Μολυβάκι

2 Σεπ. 2022

To άγος να πιστεύεις

ότι εσύ «είσαι» η Ελλάδα

(B΄ μέρος: Tα κίνητρα

όσων ανέχονται τις παρακολουθήσεις)

Σ' ένα σκηνικό όπως περιγράφτηκε στο Α΄ μέρος τούτου του κειμένου (αλλά και όπως ανεξαιρέτως όλοι οι έλληνες πια αντιλαμβάνονται πλήρως) αποκτά νομίζω μεγάλη σημασία να προσπαθήσει κανένας να ανιχνεύσει από ποιά κίνητρα εμφορούνται όσοι συμπολίτες μας ανέχονται ή ακόμη και υποστηρίζουν ένα πολιτικό πρόσωπο και μια ολόκληρη παράταξη που καθ’ ομολογία τους έχουν πραγματοποιήσει τις παρακολουθήσεις πολιτικών και δημοσιογράφων από κρατικές υπηρεσίες υπό τον άμεσο έλεγχο του πρωθυπουργού και κανενός άλλου. Σ’ έναν δημόσιο βίο που -όπως συμβαίνει σήμερα στην χώρα μας- παραβιάζονται ανοιχτά από την κορυφή του κομματικού και πολιτικού μας συστήματος, ως «βαθέος κατεστημένου», θεμελιώδη δικαιώματα της πολιτικής τάξης και των δημοσιογράφων, πώς μπορεί κάποιος να ανέχεται αυτό το άγος; Και η αποδεδειγμένα εμπεδωμένη διεθνώς εντύπωση ότι η χώρα μας είναι μια χώρα παρίας των δημοκρατικών ιδεωδών του δυτικού πολιτικο-οικονομικού μοντέλου, πώς είναι δυνατό να γίνεται ανεκτή κι ακόμη και να υποθάλπεται από την ατομική στάση ικανής μερίδας πολιτών απέναντι σ’ αυτό άκρως προσβλητικό για την Ελλάδα και τους πολίτες της σκηνικό;

Πριν απαντηθεί αυτό το δισκελές ρητορικό ερώτημα πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι απαράδεκτες παρακολουθήσεις δεν έπεσαν ως κεραυνός εν αιθρία. Ούτε πρόεκυψαν ως ασυνήθης και μη αναμενόμενη στάση της πολιτείας απεναντι στους πολίτες της. Αντίθετα, έχουν προηγηθεί πληθώρα περιστατικών λίαν αποκαλυπτικών του ότι η παρούσα κυβέρνηση και η ηγεσία της τρέφουν εχθρικά αισθήματα απέναντι στη δέσμη ατομικών δικαιωμάτων που συνιστούν τον πυρήνα του ίδιου του δυτικού δημοκρατικού-οικονομικού μοντέλου -πράγμα που σημαίνει ότι αν αυτά τα δικαιώματα καμφθούν με το οποιοδήποτε πρόσχημα, κλονίζεται και η ίδια η δημοκρατική δομή του πολιτεύματος και κινούμαστε προς καθεστωτικού τύπου συστήματα διακυβέρνησης με νότες ολοκληρωτισμού στο ιδεολογικο-πολιτικό DNA τους. Ο ξυλοδαρμός Ινδαρρέ από αστυνομικούς μέσα στο σπίτι του, ο τραμπούκος αστυνομικός που ξυλοφόρτωσε συμπολίτη μας μέρα μεσημέρι μπροστά στα μάτια οικογενειών που έκαναν τη βόλτα τους κυριακάτικα σε μια πλατεία, τα ξεγυμνώματα πολιτών από ΜΑΤατζήδες εν αγορά πλήθουσα, είναι λίγα, ελάχιστα, παραδείγματα μόνον της συστηματικής εκτροπής των κρατικών οργάνων ασφαλείας από την άκαμπτη υποχρέωσή τους να είναι εκείνα που εγγυώνται αυτά τα ατομικά δικαιώματα και όχι να καθίστανται τα όργανα αυτά οι αυτουργοί βάναυσης παραβίασής τους.

Όταν, λοιπόν, αυτές οι παραβιάσεις θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών καταπατώνται συστηματικά και οι κυβερνώντες αντί να μεριμνήσουν για την πάταξή τους, αντίθετα, τα ευλογούν και τα αιτιολογούν ως απαραίτητες πρακτικές για τη διατήρηση της «τάξης», σε τί διαφέρουν αυτοί οι κυβερνώντες από ένα ολοκληρωτικό καθεστώς βίας σε βάρος των πολιτών του; Την ίδια ώρα, η ανοχή και η υποστήριξη ευρείας μάζας πολιτών, οπαδών του συγκεκριμένου κυβερνητικού μορφώματος-μπλοκ εξουσίας, απέναντι σ’ αυτά τα δημοκρατικά μη αποδεκτά φαινόμενα, τί άλλο μπορεί να προοιωνίζεται για τον δημόσιο χώρο στην Ελλάδα, αν όχι μια δυνάμει νομιμοποίηση αντιδημοκρατικών πρακτικών; Κυρίως, όμως, η συστηματοποίηση της αντιδημοκρατικής καθημερινότητας για τον μέσο έλληνα, σε τί άλλο θα μπορούσε να λειαίνει το έδαφος για την υιοθέτηση από την ίδια κυβέρνηση-καθεστώς, αν όχι σε μια γενίκευση της πρακτικής παραβιάσεων θεμελιωδών δικαιωμάτων ακόμη και για τους συνταγματικά αυξημένης μέριμνας για την προστασία τους πολιτικούς αντιπάλους του ίδιου καθεστώτος-κυβερνήτη-κόμματος;   

Άρα, εδώ δεν είναι μια στιγμιαία εκτροπή (ανάλογης προκλητικής επιείκιας, με την οποία αντιμετωπίστηκαν από τα ελληνικά δικαστήρια οι χουντικοί βιαστές της δημοκρατίας της επταεούς δικτατορίας), αλλά μια ριζωμένη αντίληψη στο πώς ο Κυριάκος Μητσοτάκης και οι συν αυτώ αντιλαμβάνονται την άσκηση της εξουσίας από τους ίδιους και τα κρατικά (και μη κρατικά, όρα εξαγορασμένα μέσα ενημέρωσης αλά «λίστα Πέτσα») όργανά τους, και υπό την εξ ίσου προκλητική υπόθαλψη των πολιτικών οπαδών τους. Δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηριζόταν εδώ ότι οι παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων της αντιπολίτευσης και δημοσιογράφων από κρατικές υπηρεσίες υπό τον αποκλειστικό και άμεσο έλεγχο του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, είναι φυσική συνέπεια και συνέχεια των ξυλοδαρμών Ινδαρρέ και των άλλων πολλών τέτοιων περιστατικών.

Όπως θα μπορούσε βασιμότατα να υποστηριχτεί στο σημείο αυτό ότι και οι ανοχές και υποστηρίξεις ως ατομική σταση των οπαδών του νεο-μητσοτακισμού σε εδώ και τρία χρόνια τώρα βάναυσες παραβιάσεις των ατομικών δικαιωμάτων των ελλήνων πολιτών, αντικειμενικά συνέβαλαν (αν δεν υπήρξαν το αιτιώδες προπαιτούμενο) στην γενίκευση της πρακτικής καυγαλέων παραβιάσεων γενικά των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών και των πολιτικών αντιπάλων του Κυριάκου Μητσοτάκη καθώς και δημοσιογράφων.            

