Μολυβάκι

25 Απρ. 2020

Η Ευρώπη ως συμμαχία των απροθύμων

Η οικονομική πτυχή του αδιεξόδου στο οποίο οδηγείται η ΕΕ από την αδυναμία της να χρηματοδοτήσει με δίκαιο και αποτελεσματικό τρόπο τις συνέπειες από την πανδημία στην οικονομία, έχει αναλυθεί και συνεχίζει να αναλύεται κατά κόρον.

(*) Τη δική μου μικρή συμβολή στη συζήτηση αυτή μπορεί τα βρείτε στην παραπομπή

Όμως, αυτό που παραμένει εκτός της ατζέντας τον προβληματισμών με αφορμή  την οικονομική κρίση λόγω του κορωναϊού, είναι η πολιτική πτυχή του ζητήματος. Μια πτυχή που θεωρώ σοβαρότερη από τον διάλογο για τα οικονομικά την εποχή της πανδημίας, αφού η συνοχή της ΕΕ από την ίδια την υγειονομική περιπέτεια που διάγουμε αποδείχτηκε ότι κρίνεται σε πολύ ευρύτερη βάση προϋποθέσεων, από τα οικονομικά μέτρα. (Για παράδειγμα, η αδυναμία της ΕΕ να υιοθετήσει κοινά μέτρα για την αντιμετώπιση της πανδημίας και πολύ περισσότερο ενιαίο τρόπο και ρυθμό επιστροφής σε μια κάποια ομαλότητα, υπό την πιθανολόγηση ενός δεύτερου πανδημικού κύματος, οριοθετεί αποκαλυπτικά τον άγονο και ατελέσφορο χαρακτήρα που έχει προσλάβει η συνύπαρξη κρατών στο πλαίσιο της ΕΕ).

Απ’ αυτή τη ματιά, ο κορωναϊός επιβεβαίωσε ότι ο στόχος πολιτικής ενοποίησης όχι μόνο δεν προάγεται, αλλ’, αντιθέτως, μοιάζει να φυλλορροεί, καθώς κάθε χώρα-μέλος παραμερίζει την κοινοτική διάσταση στη σχέση της με την ΕΕ, ακόμη κι εκεί που η θετική της επίδραση είναι προφανής (π.χ. στο ζητούμενο ενιαίας μεθόδου επιστροφής στη μετά την πανδημία περίοδο), και δρα προς ίδιον όφελος. 

Έτσι, ο οριακός χαρακτήρας και τα πολιτικά όρια του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος, απογυμνώνονται ολοένα και περισσότερο, οδηγώντας σε σοβαρές  οπισθοχωρήσεις. Άλλωστε, υπάρχει περισσότερο ενδεικτικό παράδειγμα της εξελισσόμενης πολιτικής αποδιάρθρωσης της ΕΕ από την αδυναμία να υιοθετηθεί ενιαία στάση στο ζήτημα του προσφυγικού, με τις γνωστές συνέπειες; Τόσο για την ΕΕ ως σύνολο, όσο και  μεμονωμένες χώρες-μέλη, ανάμεσά τους και η Ελλάδα;

Τα δεδομένα συνηγορούν πλέον ισχυρά στην αποδοχή ως μη επιδεχόμενης αμφισβήτηση της άποψης ότι ο φανατικός οικονομικός ντετερμινισμός που επελέγη ως το κύριο όχημα προαγωγής της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας έχει περίπου διαγράψει τον κύκλο του και χωρίς γενναίο πολιτικό εμπλουτισμό των σκοπών της, η ΕΕ θα συνεχίσει να φθίνει με επιταχυνόμενο ρυθμό.

Η εικόνα, μάλιστα, είναι ακόμη χειρότερη, εφ’ όσον ο εν λόγω οικονομικός ντετερμινισμός, ιδίως από την εκδήλωση της κρίσης του 2008 και εντεύθεν, συμπληρώθηκε και συνοδεύτηκε και από τον αφόρητο διοικητικό ντετερμινισμό των Βρυξελλών, γραφειοκρατικοποιώντας απολύτως το πολιτικό DNA της ΕΕ. Η μετατροπή της Κομισιόν, από πολιτικό εργαλείο προαγωγής της ενοποίησης, σε ενδιάμεση υπηρεσία μεταξύ κρατών-μελών, με τους υπαλλήλους της όλων των βαθμίδων εκ του ρόλου τους προσανατολισμένους στην επιζήτηση συμβιβασμών, δηλαδή σε μια γραφειοκρατική ομάδα καταγραφής των αντιθέσεων μεταξύ χωρών και προετοιμασίας συμβιβασμών, αλλοιώνει στη ρίζα τους τις υπαρξιακές αρχές του ενοποιητικού σκοπού και οδηγεί σε πολιτικές λοξοδρομήσεις, που όλο και πληθαίνουν αλλά και βαθαίνουν.    

Μάλιστα, δεν είναι άνευ αποδεικτικού βάρους για την εσφαλμένη -και, αν δεν ανακοπεί τάχιστα, πιθανότατα μοιραία- αυτή πορεία ότι ακριβώς αυτή η εικόνα της ΕΕ των συμβιβασμών, μέσω του ιδιότυπου πολιτικού ακκισμού της Κομισιόν και των άλλων κοινοτικών οργάνων και υπηρεσιών, προβάλλεται με κομπασμό ως δήθεν θετικό ταυτοτικό στοιχείο της σημερινής ΕΕ. Όμως, η υπηρεσιακή τεχνική επιζήτησης των διαρκών συμβιβασμών, ως καθαγιαζόμενη πρακτική του ενοποιητικού σκοπού, δεν μπορεί να είναι πολιτικό εργαλείο για την ΕΕ που θα υπηρετεί τους ιδρυτικούς σκοπούς της!

