Μολυβάκι

3 Ιουλ. 2019

Ο πολιτικός χαρακτήρας

του νεο-μητσοτακισμού

Πριν μερικές εβδομάδες ο αντιπρόεδρος της Ν.Δ. και επίλεκτο στέλεχος της ελληνικής ακροδεξιάς, Άδωνις Γεωργιάδης, μιλώντας δημόσια και σε μια προσπάθεια διακωμώδησης του γεγονότος ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. εφήρμοσε καταναγκαστικά μνημονιακή πολιτική, εξέφρασε ειρωνικά την ικανοποίησή του για το γεγονός αυτό και χαρακτήρισε τους συριζαίους που κυβερνώντας έκαναν αυτήν την πολιτική επιλογή, ως σχεδόν «κανονικούς ανθρώπους», μόνο και μόνο επειδή ανταποκρίθηκαν στο πολιτικό «γούστο» Γεωργιάδη. Προφανώς, αν οι συριζαίοι ως κυβέρνηση είχαν επιλέξει διαφορετικά, θα ήταν «μη κανονικοί άνθρωποι».  

Προ ημερών επίλεκτο μέσο ενημέρωσης του φωτισμένου δεξιού νεο-φιλελευθερισμού, χαρακτήρισε επίσης ως «κανονικούς ανθρώπους» μόνον όσους μπορούν να αντιλαμβάνονται τους κώδικες που το ίδιο θέτει ως κριτήρια αποτίμησης της ανθρώπινης ιδιότητας, σχετικά με τις απόψεις των πολιτών για υποθέσεις δημόσιου ενδιαφέροντος και σε απόλυτη αναλογία με την παραπάνω στάση Γεωργιάδη.

Η παρείσφρηση του όρου της «κανονικότητας» ως κριτηρίου στις αξιολογήσεις επιλογών μεμονωμένων πολιτών και ολόκληρων πολιτικών φορέων, είναι το τελευταίο και αποκρουστικό στάδιο μιας ξεκάθαρα ακροδεξιάς αντίληψης των πολιτικών πραγμάτων. Αντίληψης, που έρχεται από πολύ παλιά, από τις εποχές που μεσουρανούσε  στην Ευρώπη ο φασισμός.

Η καθόλου συμπτωτική χρήση του όρου από τον Γεωργιάδη και την Athens Voice αποδεικνύει ότι τα ετερόκλιτα πολιτικά συστήματα που ενώνονται υπό τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη στην παρούσα απόπειρα εφόδου προς (ανα)κατάληψη της εξουσίας, ενοποιούνται πλέον ιδεολογικοπολιτικά, σ’ ένα σαφές μείγμα κατανόησης της δημοκρατικής διαδικασίας, μ’ έναν τρόπο όπου κυριαρχεί το «νεύμα» του φασιστικού ιδεώδους. Ούτε ιδεολογική δεξιά υπάρχει, ούτε νεο-φιλελευθερισμός ανιχνεύεται, ούτε καραμανλισμός υφίσταται. Μόνον ανομολόγητες προθέσεις φασιστικού υποστρώματος διακρίνονται. Και η αλαζονεία της διαφαινόμενης επικράτησης αυτών των δυνάμεων, λίγες μέρες πριν τις εκλογές, λειτουργεί απελευθερωτικά ως προς την αναγνώριση δημοσίως προθέσεων που ως σήμερα τηρούσαν τα δημοκρατικά προσχήματα

Αποδεικνύεται, έτσι, η μεγάλη πολιτική τοξικότητα της αντιπολίτευσης του νεο-μητσοτακισμού 2015-2019. Διότι, φυσικά, δημόσιος διάλογος μεταξύ «κανονικών» και «μη κανονικών» πολιτών ή κομμάτων, άγει  με μαθηματική ακρίβεια στις ρίζες του πολιτικού εκείνου στοιχείου που ανιχνεύεται στο DNA του φασιστικού ιδεολογήματος, από το οποίο αναδύθηκαν οι πόλεμοι, οι διώξεις και τα ολοκαυτώματα σε βάρος των όποιων «αντιπάλων» ανθρώπων, οι δικτατορίες και οι δημοκρατικές εκτροπές, η βία και οι νοθείες. Και το πρόβλημα δεν είναι ότι εξακολουθούν και υπάρχουν ακόμη στις μέρες μας αυτά, ουδέποτε άλλωστε εξαφανίστηκαν τελείως όλ’ αυτά τα χρόνια και απλά είχαν περιθωριοποιηθεί, αλλ’ ότι έχουν καταστεί ο κύριος ενοποιητικός ιδεολογικός «χώρος», στον οποίο συνωστίζονται όλες οι περί τον νεο-μητσοτακισμό δυνάμεις.       

Για τον λόγο αυτόν, δεν είναι μεμονωμένες περιπτώσεις οι γκιλοτίνες του Μπογδάνου, οι ρατσιστικές αναφορές Κυρανάκη, οι αστεϊσμοί νεοδημοκρατών περί στρατοπέδων συγκέντρωσης μετά τις εκλογές, οι χυδαία ταξικά διχαστικές και κοινωνικά ρατσιστικές δηλώσεις του ίδιου του αρχηγού της Ν.Δ. για τους «ψυκτικούς» του Περιστερίου και τόσα άλλα! Δεν πρόκειται για φραστικές υπερβολές που ξέφυγαν στο πλαίσιο ενός ανεκτού πάθους υπεράσπισης πολιτικών απόψεων, όπως συχνά συμβαίνει στις δημοκρατίες. Είναι ο πυρήνας της κατανόησης των πολιτικών πραγμάτων από μεριάς όλων εκείνων που συγκλίνουν γύρω από το αστείο «όραμα» να κυβερνήσει την Ελλάδα ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ως δήθεν θετική προοπτική για χώρα, όταν το «όραμα» αυτογελοιοποιείται παραχρήμα και διά γυμνού οφθαλμού από τους εξωγήινους, τους πολιτικούς κρατουμένους ηλικίας λίγων μηνών, τους διαλόγους με πολίτες που κάθονται σε δεμάτια σανό. (Τις τελευταίες μέρες έχω αρχίσει  να εξετάζω το ενδεχόμενο εκείνη η επιλογή του διαλόγου Μητσοτάκη που κραδαίνει την αγκλίτσα με μερικούς πολίτες επί σανού καθημένους, να μην ήταν μια επικοινωνιακή αστοχία, όπως νόμιζα ως τώρα, αλλά μια επιλεγμένη κίνηση ευφυούς ακροδεξιάς κοπής. Για να ενσταλάζεται υποσυνείδητα στους πολίτες ποιά θα έπρεπε να είναι η θέση τους στα πολιτικά πράγματα και πώς ο αρχηγός δια της ράβδου θα τους «σαλαγήσει» δεόντως. Και -σας διαβεβαιώ- δεν αστειεύομαι καθόλου!)  