Έτσι, ποιά είναι άραγε τα κίνητρα όσων ως ατομική στάση ενός πολίτη συνεχίζουν να υποθάλπουν τις δημοκρατικά αηθέστατες και απολύτως αποριπτέες παρακολουθήσεις του πρωθυπουργού και των υπ’ αυτόν κρατικών οργάνων;

Διακρίνω 4 και μόνο κατηγορίες κινήτρων -αν και μάλλον για προσχήματα πρόκειται σε όσους επιμένουν να «βάζουν πλάτη» στον πρωθυπουργό των παρακολουθήσεων: 

- Κίνητρα ενδεδυμένα με την ανήκουστη δικαιολογία-θέση ότι οι παρακολουθήσεις έγιναν για λόγους εθνικού συμφέροντος (ίσως η πιο χαρακτηριστική περίπτωση πολιτών που πρεσβεύουν την φύσει αντιδημοκρατική στάση ότι μόνον εκείνοι και η «αποψάρα» τους για τα πράγματα και κανένας και τίποτα άλλο δεν «είναι» η σημερινή Ελλάδα),

- κίνητρα ταξικά, υπό την οπτική ότι στην περίπτωση αυτή κατισχύει παντός το απογυμνωμένο από άλλες αναφορές στενά οικονομικό εξατομικευμένο συμφέρον αυτών των πολιτών, προϊόν της συνήθους νοοτροπίας συστημάτων ενάσκησης εξουσίας επί των πολιτών, σύμφωνα με την οποία τα εξατομικευμένα συμφέροντα αυτής της κατηγορίας πολιτών συμπίπτουν απολύτως με τα συμφέροντα της χώρας,

- κίνητρα δομημένης νοοτροπίας περισσότερο παρά αμιγώς πολιτικού τύπου. Δηλαδή, πολίτες που τρέφουν την ψευδαίσθηση ότι λόγω της -κατά τα άλλα απολύτως αδικαιολόγητης και ατεκμηρίωτης- αίσθησης υπεροχής τους έναντι των συμπολιτών τους αποκλείεται να έκαναν λάθος ή να εξαπατήθηκαν από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και το μπλοκ εξουσίας που τον έφερε στην εξουσία,

- τέλος, κίνητρα αμιγώς παραταξιακής κοπής, δηλαδή σε συνθήκες ευνομούμενης δημοκρατίας απαράδεκτες πεποιθήσεις ότι η παράταξη που υποστηρίζουν όλοι αυτοί υποτίθεται για ιδεολογικούς αλλά και για λόγους αρχών, είναι ο πολιτικός χώρος που ταυτίζεται με το ιστορικό και πολιτισμικό αποτύπωμα της χώρας από καταβολής της και επομένως καμιά άλλη παράταξη δεν νομιμοποιείται έστω και να διεκδικεί να την κυβερνήσει.

Προφανώς ομιλούμε για πλέγματα εξατομικευμένων κινήτρων, που διατηρούν ψυχρές ή ακόμη και ανύπαρκτες σχέσεις με το δημοκρατικό κεκτημένο του δυτικού πολιτικού-οικονομικού μοντέλου.     

Στη συγκεκριμένη στιγμή (και ως πολιτική περίοδος -εξ αντικειμένου ένα διάλειμμα στη δημοκρατική ομαλότητα, που εδώ και 48 χρόνια από την πτώση της χούντας ποτέ άλλοτε δεν αμφισβητήθηκε τόσο άμεσα ως παγιωμένο πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης της Ελλάδας), είναι φανερό ότι αυτό που προηγείται κάθε άλλου ζητήματος είναι η ανάγκη να φύγει ο σημερινός συγκεκριμένος πρωθυπουργός-πρόσωπο, καθώς και η παράταξη υπό τους όρους που ο ίδιος εχει επιβάλλει στην λειτουργία της ως πολιτικού οργανισμού.

Υπ’ αυτή την παραδοχή  το πρωταρχικό πολιτικό αιτούμενο του σήμερα δεν είναι να λειτουργήσει ο υγιώς νοητός πολιτικός ανταγωνισμός μεταξύ κομμάτων, ώστε οι πολίτες όταν στηθούν οι κάλπες να επιλέξουν σε συνθηκες δημοκρατικής ομαλότητας να επιλέξουν την επόμενη κυβέρνηση της χώρας. Μάλιστα, κατά μία εκδοχή, ακριβώς για να λειτουργήσει ο υγιώς νοητός πολιτικός ανταγωνισμός μεταξύ κομμάτων, προϋποτίθεται ότι θα (πρέπει να) έχει προηγηθεί η αποκατάσταση  των δομών της ελληνικής δημοκρατίας, που σήμερα προφανώς ταλαιπωρούνται από τον σημερινό πρωθυπουργό και το μπλοκ εξουσίας που τον στηρίζει.

Το κλίμα αυτό ως βάση του παρόντος μείζονος πολιτικού αιτούμενου στη χώρα, με διαφορές βεβαίως στη λεκτική όλων ανεξαιρέτως των κομμάτων της αντιπολίτευσης, περίπου συμπίπτει σ' όλα τα κόμματα της σημερινής βουλής, με την εξαίρεση φυσικά του κυβερνώντος κόμματος (αν και πληθαίνουν οι φωνές στο εσωτερικό του που δείχνουν να μοιράζονται την εκτίμηση ότι η ελληνική δημοκρατία βιώνει μια περίοδο ανωμαλίας, η αποκατάσταση της οποίας κατά μείζονα λόγο επείγει).

Έτσι, σε μια ρεαλιστική θέαση των πραγμάτων, κατά βάση καθίσταται δευτερεύον και το ζήτημα ποιός θα διαδεχτεί στην κυβέρνηση της χώρας τον παρόντα παράγοντα πολιτικής ανωμαλίας στη σημερινή Ελλάδα! Ίσως αυτός είναι ο λόγος που φαίνεται ατελέσφορη, άχαρη και αχρείαστη η αγωνιώδης προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ να απορρίπτει ουσιαστική συνεργασία μετεκλογικά με τη μείζονα παράταξη της αντιπολίτευσης, τον ΣΥΡΙΖΑ! Και για τον ίδιο λόγο να ακούγεται εκτός του πλαισίου των πραγματικών πολιτικών αιτουμένων της παρούσας περιόδου η ούτως ή άλλως εξ αρχής πομπώδης μεγαλοστομία των υπολειμμάτων του πάλαι ποτέ μεγάλου κινήματος, του ΠΑΣΟΚ, περί ανυπαρξίας «σχεδίου για τη χώρα», αναφορές στις οποίες αρέσκεται ο κ. Ν. Ανδρουλάκης και οι προκάτοχοί του. Συνθηματολογία, που περισσότερο με φιγούρα ότι στο κόμμα αυτό υπερηφανεύονται πως κατέχουν την τεχνική ενάσκησης της κρατικής εξουσίας προσομοιάζει, παρά με ικανότητα παραγωγής σύγχρονης πολιτικής. Ποιό σχέδιο για τη χώρα; Αν δεν φύγει πρώτα ο εφιάλτης από την εξουσία τέτοιο «σχέδιο» δεν είναι λογικό να επιζητείται, διότι πάλι σε αντιδημοκρατικές πολιτικές τερατογενέσεις θα οδηγήσει.

Γι’ αυτό και όποιος αντί να θετει ως αναγκαία και απαράβατη προϋπόθεση για τις εξελίξεις που θα ακολουθήσουν την απομάκρυνση του Κυριάκου Μητσοτάκη και των συν αυτών από την κυβέρνηση, φλερτάρει με τις κατασκευασμένες από το σημερινό μπλοκ εξουσίας κινδυνολογίες περί δήθεν απειλών κατά της «σταθερότητας», παίζει εκών-άκων το παιχνίδι του σημερινού πρωθυπουργού, και όχι το παιχνίδι της δημοκρατίας. Άλλωστε, για ποια σταθερότητα να μιλήσουμε; Μήπως για εκείνη που έχει προκαλέσει την δημοκρατική ανωμαλία που βιώνουμε ως πολίτες; Να «μένει το βύσσινο», φίλοι του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ!  

Κατά το ίδιο σκεπτικό ούτε μπορεί το ίδιο κόμμα με αυτό που κυβερνάει σήμερα την Ελλάδα, δηλαδή η ΝΔ, να είναι η λύση στο δημοκρατικό αδιέξοδο που έχουμε φτάσει, απλά αλλάζοντας αρχηγό. Η εξάρθρωση των προσώπων, των πρακτικών  και των απόψεων που οδήγησαν τη χώρα στο σημερινό κατάντημα να είναι ο ουραγός δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, απαιτεί να μείνει το κόμμα στην αντιπολίτευση, έως ότου αποκαθαρθούν οι διαδικασίες του από τα γυμνάσματα αλλεπάλληλων εκτροπών που έχει οργανώσει και υλοποιεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Καλή η προσπάθεια του πρώην πρωθυπουργού και πρώην προέδρου της ΝΔ, Κώστα Καραμανλή, να σώσει το κόμμα του υποδεικνύοντας ουσιαστικά «εσωτερική» αλλαγή αρχηγού και κάθαρση από τις εκτροπές του Κυριάκου Μητσοτάκη εν κυβερνητικώ πλω, αλλά αυτό δεν είναι λύση. Η Ελλάδα πριν και πάνω απ’ όλα και φυσικά πάνω και από τις ανάγκες της ΝΔ, πρέπει να επιστρέψει στη δημοκρατική ομαλότητα.

