Μολυβάκι

29 Αυγ. 2020

Η χώρα βολοδέρνει χωρίς πυξίδα

Βρισκόμαστε σε μία από τις πιο άχαρες περιόδους της Ελλάδας, καθώς ο τόπος βιώνει τις χειρότερες στιγμές του εδώ και δεκαετίες. Από την οικονομία, την εξωτερική πολιτική, την πανδημία και τους δημοκρατικούς θεσμούς, ως την καθημερινότητα, τις ανθρώπινες σχέσεις και τον πολιτισμό, η καθίζηση είναι γενικευμένη και μόνο θλίψη προκαλεί σε κάθε σκεπτόμενο πολίτη.

Η εικόνα αυτή, προφανώς είναι απόρροια της κατάρρευσης κάθε προσδοκίας, ρεαλιστικής ή τεχνητής, που είχε δημιουργήσει  το σύστημα Κυριάκου Μητσοτάκη για να πείσει τους πολίτες να το προτιμήσουν. Και οι συνέπειες είναι πια πολύ σοβαρές, αφού όλα τα επιχειρήματα και οι υποσχέσεις έχουν σαρωθεί από την πραγματικότητα και έχει απομείνει η γυμνή και σκληρή πραγματικότητα μιας ανάξιας πολιτικής εξουσίας, που μικραίνει την Ελλάδα, φτωχαίνει τους πολίτες της, εξανδραποδίζει τα όνειρα της νεάς γενιάς και παίζει στα ζάρια της ανεπάρκειάς της το μέλλον όλων  μας.

Για πολλούς η εξέλιξη αυτή ήταν απολύτως προβλέψιμη! Προσεκτική και απαλλαγμένη των παραμορφωτικών θεάσεων της ιδεοληψίας πρόσεγγιση στα όσα διακινούσε προεκλογικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης και το μπλοκ εξουσίας που έχει συγκροτηθεί γύρω από τη νεποτική διακυβέρνησή του, μαρτυρούσε τί θα συνέβαινε από πολύ νωρίς.              

Μήπως ήταν ποτέ πρόβλημα για τη χώρα και έπρεπε να γίνει κεντρικό ζήτημα του δημόσιου διαλόγου η απόπειρα αναθεώρησης της ιστορίας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η νεο-αντι-κομμουνιστική αφήγηση της σημερινής δεξιάς;

Μήπως έχει καμιά σημασία για το μέλλον της χώρας και των πολιτών της η προσπάθεια αναθεώρησης του ρόλου της Σοβιετικής Ένωσης για την ήττα του ναζισμού και του συμμάχου του φασισμού, που υποκινούν αδύναμες χώρες της ΕΕ και ανέχονται οι Βρυξέλλες και οι χώρες του ευρωπαϊκού βορρά, λόγω ανυπαρξίας μιας σύγχρονης ostpolitik (που σήμερα είναι πιο αναγκαία παρά ποτέ και η απουσία της υποδηλώνει ελλειμμα οραματικού στοιχείου για τον ευρωπαϊκό ενοποιητικό αυτοσκοπό); Κέρδισε τίποτα η Ελλάδα από την ανάμιξή της σ’ αυτήν την αχρείαστη και όψιμη συζήτηση, που μόνον ακροδεξιούς και νεοναζιστές βοήθησαν να διερύνουν τον λόγο τους στη γηραιά ήπειρο;

Μήπως αποδείχτηκε χρήσιμη η απολύτως ξεπερασμένη πια στις μέρες μας (και ήδη επικίνδυνη, λόγω της πανδημίας) εκποίηση του δημόσιου τομέα υπέρ των ιδιωτών; Κέρδισαν τίποτα οι πολίτες απ’ αυτό; Ή μήπως κατέγραψαν απώλειες τόσο σε ποιότητα παρεχόμενων υπηρεσιών (π.χ. δημόσια Υγεία) όσο και σε σοβαρότατα ζητήματα, όπως η προστασία του Περιβάλλοντος και η κοινωνική αλληλεγγύη προς τους αδυνάμους; Ενισχύθηκε το κοινωνικό κράτος από τις ιδιωτικοποιήσεις, ή μήπως όχι; Και οι πολίτες ενδιαφέρονται μήπως πανω απ’ όλα για τις ανοησίες περί «αριστείας» και όχι για την εξασφάλιση ισοτιμίας ως προς την αντιμετώπισή τους σε ό,τι αφορά την ποιότητα παρεχόμενων υποδομών και υπηρεσιών ανάλογα με τις δυνατότητες της χώρας;  

(σ.σ.: Ένα μόνον παράδειγμα σχετικά με τη συζήτηση αυτή: Η Ελλάδα έχασε μια δεκαετία στον αγώνα ταχύτητας της ψηφιακής τηλεόρασης και σήμερα είναι μια από τις τελευταίες χώρες στην ΕΕ σχετικά με την ενσωμάτωση του ευρωπαϊκού δικαίου στο εσωτερικό μας δίκαιο (η τελευταία προθεσμία λήγει στις 31/12/2020). Η δεκαετία αυτή θυσιάστηκε στη μανιασμένη διελκυστίνδα ιδιωτών εκδοτών (που σήμερα προστρέχουν στην αναξιοπρέπεια και την αναξιοπιστία της «λίστας Πέτσα») να πάρουν οι ιδιώτες τη μερίδα του λέοντος στην ψηφιακή, σε βάρος όλων των πολιτών, ακριβότερα για το δημόσιο και τα νοικοκυριά και με μεγάλες συνέπειες στην ποιότητα των ραδιοτηλεοπτικών υπηρεσιών).

Μήπως οφελήθηκε η Ελλάδα και οι πολίτες της από τα ακροδεξιά ιδεολογήματα σημερινών υπουργών; Ο τυφλός εθνικισμός απέναντι στη συμφωνία των Πρεσπών, ευνόησε τη χώρα, ή την έπληξε; Πολύ περισσότερο αφού χωρίς καμιά αιδώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Φώφη Γεννηματά διακινούσαν το σκαστό ψέμα ότι η τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ αντάλλαξε τη μη περικοπή των συντάξεων με το όνομα «Μακεδονία»;

Κέρδισε η χώρα μας από το αδιανόητο μύθευμα Μητσοτάκη-Γεννηματά ότι θα είχαμε 4ο μνημόνιο; Ήταν και είναι αυτή εικόνα σοβαρού δημόσιου διαλόγου, όσο και αν διαφωνούσε κανένας με την τότε κυβέρνηση και την πολιτική της; 

Όλ’ αυτά, και πολλά-πολλά άλλα που είναι γνωστά και παρέλκει η υπενθύμισή τους, πολιτικά συνοψίζονται στο στοιχείο που ενδιαφέρει και που αφορά στην αίσθηση προσδοκιών μας για ένα καλύτερο αύριο: Το σύνολο των ιδεολογικών και πολιτικών αναφορών  του συστήματος Κυριάκου Μητσοτάκη και του συν αυτώ μπλοκ εξουσίας έχει καταρρεύσει πλήρως! Όλα όσα αφηγήθηκαν και υποσχέθηκαν τα μέλη αυτου του μπλοκ και ο αρχηγός τους, απλά έχουν αποδειχτεί μη παραγωγικά και συχνά καταστροφικά, ψευδή και fake, καθώς και απολύτως ακατάλληλα και απρόσφορα για τη συνέχεια στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Και η ιδεολογικοπολιτική ήττα τους (επί του πραγματικού και όχι του πλασματικού σκηνικού της fake εικόνας) είναι ηχηρότατη!

Μεγάλη απόδειξη της παραπάνω διαπίστωσης ότι ολοένα και περισσότερο η σημερινή κυβέρνηση αντί να μας λέει -ως οφείλει- τί θα κάνει για να βγούμε απ’ αυτή τη σήψη και την κάθετη πτώση, ασχολείται με τον …ΣΥΡΙΖΑ!!! Δεν αναζητούν έστω και σήμερα, την ύστατη ώρα, λύσεις διεξόδου από την κατάρρευση στην οποία μας οδήγησαν, αλλά διχάζουν καταναλώνοντας τον όποιο δημόσιο λόγο τους προς απόδειξη ότι ο Τσίπρας «δεν κάνει»! Κι αυτό λίγους μόνο μήνες με διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη. Τέτοια ανεπάρκεια!

Κι εδώ, όμως, ηττώνται! Διότι ο ΣΥΡΙΖΑ ό,τι και να του καταλογίσει κανένας καταγράφει θετικό πρόσημο της διακυβέρνησής του μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση, σε 3 τουλάχιστον σημεία: Τη ρύθμιση του χρέους, την έξοδο από τη μνημονιακή δεσποτεία και τη συμφωνία των Πρεσπών!

Ό,τι και να λέει ο κ. Μητσοτάκης και να μας αφηγούνται τα πληκτρολόγια των 20 εκατ. του Πέτσα, τα 3 παραπάνω σημεία είναι βήματα μπροστά! Και με τη σημερινή κυβέρνηση  καλπάζουμε …προς τα πίσω!

Θα μας πει άραγε ο πρωθυπουργός σε τί μας πάει μπροστά (έστω και με υποσχετική);

Θα πάμε μπροστά παραχωρώντας ελληνική κυριαρχία σε άλλη χώρα; (Και είχε και το θράσος να ψεύδεται ασύστολα μπροστά στην εθνική αντιπροσωπεία και τον ελληνικό λαό, με τη φράση «η Ελλάδα μεγαλώνει», όταν ο ίδιος με τις αποφάσεις τους την μίκραινε!)   

