Μολυβάκι

19 Μαρ. 2021

Η πολιτική φαντασίωση του «κέντρου»

σε συνθήκες κοινωνικής πόλωσης

Με μεγάλη προσοχή και επιμέλεια παρακολουθώ τα τελευταία χρόνια τη μετάλλαξη των γραφειοκρατικών υπολειμμάτων του ΠΑΣΟΚ υπό την αμφίεση του ΚΙΝΑΛ, από παράταξη της κοινωνικής προόδου σε μηχανισμό της πολιτικής συντήρησης. Το ενδιαφέρον μου έλκει την καταγωγή του από δύο στοιχεία:

- Το πρώτο αναφέρεται στη συστηματική κακοποίηση των πολιτικών παραδόσεων του πραγματικού  ΠΑΣΟΚ από τους σημερινούς κληρονόμους των τίτλων «ιδιοκτησίας» του. Μια πτυχή ιδιαίτερα ενοχλητική και προκλητική για πολλούς -ανάμεσά τους κι εγώ- που διατηρούμε αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα μνήμης για τη διαχείριση αυτών των παραδόσεων. Δικαιώματα, τα οποία θα ασκήσουμε πλήρως και χωρίς καμιά έκπτωση, αντιπαρατειθέμενοι για λόγους αρχής στους διαστρεβλωτές τους.

- Το δεύτερο αφορά στην προσπάθεια να κατανοηθούν οι λόγοι που κρατούν εγκλωβισμένους στον ίδιο συντηρητικό πολιτικό μηχανισμό μερικούς πολίτες, που γνωρίζω καλά ότι σε καμιά περίπτωση δεν συμφωνούν με τις απόψεις και την πολιτική του ΚΙΝΑΛ, αλλά παρ’ όλ’ αυτά το υπερψηφίζουν, προσφέροντας στον ιδεολογικοπολιτικό στρατηγικό αντίπαλό τους (μας), δηλαδή τη δεξιά, χρήσιμη και κρίσιμη στήριξη ανοχής ή και συμπόρευσης μαζί της. Προοδευτικοί πολίτες, που συγκαταλέγονται σε άλλον πολιτικό χώρο και σε άλλες αρχές, από αυτά τα οποία ορίζουν σήμερα το μικρό κόμμα  που ανέχονται, στο πλαίσιο μιας μεταφυσικής ελπίδας ότι δικαιούνται περισσότερα απ’ όσα τους δίνουν οι πολίτες με τη ψήφο τους και κάποια στιγμή θα τα αποκτήσουν. 

Ωστόσο, πέραν των προσωπικών κινήτρων ενασχόλησης με το ΚΙΝΑΛ, αυτό που πραγματικά ενδιαφέρει την εξέλιξη των πραγμάτων στον δημόσιο βίο μας, είναι η διεργασία μέσω της οποίας πολίτες, προοδευτικοί όπως είπα, συμβάλλουν στην ανοχή απέναντι σε μια κυβέρνηση, της οποίας οι ημέρες, τα έργα και οι παραλείψεις προφανέστατα αντίκεινται στις διακηρυγμένες ανοιχτά απόψεις τους. Και μάλιστα, με σοβαρότατο κόστος για τη χώρα και τους πολίτες στο σύνολό σχεδόν των ζητημάτων της δημόσιας ζωής.

Και επειδή προ ημερών κάποιος φίλος, σήμερα υποστηρικτής του ΚΙΝΑΛ, έκανε λόγο για «ξεκαθάρισμα λογαριασμών» απέναντι σ’ όσους αρνούνται κάθε ανοχή στο μπλοκ εξουσίας που κυβερνά τούτη την ώρα τη χώρα, ας θεωρηθεί το παρόν κείμενο αντίλογος σ’ αυτό το «ξεκαθάρισμα λογαριασμών». Με μια σημείωση: Αντίλογος, αλλά καθόλου στο πνεύμα και τον τύπο ενός «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών», που περισσότερο αντιθέσεις υποκοσμιακής κοπής θυμίζουν παρά οργανωμένο πολιτικό διάλογο. Θα είναι, λοιπόν, αντίλογος με θέσεις  και ιδεολογικοπολιτικές αναφορές!

Νομίζω πως η μείζονα πλάνη στην οποία εχουν εγκλωβιστεί πολιτικά (και πολλοί, πλέον, και ηθικά) οι υποστηρικτές του ΚΙΝΑΛ, εδράζεται στο μύθευμα περί αποχρώντος λόγου ύπαρξης στις σημερινές συνθήκες μιας παράταξης εκπροσώπου της πολιτικής των «ίσων αποστάσεων». Προφανώς εδώ νοούνται αυτές οι ίσες αποστάσεις ανάμεσα στην κυβέρνηση και την αξιωματική αντιπολίτευση! Κάπως έτσι, σε γενικές γραμμές, ορίζεται σήμερα ο χώρος του ΚΙΝΑΛ, από τους ίδιους τους οπαδούς του. 

Ωστόσο, έχω την εντύπωση ότι η πολιτική περιοχή εντός της οποίας διατείνεται πως φιλοδοξεί να δράσει (με  υπέρμετρη φιλοδοξία να διαδραματίσει μάλιστα και ρυθμιστικό ρόλο στις εξελίξεις) ο χώρος του ΚΙΝΑΛ, δεν έχει στα άκρα της δύο κόμματα, αλλά δύο ταξικές συγκροτήσεις, με βαθύτατες αντιθέσεις μεταξύ τους. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μια αντίθεση μεταξύ δύο αντίπαλων μεταξύ τους κομματικών γραφειοκρατικών συστημάτων και της εκατέρωθεν διατεταγμένης νομενκλατούρας γύρω από τα καθένα απ’ αυτά, όπως απεγνωσμένα προσπαθεί τεχνηέντως να εμφανίσει ο ίδιος χώρος. Αντίθετα, πρόκειται για μια αντίθεση με ισχυρότατες κοινωνικές αναφορές σε αντίπαλα μεταξύ τους ταξικά συστήματα, με πρωτοφανές για εδώ και δεκαετίες βάθος διαφοράς συμφερόντων ανάμεσά τους. Μ’ άλλα λόγια ομιλούμε για μια κοινωνική πόλωση που ανιχνεύεται διά γυμνού οφθαλμού και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ανάγεται σε τεχνητά στοιχεία του σημερινού σκηνικού.

Ποιά είναι η θέση που λαμβάνει το ΚΙΝΑΛ σ’ αυτήν την πασίδηλη ταξική αντιπαράθεση;  Από την τοποθέτηση αυτή αναδύεται η «αντικρισιμότητα» καθε κόμματος απέναντι στις κοινωνικές δυνάμεις τις οποίες το ίδιο δηλώνει πως επιθυμεί να εκπροσωπήσει στο πολιτικό σκηνικό.      

Εκτιμώ πως το ΚΙΝΑΛ, αντί για αυτοπροσδιοριστική ένταξή του στον «κοινωνικό μηχανισμό» της εποχής, τρέφει τη βαθύτατη πλάνη ότι αυτοτοποθετούμενο με όρους «πολιτικής γεωγραφίας» και όχι κοινωνικών αναφορών ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και τον ΣΥΡΙΖΑ, μπορεί να (ελπίζει πως) διατηρεί λόγο στις εξελίξεις, αποφεύγοντας να λαμβάνει θέση στις ταξικές αντιθέσεις της εποχής και της συγκυρίας.

Φυσικά, πρόκειται για πολιτική επιλογή  που δεν μπορεί να θεωρηθεί βιώσιμη και συν τω χρόνω θα αποδομείται και θα αποδυναμώνεται ολοένα και περισσότερο. 

Το πρόβλημα αυτό για το ΚΙΝΑΛ γίνεται ακόμη μεγαλύτερο και προσλαμβάνει υπαρξιακές διαστάσεις, συνεκτιμωμένου ότι οι ταξικές αντιθέσεις της συγκυρίας είναι οι βαθύτερες εδώ και πολλά χρόνια τώρα και τείνουν να καταστούν οριακό διακύβευμα για το μέλλον της χώρας, 200 χρόνια μετά την απελευθέρωση. Πολύ περισσότερο επειδή καμιά τάση άμβλυνσης τόσο του περιεχομένου όσο και της έντασης των ταξικών αντιπαλοτήτων έχει διαφανεί εδώ περισσότερα από 10 έτη, αντίθετα η πανδημία δημιουργεί συνθήκες μεγαλύτερου βαθέματος και φόρτισής τους.        

Για να γίνει πιο καθαρό το θέμα που θίγω, αν αναζητήσουμε ομοιότητες μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΚΙΝΑΛ, στο επίπεδο του πολιτικά παρεμβατικού λόγου των δύο κομμάτων  και τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, η μεγάλη διαφορά τους προκύπτει διά γυμνού οφθαλμού: Το ΠΑΣΟΚ, σε πλήρη αντίθεση με το ΚΙΝΑΛ, έλαβε σαφή θέση στο ταμπλό των ταξικών αντιθέσεων της εποχής του, ενώ το κομματικό σημερινό υπόλειμμά του προσπαθεί συστηματικά να δραπετεύσει απ’αυτήν την υποχρέωσή του στα παρόν σκηνικό. Το ΠΑΣΟΚ αναδιένειμε αποφασιστικά τον παραγόμενο πλούτο της εποχής του αναδιαμορφώνοντας δραστικά τον τότε κοινωνικό σχηματισμό. Δηλαδή «έχτισε» τον  χώρο κοινωνικής αναφοράς του και τον ανέδειξε σε κεντρικό παράγοντα του σκηνικού ταξικών αντιθέσεων της εποχής του, με αποτέλεσμα εξελίξεις στην κεντρική πολιτική σκηνή, απόρροια μιας κοινωνίας με αίσθηση λειτουργίας της με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης και εγκυρότητας ως προς τις διαδικασίες πολιτικής αντιπροσώπευσης.

Είναι η απόλυτη αντίστιξη με τη σημερινή παρέμβαση των υπολειμμάτων του ΠΑΣΟΚ, που αντιδρούν αποφασιστικά σε κάθε κίνηση αναδιανομής του παραγόμενου στις μέρες μας πλούτου (ευδιάκριτου κατά τα λοιπά πολιτικού αιτήματος, για την αποκατάσταση των κοινωνικών ισορροπιών, το οποίο αίτημα, μάλιστα, χαρακτηρίζουν στο ΚΙΝΑΛ περίπου γενικευμένα ως «λαϊκισμό», όποτε αυτό τίθεται). Με πρακτικό αποτέλεσμα να συμβάλλει το ΚΙΝΑΛ με τη στάση του στη διαιώνιση του παρόντος κοινωνικού σχηματισμού, που είναι ολοφάνερο ότι βρίσκεται σε οριακό σημείο ως προς την παροχή εγγυήσεων θεμελιωδών συνθηκών κοινωνικής δικαιοσύνης, ώστε να προκύπτει ή εν πάση περιπτώσει να τεκμαίρεται πολιτική ομαλότητα και κοινωνική ειρήνη. Άρα, το πλαστό αφήγημα ότι το ΚΙΝΑΛ είναι δήθεν δικαιωματικά συνεχιστής του ΠΑΣΟΚ καταπίπτει εξ αρχής στις κεντρικές πολιτικές προσλαμβάνουσες των σημερινών πολιτών, επειδή προσκρούει στην παντελή αναποτελεσματικότητά του να αντιπροσωπεύσει τις κοινωνικές δυνάμεις που θα μπορούσαν να του προσδώσουν λόγο και ρόλο στις εξελίξεις.      