Πολλοί, διατυπώνουν την άποψη ότι αυτή η έκδηλη και σχεδόν κληρονομικού υποστρώματος τοξικότητα του νεο-μητσοτακισμού, δεν είναι δική του. Όσοι το λένε αυτό, για διάφορους λόγους, προβάλλουν την άποψη ότι ήταν οι πλατείες των  «αγανακτισμένων» που ήρξαντο χειρών αδίκων.

Πρόκειται για προσχηματικές υπεκφυγές! Είναι τελείως διαφορετικές περιπτώσεις η τοξικότητα της «παράφρονος μεταβλητής» από τα κάτω οργισμένων μαζών που αντιδρούν στις μνημονικές επιβολές (ανεξαρτήτως της εκ των υστέρων εκμετάλλευσής τους), με την τοξικότητα της από τα πάνω, πλήρως σχεδιασμένης και απολύτως συνειδητοποιημένης πολιτικής επιλογής κατανομής των πολιτών σε άτομα με «κανονικές» και «μη κανονικές» απόψεις. Και δεν χρειάζεται να πω περισσότερα στο σημείο αυτό –το ίδιο έχω άλλωστε επισημάνει και με άλλες ευκαιρίες. Όσοι είναι καλοπροαίρετοι αναγνώστες μου αντιλαμβάνονται πλήρως τί λέω –είμαι βέβαιος. Όσοι όχι, δεν τον «αντέχουν» αυτόν τον διάλογο, διότι απλά έτσι θα κατέρρεαν οι αφηγήσεις επί των οποίων έχουν δομήσει τις σημερινές ανοχές τους έναντι του ακροδεξιού και νεο-μητσοτακικού φαινομένου.             

Εξ ίσου επικίνδυνο για τη δημοκρατία είναι, λοιπόν, ότι αυτά τα ανέχονται (αν δεν επιχαίρουν κιόλας) πολίτες που δηλώνουν δημοκρατικών και προοδευτικών πεποιθήσεων. Η «ευκολία» να ξεπερνούν οι εν λόγω πολίτες όλα όσα σαφώς φασιστικής προέλευσης στοιχεία και συμπεριφορές φέρνουν στον δημόσιο βίο ως την πολιτική «καθημερινότητα» του νεο-μητσοτακισμού, δεν είναι απλή αμηχανία. Είναι συνειδητή αποσιώπηση του επικίνδυνου δρόμου που τείνουν να προσλάβουν οι εξελίξεις στην Ελλάδα. Από ενοχές ή από ανεπάρκεια να ενεργοποιηθούν ουσιαστικές αντιδράσεις στο φαινόμενο.

Την ίδια ώρα, εξ ίσου λανθασμένη και εγκληματικά αφελής είναι και η ανοχή του Κ.Κ.Ε.  σ’ αυτά, με το κομμουνιστικό κόμμα να επιμένει στον ομολογιακού χαρακτήρα μονόλογό του ότι ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και Ν.Δ. συμπίπτουν σε πολιτικές προαγωγής των προτεραιοτήτων του διεθνούς καπιταλισμού, ενώ εδώ το πρόβλημα έχει λάβει πλέον διαστάσεις ενδεχόμενης διακυβέρνησης από δυνάμεις που συγκλίνουν σε φασιστικού λόγου προθέσεις.     

Σε τέτοιες συνθήκες, η φασιστική ακροδεξιά, που ως τον Σαμαρά δεν ήταν παρά ένας προσεγγίσιμος πολιτικός χώρος προς άγρα ψηφοφόρων για τη Ν.Δ., σήμερα όχι μόνο έχει πλήρως εγκολπωθεί  επί ηγεσίας Μητσοτάκη στο κόμμα, αλλά πλέον διεκδικεί να είναι ο κύριος ιδεολογικός φορέας των ευρύτερων συντηρητικών πολιτικών δυνάμεων που συγκροτούν τον νεο-μητσοτακισμό.

Δεν διαθέτω μαντικές ιδιότητες για να προβλέπω τις επιπτώσεις όσων εντόπισα ως εδώ. Γνωρίζω, όμως, ότι όποτε στην ιστορία ανάλογα πολιτικά φαινόμενα εμφανίστηκαν, οι συνέπειες για τις χώρες που τα βίωσαν ήταν τραγικές.

 

 

 

30 Ιουν. 2019

Το παιγνίδι των αναγωγών

και οι υπολογισμοί των εδρών 

Σε νέα δοκιμασία αξιοπιστίας θα υποβληθούν την επόμενη Κυριακή οι εταιρείες δημοσκοπήσεων, σχετικά με τις προβλέψεις τους για το εκλογικό αποτέλεσμα της 7ης Ιουλίου. Το ζήτημα της αξιοπιστίας παραμένει ζητούμενο, παρά την επιτυχή αντίδραση των δημοσκοπικών φορέων στις πρόσφατες ευρωεκλογές. Και παραμένει ζητούμενο, διότι είναι η πρώτη φορά που κάλπες διαφορετικού περιεχομένου (ευρωεκλογές και τοπικές εκλογές στις 26 Μαΐου και γενικές εκλογές στις 7 Ιουλίου) στήνονται τόσο κοντά η μία στην άλλη, αλλά και διότι στην παρούσα φάση κρίνεται και το θέμα των εδρών που θα αποσπάσει κάθε κόμμα στην επόμενη Βουλή.

Αυτονόητο είναι ότι καλές και αξιόπιστες δημοσκοπικές προβλέψεις διευκολύνουν το κομματικό σύστημα να κάνει καλύτερα τη δουλειά του. Και γι’ αυτό, εξ ίσου αυτονόητο θα ήταν να εύχονταν όλοι οι πολίτες αξιόπιστες προβλέψεις.