Θα πάμε μπροστά γράφοντας νέες σελίδες στο διεθνές βιβλίο της αντικομμουνιστικής υστερίας;      

Θα πάμε μπροστά δέρνοντας τον Ινδαρρέ;

Πώς, τέλος πάντων, θα πορευτεί από δω’ και πέρα η Ελλάδα; Έχει ακούσει κάποιος Έλληνας, έστω ένας, από τα πρωθυπουργικά χείλη κάτι, που να τον εμπνέει και να τον παρακινεί, εκτός από προσκλήσεις διχασμού αντισυριζικής ιδεοληψίας; Αυτό θα είναι το μέλλον της χώρας;

Αν υπάρχει εστω και ένας από μας που να αισθάνεται ή να δηλώνει ικανοποίηση, έχει κάθε δικαίωμα στην εμμονή. Αν όχι, οφείλουμε όλοι να εργαστούμε για να φύγει η σημερινή κυβέρνηση  και να αγωνιστούμε στη συνέχεια για κάτι καλύτερο!  

 

 

 

 

24 Αυγ. 2020

«Δεν μπορεί» ή «δεν τον αφήνουν»

να κάνει αντιπολίτευση;

Με το άνοιγμα των σχολείων (όπως ανοίγουν) και την αποδρομή του «παράξενου καλοκαιριού» του 2020 οι πολιτικές διαδικασίες θέλοντας και μη θα αποκατασταθούν σ’ έναν κάποιο βαθμό ομαλής λειτουργίας. Το περασμένο εξάμηνο θα έχει οριστικά περάσει στην ιστορία σαν μια περίοδος περιορισμένης λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών, με την επίκληση των «αναγκαστικών» περιορισμών  της πανδημίας, που άλλωστε έχουν τύχει πανηγυρικής νομιμοποίησης από την αντιπολίτευση, με συνέπεια η τελευταία να μη δικαιούται να διαμαρτύρεται για τις όποιες δημοκρατικές εκτροπές της περασμένης άνοιξης.

Από την άρση του λοκντάουν και μετά, όμως, και κυρίως επειδή η επιστροφή στην κατά Κυριάκο Μητσοτάκη και των συν αυτώ κανονικότητα αποδεικνύεται προβληματική, τόσο σε υγειονομικό επίπεδο όσο και σε ό,τι αφορά την οικονομία και τα ελληνοτουρκικά, η δικαιολογία των αντιπολιτευτικών τόνων ήπιας αντιπαράθεσης έχει τελευτήσει. Όσο και αν θρασύτατα οι υποστηρικές της κυβέρνησης καταγγέλλουν «λαϊκισμό» (τον γνωστό του συρμού) για την απόδοση ευθυνών σε υψηλόβαθμους πολιτικούς αξωματούχους, στο σημείο όπου η πραγματική έκταση αναζωπύρωσης της πανδημίας απεκρύβη συνειδητά σε ορισμένες περιοχές για τουριστικούς λόγους (με αναμφίβολη συνέπεια να μολυνθούν συμπολίτες μας), η αστοχία και οι συνέπειές της δεν μπορούν να παραγραφούν. Ποιά αντιπολίτευση που σέβεται τον εαυτό της, θα συνέβαλε στην παραγραφή αυτής της πιθανότατα επιδεχόμενης ποινικό καταλογισμό πολιτικής ευθύνης;  Και για ποιόν λόγο θα το έκανε αυτό μια αντιπολίτευση; Τί αντιπολίτευση θα ήταν εκείνη που θα ανεχόταν παραχώρηση ελληνικής επικράτειας σε άλλη χώρα; Και ποια αντιπολίτευση θα έβαζε πλάτη σε μια καταστροφή της ελληνικής οικονομίας με κύρια θύματα τους ασθενέστερους, αν όχι μια «συστημική» τοιαύτη;

Εικάζω, λοιπόν, ότι ο Σεπτέμβριος (συνοδευόμενος από την ταυτόχρονη δραματική επίπτωση των συνεπειών της κυβερνητικής πολιτικής στα ελληνοτουρκικά) θα είναι ο μήνας αποκατάστασης της αντιπολιτευτικής ετοιμότητας του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία.

Θα είναι, όμως; Ή μήπως όχι; Και τί είναι αυτό που -ως τώρα, τουλάχιστον- συγκρατεί την αξιωματική αντιπολίτευση από την ενεργοποίηση της πολιτικής δραστηριότητάς της σε τόνους, περιεχόμενο και αιτήματα που να θέτουν ευθέως το ζήτημα απονομιμοποίησης της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη από την πληθώρα δράσεών της, οι οποίες πλήττουν ευθέως το δημόσιο συμφέρον και τυγχάνουν εδραίας αμφισβήτησης ως προς την νομιμότητά τους; Μήπως στην πραγματικότητα, όπως πολλοί ισχυρίζονται κι ολένα και περισσότεροι υποπτεύονται, ο ΣΥΡΙΖΑ σε συνέχεια της διακυβέρνησής του 2015-’19 έχει μεταπέσει από μαζική πολιτική παράταξη σκοπού δομικών αλλαγών σε συστημικό κόμμα, που αρκείται στον καθόλου αμελητέο από πλευράς προνομίων ρόλο του εναλλακτικού πολιτικού οργανισμού, που απλά αναμένει να επιστρέψει η σειρά του στον κύκλο νομής της εξουσίας; 

Νομίζω πως δεν υπερβάλλω αν ισχυριστώ ότι ελάχιστες ενδείξεις προσφέρει ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία ότι δεν εχει καταστεί πλέον ένα συστημικό κόμμα! Από τον στρογγυλεμένο δημόσιο λόγο των στελεχών του (στη συντριπτική πλειοψηφία τους προερχόμενων από τον ΣΥΡΙΖΑ της περιόδου του 5%), έως την αντιπολίτευση των ανακοινώσεων διαμαρτυρίας και καταγγελίας των τομεαρχών του (με παραγόμενη την εικόνα καλοζωισμένων ινστρουχτόρων που δείχνουν να απολαβάνουν την περιορισμένων ευθυνών πολιτική ασυλία της αντιπολίτευσης), η εντύπωση δεν είναι εκείνη ενός κόμματος που αγωνίζεται να (επανα)διεκδικήσει την εξουσία από τις δυνάμεις νεο-μητσοτακικού νεποτισμού και του μπλοκ εξουσίας που τον στηρίζει με το αζημίωτο για τα συμφέροντα του ίδιου εσμού. Ακόμη χειρότερο: Ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία δείχνει ελάχιστα πειστικός ότι τελεί σε πλήρη ετοιμότητα να υπερασπιστεί τα δικαιώματα της ολοένα και διευρυνόμενης ομάδας πολιτών, τα συμφέροντα της οποίας πλήττονται θανάσιμα από τις επιλογές της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη. Τέλος –και μοιραίο για κόμμα που φιλοδοξεί  να είναι κεντρικός παίκτης στο κομματικό σύστημα: Η ανεπαρκής αντιστοίχηση του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία με τις ταξικές δυνάμεις τις οποίες διατείνεται ότι (επιχειρεί να) εκπροσωπεί, προοιωνίζεται τάσεις παραταξιακής ρευστοποίησης, ιδίως όπου η γραφειοκρατική παντοκρατορία των κάθε λογής καταστατικών κατισχύει της πρόδηλης ανάγκης να γίνει το κόμμα πολιτικά πιο παραγωγικό και να κάνει αποτελεσματική αντιπολίτευση.

Το τελευταίο σημείο έχει ειδικό ενδιαφέρον, διότι τα συμβαίνοντα και όσα συζητάμε σήμερα εδώ συμπίπτουν με την προσυνεδριακή «κατάσταση» του κόμματος. Επιτρέψτε μου, λοιπόν, εδώ, μια παρέκβαση: Τι άλλο είναι το καταστατικό σ’ ένα κόμμα, αν όχι η αποτύπωση ενός συγκριμένου συσχετισμού ενδοπαραταξιακών δυνάμεων, τη στιγμή που το καταστατικό αυτό εγκρίνεται και υιοθετείται με όρους εσωκομματικής νομιμοποίησης; Τί άλλο είναι το καταστατικό σ’ ένα κόμμα, αν όχι ένας κώδικας τιμής μεταξύ των διαφορετικών απόψεων που λογικά συνυπάρχουν σε μια μαζική πολιτική οργάνωση, σε ό,τι αφορά το πώς θα συνυπάρξουν αυτές οι διαφορετικές απόψεις, προαγόμενης παράλληλα της παραταξιακής αποτελεσματικότητας;

Ναι, υπάρχουν κόμματα της οιονεί αριστεράς που αντιλαμβάνονται το κατασταστικό τους ως αυτοσκοπό και όχι ως εργαλείο προαγωγής της πολιτικής που διατείνονται ότι υπηρετούν! Είναι το σύνδρομο  εργαλειοποίησης του κόμματος προς χάριν της κομματικής νομενκλατούρας και της γραφειοκρατίας που η ίδια έχει συγκροτήσει. Το παράδειγμα του ΚΚΕ και η μεταχείριση που επιφύλαξε το κόμμα αυτό στον Πλουμπίδη, τον Βελουχιώτη (και χιλιάδες άλλα στελέχη και μέλη του) είναι ένα πολύ ενδεικτικό παράδειγμα. Είναι τέτοιο κόμμα ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ; Ανταποκρίνεται άραγε το σημερινό καταστατικό του ΣΥΡΙΖΑ, στις πολιτικές ανάγκες του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία; Και νομιμοποιούνται, άραγε όσοι στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ έχουν συναινέσει στη μετεξέλιξη από το κόμμα του 5% σε παράταξη του 32%, να επικαλούνται το καταστατικό που έχει εγκριθεί σε άλλες συνθήκες και από άλλες κοινωνικές, ταξικές και πολιτικές δυνάμεις που εκπροσωπούνταν από το κόμμα σε προγενέστερη φάση, επιστρατεύοντας την επιμονή απαρέγκλιτης τήρησης του καταστατικού σε προσυνεδριακή περίοδο, με σκοπό να υπερασπιστούν τις ιδεολογικοπολιτικές απόψεις τους και να ευνοηθούν στη θεμιτή προσυνεδριακή διαπάλη για τη διαμόρφωση των ενδοπαραταξιακών συσχετισμών δύναμης της επόμενης φάσης; 

Αυτά είναι τα ερωτήματα που συνδέονται ευθέως με την αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα και στις παρούσες συνθήκες! Και η προσυνεδριακή περίοδος στο κόμμα της αξωματικής αντιπολίτευσης, έχει τη δική της κρίσιμη συμβολή στο πώς και με ποια αποτελεσματικότητα ασκείται ο εκ της θεσμικής του θέσης πολιτικός ρόλος!