Αν, όμως, το ΚΙΝΑΛ δεν μπορεί να είναι συνεχιστής του ΠΑΣΟΚ για τους λόγους που εξήγησα, τί άλλο θα μπορούσε να (λέει ότι) είναι; Εδώ, και υπό τον μανδύα του λεγόμενου πολιτικού «κέντρου» που φαίνεται να ικανοποιεί τη ρητορική της τωρινής ηγεσίας του, το ΚΙΝΑΛ εξ ίσου μηχανίστικα ενδύεται την εναλλακτική ταυτότητά του περίπου ως συνεχιστής της Ένωσης Κέντρου της περιόδου 1960-1974 και για λίγα χρόνια μετά την πτώση της χούντας.

Και εδώ, όμως, προκύπτουν ανυπέρβλητα εμπόδια πολιτικής πειστικότητας του ΚΙΝΑΛ έναντι των κοινών που θα επιθυμούσε να αντιπροσωπεύσει. Και τούτο, διότι το ίδιο με τις σημερινές θέσεις του απέχει παρασάγγας από τις πατριωτικές και δημοκρατικές παραδόσεις της Ένωσης Κέντρου και την αποφασιστική αντιδεξιά τοποθέτησή της στον κομματικό χάρτη της εποχής της.   

Κυρίως, όμως, το ΚΙΝΑΛ αποδεικνύεται απολύτως αδύναμο (ή απρόθυμο) να κατανοήσει ότι η χώρα για περίπου δύο δεκαετίες και ως αποτέλεσμα των πολιτικών που ασκήθηκαν αυτά τα χρόνια διάγει την ακόμη εν εξελίξει σκληρότερη ταξική αντιπαράθεση των τελευταίων δύο γενεών. Μια αντιπαράθεση, μάλιστα, ευθεία συνέπεια  της κατάρρευσης του παραγωγικού, καταναλωτικού, περιβαλλοντικού και  πολιτισμικού και δημοκρατικού μοντέλου, που δέσποσε στη χώρα (και όχι μόνον εδώ) περισσότερο από τις δύο τελευταίες δεκαετίες. Αν ούτ’ αυτό δεν κατανοεί το ΚΙΝΑΛ ως πυρήνα του αδιεξόδου στο οποίο έχει οδηγηθεί η χώρα, και εμμένει στην ερμηνεία περί λαϊκισμού και κρατισμού ως των δήθεν αιτίων της σημερινής βαθύτατης κρίσης, τότε πώς να «ανακαλυφθεί» το ΚΙΝΑΛ από τα πολιτικά κοινά αυτής της εποχής και να διεκδικήσει μέρισμα στις τρέχουσες διεργασίες πολιτικής αντιπροσώπευσης;

Μάλιστα, στο σημείο αυτό παρέχεται και η εξήγηση γιατί το ΚΙΝΑΛ προσλαμβάνεται από τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών (ανεξαρτήτως κομματικής προέλευσης, από αριστερούς έως και δεξιούς, τους τελευταίους ήδη να αντιλαβάνονται το ΚΙΝΑΛ ως εφεδρεία της ΝΔ) ως συντηρητική συνιστώσα του παρόντος πολιτικού σκηνικού. Διότι απόντος του ΚΙΝΑΛ από το πραγματικό «γήπεδο» άσκησης αντιπολίτευσης στις σημερινές συνθήκες και στη βάση του πασιφανούς αιτήματος ευρύτατων στρωμάτων να   ανακοπεί και να ανατραπεί η σημερινή κυβερνητική πολιτική, σχεδόν στο σύνολό της, η διακηρυττόμενη ουδετερότητα του μεταβάλλεται σε αρμό στήριξης των ανατρεπτέων πολιτικών, και μετατρέπεται σε εργαλείο ανοχής απέναντι σε μια προφανώς μη αρεστή διακυβέρνηση.                           

Υπάρχει και ένα τρίτο ταυτοτικό στοιχείο στο οποίο δηλώνει πως επενδύει το ΚΙΝΑΛ: Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία!

Όμως, και εδώ αναφύονται δύο σοβαρά προβλήματα που περιλέκουν την κατάσταση για το ΚΙΝΑΛ, αντί να την διασαφηνίζουν:

- Το πρώτο είναι ότι  ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία διέρχεται εδώ και μια 20ετία περίπου βαθύτατη ιδεολογικοπολιτική κρίση, που απειλεί να τη θέσει σε παγιωμένη σχέση βαθιάς αναξιοπιστίας με τα πολιτικά κοινά, τα οποία ως σήμερα εκπροσώπησε. Έτσι, ως μέρος μιας διευρωπαϊκής παραταξιακής αναφοράς σε αποδρομή ή εν πάση περιπτώσει σε συρρίκνωση, κανένας δεν μπορεί να αισθάνεται και να δηλώνει ικανοποιημένος και έτοιμος να υποστηρίξει αυτό το στοίχημα.         

- Το δεύτερο είναι (κι αυτό σε σημαντικό βαθμό εξηγεί και ευρύτερα την παραταξιακή και εκλογική απίσχνανση των ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών) ότι το «βαρύ ιδεολογικό πυροβολικό» του χώρου, δηλαδή το ιδεολόγημα ότι η σοσιαλδημοκρατία μπορεί συμμετέχοντας σε κυβερνήσεις να διασφαλίζει την ταξική ουδετερότητα του κράτους, σήμερα καταρρέει ηχηρά.        

Κυρίως, όμως και πάνω απ’ όλα εκείνο που αδυνατεί να αντιληφθεί το ΚΙΝΑΛ είναι ότι η επί περισσότερο από μία δεκαετία εντεινόμενη ταξική αντιπαράθεση ήδη έχει δημιουργήσει μια νέα γενιά εκλογέων, που δεν έχουν άλλες πολιτικές προσλαμβάνουσες παρά μόνο εκείνες του εγκάρσιου διαχωρισμού των πολιτών σε «προνομιούχους» και «μη προνομιούχους» -για να περιγράψω τις σημερινές κοινωνικές αντιθέσεις με την ακόμη ισχυρότατη και πολύ επίκαιρη λεκτική του ΠΑΣΟΚ. Και κάπως έτσι το ΚΙΝΑΛ  χάνει κάθε επαφή με τη δυνατότητα πρόσληψης των ίδιων των θεάσεων που διατηρούν ευρύτατα και ανερχόμενα ως προς το ειδικό πολιτικό βάρος τους στρώματα, και καθίσται γηραιός πολιτικός μηχανισμός με πρόταγμά του την επιδίωξη αναπαραγωγής του συστήματος που σήμερα κλονίζεται συθέμελα. Δηλαδή αισθάνεται έντονη δυσανεξία απέναντι σε καθε «αλλαγή». Μ’ άλλα λόγια, απέναντι σε ο,τιδήποτε όρισε καταλυτικά, ως ο πυρήνας της πολιτικής του ταυτότητας, το ΠΑΣΟΚ!

Και κάπως έτσι, επίσης και εν κατακλείδι, τεκμαίρεται και η αποδεικτική εγκυρότητα της εκτίμησης ότι το ΚΙΝΑΛ είναι ένα κόμμα της πολιτικής συντήρησης, ως φύσει και θέσει  αντιπαρατειθέμενος πολιτικός παράγων σε κάθε είδους αλλαγή.

Κάτι τελευταίο, αλλά όχι έσχατο! Η ψευδαίσθηση ότι το ΚΙΝΑΛ θα συντηρήσει πειστικότητα και θα συντηρηθεί και το ίδιο ως δήθεν απαραίτητο στο σημερινό κομματικό σκηνικό, με τη συστηματική προσπάθεια απαξίωσης των κομμάτων (και κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ) που διεκδικούν  να εκπροσωπήσουν τις σημερινές κοινωνικές δυνάμεις και τα συμφέροντά τους, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Διότι ακόμη κι αν τα κόμματα αυτά αποτύχουν στην προσπάθειά τους, η «κοινωνική μηχανική» του βάθους των σημερινών ταξικών αντιθέσεων, είτε θα διοχετευθεί  σε άλλα κόμματα που θα αντικαταστήσουν όσα αποτύχουν στην προσπάθεια αυτή, είτε θα απορρεύσει σε ακροδεξιές κατευθύνσεις, με τις ευρύτερες αρνητικότατες συνέπειες της υπόθεσης. Κι αυτό το τελευταίο θα ήταν ό,τι πιο θλιβερό για το ΚΙΝΑΛ, που αναμασώντας το μύθευμα  ότι δήθεν ήταν ο ΣΥΡΙΖΑ που έφερε τη σημερινή νεομητσοτακική δεξιά στην εξουσία, θα κληθεί στη συνέχεια υπό την ίδια χαοτική λογική του βλακώδους επιχειρήματος  να δώσει εξηγήσεις για τη συμβολή του στην ενίσχυση της ελληνικής ακροδεξιάς.                    

 

 

 

 

14 Μαρ. 2021

4+1 αποδείξεις ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης

δεν καταλαβαίνει τί συμβαίνει στη χώρα

επί πρωθυπουργίας του

H τελευταία εμφάνιση Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή επιβεβαίωσε ακόμη και στα μάτια υποστηρικτών του, ότι «κάτι συμβαίνει» με τον πρωθυπουργό! Γι’ αυτό και παρέλκει κάθε -ούτως ή άλλως άχαρη- συζήτηση σχετικά με το ποιός κέρδισε ή έχασε στη Βουλή: Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ή ο Αλέξης Τσίπρας!

Το πρόβλημα εκφεύγει πλέον των τρεχόντων κομματικών διαγκωνισμών και οφείλουμε να το προσεγγίσουμε  με όρους ανίχνευσης των συνεπειών που προκύπτουν για όλους μας, από την  διατήρηση του συγκεκριμένου προσώπου στην πολιτική ηγεσία της χώρας. Όχι από σκοπιά σχετιζόμενη με ιδεολογικοπολιτικές απόψεις, με τις οποίες μπορεί κανένας να συμφωνεί ή να διαφωνεί μαζί του, αλλά επειδή κάτω από ένα όριο δυνατοτήτων πρόσληψης των συμβαινόντων από μια πολιτική ηγεσία, οι επιπτώσεις  για τη χώρα γίνονται δραματικές.