Την ίδια ώρα, είναι ακόμη γνωστό ότι οι δημοσκοπήσεις έχουν από καιρό ενταχθεί στα συστήματα επικοινωνιακής καταχώρισής τους σε πολιτικές και κομματικές τακτικές. Το φαινόμενο προκαλεί αναμφίβολα κόστος αξιοπιστίας στις δημοσκοπήσεις, όπως είναι λογικό. Και το κόστος αξιοπιστίας του φαινομένου αυτού εντείνεται όταν τη δημοσιοποίηση δημοσκοπικών ευρημάτων διαχειρίζονται μέσα ενημέρωσης στρατευμένα κομματικά (και όχι μέσα ενημέρωσης με πολιτική άποψη, όπως είναι το αναμενόμενο σε ευρύθμως λειτουργούσα δημοκρατία). Στην περίπτωση της Ελλάδας, τα μέσα ενημέρωσης με το γνωστό ιστορικό τους διαπλοκής και ανοιχτής πολιτικής, επιχειρηματικής και μιντιακής σύμπραξης με ιδιωτικά συμφέροντα που έχουν ονοματεπώνυμο (δηλαδή συμφέροντα που έχουν λόγο να διαστρέφουν το περιεχόμενο του καλώς νοουμένου του δημόσιου συμφέροντος προς όφελός τους), κάνουν το πρόβλημα μεγαλύτερο. Την τελευταία περίοδο, μάλιστα, το πρόβλημα έχει διευρυνθεί ακόμη περισσότερο, με εταιρίες δημοσκοπήσεων να μην αποφεύγουν διαξιφισμούς (ρητούς ή και κεκαλυμμένους) με κόμματα και μέσα ενημέρωσης.

Ευθύνονται οι εταιρείες για την εκμετάλλευση  του έργου τους, από κόμματα και μέσα ενημέρωσης; Κατ’ αρχήν όχι! Αν, όμως, και στη δημοσκοπική «πιάτσα» κυριαρχεί το μότο «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο», τότε αρχίζουν τα προβλήματα. Δημοσκόπηση έχει λόγο ύπαρξης ως διερεύνηση πεδίων πολιτικού ενδιαφέροντος και όχι ως προσχεδιασμένη προτροπή προς τους πολίτες να λαμβάνουν τις αποφάσεις τους. Αν κάμπτεται αυτός ο κανόνας, καλύτερα να μην είχαμε δημοσκοπήσεις! Και η στάση κάθε εταιρείας, στο βαθμό και το μέτρο που οι αναφορές εκπροσώπων τους εμπλέκονται σε αντιπαραθέσεις με κόμματα ή μέσα ενημέρωσης, τότε η αναξιοπιστία θα καραδοκεί, ακόμη κι αν οι προβλέψεις ευδοκιμούν.

Στην παρούσα φάση των πραγμάτων, οι δημοσκοπήσεις καλούνται, λοιπόν, να προβλέψουν με τόσο πρόσφατο το εκλογικό αποτέλεσμα των διαφορετικού πολιτικού περιεχομένου ευρωεκλογών (κι αυτό είναι ήδη μια δυσκολία), τόσο τα ποσοστά των κομμάτων στις κάλπες της 7ης Ιουλίου, όσο και τις έδρες που θα αντιστοιχούν σε κάθε κόμμα με βάση τα ευρήματά τους.

Τα μέχρι σήμερα στοιχεία δίνουν άνετη νίκη στη Ν.Δ. και αυτοδυναμία από 152-158 έδρες.

Εδώ τελειώνει το εύρος προβλέψεων των εταιρειών δημοσκοπήσεων, που δεν αναμένεται να αλλάξει δραματικά πλην συγκλονιστικού απροόπτου και δεν απομένει παρά να δούμε το αποτέλεσμα της κάλπης, που μοιάζει να συγκαταλέγεται στις σπάνιες περιπτώσεις που δεν θα κομίζει συζητήσεις υπό το βαρετό μετεκλογικό κλισέ «ποιά μηνύματα έστειλε», αλλά να ανοίγει τη συζήτηση για την επόμενη φάση.

Στις προβλέψεις των δημοσκοπήσεων, ανεξαρτήτως μεθοδολογίας, ο υπολογισμός των εδρών γίνεται με βάση τον εκλογικό νόμο.

Με απλά νούμερα, διαιρώντας τον αριθμό των 250 εδρών που θα κατανεμηθούν εκτός του μπόνους των 50 εδρών που θα λάβει το πρώτο κόμμα, προσδιορίζεται η εκτίμηση. Για παράδειγμα, αν υποθέσουμε ότι το 100% των ψηφοφόρων επέλεξαν κόμματα που θα υπερβούν το όριο του 3% και θα εκπροσωπούνται στην Βουλή, τότε ένα κόμμα που συγκέντρωσε 40% λαμβάνει 100 έδρες (κάθε 10% αντιστοιχεί σε 25 έδρες) + 50 έδρες μπόνους για το πρώτο κόμμα = 150 έδρες της αυτοδυναμίας.

Όμως, ποτέ δεν θα εκπροσωπείται στη Βουλή το 100% των ψηφοφόρων, διότι κάθε κόμμα που δεν «πιάνει» το όριο του 3% μένει εκτός Βουλής. Σ’ αυτό το σημείο ο εκλογικός νόμος αρχίζει να λειτουργεί κατεβάζοντας τον πήχη της αυτοδυναμίας για το πρώτο κόμμα.       

Ένας εύκολος τρόπος να υπολογιστεί πότε το πρώτο κόμμα θα έχει αυτοδυναμία είναι να ξέρουμε ότι κάθε 1% που δεν θα εκπροσωπείται στη Βουλή επειδή κάποιο κόμμα δεν πέρασε το όριο του 3%, ρίχνει τον πήχη κατά 0.4%. Δηλαδή, αν δεν εκπροσωπείται το 10% των ψήφων, τότε ο πήχης της αυτοδυναμίας πέφτει στο 36% (40% - 4% (0,4% x 10) = 36%.

Ακριβέστερους υπολογισμούς μπορεί κανένας να κάνει αν διαιρεί το αθροιστικό ποσοστό των κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλή πολλαπλασιασμένο επί 10, διά του 250 (οι έδρες εκτός του μπόνους των 50 εδρών για το πρώτο κόμμα).

Ένα παράδειγμα: Τα κόμματα που δεν εκπροσωπούνται αθροίζουν 10%. Πόσο πρέπει να «πιάσει» το πρώτο κόμμα για κερδίσει την αυτοδυναμία; Σ’ αυτήν την περίπτωση έχουμε: 90% (το αθροιστικό ποσοστό των κομμάτων που εκπροσωπούνται) x 10 = 9.000 : 250 = 36%. Η μέθοδος αυτή είναι καλύτερη γιατί το βράδυ των εκλογών  της 7ης Ιουλίου, μπορεί να είμαστε με τα κομπιουτεράκια στα χέρια και να πρέπει να υπολογίζουμε και δεκαδικά ψηφία για να δούμε αν θα υπάρξει αυτοδυναμία.

