Μολυβάκι

23 Σεπ. 2020

Συνυποσχετικό ναι,

μειωμένη επήρεια, όχι

Ό,τι δικαιολογίες και να επικαλείται η σημερινή κυβέρνηση για το όπως-όπως άνοιγμα του ελληνοτουρκικού διαλόγου, τη ευγενεί μεσολαβήσει του ΝΑΤΟ και της καγκελαρίου, η ζημία από την εξωτερική πολιτική του Κυριάκου Μητσοτάκη σε βάρος της Ελλάδας είναι ήδη σοβαρή! Και, φυσικά, πρόκειται για ζημία σαφέστατα οριοθετημένη χρονικά από την ανάληψη της πρωθυπουργίας από το συγκεκριμένο πρόσωπο και προδήλως προερχόμενη ως συνέπεια από την πολιτική του ίδιου.

Πρέπει επίσης στο συγκεκριμένο αυτό σημείο να αναφερθεί για να εκκαθαριστούν και οι τυχόν άλλες ασάφειες, ότι πρόκειται για μια πολιτική που τόσο σε επίπεδο χάραξής της όσο και σε επίπεδο παραγόμενων συνεπειών,  είναι σαφές πως βρίσκεται στον αντίποδα της παραγωγικής και πασίδηλα ωφέλιμης για τη χώρα εξωτερικής πολιτικής της απελθούσας κυβέρνησης. Όπως, ακόμη (και είναι ανάγκη να το πούμε απερίφραστα αυτό, διότι με τη μιντιακή δικτατορία των 20 εκατ. του Πέτσα που μας «ενημερώνει»,  καταβάλλεται συντονισμένη προσπάθεια να πειστούμε ότι για τη θλιβερή γενική εικόνα της σημερινής Ελλάδα «για όλα να φταίει ο κορονοϊός», ενώ οι ανεπάρκειες και οι κυβερνητικές ευθύνες για την καταστροφή βοούν), είναι αναγκη να ξεκαθαρίσουμε ότι ελαφρυντικά λόγω πανδημίας για τη σοβαρή βλάβη των ελληνικών συμφερόντων στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, δεν είναι νοητά. Η πολιτική Κυριάκου Μητσοτάκη, μόνη και αποκλειστικά, είναι η παραγωγός δύναμη της καταγραφόμενης ελληνικής ζημίας σε γεωπολιτικό επίπεδο και κανένας άλλος!     Όλ’ αυτά σε στοιχειωδώς  πληροφορούμενη κοινωνία με όρους θεμελιώδους διαφάνειας και αντικειμενικότητας, θα ήταν τόσο σαφή που δεν θα χρειαζόταν να τα επαναλαμβάνουμε. Σήμερα, εδώ, στην Ελλάδα, και με την παρούσα κυβέρνηση, δυστυχώς, το δημοκρατικώς αυτονόητο πρέπει να υπογραμμίζεται κάθε φορά, απλούστατα διότι παραμένει ζητούμενο…

Όμως, μετά από τα όσα είπε ο πρωθυπουργός στην Θεσσαλονίκη, προκύπτει και σοβαρό θέμα εσωτερικής πολιτικής συνεννόησης για τις αποφάσεις της Ελλάδας στα ελληνοτουρκικά! Διότι, λίγο ενδιαφέρει η προσωπική εμπειρία Κυριάκου Μητσοτάκη για τα συμβούλια πολιτικών αρχηγών! Η θεσμική και δημοκρατικά άκαμπτη υποχρέωσή του να τα συγκαλεί για λόγους σχετιζόμενους με τα μείζονα ελληνικά συμφέροντα έχει σημασία και μόνο αυτή. Και απ’ ό,τι είπε στο Βελλίδειο προ ημερών ο πρωθυπουργός φαίνεται πως αυτό που έχει κατανοήσει είναι πως είναι στη διακριτική του ευχέρεια να συγκαλέσει το συμβούλιο πολιτικών αρχηγών για τα ελληνοτουρκικά και τον διάλογο που μόνος του συμφώνησε με τον Ερντογάν να ξεκινήσει (με μόνο όρο να αποσυρθεί το Ορούτς Ρέις, ενώ όλη η υπόλοιπη βεντάλια των τουρκικών αμφισβητήσεων σε βάρος θεμελιωδών ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, παραμένει απολύτως ενεργή και οι προκλήσεις συνεχίζονται, με το casus belli, τις παραβιάσεις στο Αιγαίο σε θάλασσα και αέρα, την αδιανόητη από πάσης απόψεως αμφισβήτηση μεγάλων και  πυκνοκατοικημένων ελληνικών νησιών στο δικαίωμα να έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ και πολλά-πολλά άλλα).