 

 

 

 

2 Σεπ. 2022
27 Αυγ. 2022

Η μεγάλη κυβερνητική απάτη

για τις «παροχές» στο ηλεκτρικό ρεύμα

Το μεγάλο κόλπο που έχει στήσει ο Κυρ. Μητσοτάκης με τις επιδοτήσεις από τον κρατικό προϋπολογισμό (δηλαδή από τους φόρους που όλοι πληρώνουμε, με την προσδοκία στοιχειώδους υπέρ μας ανταποδοτικότητας ως πολίτες), σε τί έγκειται; Είναι ένα μεγάλο ερώτημα, που η αντιπολίτευση με ανακοινωσούλες των τομεαρχών που έχουν τη σχετική ευθύνη του ζητήματος ή των κάθε μορφής αρμοδίων των κομμάτων της επί του θέματος, αδυνατεί πλήρως να εξηγήσει στους έλληνες, με αποτέλεσμα (και) εδώ να θριαμβεύει η τυφλή κυβερνητική προαπαγάνδα, με τη συνδρομή της εξαγορασμένης πληροφόρησης που παρέχουν στους έλληνες τα μίντια της λίστας Πέτσα.

Για παράδειγμα, ένας θρασύτατος υπουργίσκος επί της ενέργειας, δεν δίστασε να εμφανίσει τις επιδοτήσεις των νοικοκυριών από τα δημόσια ταμεία, ως παροχές προς τους έλληνες, που υποφέρουν με τους εξωφρενικά ακριβούς λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος -συντριπτικά επιβαρυντικούς για τα νοικοκυριά σε σύγκριση με όλη την υπόλοιπη Ευρώπη. Και, φυσικά, υπό τον απολύτως παραπλανητικό όρο «παροχές» αποκρύπτεται ότι οι όποιες ενισχύσεις προς τα νοικοκυριά, δεν είναι από πόρους από άλλες πηγές (π.χ. πόροι που θα προερχόντουσαν από ανακατανομή του πλούτου υπέρ των ασθενέστερων ή από περιορισμό της κερδοφορίας ιδιωτών που δραστηριοποιούνται στον τομέα της ενέργειας), αλλά προέρχονται εξ ολοκλήρου από τα δημόσια ταμεία: δηλαδή τα επιδοτούμενα επιδοτούν …τον εαυτό τους, από δικούς τους πόρους!

Παράλληλα, οι επιδοτήσεις αυτές, καμιά σχέση δεν έχουν με τις επιδοτήσεις από τα εν εξελίξει προγράμματα στήριξης της ελληνικής οικονομίας (σε κάθε περίπτωση απολύτως ανεπαρκή και αυτά) από τις υφεσιακές πιέσεις λόγω της πανδημίας, που εξασφαλίζονται με τη συμμετοχή πόρων από το ταμείο ανάκαμψης της ΕΕ. Νομίζω πως δεν θα χρειάζονταν στο σημείο αυτό περισσότερες εξηγήσεις για να αντιληφθεί ο αναγνώστης την ποιοτική και πρακτική διαφορά ανάμεσα -για παράδειγμα- στην επιστρεπτέα προκαταβολή (δηλαδή ζεστό χρήμα προς επιχειρήσεις που λόγω της πανδημίας αναγκάστηκαν να αναστείλουν τη λειτουργία τους για να διασωθούν και να συντηρήσουν τις θέσεις εργασίας που κάλυπταν), και, από την άλλη, την παροχή χρήματος στα νοικοκυριά για να καλύψουν μερικώς τις ανάγκες αποπληρωμής των λογαριασμών τους σε ηλεκτρικό ρεύμα.      

Η μεγάλη πολιτική απάτη του συγκεκριμένου υπουργίσκου καθώς και και του πρωθυπουργού, βρίσκεται εδώ στο ότι οι επιδοτήσεις λόγω πανδημίας είναι μια συλλογικά ειλημμένη απόφαση της ΕΕ και της ευρωζώνης, στο πλαίσιο της κοινής προσπάθειας να αναχαιτιστούν οι υφεσιακές πεισεις (που -επαναλαμβάνω- είναι επιδοτήσεις μη επαρκείς, όπως άλλωστε αποδεικνύεται από την επιμονή των υφεσιακών πιέσεων σ’ ολόκληρη την ήπειρο, που βεβαίως επιτείνονται από τον πόλεμο στην Ουκρανία). Και, από την άλλη, οι επιδοτήσεις από τα δημόσια ταμεία στις χώρες της Ευρώπης για την ενίσχυση των νοικοκυριών που εισοδηματικά πλήττονται κατάστηθα από την απογείωση των τιμολογίων στην ενέργεια, δεν είναι συλλογικά ειλημμένη απόφαση της ΕΕ και εναπόκειται σε κάθε χώρα ξεχωριστά να την εξειδικεύσει, ανάλογα με το πόσο σοβαρή είναι η επίπτωση αυτών των ακριβότατων τιμολογιών για το ρεύμα στο μέσο εισόδημα των πολιτών της και ανάλογα την κατάσταση της οικονομίας της. Δηλαδή, οι αστρονομικές τελικές τιμές στην Ελλάδα για τα τιμολόγια στο ρεύμα, δεν είναι μια κοινή ευρωπαϊκή πολιτική, αλλά μια επιλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη, όπως συμβαίνει ξεχωριστά για την κυβέρνηση κάθε χώρας.

(Αυτός είναι και λόγος που χώρες σαν την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ουγγαρία και την Τσεχία, αποφάσισαν και εφαρμόζουν πολιτικές ουσιαστικής στήριξης του εισοδήματος των νοικοκυριών τους που θίγονται από την αστρονομική ακρίβεια στο ηλεκτρικό ρεύμα, όπως για παράδειγμα πολιτικές επιβολής πλαφόν στα τιμολόγια των ιδιωτών παρόχων ηλεκτρικου ρεύματος, ενώ η Ελλάδα όχι).

Ταυτόχρονα, για να γίνει ακόμη καθαρότερο τί λέω, αρκεί να αντιληφθούμε ότι τα τιμολόγια του ρεύματος ανά χώρα προκύπτουν από το μίγμα προέλευσης των ενεργειακών πηγών που καλύπτουν τις ανάγκες της κατανάλωσης. Στην Ελλάδα, με τη διατήρηση εκτός δικτύου ενός μεγάλου μέρους της παραγωγής που θα μπορούσε να εξασφαλιστεί από τον λιγνίτη, η χώρα μας αναγκάζεται να προμηθεύεται ακριβή ενέργεια από άλλες πηγές για να καλύψει τις ανάγκες της.

(Ναι, υπάρχουν γενικές κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές Περιβάλλοντος για την παραγωγή στην ενέργεια, με στόχο την αναχαίτιση των συνεπειών της Κλιματικής Αλλαγής. Αλλά ήδη όλες οι χώρες αναπροσαρμόζουν το μίγμα προέλευσης των πηγών από τις οποίες εξασφαλίζουν τις ενεργειακές ανάγκες τους. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, η Γερμανία να σκέφτεται ανοιχτά την επαναλειτουργία των πυρηνικών αντιδραστήρων για να καλύψει τις ανάγκες της, και η Ελλάδα να αποφεύγει τον λιγνίτη, εμμένοντας σε ακριβές πηγές ενέργειας και στην πολιτική των γεννητριών, που όπως έχει αποδειχτεί αυτή η τελευταία συσχετίζεται με κάποιον περίεργο τρόπο με τις συνέπειες της Κλιματικής Αλλαγής στο επίπεδο της συχνότητας και της έντασης των πυρκαγιών και εν πάση περιπτώσει η πολιτική των γεννητριών επιδρά καταλυτικά αρνητικά στις πολιτικές αναδασώσεων. Εν προκειμένω κατά έναν καθ’ υπερβολή παραλληλισμό, θα ήταν σαν να λέγαμε ότι η Γερμανία είναι σαν να σκέφτεται να χρησιμοποιήσει την  πυρηνική ενέργεια για να συνεχίσει «να ζει πάνω από τις (ενεργειακές) ανάγκες της», την ώρα που η Ελλάδα αποφεύγει τον λιγνίτη για να συνεχίσουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις της «να ζουν κάτω από τις (ενεργειακές) εισοδηματικές και παραγωγικές ανάγκες τους.    