Γιατί αυτό;

Για δύο λόγους:

α. Διότι οι συμβιβασμοί υπηρετούν και επιβεβαιώνουν τον ισχύοντα συσχετισμό δυνάμεων εντός της ΕΕ, αντί να τον ανατρέπουν (όπως εξ ιδρύσεως υπόσχεται η Ένωση), για ένα εξελικτικό κλείσιμο της ψαλίδας μεταξύ ισχυρών και αδύναμων χωρών-μελών. (Μεγαλύτερη απόδειξη ότι τα σημερινά όργανα διοίκησης της ΕΕ καταλήγουν να επιβεβαιώνουν τον ισχύοντα συσχετισμό δυνάμεων εντός της Ένωσης, αντί να τον ανατρέπουν, όπως οφείλουν, είναι ότι η Κομισιόν απέφυγε εδώ και μια δεκαετία τουλάχιστον να επιβάλλει στις ισχυρές χώρες-μέλη ακόμη και τη θεσμοθετημένη  υποχρέωση αποφυγής των υπέρογκων συσσωρεύσεων πλεονασμάτων, ώστε να απομένουν πόροι για να διατεθούν στις αδύναμες χώρες και έτσι η ψαλίδα να έκλεινε. Την ίδια περίοδο, μάλιστα, στον αντίποδα της ανοχής στις αυθαιρεσίες των ισχυρών χωρών-μελών,  καταγραφόταν η εικόνα της άτεγκτης παρακολούθησης των υποχρεώσεων αδυνάμων χωρών-μελών, ενώ προδήλως αυτό διεύρυνε το χάσμα και αντιστρατευόταν τον υπαρξιακό λόγο της ευρωπαϊκής ενοποίησης, δηλαδή τον στόχο εξάλειψης των διαφορών μεταξύ συστατικών κρατών, ως όρου για μια ένωση ισότιμων δυνάμεων).             

β. Διότι, η διαρκής επιζήτηση συμβιβασμών, όπως τίθεται και υπηρετείται από τη γραφειοκρατία της ΕΕ, ως ο άγονος διοικητικός ντετερμινισμός που προανέφερα, όλο και πιο πολύ και όλο και πιο φανερά, καταλήγει να αυτο-προσδιορίζει ως ταυτοτική επιδίωξη της Ένωσης το «να αποφύγει τη διάλυσή της», ενώ αυτό που οφείλει να κάνει είναι να προάγει την ενοποίηση. Έτσι, με τέτοιο διαμεσολαβητικό ρόλο μεταξύ των χωρών- μελών απονεμημένο στην Κομισιόν, είναι πλέον συχνό το φαινόμενο να καταλήγει η ΕΕ σε «συμβιβασμούς» που τελικά δεν προάγουν  την ενοποίηση!

Πολύ ενδεικτική του σημείου αυτού είναι η ιστορία των αποφάσεων του eurogroup την τελευταία δεκαετία, αλλά τα τελευταία χρόνια και ο ρόλος του ESM.

(Επί πλέον, ακόμη και οι όροι υπό τους οποίους σήμερα διεξάγεται ο διακρατικός διάλογος στην ΕΕ για τους πόρους επανεκκίνησης της ευρωπαϊκής οικονομίας μετά το σοκ της πανδημίας, υποφέρει από την ίδια εσωτερική αντίφαση: ότι επιζητούνται λύσεις που στο τέλος της ημέρας ομολογημένα θα οδηγήσουν σε διεύρυνση του χάσματος, και όχι σε άμβλυνσή του, όπως κατά τα άλλα διακηρύσσει ο ευρωπαϊκός ενοποιητικός σκοπός. Ακόμη χειρότερα, οι απόψεις που επιμένουν να θέτουν την  ανάγκη επιστροφής της ΕΕ στην τροχιά επιζήτησης ισοτιμίας μεταξύ ισότιμων εταίρων, ως αδήριτης συνεκτικής ανάγκης του μέλλοντος της Ένωσης, κατασυκοφαντούνται ως δήθεν αντι-ευρωπαϊκές).     

Επίσης, ακόμη και στις σπάνιες περιπτώσεις ομόφωνων αποφάσεων της ΕΕ, αποκαλύπτεται ότι το «ναι» ορισμένων χωρών-μελών δεν προέρχεται από τη συνομολόγηση  χωρών-μελών σε μια ενιαία πολιτική γραμμή επί του ζητήματος στο οποίο αφορά η ομόφωνη απόφαση, αλλά είναι αποτέλεσμα ανταλλαγμάτων που παραχωρούνται στις διαφωνούσες χώρες σε κάποιο άλλο άσχετο με τον συμβιβασμό  θέμα. (Τελευταίο τέτοιο παράδειγμα είναι από τη διαπραγμάτευση για το Brexit, η συμφωνία της Ισπανίας στην ευρωπαϊκή πρόταση προς το Λονδίνο, παρά την εκκρεμότητα του Γιβραλτάρ, με αντάλλαγμα την αποθάρρυνση από τις Βρυξέλλες για αυτονομία της Καταλονίας, ενώ την ίδια ώρα οι Βρυξέλλες υπέθαλπαν την αυτονομία της Σκοτίας για να ασκούνται πιέσεις στους Βρετανούς πολιτικούς).  

