Βρυξελλών να υπερασπιστούν τα συμφέροντα του ευρωπαϊκού βορρά και όχι εκείνα των «ξυπόλητων» του νότου.

Όμως, ταυτόχρονα στα δύο αυτά αντιπαρατιθέμενα μοντέλα για τον αγώνα αποκατάστασης των ευρωπαϊκών ενοποιητικών σκοπών, εικονογραφείται με σαφήνεια ποιό από τα δύο συμβάλλει στη συνοχή και ποιό συμβάλλει στην προϊούσα αποσύνθεση.                 

Αυτός είναι ο βασικότερος λόγος, που κατά τη γνώμη μου η πολιτική αριστερά και οι πολιτικές αναδιανομής του πλούτου υπέρ των ασθενέστερων καθώς και άμεσης μεταφοράς πόρων από τον πλεονασματικό ευρωπαϊκό βορρά στον ελλειμματικό ευρωπαϊκό νότο, είναι μονόδρομος, ως η γνησιότερη φιλοευρωπαϊκή πολιτική στάση για το μέλλον της ΕΕ στον 21ο αιώνα.

 

 

 

 

7 Ιουν. 2020

Quo vadis Europa?

(Μέρος Α΄ - Τα αίτια της λοξοδρόμησης)

Η χρεοκοπία των ιδρυτικών αρχών και των συστατικών οραματικών προταγμάτων που συγκροτούν τους γεωπολιτικούς και αξιακούς στόχους των κρατικών και  υπερεθνικών οντοτήτων, πάντα λειτούργησε ως η εγερτήρια προειδοποίηση ότι ένας ιστορικός κύκλος έκλεισε και ένας καινούριος ανοίγει. Ο βαθμός κατανόησης της επέλευσης μιας τέτοιας χρεοκοπίας από τις ηγεσίες που η συγκυρία τους θέτει ενώπιον τέτοιων προκλήσεων, καθώς και η ικανότητά τους να επαναπροσδιορίζουν τα ζητούμενα για λογαριασμό της ανθρώπινης «αγέλης» της οποίας ηγούνται, κρίνει τη βιωσιμότητα των ίδιων αρχών και προταγμάτων στον επόμενο ιστορικό κύκλο, ή την σηπτική ρευστοποίησή τους και την αντικατάστασή τους από άλλα καινούρια.

Έχω την εντύπωση πως αυτό περίπου βιώνουμε σήμερα -και μάλλον σε κατά Κονδύλη πλανητική κλίμακα. Ωστόσο, η προσφυέστατη κατανόηση της υπόθεσης των γεωπολιτικών κλιμάκων από τον εν λόγω Έλληνα διανοητή, μπορεί να διευκολύνει την αναλυτική πρόσληψη των συστατικών μερών των αντιφάσεων της εποχής σε διαστατικές ευρύτητες παγκοσμιότητας, από την άλλη, όμως, αποκαλύπτει την ανωριμότητα ηγεσίας και "αγέλης" όπου γης, να σχεδιάσουν και να επαναπροσδιορίσουν παγκόσμιες λύσεις. Περιφερειακές και τοπικές δόξες δύνανται να φαντασιωθούν λαοί και ηγεσίες (αυτά είναι τα όριά τους) και ανάλογης κλίμακας «πολιτικές» εμπνέονται και εφαρμόζουν.

Γι’ αυτό και εδώ, σήμερα, στον παρόν κείμενο, θα αρκεστώ στην ανασυγκρότηση του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος. Την -ας την πούμε- ανάγκη επανίδρυσης της ΕΕ!

Είναι φανερό ότι το μεγάλο μέρος των κινήτρων που οδήγησαν στην ίδρυση της ΕΕ (από μια διακρατική σύμπραξη άνθρακα και χάλυβα ως σήμερα) έχει τελευτήσει ως οραματική βάση για τη συνέχεια όσων πληθυσμών  διατείνεται η Ένωση πως εκπροσωπεί και ενδιαφέρεται γι' αυτούς ως υπερεθνική οντότητα. Η ίδια η κατανόηση (από το 2010 και μετά με πλήρως επιβεβαιωμένο τρόπο) του ευρωπαϊκού παρεμβατισμού στις εσωτερικές υποθέσεις των συστατικών κρατών της ΕΕ ως πολιτικής και μηχανισμού «διασώσεων», και όχι ως επαγγελίας για κάτι καλύτερο, οριοθετεί ότι μεγάλο μέρος των ευρωπαίων πολιτών αντιλαμβάνεται τη σχέση του με την ΕΕ ως διαπραγμάτευση μεταξύ αντικρουόμενων κρατικών συμφερόντων και όχι ως ζήτημα κοινού πεπρωμένου των πληθυσμών της. Μάλιστα, η εμπέδωση στα ταυτοτικά πολιτικά στοιχεία της σημερινής ΕΕ του χαρακτηριστικού επίπονων διαβουλεύσεων για να καταλήγει εξ ορισμού με καθυστέρηση σε κοινές αποφάσεις, επί παντός, τείνει να καταστεί εγγενής δυστοπική προϋπόθεση για την οποιαδήποτε υπόθεση πανευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, παρ’ ό,τι οι σύγχρονες ελίτ στην ήπειρο επαινούν τον εκάστοτε διαβουλευτικό Γολγοθά της κοινοτικής ρουτίνας. Άλλωστε, στην εποχή ασφυκτικού περιορισμού του διαθέσιμου χρόνου για τις πολιτικές ηγεσίες να λαμβάνουν τις κρίσιμες αποφάσεις (ένα ψηφιοποιημένο decision making θα ‘λεγε κανένας) η τάση της ΕΕ για ακόμη περισσότερη διαβούλευση, πιο περίπλοκη και με άκρατους τεχνοκρατικούς βυζαντισμούς, θεωρώ πως είναι ισχυρή ένδειξη γήρανσής της.