Άρα είναι σε σημαντικό μέρος της συνάρτηση της πολιτικής επιλογής Κυρ. Μητσοτάκη το ακριβό ρεύμα στην Ελλάδα.

Όμως, η μεγάλη απάτη της κυβέρνησης παράλληλα συνίσταται στο ότι λαθροχειρεί  ανεπίτρεπτα προσπαθώντας να εμφανίσει στους πολίτες ότι επιχειρεί να βάλει φρένο στα υπερκέρδη ιδιωτών που δρουν στον κλάδο της ενέργειας. Ενώ δεν το κάνει -τουναντίον τα μέτρα που λαμβάνει είναι μέτρα διασφάλισης (όχι της βωσιμότητάς αυτών των ιδιωτικών επιχειρήσεων, κάτι που θα ήταν ανεκτό) της αυξημένης κερδοφορίας τους.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Συμβαίνει, διότι οι επιδοτήσεις για το ηλεκτρικό που η ανεπίτρεπτα λαϊκίστικη και επικίνδυνη κυβερνητική πολιτική θριαμβολογεί ότι παρέχει στα νοικοκυριά και τις παραγωγικές μονάδες της χώρας, τελικά δεν κατευθύνονται στο εισόδημα των ελλήνων πολιτών για να το στηρίξουν εν μέσω της οικονομικής καταστροφής που λαμβάνει χώρα σήμερα, ούτε καλύπτουν το αυξημένο κόστος λειτουργίας των παραγωγικών μονάδων της Ελλάδας. Αντίθετα, τα νοικοκυριά και οι παραγωγικές μονάδες της χώρας μετατρέπονται με την πρακτική αυτή σε βαστάζους μεταφοράς πόρων από τον κρατικό προϋπολογισμό στις τσέπες των ιδιωτών παρόχων ηλεκτρικής ενέργειας προς τα νοικοκυριά και τις ελληνικές παραγωγικές μονάδες.      

Εδώ να ξεκαθαριστεί και κάτι κρίσιμο: Οι παραπάνω αναφορές δεν αποσκοπούν να δαιμονοποιήσουν ιδιωτικές επιχειρήσεις. Αντίθετα, ο γράφων είναι απολύτως σύμφωνος με την πολιτική παρεμβάσεων του δημόσιου τομέα για τη διάσωση ή τη στήριξη ιδιωτικών επιχειρήσεων, που για λόγους γεωπολιτικής ή οικονομικής συγκυρίας ταλαιπωρούνται.

Για παράδειγμα, στη Γερμανία η μεγαλύτερη ιδιωτική επιχείρηση παροχής φυσικού αερίου βρέθηκε στα πρόθυρα της πτώχευσης λόγω κατακόρυφης πτώσης της ζήτησης και η χώρα ορθότατα άνοιξε τα δημόσια ταμεία και την διέσωσε. Για την οικονομική συμβολή του προς την συγκεκριμένη ιδιωτική επιχείρηση το γερμανικό δημόσιο έλαβε σαν αντάλλαγμα μέρος των μετοχών της, όπως είναι και το λογικό. Είδατε στην Ελλάδα καμιά από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις παρόχους ηλεκτρικού ρεύματος, που εμμέσως πλην σαφώς επιδοτούνται από τα ελληνικά δημόσια ταμεία, να μετέφερε μέρος των μετοχών της υπέρ του ελληνικού δημοσίου;

Εν καταλείδι, τυπικά και της πολιτικής ουσίας, δεν ξέρω αν εδώ γεννάται ζήτημα απιστίας σε βαρος των συμφερόντων του ελληνικού δημοσίου για να χρηματοδοτηθούν κερδοφορίες ιδιωτών. Ας το ψάξουν άλλοι αρμοδιότεροι εμού το ζήτημα αυτό! Ξέρω όμως πολύ καλά ότι αυτά που λέει ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο υπουργίσκος ενέργειας για παροχές στα ελληνικά νοικοκυριά και τις παραγωγικές επιχειρήσεις μας ώστε να καλυφθεί μικρό μέρος των αστρονομικών αυξήσεων στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, συνιστούν μια πελώρια πολιτική απάτη!                 

 

 

 

 

23 Αυγ. 2022

To άγος να πιστεύεις

ότι εσύ «είσαι» η Ελλάδα

(Α΄ μέρος: Ο άνομος κυβερνητικός μηχανισμός)

Το επίμαχο ξένο δημοσίευμα που έχει μπει εδώ και μερικά 24ωρα στην πολιτική μας ζωή, έφερε στην επιφάνεια μια σειρά από πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Όχι επί της ουσίας της υπόθεσης των παρακολουθήσεων του Κυρ. Μητσοτάκη! Άλλωστε αυτή η ουσία έχει ήδη καταστεί και η αδήριτη αλήθεια σχετικά με το τί συνέβη σ’ αυτή τη βρώμικη υπόθεση, αφού και ο ίδιος ο καθ’ ομολογία του πρακτικά και ηθικά πρωταίτιος αυτουργός των παρακολουθήσεων, δηλαδή ο σημερινός έλληνας πρωθυπουργός, έχει εκών-άκων αναλάβει την ευθύνη για το σκάνδαλο, εφ’ όσον δεν τού ήταν δυνατό με κανέναν τρόπο να αμφισβητήσει την ολοφάνερη πραγματικότητα που αφορούσε στον ίδιο.  

Δηλαδή, αυτό που απομένει να γίνει σ’ αυτή τη σκοτεινή υπόθεση είναι με την κίνηση των κοινοβουλευτικών διαδικασιών και την ενεργοποίηση της τακτικής δικαιοσύνης να εξασφαλιστούν αποκλειστικά και μόνο οι τυπικές προϋποθέσεις για την ποινική εκκαθάριση των παρακολουθήσεων πολιτικών προσώπων και δημοσιογράφων από κρατικές υπηρεσίες υπό την άμεση εποπτεία του Κυρ. Μητσοτάκη. Το υπόλοιπο μέρος, οι πολιτικές ευθύνες, έχουν ήδη αναληφθεί και η αποτύπωση των συνεπειών τούτης της πτυχής θα καταγραφεί οπωσδήποτε στις ερχόμενες εκλογές.        

Άλλωστε, επειδή ακριβώς ο πολιτικός και ηθικός πυρήνας της αισχρής πρακτικής των παρακολουθήσεων και των υποκλοπών σε βάρος πολιτικών και δημοσιογράφων από ελληνικές κρατικές υπηρεσίες υπό την άμεση εποπτεία του Κυρ. Μητσοτάκη είναι πια αυταπόδεικτο έγκλημα ως προς το ποιοί και πώς το μεθόδευσαν και το υλοποίησαν, οι New York Times ούτως ή άλλως δεν θα είχαν πολλά να συνεισφέρουν στην ουσία της υπόθεσης. Γι’ αυτό και το άρθρο γνώμης του Alexander Clapp δεν έχει καμιά σημαντική καινούρια πληροφορία να δώσει, αφού όσον αφορά στο ιστορικό της υπόθεσης των παρακολουθήσεων όσα περιέχονται στο άρθρο έχουν ήδη αναφερθεί πολύ πιο λεπτομερώς σε προγενέστερα δημοσιεύματα στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Για όσους στοιχειωδώς γνωρίζουν αυτό το είδος δημοσιογραφίας σε μεγάλα διεθνή μέσα ενημέρωσης όταν αναφέρονται στις εξελίξεις σε χώρες με μικρό γεωπολιτικό ειδικό βάρος -όπως, δυστυχώς, η Ελλάδα- είναι σαφέστατο ότι πρόκειται για ένα άρθρο που δεν φιλοδοξεί να αποκομίσει εύσημα για τον αποκαλυπτικό χαρακτήρα του. Ο δημοσιογράφος (και αυτό κάνουν όλοι οι συνάδελφοί του σε όλα τα διεθνή μέσα ενημέρωσης σε ανάλογες περιπτώσεις) αυτό που κυρίως στοχεύει είναι να μεταφέρει σ’ ένα αναγνωστικό κοινό που δεν γνωρίζει τα ελληνικά πράγματα το πολιτικό κλίμα που κυριαρχεί στην χώρα με την οποία ασχολείται. Είναι, μάλιστα, ο κανόνας στα διεθνή μέσα ενημέρωσης, όταν αναφέρονται σε κάποια χώρα, όπως σ’ αυτή την περίπτωση στην Ελλάδα, να προσφεύγουν σε αρθρογραφία είτε ανταποκριτών τους που ζουν στη χώρα που εξετάζεται, είτε δημοσιογράφων που γνωρίζουν καλά την ίδια χώρα, ακόμη κι αν έχουν ανταποκριτή τους εκεί.   