Ένα πραγματικό παράδειγμα-σενάριο: Το πρώτο κόμμα έλαβε 36,5%. Τα εκτός Βουλής κόμματα αθροίζουν 7%. Υπάρχει αυτοδυναμία;

Για να το διαπιστώσουμε: 93 (το αθροιστικό ποσοστό των κομμάτων που εκπροσωπούνται) x 10 – 9300 : 250 = 37,2% είναι το ποσοστό που θα πρέπει να έχει συγκεντρώσει το πρώτο κόμμα για να κατακτήσει την αυτοδυναμία. Στο δικό μας παράδειγμα-σενάριο το πρώτο κόμμα συγκέντρωσε 36,5%, άρα δεν θα έχει αυτοδυναμία.

Αυτά για παρακολουθείτε τις εξελίξεις και να έχετε εικόνα των προβλέψεων των εταιρειών δημοσκοπήσεων για τις έδρες που προβλέπουν ότι λαμβάνουν τα κόμματα με βάση τα ευρήματα των μετρήσεών τους.  

 

 

 

24 Ιουν. 2019

Γιατί τόση προσπάθεια να φαλκιδευτεί

η διάκριση αριστεράς-δεξιάς; 

Η υπαρξιακή σχέση της σοσιαλδημοκρατίας με τον επί δεκαετίες κεντρικό πολιτικό ρόλο της στην Ευρώπη, στηρίχτηκε ιστορικά στην εκπροσώπηση ριζοσπαστικοποιημένων στρωμάτων, με συγκλίνοντα ταξικά συμφέροντα με εκείνα των αδυνάμων. Ήταν η ιστορική συμβολή της στην προοδευτική αλλαγή του συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων, που δεν μπορούσε (για διάφορους λόγους) να φέρει η παραδοσιακή αριστερά.  

Φυσικά, όταν και όποτε η σοσιαλδημοκρατία εγκατέλειψε την εκπροσώπηση αυτών των ριζοσπαστικοποιημένων στρωμάτων και στράφηκε στα μεσο-ανώτερα στρώματα, έγινε συντηρητική παράταξη. Και αυτός ο συντηρητισμός των ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών την εκτόπισε από ηγέτιδα πολιτική δύναμη στην Ευρώπη σε παρακολούθημα της ευρωπαϊκής δεξιάς.

Ακόμη και σήμερα, μετά τη δραματική για την Ε.Ε.  δεκαετία του 2010 υπό τις δεξιές πολιτικές των κομμάτων που τις εφήρμοσαν, η απόπειρα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας να ανασυγκροτηθεί και να αναβιώσει (και αν το μπορέσει να ανακτήσει τον ηγετικό πολιτικό ρόλο της), στηρίζεται στην επαναπροσέγγιση των ίδιων ριζοσπαστικοποιημένων στρωμάτων. Υπό την οπτική αυτή, η ορίζουσα διαχωριστική γραμμή προοδευτικού-συντηρητικού στην εποχή μας είναι ακριβώς η στάση κάθε πολιτικής παράταξης απέναντι σ’ αυτά τα ριζοσπαστικοποιημένα στρώματα.

(Και μιλώντας λίγο στο σημείο αυτό και για τα καθ’ ημάς, τεκμηριώνεται γιατί το ΚΙΝΑΛ, ως απόγονος-κακέκτυπο του ιστορικού ΠΑ.ΣΟ.Κ., όντας σε επίπεδο εκπροσώπησης παράταξη με θέσεις αντικείμενες στα συγκλίνοντα συμφέροντα των αδυνάμων και των ριζοσπαστικοποιημένων στρωμάτων, συγκαταλέγεται στην ευρωπαϊκή συντήρηση, ακόμη και κόντρα σε βασικές θέσεις του Τίμερμανς.

Δύο ενδεικτικά παραδείγματα:

- Ο Τίμερμανς εκπροσωπώντας τη συλλογική στάση των ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών σήμερα, ζητεί οριζόντιο ορισμό κατώτατου μισθού με αποφάσεις-οδηγούς των ευρωπαϊκών  οργάνων προς τις χώρες-μέλη, υπό τη σκέψη ότι η δυσμενής για τα συμφέροντα των εργαζομένων δεξιά δεκαετία από το 2010, έχει δημιουργήσει τόσο αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων σε βάρος τους στο πλαίσιο του κοινωνικού διαλόγου, ώστε να κρίνεται αναγκαία η κεντρική διασφάλιση των ορίων μισθολογικής και εισοδηματικής καταπίεσης των εργαζομένων. Οι ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες ζητούν ορισμό κατώτατου μισθού, για να αποκατασταθεί στοιχειωδώς η θέση των εργαζομένων στον κοινωνικό σχηματισμό αλλά και για να θωρακιστεί η κοινωνική συνοχή στις χώρες-μέλη της Ε.Ε.. Θέση του ΚΙΝ.ΑΛ., αντιθέτως με τη θέση Τίμερμανς, είναι ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις εργοδοτών-εργαζομένων. Το επανέλαβε και το επιβεβαίωσε προ ημερών το ΚΙΝ.ΑΛ., σχολιάζοντας τις προεκλογικές θέσεις τη Ν.Δ. για την οικονομία. Με τη στάση αυτή το ΚΙΝ.ΑΛ. «κάνει ότι δεν βλέπει» τον ακραία δυσμενή για τους εργαζόμενους συσχετισμό δυνάμεων στο πλαίσιο του κοινωνικού διαλόγου. Πρόκειται για καθαρά συντηρητική θέση, που αντιμάχεται ευθέως τα περί ων ο λόγος συγκλίνοντα ταξικά συμφέροντα.                 

- Η δεύτερη συντηρητική απόκλιση του ΚΙΝ.ΑΛ. από τις σημερινές θέσεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, είναι η στάση του στα ζητήματα δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό, ώστε να υπάρχει μεγάλη δυσαρέσκεια στο Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα-PES. Και αν φαίνεται ότι το ζήτημα των δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΚΙ κοινωνίας έχει μικρή σχέση με την εισοδηματική πτυχή του ζητήματος, από την άλλη, έχει βαρύνουσα και συμβολική σημασία για τον ριζοσπαστικό χαρακτήρα του προοδευτικού κινήματος στην εποχή μας).