Συμβαίνει αυτό με τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Δεν μπορώ να το γνωρίζω! Ούτε ξέρω ποιοί μπορεί να το γνωρίζουν -εφόσον υπάρχει τέτοιο πρόβλημα. Είμαι, όμως, παρών κι εγώ, όπως το σύνολο των πολιτών, σε μια σκηνική πολιτική πραγματικότητα εδώ και καμιά 20αριά μήνες, η οποία όχι μόνο γεννά πια σοβαρά προβλήματα ανταπόκρισης στην προσλαβανόμενη εντύπωση του μέσου πολίτη σχετικά με την ετοιμότητα (ή την ικανότητα) του πρωθυπουργού να διατηρεί στοιχειώδη επαφή με τα αληθή στοιχεία της εξέλιξης, αλλά παράγει ήδη κλονισμό στον ελάχιστο απαιτούμενο βαθμό εμπιστοσύνης από τους πολίτες προς την ηγεσία τους, ώστε να μπορεί  να λειτουργεί  η κυβέρνηση και η εκτελεστική εξουσία.

Αν, μάλιστα, η συγκυρία έχει οδηγήσει τη χώρα στην τέλεια καταιγίδα πανδημίας, οικονομικής καταστροφής, δημοκρατικής εκτροπής και ολοφάνερης απειλής για τα μείζονα συμφέροντα της χώρας στο μέτωπο των κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων της στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο ενώπιον της παγκόσμιας κοινότητας, τότε πρέπει να είμαστε διπλά προσεκτικοί. Γιατί αυτό συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα! Η ικανότητα και ετοιμότητα του πρωθυπουργού να ανταποκριθεί στα καθήκοντά του σε τέτοιες συνθήκες, πρέπει να αποδεικνύεται και να επαναβεβαιώνεται διαρκώς και αδιάκοπα! Αλλιώς, υπάρχει πρόβλημα! 

Επίσης, θεωρώ ότι δεν μπορεί να θεωρείται για λόγους κοινωνικής ευπρέπειας απαγορευμένο το θέμα της φυσικής, νοητικής ή άλλων αιτίων ανικανότητας μιας πολιτικής ηγεσίας. Αυτό είναι ζήτημα τόσο μεγάλης σημασίας για τη χώρα και τους πολίτες, που δεν μπορεί να σπρώχνεται κάτω απ το χαλάκι καμιάς σκοπιμότητας!

Έτσι, καμια πρακτική λύση στο τυχόν πρόβλημα ανικανότητας του πρωθυπουργού παράγεται από το ότι «έχει εκλεγεί». Ιδίως, αν η εκλογή του έχει σε στηριχτεί κατά κόρον σε μια συστημική εμπέδωση μιας ομολογημένα πλέον πλασματικής εικόνας σε πολύ μεγάλο μέρος του πολιτικού σκηνικού όταν εξελέγη. 

Φυσικά, όταν ομιλώ περί βάσιμου ενδεχόμενου να έχει κλονιστεί η επιστοσύνη των πολιτών απέναντι στον πρωθυπουργό, δεν ομιλώ άνευ αποδείξεων! Είναι πολλές, πάμπολλες, οι αποδείξεις, αλλά για να μην παρελθοντολογούμε, θα περιοριστώ μόνο σε μερικές από την τελευταία ομιλία του στη Βουλή.

1. Ρώτησε ο πρωθυπουργός μας, αν σε καμιά άλλη χώρα της ΕΕ γίνονται αυτήν την εποχή διαδηλώσεις εν μέσω πανδημίας! Δεν μπορώ να διανοηθώ πως όταν έθεσε το ερώτημα δεν εγνώριζε ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα σ’ ολόκληρη την Ευρώπη που οι πολίτες της έχοντας βγει για επιτρεπόμενη και κατόπιν αδείας βολτούλα το μεσημέρι σε πλατείες αστικών κέντρων, δέρνονται ανηλεώς από μπάτσους με κουμπούρια και μαγκούρια.

Υποθέτοντας, λοιπόν, πως το εγνώριζε γεννάται το ερώτημα: Δεν καταλαβαίνει το ανόητον του πράγματος;

Συζητώντας με κάποιον φίλο, μου επεσήμανε ότι ο πρωθυπουργός προσέφυγε σ’ αυτό το ερώτημα, ρητορική αδεία, για να εξηγήσει στη συνέχεια πως το περιστατικό της Νέας Σμύρνης είναι μεμονωμένο. Εδώ, όμως, το πράγμα γίνεται χειρότερο για τον ίδιον τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Διότι αποκλείεται ο πρωθυθπουργός να μην τελεί εν γνώσει των περιστατικών  Ινδαρέ και Μάγγου καθώς και της καταιγίδας καταγγελιών που έχει κατακλύσει τον Συνήγορο του Πολίτη για περιστατικά αστυνομικής βίας κατά πολιτών! Άλλωστε, κατά δήλωσή του τα παρακολουθεί αυτά τα περιστατικά. Ποιά μεμονωμένα; Αστειευόμαστε;

2. Μέσα σε λίγες μέρες ο Κυριάκος Μητσοτάκης, την αρχή της εβδομάδας και κατά την  ομιλία του στη Βουλή, επανέλαβε δύο φορές ενώπιον εθνικού ακροατηρίου ότι η ύφεση που σημειώθηκε στην Ελλάδα το 2020, τρίτη χειρότερη επίδοση στην ευρωζώνη  και αισθητά μεγαλύτερη από τον μέσο όρο στην ίδια περιοχή, είναι μια επιτυχία για τη χώρα! 

Δεν χρειάζεται να προστεθεί κάτι άλλο επ’ αυτού! Το πρόβλημα είναι ολοφάνερο!       

3. Ισχυρίστηκε ευθέως ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην ομιλία του ότι όποιο κόμμα σήμερα μιλάει για τη δραματική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα στη διαχείριση της πανδημίας, κάνει κακό, διότι πλήττεται η εικόνα της Ελλάδας στον κόσμο. Δεν κατανοεί άραγε ο πρωθυπουργός ότι για να έλθουν οι ξένοι στη χώρα μας δεν θα τους ξεγελάσουμε με τα καθρεφτάκια του ψεύτικου αφηγήματος ότι τα τα πάμε καλά με την πανδημία, όταν ο κορονοϊός θερίζει και δεν υπάρχουν πλέον ΜΕΘ ούτε για τους Έλληνες; Κι αλήθεια, όταν εκείνος έλεγε τα ασύστολα ψεύδη ότι η τότε κυβέρνηση Τσίπρα είχε ανταλλάξει το όνομα Μακεδονία με τη μη περικοπή των συντάξεων, επέμενε ότι η χώρα βρισκόταν υπό τέταρτη μνημονιακή επιτροπεία, ενώ δεν ήταν, και δήλωνε ψευδέστατα ότι η χώρα δήθεν έχει καταγράψει ζημία 100-200 δισ. ευρώ από τη διακυβέρνηση Τσίπρα η χώρα ωφελείτο;  

4. Επικαλέστηκε, τέλος, ο πρωθυπουργός μιλώντας στη Βουλή, μια μελέτη για να αποδείξει ότι οι διαδηλώσεις «κολλάνε». Συγκεκριμένα είπε ότι ο κορονοϊός μεταδίδεται με τις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας για να υποστηρίξει στην ουσία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διασπείρει τον κορονοϊό αφού υποστηρίζει τις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας κατά της αστυνομικής καταστολής.

Εδώ αντί για δικό μου αντίλογο, αναπαράγω τί υποστήριξε επ’ αυτού ο κ. Δ. Αναστασίου. Εγραψε ο κ. Αναστασίου:

"Η Προβληματική Κατανόηση μιας Έρευνας

Παρακολουθώ την απάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή και φτάνω στο 17ο λεπτό της ομιλίας του που αναφέρεται σε μια έρευνα όπως λέει του Πανεπιστημίου Huboldt για να υποστηρίξει ότι ο κορονοϊός μεταδίδεται με τις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας για να υποστηρίξει στην ουσία ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διασπείρει τον κορονοϊό αφού υποστηρίζει τις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας για την αστυνομική καταστολή.

Ας αφήσουμε στην άκρη το απλό γεγονός ότι εάν δεν υπήρχε η αστυνομική καταστολή θα εξέλιπαν και οι λόγοι για διαδηλώσεις διαμαρτυρίας και ας δούμε τι ΔΕΝ κατάλαβε ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

1. Η έρευνα έχει τίτλο τον "Spreading the Disease:

Protest in Times of Pandemics" δηλ. "Διασπείροντας την ασθένεια: Διαμαρτυρία στα χρόνια της πανδημίας" όπως σωστά την διάβασε στα αγγλικά ο πρωθυπουργός και μετά την κουνούσε στον αέρα επί 45 περίπου δευτερόλεπτα μέχρι που την κατέθεσε στα Πρακτικά της Βουλής. Είναι των Martin Lange και Ole Monscheuer. Ο πρώτος συγγραφέας της μελέτης συνδέεται με το ZEW – Leibniz Centre for European Economic Research στο Mannheim και ο δεύτερος με το Πανεπιστήμιο Huboldt. Η έκδοση όμως του Discussion Paper είναι του ZEW όχι του Πανεπιστημίου Huboldt. Λεπτομέρεια θα πείτε αλλά δείχνει μια απροσεξία ή μια μικρή έλλειψη κατανόησης.

2. Από την πρώτη πρόταση της Περίληψης και τις πρώτες παραγράφους της μελέτης ένας οποιοσδήποτε μεταπτυχιακός φοιτητής θα καταλάβαινε ότι η έρευνα αφορά στις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας από αρνητές του κορονοϊού τον Νοέμβριο του 2020 στη Γερμανία.  Η μελέτη εκτιμά ότι αυξήθηκαν σημαντικά τα ποσοστά μόλυνσης στις περιοχές προέλευσης των διαδηλωτών μετά από αυτές τις διαδηλώσεις. Παρακολούθησε ιδιαίτερα το πως οι αρνητές διαδηλωτές μετακινήθηκαν με τα λεωφορεία και σύγκριναν την εξέλιξη των ποσοστών μόλυνσης σε περιοχές με και χωρίς τέτοια λεωφορεία μετά από δύο διαδηλώσεις μεγάλης κλίμακας. Οι επιπτώσεις ήταν πιο έντονες σε περιοχές όπου υπήρχαν στάσεις λεωφορείων. Οι περιοχές που είχαν υψηλότερη  μετακίνηση με λεωφορεία στις διαδηλώσεις είδαν και υψηλότερες αυξήσεις σε λοιμώξεις COVID-19 μετά τις διαμαρτυρίες σε ένα ποσοστό αύξησης 35.9%.