Έτσι, κάθε αναφορά σε «πληρωμένη δημοσιογραφία» είναι εξ ορισμού αστεία. Ακόμη και η σκέψη ότι εφημερίδα αυτής της διεθνούς εμβέλειας θα εξαγοραζόταν για 2-3 δεκάδες χιλιάδες δολάρια θέτοντας σε κίνδυνο την εγκυρότητά της, καθιστά τέτοιες αναφορές γελοίες. Ίσως, μάλιστα, όσοι επιστρατεύουν τέτοιες γελοιότητες τίποτα άλλο δεν αποδεικνύουν με τέτοιες ανοησίες, ει μη μόνον ότι το κασέ δημοσιογραφικής εξαγοράς που και οι ίδιοι έχουν κατά νου, αναλογεί σε κλίμακες «λίστας Πέτσα» και όχι σε μέσο ενημέρωσης παγκόσμιας αναγνωσιμότητας. Βέβαια, οι ίδιοι, ως πελταστές της γελοιότητας στον δημόσιο βίο μας, αδυνατούν να κατανοήσουν ή σκοπίμως παραβλέπουν ότι η πρακτική της «λίστας Πέτσα» είναι απολύτως εξοβελιστέα από το σύνολο του παγκόσμιου μηχανισμού πληροφόρησης τοπικών ή διεθνών μέσων ενημέρωσης, όπως αποδεικνύει η τοποθέτηση της Ελλάδας σε θέση ουραγού στην κατάταξη χωρών υπό αξιολόγηση σχετικά με την ελευθερία που εξασφαλίζουν στους δημοσιογράφους και τα μέσα ενημέρωσης. Όταν έχεις επισήμως τοποθετηθεί στη «θέση 108» του σχετικού διεθνούς καταλόγου, μόνον αν είσαι ηλίθιος ή στημένος αδυνατείς να κατανοήσεις ότι εξέλιπε κάθε υπέρ σου έξωθεν καλή μαρτυρία να δικαιούσαι εσύ να κάνεις λόγο και να μέμφεσαι μέσα ενημέρωσης άλλων χωρών για «πληρωμένη δημοσιογραφία»…

Δεν είναι, λοιπόν, η ουσία των αναφερομένων στο επίμαχο άρθρο, που ενδιαφέρει εδώ. Και το ότι δεν βρίσκεται σ’ αυτό το σημείο η ουσία επιβεβαιώνεται από τις τρομαγμένες και οργισμένες αντιδράσεις της επίσημης ελληνικής κυβέρνησης του «πρωθυπουργού των παρακολουθήσεων». Διότι αυτό που «πονάει» το ρέπον προς τη δημοκρατική εκτροπή μπλοκ εξουσίας περί τον Κυρ. Μητσοτάκη είναι η συγκλονιστική και με βίαιο τρόπο απομυθοποίηση ότι την Ελλάδα δήθεν κυβερνά ένα πρόσωπο και ο μηχανισμός γύρω του σε συνθήκες πολιτικής ομαλότητας και δημοκρατικής θεσμικής σταθερότητας. Και δεν ισχύει ούτε το ένα, ούτε το άλλο!

Πώς να μην πανικοβληθούν όλοι αυτοί βλέποντας ότι άρκεσαν και μόνο χίλιες τόσες «λέξεις» σ’ ένα διεθνές μέσο ενημέρωσης για να καταρρεύσουν σαν τραπουλόχαρτο οι πλασματικές πραγματικότητες που με τόσο κόπο έστησε η κυβέρνηση Κυρ. Μητσοτάκη, δαπανώντας ποσό της τάξης των 100 εκατομμυρίων ευρώ από τα δημόσια ταμεία, με σκοπό να εξαπατήσει πανηγυρικά τους έλληνες, σχετικά με τον πολιτικό και ηθικό χαρακτήρα και τις πρακτικές διακυβέρνησης του σημερινού πρωθυπουργού και των συν αυτώ; Και, σημειωτέον, δεν είναι η μόνη περίπτωση που διεθνή μέσα ενημέρωσης ή ξένοι ανταποκριτές δημοσιογράφοι, έχουν αναφερθεί εκτεταμένα στη δημοκρατικά άνομη φύση του καθεστώτος Κυρ. Μητσοτάκη. Όμως, το άρθρο των New York Times διαφέρει ποιοτικά στη διεθνή ειδησεογραφία σε σύγκριση με άλλα άρθρα με αρνητικές αναφορές για τον σημερινό έλληνα πρωθυπουργό και το σύστημα που τον στηρίζει και τον ανέχεται κατά τούτο: επιφέρει καίριο πλήγμα στην ηθική φύση της σημερινής διακυβέρνησης, καθιστώντας την οριστικά έκπτωτη στη συνείδηση των ελλήνων.

Ο οριακός χαρακτήρας των συνεπειών από την εδραία αποκάλυψη της χυδαίας ηθικής φύσης του καθεστώτος Κυρ. Μητσοτάκη και της διακυβέρνησής του από το δημοσίευμα της αμερικανικής εφημερίδας, έχει και μία επί πλέον μεγάλη αποκαλυπτική αξία: Αναδεικνύει τραγικά την ευθύνη των διεθνών διακρατικών οργανισμών και κυρίως της ΕΕ, που διά της ανοχής τους και της αποσιώπησης από μεριάς τους του αντιδημοκρατικού και ανήθικου περιβάλλοντος εντός του οποίου δρα πολιτικά ο Κυρ. Μητσοτάκης, ουσιαστικά έχουν συμπράξει στην εμπέδωση στην καρδιά της Ευρώπης του εν λόγω εν πολλοίς απολύτως προσωπικού καθεστώτος στα ύστατα κράσπεδα της διάκρισης από την παρούσα σαφή αντιδημοκρατική εκτροπή. Αν οι ίδιες οι Βρυξέλλες (όπως αποδεικνύεται με τη στάση τους απέναντι στον σημερινό έλληνα πρωθυπουργό) αδυνατούν να καταλάβουν ότι το περίφημο «ευρωπαϊκό κεκτημένο» είναι κατ’ εξοχήν δημοκρατικός και πολιτικός όρος (και όχι οικονομικός ή επιχειρηματικός), τότε πώς εγείρουν την απαίτηση να τον αντιλαμβάνονται έτσι οι έλληνες και οι άλλοι λαοί που συνυπάρχουμε στην ΕΕ;

Δηλαδή, ανοχή των ευρωπαϊκών οργάνων στην Ελλάδα απέναντι σε ανεπίτρεπτες παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη (π.χ. σκάνδαλο Novartis), άμεσης ανάμιξης κεντρικών κρατικών οργανισμών σε μεγάλα πολιτικά σκάνδαλα (π.χ. εξαφάνιση στοιχείων από επίσημα έγγραφα υπουργείου στο ίδιο σκάνδαλο της Novartis), απέναντι στην αστυνομοκρατία και τη συστηματική παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών, απέναντι στην άμεση υφαρπαγή εισοδήματος των ελληνικών νοικοκυριών υπέρ διαφόρων επιχειρηματικών  κύκλων (π.χ. ιδιώτες πάροχοι ηλεκτρικού ρεύματος, με πολύ ακριβότερα τιμολόγια απ’ όσο συμβαίνει στις άλλες χώρες λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και του συνεπακόλουθου πολέμου της ενέργειας), δεν είναι νοητή, αν μιλάμε για απαρέγκλιτη εφαρμογή του «ευρωπαϊκού κεκτημένου».