Έτσι, έχουμε σήμερα φτάσει στο σημείο να εγκαινιάζει ο Κυριάκος Μητσοτάκης ελληνοτουρκικό διάλογο εφ’ όλης της ύλης, συμπεριλαμβανομένων και των θεμάτων που ανέφερα ως παραδείγματα αμέσως προηγουμένως, ενώ φυσικά ελληνοτουρκικός διάλογος σχετικά π.χ. με το εάν η Κρήτη ή η Ρόδος και η Κάρπαθος έχουν υφαλοκρηπίδα ή ΑΟΖ, δεν νομιμοποιείται να διεξάγει ΚΑΜΜΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ! Σαφές;

Κρίνω αναγκαίο να υπογραμμίσω εδώ ότι η σημερινή εικόνα της ελληνικής στάσης, με τις εξελίξεις να παράγουν σοβαρές συνέπειες σε βάρος των συμφερόντων της χώρας μας στα ελληνοτουρκικά δεν προέκυψε επειδή ο Ερντογάν άλλαξε αιφνιδίως στάση και επέλεξε την τακτική για ακόμη μεγαλύτερες προκλήσεις σε βάρος μας. Αντίθετα, τα συνεπάγωγα γεωπολιτικά δεδομένα στην περιοχή μας εδώ και καιρό έχουν σχηματιστεί και η πολιτικά ειδοποιός διαφορά που έδωσε το περιθώριο στον Τούρκο δικτάτορα τη δυνατότητα να προχωρήσει στις προκλήσεις που τόσα χρόνια απέφευγε στην ανατολική Μεσόγειο, την Κρήτη, τη Ρόδο, την Καρπαθο και το Καστελλόριζο ήταν ότι συνεκτίμησε την πολιτική της σημερινής κυβέρνησης και την κορυφαία ανεπάρκεια και απροθυμία της να αποτρέψει αυτές τις τελευταίες προκλήσεις. Κάτι που όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις ως σήμερα, ανεξαρτήτως ιδεολογικής ταυτότητας, είχαν αποτρέψει. 

Γνωρίζω τον αντίλογο, ότι αυτό που έχει αλλάξει στην περιοχή μας είναι η κινητικότητα στην εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων και ότι αυτό είναι το κίνητρο Ερντογάν για νέες διεκδικήσεις κατά της χώρας μας, που δεν υπήρχε ως σήμερα και μόνον ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ως ο πρώτος Ελληνας πρωθυπουργός, αντιμετωπίζει. Πρόκειται για σκαστό ψεύδος! Η «εξωτερική» ενεργειακή πολιτική της Ελλάδας, με τα σημερινά της χαρακτηριστικά, έχει δρομολογηθεί εδώ και περίπου μια 20ετία. Μια πολιτική, που εκτείνεται από τη λεγόμενη «πολιτική των αγωγών» έως την έμπρακτη ενεργοποίηση των ερευνητικών, γεωτρητικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων της χώρας μας στη θαλάσσια επικράτειά της, με εξαίρεση ακριβώς την ανατολική Μεσόγειο και ακριβώς για να μην υπάρχει η παραμικρή υπόνοια ότι η Ελλάδα είναι ο πρόξενος εντάσεων στην ανατολική Μεσόγειο, παρ’ ό,τι και αν ακόμη το έκανε θα ήταν ενάσκηση δικαιώματός της προβλεπόμενου από το διεθνές δίκαιο.  Και παρ’ όλο που η Ελλάδα ούτε και σήμερα ενεργοποιεί το (κατά τα λοιπά απολύτως αυτονόητο) δικαίωμά της για έρευνες, γεωτρήσεις και -αν είναι συμφέρον- εκμετάλλευση κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην ΑΟΖ της στην ανατολική Μεσόγειο, ο Ταγίπ Ερντογάν επιλέγει σήμερα να προχωρήσει στην ποιοτική αναβάθμιση των προκλήσεών του κατά ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Δηλαδή η Ελλάδα δεν άλλαξε τους τελευταίους μήνες την «εξωτερική» ενεργειακή πολιτική της κατά την τελευταία 20ετία! Ο Ερντογάν βρήκε πρόσφορο έδαφος για νέες δόξες ανθελληνικών προκλήσεων.