Σε τέτοιο σκηνικό, η «κλωτσιά προς τα εμπρός» με τον προϋπολογισμό της ΕΕ, ως δήθεν ενδεδειγμένου τρόπου άντλησης των πρόσθετων πόρων που απαιτούνται για την επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής οικονομίας μετά την πανδημία, (ενώ ο προϋπολογισμός είναι πάγια λειτουργική διαδικασία της ΕΕ και φυσικά καθόλου δεν αφορά σε χειρισμούς έκτακτης ανάγκης, ούτε σε άμεση και χωρίς όρους μεταφορά πόρων από τις πλούσιες χώρες-μέλη προς τις φτωχότερες, που θα έλυνε σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα), αντί της κατανόησης των έκτακτων συνθηκών  που παράγουν οι κρίσεις για να ληφθούν ανάλογα με τις περιστάσεις μέτρα, οδηγεί σε επαλήθευση του πολιτικού αδιεξόδου όπου έχει αχθεί σήμερα η ΕΕ.

Η σημερινή πραγματικότητα τείνει να καταστήσει το ενιαίο νόμισμα, από βασικό -αν όχι το μόνο- εργαλείο προαγωγής της ενοποίησης, σε κατάρα επαπειλούμενης ρευστοποίησης της Ένωσης. Και, φυσικά, η ανάγκη επανεμπλουτισμού της ευρωπαϊκής πολιτικής συνεκτικής ταυτότητας, περνάει μέσα από την αναθεώρηση των ξεπερασμένων και διχαστικών εκ του αποτελέσματος ευρωπαϊκών συνθηκών, σε μια επανιδρυτική και αναγεννητική νέα πολιτική συμφωνία για την ΕΕ, που σήμερα πια είναι περισσότερο ζητούμενη παρά ποτέ στην ιστορία της.  

Όμως, έως ότου γίνει αυτό, και αν γίνει, υπό τέτοιες πολιτικές συνθήκες για τις χώρες-μέλη που βιώνουν την εσωτερική αντίφαση του ευρωπαϊκού ενοποιητικού σκοπού, όπως τον περιέγραψα, δεν απομένουν, παρά δύο δρόμοι:

-          ο δρόμος της αποχώρησης, αν μια χώρα-μέλος είναι ισχυρή και εκτιμά ότι θα μπορέσει να πορευτεί μόνη στην παγκοσμιοποίηση, όπως είναι η περίπτωση της Βρετανίας και του Brexit, και

-          ο δρόμος της προτεκτορατοποίησης, όπως είναι η δεκαετής περίπτωση της Ελλάδας.

Ωστόσο, για όλ’ αυτά, ως συζήτηση περί πολιτικής, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι δεν «φταίει η Γερμανία», όπως διατείνεται ο συρμός, αλλά η ευρύτερη ευρωπαϊκή πολιτική συντηρητική παράταξη και οι συνοδοιπόροι της! Και αυτή η διαπίστωση, πρέπει να συμπληρωθεί  από τη διάγνωση ότι αντικειμενική στήριξη στη διαμόρφωση του σκηνικού πολιτικού αδιεξόδου στην ΕΕ προσέφερε η ακροδεξιά και ο ευρωσκεπτικισμός ως εφαρμοσμένη πολιτική. Δεν θεωρώ τυχαίο, ούτε σύμπτωση, ότι σχεδόν στο σύνολό τους οι ευρωσκεπτικιστικές δυνάμεις στις χώρες-μέλη, είτε συμπαρατάσσονται σήμερα με τα κόμματα της παραδοσιακής συντηρητικής παράταξης της Ευρώπης, είτε συνεργάζονται.     

Εδώ, αποτυπώνεται και η ανάγκη εσωτερικής πολιτικής στροφής στην ΕΕ, με την «ώρα της αριστεράς» να επιτελέσει τον πολιτικό ιστορικό ρόλο της, να έχει ωριμάσει πλήρως. Και τούτο, διότι κοινωνικό κράτος, εξισορρόπηση οικονομικού χάσματος με μεταφορά πόρων προς τις αδύναμες χώρες, ρόλος διεθνούς παράγοντα εκλογίκευσης της παγκοσμιοποίησης και παραγωγικής διόρθωσης του κεφαλαιοκρατικού και καταναλωτικού μοντέλου, καθώς και ενσωμάτωσης των πολιτισμικών στοιχείων στο τεχνολογικό άρμα της ψηφιακής διακυβέρνησης μόνο από την αριστερά μπορούν να παραχθούν. Και ποτέ από την συντηρητική πολιτική παράταξη!  

Μιλώντας λίγο περισσότερο για την Ελλάδα (που για συμβολικούς και πρακτικούς λόγους αποδείχτηκε τα τελευταία χρόνια ότι ο ρόλος της βαραίνει περισσότερο απ’ όσο της αναγνωρίζεται στη διεργασία ευρωπαϊκής ενοποίησης –και πιθανότατα αυτό θα συνεχίσει να επιβεβαιώνεται, όπως δείχνουν οι εξελίξεις στην ανατολική Μεσόγειο), πρέπει να γίνει μια αναφορά στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α..  

Η κατανόηση όλων των στοιχείων που περιέγραψα ως εδώ για την ΕΕ και την πολιτική πτυχή της υπόθεσης, προϋποθέτει να κατανοήσουμε ότι αυτή η προβληματική αφορά σε αλλαγές βάθους χρόνου και όχι σε τρέχουσα πολιτική. Έτσι, χρειάζεται να κατανοηθεί και ο «πειραματικός» πολιτικός ρόλος της διακυβέρνησης Τσίπρα 2015-2019.

Με τον ίδιο τρόπο χρειάζεται και μια επικαιρική αποστασιοποίηση από τον «εκλογικό μαραθώνιο» της επόμενης δεκαετίας σ’ όλη την Ευρώπη, από τον οποίο εν πολλοίς θα κριθεί το στοίχημα της προοδευτικής πολιτικής στροφής που χρειάζεται η ΕΕ, για να αποφύγει την ανοξαιμία της σημερινής πολιτικής ασφυξίας της. Το σχέδιο προώθησης μιας νέας πολιτικής συμφωνίας για την ΕΕ, δεν είναι υπόθεση ενός ομαλού διακυβερνητικού κύκλου, αλλά σοβαρή διατάραξη της σήμερον ισχύουσας ευρωπαϊκής κανονικότητας, όπως στην Ελλάδα σήμερα την εκπροσωπεί ο νεο-μητσοτακισμός.