Φυσικά, συντρέχουν και άλλα σημαντικά στοιχεία: 

- Η (με την ισχυρή πρόφαση της πανδημίας) απουσία μαζικών αντικυβερνητικών διαδηλώσεων, το μόνο μέσο που ο «παλιός» ΣΥΡΙΖΑ ως σήμερα εγνώριζε ως μέσο έκφρασης σε μαζικό επίπεδο των κομματικών απόψεών του, είναι ένα απ’ αυτά τα στοιχεία! Μόνον που ακριβώς ο εγκλωβισμός μιας μαζικής παράταξης του 32% στο πολιτικό μέσο οργάνωσης μιας διαδήλωσης (και μάλιστα μιας κομματικά υποκινούμενης και όχι μιας αυθεντικά αυθόρμητης έκφρασης δυσαρέσκειας διαδήλωσης), ως μόνο μέσο καταγραφής σε μαζικό επίπεδο των απόψεων ενός κόμματος, αρκεί για να θέτει το κόμμα αυτό εκτός εποχής. Οι διαδηλώσεις στον 21ο αιώνα, στο πλαίσιο μιας δημοκρατίας δυτικού τύπου, είτε θα είναι αυθόρμητες εξεγέρσεις, είτε μικρές πολιτικές δραστηριότητες εκπροσώπησης μάλλον περιθωριακών απόψεων, όσο «δίκιο» και αν έχουν.

- Το ελλειματικό υποκατάσταστο των κοινωνικών δικτύων ως δήθεν επαρκής υποκατάσταση της μαζικής πολιτικής δράσης, είναι ένα άλλο στοιχείο. Τα κοινωνικά δίκτυα, όσο στην εποχή μας αντέχουν να εκφράσουν (για μιαν ακόμη φορά) την αυθεντικά αυθόρμητη διατύπωση άποψης και δεν μεταπίπτουν σε οχήματα προπαγάνδισης πολιτικών, επιχειρηματικών και μιντιακών σκοπών, έχει καλώς. Αλλιώς, δεν είναι παρά εναλλακτικά μέσα μιας δεξιάς πρόσληψης του δημόσιου διακυβεύματος και η σχέση της αριστεράς μαζί τους θα παραμένει ενοχική, παρά τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει για τον προοδευτικό πολιτικό χώρο τελευταία στο πεδίο αυτό.

Όμως, εκτός απ’ αυτά, που καταλογίζονται ως ιδιόρρυθμα αυθεντικές δυσανεξίες του ΣΥΡΙΖΑ ως προς τη μαζικότητα της πολιτικής εκφοράς λόγου και πράξης του (κατάλοιπο του πολιτικού οργανισμού περιθωριακής επιρροής, που δεν υπαρχει πια), υπάρχουν και τα εμπόδια που θέτει το σύστημα και η κρατική εξουσία στον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ να ασκήσει ουσιαστική και αποτελεσματική αντιπολίτευση! Κι εδώ εισερχόμαστε στον πυρήνα των αιτίων κλονισμού της δημοκρατικής ομαλότητας, ως απόρροια της ελλειματικά δημοκρατικής διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη:

-Η σκαστή περίπτωση εκτροπής από τη δημοκρατική ομαλότητα της δυσανάλογης εύνοιας προς το κυβερνητικό κόμμα (καθώς και προς τους συμπαραστάτες του αλλά και τους συνοδοιπόρους του) σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των προνομίων της εξουσίας. Με τις διεφθαρμένες συναναλλαγές εφόδου στα δημόσια ταμεία (από τη «λίστα Πέτσα», ως τα σκοιλ ελικικου κ.λπ.). Φυσικά, η νομή της εξουσίας σε μια δημοκρατία δυτικού τύπου εξ ορισμού προσπορίζει αυξημένο δικαίωμα πρόσβασης των κυβερνώντων στα προνόμια των πολιτικών αρχών. Η υπέρβαση, όμως, ενός ορίου είναι μια αδιόρατη γραμμή, που χωρίζει τη δυτική δημοκρατία από την κατάχρηση των όρων λειτουργίας της, φαινόμενο που είναι «έξις, δευτέρα φύσις», ενός μπλοκ συμφερόντων διαχείρισης της εξουσίας. Και η λεπτή αυτή γραμμή έχει προ πολλού ξεπεραστεί από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη.

-Η με χρήση δημόσιων μέσων πολιτική κατασυκοφάντηση αντιπολιτευόμενων απόψεων από κρατικούς θεσμούς (π.χ. η εξεταστική για Παπαγγελόπουλο, που αποτελεί εμπαιγμό του κοινοβουλίου και της δικαιοσύνης), ως μέσο αποδόμησης της βασιμότητας ότι υπάρχει ανάμιξη πολιτικών αξιωματούχων στο σκάνδαλο της Novartis. Σημείο πολιτικής, που είναι καίριο στην πολιτική αφήγηση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. 

-Η προκλητική προώθηση απόψεων που ευνοούν το κυβερνών κόμμα από ιδιωτικά μίντια και κρατικούς μηχανισμούς ενημέρωσης, π.χ. αποσιώπηση αστοχιών και συνειδητά παραποιημένων στοιχείων δημόσιου ενδιαφέροντος, όπως τα κρούσματα σε τουριστικές περιοχες κ.λπ.). Η άρση της πολιτικά ισορροπημένης παροχής ενημέρωσης στους πολίτες, συνιστά σε κάθε περίπτωση καιριο πλήγμα στην ποιότητα της δημοκρατίας. Κι εδώ ,στην Ελλάδα του σήμερα, και με ευθύνη και της σημερινής κυβέρνησης, η ενημέρωση εξόφθαλμα «μπατάρει» φυλοκυβερνητικά, όπως άλλωστε «μπάταρε» αντικυβερνητικά και την περίοδο 2015-’19.

-Η βάσιμη υποψία ενεργοποίησης μεθόδων παρακρατικής κοπής, για να παραχθούν γεγονότα που προάγουν το κυβερνητικό συμφέρον. Ποιό περισσότερο χαρακτηριστικό παράδειγμα εδώ, από την προχθεσινή δημοσίευση από το ΑΠΕ της είδησης ότι έγινε διάρρηξη στην οικία της κυρίας Τουλουπάκη, με αμπαλάζ παρουσίασης της είδησης στη μορφή ότι …η αστυνομία διερευνά αν έγινε διάρρηξη την οικία Τουλουπάκη;  

-Η γενική διαχείριση της διαδικασίας λήψης των αποφάσεων δημόσιου ενδιαφέροντος, από πρωθυπουργό που προ πολλού έχει υπερεκεράσει το συνταγματικά προβλεπόμενο συλλογικό χαρακτήρα του υπουργικού συμβουλίου, στο πλευρό της απολύτως καταχρηστικής πρακτικής νομοθέτησης με τη μέθοδο των ΠΝΠ!

Αυτά είναι μερικά μόνον από τα σημεία που τεκμηριώνουν ότι η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη έχει διέλθει τα ανεκτά όρια της δημοκρατικής ομαλότητας στη διαχείριση των υποθέσεων  της χώρας.

Και, φυσικά, σε τέτοιες συνθήκες η λεκτική, οι τόνοι και τα αιτούμενα από μεριάς της αντιπολίτευσης οφείλουν να ανταποκρίνονται στη σοβαρότητα των περιστάσεων και όχι να μετατρέπονται σε γύμνασμα ταλάντευσης από την ένταξη στο σύστημα, στη μια άκρη του εκκρεμούς, ως τον σκοπό πολιτικής ανατροπής!                  

Ο ΣΥΡΙΖΑ αυτό το πλέγμα πολύ σοβαρών δυσκολιών οφείλει να ξεπεράσει με επιτυχία και μέχρι την ουσιαστική υπέρβαση του εν πολλοίς «σκοπέλου» ανετοιμότητάς του να χτυπήσει στα ίσα τη διακυβέρνηση την επόμενη κρίσιμη περίοδο του μεταπανδημικού σκηνικού.

Θα παραλάβει όχι απλά χάος, αλλά μια χώρα σε αποσύνθεση οικονομική, γεωπολιτικά αποσταθεροποιημένη και υγειονομικά προβληματική. Όμως, όπως από το 2015 και παρά τις τεράστιες αντιξοότητες και με αντιπάλους πάνοπλους εσωτερικούς υπονομευτές της προσπάθειας να βγει η Ελλάδα από το τέλμα της σήψης 1996-2010 πέτυχε την έξοδο από το μνημόνιο, τη ρύθμιση του εξωτερικού χρέους και τον διακανονισμό της συμφωνίας των Πρεσπών, αντιστρέφοντας το τραγικά αρνητικό πρόσημο των συστημικών κομμάτων που οδήγησαν στην καταστροφή, έτσι και σήμερα είναι η μόνη παραταξη που μπορεί να βγάλει τη χώρα από το σύνδρομο της διαφαινόμενης συρρίκνωσης.

Δεν έχει, λοιπόν, σημασία, αν ο Τσίπρας «δεν μπορεί» ή «δεν τον αφήνουν» να κάνει αντιπολίτευση. Είτε το ένα ισχύει, είτε το άλλο, είτε και τα δύο μαζί, το τί πρέπει να κάνει είναι σαφές. Κι απ’ αυτό θα κριθεί και το μέλλον του ως μαζική παράταξη, αριστερή και προοδευτική.