Υπάρχει και ένα τελευταίο σημείο, ως επικλητέο "ελαφρυντικό" υπέρ του Κυριάκου Μητσοτάκη, για να αποκρουστεί αυτό που ισχυρίζομαι, ότι, δηλαδή, είναι η πολιτική της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης που υποδαυλίζει την ποιοτικά αναβαθμισμένη σημερινή τουρκική επιθετικότητα με στόχο της Ελλάδα. Είναι, λοιπόν, ορισμένοι που λένε ότι το προσφυγικό είναι που προσφέρει στον Ταγίπ Ερντογάν την ευκαιρία να γίνει περισσότερο επιθετικός. Αλλά, …τώρα ξέσπασε το προσφυγικό; Ή μήπως μετράει ήδη αρκετά χρόνια ζωής ως φαινόμενο και ως ευρωπαϊκό πρόβλημα; Και γιατί με την προηγούμενη κυβέρνηση δεν είχαμε ανάλογες προκλήσεις με τις σημερινές «βόλτες» του Ουρούτς Ρεις σε ελληνική υφαλοκρηπίδα, ούτε φυσικά είχαμε τουρκικές ενέργειες που αμφισβητούν το δικαίωμα της Κρήτης, της Ρόδου και της Καρπάθου σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ; Η προσφυγική κρίση του 2015 δεν ήταν αληθινή;

Αλλά ακόμη κι αν ο Ερντογάν εκμεταλλεύεται το προσφυγικό ως δήθεν μέρος των ελληνοτουρκικών (κάτι που γενικώς είναι λογικό να υποθέτει κανένας) η σημερινή κυβέρνηση τί έχει πράξει για να αποσυνδεθεί η διαφύλαξη των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων από το προσφυγικό; Απολύτως τίποτα! Αντίθετα, μάλιστα, τα εθνικιστικής κοπής φληναφήματα της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης περί «ευρωπαϊκών συνόρων» που «τα προστατεύει η Ελλάδα στον Έβρο» (ανεξαρτήτως του ότι η χώρα μας πολύ ορθά αντιμετώπισε αποφασιστικά προσφάτως την εργαλειοποίηση μεταναστών από τον Ερντογάν), όπως τα φληναφήματα αυτά εκφέρονται και διατυπώνονται για εσωτερική πολιτική κατανάλωση αλλά με συνέπειες στην αέναη ευρωπαϊκή διαπραγματευτική διελκυστίνδα, αφήνουν ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο να σκέπτονται οι Βρυξέλλες και άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ότι η Ελλάδα θα συμψήφιζε την (κατά τα άλλα απολύτως δεσμευτική, αλλά χωρίς αντίκρυσμα) ευρωπαϊκή αλληλεγγύη στη διαχείριση του προσφυγικού με κάποιες παραχωρήσεις της Ελλάδας προς την Τουρκία, …«για να μη φωνάζει και ο Ερντογάν».              

Άρα, δεν είναι ότι άλλαξε τελευταία την «εξωτερική» ενεργειακή πολιτική της η Ελλάδα στην ανατολική Μεσόγειο ή το προσφυγικό, για να εξηγείται και να ερμηνεύεται επαρκώς η σημερινή ποιοτική αναβάθμιση των τουρκικών αμφισβητήσεων σε βάρος της χώρας μας και των κυριαχικών δικαιωμάτων της στην περιοχή! Προφανώς, λοιπόν, η Άγκυρα επιτίθεται κατά της Ελλάδας σήμερα, στο ανατολικό Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, επειδή έχει εκτιμήσει ότι απέναντί της βρίσκεται μια ελληνική κυβέρνηση ευεπίφορη σε υποχωρήσεις, από τις οποίες προσδοκά απτό όφελος, φυσικά σε βάρος ελληνικών δικαιωμάτων. Τέτοια οφέλη έχει να διεκδικήσει και να πετύχει η Τουρκία από την εποχή του Κώστα Σημίτη, των Ιμίων και της συμφωνίας της Μαδρίτης. …Και φυσικά στον πολιτική τίποτα δεν είναι τυχαίο! Ιδίως οι «συμπτώσεις» των πολιτικών ομοιοτήτων!...     