Φυσικά, η ίντριγκα και οι χύδην συμψηφισμοί υποθέσεων μικρού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος με σοβαρά ζητήματα που αφορούν σ’ όλους τους ευρωπαίους πολίτες (π.χ. η Κομισιόν παρέχει υποστήριξη σε κυβέρνηση κράτους-μέλους που αντιμετωπίζει προβλήματα με ένα τοπικό αυτονομιστικό κίνημα, με αντάλλαγμα την υποστήριξη της κυβέρνησης αυτής σε θέματα νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής πανευρωπαϊκής εφαρμογής, τα οποία ευθέως αντιστρατεύονται τα συμφέροντα άλλων χωρών-μελών –κάτι που έγινε κατά κόρον την τελευταία δεκαετία) φαλκιδεύουν απολύτως τον κατά τα άλλα διακηρυττόμενο λόγο ύπαρξης της ΕΕ! Τέτοια ίντριγκα και τέτοιοι συμψηφισμοί, ευνοούν ιδιαίτερα συντεταγμένες γραφειοκρατίες, όπως η πολυτελέστατη τοιαύτη των Βρυξελλών. Και, τελικά, είναι ενδημικά άγονη και πολιτικά ατελέσφορη για να προαχθεί το συστατικό ενοποιητικό πρόταγμα της ΕΕ, η σημερινή εικόνα της «λευκών κολάρων» της Κομισιόν, που μέμφονται τα «λευκά κολάρα» των χωρών-μελών, υποτίθεται για αντι-ευρωπαϊκές πρακτικές. Σε τελευταία ανάλυση είναι και ένα γύμνασμα ενάσκησης πολιτικής εξουσίας του ομοσπονδιακού γραφειοκράτη επί του περιφερειακού ομοίου του, που φυσικά δεν προσφέρει τίποτα στην ευρωπαϊκή  ενοποίηση, ενώ την ίδια ώρα την βλάπτει,  και το μόνο που προσφέρει είναι να αποκρύπτει ότι αυτή η άχαρη διαμάχη χαρτογιακάδων πρακτικά συνεπάγεται απίσχνανση του δημοκρατικού αυτοσκοπού εκπροσώπησης των ευρωπαίων πολιτών.                       

Κάτι ακόμη -νομίζω πολιτικά κρίσιμο- στο σημείο αυτό: Με εντυπωσιάζει -ως προσωπική παρατήρηση το αναφέρω- το γεγονός ότι η αφασία, εντός της οποίας λειτουργούν τα ευρωπαϊκά όργανα, συγκροτούν ένα σκηνικό, το οποίο στο decision making παράγει επιλογές, που λες και προκύπτουν από την πολιτική «μηχανική» του παγιωμένου συσχετισμού δυνάμεων εντός της ΕΕ και όχι από πραγματική διαπραγμάτευση! Η κυβέρνηση κάθε χώρας-μέλους (ιδίως των πιο αδύναμων χωρών) έχοντας αίσθηση των ορίων της αυτοεξαιρείται της διεκδίκησης συμφερόντων της στο πανευρωπαϊκό «γήπεδο» επειδή η μάχη είναι εξ αρχής χαμένη, την ώρα που οι ισχυρότερες χώρες διεκδικούν και κερδίζουν ακόμη και τα πιο δευτερεύοντα αιτήματά τους, επειδή απλά γνωρίζουν πως έχουν την ισχύ να το κάνουν.

Είναι ο τρόπος πολιτικής ζωής στην ΕΕ του 21ου αιώνα, που φυσικά παράγει ακραίες διακρίσεις σε βάρος των ανίσχυρων χωρών-μελών και φαλκιδεύει το οραματικό στοιχείο της πορείας προϊούσας σύγκλισης.

Έχει, επίσης εξαιρετικό πολιτικό ενδιαφέρον ότι όποτε μια νέα κυβέρνηση αναδεικνύεται σε κάποια χώρα-μέλος της ΕΕ και είναι μια κυβέρνηση που δεν έχει εθιστεί στο πιο πάνω σκηνικό πλασματικής διαπραγμάτευσης, τολμώντας να διεκδικήσει για τη χώρα της πράγματα αδιανόητα για τις παγιωμένες ευρωπαϊκές διαβουλευτικές πρακτικές, η κυβέρνηση αυτή με εξαιρετική ευκολία, επιδερμικές τεκμηριώσεις και με μηχανίστικη διαδικασία, καταδεικνύεται ως δήθεν αντι-ευρωπαϊκή. Παράλληλα, με λογική αφέλεια, εξισώνεται με ακροδεξιά μορφώματα, ακόμη και νεοφασιστικού τύπου, των οποίων ο αντι-ευρωπαϊσμός αναδύεται από το εθνικιστικές πεποιθήσεις και σε καμιά περίπτωση από αγωνία για το κλονιζόμενο ευρωπαϊκό οικοδόμημα..

Μια αναδίφηση στα γεγονότα του 2015 στην Ελλάδα και ιδίως στο πώς η καινούρια τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ έγινε δεκτή στις Βρυξέλλες, τις άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αλλά και στους δογματικούς συμπατριώτες μας ευρωπαϊστές, επειδή εκείνη η κυβέρνηση απλά διεκδίκησε για την Ελλάδα πράγματα που οι παγιωμένες πρακτικές διαβούλευσης των Βρυξελλών έθεταν δήθεν εκτός ανεκτού ορίου διαπραγμάτευσης, είναι εξαιρετικά χρήσιμη για την εξαγωγή αναγκαίων συμπερασμάτων  σχετικά με την ΕΕ του 21ου αιώνα.               

Τα απογοητευτικά χαρακτηριστικά της σημερινής εικόνα της ΕΕ δεν υπήρχαν φυσικά στις ιδρυτικές συστατικές αρχές της. Η πορεία των τελευταίων δεκαετιών, περίπου από το 1990, είναι που αλλοίωσε καθοριστικά αυτές τις αρχές. Το σοβαρό πλήγμα επήλθε στην καρδιά του κοινωνικού ευρωπαϊκού σχήματος και το παρήγαγε το μίγμα καπιταλισμού-νεοφιλελευθερισμού την τελευταία 30ετία, από την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και εντεύθεν, ως σήμερα. Είναι, δηλαδή, απόρροια συγκεκριμένων πολιτικών αποφάσεων συγκεκριμένων ηγεσιών!

Τα αποτελέσματά των αποφάσεων αυτών συνοψίζονται στην παγίωση προϊουσών μειώσεων του εισοδήματος των μικρομεσαίων-χαμηλών στρωμάτων και τη λεηλασία του δημόσιου τομέα προς εξασφάλιση δημοσία δαπάνη πρόσθετων πόρων για τη γιγάντωση των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Παράλληλα, παρατηρείται γενίκευση του φαινομένου αποθεματοποίησης ιδιωτικών κεφαλαίων και μεγέθυνση του συσσωρευμένου ιδιωτικού πλούτου, σε αντίστιξη με το πτωχευτικό φαινόμενο των κρατικών συστημάτων μέσω της απογείωσης του δημόσιου χρέους. Το μίγμα αυτό, συνδυαζόμενο με το φτωχοποίηση των νοικοκυριών παρήγαγε το εκρηκτικό πολιτικό μίγμα της εποχής μας.