Και είναι σίγουρο, ότι ψηφίζοντας «παρόν» στη Βουλή στο ερώτημα κύρωσης της ελληνο-αιγυπτιακής αντιπροσωπείας, όπως ανακοινώθηκε επισήμως  ως η στάση του ΣΥΡΙΖΑ  στην ψηφοφορία στην εθνική αντιπροσωπεία, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, είναι σαν αποφεύγει την υποχρέωσή του να έχει καθαρό, σαφή και τεκμηριωμένο πολιτικό λόγο για τις δημόσιες υποθέσεις, ιδίως εκείνες της βαρύτητας του κρινόμενου ζητήματος. Ας ελάμβανε όποια θέση ήθελε! Αρκεί να μη φαινόταν ότι η θέση του είναι προϊόν εσωκομματικών ισορροπιών! Κι ακόμη χειρότερο είναι ότι η επίσημη αιτολόγηση που δημοσιοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ για τη στάση του αυτή στη Βουλή, περιπλέκει ακόμη περισσότερο τα πράγματα. Γιατί; Διότι αν με τέτοιας σοβαρότητας επισημάνσεις σχετικά με τα έκδηλα αδύνατα σημεία της ελληνο-αιγυπτιακής συμφωνίας η απάντηση που δίνει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι «παρόν», τότε είτε η απλή λογική απέθανε, είτε η επιβεβαίωση ότι η τήρηση εσωκομματικών ισορροπιών ήταν ο λόγος που πάρθηκε αυτή η απόφαση υπογραμμίζεται πανηγυρικά.

Μαζικό κόμμα που αποτυγχάνει να συνθέσει τις διαφορετικές απόψεις στο εσωτερικό του υπηρετώντας αντικειμενικά τον πολυσυλλεκτικό του χαρακτήρα και καταλήγει σε ισορροπίες ενδοπαραταξιακών σκοπών, είναι σαν εγκαινιάζει τη φάση αποσύνθεσής του. Κι αυτή δεν μπορεί να είναι η μοίρα της προοδευτικής πολιτικής παράταξης και της αριστεράς στην Ελλάδα του 21ου αιώνα. Θα φροντίσουμε 'μεις γι΄αυτό, όπως έλεγε ο Μαγιακόφκσι...   

 

 

 

 

21 Αυγ. 2020

Η πρώτη συμφωνία

παραχώρησης ελληνικής επικράτειας

σε άλλη χώρα

Με την κατάθεση στη Βουλή προς κύρωση της ελληνοαιγυπιακής συμφωνίας για οριοθέτηση μικρού μέρους της ΑΟΖ των δύο χωρών, εισερχόμαστε πια στον σκληρό πυρήνα των βαρύτατων συνεπειών της διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, δυστυχώς με σοβαρότατο κόστος για την Ελλάδα και τους πολίτες της!

Ως τώρα, είχαμε τις εκτροπές από τη δημοκρατική ομαλότητα της ενδεικτικής περίπτωσης Ινδαρέ, τον νεποτισμό των σκοιλ ελικίκου και της λίστας Πέτσα (και πολλών άλλων) και την επιστροφή στην ύφεση  πριν ακόμη ενσκήψει η πανδημία (το τελευταίο στοιχείο πια επιβεβαιωμένο επισήμως από τον έγκυρο συντηρητικό Economist). Επί πλέον είχαμε (και το δράμα είναι ακόμη σε εξέλιξη) τις μέχρις ενδεχόμενου ποινικού καταλογισμού πολιτικές ευθύνες των κυβερνητικών ψεμάτων σχετικά με το λεγόμενο «δεύτερο κύμα» για την εξάπλωση της πανδημίας, προφανώς σε βάρος της δημόσιας υγείας. Όλ’ αυτά (που σε οποιαδήποτε άλλη χώρα που σέβεται τον εαυτό της θα είχαν οδηγήσει σε παραιτήσεις υπουργών και σε απολύτως θεμιτή αμφισβήτηση της ικανότητας για την πρωθυπουργία από τον Κυριάκο Μητσοτάκη) παρ’ ημίν αντιμετωπίζονται με τον ιδιότυπο μιθριδατισμό ανοχής στην καταστροφή από μεριάς των «λαδωμένων» μίντια (κι εδώ το κίνητρο είναι απροκάλυπτο) αλλά και από μεριάς όσων τον ψήφισαν και όσων συνοδοιπορούν μαζί του  στη σημερινή διακυβέρνηση εκπροσώπησης του μπλοκ συμφερόντων που συγκροτείται γύρω από τον ανεπαρκέστερο πρωθυπουργό από τη μεταπολίτευση και μετά.

Παρά ταύτα, όλα τα παραπάνω μεσοπρόθεσμα θα μπορούσαν να διορθωθούν από μια κυβέρνηση που θα διαδεχόταν τον επώνυμο καταστροφέα-εκπρόσωπο των πολιτικών, επιχειρηματικών και μιντιακών συμφερόντων που τον στηρίζουν.

Με τη συμφωνία Ελλάδας-Αιγύπτου, όμως, για την οριοθέτηση μικρού μέρους της ΑΟΖ των δύο χωρών (και την τυχόν κύρωσή της από την ελληνική Βουλή) προκαλείται ανήκεστη ζημία στα ελληνικά συμφέροντα! Κι αυτό γιατί είναι η πρώτη συμφωνία με υπογραφή της σύγχρονης Ελλάδας στην ιστορία, που συνομολογείται σε συνθήκες ειρήνης (άρα ελευθέρα τη βουλήσει την υπογράφει η χώρα επί πρωθυπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη) και παράγει διεθνή αποτελέσματα, στην οποία συμφωνία η Ελλάδα συναινεί (επαναλαμβάνω με επιλογή της σημερινής κυβέρνησης) να παραχωρήσει νόμιμη κατά το ισχύον διεθνές δίκαιο επικράτειά της σε άλλη χώρα! Δεν ομιλούμε δηλαδή περί τυχόν απόφασης διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου (π.χ. διεθνούς δικαστηρίου) που ρυθμίζει κάποια διμερή διαφορά, αλλά περί εθελούσιας και με διμερή συμφωνία παραχώρηση ελληνικής επικράτειας σε άλλη χώρα. Είναι η πρώτη και μόνη φορά από την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους (και σε λίγους μήνες θα γιορτάσουμε τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821), που άνευ ουδενός ανταλλάγματος η Ελλάδα παραχωρεί επικράτειά της σε άλλη χώρα! Και, φυσικά, πολύ μικρότερη σημασία έχει πόση (πολλή ή λίγη) ελληνική επικράτεια παραχωρείται στην Αίγυπτο, μπροστά στον τεράστιο συμβολισμό ότι η Ελλάδα για πρώτη φορά μετά την απελευθέρωσή της από τον τουρκικό ζυγό, εισέρχεται σε τροχιά και περίοδο συρρίκνωσης, προσυπογράφοντας ότι συγκαταλέγεται πια στις αδύναμες χώρες της ανατολικής Μεσογείου. 

Σε σχολιασμούς μου, που έχουν προηγηθεί της κατάθεσης της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας στη Βουλή για κύρωση, έχω επισημάνει ότι μετά και την ανάλογη ελληνοϊταλική συμφωνία για την ΑΟΖ (όπου επίσης παραχωρείται ελληνική επικράτεια αλλά και ελληνικά εκμεταλλευτικά δικαιώματα -της αλιείας, συγκεκριμένα- υπέρ της Ιταλίας), παγιώνεται η καταγραφή της Ελλάδας στο ευρύτερο γεωπολιτικό πλαίσιο της περιοχής, ως χώρα με περιορισμένες ικανότητες προάσπισης δικαιωμάτων της, τα οποία ρητά το διεθνές δίκαιο και οι διεθνείς συνθήκες έχουν αποφανθεί ότι της αναλογούν. Και δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ταυτόχρονα με την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία στη Βουλή κατατέθηκε προς κύρωση και για την ίδια μέρα και η ελληνοϊταλική συμφωνία.

Ωστόσο, στα προτεραία των τελευταίων αυτών εξελίξεων σχόλιά μου είχα επιφυλαχθεί, έως ότου γίνουν γνωστές όλες οι λεπτομέρειες. Ανέμενα και θεωρούσα ως αυτονόητο ότι ο πρωθυπουργός θα συγκαλούσε το συμβούλιο πολιτικών αρχηγών υπό την Πρόεδρο της Δημοκρατίας, προκειμένου και τηρουμένων πρακτικών όπως προβλέπεται να χαραχτεί η γεωπολιτική στρατηγική της Ελλάδας με επιζητούμενη την ευρύτερη δυνατή συναίνεση.

Διότι, οι δύο συμφωνίες με Ιταλία και Αίγυπτο δεν μπορούν -ή θα ήταν τεράστιο σφάλμα να λογίζονταν ως τέτοιες- να είναι τακτικές κινήσεις αντίδρασης στα ελληνοτουρκικά. Μόνον, ως μέρος μιας ευρύτερης μεσοπρόθεσμης γεωπολιτικής στρατηγικής της Ελλάδας θα μπορούσε τυχόν να γίνει ανεκτή παραχώρηση ελληνικής επικράτειας σε άλλη χώρα από μια κυβέρνηση. Κι αν η αυτή η γεωπολιτική στρατηγική διέθετε την αναγκαία πειστικότητα να καταστεί πολιτική της χώρας με ευρύτερη συναίνεση, αυτό θα μπορούσε να κριθεί μόνο σ’ ένα συμβούλιο πολιτικών αρχηγών υπό την Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τηρουμένων πρακτικών. Αλλιώς; Είναι ποτέ δυνατόν για μια κίνηση τακτικού τύπου και ως αντίδραση στους τουρκικούς τυχοδωκτισμούς να παραχωρείται ελληνική επικράτεια σε άλλη χώρα και όλη κι όλη η ενημερωση στα άλλα κόμματα να έχει εξαντληθεί σε τσάι και συμπάθεια από ενημέρωση του συμπαθούς Δένδια;  Σοβαρολογούμε;