Όμως, η ελλειπτική πρόσληψη από τον ίδιον τον Κυριάκο Μητσοτάκη της άκαμπτης δημοκρατικής υποχρέωσής του να συγκαλέσει το συμβούλιο πολιτικών αρχηγών, εγκυμονεί έναν τεράστιο κίνδυνο! Να συγκληθεί οψέποτε στο μέλλον το συμβούλιο πολιτικών αρχηγών, όχι με αρμοδιότητα να επιζητηθεί η ευρύτερη δυνατή συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων της χώρας επί του διαπραγματευτέου διακυβεύματος με την Τουρκία, όπως είναι η αρμοδιότητα του συμβουλίου αυτού, αλλά να συγκληθεί από τον σημερινό πρωθυπουργό μόνο και μόνο για να νομιμοποιήσει το συμβούλιο πολιτικών αρχηγών ό,τι θα έχει συμφωνήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης!!! Κι αυτό πιθανώς θα είναι απολύτως επιζήμιο για τα μείζονα ελληνικά συμφέροντα (αφού ο ελληνοτουρκικός διάλογος που ξεκινάει είναι εφ’ όλης της ύλης), αλλά παράλληλα συνιστά και σαφή εκτροπή από το δημοκρατικό σύστημά μας και την υψηλού ποιοτικού δημοκρατικού βαθμού προδιαγραφή άτυπης σύγκλησης συμβουλίου πολιτικών αρχηγών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας τηρουμένων πρακτικών. Στην Ελλάδα δεν έχουμε μονάρχη, δικτάτορα ή ηγεμόνα! Εκλεγμένο πρωθυπουργό έχουμε, που υπόκειται σε δημοκρατικό έλεγχο!   

Υπάρχουν, τέλος, και όσοι προετοιμάζουν από τώρα το έδαφος για τη σοβαρή περιπέτεια στην οποία επιχειρεί να μας εμπλέξει ο σημερινός πρωθυπουργός, με σοβαρότατες πιθανότητες να προκληθεί ανήκεστη σημαντική ζημία για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο. Αυτοί οι τελευταίοι περίπου συμψηφίζουν την πιθανολογούμενη παραχώρηση ελληνικών δικαιωμάτων στην Τουρκία από τον Κυριάκο Μητσοτάκη, με τη …συμφωνία των Πρεσπών!!! Όπως ο Κυριάκος Μητσοτάκης διεφώνησε με τη συμφωνία των Πρεσπών αλλά τη σέβεται ως πρωθυπουργός αφού δεσμεύει την Ελλάδα, λένε αυτοί οι τελευταίοι, έτσι και αύριο η οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση οφείλει να σεβαστεί την όποια συμφωνία του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ταγίπ Ερντογάν, ακόμη και αν τέτοια συμφωνία εμπεριέχει παραχωρήσεις ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων προς την Τουρκία στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο!

Ναι, αυτό λένε! Τολμάνε να συμψηφίζουν διμερή συμφωνία της Ελλάδας με άλλη χώρα για ζητήματα ονομασίας (της άλλης χώρας) καθώς και για ζητήματα διαχείρισης ιστορικών κληρονομιών, με διμερή συμφωνία της οποίας το δυνάμει περιεχόμενο είναι η Ελλάδα να παραχωρεί ελληνική κυριαρχία (στην άλλη χώρα)! Αν δεν είναι συμψηφισμός από πολιτικό μικρονοϊσμό, πρόκειται για πολιτική αλητεία με σοβαρότατες συνέπειες σε βάρος της χώρας μας! Και, φυσικά, αυτό δεν θα περάσει!