Ταυτόχρονα, η ραγδαία μετάβαση από την επάρκεια κεφαλαίων για επενδύσεις (κυρίως προερχόμενων από αποθέματα των χωρών της ανατολικής Ευρώπης, που κληρονόμησε μετά την κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός) στο φαινόμενο μαζικής απόσυρσης ιδιωτικών κεφαλαιακών αποθεμάτων σε μια πρωτοφανή αποεπένδυση, συγκρότησε το πλαίσιο αιτίων της ευρωπαϊκής οικονομικής, νομισματικής και πιστωτικής κρίσης. Αν μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 2.000 η ευρωπαϊκή οικονομία αναπτυσσόταν στηριγμένη στα κληρονομημένα διαθέσιμα κεφαλαιακά αποθέματα της ανατολικής Ευρώπης, έκτοτε η οικονομική μεγέθυνση υποχώρησε και βαθμιαία τη θέση της πήρε μια επενδυτική δυσανεξία και μια άτυπη ύφεση, που μόνο με μοχλευτικά «κόλπα» κατορθωνόταν να κρυφτεί "κάτω απ’ το χαλάκι", αν και παρόντος του αντιπληθωριστικού φαινομένου. Φυσικά, η μαζική απόσυρση ιδιωτικών  κεφαλαίων με σκοπό την αποθησαύριση τους, εξαέρωσε τα κινητήρια μέσα για ευρωπαϊκή ανάπτυξη και, φυσικά, την έλλειψή τους δεν μπόρεσε να υποκαταστήσει ο πρωτοφανής δανεισμός με κρατικές εγγυήσεις! Πρακτική που ευθύνεται αποκλειστικά για την απογείωση του δημόσιου χρέους στην ΕΕ, δηλαδή την αφαίμαξη των δημόσιων ταμείων για να εξασφαλιστούν οι πόροι που αρνούνται έκτοτε να διαθέσουν οι ιδιώτες κεφαλαιοκράτες.

Εκεί οφείλεται η γιγάντωση του ευρωπαϊκού δημόσιου χρέους και όχι βέβαια στον δήθεν συβαριτισμό των νοικοκυριών και των μικρομεσαίων, όπως μονότονα προπαγανδίζει η σημερινή ευρωπαϊκή ηγεσία, με ιδιαίτερη έμφαση στη μεσογειακή Ευρώπη.      

Μη διαχειρίσιμο δημόσιο χρέος, πτωχευτικό φαινόμενο νοικοκυριών λόγω συνεπάγωγης κλιμάκωσης του «μικρού» ιδιωτικού χρέους, με το πολλαπλά μεγαλύτερης διεύρυνσης ιδιωτικό επιχειρηματικό χρέος να «ρυθμίζεται» έχει παράγει τη μεγαλύτερη παρά ποτέ ανακατανομή του πλούτου εις βλάβη των αδυνάμων, προκαλώντας τους τριγμούς στο πολιτικό οικοδόμημα της ΕΕ.

Αυτά, σε γενικές γραμμές, είναι τα αίτια για την κακή πορεία της ΕΕ!

Γενικά και ως πρώτη θέση, τολμώ να υποστηρίξω ότι η ανακοπή αυτής της αυτοκαταστροφικής πορείας, είναι ό,τι αποκαλώ «επανίδρυση» της ΕΕ! Και νομίζω ότι τα ίδια τα αίτια του κακού, όπως περιγράφτηκαν πιο πάνω, δείχνουν και τί πρέπει να ακολουθήσει για να ευοδωθεί ο στόχος της επανίδρυσης: απαιτείται μια γενναία και σχεδιασμένη ανακατανομή του πλούτου υπέρ των αδυνάμων και των μικρομεσαίων, δηλαδή προς όφελος του σημερινού ριζοσπαστικοποιημένου κοινωνικού «σώματος» με συγκλίνοντα ταξικά συμφέροντα (που έχω περιγράψει σε άλλες αναλύσεις μου), για να αποκατασταθούν οι δημοκρατικές αρχές και οι θεμελιακοί κανόνες ευρωπαϊκής κοινωνικής δικαιοσύνης και να προστεθεί νέα αναπτυξιακή δυναμική στο ευρωπαϊκό ενοποιητικό πρόταγμα.

Πώς θα γίνει αυτό; Θα το δούμε στο επόμενο Μέρος Β΄ της παρούσας ανάλυσης.       

 

 

 

 

2 Ιουν. 2020

H εκλογίκευση των διασώσεων

(Μέρος Β΄ - H ελληνική περίπτωση)

Την ώρα που ετοιμαζόμουν να ξεκινήσω τη συγγραφή του παρόντος  Β΄ Μέρους, έγινε γνωστό ότι οι επιδοτήσεις προς την Ελλάδα από το ταμείο ανασυγκρότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας μετά την πανδημία, που προτείνει η Κομισιόν, θα χορηγηθούν προς τη χώρα μας υπό τον όρο μιας νέου τύπου μνημονιακής επιτήρησης. Η πληροφορία δεν αμφισβητείται, αφού προέρχεται από τα χείλη του εκτελεστικού αντιπροέδρου της Κομισιόν και υπεύθυνου για την οικονομική πολιτική της, Βάλντις Ντομπρόφσκις. Μάλιστα, είναι αναφορά που έγινε σε ελληνικό ενημερωτικό μέσο, για να μην υπάρχει αμφιβολία ότι η ελληνική κυβέρνηση έλαβε το μήνυμα.        

Τούτη τη στιγμή δεν είναι σαφές αν η νεο-μνημονιακή επιτήρηση της Ελλάδας για τις επιδοτήσεις των λίγο παραπάνω από 20 δισ. ευρώ που θα μπορεί να λάβει (τα υπόλοιπα είναι δάνεια και θέλει πολλή σκέψη αν συμφέρει την Ελλάδα η λήψη τους), θα αφορά μόνο στη χώρα μας ή θα είναι γενικό μέτρο για κάθε χώρα-μέλος που θα επιδοτηθεί,  κατά την πρόταση της Κομισιόν. Αν είναι γενικό μέτρο, αυτό σημαίνει ότι Ιταλία, Ισπανία αλλά ακόμη και ισχυρές χώρες-μέλη που θα αιτηθούν να τους παραχωρηθούν τέτοιες επιδοτήσεις, θα ενταχθούν στη νεο-μνημονιακή επιτήρηση. Αν, πάλι, είναι μόνο για την Ελλάδα, άντε και για κανά-δυο χώρες ακόμη που παρακολουθούνται από προγράμματα μετα-μνημονιακής εποπτείας, τότε είναι ένα απαράδεκτο και εξευτελιστικό μέτρο και η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη οφείλει να απορρίψει την πρόταση της Κομισιόν στην επικείμενη σύνοδο κορυφής!    

Δεν ξέρω πόσο πιθανό ακούγεται ισχυρές χώρες-μέλη της Ε.Ε. να ανεχτούν νεο-μνημονιακές επιτηρήσεις. Και δεν με απασχολεί κιόλας! Η Ελλάδα, που ολοκλήρωσε με επιτυχία το 3ο μνημόνιο (το μόνο που κατάφερε να ολοκληρώσει η χώρα, όπως συνέβη επί κυβέρνησης Αλέξη Τσίπρα), είναι πρακτικά και λογικά αδιανόητο να επιστρέψει στην πολιτική της αποδεδειγμένης καταστροφής, που επέβαλαν τα μνημόνια και οι ιδεοληψίες των συντηρητικών ευρωπαϊκών δυνάμεων. Άλλωστε, οι επιδοτήσεις που προτείνει η Κομισιόν αφορούν καθ’ ομολογία της προτείνουσας Επιτροπής την ανάταξη των ευρωπαϊκών οικονομιών, οι οποίες υπέστησαν (όλες ανεξαιρέτως) τις συνέπειες από το lockdown της πανδημίας. Δηλαδή, δεν είναι πιστώσεις προς διάσωση οικονομιών, οι οποίες εξ ιδίων οδηγήθηκαν σε αδιέξοδο, για να υπάρχει και η λογική συνέπεια ότι οι χώρες «που πληρώνουν το μάρμαρο» για την εξασφάλιση των 500 δισ. των επιδοτήσεων (τα υπόλοιπα 250 δισ., ως γνωστόν, είναι δάνεια) απαιτούν να έχουν λόγο στο πως θα διατεθούν τα κεφάλαια που εισέφεραν.