Επίσης, το να κάνουν οι Βρυξέλλες τα «στραβά μάτια» απέναντι σε παρακολουθήσεις πολιτικών και δημοσιογράφων από κρατικά όργανα υπό την άμεση εποπτεία του έλληνα πρωθυπουργού, απέναντι στα pushbacks και τις άλλες ιστορίες (όπως των προσφύγων στην κτηματογραφημένη ως ελληνική δημόσια περιουσία νησίδα του Έβρου), απέναντι στα φαινόμενα τύπου λίστας Πέτσα», απέναντι σε άμεσες κρατικές επεμβάσεις στο έργο ανεξάρτητων διοικητικών Αρχών, και απέναντι σε πολλές άλλες άλλες περιπτώσεις που θα μπορούσα να εκθέσω, αποδεικνύουν ότι υποστήριξη ή ανοχή των ευρωπαϊκών οργάνων απέναντι  στον Κυρ. Μητσοτάκη έπληξαν καίρια την υπόθεση της δημοκρατίας στην Ελλάδα και ολόκληρη την Ευρώπη. Και αυτό πρέπει να σταματήσει αμέσως!

Και εδώ είναι το κατάλληλο σημείο για δύο πρόσθετες επισημάνσεις:  

1. Όχι! Οι παρακολουθήσεις στην Ελλάδα από κρατικές υπηρεσίες υπό τον πρωθυπουργό, καθόλου δεν το ίδιο πράγμα με υποθέσεις παρακολουθήσεων σε άλλες χώρες της δύσης. Μια εξαπάτηση σε επίπεδο δημιουργίας εντυπώσεων, που -όπως εκτιμώ- οργανωμένα (ακόμη και από τη συνάδελφο στην ευρωβουλή συντρόφισσα του παρακολουθημένου κομματικού προέδρου) επιχειρήθηκε να διαμορφώσει την εικόνα των πραγμάτων στην κοινή γνώμη για τις παρακολουθήσεις του Κυρ. Μητσοτάκη στην Ελλάδα. Άλλο, ως διεθνές φαινόμενο, ότι η τεχνολογία προσφέρει άπειρα νέα μέσα σε μηχανισμούς κατασκοπείας και πρακτορίστικων δομών να παρακολουθούν πρωθυπουργούς και προέδρους χωρών! Και -φυσικά- άλλο κρατικές υπηρεσίες απ’ ευθείας υπαγόμενες στον πρωθυπουργό μιας χώρας με ομολογία του ίδιου του εποπτεύοντος αυτές τις κρατικές υπηρεσίες Κυρ. Μητσοτάκη να παρακολουθούν πολιτικούς και δημοσιογράφους. Οι σημερινές ελληνικές παρακολουθήσεις, επομένως, δεν έχουν καμιά απολύτως ομοιότητα με ό,τι προσπαθήθηκε να εμφανιστεί ως σύνηθες διεθνές φαινόμενο. Μία και μοναδική περίπτωση είναι η Ελλάδα επί Κυρ. Μητσοτάκη, αφού δεν υπάρχει κάποια ανάλογη περίπτωση σ’ ολόκληρη τη δύση; Κι αν υπήρχε, οι πολιτικά ευθυνόμενοι θα είχαν αμέσως παραιτηθεί και δεν θα αγκιστρώνονταν στη πρωθυπουργική καρέκλα, καθώς και η διαδικασία απόδοσης των ποινικών ευθυνών θα είχε αυτομάτως εκκινήσει. Εδώ, …όχι!    

2. Επειδή έχει διαφανεί η πρόθεση του μηχανισμού περί τον Κυρ. Μητσοτάκη (κρατικού και άτυπου μηχανισμού), να συκοφαντήσει οποιονδήποτε δημόσια πολεμάει όλες αυτές τις επαναλαμβανόμενες αήθειες του πρωθυπουργού και των συν αυτώ, ως δήθεν αντιπάλων της Ελλάδας (ακόμη και ως υποκινούμενοι από την Τουρκία επιχειρείται οργανωμένα και από επίσημα κυβερνητικά χείλη να εμφανιστούν όσοι αντιδρούν σ’ αυτόν τον αντιδημοκρατικό και θεσμικά επικίνδυνο κατήφορο), να ξεκαθαρίσουμε: Κάθε προσπάθεια διαφύλαξης της Ελλάδας από τον τον ανήθικο κλοιό εκτροπής που βιώνει η χώρα και οι πολίτες της, όχι μόνο δεν μπορεί να ωφελεί την Τουρκία, αντίθετα, μάλιστα, είναι συμβολή σε μια μεγάλη εθνική υπόθεση, που αφορά στο να μη ποτέ γίνει η χώρα μας διεθνώς αντιληπτή στο επίπεδο εσωτερικής θεσμικής συγκρότησής της «κάτι σαν την Τουρκία» (όπως συμβαίνει σήμερα).

Και επειδή στις ώρες που γράφονται όλ’ αυτά, έχει ενεργοποιηθεί ο στον σκληρός πολιτικός πυρήνας του ηθικά τελείως επιλήψιμου μηχανισμού και οι διαδικασίες εργαλειοποίησης του ύψιστης σημασίας για την Ελλάδα ζητήματος διαχείρισης των προσφυγικών ροών του Έβρου, ως απολύτως κατασκευσμένο από την κυβέρνηση ζήτημα-πολιτικό αντίβαρο στην υπόθεση των παρακολουθήσεων υπό τον πρωθυπουργό και με μόνο σκοπό να διασωθεί ο Κυρ. Μητσοτάκης και να αποφύγει την άκαμπτη  υποχρέωση που έχει να παραιτηθεί άμεσα, να είμαστε όλοι οι δημοκράτες (και φυσικά τα κόμματα που μας εκπροσωπούν) σε αυξημένη επιφυλακή. Διότι η εργαλειοποίηση ενός τόσο σημαντικού για τη χώρα ζητήματος μόνο και μόνο με μικροπολιτικά κίνητρα, επισφραγίζει σε τελευταία ανάλυση και τη βαθυτατη ηθική σήψη του συστήματος Κυρ. Μητσοτάκη, που δεν θα διστάσει να προσφύγει σε εκποίηση ακόμη και των πιο σημαντικών υποθέσεων που σχετίζονται με τα ελληνικά συμφέροντα για να κερδίσει μια-δυο μονάδες στις επόμενες δημοσκοπήσεις.   

(…Αλλά, περισσότερα γι’ αυτό το τελευταίο, στο Β΄ μέρος του παρόντος, όπου θα εξεταστούν τα ηθικά προσωπικά κίνητρα των υποστηρικτών που απομένουν στον «πρωθυπουργό των παρακολουθήσεων»)

 

 

 

 

18 Αυγ. 2022

Η μεγάλη ευκαιρία

του Αλέξη Τσίπρα 

Ενώ ήταν καταδικασμένος να διαγκωνίζεται με τον Ν. Ανδρουλάκη -δηλαδή έναν εκ των πραγμάτων πολιτικά υποδεέστερο κομματικό αρχηγό- σχετικά με το αν ήταν (και θα είναι) τόσο κακός πρωθυπουργός όσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης, τώρα ο Αλέξης Τσίπρας βλέπει το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ να εξαναγκάζεται να τον προσεγγίσει και ενδεχομένως και να συνεργαστεί μαζί του για να τελειωθεί ουσιαστικά η διερεύνηση της υπόθεσης των παρακολουθήσεων. Διότι φυσικά το εξ αρχής ούτως ή άλλως προβληματικό αφήγημα πως ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ είναι το ίδιο (που σε κάποια σημεία μοιάζει χαρακτηριστικά με τη θέση του ΚΚΕ  απέναντι στις τρέχουσες στις εξελίξεις), δεν μπορεί να συνεχίσει να προβάλλεται ως πειστικό επιχείρημα του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, όταν το κεντρικό ζητούμενο των προεκλογικών πραγμάτων, που θα τεθεί επί τάπητος είτε το θέλει ο πρωθυπουργός, είτε όχι, θα είναι να προχωρήσει σε βάθος ο πολιτικός και ποινικός καταλογισμός της υπόθεσης των παρακολουθήσεων του Κυρ. Μητσοτάκη, ανάμεσα στις άλλες και της υποκλοπής σε βάρος του Ν. Ανδρουλάκη.  