_________________________________________

(*) Σχετικά με τα οικονομικά της επανεκκίνησης μετά την πανδημία, δείτε εδώ: 

  1.   http://www.molyvi.com/424087502/6896649/posting/%CE%B5%CE%B5-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CE%AE%CF%84%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82,

και εδώ,

  1. http://www.molyvi.com/420747112/6894889/posting/%CE%B7-%CF%83%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B7-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B5%CE%B5

 

 

 

21 Απρ. 2020

Η επιβολή της εκτροπής

και η εκτροπή της επιβολής

Όταν πριν από 53 χρόνια ο στρατός υπό την καθοδήγηση μιας θλιβερής ομάδας πρακτορευμένων βαθμοφόρων μεσαίου επιπέδου κατέλυσε τη δημοκρατία, το ίδιο το πολίτευμα ήταν το ουσιώδες πολιτικό διακύβευμα της εποχής. Η ελληνική δημοκρατία, ατελής και ήδη υπό αμφισβήτηση -σχετικά με πόση και ποιά θα έπρεπε να είναι- υπό την απειλή των όπλων και μετά τα μεγάλα δημοκρατικά ξεσπάσματα του 1-1-4 κατά της δεξιάς και του παλατιού, θεωρήθηκε επικίνδυνη. Τόσο ώστε η αποκαθήλωση της να προβληθεί και να επιχειρηθεί ως αναγκαίο βήμα πολιτικής εξυγίανσης της Ελλάδας.

Η ανεπάρκεια των δημοκρατικών κομμάτων, του κέντρου και της αριστεράς, στην προσπάθεια να αντιμετωπίσουν την εκτροπή, παρ ό,τι αυτή είχε ανοιχτά προαναγγελθεί, εκφράζει την οριακής αποτελεσματικότητας πολιτική ταυτότητα της προοδευτικής παράταξης εκείνα τα χρόνια. Δηλαδή, μια πολιτική δύναμη, που αν και πλειοψηφική (όπως είχε αποδειχτεί στις εκλογές που είχαν προηγηθεί) αδυνατούσε να υπηρετήσει τον ίδιο τον σκοπό της: να εξασφαλίσει τη δημοκρατία και να την εγγυηθεί!

Οι συνέπειες της χούντας για την Ελλάδα είναι γνωστές! Από την ανακοπή της φυσιολογικής σ’ όλη τη δύση πολιτειακής εξέλιξης προς ωριμότερες δημοκρατίες, ως τη διεθνή απομόνωση όταν ολόκληρος ο πλανήτης άλλαζε, και την τραγωδία του Κυπριακού, η εκτροπή του 1967 είχε βαρύτατο κόστος. Περισσότερο απ’ όλα, όμως, εκείνο που επλήγη ήταν η ομαλότητα, ως το δεδομένο και αδιαπραγμάτευτο εκείνο πολιτικό πλαίσιο, εντός του οποίου η χώρα και οι πολίτες της πορεύονται στον ιστορικό χρόνο. Η διατάραξη αυτής της ομαλότητας από ένα πραξικόπημα, είναι σε κάθε περίπτωση απόδειξη της αδυναμίας να υπηρετηθεί ο δημοκρατικός αυτοσκοπός. Η ίδια η υπό εποπτεία και βήμα-βήμα αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974, υπό το απολύτως ενδεικτικό δίλημμα «Καραμανλής ή τανκς», αποδεικνύει ότι η «απειλή των όπλων» δεν ήταν ένας εξοβελισμένος και εκτοπισμένος πολιτικός παράγων, που δεν επηρέασε τις εξελίξεις. Το ενδεχόμενο μιας νέας εκτροπής -αν κρινόταν απαραίτητο- ήταν παρόν στις τότε εξελίξεις και επηρέασε και τη μεταδικτατορική δημοκρατία μας. Κι όσο και αν η αποκατάσταση της δημοκρατίας ήταν ένα εγχείρημα καθόλου διασφαλισμένο (και υπ’ αυτήν την οπτική είναι σημαντικό επίτευγμα του Κ. Καραμανλή ότι πέτυχε να την σταθεροποιήσει), σήμερα θεωρούμε τη δημοκρατία δεδομένη και απρόσβλητη από τυχόν απόπειρες ανατροπής της.

Ωστόσο, αν παρατηρήσει κανένας πέρα από τα κλισέ θα διαπιστώσει ότι σήμερα είναι η πρώτη φορά μετά την επταετή εκτροπή, που ισχύει στην Ελλάδα απαγόρευση κυκλοφορίας και επιτρέπονται μόνον ελεγχόμενες μετακινήσεις.

Παρ’ ό,τι σήμερα λόγος της απαγόρευσης είναι η πανδημία και προβαλλόμενος σκοπός της είναι η προστασία της δημόσιας Υγείας, οι επιπτώσεις για τη δημοκρατία δεν είναι αμελητέες. Μάλιστα (και όχι πια στην Ελλάδα και κατ’ εξαίρεση, όπως συνέβη με το πραξικόπημα των συνταγματαρχών), σε παγκόσμια κλίμακα διαμορφώνεται και ενδυναμώνεται ένας έντονος προβληματισμός σχετικά με τις συνέπειες εποπτείας των απαγορεύσεων ελεύθερης μετακίνησης των πολιτών, υπό τα τεχνικά και τεχνολογικά μέσα που διαθέτουν τα σύγχρονα κράτη.