Ο ίδιος ο κ. Ντομπρόφσκις, στην ίδια συνέντευξή του σε ελληνικό μέσο ενημέρωσης -πιθανότατα σκοπίμως- είπε κι άλλα λίαν ανησυχητικά για την Ελλάδα πράγματα.

Κρατώ δύο απ’ αυτά:

α. υπενθύμισε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε καθεστώς εποπτείας και οι νέες επιδοτήσεις προς τη χώρα μας και στο πλαίσιο της πρότασης της Κομισιόν, καθώς και οι νεο-μνημονιακές δεσμεύσεις που προαναγγέλλονται για τη χορήγησή τους, δεν ανακαλούν τις υποχρεώσεις της σημερινής εποπτείας. Αυτό θα είχε τυπικά κάποια βάση, αν δεν προέκυπτε το πρόβλημα ότι από τις δηλώσεις Ντομπρόβσκις αναδύεται το ενδεχόμενο διπλής επιτήρησης της Ελλάδας από τα ευρωπαϊκά όργανα. Φυσικά, αυτό δεν μπορεί να είναι κατάσταση, η οποία στα σοβαρά μπορεί να υπάρχει προσδοκία ότι θα βοηθήσει την ελληνική οικονομία να αναταχθεί μετά την πανδημία. Για παράδειγμα, τυχόν διατήρηση της υποχρέωσης της χώρας μας για πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ τα επόμενα χρόνια, που παρ’ ό,τι ο κ. Μητσοτάκης υποσχέθηκε ότι θα καταργήσει παραμένουν (και μόνο προσωρινή, για ένα μόνον έτος και λόγο της πανδημίας είναι η αναβολή της υποχρέωσης και εντός της γενικής απόφασης της Ε.Ε. να αναστείλει την εφαρμογή των όρων του Συμφώνου Σταθερότητας για όλες τις χώρες-μέλη), είναι υποχρέωση η οποία πρακτικά αδύνατον να τηρηθεί μεσοπρόθεσμα, με προβλεπόμενη για φέτος ύφεση στην Ελλάδα της τάξης του 7-10%. Αλλά και πέραν αυτού, ο παραλογισμός να επιδοτηθεί η ελληνική οικονομία από την Ε.Ε. για να ανανήψει από το σοκ του lockdown και την ίδια στιγμή να διατηρείται η δέσμευση του 3,5% του ΑΕΠ για εξασφάλιση αποθεμάτων, ώστε να είναι εγγυημένη η αποπληρωμή παλιότερων χρεών προς τις χώρες-μέλη, που σήμερα, όμως, μας επιδοτούν, αποτελεί πρόδηλη αστοχία, οικονομική και πολιτική. Απλά ο λογαριασμός «δεν βγαίνει»! Εκτός κι αν μέρος από τις τωρινές επιδοτήσεις από την Κομισιόν χρησιμοποιηθούν για «να πιαστεί» ο στόχος πλεονάσματος 3,5%, πράγμα που -αν συμβεί- θα είναι σαν οι δανείστριες της Ελλάδας χώρες-μέλη της Ε.Ε. να ξεπληρώνουν τις ελληνικές οφειλές στον …εαυτό τους!

β. είπε ο κ. Ντομπρόβσκις (κι αυτό είναι πολύ ανησυχητικό) ότι η Ελλάδα θα μπορεί να χρησιμοποιήσει τις επιδοτήσεις που θα λάβει κατά την πρόταση της Κομισιόν, για …τις τράπεζές μας!

Η αναφορά όζει νέα ανακεφαλαιοποίηση! Δηλαδή, για μια ακόμη φορά (νομίζω θα είναι η τρίτη φορά -αν αυτό επιβεβαιωθεί), όλοι οι Έλληνες πολίτες θα απολέσουμε μέρος πιστώσεων που θα είναι από τις ευρωπαϊκές επιδοτήσεις και με σκοπό τη χρηματοδότηση προς ανάταξη της ελληνικής οικονομίας, για να «διασώσουμε» ξανά τις τράπεζες!!! Διερωτώμαι, πόσες φορές πρέπει να αποδειχθεί ότι μια επιλογή είναι απολύτως ατελέσφορη, για να κατανοήσει εκείνος που την κάνει ότι δεν αποδίδει και πρέπει ακολουθήσει άλλο διαφορετικό δρόμο; Μήπως υπάρχει θέμα απλής νοημοσύνης στους τεχνοκράτες των Βρυξελλών;  

Προσέξτε: Οι επιδοτήσεις που προτείνει η Κομισιόν να έρθουν την Ελλάδα -λέει ο αντιπρόεδρος της Κομισιόν- δεν θα πάνε, παραδείγματος χάριν, για ρευστότητα και αύξηση του διαθέσιμου δανεισμού μέσω των τραπεζών προς τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, για να τονωθεί η κατανάλωση και να κινηθεί το επενδυτικό μέρος που έχει ανάγκη η ελληνική οικονομία για να αναταχθεί, αλλά θα πάνε για την εξυγίανση των τραπεζών!!!

Ακούω ήδη τις στεντόριες  αντιρρήσεις σε όσα λέω, από μεριάς των εγχώριων «παιδιών του Σόιμπλε»: Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς, λένε όλοι αυτοί, καθώς καταρρέει το «σχέδιο Ηρακλής» (ούτως ή άλλως πολύ αμφιλεγόμενο και με πολύ μικρές πιθανότητες απόδοσης). Μόνο με ανακεφαλαιοποιήσεις σώζονται λέει, οι τράπεζες.

Και είναι τόσο ξεπερασμένοι και εμμονικοί στον «σοϊμπλισμό» που τους εμπνέει, ώστε καμώνονται πως δεν βλέπουν ότι η ίδια η ΕΚΤ  ετοιμάζεται να προτείνει για όλη την Ευρώπη τη λύση της bad bank, που αν είχε εφαρμοστεί όλ’ αυτά τα χρόνια των τραπεζικών ανακεφαλαιοποιήσεων, τα δεκάδες δισ. που διέθεσαν οι Έλληνες πολίτες σε βάρος του εισοδήματος τους και του εξωτερικού χρέους της χώρας, θα είχε καταλυτικά συμβάλλει στην εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών.  Και ξέρετε και κάτι ακόμη; Ακόμη και ο Στουρνάρας θεωρεί πλέον τη λύση της bad bank ως επιβεβλημένη!...