3. Στην εισαγωγή τους (σελ. 3) οι ερευνητές διευκρινίζουν ότι "οι μεγάλες συγκεντρώσεις δεν συμβάλλουν αυτομάτως στην αύξηση των περιστατικών COVID-19, όπως δείχνουν οι Dave et al. (2020). Η μελέτη τους εξετάζει τον αντίκτυπο που έχουν οι συγκεντρώσεις Black Lives Matter στην εξάπλωση της COVID-19 και βρίσκει ότι αυτές οι διαδηλώσεις -στις οποίες οι συμμετέχοντες συμμορφώθηκαν σε μεγάλο βαθμό με τις στρατηγικές περιορισμού- δεν έχουν καμία ή έχουν μονάχα οριακή επίδραση στις μολύνσεις COVID-19".

Και συνεχίζουν (σελ. 3):

"Αναλύοντας την επίδραση των πολιτικών διαμαρτυριών μεγάλης κλίμακας, όπου οι συμμετέχοντες παραβιάζουν εσκεμμένα τους υγειονομικούς κανόνες, η μελέτη μας σχετίζεται άμεσα με την ισορροπία (trade-off) που υπάρχει όταν οι πολιτικές ελευθερίες βρίσκονται σε αντίθεση με τις πολιτικές δημόσιας υγείας. Το δικαίωμα των πολιτών να διαμαρτύρονται είναι ο ακρογωνιαίος λίθος των σύγχρονων δημοκρατιών."

ΑΠΟΡΙΕΣ

1. Δεν διάβασε τίποτα παρά μόνο τον τίτλο ο Πρωθυπουργός;

2. Ή διάβασε αλλά δεν κατάλαβε ούτε την Περίληψη αλλά ούτε και την Εισαγωγή;

3. Ή απλά έκανε ότι δεν κατάλαβε για να εντυπωσιάσει, όποτε ανακύπτει πολιτικό ζήτημα παραπλάνησης του κοινοβουλίου.

Δεν σχολιάζω παραπέρα αλλά όπως και να έχει είναι θλιβερό.

ΣΗΜ 1: Εδώ ο σύνδεσμος για την εν λόγω μελέτη https://papers.ssrn.com/sol3/papers.cfm?abstract_id=3787921

ΣΗΜ 2: Και εδώ η μελέτη των Dave et al. (2020) για τις διαμαρτυρίες μετά τον φόνο του Τζόρτζ Φλόιντ που συντάραξαν κάθε μεγάλη πόλη των ΗΠΑ αλλά οι ερευνητές εκτιμούν ότι δεν είχαν ουσιαστική επίδραση στην επέκταση της COVID-19 λόγω των μέτρων που πάρθηκαν.

https://www.iza.org/.../black-lives-matter-protests»

(Η αναρτηση του κ. Αναστασίου εδώ: https://www.facebook.com/dimitris.anastasiou.79)

Αυτοι είναι οι 4 (ενδεικτικοί) λόγοι-αποδείξεις, επί τη βασει των οποίων υποστηρίζω πως αποδεικνύουν ότι ο πρωθυπουργός είναι τελείως ακατάλληλο πρόσωπο για τον ρόλο και πρέπει το ταχύτερο να απομακρυνθεί.

Τελειώνω με μια παρατήρηση σχετικά με τις επιπτώσεις της παρουσίας ενός ακατάλληλου (δηλαδή, τελικά, επικίνδυνου) προσώπου στην πρωθυπουργία της Ελλάδας: Ο έλληνας κεντρικός τραπεζίτης Γιάννης Στουρνάρας, προ ημερών υποστήριξε ανοιχτά την αντίθεσή του στην λόγω των συνθηκών της πανδημίας προοπτική διαγραφής χρέους στην Ευρώπη. Ωστόσο, πρόκειται για μια συζήτηση, που όχι μόνο έχει ανοίξει για τα καλά, αλλά στην υπόστήριξή της έχουν αρχίσει να προστρέχουν ολοένα και περισσότεροι -ανάμεσά τους και επίσημα χείλη στην ευρωζώνη.

Αλήθεια, μπορεί η Ελλάδα να τάσσεται κατά αυτού του αιτήματος; Ο πρωθυπουργός όφειλε ήδη να έχει καλέσει τον κ. Στουρνάρα και να συζητήσουν αυτήν την άποψη, που σαφέστατα στρέφεται κατά  των συμφερόντων της χώρας μας. Άντε να δεχτώ ότι δεν ήθελε να παρέμβει στο έργο του κ. Στουρνάρα. Τότε θα όφειλε να έχει καλέσει τον υπουργό των Οικονομικών και να του επιβάλλει να εκφράσει την επίσημη ελληνική θέση, ότι η χώρα μας είναι ανοιχτή και θετικά διακείμενη απέναντι σ’ αυτό το ενδεχόμενο. Προσέξτε: Δεν λέγω ότι η κυβέρνησή μας έπρεπε να είναι η επισπεύδουσα σε μια τέτοια δήλωση. Από την ώρα, όμως που ο έλληνας κεντρικός τραπεζίτης έθεσε αυτό το ζήτημα, ο πρωθυπουργός δεν έπρεπε να έχει ξεκαθαρίσει ποιά είναι η στάση της Ελλάδας επ’ αυτού; Αλλ’ έστω και τώρα: Ποιά είναι θέση της Ελλάδας στη συζήτηση που έχει ανοίξει σχετικά τη διαγραφή χρέους λόγω της πανδημίας; Δυστυχώς, εκτιμώ ότι Κυριάκος Μητσοτάκης αδυνατεί να κατανοήσει τον ρόλο και τις υποχρεώσεις του σ’ αυτό το τεράστιας σημασία ζήτημα για το σύνολο των νοικοκυριών της Ελλάδας.

Αν, πάλι, η κυβερνητική σιωπή εδώ είναι συνειδητή επιλογή του πρωθυπουργού και δεν έχω δίκιο εγώ που βλέπω φυσική αδυναμία να ασκήσει τα καθήκοντά του, τότε ακόμη χειρότερα!  

 

 

 

 

12 Μαρ. 2021

Οι μάσκες των υποστηρικτών

Μέσα από τις στάχτες μιας μέχρι πριν λίγες μέρες φιλήσυχης γειτονιάς αναδύονται οι οσμές μιας αδιανόητης ιστορίας: Μέσα στην οργανωμένη απροσχημάτιστη προσπάθεια να αλλάξουν ειδησεογραφικά τα χέρια που χτύπησαν και να μεταμφιεστούν ως διά μαγείας σε κορμιά που δήθεν δέχτηκαν τα χτυπήματα (τους επιτέθηκαν, λέει, 30 αναρχικοί), άρκεσε μια μικρή διαρραγή στον ορυμαγδό ψεύδους που έχει κατακλύσει τον δημόσιο βίο μας (σε τέτοιον βαθμό, ώστε να δύναται αυτό το ψεύδος να έχει εκλέξει την κυβέρνηση) για να καταπέσει το μεγάλο σκηνικό της εκτροπής σε βασανιστικά αργή κίνηση, που παρακολουθούμε εδώ και 20 μήνες.

Κάπως έτσι καταλαβαίνω εγώ τα γεγονότα των τελευταίων ημερών!

Όταν από την αρχή ακόμη του δράματος που βιώνει η χώρα μας αναφέρθηκα στην ανάγκη να είμαστε προσεκτικοί απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη, ως πρόσωπο-φορέα μιας συγκεκριμένης αντίληψης οικογενειακού αυτοπροσδιορισμού για την πολιτική και την ενάσκησή της, πολλοί στην άποψή μου αυτή αντέδρασαν με φληναφήματα ότι είναι αήθεια η προσφυγή στον καταλογισμό της «οικογενειακής ευθύνης» για να αξιολογηθούν δημόσια πρόσωπα. Ο αντίλογος, σ’ εκείνη τη στάση ορκισμένης αντιπαλότητάς μου με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ήταν ότι όφειλα να του παραχωρήσω ευρύχωρα περιθώρια να κριθεί εκ του αποτελέσματος.  

Βεβαίως, η αλήθεια είναι ότι εγώ ουδέποτε απέδωσα ευθύνες στον Κυριάκο Μητσοτάκη για τις συντριπτικές αμαρτίες του πατέρα του, όπως μου αποδόθηκε. Αντί γι’ αυτό πίστευα και έλεγα -κι ακόμη το πιστεύω και το υποστηρίζω- ότι μεγαλώνοντας μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο πολιτικό και οικογενειακό περιβάλλον, αν μέλλει αργότερα να διαδεχτείς ρόλους και δημόσιες συμπεριφορές, είναι πρακτικά αδύνατο να δράσεις εκτός των παθών  που σε περιέβαλαν εξ απαλών ονύχων. Κι αν τα πάθη αυτά, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, ήταν πάθη διακατεχόμενα από αισθήματα αναδυόμενα από εποχές εγκάρσιων και βαθύτατων διχασμών, πώς θα μπορούσε ποτέ να κυριαρχήσει μια αγαθή εκδοχή της πολιτικής; Είναι λες και το μίσος για ό,τι απεχθάνθηκε ο γονιός σου, διατηρεί μια παράδοξη εγκεφαλικά γενετική σχέση με σένα τον ίδιον. Έχεις ήδη λάβει θέση στο σκηνικό των αντιπαλοτήτων της εποχής σου, που κατά τα άλλα αφικνούμενος ως πρωθυπουργός υποσχέθηκες ότι θέλεις να λειάνεις. Δηλαδή, αδυνατείς θέσει, έργω και λόγω να αμβλύνεις αντιθέσεις, αφού συ ο ίδιος έχεις καταστεί διάδικο μέρος του διχασμού, πριν ακόμη σου ανατεθεί ο ρόλος.

Αν, μάλιστα, το έχεις κάνει πριν ακόμη αναλάβεις την ηγεσία της χώρας, ως εκλεκτός των «δικών» σου και «μπροστινός» του ψεύδους που ακατάσχετα εξέμμεσες στο πλαίσιο μιας αηθέστατης επικοινωνίας αποστερημένης από κάθε αγωνία σύνδεσης με πολιτικά ήθη, και έτσι έχεις συμβάλλει κι εσύ ο ίδιος στην εμβάθυνση του διχασμού, προσθέτοντας νέα ανδραγαθήματα στο οικογενειακό ιστορικό, θέλει πολύ θράσος να προσποιείσαι ότι σε αδικούν όποιοι μιλούν για το παρελθόν το πολιτικό που σε διαμόρφωσε!  

Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια πρωτοφανούς βάθους, έκτασης και έντασης επιχείρηση διασποράς διχασμού, από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, πριν ακόμη ο Κυριάκος Μητσοτάκης «πάρει τη δουλειά». Ήδη γνωρίζαμε! Και γνωρίζαμε πολύ καλά!

Οι ιστορίες με τη δήθεν ανταλλαγή του ονόματος «Μακεδονία» με τη μη περικοπή των συντάξεων, τα δήθεν 200 δισ. που κόστισε στους έλληνες η διακυβέρνηση Τσίπρα, η προσεκτικά οργανωμένη συνομωσία συγκάλυψης του μεγαλύτερου σε δημοσιονομικό κόστος σκανδάλου στην ελληνική πολιτική ιστορία, του σκανδάλου της Novartis, και πολλά άλλα, ήταν επαρκέστατο δείγμα γραφής, προανάκρουσμα εύγλωττο όσων συμβαίνουν σήμερα.