Άλλωστε, καθ’ ομολογία του ίδιου του κ. Δένδια, η τουρκολιβυκή συμφωνία για την ΑΟΖ δεν παράγει έννομα διεθνή αποτελέσματα. Δηλαδή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραχωρεί ελληνική επικράτεια σε άλλη χώρα, με μόνο σκοπό την αμφισβήτηση μιας διμερούς συμφωνίας τρίτων χωρών,  η οποία κατά δήλωση του Έλληνα ΥΠΕΞ δεν παράγει έννομα αποτελέσματα; Είναι σοβαρά πράγματα αυτά;

Ταυτόχρονα, έχει ιδιαίτερα μεγάλη σημασία, πρακτική και συμβολική, ότι η ελληνοαιγιυπτική και η ελληνοϊταλική συμφωνία έρχονται στην ελληνικη Βουλή με το ερώτημα νομιμοποίησης παραχώρησης ελληνικής επικράτειας σε άλλη χώρα από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, σε μέρες κατά τις οποίες η Τουρκία διενεργεί παρανόμως έρευνες εντός ελληνικής υφαλοκρηπίδας και την ίδια ώρα η ΕΕ αρνείται να δράσει έμπρακτα προς υποστήριξη τής αυτή τη στιγμή μη επιδεχόμενης αμφισβήτηση από το διεθνές δίκαιο ελληνικής κυριαρχίας και περιορίζεται σε φραστικές καταδίκες. Μα, αν η Ελλάδα εθελουσίως  παραχωρεί με διμερείς συμφωνίες επικράτειά της σε άλλη χώρα, τι θα άλλαζε και για την προοπτική να παραχωρήσει ελληνική επικράτεια και προς την Τουρκία; Και με πόσο εδραία επιχειρηματολογία αύριο η Ελλάδα θα μπορούσε να απορρίψει τουρκική αξίωση να της αποδοθεί ελληνική επικράτεια με διμερή ελληνοτουρκική συμφωνία και χωρίς να έχει προηγηθεί προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, π.χ. το Διεθνές Δικαστήριο;

Επομένως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης διαπράττει έγκλημα κατά των ελληνικών συμφερόντων εκβιάζοντας τη Βουλή να νομιμοποιήσει παραχώρηση ελληνικής επικράτειας από την κυβέρνησή του σε άλλη χώρα! Και να το κάνει χωρίς να έχει προηγηθεί συμβούλιο πολιτικών αρχηγών υπό την Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τηρουμένων πρακτικών, απ’ όπου -και μόνον από ‘κει- θα μπορούσε να έχει διαπιστωθεί ευρύτερη συναίνεση.

Οι εξελίξεις γεννούν -τουλάχιστο σ’ εμένα-  και μια άλλη σοβαρή ανησυχία: Μήπως ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως συνειδητή επιλογή του απονομιμοποιεί την πρακτική επί δεκαετίες τώρα και με εντυπωσιακή αποτελεσματικότητα προς όφελος της Ελλάδας σύγκλησης του συμβουλίου πολιτικών αρχηγών υπό την Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τηρουμένων πρακτικών για τα ζητήματα που αφορούν σε μείζονες υποθέσεις της Ελλάδας; Η μετάβαση από μια δημοκρατία, η οποία έχει την ωριμότητα να επιζητεί ευρύτερες συναινέσεις των πολιτικών δυνάμεων στα μείζονα συμφέροντά της, σ’ ένα ιδιότυπο «μητσοτακικό πολίτευμα» της ενός ανδρός (και τόσο αμφιλεγόμενου, μάλιστα)  αρχής, μπορεί να είναι κάτι άλλο παρά σοβαρή βλάβη στην ποιότητα των δημοκρατικών μας θεσμών;         

Θα μπορούσε κανένας να αντιτείνει ότι και ο Τσίπρας έφερε τη συμφωνία των Πρεσπών για νομιμοποίηση στη Βουλή. Στα σοβαρά θα αποτολμούσε κανένας που σέβεται τον εαυτό του τέτοιον συμψηφισμό υπόθεσης που αφορά κατά βάση σε διευθέτηση με διμερή συμφωνία ζητήματος ονομασίας χώρας και εγγυήσεων άρσης αλυτρωτικών βλέψεων, με συμφωνία παραχώρησης ελληνικής επικράτειας σε άλλη χώρα; Θα ήταν ανεκτός τόσο θρασύς συμψηφισμός;

Αλλά εκτός από τον Κυριάκο Μητσοτάκη εδώ υπάρχει και η αντιπολίτευση! Νομιμοποιείται η αξιωματική αντιπολίτευση (που εδώ με ενδιαφέρει) να συναινέσει στην ελληνοαιγυπτιακή αλλά και την ελληνοϊταλική συμφωνία; Πολύ περισσότερο, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται σε 3 μέρες από σήμερα να λάβει τις αποφάσεις του;

Και, μάλιστα, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μπροστά του αυτήν την κρίσιμη απόφαση με δεδομένο ότι ενδοπαραταξιακή ομάδα του έχει προτείνει προ ημερών περίπου ανοιχτά να συναινέσει η Ελλάδα σε διενέργεια ελληνοτουρκικού διαλόγου με διακηρυγμένη βούληση της ελληνικής πλευράς να παραχωρήσει ελληνική επικράτεια (που αυτή τη στιγμή δεν επιδέχεται αμφισβήτηση από το ισχύον διεθνές δίκαιο) στην Τουρκία μέσω διμερούς συμφωνίας! Να υποθέσω ότι το επίμαχο άρθρο των «53» δεν ήταν ένα κείμενο θέσεων προσυνεδριακής ζύμωσης αλλά μια μεθόδευση για να ασκηθούν πιέσεις στον Τσίπρα να εγκαταλείψει την τωρινή θέση του, δηλαδή ότι μία και μόνο διμερή διαφορά με την Τουρκία αναγνωρίζει η Ελλάδα, εκείνην της υφαλοκρηπίδας, και ελληνοτουρικός διαλογος μπορεί να γίνει με ζητούμενο την υπογραφή συνυποσχετικού για την παραπομπή της διαφοράς στο Διεθνές Δικαστήριο και μόνον; Άρα το κείμενο των «53» ήταν μια μεθόδευση εν όψει της συζήτησης στη Βουλή των συμφωνιών της Ελλάδας με την Αίγυπτο και την Ιταλία;

Δεν θέλω να το πιστέψω αυτό!

Ο ΣΥΡΙΖΑ στην παρούσα φάση έχω την εντύπωση πως είναι μονόδρομος να απορρίψει την υπερψήφιση των δύο συμφωνιών. Όχι, φυσικά, επειδή διαφωνεί με την πρακτική των διμερών συμφωνιών με όμορες χώρες για την καθορισμό των ΑΟΖ. Το αντίθετο, μάλιστα! Αλλά διότι ένα κόμμα της αριστεράς και της ευρύτερης προοδευτικής παράταξης που φιλοδοξεί να αντικαταστήσει στην εξουσία τον εσμό των περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη καταστροφέων της Ελλάδας, δεν μπορεί να έχει προσυπογράψει την παράδοση ελληνικής επικράτειας σε άλλη χώρα! Τόσο απλά!

Μόνος τίμιος δρόμος για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι να υποβληθεί πρόταση αναβολής της συζήτησης και τυχόν επανάληψή της, αφού θα έχει προηγηθεί συνεδρίαση του συμβουλίου πολιτικών αρχηγών υπό την Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τηρουμένων πρακτικών.  Άλλως, δεν απομένει παρά η αποχή από τη συζήτηση και φυσικά και την ψηφοφορία.

Σε διαφορετική περίπτωση δεν πιστεύω πως θα μείνουν πολλοί στις τάξεις του που προσδοκούν ένα καλύτερο αύριο για την Ελλάδα με την ακεραιότητα και την κυριαρχία της εξασφαλισμένες.

 

 

 

 

19 Αυγ. 2020

Ο ΣΥΡΙΖΑ

και ο ενδοπαραταξιακός διάλογος

για τα ελληνοτουρκικά

Στην ιδρυτική διακήρυξη του ΠΑΣΟΚ του 1974, δηλαδή ένα πολιτικό κείμενο πριν από 46 χρόνια, το ιδρυόμενο τότε Κίνημα αυτοπροσδιορίστηκε ως απόγονος 3  ρευμάτων που διαπέρασαν με συγκλονιστικές επιδράσεις τη δημόσια ζωή της Ελλάδας στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα: τη γενιά της εθνικής αντίστασης, τη γενιά του 1-1-4 και τη γενιά της αντιδικτατορικής πάλης.

Όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, ήταν μια πραγματική πολιτική παράμετρος της πολυσυλλεκτικότητας που συγκροτήθηκε γύρω από την παράταξη που δέσποσε στις πολιτικές εξελίξεις ως το τέλος του ίδιου αιώνα, και δεν ήταν μια από τις συνηθισμένες κομματικές μεγαλοστομίες που αποσκοπούν να προσελκύσουν κοινά με επιφανειακό τρόπο. Φυσικά, στο πλευρό της προσπάθειας να εκπροσωπηθούν οι Έλληνες πολίτες με όρους αναφοράς γενεών και σε συνάρτηση με την πρόσφατη ιστορία της χώρας, χρειάστηκαν ακόμη και κυρίως επεξεργασμένες και εξιδικευμένες θέσεις για τα διαρκώς εξελισσόμενα προβλήματα της ελληνικής κοινωνίας, ώστε να διαμορφωθεί εκείνη η μεγάλη και συμπαγής προοδευτική παράταξη και να αποκτήσει τα ιδεολογικά και ταξικά συνεκτικά στοιχεία που την επεβαλαν ως καταλύτη των εξελίξεων.

Στην περίπτωση της ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ (και πάντα με σεβασμό στις αναλογίες και τις διαφορετικότητες των εποχών, αλλά κυρίως με μέριμνα λήψης υπόψη  των σημερινών  ιδεολογικοπολιτικών ρευμάτων και της τωρινής διάρθρωσης του ταξικού σχηματισμού στην Ελλάδα) ανιχνεύονται ξανά τρία ρεύματα: η γενιά του αντιδικτατορικού αγώνα, η λεγόμενη «γενιά της αλλαγής» και η γενιά της αντιμνημονιακής πάλης. 