Είπα για τις εμμονικές προσωπικότητες των λεγόμενων «μενουμευρωπαίων». Και κάτι πρέπει να προσθέσω στον επίλογο!

Όλοι αυτοί, έσπευσαν άρον-άρον να θριαμβολογήσουν για την πρόταση της Κομισιόν. Όμως είναι  τόσο ανόητοι (ίσως και άσχετοι), που τους διαφεύγει το μείζον: Η σημερινή πρόταση της Κομισιόν, για την οποία πανηγυρίζουν, είναι τόσο κατάφωρα αντίρροπη με ό,τι οι ίδιοι υποστήριζαν το 2015 όταν ούρλιαζαν να πούμε «ναι» στο δημοψήφισμα και στην τότε λάθος πρόταση της Κομισιόν, που αν είχαν στοιχειώδη αυτοσεβασμό σήμερα θα σιωπούσαν. Άντε το πολύ-πολύ καμιά αυτοκριτική για το τότε λάθος τους θα άρμοζε να έκαναν.             

 

 

 

 

31 Μαϊ. 2020

H εκλογίκευση των διασώσεων

(Μέρος Α΄) 

Η πρόταση της Κομισιόν για την ανασυγκρότηση της ευρωπαϊκής οικονομίας μετά το -αθροιζόμενο στην ήδη και από καιρό «κουρασμένη» ευρωζώνη- σοκ της πανδημίας, κινείται αναμφίβολα στην κατεύθυνση εκλογίκευσης των όρων λειτουργίας της ευρωπαϊκής οικονομίας. Και υπ’ αυτή την οπτική συμβάλλει σημαντικά στην ανάσχεση του φαινομένου προϊούσας πολιτικής αποσύνθεσης του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος, όπως αυτό εξελίσσεται τα τελευταία 30 έτη και επιταχύνθηκε από τον χειρισμό της κρίσης 2008-2010 μέχρι το Brexit.

Δεν προτίθεμαι εδώ να επεκταθώ περισσότερο στο πώς ξεκίνησε και στη συνέχεια οικοδομήθηκε το κακό, με την αποδεδειγμένη πια σήμερα ως ατυχέστατη επιλογή επιβολής του ιδιότυπου ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού όλ’ αυτά τα χρόνια. Κρατώ μόνο τη διαπίστωση ότι η μοίρα της ενωμένης Ευρώπης, για να προάγεται το ευγενές οραματικό στοιχείο της εξελικτικής υπόθεσης πολιτικής και διαρθρωτικής ομογενοποίησης του πλούσιου σε ιστορία και πολιτισμό τούτου χώρου της υφηλίου, υπηρετείται ανυποχώρητα μόνον από πολιτικές που λειαίνουν πολιτισμικές διαφορές των πληθυσμών και ανακατανέμενουν την εκάστοτε εφικτή ευημερία προς όφελος όλων, και όχι μερικών εξ ημών. Η Ευρώπη είτε θα ενωθεί ως παγκόσμιο μοντέλο δημοκρατίας, κοινωνικής δικαιοσύνης και συνεννόησης ισότιμων εταίρων, που προοδευτικά συγκλίνουν σε εισοδηματικά και αναπτυξιακά επίπεδα, είτε θα αποστεωθεί  σε εργαλείο προαγωγής των ισχυρότερων μελών του εγχειρήματος, και θα καταρρεύσει, όπως βλέπουμε να απειλείται να συμβεί την τελευταία περίοδο.

Φυσικά, δεν χρειάζεται, επίσης, να πούμε πολλά για την άλλη αυτονόητη πτυχή της πρότασης της Κομισιόν: Ότι, δηλαδή, είναι πρόταση και όχι απόφαση! Θα χρειαστεί πολύς δρόμος ακόμη για να καταλήξουμε σε αποφάσεις, με τους αναντίστοιχους για τις ανάγκες των καιρών ρυθμούς που διαβουλευόμαστε στην Ε.Ε., όταν οι άλλες χώρες επιταχύνουν όποτε χρειάζεται, χωρίς πολλά-πολλά.

Κι ακόμη, ας μη σταθούμε προσώρας στο ότι ακόμη κι αν με κάποιο μαγικό τρόπο οι χώρες-μέλη συμφωνούσαν από αύριο κιόλας και ενέκριναν την πρόταση της Κομισιόν (που ούτε ως προς τον χρόνο είναι αυτό εφικτό αλλ’ ούτε ως προς το περιεχόμενο της πρότασης, με αναμενόμενες πολλές αλλαγές επί τα χείρω), οι αιτήσεις για εκταμιεύσεις πιστώσεων προς τις χώρες-μέλη θα ξεκινήσουν τον προσεχή Οκτώβριο και μέχρις ότου εγκριθούν τα προς χρηματοδότηση σχέδια των χωρών-μελών θα έχουμε φτάσει στο …2021! Κι όλ’ αυτά, όταν κουραστικά επαναλαμβάνω ότι οι οικονομικές ενισχύσεις χρειάζονται εδώ και τώρα και ως κινητήρια ενεργοποίηση της επανεκκίνησης των οικονομιών μετά το lockdown, και, αντίθετα, αν έρθουν ως τμήμα μιας μεσοπρόθεσμης οικονομικής πολιτικής που αφορά σε πέραν του σοκ της πανδημίας αναδιαρθρώσεις των οικονομικών ευρωπαϊκών λειτουργιών (που είναι φύσει μακροπρόθεσμη υπόθεση, η οποία δεν αναλαμβάνεται σε συνθήκες κρίσης αλλά μόνο σε ήρεμες και ευημερούσες συγκυρίες), η απόδοση των ενισχύσεων από την Κομισιόν προς τις χώρες-μέλη θα είναι πολύ πιο περιορισμένη.

Τα αφήνουμε, λοιπόν, προσώρας αυτά!

Ας δούμε ποια είναι τα θετικά στην πρόταση της Κομισιόν!

Διακρίνω δυο πεδία θετικών συνεπειών:

- Το πρώτο, το πολιτικό, αφορά στο ότι για πρώτη φορά από την εποχή των ΜΟΠ αναλαμβάνεται δραστηριότητα ιονισμένη προς την υπηρέτηση των συστατικών αρχών της ενοποίησης, όπως γενικά περιέγραψα στην προηγούμενη παράγραφο.