Όποιος δεν παρατήρησε το εν λόγω δείγμα γραφής (του διέφυγε;) ή το παραμέρισε ανευθύνως, σήμερα οφείλει διπλές εξηγήσεις: Από τη μία, επειδή η αφροσύνη του προκάλεσε όλο αυτό το κακό που σήμερα διαλύει την καθημερινότητα και τις ίδιες τις ζωές μας. Από την άλλη, επειδή έχει πλέον πλήρως επιβεβαιωθεί η απ’ ευθείας «αναπαραγωγική συσχέτιση» της παρουσίας του Κυριάκου Μητσοτάκη στον δημόσιο βίο μας, όπως ο ίδιος το κατανοεί και λειτουργεί, με αποφάσεις και έργα που πλήττουν κατάστηθα τη δημοκρατία. 

Ο πυρήνας των πολιτικών ομοιοτήτων, όμως, που ανιχνεύονται αναμεσα στον Κυριάκο Μητσοτάκη έχει και μια ακόμη «γενετική» πτυχή, ίσως τη σημαντικότερη απ’ όλες: Πρόκειται για διχασμό που στην εγκατάσταση και εμπέδωσή του ανάμεσα στους πολίτες συμβάλλει ο σημερινός πρωθυπουργός, όχι στο πλαίσιο μιας πολιτικής ιδεολογίας ως βασικού πολιτικού χαρακτηριστικού του έργου του, αλλά περισσότερο ως μέρος μιας κίνησης προαγωγής πολιτικών και επιχειρηματικών συμφερόντων με ονοματεπώνυμο, του δικού του επωνύμου συμπεριλαμβανομένου.

Θεωρώ την ιδιοποίηση από πολιτικές ηγεσίες της έννοιας του «δημόσιου συμφέροντος» για να προαχθούν αντί γι’ αυτό συμφέροντα των ελίτ, ακραίο απαξιωτικό φαινόμενο για έναν πρωθυπουργό. Και στην περίπτωση Κυριάκου Μητσοτάκη, το θλιβερό φαινόμενο συντρέχει πλήρως, σε αντίστιξη με όλους τους πρωθυπουργούς που προηγήθηκαν –με εξαίρεση τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη! Η χειρότερη εκδοχή του διχασμού είναι όταν αυτός γεννιέται από συστοιχίες επιδίωξης προαγωγής επί μέρους συμφερόντων και όχι από διενέξεις πολιτικών ιδεολογιών!        

Σ’ αυτό το σημείο ακριβώς είναι που ανιχνεύεται ένα πολύ ενδιαφέρον επάλληλο φαινόμενο: Η αυθόρμητη τάση των υποστηρικτών του Κυριάκου Μητσοτάκη να νομιμοποιούν την εκτροπή και να τεκμηριώνουν τον παραλογισμό. Ένα τελευταίο παράδειγμα αυτού του φαινομένου ήταν η θριαμβολογία για την ύφεση περισσότερο από 8%, τρίτη χειρότερη επίδοση στην Ευρώπη, που εχει φέρει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην ελληνική οικονομία.      

Φυσικά, δεν μπορώ να πιστέψω ότι νοήμονες και μορφωμένοι άνθρωποι (ας πω ένα τυχαίο όνομα, Αρίστος Δοξιάδης) πραγματικά πιστεύουν ότι ύφεση περισσότερο από 8% και διπλάσια από τον μέσο όρο της ΕΕ προσφέρεται για πανηγυρισμούς, όπως έκανε ο σημερινός πρωθυπουργός  και ο ίδιος ο υπουργός του επί των Οικονομικών!

Τί είναι, όμως, αυτό που συμπαρασύρει νοήμονες και μορφωμένους ανθρώπους, όπως είπα, σε ταυτίσεις και υποστήριξη της εξόφθαλμης βλακείας; Νομίζω πως είναι κάτι, που κάθε άλλο παρά βλακεία είναι: Είναι η απόλυτη (ως μέσο εσωτερικής ατομικής δικαίωσης αλλά και ως μέσο βιοπορισμού, δηλαδή καθαρή περίπτωση προσωπικού συμφέροντος και στον αντίποδα του δημόσιου συμφέροντος) ταύτιση με μικροσκοπιμότητες, που δεν δικαιούνται να μεταμφιέζονται σε «πολιτική». Ένα είδος «μπίζνας» είναι και τίποτα περισσότερο! Και αυτό αφορά και σε συνδοιπόρους του σημερινού μπλοκ εξουσίας που κυβερνά τη χώρα!

Νομίζω πως ο Κυριάκος Μητσοτάκης οφείλει στους υποστηρικτές του τουλάχιστον να μην τους φέρνει σε δύσκολη θέση, υποχρεώνοντάς τους να υποστηρίζουν δημόσια ανοησίες.  

 

 

 

 

6 Μαρ. 2021

Το τέλος του Κυπριακού
-όπως το ξέραμε

Σε 7 εβδομάδες από σήμερα ξαναρχίζει η συζήτηση για το Κυπριακό, υπό τη διεθνή του διάσταση, όπερ μεθερμηνευόμενο σημαίνει ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής της Τουρκίας σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η διάσταση αυτή του Κυπριακού, είναι το ανυπέρβλητο για την Άγκυρα πρόβλημα, εδώ και 46 χρόνια. Η παγκόσμια κοινότητα ποτέ ως σήμερα δεν αποδέχτηκε τους τουρκικούς ισχυρισμούς περί δήθεν δίκαιας παρέμβασης, προβλεπόμενης από την ιδρυτική πράξη της Κυπριακής Δημοκρατίας (Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, 1959) υπό την ιδιότητά της ως εγγυήτρια δύναμη! Και η διεθνής κοινότητα δεν έχει και κανένα λόγο μελλοντικά να αποδεχτεί τέτοιες απόψεις. Πολύ περισσότερο όλος ο υπόλοιπος κόσμος (ισλαμιστικός ή οποιασδήποτε άλλης θρησκείας ή εθνικής και πολιτισμικής καταγωγής) έχει απορρίψει τις τουρκικές θριαμβολογίες ότι το Κυπριακό λύθηκε το 1974 με την εισβολή και την κατοχή..
Έτσι η Τουρκία, σύρεται θέλοντας και μη στην Άτυπη Διάσκεψη για το Κυπριακό, 27-29 Απριλίου στην Γενεύη.

Φυσικά, η Τουρκία αν μπορούσε να παραμερίσει τις συνέπειες της απομόνωσής της δεν θα είχε κανένα λόγο να παρευρεθεί στις διαβουλεύσεις στη Γενεύη. Θα διακήρυττε την επανάληψη της θεωρίας της ότι «το Κυπριακό λύθηκε το 1974 με την εισβολή και την κατοχή» και οι διπλωμάτες της στις 26-27 Απριλίου θα πέρναγαν ένα ήσυχο διήμερο. Γνωρίζει (και κυρίως κατανοεί), όμως, ότι ούτε το Κυπριακό λύθηκε το 1974, ούτε μπορεί ποτέ η συνέχεια αυτής της υπόθεσης να ρυθμιστεί με μονομερείς τουρκικές κινήσεις. Η Κυπριακή Δημοκρατία εκ συστάσεως έχει συγκροτηθεί ως πολυεθνικό κράτος (ένα από τα πρώτα μεταπολεμικά με τέτοια χαρακτηριστικά, και μη ομόσπονδο) και ακριβώς ο ρόλος των χωρών που αναγορεύτηκαν ως εγγυήτριες δυνάμεις είναι η υπογράμμιση αυτού του πολυεθνικού χαρακτήρα. Άλλωστε, σ’ αυτή την πολιτειακή υπόσταση της Κύπρου ως πολυεθνικού κράτους, εδράζεται και η κατηγορηματική άρνηση του διεθνούς παράγοντα να αποδεχτεί τις τουρκικές θέσεις. «Εγγυήτριες δυνάμεις», σε κατάφωρα αντίθετη κατεύθυνση με την τουρκική προσέγγιση, δεν είναι νοητές για να εισβάλλουν στο ανεξάρτητο κυπριακό κράτος υπό το πρόσχημα παραβίασης των δικαιωμάτων της μίας κοινότητας. Αντίθετα, οι εγγυήτριες χώρες υποχρεούνται να διαφυλάσσουν την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας, που και τα δύο κατελύθησαν με την τουρκική εισβολή.

Επίσης, γνωρίζει καλά η Τουρκία ότι δεν μπορεί να νοείται συνέχεια του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους (διάδοχου σχήματος των προβλέψεων στις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου) με τη «λύση των δύο κρατών» (που τώρα διακινεί μαλλον ως αμήχανη θέση η Άγκυρα), αφού τέτοια λύση θα προϋπέθετε νέα συμφωνία-συνθήκη των εμπλεκομένων μερών (Ελλάδα-Τουρκία-Βρετανία), οι οποίες θα συνομολογούσαν αλληλοπαραχωρήσεις δικαιωμάτων και εδαφών (που σήμερα κατέχουν από κοινού), σε αντικατάσταση του ιδρυτικού συμφώνου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κάτι που δεν μπορεί να γίνει.

Επί πλέον, η Άγκυρα κατανοεί απολύτως ότι η ίδια η πράξη ίδρυσης του σημερινού κυπριακού κρατους του 1959, αποκλείει ακριβώς κάθε δυνητική συνέχειά του έκτοτε με «λύσεις» προσαρτήσεων από κάποια εκ των εγγυητριών δυνάμεων, ούτε με μονομερεις ανακηρύξεις κρατιδίων-προτεκτοράτων υπέρ οποιασδήποτε εγγυήτριας δύναμης, όπως συμβαίνει με τη λεγόμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» (ΤΔΒΚ) -που εδώ και 40 χρόνια δεν έχει αποκτήσει καμιά διεθνή αναγνώριση ως ξεχωριστή κρατική οντότητα. Αντίθετα, οι εγγυήτριες δυνάμεις στις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου δήλωσαν ότι παραιτήθηκαν ακριβώς από όποια τυχόν δικαιώματα έφεραν, παραχωρώντας αμοιβαία και ταυτόχρονα στο ιδρυόμενο νέο κράτος, την Κυπριακή Δημοκρατία, το σύνολο των δικαιωμάτων τους.

Τέλος, ούτε τροποποίηση της διεθνούς υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτος-μέλος του Ο.Η.Ε. και της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να είναι νοητή με το τουρκικό εφεύρημα των «δύο κρατών», καθώς το δικαίωμα προσχώρησης του κυπριακού κράτους σε διεθνείς οργανισμούς και πολυεθνικούς σχηματισμούς ασκήθηκε αυτοτελώς, πλήρως και νομίμως από την εντεταλμένη προς τούτο κυβέρνηση της χώρας και αφορά στο σύνολο των πολιτών της καθώς και σ’ ολόκληρη την επικράτειά της.