Μήπως ανησυχώ υπερβολικά ή μήπως η δεδομένη αντικυβερνητική μου τοποθέτηση με οδηγεί σε πλάνη; Για να το ξεκαθαρίσουμε και αυτό παραθέτω απόσπασμα από πρόσφατη παρέμβαση του Κυριάκου Μητσοτάκη στο συνέδριο του Economist: «Έχουμε πει κάτι απολύτως ξεκάθαρο από την αρχή: Είμαστε διατεθειμένοι να συζητήσουμε με την Τουρκία, μέσω διερευνητικών συνομιλιών, για το ένα θέμα, που αφορά την οριοθέτηση των Θαλασσίων Ζωνών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο… Και θέλω να είμαι ξεκάθαρος: ότι αν δεν φτάσουμε σε συμφωνία, είμαστε διατεθειμένοι να φέρουμε το ζήτημα στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Και θα σεβαστούμε την απόφαση, η οποία θα βασίζεται σε συνυποσχετικό το οποίο θα υπογράψουμε με την Τουρκία».

Μόνο που με τη φράση αυτή ακριβώς αναδεικνύεται εντυπωσιακά το μεγάλο πρόβλημα που προκύπτει για την Ελλάδα από τους χειρισμούς του σημερινού πρωθυπουργού, και το οποίο ο Κυριάκος Μητσοτάκης είτε αδυνατεί να κατανοήσει, είτε σκοπίμως παραβλέπει! Και το πρόβλημα αυτό φυσικά δεν είναι να υπάρξει προσφυγή  σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, αφού υπογραφεί από τις δύο χώρες συνυποσχετικό (πράγμα γενικώς απίθανο, αφού η Τουρκία σε κάθε περίπτωση δηλώνει ότι δεν καλύπτεται από τις διεθνείς συμβάσεις και το διεθνές δίκαιο και βεβαίως δεν έχει κανένα λόγο σήμερα  να αλλάξει στάση συνυπογράφοντας με την Ελλάδα συμφωνία που θα αναγνώριζε και θα παραχωρούσε δικαίωμα δικαιοδοσίας σε οποιονδήποτε διεθνή φορέα ή δικαστήριο). Το μεγάλο πρόβλημα, λοιπόν, από την πολιτική Κυριάκου Μητσοτάκη στα ελληνοτουρκικά και τον διάλογο που συμφώνησε με μόνο δική του απόφαση να διεξάγει, είναι τί θα σήμαινε για την Ελλάδα εάν τυχόν προέκυπτε συμφωνία Μητσοτάκη-Ερντογάν! Διότι εδώ συμφωνία θα μπορούσε να προκύψει είτε αν η Τουρκία αναστείλει τις διεκδικήσεις της σε βάρος ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στο Αιγαιο και την ανατολική Μεσόγειο, είτε επειδή ο Έλληνας πρωθυπουργός θα συναινούσε σε ικανοποίηση των τουρκικών διεκδικήσεων, μερικώς ή συνολικά. Και για μεν την Τουρκία αυτή από μεριάς της έχει ανοίξει όλη τη βεντάλια των διεκδικήσεών της σε βάρος της χώρας μας και ό,τι κερδίσει όφελος δικό της θα είναι. Για την Ελλάδα, όμως, μόνο θέμα του διαλόγου που ξεκινάει με ευθύνη Κυριάκου Μητσοτάκη είναι τί προτίθεται να παραχωρήσει!