Η φαινομενική «σχηματικότητα» της παραπάνω διαπίστωσης σχετικά με τις καταβολές του ΣΥΡΙΖΑ, έχω την εντύπωση πως έχει μεγάλη σημασία! Και τούτο, διότι αν υπάρχουν τέτοιες αναλογίες (και κατά τη γνώμη μου όχι μόνον υπάρχουν αλλά είναι προφανείς) αυτές δεν αφορούν στις «μικρές» σημερινές επιδερμικές συνέπειες των ίδιων παραλληλισμών. Ένα παράδειγμα: Φυσικά και ο Τσίπρας δεν είναι ο Ανδρέας Παπανδρέου του σήμερα! Ανάλογες θέσεις και παρόμοιες αναλυτικές προσεγγίσεις στην αποκωδικοποίηση των πολιτικών και κοινωνικών δεδομένων της κάθε εποχής βεβαίως υπάρχουν, αλλά οι ομοιότητες φτάνουν ως εκεί και αν αποπειραθεί κανένας γενίκευσή τους ακόμη και σε προσωποιημένα στοιχεία των δύο ηγετών (εκφορά λόγου, «γλώσσα του σώματος» συνθηματολογία κ.λπ.), τότε η απόσταση από την πολιτική γραφικότητα μικραίνει επικίνδυνα. Εξάλλου, ποτέ δεν υπήρξε ένα μοντέλο πολιτικής ηγεσίας κατάλληλο για όλες τις εποχές. Κάθε φορά η συγκυρία τροποποιεί -και μερικές φορές δραματικά- τα δεδομένα και μια πολιτική παράταξη που διεκδικεί για τον εαυτό της τον έπαινο ότι η σταση και οι θέσεις της αντανακλούν απαντήσεις σε προβλήματα του εκάστοτε «σήμερα» οφείλει αναπροσαρμογές στις νέες συνθήκες.

Υπό το βάρος των παραπάνω σκέψεων, θέλω να ασχοληθώ στην παρούσα ανάλυση με τον θερμό ενδοπαραταξιακό διάλογο σχετικά με τα ελληνοτουρκικά στον υπό ανασυγκρότηση ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία. Και τούτο, διότι οι σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία από τα πράγματα καθίστανται πυρήνας των πολιτικών εξελίξεων στη σημερινή Ελλάδα, σε συνδυασμό βεβαίως με την ραγδαία συμπύκνωση των διαλυτικών φαινομένων στην οικονομία μας και τη δραματική επιμονή της πανδημίας να απειλεί την καθημερινότητά μας μετά την τουλάχιστον απροετοίμαστη (όπως αποδεικνύεται σήμερα)  άρση του «λοκντάουν».     

Οι 3 πολιτικές γενιές-καταβολές του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ (θυμίζω οι γενιές του αντιδικτατορικού αγώνα, της «αλλαγής» και της αντιμνημονιακής πάλης) και οι θέσεις που έκαστη παίρνει στα ελληνοτουρκικά στις συνθήκες του σήμερα, είναι τόσο αντιφατικές ανάμεσά τους, ώστε να ορίζουν καίρια τη δυσκολία του εγχειρήματος ανασυγκρότησης και μετασχηματισμού από ένα μικρό κόμμα της παραδοσιακής αριστεράς σε μια πλατιά και μαζική παράταξης της σύγχρονης αριστεράς.

«Κορυφή του παγόβουνου», αλλά απολύτως ενδεικτική του βάθους των διαφορετικών απόψεων εντός του «ευρύτερου» ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τα ελληνοτουρκικά είναι η ακόμη σε εξέλιξη αντιπαράθεση των «53» και του Νίκου Κοτζιά, στην οποία αναμιγνύονται πια και άλλες κομματικές δυνάμεις και πρόσωπα,  με τελευταία παράδειγμα την άποψη του συντρόφου μου στη «Γέφυρα», Νίκου Μπίστη. Αντιπαραθέσεις που κλονίζουν την «εικόνα συνοχής» του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία εν μέσω της προσυνεδριακής επανιδρυτικής περιόδου. Και κίνητρό μου για τη σημερινή ανάλυση είναι όχι να πω κι εγώ τα δικά μου (άλλωστε στο blog (www.molyvi.com) έχω εκθέσει διεξοδικά εδώ και καιρό τις προσωπικές απόψεις μου). Αντίθετα, κινητρό μου εδώ είναι να συμβάλλω όσο γίνεται στη διάλυση της σύγχυσης που προκαλούν οι αντιπαραθέσεις αυτές και να δώσω μια εναλλακτική οπτική και μια απάντηση στις αγωνίες και τα ερωτήματα που πολλοί σύντροφοι και φίλοι θέτουν καλοπίστως σε μένα, παρακολουθώντας τον έντονο διάλογο στο εσωτερικό της παράταξης για τα ελληνοτουρκικά. 

Πρέπει εξ αφετηρίας να υπογραμμιστεί ότι το βάθος και η εχθρική συχνά εκφορά του αντιπαραθετικού λόγου εντός του ΣΥΡΙΖΑ για τα ελληνοτουρκικά δεν προοιωνίζονται αναγκαστικά διάσπαση ή -το λιγότερο- άτυπο ενδοπαραταξιακό κατακερματισμό. Μπορεί εδώ να δραματοποιούνται οι τόνοι, αλλά αυτό δεν συγκαταλέγεται στις λογικές προβλέψεις σχετικά με το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, και όποιοι τις ασπάζονται ως διακαείς πόθους δογματικά αντισυριζικών απόψεων θα πρέπει να τις εκλαμβάνουμε και όχι ως ρεαλιστικές προγνώσεις των μεσοπρόθεσμων πολιτικών εξελίξεων.  

Χρήσιμο εδώ είναι να προσφύγουμε στο παράδειγμα του κινήματος 1-1-4, όπου ετερόκλιτες δυνάμεις, από αντικομμουνιστικές απόψεις της μεταπολεμικής περιόδου του Γεωργίου Παπανδρέου μέχρι ξεκάθαρα αριστερές δυνάμεις (όπως η ΕΔΑ) αλλά ακόμη μαρξιστικές-λενιστικές ομάδες συνεργάστηκαν αποτελεσματικά για την ανατροπή της κυβέρνησης των ανακτόρων. Αν κάποιος προέβλεπε μετά τον εμφύλιο ότι 20 χρόνια αργότερα το κόμμα του Γεωργίου Παπανδρέου (αρχιτέκτονα της Βάρκιζας, για την οποία ο ίδιος υπερηφανευόταν ότι έβαλε την αριστερά «στο σακί», και με ισχυρές αντικομμουνιστικές αντιλήψεις αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο)  καθ’ οιονδήποτε τρόπο θα συνεργαζόταν με την αριστερά στο πλαίσιο του «ανένδοτου αγώνα» 1963-’65 αποκρούοντας την εκτροπή της αποστασίας και της κυβέρνησης Νόβα-Μητσοτάκη, θα τον έλεγαν τρελό. Κι όμως! Η ιστορία, όχι μόνο απέδειξε ότι οι εμμονές πολιτικών παθών (δίκαιων ή όχι, μικρή σημασία έχει) οφείλουν να κάμπτονται συν τω χρόνω για να υπηρετείται η πολιτική αποτελεσματικότητα αλλά και -κυρίως- για να αναπροσαρμόζονται στις ανάγκες της συγκυρίας και να ανταποκρίνονται σ’ αυτήν οι θέσεις της παράταξης και πάντα στη βάση των ισχυουσών ιδεολογικοπολιτικών αρχών της. Μόνον έτσι ένα κόμμα ή μία παράταξη μπορεί να είναι ζωντανός πολιτικός οργανισμός με ρόλο στις εξελίξεις.

Άλλωστε, ακριβώς η μεγάλη μεσοπρόθεσμη συμβολή του «ανένδοτου αγώνα» στη συγκρότηση της μεγάλης δημοκρατικής παράταξης, όπως την εννοοούμε ακόμη και σήμερα στην Ελλάδα, δεν ήρθε ως απόρροια του ότι επικράτησε η ιδεολογικοπολιτική άποψη των κεντρώων ή των αριστερών του 1965, αλλά το ότι οι διαφορετικές αυτές απόψεις ομογενοποιήθηκαν με τον χρόνο σε μια ενιαία αντίληψη πολιτικής, που με καταλύτη το ΠΑΣΟΚ 1974-1996 άλλαξε την Ελλάδα με την ευρυχωρία εκπροσώπησης συγκλινόντων ταξικών συμφερόντων μέσα από ένα μαζικό κίνημα.

Η ενδοπαραταξιακή αντιπαράθεση, λοιπόν, σήμερα  στον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία για τα ελληνοτουρκικά, τηρουμένων των αναλογιών, είναι σαν να καυγαδίζουν οι κομμουνιστές και οι εδαΐτες με τους κεντρώους του 1965 και του «ανένδοτου αγώνα», για την «ιδεολογία» του τότε αντιανακτορικού κινήματος και του 1-1-4! Θα έμοιαζε ακόμη σαν να τσακώνονταν οι οργανώσεις αντιδικτατορικής αντίστασης, για θεωρητικές μεταξύ τους διαφωνίες, ενώ το πασιφανές ζητούμενο και η ανάγκη της εποχής ήταν να εκδιωχτούν οι δικτάτορες από την εξουσία. Κι αυτές είναι πολυτέλειες που ο ΣΥΡΙΖΑ- Προοδευτική Συμμαχία δεν έχει! Όταν στις μέρες μας προηγείται πάντων η ανάγκη να ανακοπεί η επέλαση η δεξιάς-ακροδεξιάς υπό το μπλοκ συμφερόντων περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη (εγχείρημα που πλέον έχει πανευρωπαϊκή αλλά ακόμη και πιο ευρύτερη σημασία για το μέλλον της χώρας και των πολιτών της), δεν μπορεί να προηγείται ένας ενδοπαραταξιακός διάλογος (κακόπιστος μάλιστα) για το …Δίκαιο της Θάλασσας!