Θα μπορούσε η Τουρκία να παραβλέψει μερικές από τις πιο πάνω άκαμπτες ιδιότητες και αποφάσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας με μονομερείς ενέργειες; Μονομερώς ναι! Ως προς τις διεθνείς συνέπειες των τυχόν μονομερών τουρκικών κινήσεων, όμως, δεν θα μπορούσε να αλλάξει τίποτα, χωρίς να έχει συναινέσει σ’ αυτό η συνδικαιούχος ελληνοκυπριακή κοινότητα του νησιού.

Άρα, ναι, η Τουρκία θα μπορούσε να πάει τον προσεχή Απρίλιο στη Γενεύη και να αναγγείλει ότι είτε η πρότασή της για «δύο κράτη» θα γίνει αποδεκτή, είτε θα αποσυρθεί από τις διαβουλεύσεις και μονομερώς θα αποφασίζει για το κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αν το έκανε, όμως (και δεν θα το κάνει, πέραν ίσως των φθηνών εντυπωσιασμών μικρής χρονικής διάρκειας), θα εμονιμοποιείτο η ανάμιξή της στο Κυπριακό ως χώρα-φορέας των πράξεων της εισβολής και παράνομής κατοχής και η διεθνής απομόνωση θα ήταν οριστική και σε τέτοια έκταση, ώστε δεν θα μπορούσε να την αντέξει η εντόνως κλονιζόμενη τουρκική κοινωνία και οικονομία. Το πιθανότερο είναι η Τουρκία να εμπλακεί σε μια νέα μακρά διαβούλευση, όπως έκανε μέχρι σήμερα.

Τί ωφελεί την Τουρκία τέτοια μακρά διαβούλευση; Της προσφέρει δύο πράγματα:
- Το πρώτο είναι να παρατείνει χωρίς σοβαρές συνέπειες την ως σήμερα ανακηρυγμένη από τον διεθνή παράγοντα ως παράνομη εισβολή και κατοχή της βόρειας Κύπρου. Αυτό κάνει με επιτυχία εδώ και 46 χρόνια και δεν έχει κανένα λόγο να το αλλάξει.
- Το δεύτερο είναι η ελπίδα της ότι όσο περνάει ο χρόνος και παγιώνονται οι τετελεσμένες συνέπειες της εισβολής και κατοχής, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να αγνοηθούν αυτά τα τετελεσμένα στην όποια λύση υπάρξει. Γι’ αυτό και από την αρχή ο εποικισμός υπήρξε βασικό μέσο της τουρκικής πολιτικής στο κυπριακό. (Αυτό που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται, όμως, είναι ότι δεν βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1960. Όταν, δηλαδή, με τον εποικισμό της Ίμβρου κατά βάναυση παραβίαση των διεθνών συνθηκών και με αφορμή τότε μια επιδείνωση στα ελληνοτουρικά ένεκα του Κυπριακού, η Τουρκία εξεδίωξε τους Έλληνες από το νησί του Αιγαίου και τα όσα έκανε τότε τα ανέχτηκε η διεθνής κοινότητα. Διότι, σήμερα, ούτε ο Ψυχρός Πόλεμος βρίσκεται στο απόγειό του -όπου βρισκόταν το 1960- ούτε η καταπάτηση δικαιωμάτων μειονοτήτων «περνάει» τόσο εύκολα).

(Σημ.: Μια αναγκαία παρέμβαση σ’ αυτό το σημείο: Τις δεκαετίες που έχουν περάσει έχει ενισχυθεί στην ελληνική αίσθηση περί του Κυπριακού η στάση «κάθε προηγούμενη φορά απόπειρας επίλυσης του ζητήματος ήταν και καλύτερα». Η άποψη αυτή είναι λανθασμένη και προσκρούει στην ίδια την πραγματικότητα. Γιατί; Διότι η ίδια η ιστορία εδώ και 46 χρόνια έχει δείξει ότι ο χρόνος που περνάει είναι το μεγάλο «όπλο» της πλευράς μας να ανατραπούν τα τετελεσμένα της τουρκικής εισβολής και κατοχής. Από το 1974, που ούτως ή άλλως αφορά σε δικτατορικό και μη νομιμοποιημένο ως πολιτικός εκφραστής των πολιτών καθεστώς στην Ελλάδα, με ισχυρότατες ενδείξεις, μάλιστα, ανάμιξης ξένων παραγόντων και προδοσίας των ελληνικών συμφερόντων, ο χρόνος θεραπεύει τις βαρύτατες συνέπειες για την Ελλάδα και δεν τις επιτείνει. Ο χρόνος είναι που επέτρεψε την εμπέδωση της διεθνούς απομόνωσης της Τουρκίας στο Κυπριακό. Ο χρόνος είναι που έδωσε τη δυνατότητα να επισφραγιστεί εκτός πάσης αμφισβήτησης ο παράνομος χαρακτήρας της τουρκικής εισβολής και κατοχής. Ο χρόνος είναι που από τα δεδομένα της εισβολής, ως περιστατικού αναπότρεπτων δήθεν επιπτώσεων για την ελληνοκυπριακή πλευρά, έχει πετύχει σήμερα το θέμα καθε άλλο παρά λελυμένο να θεωρείται και να αναθερμαίνεται το διεθνές ενδιαφέρον για τη ρύθμισή του. Ο χρόνος, τέλος, είναι που επιβεβαιώνει και στην ίδια την τουρκική πολιτικο-στρατιωτική ελίτ την εντύπωση ότι το Κυπριακό είτε θα επιλυθεί κατά το διεθνές δίκαιο, είτε το ψευδοκράτος θα απομείνει κρατικό σκέλεθρο-μόνιμο βάρος (πολιτικό, οικονομικό στρατιωτικό) στην Τουρκία του 21ου αιώνα, και μάλιστα χωρίς να έχει προοσφέρει τίποτα το ουσιαστικό στις βασικές τουρκικές επιδιώξεις στην περιοχή. Ποιές επιδιώξεις; Τις εκθέτω αμέσως στη συνέχεια...)

Κυρίως και πάνω απ’ όλα, όμως, η Τουρκία έχει ισχυρό κίνητρο να είναι παρούσα στις διαβουλεύσεις για το Κυπριακό από ‘δω και πέρα, διότι -αν απουσιάσει- θα απολέσει και το τελευταίο δικαίωμα από τον -ούτως ή αλλως περιορισμένο- λόγο της στην κατανομή των υδρογονανθράκων.

Εδώ βρίσκεται το κομβικό σημείο της υπόθεσης και αυτό είναι το στοιχείο που προσδίδει κινητικότητα στο Κυπριακό αυτήν την περίοδο!

(Σημ.: Κι εδώ μία ακόμη αναγκαία παρέμβαση. Η απόρριψη του σχεδίου Ανάν είναι το σημαντικότερο θετικό βήμα για τα συμφέροντα της ελληνικής πλευράς, από καταβολής του Κυπριακού! Και σε καμιά περίπτωση δεν είναι σοβαρή ή άποψη (τουλάχιστον για όσους αντιλαμβάνονται τί σημαίνει ο όρος «στρατηγικά συμφέροντα» της πλευράς μας) ότι επρόκειτο για «χαμένη ευκαιρία». Δεν θα πλατειάσω για να αποδομήσω αυτή την άποψη. Ας αναλογιστούμε πού θα βρισκόταν σήμερα το ζήτημα διαχείρισης των υδρογονανθράκων από την Κυπριακή Δημοκρατία, αν είχε «περάσει» το σχέδιο Ανάν. Απλά η εκμετάλλευση δεν θα είχε καν ξεκινήσει! Η απόρριψη του σχεδίου Ανάν, όχι μόνο εκ του αποτελέσματος έχει επιτρέψει στην Κυπριακή Δημοκρατία ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος να διαχειρίζεται σήμερα τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων που της ανήκουν, αλλά ταυτόχρονα έχει καταστήσει το κυπριακό κράτος ισότιμο συνομιλητή όλων των χωρών της περιοχής (ακόμη και η Τουρκία με τον τρόπο της επιζητεί διάλογο). Επίσης, η απόρριψη του σχεδίου Ανάν έχει μεγάλη αξία για τον προσδιορισμό των ανεκτών για τον ελληνισμό ορίων μιας καλή τη πίστει νοούμενης διαπραγμάτευσης για την επίλυση του Κυπριακού. Κι αυτό επηρεάζει καίρια και το σύνολο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ιδίως στο πλαίσιο του κρεσέντου της σημερινής τουρκικής επιθετικότητας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο).

Σε τί, λοιπόν, διαφέρει η σημερινή πολλοστή απόπειρα επίλυσης του Κυπριακού, από όλες τις ως τώρα αποτυχημένες προσπάθειες;
Διαφέρει σε 3 σημεία:
α. Ότι συγκαλείται στο πλαίσιο των θέσεων του Κραν Μοντανά. Με κύριο προσδιοριστικό σημείο εδώ ότι για πρώτη φορά από τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1959 τίθεται το ζήτημα άρσης του στάτους των εγγυητριών δυνάμεων για την Ελλάδα, την Τουρκία και τη Βρετανία. Και απ’ αυτή την οπτική πρόκειται για πελώριο βήμα ιστορικής επισφράγισης της οριστικής χειραφέτησης της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους, μέλους του Ο.Η.Ε. και της Ε.Ε..
Το σημείο αυτό, πέραν της μεγάλης σημασίας του λόγω των αιτίων που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη πρόταση, έχει πρόσθετο βάρος, διότι τυχόν υιοθέτησή του καθιστά εκτός πάσης βασιμότητας διεθνούς δικαίου την παράταση της τουρκικής κατοχής στο βόρειο τμήμα της χώρας. Μ’ άλλα λόγια, οι τουρκικές δυνάμεις κατοχής θα πρέπει αμέσως να αποσυρθούν (ίσως υπάρξει κάποιο χρονοδιάγραμμα περί αυτού).
β. Ότι, σε αντίστιξη με το ως σήμερα διεθνές σκηνικό για το Κυπριακό (τακτική Πόντιου Πιλάτου), ο διεθνής παράγων είναι επισπεύδουσα συνιστώσα των εξελίξεων, για να ρυθμιστεί βιώσιμα η διαχείριση των υδρονονανθράκων της περιοχής.
γ. Ότι η Τουρκία έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό απολέσει τη γεωπολιτκή σημασία της για τα δυτικά συμφέροντα στην περιοχή. (Ήδη η δύση έχει επιλέξει την Αίγυπτο ως εναλλακτική λύση. Επίσης, σε ό,τι αφορά τη Ρωσία, μετά την ωρίμανση των συνθηκών για κλείσιμο του συριακού, με την ήττα ουσιαστικά της δύσης και την επιβίωση του καθεστώτος Άσαντ, το δυτικό ενδιαφέρον σε σχέση με τη Ρωσία έχει μεταφερθεί από την ανατολική Μεσόγειο στα ευρω-ρωσικά σύνορα και την περιοχή του Καυκάσου).