Ο προβληματισμός αυτός δεν αφορά απλά στην ανησυχία ότι είναι επικίνδυνη και αντιδημοκρατική η εποπτεία και οι περιορισμοί της ατομικής ελευθερίας του κάθε πολίτη, ανεξάρτητα από τον λόγο που επιστρατεύτηκε για να δικαιολογηθούν αυτοί οι καταναγκασμοί. Ο προβληματισμός εκτείνεται -και ορθώς- και σε πεδία που αναζητούν τυχόν καταχρηστικές επικλήσεις του λόγου ανωτέρας βίας (της πανδημίας εν προκειμένω), για να εφαρμόζονται μέσα άτυπης άρσης της δημοκρατίας. Κι ακόμη περισσότερο, ο ίδιος προβληματισμός -ορθώς και πάλι- αγωνιά για το ενδεχόμενο (που δεν μοιάζει πια και τόσο μυθιστορηματικής έμπνευσης) ότι οργανωμένα και σχεδιασμένα, σημερινές πολιτικές δυνάμεις -που υπό τις λογικές αναλογίες της διαφοράς εποχής, ανήκουν στην ίδια παράταξη που έφερε και ανέχτηκε τη δικτατορία- δεν θα έλεγαν όχι σε μια δημοκρατική εκτροπή στις μέρες μας. Με τί πρόσχημα, θα το έκαναν; Θα το έβρισκαν στον δρόμο αυτό! Τέλος, πάντα στο πλαίσιο του ίδιου προβληματισμού, εξετάζεται η πιθανότητα αυτού του τύπου οι περιορισμοί των δημοκρατικών δικαιωμάτων, να παγιωθούν διηνεκώς στο πολιτικό οπλοστάσιο των δυνάμεων της συντήρησης και να ανακαλούνται προς επανεφαρμογή των απαγορεύσεων, όποτε η άρχουσα πολιτική παράταξη (δηλαδή οι σημερινές ελίτ) αισθάνεται ότι απειλείται από τους αντιπάλους της.

Μ’ άλλα λόγια, τέτοιου τύπου απαγορεύσεις, ανάλογα με τις συγκυρίες και πάντα υπό την επίκληση μιας έκτακτης ανάγκης -πάντα θα βρίσκεται κάτι τέτοιο για να δικαιολογεί τέτοιες αποφάσεις- παράγουν τη βάσιμη υποψία ότι τεχνηέντως πλασάρεται η άποψη ότι εκτροπές αυτού του τύπου θα είναι πλέον μέρος του δημοκρατικού συστήματος (ενώ δεν είναι) και ολοένα και συχνότερα θα τις ζούμε από ‘δω και πέρα.

Οι υποψίες αυτές προσλαμβάνουν δραματικό τόνο, αν αναλογιστούμε τις ήδη επισυμβαίνουσες ολέθριες επιπτώσεις του προσχήματος μέτρων ένεκα της πανδημίας, σε βάρος της δημοκρατίας. Στην Ουγγαρία, φερ’ ειπείν, καταγράφεται σαφής δημοκρατική εκτροπή (συνεπώς και τα μέτρα που επιστρατεύτηκαν λόγω της ανωτέρας βίας-πανδημίας κρίνεται ότι υπηρετούν άλλους σκοπούς, πέραν της προστασίας της δημόσιας Υγείας). Και ίσως πιο απειλητικό κι από την ίδια την καθ’ αυτό δημοκρατική εκτροπή του Όρμπαν, είναι ότι τα ιδεολογικά όμορα κόμματα με το FIDESZ, τα κόμματα του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, αρκούνται σε προειδοποιήσεις και ανταλλαγές μηνυμάτων εδώ και χρόνια, ενώ η εκτροπή εξελίσσεται μπροστά στα μάτια τους. Εδώ, στην ΕΕ και κατά τον 21ο αιώνα!

Από την άλλη μεριά, πώς να μη ληφθεί υπ’ όψη το διακυβερνητικό παρελθόν του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη (μικρό αλλά πολιτικά πολύ ενδεικτικό), όταν προβάλλεται σήμερα από την κυβέρνησή του προς τους πολίτες η «αναγκαιότητα των  απαγορεύσεων»; Πριν την πανδημία και χωρίς την επίκλησή της δεν είχαν λάβει χώρα τα περιστατικά Ινδαρέ και της εισβολής σε νυχτερινό κέντρο, όπου οι θαμώνες υποχρεώθηκαν σε γονυπετή απόδειξη της υποταγής τους στην αστυνομική αυθαιρεσία; Πριν την πανδημία δεν ήταν, όταν εκδηλώθηκαν τα φαινόμενα νεποτισμού, σε τόση έκταση, μάλιστα, που μόνο με την περίοδο Σημίτη υπάρχει σύγκριση; Αλλά, και σήμερα, με τη διακυβέρνηση των ΠΝΠ, πάντα με την επίκληση της πανδημίας, δεν είναι που εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια μας αλλεπάλληλες αδιανόητες κυβερνητικές πρακτικές «αρπαχτής» στα δημόσια ταμεία, προς όφελος «ημετέρων». Και μάλιστα, σε περίοδο που έχει ανασταλεί η λειτουργία της Βουλής;

Ποιά είναι, τελικά, τα όρια της «έκτακτης ανάγκης»; Και -κυρίως- ποιός ελέγχει αν υπάρχει εδώ αυθαιρεσία και επ’ ευκαιρία εκτροπή; Μπορεί η ίδια η κυβέρνηση να εξασφαλίζει τον αναγκαίο δημοκρατικό έλεγχο, εποπτεύοντας τον εαυτό της; Και γιατί σ’ όλες τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες δεν ανιχνεύονται προβλήματα σαν αυτά που ανέφερα για την Ελλάδα του νεο-μητσοτακισμού;

Πρόκειται δηλαδή, για μια αντιστροφή των πολιτικών όρων του 1967. Τότε ζήσαμε την επιβολή μιας εκτροπής από τη δημοκρατία. Σήμερα ζούμε την εκτροπή μιας επιβολής σε βάρος της δημοκρατίας!