(Λίγα περισσότερα για το πολιτικό σκέλος! Η «επιστροφή» στο ευρωπαϊκό πολιτικό πλαίσιο της δεκαετίας του 1980, όταν με τη συντεταγμένη πολιτική μεταφοράς πόρων από τον ευρωπαϊκό βορρά προς τον νότο εγκαινιάστηκε ως πρακτική πολιτική του ενοποιητικού σχεδίου η παραδοχή ότι η συνοχή βασίζεται στην ανακατανομή του πλούτου μεταξύ των χωρών που συμμετέχουν τα εγχείρημα, είναι εκ των πραγμάτων μια μεγάλη δικαίωση των πολιτικών ηγεσιών που εμπνεύστηκαν και υλοποίησαν τα ΜΟΠ. Ταυτόχρονα είναι και μια ισχυρή ήττα της πολιτικής από το Μάαστριχτ και τη Λισαβόνα και εντεύθεν, μια ήττα συμβολική και με πρακτικά πολιτικά αποτελέσματα, η οποία αφήνει το αποτύπωμα ξεκάθαρης αναγνώρισης ότι ο νεόκοπος ευρωπαϊκός νεοφιλευθερισμός 1990-2019 απέτυχε παταγωδώς να συμβάλλει στην ενδυνάμωση της συνοχής και την ενίσχυση της διαδικασίας ενοποίησης.

Κατά μία εκδοχή, η υιοθέτηση του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού και της επιλογής μονομερούς συσσώρευσης  οφέλους υπέρ των πλουσιότερων ευρωπαϊκών χωρών, που διαδέχτηκε το ΕΟΚικό πολιτικο-οικονομικό μοντέλο της δεκαετίας του 1980, υπήρξε ακριβώς αντίδραση της ευρωπαϊκής συντηρητικής παράταξης, η οποία από νωρίτερα δεν έβλεπε με καλό μάτι πολιτικές τύπου ΜΟΠ. Τα συστήματα εξουσιών των ισχυρών ευρωπαϊκών χωρών, ευθείς απόγονοι της αποικιοκρατίας, ποτέ δεν συμφιλιώθηκαν με την θεμελιώδη αρχή του ευρωπαϊκού ενοποιητικού στόχου ομογενοποίησης με πληθυσμούς, που επί αιώνες ήταν αθύρματα των ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών. Ακόμη και σήμερα ο Σεμπάστιαν Κουρτς, σε προχθεσινή συνέντευξή του στο Spiegel, απορρίπτει την αμοιβαιοποίηση του ευρωπαϊκού χρέους, με την αιτιολογία ότι δεν μπορεί μια αυστριακή κομμώτρια να επιδοτεί τον ευρωπαϊκό νότο.

Πρόκειται για την με καινούρια λεκτική απόπειρα επαναφοράς της «διασωστικής» αντίληψης Σόιμπλε-Ντάισλεμπλουμ, που είναι πλέον τόσο κοινά αναγνωρισμένη ως αποτυχημένη, ώστε ακόμη και ο πρώτος εκ των δύο αυτών και φανατικός υπερασπιστής της, τότε υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, πλέον την εγκαταλείπει και υποδεικνύει αντίθετο βηματισμό από εκείνον επί των ημερών του. Πολιτικά κάτι τελευταίο: Είναι προφανές ότι η ενεργοποίηση της ευρωπαϊκής συντηρητικής παράταξης προς ανατροπή του ευρωπαϊκού δρόμου μέσω πολιτικών τύπου ΜΟΠ, σκοπός που επετεύχθη όπως είπαμε με το Μάαστριχτ και τη Λισαβόνα, ενεργοποίησε πολιτικά (εικάζω αθέλητα) την ευρωπαϊκή ακροδεξιά, που στον άδηλο ενδοευρωπαϊκό ρατσισμό, ανακάλυψε πεδίο δόξης λαμπρό για την επαναφορά της, τις συνέπειες της οποίας βλέπουμε σήμερα, με τα νεοναζιστικά και νεοφασιστικά ρεύματα. Και είναι, επίσης,  πλέον ιστορικά διαπιστωμένο ότι η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία από τη δεκαετία του 1990 και μετά, συνέβαλε εξ ανοχής και στη συνέχεια εξ επιλογής στην εκτροπή από τις συστατικές αρχές αλληλεγγύης της ευρωπαϊκή ενοποίησης, συγκυβερνώντας για μεγάλα χρονικά διαστήματα με την ευρωπαϊκή δεξιά).

- Το δεύτερο, το οικονομικό, αφορά στον προσανατολισμό αποκαθήλωσης του φαινομένου μονομερούς συσσώρευσης πλούτου υπέρ των ισχυρότερων χωρών-μελών της Ε.Ε..   

Πιο συγκεκριμένα, τα θετικά για την οικονομία είναι:

- η διασαφήνιση (που δεν είχε ρητά γίνει κατά την παρουσίαση της πρότασης Μέρκελ-Μακρόν) ότι τα 750 δισ. που προτείνει η κυρία φον ντερ Λάιεν, είναι πιστώσεις πλέον εκείνων που προβλέπονται στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 2021-2027,

- η πρόθεση διασώσεων με επιδότηση των αδυνάμων και όχι με μόνο με δανεισμό (ιδίως εκείνον τον δανεισμό, από τον οποίο προσπορίζονται κέρδος οι δανείστριες χώρες, ευτελίζοντας ηχηρά την έννοια της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης),

- η προσπάθεια να έρθουν νωρίτερα οι διασώσεις και να μην εξαχνωθούν μέσα στην αργόσυρτη διαδικασία του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού ως το 2027, όπως σχεδιαζόταν ως τώρα,

- η διεύρυνση του πακέτου διάσωσης από τα 500 δισ. της πρότασης Μέρκελ-Μακρόν κατά 250 δισ. επί πλέον,

- η διαφαινόμενη ως επιλεγόμενη μέθοδος εξασφάλισης των πιστώσεων ύψους 750 δισ. όχι μέσω διακρατικών εκταμιεύσεων, αλλά μέσω συλλογικού ευρωπαϊκού δανεισμού με εγγύηση τις κρατικές συμμετοχές στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό, όπου οι πλούσιες χώρες-μέλη καταβάλλουν τα περισσότερα,

- η κατά πάσα πιθανότητα χορήγηση δανείων, όχι μέσω της λανθασμένης και ήδη αποτυχούσας μεθόδου του «δρόμου του ESM», που έχει εγκρίνει (και το ένεκα και τούτης της αστοχίας ανιχνευόμενο ως «ξεπερασμένο») eurogroup, και μάλιστα υπό άτυπη μνημονιακή εποπτεία κατηγορίας ECCL,

- η εντοπιζόμενη μέριμνα αποτροπής γενικευμένου δανεισμού από μεμονωμένες χώρες-μέλη, που αν προκύψει (κι ακόμη ο κίνδυνος δεν έχει εκλείψει) θα καταστήσει το ήδη εκρηκτικό πρόβλημα εξωτερικού χρέους των αδύναμων χωρών-μελών απολύτως μη διαχειρίσιμο.