Ήδη η εμπεδωμένη φιλολογία των στελεχών του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ σχετικά με το ότι Τσίπρας και Μητσοτάκης αποκλείονται ως συζητήσιμοι αυριανοί πρωθυπουργοί μετά από εκλογές απλής αναλογικής, έχει κατ’ ουσίαν παραμεριστεί από τον δημόσιο λόγο του Ν. Ανδρουλάκη αλλά και των κομματικών στελεχών. Και τούτο, παρά τη φιλότιμη προσπάθεια του Ανδρ. Λοβέρδου και της ανομολόγητης φιλο-νεο-μητσοτακικής πτέρυγας του κόμματος να κρατήσουν ζωντανή τη θέση πως συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ δεν θα υπάρξει «ούτε με το πιστόλι στον κρόταφο». Μάλιστα, ούτε και τα φιλικά προς τον Κυρ. Μητσοτάκη στελέχη του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ δεν επιμένουν πλέον πολύ σ’ αυτό, αφού με την τελευταία παρέμβασή του ο αρχηγός των φιλο-νεο-μητσοτακικών, περισσότερο εξόργισε μεγαλο μέρος της κομματικής βάσης παρά συνέβαλε στη συσπείρωση του κόμματος, όταν ο αρχηγός του παρακολουθείται από τις κρατικές μυστικές υπηρεσίες υπό τον πρωθυπουργό.    

Σ’ αυτό το σκηνικό η σωστή ισορροπία στη δημόσια παρουσία του είναι να εμφανίζεται ο Αλέξης Τσίπρας με πραγματιστικούς όρους ως ο αποκλειστικός πολιτικός καταλύτης σχετικά με το προς τα πού και πώς θα κινηθούν τα πράγματα στην υπόθεση των παρακολουθήσεων του Κυρ. Μητσοτάκη, ενώ την ίδια στιγμή ο πρωθυπουργός και ο Ν. Ανδρουλάκης θα αναλώνονται σε διαξιφισμούς ανάμεσά τους για το ίδιο θέμα. Η μεγάλη ανατροπή του πολιτικού σκηνικού, άλλωστε, μετά την αποκάλυψη ότι το μέγαρο Μαξίμου παρακολουθούσε πολιτικό αρχηγό (με τις φήμες να οργιαζουν ότι δεν ήταν η μόνη παρακολούθηση πολιτικού) είναι ότι ενώ ως σήμερα στην αντιπολίτευση και υπό το δεδομένο της απλής αναλογικής ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανιζόταν ως ικέτης του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ αιτούμενος συνεργασία, που με αρκετή δόση μεγαλομανίας και έωλου πατερναλισμού  το έλασσον κόμμα της αντιπολίτευσης απέκρουε, σήμερα είναι το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ εκείνο που έχει ανάγκη τον Αλέξη Τσίπρα για να προχωρήσει η ουσιαστική εκκαθάριση της υπόθεσης των παρακολουθήσεων του Κυρ. Μητσοτάκη.

Εκτός κι αν ο Ν. Ανδρουλάκης δεν επιθυμεί τέτοια σε βάθος πολιτική εκκαθάριση, αλλά μόνο επικοινωνιακή εκμετάλλευση της υπόθεσης των παρακολουθήσεων ως το προνομικό θύμα τους. Δεν το πιστεύω αυτό! 

Μάλιστα, με τις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις ο Αλέξης Τσίπρας έχει απελευθερωθεί και από το μύθευμα-κλισέ της συζήτησης σχετικά με το πόσο είναι «έτοιμος» γα την πρωθυπουργία! Μύθευμα-κλισέ που ακόμη και υποστηρικτές του  συζητούν σοβαρά υπό το βάρος των τεχνητών παραμέτρων περί της «σταθερότητας» και της «σοβαρότητας», ως όρων για να πρωθυπουργεύσει κανένας. Κανένας αυριανός πρωθυπουργός και ποτέ δεν είναι τόσο «έτοιμος» όσο θα χρειαζόταν η χώρα σ’ έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο, για να αναλάβει αυτή την ευθύνη.

Ποιά άλλη απόδειξη θα χρειαζόμασταν άλλωστε, όταν «ο πιο έτοιμος παρά ποτέ άλλοτε» υποψήφιος πρωθυπουργός, δηλαδή ο Κυρ. Μητσοτάκης και κατά το αφήγημα των κύκλων που τον επέβαλαν, οδήγησε την Ελλάδα μέσα στα 3 χρόνια της πρωθυπουργίας του σε γενικευμένη και πολυεπίπεδη καταστροφή;  Ίσως, μάλιστα, και οι ίδιες οι λέξεις «σταθερότητα» και «σοβαρότητα» (που ιδίως για την πρώτη έδωσε μεγάλη μάχη τους περασμένους μήνες προκειμένου να την επιβάλλει ο Κυρ. Μητσοτάκης στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό διά των εξαγορασμένων από τη λίστα Πέτσα μέσων ενημέρωσης), τελικά δεν είναι κάτι άλλο από τις πολιτικές προδιαγραφές που ένα συγκεκριμένο πολιτικό, οικονομικό, επιχειρηματικό και μιντιακό μπλοκ εξουσίας, στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, προσπαθεί να παγιώσει ως το άκαμπτο δεδομένο του δήθεν όρου επιβίωσης της Ελλάδας.  

Στο κάτω-κάτω ένας πρωθυπουργός που στην προηγούμενη θητεία του πέτυχε δύο πράγματα (ανάμεσα σε πολλά άλλα) που έγιναν αποδεκτά με ενθουσιασμό από την διεθνή κοινότητα και με επαίνους, δηλαδή την έξοδο από τα μνημόνια και την υπογραφή της συμφωνίας των Πρεσπών, τί άλλο θα πρέπει να προσκομίσει ως αποδεικτικό στοιχείο ότι μπορεί να ηγηθεί της χώρας; Και πόσο συγκρίσιμα μπορεί να είναι αυτά αυτά τα δύο απτά πράγματα (και άλλα πολλά) με το λιβάνισμα εξαγορασμένων μέσων ενημέρωσης για την ομιλία στις ΗΠΑ του "ηγέτη παγκόσμιας εμβέλειας" (κατά τον αρκούντως ευτράπελο χαρακτηρισμό του κυβερνητικού εκπροσώπου);   

Ένας υποψήφιος πρωθυπουργός κανένα ένα άλλο εφόδιο δεν οφείλει να αποδεικνύει ότι διαθέτει και κουβαλάει στην φαρέτρα του, εκτός από την προσωπική πολιτική επάρκεια να αντιλαμβάνεται ρεαλιστικά τους συσχετισμούς των δυνάμεων που μέσα κι έξω από τη χώρα διαμορφώνουν τις εξελίξεις, ώστε να λαμβάνει τις οφέλιμες αποφάσεις για το δημόσιο συμφέρον και την πατρίδα. Ούτε ξένες γλώσσες πρέπει να μιλάει, ούτε επικοινωνιακές ανοησίες, όπως το να βγάζει τον κόσμο στα μπαλκόνια να χειροκροτήσουν τους αγωνιζόμενους κατά της πανδημίας υγειονομικούς πρέπει να κάνει, αντί να στηρίξει όσο περισσότερο μπορεί το δημόσιο σύστημα Υγείας στο μέτρο του ρόλου και των αρμοδιοτήτων του. Και, φυσικά, κοντά σ’ αυτά να έχει αποδείξει την τιμιότητά του παντοιοτρόπως και ταυτόχρονα την πίστη του στις δημοκρατικές διαδικασίες, αλλά και τον σεβασμό του στη λαϊκή βούληση, όπως αυτή εκφράζεται αυθεντικά από τις εξελίξεις και τις συμπεριφορές των πολιτών. Σε αντίστιξη με τις κατασκευασμένες πραγματικότητες από εξαγορασμένα κανάλια και εφημερίδες καθώς και τα φληναφήματα από στημένα τρολ του διαδικτύου. 