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και μεγάλη συμβολική σημασία να αναφερθεί στο σημείο αυτό ότι το θεμελιώδες θεωρητικό οπλοστάσιο των προοδευτικών ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών, που άλλαξαν καταλυτικά και σε θετική κατεύθυνση από τη δεκαετία του 1980 τη μοίρα της Ε.Ε. και των πολιτών ανά χώρα-μέλος, παρήχθη στην Ελλάδα από τον Ανδρέα Παπανδρέου. Οι αναφορές του μεγάλου ευρωπαίου πολιτικού στον εντοπισμό αυτών ακριβώς των συγκλινόντων ταξικών συμφερόντων, ως βάσης για τις προοδευτικές εξελίξεις που ακολούθησαν στα θέματα κατανομής του πλούτου και συγκρότησης του κοινωνικού κράτους, παραμένουν αξεπέραστες. Όπως και απολύτως ενδεικτικό της βαθύτατα προοδευτικής εκείνης πολιτικής θέσης, ήταν και είναι η αγωνιώδης προσπάθεια των συντηρητικών πολιτικών παρατάξεων να κατασυκοφαντήσουν ως «λαϊκισμό» εκείνην τη θέση περί «συγκλινόντων ταξικών συμφερόντων» ως βάσης για προοδευτικές αλλαγές στις κοινωνίες. Την ίδια ακριβώς λεκτική τηρεί η ευρωπαϊκή συντήρηση εδώ και 30 χρόνια. Η κατασυκοφάντηση της θέσης περί «συγκλινόντων ταξικών συμφερόντων», ως «λαϊκισμού», η οποία -ειρήσθω εν παρόδω- κατασυκοφαντήθηκε εξ ίσου από την παραδοσιακή αριστερά ως «ρεβιονιστική» και «οππορτουνίστικη», αν προσέξει κανένας πίσω απ’ τις γραμμές, αφορά ακριβώς στους δύο μεγάλους φόβους της ευρωπαϊκής συντήρησης απέναντι στην προοδευτική πολιτική παράταξη: τη δίκαια κατανομή του πλούτου και τη λειτουργική σταθερότητα του κοινωνικού κράτους ανεξαρτήτως των εκάστοτε κρατουσών δημοσιονομικών συνθηκών.

Δεν είναι τυχαίο ότι στην τελευταία δεκαετία πολιτικής κυριαρχίας των ευρωπαίων συντηρητικών από το 2010 ως σήμερα, τα κατ’ εξοχήν πεδία δυσμενών συνεπειών της πολιτικής των ευρωπαϊκής δεξιάς για τους ευρωπαίους πολίτες είναι ο περιορισμός του εισοδήματος των αδυνάμων (άμεσος=εισόδημα ως ποσοστό συμμετοχής στο ΑΕΠ και έμμεσος=ανεργία) και η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους.

Σ’ αυτές τις συνθήκες είναι κατανοητό και εξηγήσιμο γιατί τόσος κόπος από μεριάς της πολιτικής συντήρησης να αλλάξει «με το έτσι θέλω» η κεντρική ορίζουσα διαφορά των πολιτικών συντεταγμένων, μεταξύ αριστεράς-δεξιάς. Η -με τη βοήθεια του μηχανισμού των fake news- μεταπήδηση σε άλλες ατζέντες αλλότριες της προσδιοριστικής διαύγειας των πολιτικών  διακρίσεων (π.χ. οι σκιαμαχίες περί «εκσυγχρονισμού-λαϊκισμού» και άλλα τοιαύτα αρκούντως εξωτικά) αποδεικνύει ακριβώς την προσπάθεια παλαιόθεν της διεθνούς δεξιάς να προκαλέσει σύγχυση στην πρόσβαση των πολιτών στις θεμελιώδεις πολιτικές διακρίσεις. Διακρίσεις, απαραίτητες απολύτως στη συνέχεια για την αποτελεσματική λειτουργία της ατομικής επιλογής, που είναι στοιχείο του πυρήνα της δημοκρατίας. Η προσπάθεια αυτή, να φαλκιδευτεί ο προσδιοριστικά κεντρικός και καταλυτικά σαφής ορισμός μεταξύ δεξιάς-αριστεράς, έχει ενδυναμωθεί τελευταία (όχι μόνο στην Ελλάδα, φυσικά), λόγω του νέου ρόλου των Μ.Μ.Ε. από θεσμοί πληροφόρησης των πολιτών (δηλαδή βασικά δημοκρατικά εργαλεία), σε μηχανισμούς άσκησης πολιτικής επιρροής (δηλαδή αντιδημοκρατικά κέντρα εξουσιών).

…αλλά αυτό είναι ένα θέμα που θα δούμε σε άλλη ανάλυση!...

 

 

 

20 Ιουν. 2019

Η προεκλογική κωμωδία

με τη μεσαία τάξη

Η έντονη και επανειλημμένη ενασχόληση όλων ανεξαιρέτως των κομματικών επιτελείων με τη μεσαία τάξη εν όψει των εκλογών της 7ης Ιουλίου, είναι ένα μόνο σύμπτωμα, -αλλά αρκούντως σοβαρό- της ελλειμματικής πολιτικής ατζέντας η οποία κυριαρχεί στον δημόσιο βίο μας. Έχω αναφερθεί και παλιότερα στο φαινόμενο αποστέωσης  του δημόσιου λόγου από αναφορές στα μεγάλα θέματα της χώρας, λόγω του εγκλωβισμού μας στην παγίδα των ακατάσχετων fake news, καθώς και στις συνέπειες του φαινομένου αυτού. Όμως, εδώ το πράγμα από επιδερμικές αναγνώσεις των αναγκών της Ελλάδας του 21ου αιώνα, τείνει να καταστεί ενδημική αδυναμία επικέντρωσης στα σοβαρά.

Η αναφορά στη «μεσαία τάξη», λοιπόν, ως μια ιδιότυπη πολιτική «μόδα» αυτών των εκλογών, προέρχεται ακριβώς από το μύθευμα των fake news ότι πρόκειται για μια τάξη, η οποία κυρίως εθίγη από τη διακυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α., με το υπονοητικό σήμα προς την κοινή γνώμη (και όχι το ευθύ νεύμα-συμπέρασμα -και δεν θα  μπορούσε ποτέ να είναι άμεσο αυτό το νεύμα, διότι είναι απολύτως ψευδές το περιεχόμενό του) ότι δήθεν οι προηγούμενες του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κυβερνήσεις προστάτευσαν εισοδηματικά τα μέλη της «μεσαίας τάξης», ενώ η τελευταία κυβέρνηση πρωτίστως εστόχευσε στα εισοδήματά τους για να πετύχει τα πρωτογενή πλεονάσματα.