Σημαίνουν όλα τα παραπάνω ότι επίκειται η λύση του Κυπριακού; Ασφαλώς όχι! Η Τουρκία θα συνεχίσει να χρονοτριβεί και να εμφανίζεται αδιάλλακτη. Όμως, από ‘δω και πέρα οι καθυστερήσεις θα συνεπάγονται για εκείνην ακόμη μεγαλύτερες απώλειες στους υδρογονάνθρακες και τη γεωπολιτική επιρροή της στην περιοχή.

...Ίσως γι’ αυτό ρίχνει σήμερα και το τελευταίο χαρτί στο τραπέζι: Προσκαλεί την Αίγυπτο σε διάλογο για τον ορισμό των τυχόν κοινών ορίων μεταξύ των δύο χωρών στην ΑΟΖ τους. Αλλά γι’ αυτό περισσότερα σε κάποια επόμενη ανάλυση...

 

 

 

 

1 Μαρ. 2021

...εκτός επίσημων γιορτασμών

Σε πολλές από τις αναφορές τους για την Ελλάδα του 1821, οι φιλέλληνες Βρετανοί (και όχι μόνον αυτοί, αλλά κι άλλοι φιλέλληνες των τότε Μεγάλων Δυνάμεων) μίλησαν με ιδιαίτερο τρόπο για τους εξεγερμένους Έλληνες. Ένα από τα σημεία που προσείλκυσε το ενδιαφέρον των ευρωπαίων για τους αγωνιζόμενους, ήταν ο τρόπος που πολεμούσαν. Οι Βρετανοί στρατιωτικοί παρατηρητές, εντυπωσιασμένοι απ’ ό,τι έβλεπαν στις μάχες των Ελλήνων κατά των Τούρκων, υπογράμμισαν τις διαφορές που εντόπιζαν στον τρόπο του μάχεσθαι των εξεγερμένων, σε σύγκριση με ό,τι γνώριζαν για το πως έκαναν τον πόλεμο οι βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις, που τους προηγούμενους αιώνες είχαν εγκαταστήσει στην υφήλιο τη βρετανική αυτοκρατορία και είχαν επιβάλλει την αποικιοκρατία.

Οι Βρετανοί παρατηρητές, δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τον χαρακτήρα του «πολέμου των ατάκτων» που ακολουθούσαν οι Έλληνες, ο οποίος σιγά-σιγά κατέστη και η επιλεγμένη παγίως τακτική μάχης των οπλαρχηγών, σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των μαχητών που είχαν στη διάθεσή τους. Οι Βρετανοί ανέφεραν ότι μόλις έπεφτε το πρώτο τουρκικό βόλι, οι Έλληνες σκορπίζονταν ατάκτως για να προφυλαχτούν πίσω από βράχια και κορμούς δέντρων και συνέχιζαν με τον ίδιο τρόπο μαχόμενοι μέχρι την τελική έκβαση κάθε μάχης. Αν οι Έλληνες είχαν νικήσει, τις περισσότερες φορές οι εναπομένουσες δυνάμεις των ηττημένων Τούρκων αποχωρούσαν για να ανασυνταχτούν για την επόμενη μάχη. Αν οι Έλληνες είχαν ηττηθεί, είτε έπεφταν μέχρις ενός, είτε οι ελάχιστοι που διασώζονταν διέφευγαν όπως μπορούσαν, συνήθως με την ψυχολογία των «ηττημένων της ύστατης μάχης». 

Η διαφορά διαχείρισης της ήττας σε μια μάχη, μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων κατά την επανάσταση του 1821, είναι συγκλονιστική και αν προσέξει κανένας στο βάθος της σκιαγραφεί απολύτως την τεράστια ποιοτική διαφορά ανάμεσα σ’ έναν εξεγερμένο που δεν έχει τίποτα άλλο να χάσει από τις αλυσίδες του και σ’ έναν κατακτητή που διαχειρίζεται μια εξέγερση. Γι’ αυτό όλες οι μάχες που έδιναν κατά των Τούρκων οι Έλληνες τις αντιμετώπιζαν ως την «ύστατη μάχη»!

Για να επιστρέψω, όμως, στους Βρετανούς, όταν μίλαγαν για τον τρόπο του μάχεσθαι των Ελλήνων εξεγερμένων του 1821, τον αντιδιέστελαν με τις μάχες που έδιναν συντεταγμένες στρατιωτικές βρετανικές δυνάμεις, όπου γης εκτός Βρετανίας. Οι Βρετανοί σ’ αυτές στις συγκρίσεις τους περιέγραφαν τις βρετανικές στρατιωτικές ομάδες- σε αντίθεση με τους απείθαρχους μαχόμενους Έλληνες- ως διατάξεις ενόπλων, οι οποίες προχωρούσαν σταθερά και συντεταγμένα κατά του αντιπάλου, χωρίς να διαλύονται, και όταν κάποιος στρατιώτης έπεφτε νεκρός από τα βόλια των εχθρών, ένας άλλος τον αντικαθιστούσε αμέσως, ώστε να μη θίγεται κατά το ελάχιστο η διατεταγμένη συγκρότηση του βρετανικού στρατιωτικού σώματος.

Η αντιμετώπιση ενός απλού μαχητή, ενός στρατιώτη, ως αναλώσιμο πολεμικό υλικό από μεριάς μιας αυτοκρατορίας, δηλαδή ενός πλήρως δομημένου συστήματος εξουσίας, είναι απολύτως ενδεικτική των πραγμάτων. Σε αντιδιαστολή, μάλιστα, με την αξιοποίηση του αναφαίρετου δικαιώματος αυτοπροστασίας (που παραχωρήθηκε στους επαναστατημένους Έλληνες του 1821, είτε εξ ανάγκης προέκυψε αυτό, είτε ήταν επιλογή των οπλαρχηγών), πολλά σήμερα μπορούμε να συνάγουμε -εμείς οι απλοί παρατηρητές της Ιστορίας- σχετικά με το βάθος κινήτρων που συνέχουν τη διαφορά στάσης από μάχη σε μάχη. Νομίζω πως ευκρινώς αναδύεται από το σημείο αυτό, η διαφορά ψυχολογίας (που σε τελευταία ανάλυση συγκροτεί πολιτισμικό και κοινωνικό δεδομένο μεγάλου αξιακού βάρους) ενός μαχητή για την απελευθέρωσή του απ’ όποιον αντιλαμβάνεται ως κατακτητή του, σε σύγκριση με τον μαχητή μιας κατακτητικής δύναμης που σφετερίζεται χώρο άλλων και αγωνίζεται να διατηρήσει το φέουδό της.

Κοντά σ’ αυτό, αναμφίβολα πρέπει να θέσουμε και την παράμετρο ότι οι εξεγερμένοι Έλληνες μαχητές του 1821 όχι μόνο δεν εννοούσαν τη στράτευσή τους στο πλευρό της επανάστασης ως προϊόν επιβολής μιας εξουσίας, αλλ’, αντίθετα, την βίωναν ως  απολύτως εξατομικευμένη επιλογή ακραία δραματικού χαρακτήρα, γνωρίζοντας, μάλιστα, πολύ καλά ότι πιθανότατα η ήττα θα κατέληγε στο θάνατό τους. Παράλληλα, η αίσθηση και η προσδοκία ενός οφειλόμενου ανταλλάγματος από ένα δομημένο κράτος-εξουσία για τη στράτευση και τις τυχόν μάχες του κάθε στρατιώτη μετά τον πόλεμο, που χαρακτηρίζει τα οργανωμένα συστήματα κρατικής οργάνωσης και ενάσκησης εξουσίας επί των πολιτών τους στην εποχή μας, δεν υπήρχε ούτε κατά διάνοια στο δεύτερο έστω επίπεδο κινήτρων κάθε εξεγερμένου Έλληνα κατά την επανάσταση. Ουδέ καν στις συνειδητοποιημένες προσδοκίες της συντριπτικής πλειοψηφίας των εξεγερμένων μαχητών του 1821 υπήρχε η συγκρότηση ενός οργανωμένου ελληνικού κράτους. Όλα άρχιζαν και τελείωναν στον εκ των πραγμάτων και εκ πρωτογενούς αντιλαμβανόμενης ιερότητας αγνό σκοπό αποτίναξης του τουρκικού μηχανισμού σκλαβιάς των υποδούλων Ελλήνων.

Μ’ άλλα λόγια, ήταν ένα τελείως διαφορετικό πλέγμα κινήτρων, ελπίδας και προσδοκίας, που έβλεπαν στα μάτια των εξεγερμένων Ελλήνων κατά την επανάσταση του 1821 οι Βρετανοί μάρτυρες των γεγονότων, παρακολουθώντας τις μάχες και συγκρίνοντας με ό,τι γνώριζαν από τα κίνητρα, τους μηχανισμούς και τις διαδικασίες συγκρότησης και λειτουργίας του αποικιακού βρετανικού στρατεύματος.

Τα γράφω όλ’ αυτά, αναγνώστες μου, διότι φρονώ πως πίσω τους ανιχνεύεται η κληρονομημένη ως σήμερα ασυμβατότητα έναντι της «πολιτισμένης Δύσης», όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο εμείς οι Έλληνες σε τούτη τη συγκεκριμένη χώρα ακόμη και σήμερα αντιλαμβανόμαστε τη σχέση μας με το κράτος μας. Προκαλώντας τη μήνι των ευρωπαίων εταίρων μας, ως δήθεν τρυφηλοί πότες και ανάξιοι εργάτες, που συσσωρεύουν δεινά σε βάρος ημών των ιδίων («και των παιδιών μας», όπως αρέσκονται να δραματοποιούν οι άκριτοι υποδοχείς κάθε δυτικής αξίας, ακόμη και της πιο ανόητης και αποδεδειγμένα άστοχης).

Εδώ σε μας, η συγκρότηση του κράτους δεν δομήθηκε πάνω στις άνωθεν νόρμες που επέβαλαν τα συστήματα εξουσιών σ’ όλες τις δυτικές χώρες από τον Μεσαίωνα έως τη  συγκρότηση των εθνικών κρατών. Στηρίχτηκε στα χέρια εξεγερμένων απλών ανθρώπων, που δεν ήθελαν απλά να βελτιώσουν τη ζωή τους (όπως εν πολλοίς συνέβη στην αστική επανάσταση στη Γαλλία το 1789 και την περίπου ανάλογων κινήτρων στη βόρειο Αμερική το 1773, όπου σε διαμάχες υπόβαθρου ανακατανομής πλούτου -δηλαδή ταξικές αναδιευθετήσεις- πρωτίστως εξαντλήθηκαν τα κίνητρα των εξεγερμένων). Οι επαναστάτες του 1821 εμάχοντο με καθαρά  εθνικοαπελευθερωτικά κίνητρα, πολιτισμικά και ηθικά επιβαλλόμενα από την ιστορική και γεωπολιτική πρόσληψη του ελληνισμού, ως συλλογικής οντότητας, που είχε δικαίωμα λόγου στην περιοχή και τον κόσμο, και το δικαίωμα αυτό της είχε αφαιρεθεί.