Είναι έγκλημα κατά της θεμελιώδους πολιτικής λογικής και προδοσία κατά των προσδοκιών των πολιτών, που από τον ΣΥΡΙΖΑ- Προοδευτική Συμμαχία αναμένει να διώξει τον νεο-μητσοτακισμό από την εξουσία και να εγγυηθεί προοδευτική διακυβέρνηση κοινωνικών προταγμάτων και όχι προαγωγής συμφερόντων με ονοματεπώνυμο, με σοβαρό κόστος για το εισόδημα νοικοκυριών  και την ποιότητα ζωής των πολιτών.

Είπα πιο πάνω ότι είναι «κακόπιστος» ο ενδοπαραταξιακός διάλογος! Εξηγούμαι!

-Δεν μπορεί (και δεν δικαιούται) ο σύντροφος Μπίστης να χαρακτηρίζει «μη αριστερό» τον αρχιτέκτονα της συμφωνίας των Πρεσπών.

-Δεν μπορεί (και δεν δικαιούται) ο Κοτζιάς να δίνει συμβουλές εξωτερικής εξωτερικής πολιτικής εγκλωβισμένος στο σύνδρομο δικαίωσης της υπουργίας του.

Υπάρχουν πολλά άλλα παραδείγματα, αλλά ας μείνω σ’ αυτά τα δύο!

Συνοψίζω: Καλό είναι να ακούγονται όλες οι απόψεις. Μάλιστα η ευρύτητα σε θεάσεις των πραγμάτων συμβάλλει ως έναν κάποιο βαθμό στην αναγκαία πολυσυλλεκτικότητα της μαζικής πολιτικής υπόστασης που πλέον έχει ενσωματωθεί στο DNA του ΣΥΡΙΖΑ- Προοδευτική Συμμαχία.

Οι διαφορετικές απόψεις, όμως, οφείλουν να σέβονται τις άλλες απόψεις, ακόμη κι αν διαφωνούν απολύτως μεταξύ τους, αποφεύγοντας ανοίκειους χαρακτηρισμούς με "μικρό" σκοπό το όφελος σε εσωκομματικούς πόντους.

Η σημερινή γενιά, που μόνον επειδή κυβέρνησε ο ΣΥΡΙΖΑ δικαιούμεθα σήμερα να αποκαλούμε μετα-μνημονιακή γενιά, είτε θα παραμερίσει τις αυτοεπιβεβαιώσεις ομάδων και στελεχών (που συνιστούν τον ορισμό του πολιτικού δογματισμού) και θα ενώσει τους πολίτες σε μια πλειοψηφική εναλλακτική διακυβέρνηση προοδευτικού και αριστερού προσήμου, είτε θα παγιδευτεί στην αδιέξοδη περπατησιά της ομαδοποίησης των «δεύτερων διλημμάτων». Η απόφαση είναι δική μας και ο καθένας από μας με την ατομική στάση του παίρνει θέση σχετικά με το τί επιλέγει!

 

 

 

 

14 Αυγ. 2020

Η κρίσιμη 20ετία

Η τωρινή εικόνα στις τεταμένες ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι ένα σημερινό απόσπασμα της μακράς ιστορίας των επώδυνων διμερών σχέσεων, μ’ έναν γείτονα που ο επεκτατισμός ανιχνεύεται στο ίδιο το γεωπολιτικό DNA της ύπαρξής του. Η γειτονική χώρα, ποτέ στην ιστορία της από την ίδρυση του τουρκικού κράτους και την κατάρρευση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ως σήμερα, δεν έχει εμφανίσει πειστικά δείγματα συμφιλίωσης με την ιστορία και τις επιταγές της. Όπως, για παράδειγμα, δείγμα συμφιλίωσης με την αρχή της εξισορρόπησης με το πέρασμα του χρόνου των εθνικιστικών παθών που έθρεψαν πριν από δύο αιώνες οι συνέπειες του λεγόμενου τότε Ανατολικού ζητήματος.

Μόνο μέσα από διεθνείς συνθήκες (διμερείς ή πολυμερείς) που έκτοτε συνήφθησαν με τη Τουρκία να βρίσκεται στη θεση του ηττημένου εξαναγκάστηκε η γειτονική χώρα σε υποχρεωτικές ανασχέσεις των επεκτατικών σκοπών της ή σε προσαρμογές και εκλογικεύσεις  των κατά κανόνα υπερβολικών απαιτήσεών της έναντι της διεθνούς κοινότητας, με αιχμή τις όμορές της χώρες της νοτιοανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής, της Βαλκανικής και της ευρασιατικής μεθορίου. Και όποτε της δινόταν η ευκαιρία, αυτές τις διεθνείς συνθήκες τις καταπατούσε με βαναυσότητα (Κυπριακό, καταστροφή ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης, εκδίωξη Ελλήνων της Ίμβρου και της Τενέδου κ.λπ.) .

Η συγκριτική θεώρηση του πως εξελίχτηκε η ελληνική στάση (από το αρχικό ελληνικό μισαλλόδοξο «εμπρός να ανακαταλάβουμε την κόκκινη μηλιά», ως τη θετική ελληνική στάση για ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, που είναι σαφέστατη απόδειξη προσγείωσης των στόχων εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας στα δεδομένα που ο χρόνος προσφέρει ως στοιχείο ρεαλισμού), έως το ανοιχτό τουρκικό αίτημα αναθεωρητισμού της συνθήκης της Λοζάνης που θέτει η σημερινή ερντογανική νομενκλατούρα στη γειτονική χώρα, αποδεικνύεται πόσο μεγάλη διαδρομή εχει διανύσει η Ελλάδα και πόσο αμετακίνητη έχει μείνει η Τουρκία πίσω στους στόχους της για αναβίωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. 

Ταυτόχρονα, όμως, η σημερινή ελληνοτουρκική διένεξη φαίνεται (και συνειδητά εμφανίζεται) να είναι απόρροια μιας αιφνίδιας τουρκικής έξαρσης με κίνητρο την κατανομή προς όφελός της των υδρογονανθράκων της ανατολικής Μεσογείου. Αυτή, όμως, είναι μια απολύτως επιφανειακή ανάγνωση του σημερινού συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των δύο χωρών, αφού αναφέρεται στα πρωτογενή χαρακτηριστικά των σημερινών εντάσεων, συσκοτίζοντας βαρύνουσας σημασίας αίτια και ερμηνείες των παρόντων πραγμάτων. Ένα απολύτως χαρακτηριστικό παράδειγμα των συνειδητά αποκρυπτόμενων πτυχών του σημερινού ελληνοτουρκικού σκηνικού, είναι η μεγάλη αλλοίωση της σχέσης ισχύος των στρατιωτικών δυνάμεων μεταξύ των δύο χωρών, που από το 7/10 που γενικώς ίσχυε ως τη δεκαετία του 1990, σήμερα υπολογίζεται σε πολύ δυσμενέστερη ετεροβαρή ισορροπία για το ελληνικό στράτευμα, που γίνεται ακόμη δυσμενέστερη για μας από την ποιότητα και την ηλικία των αμυντικών υποδομών και των εξοπλισμών στις 2 χώρες.

Αρκεί να αναφερθεί ότι εάν ευοδωνόταν η συμφωνία ΗΠΑ-Τουρκία για τα F35 (που ευτυχώς ακυρώνεται) η σχεδόν απολύτη ισορροπία δυνάμεων της πολεμικής αεροπορίας στο Αιγαίο (με τα γαλλικά μιράζ να έχουν κρίσιμο ρόλο σ’ αυτό) θα είχε ανατραπεί και το μόνο όπλο, την πολεμική αεροπορία (γιατί στον στρατό ξηράς και το ναυτικό η μάχη «έχει γύρει» σε βάρος μας εδώ και καιρό) όπου ανιχνευόταν επαρκής για την Ελλάδα ισορροπία στρατιωτικών δυνάμεων, θα είχε χαθεί.  Σημειωτέον, μάλιστα, ότι ο κίνδυνος αυτός δεν έχει εξαλειφτεί οριστικά, αφού τα F35 που θα ερχόντουσαν για την τουρκική πολεμική αεροπορία έχουν αντικατασταθεί από τα ρώσικα μαχητικά Sukhoi Su-57, που στρατιωτικές πηγές θεωρούν ισάξια με τα F35, ενώ, ακόμη, σε περίπτωση που κάτι δεν άλλάξει από τα σημερινά δεδομένα η δυσκολία εντοπισμού και παρακολούθησης των ρωσικής κατασκευής μαχητικών Sukhoi Su-57 από τα ραντάρ του ΝΑΤΟ, θα μπορούσε να καταστεί πολύ κρίσιμο πλεονέκτημα για την Τουρκία στις αερομαχίες στο Αιγαίο.

Πώς, όμως, φτάσαμε στη σημερινή ετεροβαρή ισορροπία στρατιωτικών δυνάμεων και σε βάρος της Ελλάδας, από την αποδεδειγμένα αποτελεσματική σχέση του 7/10; Διότι, η προϊούσα αποδυνάμωση της ελληνικής αμυντικής συγκρότησης σε στεριά, θάλασσα και αέρα, δεν προέκυψε εκεί και ως έτυχε, αλλά είναι συνέπεια της αναθεώρησης του ελληνικού αμυντικού δόγματος του 7/10. Δηλαδή είναι απόρροια αλλαγής της εξωτερικής πολιτικής και της διπλωματικής τακτικής της Ελλάδας ως τη δεκαετία του 1990 καθώς και υιοθέτησης του εναλλακτικού δόγματος περί «αχρείαστης δαπάνης» για τους εξοπλισμούς, αφού τα ελληνοτουρκικά θα διαμορφώνονταν πλέον μέσω διμερών διαβουλεύσεων και το κόστος αμυντικής αποτροπής στην Ελλάδα θεωρήθηκε πολυτέλεια.