Κάτι τελευταίο! Όσο αδύναμες αποδείχτηκαν το 1967 οι παρατάξεις του κέντρου και της αριστεράς, δηλαδή οι προοδευτικές δυνάμεις της εποχής, να αποτρέψουν την εκτροπή της δικτατορίας των συνταγματαρχών, τόσο αδύναμες παρουσιάζονται και οι σημερινές προοδευτικές δυνάμεις να αποτρέψουν την επιβολή του νεο-μητσοτακισμού.

Το ΚΙΝΑΛ, όσο τμήμα του απέμεινε να λογίζεται στη  προοδευτική παράταξη, πελαγοδρομεί στον αντι-συριζικό αυτοσκοπό, ενώ  η δημοκρατία πλήττεται βάναυσα. Η αντίδραση του ΚΙΝΑΛ στις αντιδημοκρατικές πρακτικές του Κυριάκου Μητσοτάκη, θυμίζει την αντίδραση του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (όπου μέλος και η ΝΔ) απέναντι στον Όρμπαν.

Το ΚΚΕ αδυνατεί πλήρως να μετασχηματίσει την όποια μικρή πολιτική επιρροή διαθέτει, σε αθροιστική ισχύ της οπωσδήποτε νοούμενης στην Ελλάδα σημερινής προοδευτικής πολιτικής παράταξης.

Και -κυρίως- ο ΣΥΡΙΖΑ  δείχνει ανεπίτρεπτες ανοχές στις εφιαλτικές εκτροπές και τον ενδυναμωμένο νεποτισμό της πανδημίας. Λίγο ενδιαφέρει, αν έχει τα μέσα, επικοινωνιακά και άλλα, για να επιτελέσει αξιόμαχα τον ρόλο του δημοκρατικού πόλου, που θα υπερασπιστεί τη δημοκρατία από τις τυχόν επιβουλές σε βάρος της. Η αναποτελεσματικότητα του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης (εν είδει παρά φύσει συμπολίτευσης, θά ‘λεγε κανένας) μετράει εδώ! Η αριστερά, οφείλει να βρίσκει λύσεις ακόμη κι εκεί που φαίνεται ότι δεν υπάρχουν…  

 

 

 

 

18 Απρ. 2020

Η πανδημία και οι πολιτικές αήθειες

"...Στην πολιτική ουσία τίποτε άλλο δεν ανιχνεύεται από μια αδιανόητη αήθεια πολιτικών ελίτ, που δεν διστάζουν να αλλάζουν στάση με χαμαιλεόντεια προσαρμοστικότητα, εγκαταλείποντας με εξαιρετική άνεση όσα δήλωναν ως σήμερα ως κεντρική προτεραιότητά τους.

Αλλά εδώ δεν χωράνε δύο διαφορετικές οπτικές! Είτε είναι -όπως ήταν ως τώρα- πρώτη μέριμνα η διαφύλαξη της Υγείας των πολιτών απέναντι στην πανδημία, και η οικονομία οφείλει να υπακούει  ανεξαρτήτως συνεπειών σ’ αυτή την επιλογή, είτε η οικονομία προηγείται! Μέση οδός δεν είναι νοητή σ’ αυτή την περίπτωση..."

(Όλο το κείμενο εδώ: http://www.molyvi.com/420747112/6898273/posting/%CE%B7-%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF%CE%B9-%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CE%B1%CE%AE%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%82)

 

 

12 Απρ. 2020

Eurogroup: Η γελοιοποίηση

της ευρωπαϊκής ενοποίησης

Ενώ η Γηραιά στενάζει κάτω από το δράμα της πανδημίας (που, δυστυχώς, αποκάλυψε με τον πιο τραγικό τρόπο τις συνέπειες της συνειδητής απαξίωσης του κοινωνικού κράτους από τον ευρωπαϊκό νεοφιλελευθερισμό), η ΕΕ μοιάζει να οδεύει αμετανόητη στη θλιβερή αυτοαναιρετική επιβεβαίωση ακόμη και των πιο δυσοίωνων ευρωσκεπτικιστικών προβλέψεων για το μέλλον της. Και μαζί, το μέλλον όλων μας, όλων όσοι με την απόπειρα ευρωπαϊκής ενοποίησης πιστέψαμε (κι ακόμη πιστεύουμε) ότι εδώ θα επισυνέβαινε η οικοδόμηση μιας νησίδας δημοκρατίας, προόδου, ευημερίας και πολιτισμού, που θα έδειχνε έναν άλλο καλύτερο δρόμο στην ανθρωπότητα.

Ίσως το λάθος όσων πιστέψαμε σ’ αυτά είναι δικό μας! Ίσως επενδύσαμε σε μια φρούδα ελπίδα ότι εδώ, στην Ευρώπη, θα συνέτρεχαν οι πολιτικές και πολιτισμικές προϋποθέσεις ώστε να φαινόταν εδώ η υπέροχη διαφορά, παραβλέποντας το αποικιοκρατικό και βάρβαρο πρόσωπο του παρελθόντος -πρόσφατου και παλιότερου- των χωρών-ηγετών της περισσότερο αιματοβαμμένης ηπείρου. Βεβαίως, έχουμε και τα ελαφρυντικά μας γιατί δείξαμε τόση ανυπόκριτη εμπιστοσύνη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση: Ήμασταν πεισμένοι ότι τα δεκάδες εκατομμύρια θύματα των δύο πολέμων, θα δίδασκαν τη σημερινή ευρωπαϊκή ηγεσία! Κι ακόμη, είμαστε μάχιμοι στην προσπάθεια αυτή ως πολίτες, έστω και την τελευταία στιγμή αυτά να καταστούν οι αρχές της επόμενης φάσης και η ευρωπαϊκή συνεκτική πορεία προς το μέλλον να είναι δρόμος δικαίωσης προσδοκιών και ανταπόκρισης στην ανάγκη να αλλάξουμε τον κόσμο.