Το 1821, δηλαδή, και τα κίνητρα των αγωνιστών του αποτελούν οριακό υπαρξιακό και ταυτοτικό στοιχείο του ελληνισμού και μόνον έτσι (συνεχίζουμε να) το βλέπουμε οι σημερινοί Έλληνες.

Φυσικά υπάρχει τεράστια διαφορά προσληπτικής αξιολόγησης των κινήτρων που έφεραν οι εξεγερμένοι του 1821, όταν αυτά τα κίνητρα εξετάζονται από μεριάς διαχειριστών των υπερεθνικών μηχανισμών εξουσίας του 17ου αιώνα, πέραν των Βρετανών (για τους οποίους ήδη μίλησα), για παράδειγμα εν προκειμένω του Μετέρνιχ ως εκπροσώπου της τότε αυστριακής υπερδύναμης. Η ελληνική εξέγερση για τους διευθύνοντες τα συστήματα εξουσιών και με όρους γεωπολιτικών συμφερόντων (δηλαδή πέρα και πάνω από τις πολιτικές εξουσίες στο εσωτερικό μιας ευρωπαϊκής χώρας της εποχής αυτής), είναι μάλλον φυσικό να ακουγόταν ως το προμήνυμα αμφισβήτησης και της δικής τους διεθνούς ισχύος, παρά ως αγώνας για ανθρώπινες αξίες.

Αυτά αδυνατούσαν (και ακόμη αδυνατούν) να κατανοήσουν οι Βρετανοί παρατηρητές και οι λοιποί ευρωπαίοι που το 1821 κατέγραφαν των αγώνα των «ατάκτων Ελλήνων»!

Σε μια προβολή του χρόνου που έκτοτε διήλθε γίνεται έτσι κατανοητό γιατί στη Δύση περίπου είναι κυρίαρχη η άποψη ότι εμείς οι Έλληνες οφείλουμε την κατά παραχώρηση των ηγεμόνων της εποχής εκείνης ελευθερία μας στην υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων και κάπου εκεί οφείλουμε ευγνωμοσύνη (με το αζημίωτο, βεβαίως, όπως η Ιστορία έχει έκτοτε αναμφίβολα αποδείξει). Και δεν οφείλουμε την ελευθερία μας στους αυτόχειρες του Σουλίου, τους εγκλείστους του Μεσολογγίου ή τους υδραίους μπουρλοτιέρηδες!  (Σ’ αυτούς, μόνον επετειακές αναφορές είναι επιτρεπτές από μέρους μας κατά τη λογική των δυτικών, αφού οι αμόρφωτοι και πολιτικά ανώριμοι καριοφιλοφόροι του ’21 ποτέ δεν θα μπορούσαν -πάντα κατά τους δυτικούς- να συνιστούν την πολιτική «ύλη» για τη συγκρότηση ενός κράτους).

Ταυτόχρονα, γίνεται έτσι κατανοητό γιατί μόνο με το κίνημα του φιλελληνισμού το 1821 θα μπορούσε ποτέ να ενεργοποιηθεί ευρωπαϊκή αλληλεγγύη προς τους επαναστατημένους Έλληνες. Δηλαδή, κινήσεις αλληλεγγύης ως απόρροια αυθόρμητου κινήματος ευρωπαίων  πολιτών της εποχής για την υποστήριξη μιας εξέγερσης που γινόταν για τις ανθρώπινες αξίες. Και ποτέ ως συντεταγμένη πολιτική επιλογή παρέμβασης στις τότε διεθνείς εξελίξεις από μεριάς του Μέτερνιχ και των λοιπών Μεγάλων Δυνάμεων. 

Ο ιστορικός πατερναλισμός βάρβαρης ανάμιξης των ευρωπαίων στις εσωτερικές ελληνικές πολιτικές εξελίξεις έκτοτε (με την ανομολόγητη τεκμηρίωση ότι η ανάμιξη αυτή φέρει τα αγαθά κίνητρα επιβολής διευθετήσεων που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν οι αμόρφωτοι  «ξεβράκωτοι», αλλά πάντα στο υπόστρωμα με υπαρκτά τα κίνητρα προαγωγής συμφερόντων τους), δεν έχει ως σήμερα αρθεί!   

Για να επιστρέψω στο πώς Έλληνες και ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται διαφορετικά οι μεν από τους δε τη σχέση τους ως πολίτες με το κράτος τους, στηριζόμενος σε όσα εξέθεσα ως τώρα, συνάγω ότι: Η σχέση του πολίτη μιας δυτικής δημοκρατίας με το κράτος του, δεν είναι σχέση «ιδρυτικού παράγοντα» με τον συγκροτημένο πολιτειακό θεσμό! Εν πολλοίς στην  αίσθηση του δυτικού πολίτη έχει εμφιλοχωρήσει η παράμετρος μιας άνωθεν και κατά παραχώρηση απόκτησης του δικαιώματος ύπαρξης του κράτος του. Στην Ελλάδα η αίσθηση αυτή προσλαμβάνει από την εξέγερση του 1821, όπως εξήγησα, υπαρξιακά και ταυτοτικά χαρακτηριστικά για τη συγκρότηση του ίδιου του ελληνικού κράτους, με παρεπόμενο ζήτημα το πολίτευμα! Για να το πω απλότερα: Οι πολίτες σε μια δυτική δημοκρατία εμφορούνται από τη βεβαιότητα ότι και χωρίς τις τυχόν εξεγέρσεις τους (σε όσες χώρες έγιναν τέτοιες εξεγέρσεις, γιατί δεν έγιναν σε όλες) το κράτος θα υπήρχε ούτως ή άλλως! Στην Ελλάδα, αντίθετα, η ύπαρξη του ελληνικού κράτους σήμερα, είναι αντιληπτή από τους πολίτες ως ευθεία συνέπεια και αποτέλεσμα της εξέγερσης του 1821 και οι μαχητές της επανάστασης είναι κατ’ απόλυτη κυριολεξία ήρωες, στους οποίους οφείλουμε απολύτως τη σημερινή πολιτειακή παρουσία και οντότητά μας, και χωρίς τους οποίους απλούστατα δεν θα τις είχαμε!

Σε τέτοια βάση αντιλαμβανόμενης σχέσης με το κράτος τους, οι Έλληνες πολίτες και σήμερα σε πολύ σημαντικό βαθμό προσδίδουν στο πλαίσιο της τρέχουσας στάσης και της επαφής τους με τις πολιτικές εξελίξεις όχι κάποιον απροσδιόριστο ρόλο πολιτικής μονάδας για τον καθένα από μας, αλλά του μέλους μιας ιδιότυπης συλλογικότητας, εξεγερτικά φορτισμένης εκ παράδοσης, νοητικά και γενετικώς πολιτικά εμπεδωμένη μέσα μας, για την προάσπιση όσων θεωρούμε δικαιώματά μας.

Αποτιμώντας το πολιτικό σκηνικό σήμερα με εφαλτήριο αναλυτικών συμπερασμάτων εκπηγαζόντων από την επανάσταση του 1821, πρέπει να πω ότι φυσικά στην Ελλάδα του 21ου αιώνα υπάρχει θέμα βαθμού ωρίμανσης της δημοκρατίας! Αναμφίβολα, υπάρχουν ελληνικά αίτια γι’ αυτό! Προς εντοπισμό και διόρθωση από ‘δω και πέρα! Ωστόσο, τον καίριο αιτιολογικό παράγοντα για την εν λόγω δημοκρατική «ανωριμότητά» μας διακρίνω περισσότερο στον πατερναλιστικό παρεμβατισμό των ευρωπαίων φίλων μας, επί δύο συναπτούς αιώνες και με βασικό κίνητρο της ανάμιξης εκείνων την προαγωγή συμφερόντων ισχυρών χωρών πέραν της Ελλάδας. Δεν είμαστε «δημοκρατικά αλάνθαστοι» οι Έλληνες, όπως δεν είναι και κανένας άλλος λαός. Άλλωστε, η δημοκρατία δεν είναι άλλο από το αποδεδειγμένα ως σήμερα καταλληλότερο -και όχι αλάθητο- πολιτικό μέσο για τη βέλτιστη διαχείριση της μοίρας ανθρώπων οργανωμένων σε σχήματα κρατικά, ανθρώπων-πολιτών, μ’ άλλα λόγια! Δημοκρατία είναι η άριστη μέθοδος να βιώνουμε το πολιτικώς τρέχον – και σε τελευταία ανάλυση την ίδια την ιστορία- «τη στιγμή που συμβαίνει».

Αν υπάρχει κάτι που θα ευχόμουν και θα στόχευα μετά από 200 χρόνια της εξέγερσης του 1821, και υπό το βάρος των πολιτικών δεδομένων του σήμερα, θα ήταν μια όψιμη δικαίωση του Καραϊσκάκη, του Κολοκοτρώνη, του Νικηταρά και του Παπαφλέσσα και όλων των  άλλων ηρώων, ανάμεσά τους και με ξεχωριστή θεση τα γυναικόπεδα στα Ψαρά και το Μεσολόγγι. Μια δικαίωση παραχωρημένη εξ ίσου και από κοινού από τους σημερινούς Έλληνες και τους σημερινούς ευρωπαίους στη μνήμη τους!

Μια ιστορική δικαίωση, που θα συνοψιζόταν στην δέσμευση από μεριάς ημών των Ελλήνων ότι η δημοκρατική μας ωρίμανση ως συντεταγμένο κράτος, θα είναι το πρώτο μέλημά μας, για την Ελλάδα που έρχεται καθώς ο χρόνος κυλάει. Ταυτόχρονα, τη συνειδητή, ειλικρινή και μη ανακαλούμενη από ‘δω και πέρα απόφαση των ευρωπαίων να πάψουν να αναμιγνύονται εδώ με τον τρόπο και τα κίνητρα που το έκαναν ως σήμερα και με τις γνωστές αρνητικές συνέπειες. Έχουν πλήρως ωριμάσει οι ιστορικές και συμβολικές προϋποθέσεις, ώστε η Ελλάδα να αφεθεί πλέον μόνη στη διαχείριση των εσωτερικών  πολιτικών μας υποθέσεων και την εξ ιδίων σχεδίαση και υλοποίηση του όποιου γεωπολιτικού και στρατηγικού ρόλου της αναλογεί. Αυτή η οφειλή προς την Ελλάδα δεν μπορεί ακόμη μια φορά να παρέλθει χωρίς την οφειλόμενη αναγνώρισή της.