Ποια είναι τα αρνητικά σημεία στην πρόταση της Κομισιόν:

- ότι τα 750 δισ. (εκ των οποίων επιδοτήσεις είναι μόνον τα 500) παραμένει μη επαρκές για τον σκοπό ποσό,

- ότι η σύνδεση του πακέτου στήριξης με τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό συμβάλλει στην επιβράδυνση των τελικών αποφάσεων, όταν ο χρόνος είναι ασφυκτικά πιεστικός,

- ότι οι τελικές αποφάσεις μοιάζει να καθυστερούν,

- ότι η αναμενόμενη τελική διαπραγμάτευση στη σύνοδο κορυφής (αν επιτευχθεί συμφωνία), υπό το βάρος της πίεσης που ασκούν οι «4 σκληροί» εκ των πλουσίων χωρών (Αυστρία, Ολλανδία, Σουηδία, Δανία -και οι 4 εισφορείς στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό), συνεπικουρούμενοι από τα «παιδιά του Σόιμπλε» στη Γερμανία, θα μπορούσαν να επιβάλλουν τελικούς όρους, που -αν υιοθετηθούν- θα ανέτρεπαν τον θετικό προσανατολισμό της πρότασης της Κομισιόν,

- ότι οι εκταμιεύσεις των επιδοτήσεων προς τις χώρες-μέλη το νωρίτερο που προβλέπεται να πραγματοποιηθούν είναι από το 2021 και μετά, που είναι πολύ πίσω,

- ότι η λεκτική των προϋποθέσεων για τις επιδοτήσεις προς τις χώρες-μέλη προσομοιάζει (αν και ως προς το περιεχόμενο των επιλεγόμενων τομέων υποστήριξης διαφοροποιείται πλήρως) με το αμπαλάζ του αποτυχόντος μνημονιακού πλαισίου «μεταρρυθμίσεων», που όπως έχει αποδειχτεί πόρρω απείχε από εξυγιάνσεις προβληματικών οικονομιών χωρών-μελών και αποσκοπούσε μόνο σε εξασφάλιση πλεονασμάτων για αποπληρωμή χρεών προς δανείστριες χώρες-μέλη –κι αυτό γεννά βάσιμη ανησυχία για την τυχόν επανάληψη των λάθος «διασωστικών» πρακτικών.

Αυτό είναι σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο της πρότασης της Κομισιόν. Και -επαναλαμβάνω- κινείται στην ορθή κατεύθυνση για τον σκοπό τον οποίο διακηρύσσει ότι προσέρχεται να υπηρετήσει.  

_________________________________________________________

(Στο επόμενο Μέρος Β΄, «Η Ελλάδα και η πρόταση της Κομισιόν»)   

 

 

 

 

26 Μαϊ. 2020

Από το «καπιταλισμό έχουμε»,

ως το ευρωομόλογο

Με την ανακοίνωση της πρότασης-προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ για τη διαχείριση της οικονομίας στη μετά-καραντίνα εποχή, και λίγες μέρες νωρίτερα τη διαγγελματικού τύπου εμφάνιση Κυριάκου Μητσοτάκη στα κανάλια για τον ίδιο σκοπό, οι πολίτες έχουν στην Ελλάδα τη σπάνια ευκαιρία για πολίτες σημερινής χώρας να συγκρίνουν πολιτικές και προγράμματα, εν μέσω μάλιστα της διακυβέρνησης του δεύτερου. Δεν γνωρίζω άλλη χώρα-μέλος της ΕΕ, στην οποία οι πολίτες να έχουν πρόσβαση σε τόσο απτή εικόνα των δύο πολιτικών που συγκρούονται εκτός προεκλογικού χρόνου. Το φαινόμενο θα ήταν μοναδικό σ’ ολόκληρη τη δύση, εάν στις ΗΠΑ -που βρίσκονται, όμως, σε εκλογικό έτος- οι δημοκρατικοί δεν είχαν παρουσιάσει πλήρη εναλλακτική πρόταση οικονομικής πολιτικής για την ανάταξη της αμερικανικής οικονομίας, με την πανδημία εκεί να θερίζει ζωές.

Η παραπάνω διαπίστωση, νομίζω, έχει μεγάλο πολιτικό βάρος διότι επιβεβαιώνει με τον πλέον απερίφραστο τρόπο αυτό που όλοι καταλαβαίνουμε, αλλά οι φιλοκυβερνητικοί εξ ημών ανάμεσά μας κάνουν πως δεν βλέπουν: Η οικονομική πολιτικής της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη γεννά σοβαρές ανησυχίες για τη συνέχεια! Όχι γιατί ανάλογες ανησυχίες δεν υπάρχουν σ’ όλες τις άλλες χώρες, αυτό θα ήταν λογικό. Αλλά, διότι η κυβερνητική οικονομική πολιτική, με την πανδημική επιβάρυνση, αντί να υπόσχεται και να προσβλέπει σε διαχείριση της κρίσης με όρους υπέρβασης των ως σήμερα κλασσικών τρόπων λειτουργίας του σημερινού παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, εμμένει παθολογικά στο πάγιο διλημματικό ζήτημα της κατανομής του πλούτου, ως δήθεν του μέσου και του ενδεδειγμένου τρόπου να σχεδιαστεί και να λειτουργήσει η μετα-καραντίνα ελληνική οικονομία.

Το είπε με αφοπλιστική ειλικρίνεια ο υπουργός Εσωτερικών, Τάκης Θεοδωρικάκος! «Καπιταλισμό έχουμε», όπως είπε ο υπουργός, αποφεύγοντας να δεσμευτεί για την προστασία του κρισιμότερου παραγωγικού αγαθού, ακόμη και σε συνθήκες ακραίου νεοφιλελευθερισμού: την απασχόληση!

Φυσικά σήμερα και με τις συνέπειες της πανδημίας επί της οικονομίας, δεν έχουμε να κάνουμε με κατανομή πλούτου, αλλά με κατανομή της μείωσης εισοδήματος -ύφεση θα έχουμε, και μάλιστα μεγάλη, άρα το διανεμητέο ΑΕΠ στην Ελλάδα θα είναι αισθητά μειωμένο σε σύγκριση με το ΑΕΠ του 2019, πρώτου έτους της Ελλάδας εκτός της δεκαετούς μνημονιακής επιτήρησης. Όμως, είτε κατανέμεται πλούτος, είτε κατανέμεται η επίπτωση από τη μείωση εισοδήματος, το πολιτικό ζήτημα στην οικονομική πολιτική του Κυριάκου Μητσοτάκη παραμένει το ποιος θα «γράψει» τη ζημία: τα χαμηλότερα ή τα μεγαλύτερα εισοδήματα;

Πρόκειται για μοναδική περίπτωση κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής στην ευρωζώνη, η οποία -προσπαθώντας να αντιμετωπίσει την κρίση- αντί να προσφεύγει σε επιλογές (ακόμη και τεχνητής) διεύρυνσης του κατανεμητέου διαθέσιμου εισοδήματος, επιμένει να αναζητά «από πού θα κόψει», ενώ σ’ όλες τις άλλες χώρες-μέλη επιζητούνται λύσεις στο πρόβλημα «από πού και πώς θα βρούμε περισσότερα». Κι αυτό το σημείο και μόνο, αρκεί για να τεκμηριωθεί πόσο απρόσφορη για την παρούσα κρίση είναι η μητσοτακική οικονομική πολιτική των περικοπών (γιατί περί αυτού πρόκειται), ενώ η οικονομία χρειάζεται το απολύτως αντίθετο: σταθερότητα εισοδήματος για τη διατήρηση της κατανάλωσης σε όσο το δυνατόν ψηλότερο επίπεδο, ώστε να δοθεί ο χρόνος και για την παραγωγική επανεκκίνηση των οικονομιών.