Γιατί, δηλαδή, ήταν καλύτερα προετοιμασμένος και «καταλληλότερος» ο Κυρ. Μητσοτάκης; Μήπως επειδή στοίβαξε πάνω σε δεμάτια από σανό το κοινό του για να του μιλησει, σ’ ένα από τα πιο γελοία πολιτικά σκηνικά στην ελληνική πολιτική ιστορία;  

Αλήθεια, υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα κανένας άλλος πολιτικός που να ανταποκρίνεται στα παραπάνω πληρέστερα από τον Αλέξη Τσίπρα; Αν ναι, ας εμφανιστεί ανοιχτά για να αξιολογηθεί κι εκείνος θετικά στη δημόσια σκηνή! Αλλιώς…       

Οι επικοινωνικακές επιλογές, όχι μόνο δεν μπορούν να είναι τα κεντρικά κρατήματα της πολιτικής ενός πρωθυπουργού, αλλά ταυτόχρονα τελικά είναι και επικίνδυνες. Όπως περίτρανα το έχουν αποδείξει οι εξελίξεις με την πανδημία, τα ελληνοτουρκικά, την οικονομία και τον πόλεμο στην Ουκρανία, όπου το μόνο που έχει απομείνει από τους ολέθριους χειρισμούς του «καλύτερα προετοιμασμένου παρά ποτέ άλλοτε»  πρωθυπουργού, δηλαδή του Κυρ. Μητσοτάκη, δεν είναι άλλο από τις γελοιότητες των χειροκροτημάτων στα μπλακόνια, την ώρα που χιλιάδες θάνατοι συμπολιτών μας θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί από τις ανεπάρκειες της κυβερνητικής πολιτικής στην Υγεία, όπως προειδοποιούσε επί μήνες η μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα (που ήταν το πρώτο που ομολόγησε πως «δεν εγνώριζε» ο Κυρ. Μητσοτάκης). Παράλληλα, απέμειναν οι σοβαρές τακτικές ήττες της Ελλάδας από την Τουρκία στην ανατολική Μεσόγειο, με το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο επί ελληνικής ΑΟΖ και οι τουρκικές έρευνες σε θαλάσσιες ζώνες, επί των οποίων η Ελλάδα φέρει αδιαπραγμάτευτα κυριαρχικά  και εκμεταλλευτικά δικαώματα. Και, βεβαίως, υπάρχει και ο πόλεμος στην Ουκρανία, που με αποκλειστική ευθύνη του πρωθυπουργού έχει οδηγήσει την Ελλάδα στην πιο μονομερή παρά ποτέ ένταξή της στο ταραγμένο διεθνές σκηνικό, φυσικά όχι προς όφελος των συμφερόντων της χώρας, αλλά και την ελληνική οικονομία σε δεινή θεση, με ταυτόχρονη δραματική απαξίωση του εισοδήματος των ελληνικών νοικοκυριών.  

Υπάρχουν και πολλά ακόμη σημεία που θα μπορούσαν να αναφερθούν εδώ επιβεβαιωτικά της έκτασης και του βάθους της καταστροφής σε βαρος της χώρας, που έχει προκληθεί την τελευταία τριετία. Αλλά τα παραπάνω και μόνον αρκούν και περισσεύουν για να δικαιολογήσουν απολύτως την βαθύτατη αίσθηση αποτυχίας που διαπερνά το σύνολο των ελλήνων για την απερχόμενη πρωθυπουργία. Ας μην πλατειάσω λοιπόν σε συζητήσεις για το αυτονόητο!   

Τέλος, λοιπόν, στη συζήτηση του πόσο «προετοιμασμένος» είναι ο ο Αλέξης Τσίπρας να αναλάβει την πρωθυπουργία! Δεν διαθέτει στοιχειώδες έρμα αυτή η συζήτηση για να ασχολούμαστε με κατασκευασμένα ζητήματα σε κρίσιμες περιστάσεις.      

Εξυπακούεται, επιπροσθέτως, ότι αρωγός στην ηγεσία του Αλάξη Τσίπρα θα πρέπει να είναι ένα κόμμα απαλλαγμένο από εσωτερικές σκιαμαχίες μεταξύ φραξιών για τη νομή της εξουσίας. Παρ’ ό,τι ο Τσίπρας στο πρόσφατο συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ έδειξε υπερβολική κατά τη γνώμη μου ανοχή στις ηγεσίες των εσωκομματικών φραξιονισμών, το στοίχημα αυτό δεν έχει κριθεί υπέρ των αποστεομένων γραφειοκρατών του κόμματος. Αντίθετα, η αμεσότητα της εκλογής του Αλέξη Τσίπρα στην προεδρία του κόμματος με ταυτόχρονη επιλογή τη διεύρυνση των κοινών απεύθυνσης του κόμματος και ακριβώς με επίκεντρο αυτή την άμεση εκλογή του προέδρου, έχει δημιουργήσει μια ισχυρή παρακαταθήκη απόκρουσης των παθογενειών που συμβάλλουν να συγκρατείται το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε μια κατάσταση ιδεολογικοπολιτικής ξηρασίας.

Επομένως, υπό τη συνθήκη ότι ως πρωθυπουργός απολογείται στο σύνολο του ελληνικού πολιτικού κοινού και όχι σε κομματικές ομάδες, ο Αλέξης Τσίπρας έχει τη δεδομένη νομιμοποίηση να παραμερίζει εσωκομματικές δουλείες, να λαμβάνει αποφάσεις και να δρα υπέρ της χώρας και του δημόσιου συμφέροντος, με αμεσότητα και αποτελεσματικότητα. (Ακόμη κι αν δεν το έχει ακόμη εμπεδώσει αυτό μέσα στο κόμμα του).  

Άλλωστε, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα, αρέσει-δεν αρέσει σε μερικούς, ο Αλέξης Τσίπρας είναι το μοναδικό πρόσωπο του εγχώριου ηγετικού πολιτικού δυναμικού στην Ελλάδα, που εκπληρώνει τις βασικές προϋποθέσεις να ηγηθεί της χώρας, σε αντίθεση με τα διάφορα σενάρια εναλλακτικών προσώπων για τον ίδιο ρόλο, που μόνο σε νέο κύκλο εξαρτήσεων της χώρας και κακώς νοούμενων συμβιβασμών παραπέμπουν την Ελλάδα, σε ώρες που χρειάζεται καθαρή και δημοκρατικά νομιμοποιημένη πορεία προς το μέλλον. 

Μέσα σ’ όλ’ αυτά, είναι αναμενόμενο ότι οι προσωπικές επιθέσεις σε βάρος του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα κλιμακωθούν ιδιαίτερα την προσεχή περίοδο, στην ύστατη προσπάθεια να αποδομηθεί όσο γίνεται το πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα.

Δεν θα απέκλεια ούτε και έναν καταιγισμό ψεύδους για να στηθεί αυτή η επιχείρηση. Ίσως θα ανέμενα ένα κορυφαίο ψέμα (τόσο μεγάλο και αυταπόδεικτο, ώστε να επιβιώνει η σκέψη καλοπροαίρετων αλλά τελικά αφελών «αναποφάσιστων» πως «δεν μπορεί να υπάρχει τόσο θράσος να ξεστομίζεται τόσο μεγάλο ψέμα, άρα κάποια βάση θα υπάρχει σ’ αυτό»). Άλλωστε, τίποτα δεν θα έκανε όσους έφεραν τον Κυρ. Μητσοτάκη και επιφύλαξαν αυτήν την καταστροφή για τους έλληνες να αποβάλουν την εν λόγω πολιτική «έξιν-δευτέρα φύσιν» τους. Εδώ δεν δίστασαν να πουν στους πολίτες αυτής της χώρας ότι δήθεν ο Αλέξης Τσίπρας ξεπούλησε το όνομα «Μακεδονία» στις Βρυξέλλες, με αντάλλαγμα τη μη περικοπή των συντάξεων! Τώρα θα φιλοτιμηθούν να πάψουν τα κραγαλέα ψεύδη;