Όλ’ αυτά κρίνονται μέσα σε λίγους μήνες, ως συνέπεια της απρόσμενης δραματικής επιτάχυνσης των μεγάλων διλημμάτων που προκαλεί η πανδημία, και που φαίνεται να μην έχουμε πια άλλον χρόνο να αποφύγουμε τις απαντήσεις που χρωστάμε στην ιστορία.

Και η προχθεσινή απόφαση του eurogroup, είναι μια κρίσιμη στιγμή γι’ αυτά που κρίνονται.

Αν αναζητούσε κανένας το καίριο πολιτικό σημείο της απόφασης του eurogroup, νομίζω πως θα το ανακάλυπτε ακριβώς στη μεγάλη αντίφαση της ικανοποίησης που εξέφρασαν όσοι πήραν μέρος σ’ αυτό, δηλαδή όλοι οι υπουργοί Οικονομικών της ευρωζώνης, από τη μία, και την έκδηλη απογοήτευση (ή την αδιαφορία) όλων των ευρωπαίων πολιτών, από την άλλη. Αμφιβάλλω αν έχω ξανασυναντήσει ποτέ στην πολιτική ζωή μου τόση απόσταση ηγεσίας από τους πληθυσμούς. Απόσταση πολύπλευρη: από εκείνην της διαφοράς πρόσληψης της αντιλαμβανόμενης πραγματικότητας ανάμεσα στις ελίτ και τη βάση, ως το χάσμα ανάμεσα στον εξουσιαστή και εξουσιαζόμενο.

Σε απτή πολιτική βάση, όμως, διακρίνω 4 κύρια σημεία στην απόφαση του eurogroup, τα οποία δυστυχώς θα επιβεβαιωθούν (αν δεν αλλάξει δραματικά κάτι ως τότε –πράγμα απίθανο) και στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ στις 24 Απριλίου:

1ο σημείο: Είναι μια απόφαση αντικανονική και αντιβαίνουσα τόσο στις αρμοδιότητες του eurogroup όσο και στη συνολική δομή συγκρότησης της ΕΕ! Γιατί; Διότι, είναι μια απόφαση εκουσίως δεσμευτική για όλες τις χώρες-μέλη από ένα όργανο οικονομικής πολιτικής της ΕΕ, ενώ το αποτέλεσμα της απόφασης αυτής αφορά στην υγειονομική αντίδραση μας στο μέγα θέμα της πανδημίας.       

Κι εδώ τα προβλήματα και τα ερωτήματα είναι πολλά! Κατ’ αρχάς, είναι αδιανόητο το συμβολικό βάρος μιας συνεργασίας κρατών η οποία λαμβάνει αποφάσεις για την πανδημία, με οικονομικούς όρους. Φυσικά και υπάρχει οικονομική πτυχή στην προσπάθεια να αναχαιτίσουμε το κακό. Όμως, αυτή η πτυχή (όφειλε να) είναι η δευτερεύουσα. Και ακριβώς επειδή είναι δευτερεύουσα, αποφασίστηκε από όλες τις χώρες η αναστολή του μεγαλύτερου μέρους των λειτουργιών της οικονομίας, για να προστατευτεί ο πληθυσμός. Και για τον ίδιο ακριβώς λόγο απορρίφτηκε η μέθοδος λεγομένη «ανοσία της αγέλης, που αρχικά πήγε να δοκιμαστεί ως βασική αντίδραση της Ευρώπης στην πανδημία από ανεύθυνες πολιτικές ηγεσίες και ευτυχώς μόνο σε  λίγες χώρες τελικά υιοθετήθηκε.

Όμως, κατόπιν όσων ανέφερα πριν, τί ήταν τελικά το προχθεσινό eurogroup; Ήταν ένα όργανο της ΕΕ που εκλήθη να λάβει αποφάσεις για την υγειονομική κρίση λόγω κορωναϊού; Αν ναι, με τί κριτήρια απεφάνθη ότι αυτό που αποφάσισε αρκεί; Μήπως κατά τη διάρκεια της τηλεδιάσκεψης των υπουργών Οικονομικών, κάποιο άλλο αρμόδιο όργανο της ΕΕ ενημέρωσε για την «οικονομία της Υγείας» στις σημερινές κρίσιμες συνθήκες; Όχι! Υπουργοί Οικονομικών αποφάσισαν για την …υγεία όλων  μας! Δεν το λες και «αλληλεγγύη»!…           