Έτσι, η μεσαία τάξη, με τον βαθμό απροσδιοριστίας -πολιτικής και ταξικής- που υπονοείται στον σκόπιμα ασαφή όρο, έχει αναδειχθεί στην πολύφερνη νύφη αυτής της κάλπης. Είναι, όμως, έτσι;

Κατ’ αρχάς να τονιστεί ότι μιλώντας για μεσαία τάξη (η Ν.Δ. επί Κώστα Καραμανλή έκανε λόγο για τον «μεσαίο χώρο») αναφερόμαστε κατά βάση σε κοινωνικές ομάδες  περίπου ταλαντευόμενες ταξικά, ανάμεσα στα χαμηλά στρώματα και τα μεσο-κατώτερα εισοδήματα. Ωστόσο, η πολιτική απροσδιοριστία του όρου, που ήδη επεσήμανα, διευρύνει τον κύκλο απεύθυνσης και στα μεσο-ανώτερα εισοδήματα. Μπορεί να υπάρξει προεκλογικά τελεσφόρος προσέγγιση ταυτόχρονα και στις δύο αυτές κοινωνικές ομάδες; Έχω την εντύπωση πως όχι! Αντίθετα, αν κάποιο κόμμα επιχειρεί να απευθυνθεί στα μεσο-κατώτερα εισοδήματα, ενώ προνομιακό πολιτικό κοινό του είναι τα μεσο-ανώτερα εισοδήματα, πιθανότερο είναι, φρονώ, ότι θα δυσαρεστήσει τους πιστούς του. Και το ίδιο ισχύει κατ’ απόλυτη αντιστροφή.

Τούτο συμβαίνει διότι στη μετα-μνημονιακή Ελλάδα, ο μέσος ταξικός άξονας τοποθετείται πλέον ακριβώς στην εγκάρσια γραμμή διαχωρισμού μεταξύ μεσο-ανώτερων και μεσο-κατώτερων εισοδημάτων. Πρόκειται, δηλαδή, για το σημείο αδυναμίας ταυτόχρονης συναρθρωτικής προσέγγισης των δύο αυτών κοινών (εισοδηματικών, κοινωνικών και πολιτικών), απλούστατα διότι οποιοδήποτε μέτρο για τη στήριξη του ενός εκ των δύο εν λόγω κοινών, αυτομάτως στρέφεται κατά του άλλου (π.χ. μείωση των φόρων για τα μεσο-ανώτερα στρώματα, σχεδόν αυτομάτως άγει σε επιβαρύνσεις προς τα κάτω, και το αντίστροφο)  

Επομένως, πώς να απευθυνθεί κάποιος στη μία πλευρά χωρίς να παραχθεί ενόχληση και να σημειωθούν διαρροές στην άλλη; Σε τέτοιες συνθήκες ευνοείται το κόμμα το οποίο όταν χρησιμοποιεί τον ασαφή όρο «μεσαία τάξη», δεν αποπειράται τη διεύρυνση  των κοινών στα οποία αφορά ο όρος, αλλά την επιβεβαιωτική πολιτική «ιδιοκτησία» τους. Εν προκειμένω,  ευνοείται η ΝΔ. που δεν καταβάλλει προσπάθεια να προσελκύσει εισοδηματικά κατώτερα στρώματα, και πλήττεται ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.,  που επιχειρεί να προσεγγίσει ανώτερα.

Όμως, εδώ θα είχε νόημα να αναφερθώ και στην ανάγκη διασαφήνισης της ομιχλώδους έννοιας «μεσαία τάξη»!

Στις χώρες της δύσης γενικότερα η έννοια δεν είναι ασαφής. Εκεί με τη χρήση της εννοούνται μεσαία εισοδηματικά και κοινωνικά στρώματα, εδραιωμένα παραγωγικά και πολιτισμικά στο εσωτερικό των δυτικών χωρών, και κατά βάση θωρακισμένα από τον κίνδυνο πτώσης σε ομάδες χαμηλότερων εισοδημάτων. Η παρουσία αυτών των στρωμάτων στις δυτικές κοινωνίες αποτελεί ευθεία συνέπεια της αστικοδημοκρατικής ολοκλήρωσης.      

Στην Ελλάδα, αντιθέτως, τέτοια αστικοδημοκρατική ολοκλήρωση, ως γνωστόν, δεν έχει υπάρξει και η γεω-ιστορική θέση της χώρας είναι αμφίβολο εάν ποτέ θα την άφηνε να επισυμβεί. 

Στο σημείο αυτό  οφείλουμε επίσης να λάβουμε υπόψη ότι σοβαρή προσπάθεια συγκρότησης «μεσαίας τάξης» με χαρακτηριστικά ανάλογα με εκείνα των δυτικών κοινωνιών, καταβλήθηκε από τη διακυβέρνηση και τη συστημική λειτουργία του Κώστα Σημίτη, υπό την σκέπη του «εκσυγχρονιστικού» ιδεολογήματος. Φυσικά, πρόκειται για κίνηση καταδικασμένη εξ αρχής να αποτύχει, καθώς  το ζήτημα δεν αφορά στον βαθμό πρόσβασης των μεσο-κατώτερων στρωμάτων (που ενίσχυσαν τη θέση τους στο πλαίσιο της «οικονομίας της αρπαχτής» του χρηματιστηρίου και της υπό άφρονες όρους εισόδου στο ευρώ) στα κέντρα λήψης των πολιτικών αποφάσεων. Είναι σαφές ότι ο ιδιότυπος νεποτισμός της σημιτικής διακυβέρνησης, ως το γενικευμένο «ρουσφέτι» πρόσβασης σε εξουσίες με καθαρά κερδοσκοπικό περιεχόμενο και εξατομικευμένα κίνητρα πλουτισμού όσων συγκαταλέχτηκαν στους «εκσυγχρονιστές», δεν αφορά σε δομική παγίωση του αναβαθμισμένου πολιτικού ρόλου της «εκσυγχρονιστικής» μεσαίας τάξης στην Ελλάδα, δηλαδή σε ενίσχυση της μεσαίας τάξης στο πλαίσιο επιτάχυνσης μιας διαδικασίας αστικοδημοκρατικής ολοκλήρωσης, αλλά σε ευμενή μεταχείριση μιας πολιτικής ομάδας εξουσίας περί τον Κώστα Σημίτη.

Ο έωλος χαρακτήρας των ωφελημάτων που κέρδισαν όσοι έπαιξαν αυτό το παιχνίδι ως το 2004, είναι ενδεικτικός απ’ όσα επακολούθησαν σχετικά με την εισοδηματική τύχη τους με την εμφάνιση της νομισματο-πιστωτικής κρίσης, η οποία -ας μην το υποτιμάμε και το ξεχνάμε- πρωτοεκδηλώθηκε ως κύριο σύμπτωμα σήμανσης των «μικρών ορίων» του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος με την κατάρρευση του ελληνικού χρηματιστηρίου, πολύ νωρίτερα από το πτωχευτικό περιστατικό της Lehman Brothers στις Η.Π.Α.