Για να γίνω απολύτως κατανοητός: ενώ στην ευρωζώνη αναζητούνται πρόσθετοι πόροι (η άρση των δημοσιονομικών περιορισμών του Συμφώνου Σταθερότητας και η συζήτηση για το ευρωομόλογο, μεταξύ πολλών άλλων, σ’ αυτήν την ατζέντα εντάσσονται), στην Ελλάδα ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει μείνει πίσω στην κλασσική νεοφιλελεύθερη συνταγή της άσκησης εισοδηματικής πίεσης στους πολίτες! Αυτό ακριβώς διαμηνύει το «καπιταλισμό έχουμε»,  και όχι βέβαια καμιά διαβεβαίωση περί της κυβερνητικής προσπάθειας να διασωθούν τα προ της πανδημίας επίπεδα εισοδήματος των πολιτών. Κι αυτό είναι το επίσημα ανακοινωμένο πλαίσιο πολιτικής της κυβέρνησης, για να αναταχθεί η ελληνική οικονομία στη μετα-καραντίνα περίοδο. 

Είναι απολύτως μοναδική περίπτωση κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής σ’ ολόκληρη την Ευρώπη! Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία, Βρετανία, ανακοινώνουν το ένα μετά τα άλλο τα προγράμματα στήριξης, αποφεύγοντας -καθόλου τυχαία- κάθε αναφορά σε μειώσεις εισοδήματος των πολιτών τους. Βεβαίως, και εδώ έχουμε στις κυβερνητικές εξαγγελίες πολιτικό αμπαλάζ πακέτου 24 δισ..

Μόνο που κι εδώ η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη πανευρωπαϊκά πρωτοτυπεί: Είναι 24 δισ. μαζί με τις μοχλεύσεις -καθ’ ομολογία της κυβέρνησης, δηλαδή το καθαρό ποσό είναι 14 δισ. -πάλι καθ’ ομολογία της κυβέρνησης! Σε αντίθεση με όλα τα άλλα προγράμματα-πακέτα στήριξης των ευρωπαϊκών χωρών, που στέργουν να εκθέτουν τα πραγματικά διαθέσιμα ποσά για να υπάρχει εικόνα των όρων της προσπάθειας να επανεκκινήσουν τις οικονομίες τους.   

Εδώ, όμως, επισφραγίζεται και σε άλλα πεδία ο καπιταλιστικός επαρχιωτισμός της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη! Συγκεκριμένα, ενώ όλες οι χώρες-μέλη της ευρωζώνης διεκτραγωδούν την εκτιμώμενη έφεση των οικονομιών τους, με σκοπό κατά την κατανομή των πόρων που θα διατεθούν από την ΕΕ τα προσεχή έτη στις χώρες-μέλη να πετύχουν μεγαλύτερο μερίδιο, η Ελλάδα «τσακώνεται» με την κομισιόν, για να αποδείξει ότι η ύφεση σε μας θα είναι, λέει …μικρότερη!!!

Μ’ όλα τούτα, η συνολική εικόνα της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής, εκτός από ανησυχίες γεννά και εύλογα πολιτικά ερωτήματα, για τα κίνητρά της. Εν τάξει, ένα από τα κίνητρα αυτά είναι η δεξιά ιδεοληψία, που συνολικά διέπει τις αντιλήψεις του πολιτικού, επιχειρηματικού και μιντιακού μπλοκ εξουσίας που συγκροτεί την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη. Προφανώς, όμως, αυτό το στοιχείο δεν επαρκεί για να εξηγήσει τον βαθμό της κυβερνητικής αστοχίας. Στο κάτω-κάτω με πολιτικά ανεπαρκή, ηγεσία και κυβέρνηση, έχουμε να κάνουμε, όχι με κλινικά μικρονοϊκές περιπτώσεις.

Ικανοποιητική εξήγηση γι’ αυτήν την εξόφθαλμα άστοχη οικονομική πολιτική του Κυριάκου Μητσοτάκη εγώ βρίσκω πως είναι άλλη: ότι πρόκειται όχι για πρόγραμμα με στόχο -όπως διακηρύσσεται- την ανάταξη τη ελληνικής οικονομίας στη μετα-καραντίνα εποχή, αλλά απλά για προεκλογικές εξαγγελίες! Μόνον εάν η προσπάθεια κομματικής απεύθυνσης σε πολιτικά κοινά και τις εν γένει ταξικές αναφορές του κόμματος της ΝΔ είναι το αφετηριακό reason why της κυβερνητικής οικονομικής πολιτικής εξηγείται τόση αφροσύνη.    

Για να γυρίσουμε στην αρχή, σπεύδω να υπογραμμίσω ότι παρ’ όλο που το πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ υπό τον τίτλο «Μένουμε όρθιοι» περιλαμβάνει πολύ καλύτερες μέριμνες για την ενίσχυση του κρισιμότερου παραγωγικού αγαθού στην προσπάθεια ανάκαμψης, δηλαδή την απασχόληση, σε μεγάλο επίσης βαθμό προσομοιάζει με προεκλογικό πρόγραμμα. Και, φυσικά, ορθώς πράττει ο ΣΥΡΙΖΑ που προσδίδει τέτοιο τόνο στο «Μένουμε όρθιοι», διότι αυτονόητα τελεί εν πλήρη γνώσει της μανίας του Κυριάκου Μητσοτάκη για τις τυχοδιωκτικές πρόωρες εκλογές που θα ήθελε να προκηρύξει για να κάψει την απλή αναλογική.   

Εκεί, όμως, που υπερτερεί συντριπτικά το οικονομικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, ως σχέδιο για την προσπάθεια  ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας κατά την μετα-καραντίνα περίοδο, είναι ότι κατανοεί πλήρως τα οικονομικά διακυβεύματα που κρίνονται συνολικά στην ευρωζώνη και οι θέσεις του ανταποκρίνονται σε μια αίσθηση της ευρωπαϊκής ταυτότητας της Ελλάδας, με επαρκές πλαίσιο διεκδικήσεων υπέρ της χώρας μας, στο μεγάλο παζάρι που θα λάβει χώρα στην ευρωζώνη από ‘δω και πέρα! Στοιχείο που απουσιάζει απολύτως από το «πρόγραμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη», κάνοντας την Ελλάδα να μοιάζει με καθυστερημένο ευρωπαίο «συγγενή».