Κι από την αντίθετη μεριά, όμως: Το ίδιο eurogroup -και ορθά- συγκλήθηκε με ατζέντα τα προβλήματα της ευρωπαϊκής οικονομίας λόγω της αναστολής λειτουργιών της, ώστε να αντιμετωπιστεί η επέλαση του κορωναϊού. Γι’ αυτό, άλλωστε, οι ηγεσίες 9 χωρών-μελών στο ψηλότερο επίπεδο έθεσαν θέμα έκδοσης ευρω-ομολόγου , ως ένα βήμα χειρισμού των συνεπειών της πανδημίας στην οικονομία. Αν ατζέντα του eurogroup ήταν αποφάσεις για τα ζητήματα του τομέα της Υγείας, οι 9 πρόεδροι και πρωθυπουργοί των χωρών-μελών που με επιστολή τους ζητούσαν το ευρω-ομόλογο, ήταν ηλίθιοι; Όχι, φυσικά! Στο αρμόδιο όργανο της ΕΕ απευθύνθηκαν και η απάντηση που έλαβαν δεν ήταν για το θέμα για το οποίο συγκλήθηκε το αρμόδιο όργανο της ευρωζώνης για την οικονομία (δηλαδή, το πώς θα αντιμετωπιστεί η οικονομική κρίση λόγω της πανδημίας), αλλά μια απόφαση για τον τρόπο χρηματοδότησης ενός μέρους της δαπάνης για την αντιμετώπιση της υγιειονομικής κρίσης. Διερωτώμαι: Ποιό είναι το θετικό στοιχείο που διέκρινε ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών, εκφράζοντας μετά το eurogroup την ικανοποίησή του για την απόφαση; Μήπως παρασχέθηκαν ικανοποιητικές εξηγήσεις από το eurοgroup προς τον Έλληνα πρωθυπουργό (και τους άλλους 8 πρωθυπουργούς και προέδρους  άλλων χωρών-μελών) για την απόρριψη του ευρω-ομολόγου ή την αντικατάστασή του με κάποιο άλλο ισοδύναμο μέτρο; Όχι, βέβαια! Δεν αντιλαμβάνεται ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών ότι να υποτιμάται τόσο κατάφωρα η Ελλάδα (και οι άλλες 8 χώρες-μέλη) κι εκείνος να εκφράζει «ικανοποίηση», είναι σαν να μας φτύνουν κι αυτός να λέει ότι ψιχαλίζει; Και δεν είναι βάρβαρη υποτίμηση της νοημοσύνης των Ελλήνων πολιτών αυτή η έκφραση «ικανοποίησης»;      

2ο σημείο: Η απόφαση του eurogroup είναι και οικονομικά αυτο-αναιρετική, και αντίκειται σε προηγηθείσα απόφαση της ευρωζώνης να άρει (με ρήτρα προσωρινότητας και λόγω της πανδημίας) την υποχρέωση των χωρών-μελών να τηρούν τους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας του Συμφώνου Σταθερότητας. Και η επιλογή (προσωρινής) άρσης αυτής της υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας ελήφθη για να υποστηριχτεί η πληττόμενη οικονομία της ευρωζώνης και για να διευκολυνθούν οι χώρες-μέλη να δαπανούν για την αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης, χωρίς να επικρέμεται η δαμόκλειος σπάθη των ελλειμμάτων.

Όμως, στο eurogroup αυτό που αποφασίστηκε ήταν δανεισμός από τον ESM για την κάλυψη δαπανών των χωρών-μελών στον τομέα της Υγείας, …αλλά αν τυχόν οι δαπάνες διαπιστωθεί ότι δεν πήγαν στην υγεία αλλά στην αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης στην οικονομία, τότε ενεργοποιούνται οι μνημονιακού τύπου διαδικασίες εποπτείας τύπου ECCL, που θεσπίστηκαν για να ελέγχεται η δημοσιονομική πειθαρχία στο Συμφώνου Σταθερότητας! Σχιζοφρενής ανεπάρκεια οργάνων της ΕΕ, που φάσκουν και αντιφάσκουν, εμπαίζοντας τις χώρες-μέλη, τους ευρωπαίους πολίτες και τις ίδιες τις κοινωνίες στο σύνολό τους. Τελικά ισχύει η άρση της υποχρέωσης τήρησης κανόνων δημοσιονομικής πειθαρχίας στην ΕΕ λόγω της πανδημίας, ναι ή όχι; Και το «δούλεμα» των πολιτών από τις ηγεσίες, έχει κάποια όρια, τέλος πάντων!!! Και η σύνοδος κορυφής της ΕΕ, ως η πολιτική ηγεσία της Ένωσης, έχει την ελάχιστη υποχρέωση στις 24 Απριλίου να επανορθώσει αυτές τις επικίνδυνες ανοησίες, …ή απλά να ομολογήσει ότι είναι η ίδια που τις δρομολόγησε και τις νομιμοποιεί!               

3ο σημείο: Η απόφαση του eurogroup πάσχει σοβαρά και από πλευράς οικονομολογικής! Διότι, τελικά, όπως εξήγησα, είναι μια απόφαση που ενώ προώρισται να αφορά στην οικονομία και τα μεγάλα προβλήματά της αυτήν την εποχή, ήρθε για να μας πει πως θα χρηματοδοτηθεί ένα μέρος της δαπάνης για την  υγειονομική κρίση! Τη στιγμή που όλες οι υπόλοιπες χώρες της υφηλίου λαμβάνουν μέτρα παραχώρησης αφειδούς ρευστότητας στις οικονομίες τους! Ήδη, η ΕΕ και η ευρωζώνη βρίσκονται ένα βήμα πιο πίσω από τις υπόλοιπες οικονομίες του πλανήτη και το γεγονός ότι το ευρώ είναι το σκληρότερο νόμισμα της εποχής αναμφίβολα θα επιτείνει τα προβλήματα.

4ο σημείο: Η απόφαση του eurogroup είναι και στο πολιτικό επίπεδο απρόσφορη, αφού αντί να συμβάλλει στη διεργασία αποδόμησης του ευρωπαϊκού ενοποιητικού σκοπού, που με το Brexit προσέλαβε δραματικό χαρακτήρα, την επιτείνει.

Είναι όλ’ αυτά λόγοι για να εκφράζουν πολιτικές ηγεσίες στην Ευρώπη την ικανοποίησή τους; Ή είναι λόγοι για να εκφράζεται βαθύτατος προβληματισμός για τη συνέχεια;

Ο καθένας μας μπορεί να κρίνει!