Μιας αλλαγής δόγματος εξωτερικής πολιτικής σε ό,τι αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όμως, που πλέον ελέγχεται σοβαρά ως αποτυχημένη επιλογή, αφού σε καμιά περίπτωση οι τουρκικές απαιτήσεις σε βάρος κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας δεν έχουν κατασιγαστεί από την εφαρμογή του νέου δόγματος εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας που εφαρμόζεται την τελευταία 20ετία. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά ακόμη περισσότερο έχουν επεκταθεί οι τουρκικές διεκδικήσεις σε βάρος ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και αφορούν πλέον σε περιοχές της Κρήτης και της Δωδεκανήσου, που ως σήμερα  θεωρούνταν αδιανόητες. Μιλάμε, δηλαδή, για ποιοτική αναβάθμιση των τουρκικών απαιτήσεων σε βάρος της χώρας μας, που αποδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το δόγμα αναγνώρισης τουρκικών δικαιωμάτων από την Ελλάδα και δυνατότητας επίλυσης όλων των διαφορών με διμερή διάλογο, από το 1996 και μετά, έχει καταρρεύσει και είναι πλέον μη παραγωγικό για την Ελλάδα, ενώ αυτονόητα προκύπτει ζήτημα αναθεώρησής του και επιστροφής του στο δόγμα από το οποίο αναδυόταν η στρατιωτική ισορροπία του 7/10.

Σήμερα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι αφετηρία του νέου δόγματος εξωτερικής πολιτικής, υπό το αφήγημα μιας προσδοκώμενης ελληνοτουρκικής συνεννόησης που δεν ήρθε ποτέ, υπήρξε το στιγμιότυπο των Ιμίων το 1996. Από τότε, αντί για την παράταση του ως τότε ισχύοντος δόγματος 7/10 εγκαινιάστηκε η γραμμή του ελληνοτουρκικού διαλόγου. Όμως, θέση της Ελλάδας και επί ισχύος του δόγματος 7/10 ήταν η αποδοχή του ελληνοτουρκικού διαλόγου! Με μια πολύ κρίσιμη διαφορά: Ως τότε η Ελλάδα είχε ξεκαθαρίσει ότι το μόνο αντικείμενο αυτού του διαλόγου ήταν η επιζήτηση σύνταξης συνσυποσχετικού από τις δύο χώρες ως μόνο αντικείμενο του διαλόγου, με σκοπό την προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης και με το ερώτημα εάν τα νησιά (του Αιγαίου) έχουν υφαλοκπρηπίδα, ή όχι! Αυτός ο αποδεκτός από την Ελλάδα ως τότε μονοθεματικός ελληνοτουρκικός διάλογος, άλλαξε ως πάγια ελληνική θέση, με τη Συμφωνία της Μαδρίτης ένα έτος μετά τα Ίμια και εξ αφορμής τους.

Στη Συμφωνία της Μαδρίτης, που υπέγραψαν οι Κώστας Σημίτης και Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ ορίζεται ότι τα δύο μερη συμφωνούν να επιδεικνύουν: «…Σεβασμό στα νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας στό Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία τους». Προφανώς εδώ διευρύνονται πολύ τα όρια του δυνητικού ελληνοτουρκικού διαλόγου και η Ελλάδα αποδέχεται ότι σ’ αυτόν ότι εκτός της υφαλοκρηπίδας των νησιών θα μπορούσαν να συμπεριλαβάνονται πλέον πολύ περισσότερα ζητήματα (τουρκικές απαιτήσεις, για να είμαστε πραγματικοί) απ’ ό,τι η μοναδική ως τότε αποδεκτή από την Αθήνα διαφορά.

Παρά ταύτα, πολλά αρνητικά θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί έως τη σημερινή σημαντική επιδείνωση, αν ανεξάρτητα των όσων συμφωνήθηκαν στη Μαδρίτη από τον Κώστα Σημίτη παρέμενε το δόγμα του 7/10 ως προς το αμυντικό του και μόνο  στοιχείο. Όμως, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων και ως σήμερα, είναι πιθανότερο η Συμφωνία της Μαδρίτης να στόχευε εξ αρχής στην ανατροπή του 7/10, παράλληλα με την ανεπίτρεπτη διεύρυνση της δυνητικής ατζέντας του ελληνοτουρκικού διαλόγου, απλούστατα διότι το 7/10 αποδεδειγμένα μπόρεσε ως τότε να εγγυηθεί αποτελεσματικά την απαρέγκλιτη  τήρηση της ελληνικής θέσης ότι το μόνο αντικείμενο του ελληνοτουρκικού διαλόγου είναι το εάν τα νησιά στο Αιγαίο έχουν υφαλοκρηπίδα, ή όχι, και με μόνο στόχο τέτοιου διαλόγου την υπογραφή συνυποσχετικού με την Τουρκία για την παραπομπή της υπόθεσης σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο για να αποφανθεί εκείνο για τη διαφορά.

Η ανατροπή του 7/10 και ο συντριπτικά δυσμενέστερος για την Ελλάδα σημερινός συσχετισμός στρατιωτικών δυνάμεων  είναι η βάση, επί της οποίας οικοδομείται στις μέρες μας η δρομολόγηση διευρυμένου τουρκικού διαλόγου, με την Ελλάδα ως τον αδύναμο πόλο του τραπεζιού (σε αντίστιξη με την ολοφάνερη ισοτιμία της συμφωνίας Ανδρέα Παπανδρέου-Τουργκούτ Οζάλ στο Νταβός το 1988. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η αφήγηση των σημιτικών εμφανίζει εδώ και δεκαετίες την ισοτιμία Παπανδρέου-Οζάλ στο Νταβός, ως προϊόν του «καλού» τότε Τούρκου πρωθυπουργού, ενώ αναφίβολα εκείνο που επέβαλε αυτήν την ισοτιμία ήταν η με βάση το 7/10 στρατωτική ισχύς της Ελλάδας, που με τις ένοπλες δυνάμεις της νωρίτερα είχε αποτρέψει την εισβολή του τουρκικού ΧΟΡΑ στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Γι’ αυτό και σύγκριση του 1988 και το 7/10 με το σήμερα και τη στρατιωτικά πολύ πιο αδύναμη Ελλάδα, είναι αποκαλυπτική των πραγμάτων και οδηγός του που πρέπει να κατευθυνθούμε από ‘δω και πέρα).

Η επιλογή του Κώστα Σημίτη και της πολιτικής αντίληψης που εκόμισε στα ελληνικά πολιτικά πράγματα με το ιδεολόγημα του «εκσυγχρονισμού» και ως σήμερα επηρεάζει σημαντικά την ελληνική εξωτερική πολιτική, αφορά στο σημείο ακριβώς όπου συγκρούεται η επιλογή επαρκούς αμυντικής θωράκισης της Ελλάδας έναντι του τουρκικού επεκτατισμού με την απόφαση μείωσης των αμυντικών δαπανών ώστε να εξοικονομηθούν  περισσότεροι δημοσιονομικοί πόροι για μεγαλύτερες χρηματοδοτήσεις του ιδιωτικού τομέα, που για τον «εκσυγχρονισμό» (αλλά και τον νεοφιλελευθερισμό)  είναι η ατμομηχανή της ανάπτυξης, ενώ οι δημόσιες επενδύσεις το βαρίδι της.

Σύμφωνα με το εκσυγχρονιστικό αφήγημα, έκτοτε η αμυντική αποδυνάμωση της Ελλάδας θα ισαφαριζόταν από την εγγύηση κυριαρχικής ακεραιότητάς της, που θα προσέφερε η Ευρωπαϊκή Ένωση, αποκρούοντας τον τουρκικό επεκτατισμό. Μέρος της αφήγησης αυτής ήταν ότι η Ελλάδα δεν χρειαζόταν τόσες αμυντικές δαπάνες διότι τελούσε υπό την προστατευτική ομπρέλα της ΕΕ.

Σήμερα έχουμε πλέον πλήρη εικόνα της πραγματικής απόδοσης του εκσυγχρονιστικού αφηγήματος σε ό,τι αφορά την αμυντική θωράκιση της Ελλάδας και την αποτελεσματικότητα της θεωρίας περί εγγύησης της κυριαρχικής ακεραιότητας της Ελλάδας από τον τουρκικό επεκτατισμό από την ΕΕ.

Γενικότερα, η ΕΕ εδώ και πολλά χρόνια έχει αποδειχτεί αδύναμη να ελέγξει τον τουρκικό επεκτατισμό στο σύνολο σχεδόν της ευρωτουρκικής μεθορίου, το συγκριτικά μεγαλύτερο μέρος της οποίας άλλωστε είναι ελληνοτουρκική μεθόριος. Φυσικά το ίδιο συμβαίνει και αυτές τις μέρες με τον διάπλου του Όρουτς Ρέις στην ελληνική υφαλοκρηπίδα στην νοτιοανατολική Μεσόγειο. Στην περίπτωση του Όρουτς Ρέις τα πράγματα είναι πολύ πιο ενδειτικά, διότι υπαρχει πλήρης συγκρισιμότητα με το περιστατικό του ΧΟΡΑ το 1987. Τότε το 7/10 εγγυήθηκε την απόκρουση του τουρκικού επεκτατισμού. Σήμερα, με πολύ δυσμενέστρο σε βάρος της Ελλάδας  συσχετισμό στρατωτικών δυνάμεων, το Όρουτς Ρέις συνεχίζει να περιφέρεται στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Και, φυσικά, η ΕΕ αποδεικνύεται απολύτως αδύναμη να ανακόψει τον τουρκικό επεκτατισμό, παρ’ ό,τι ακόμη και δικά της συμφέροντα πλήττονται (π.χ. στο αγωγό East Med).