Παράλληλα, συμβολικά και βαθύτατα πολιτικά ενδεικτικό του ιδιότυπου νεποτισμού που διαπέρασε το πολιτικό, επιχειρηματικό και εκδοτικό σύστημα επί διακυβέρνησης Σημίτη, είναι ότι όσοι προέρχονταν από τον πυρήνα του και ανεξαρτήτως επιπέδου εισοδήματός τους, διέθεταν την εσωτερική πληροφόρηση να βγουν έγκαιρα από τη χρηματιστηριακή κατρακύλα.

Σε κάθε περίπτωση, η «μεσαία τάξη» για την οποία γίνεται λόγος στις παρούσες εκλογές από τη Ν.Δ., το ΚΙΝ.ΑΛ. και εσχάτως από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., δεν έχει καμιά σχέση με κάποιο περιγεγραμμένο στοιχείο ταξικής και κοινωνικής αναφοράς, και δεν αφορά παρά σ’ έναν «πολιτικό μηχανισμό»-εργαλείο απόκτησης της κυβερνητικής εξουσίας και διαχείρισής της από μεριάς της συντηρητικής παράταξης.

Υπ’ αυτήν την οπτική, η επιλογή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να συμπεριλάβει αυτόν τον «πολιτικό μηχανισμό» στα προεκλογικά του target group για τις εκλογές της 7ης Ιουλίου, εντυπωσιάζει ως αποκαλυπτικά άστοχη. Πώς θα μπορούσε να θεωρηθεί επιτυχής η επιλογή να επιζητείς να σε υπερψηφίσουν εκλογικά κοινά, τα οποία σε θεωρούν για όλους τους λόγους που εξηγήθηκαν ως εδώ σαν κεντρικό πολιτικό τους αντίπαλο; Υπάρχει κανένας από τα μέλη αυτής της έτσι εννοουμένης «μεσαίας τάξης» που θα άλλαζαν τη στάση τους, επειδή ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. θα τού απευθυνόταν προεκλογικά; Και πώς θα άλλαζαν όλοι αυτοί την πολιτική στάση τους, όταν ακόμη και στο πιο ευνοϊκό για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ζήτημα, δηλαδή τη συμφωνία των Πρεσπών, δεν δίστασαν οι περισσότεροι από εκείνους να στραφούν σε θέσεις πρόδηλα συμβατές με τις απόψεις εθνικιστικών κοινών και κραυγαλέα αναντίστοιχες με το «εκσυγχρονιστικό» παρελθόν τους;  

Ταυτόχρονα, ακριβώς λόγω του όψιμου και πολιτικά ακατανόητου «ανοίγματος» του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στη «μεσαία τάξη» αυτής της κοπής, προκαλείται δυσφορία σε εκλογικά κοινά που τηρούν θετική στάση απέναντί του. Κι αν ακόμη υποθέσουμε ότι στα κοινά αυτά συμπεριλαμβάνονται ταξικά οριοθετημένες κοινωνικές ομάδες πολιτικά συνειδητοποιημένες και αποφασισμένες να τον στηρίξουν, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι μαζί τους υπάρχουν και πολίτες αριστεροί, απρόθυμοι να ανεχτούν σύμπραξη -έστω και μόνον εκλογική-  με τη εν λόγω «μεσαία τάξη». Ενώ, και αναποφάσιστοι ψηφοφόροι, που ακόμη ταλαντεύονται αν θα στηρίξουν τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.  ή θα στραφούν στην αποχή και το λευκό, με το «άνοιγμα» αυτό έχουν ισχυρούς λόγους να διατηρήσουν τις αποφάσεις αποστασιοποίησής τους.

Συμπερασματικά: Η προεκλογική «κουβέντα» για τη «μεσαία τάξη» δεν αφορά στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.  και πρέπει να εγκαταλειφθεί γιατί του προκαλεί ζημία.

Αν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επιθυμεί αλλαγή  της πολιτικής ταυτότητάς του ως κόμμα της δημοκρατικής αριστεράς, αυτή είναι μια συζήτηση που θα πρέπει να γίνει μετεκλογικά και όχι σήμερα!

 

 

 

 

13 Ιουν. 2019

Πιο επίκαιρο παρά ποτέ το κάλεσμα

σε προοδευτική πανστρατιά

Λιγότερες από 4 εβδομάδες πριν τις εκλογές και υπό το βάρος του δυσμενούς αποτελέσματος των ευρωεκλογών, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επιχειρεί να ισορροπήσει το πολιτικό σκηνικό, που πριν λίγες μόλις μέρες φαινόταν να γέρνει αναπότρεπτα προς την πλευρά της Ν.Δ..

Φυσικά, εξισορρόπηση στον βαθμό που θα επιθυμούσε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν έχει επιτευχθεί και είναι αμφίβολο και αν θα κατορθωθεί μέχρι και το τέλος. Ωστόσο, βήματα έχουν γίνει και -κατά την εντύπωσή μου- το σημαντικότερο που έχει αλλάξει από την προεκλογική περίοδο της ευρωκάλπης είναι ότι οι πολίτες δείχνουν να έχουν μεταστραφεί σε μια απροσδόκητη και ανατρεπτική ωρίμανση της στάσης τους έναντι της αφελούς υποδοχής από μέρους τους της καταιγίδας των fake news, τα οποία τα 3 τελευταία χρόνια επικαθόρισαν απολύτως την πληροφόρηση στην οποία μαζικά υποτάσσονταν. Δεν ξέρω αν πρόκειται για μια αιφνίδια και ταχύρρυθμη συνειδητοποίηση των συνεπειών επικυριαρχίας ενός πολιτικού σκηνικού διακομματικής αναμέτρησης επί ψευδών, δεν το πιθανολογώ αυτό, μάλιστα, αφού τέτοιο ζήτημα αφορά σε πολιτισμικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά του δημόσιου λόγου και θα χρειαζόταν πολύ περισσότερος καιρός γι’ αυτά. Όμως, η αισθητή  αποστασιοποίηση από τις πρακτικές διαξιφισμών  μηδενικού πολιτικού σημαίνοντος αληθείας, που θριάμβευαν μέχρι πριν 15 μέρες, είναι ορατή, ακόμη κι αν αυτό θα μπορούσε να αποδιδόταν σε μερική απόσυρση των μεγάλων παραγωγών fake news, που έχουν καθησυχαστεί από το σημαντικό πλεονέκτημα που έχει εξασφαλίσει η Ν.Δ.. Άλλωστε, τα ίδια μέσα-παραγωγοί της καταιγίδας των fake news, έχουν κάθε δυνατότητα να επανενεργοποιήσουν σε «χρόνο μηδέν» το ίδιο φαινόμενο, αν αυτό κρίνουν ότι ευνοεί τις επιδιώξεις τους.                            

Το δεύτερο που έχει πετύχει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι να ανοίξει πιο ουσιαστικά την προγραμματική ατζέντα της προεκλογικής περιόδου, ανεξαρτήτως του κατά πόσον αυτό θα μπορούσε να συμπαρασύρει ως τις κάλπες σε ευρύτερο προγραμματικό διάλογο το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων -πράγμα αμφίβολο.

Σ’ αυτές τις συνθήκες νομίζω πως έχει ενδιαφέρον να ξαναδούμε τον ρόλο των πέραν του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. παραγόντων του δημοσίου βίου, που πριν τις ευρωεκλογές και σε ανύποπτο χρόνο, πρωτοποριακά και σε πείσμα του έκδηλου αντι-ΣΥΡΙΖΑ κλίματος (που αποτυπώθηκε εύγλωττα και στις ευρωεκλογές) τάχθηκαν υπέρ της συγκρότησης μιας συμμαχίας δημοκρατικών, προοδευτικών και αριστερών δυνάμεων περί τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ως όρου για την αποτροπή συντηρητικών εξελίξεων σε βάρος των πολιτών και της χώρας.

Σήμερα, η πρόσκληση που ανέλαβε την πρωτοβουλία η «Γέφυρα» εδώ και καιρό να απευθύνει προς τους δημοκράτες και αριστερούς πολίτες για πύκνωση των γραμμών της προοδευτικής πανστρατιάς, αποδεικνύεται πιο επίκαιρη παρά ποτέ!

Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών αποκάλυψε απολύτως ότι η πολιτική του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. της περιόδου 2015-2018 (έξοδος από το μνημόνιο) έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της, ως απόρροια του ειδικού περιβάλλοντος προϊούσας και μακρόσυρτης πτωχευτικής διεργασίας της ελληνικής οικονομίας από το 2010 αλλά και της χρεοκοπίας της φιλοσοφίας συγκρότησης αλλά και των ίδιων των δομών του κράτους στην Ελλάδα. Με την έξοδο από τη μνημονιακή δεσποτεία τον Αύγουστο του 2018, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. λες και εξ ιδίων αυτοπροσδιορίστηκε ως η πολιτική παράταξη «μίας χρήσεως» και ενός «ειδικού σκοπού», εκείνου της απεμπλοκής από τη μνημονιακή εξάρτηση, και εφ’ όσον ο σκοπός επετεύχθη, ο λόγος ύπαρξής της εξέλιπε. Αλλά, φυσικά, στην πολιτική δεν είναι έτσι τα πράγματα, ούτε και ποτέ φαίνεται να έχει ένα κόμμα -ακόμη και τα πιο επιτυχημένα- πλήρη αίσθηση των δεδομένων  που αφορούν στον εαυτό του καθώς και του ρόλου που του επιφυλάσσουν οι εξελίξεις, όπως άλλωστε τόσο χαρακτηριστικά αναδύεται από το φαινόμενο διάλυσης του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης.

Εμείς στη «Γέφυρα» από την αρχή και με τον πλέον σαφή τρόπο διακηρύξαμε την άποψή μας ότι η υπόθεση συγκρότησης της δημοκρατικής και προοδευτικής πανστρατιάς, είναι δρόμος αντοχής και όχι κούρσα ταχύτητας. Διευκρινίσαμε ότι η προαγωγή αυτού του σημαντικού για την Ελλάδα του 21ου αιώνα σκοπού, δηλαδή η δημιουργία μιας ολωσδιόλου νέας παράταξης εκπροσώπησης των προοδευτικών και αριστερών πολιτών, δεν μπορεί να είναι άθροισμα προεκλογικών τακτικισμών. Αντίθετα, μόνον η διαλεκτική συνάρθρωση πολιτικών και κοινωνικών  υποκειμένων που συγκλίνουν σε κοινές αντιλήψεις σχετικά με την οικονομία, τον ρόλο του κράτους και τον συλλογικό πολιτισμό, μπορεί να αποβεί τελεσφόρος, ως η αριστερά του μέλλοντος των τεχνολογιών και της μαζικής επικοινωνίας πλανητικής εμβέλειας, που θα ανα-νοηματοδοτήσει το αιώνιο αίτημα για δίκαιη κοινωνία. Προφανώς, λοιπόν, πρόκειται για μακρά διεργασία, που υπερβαίνει τους ρέοντες εκλογικούς κύκλους και τις επιταγές τους.

Ωστόσο, την ίδια ώρα η εμμονή και η επιμονή μας ότι το μεγάλο αυτό σχέδιο περιστρέφεται γύρω από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., δεν είναι παρά ανταπόκριση στο θεμελιώδες ρεαλιστικό δεδομένο του πολιτικού χώρου που μας ενδιαφέρει και μας συνέχει, του χώρου της δημοκρατικής αριστεράς, για τον οποίο δεν θα μπορούσαμε να προσποιηθούμε ότι «δεν βλέπουμε τον ελέφαντα μέσα στο δωμάτιο».

Με τις εκλογές της 7ης Ιουλίου οι στόχοι αυτοί της Γέφυρας επιβεβαιώνονται, εμπεδώνονται και αποκτούν, νομίζω, πρόσθετη σημασία. Η αντιπαράθεσή μας με τον στρατηγικό πολιτικό μας αντίπαλο, τη συντηρητική παράταξη, ιδίως υπό την πρόσθετη συνθήκη του αυξημένου λόγου που έχει στην ταυτοτική καταγραφή της η ελληνική ακροδεξιά, ορίζει με σαφήνεια τον σκοπό μας: Να αποτραπεί στρατηγικά η επιστροφή στα πράγματα προσώπων, συμφερόντων και μηχανισμών, που προκάλεσαν τον θλιβερό κύκλο 2010-2014. Και να ανοίξει ουσιαστικά ο διάλογος για την Ελλάδα της επόμενης φάσης, στον οποίο, όπως ήδη είπα, φιλοδοξία μας είναι να αφήσει το αποτύπωμά της η δική μας πολιτική οπτική των πραγμάτων και όχι των αντιπάλων μας, δηλαδή της συντηρητικής παράταξης.

Σ’ αυτόν τον σκοπό θα δώσουμε όλες τις δυνάμεις μας!