Η ελληνική πλευρά, όπως δηλώνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην παραπάνω αναφορά του στο συνέδριο του Economist, είναι έτοιμη να συζητήσει «την οριοθέτηση των Θαλασσίων Ζωνών στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο»! Και καλά, για το Καστελλόριζο ας πούμε ότι υφίσταται ένα θέμα επήρειας στην υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ (που κατά το ισχύον διεθνές δίκαιο δεν υπάρχει και μόνο η νομολογία διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων με εξαιρετικά αυθαίρετο τρόπο γενίκευσης θα μπορούσε να του προσδώσει κάποια να στοιχειώδη βασιμότητα για παραπομπή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο και φυσικά κατόπιν ελληνοτουρκικού συνυποσχετικού –που η Τουρκία δεν θα υπογράψει ποτέ, όπως είπαμε). Για την Κρήτη, τη Ρόδο και την Κάρπαθο, όμως, είναι επίσης έτοιμος να να συζητήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης ζητήματα ενδεχόμενης μειωμένης επήρειας σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ; (Και το ερώτημα δεν είναι ρητορικό, αφού ήδη ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποδέχτηκε μειωμένη επήρεια για την Κρήτη στην πρόσφατη διμερή συμφωνία της Ελλάδας με την Αίγυπτο για την οριοθέτηση μικρού μέρους της κοινής γραμμής ΑΟΖ των δύο χωρών). Κι αν δεν είναι διατεθειμένος να τα συζητήσει αυτά ο Κυριάκος Μητσοτάκης, γιατί δεν το έχει καταστήσει αυτό σαφέστατο προς την άλλη πλευρά και τους Δαναούς μεσολαβητές; Νομιμοποιείται ο σημερινός Έλληνας πρωθυπουργός (ή ο οποιοσδήποτε τυχόν άλλος αύριο) να διαπραγματεύεται με την Τουρκία ζητήματα παραχώρησης ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στην Τουρκία ή οπουδήποτε αλλού; (Και αντιπαρέρχομαι για λόγους οικονομίας χρόνου ότι σε κάθε περίπτωση δεν είναι νοητό για οποιονδήποτε Έλληνα πρωθυπουργό να προσέρχεται σε διμερή διαπραγματευτικό  διάλογο με την Τουρκία αφήνοντας ο ίδιος και καθ’ οιονδήποτε τρόπο ανοιχτό θέμα αμφισβήτησης του πλήρους δικαιώματος του Καστελλόριζου σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Αντίθετα, ο Έλληνας πρωθυπουργός οφείλει μονότονα να επαναλαμβάνει και να υπερασπίζεται τη θέση ότι το Καστελλόριζο διατηρεί με βάση το ισχύον διεθνές δίκαιο πλήρη δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ! Όπως αντιπαρέρχομαι και το γεγονός ότι μόνη περίπτωση να υπάρχει σημείο επαφής της ελληνικής με την κυπριακή ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο, είναι το Καστελλόριζο να έχει πλήρη επήρεια σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ. Ποιός Έλληνας πρωθυπουργός θα τολμούσε να σηκώσει το βάρος με δικές του πράξεις και αποφάσεις να οδηγήσει σε εξελίξεις που θα ενταφιάζαν τη δυνατότητα να υπάρχει σημείο επαφής της ελληνικής με την κυπριακή ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο, όταν μάλιστα αυτό είναι απόρροια προβλέψεων του διεθνούς δικαίου;)

Κι εδώ υπάρχει το δεύτερο σοβαρό πρόβλημα από τις αναφορές του Κυριάκου Μητσοτάκη στο ίδιο συνέδριο του Economist! Ο σημερινός Έλληηνας πρωθυπουργός είπε: «…είναι ένα πρόβλημα που έχει καθαρά ευρωπαϊκή διάσταση. Και η Ευρώπη κατέστησε απολύτως σαφές ότι αυτό που διακυβεύεται είναι η ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου. Η Ευρώπη από θέση αρχής δεν αποδέχεται μονομερείς ενέργειες που είναι αντίθετες στο Διεθνές Δίκαιο».

Μόνον που ο Κυριάκος Μητσοτάκης εδώ φαίνεται να ξεχνάει ότι πριν και πάνω από την ευρωπαϊκή διάσταση της υπόθεσης, εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα καθαρά ελληνικό ζήτημα. Ζήτημα το οποίο προηγείται παντός άλλου και το οποίο εν πάση περιπτώσει εκείνος ως πρωθυπουργός της Ελλάδας οφείλει να θέτει σε απόλυτη προτεραιότητα αποφύγοντας τον καθ’ οιονδήποτε τρόπο συμψηφισμό του με άλλα θέματα, όπως για παράδειγμα το «ευρωπαϊκό συμφέρον»! Σε κάθε περίπτωση είναι τα ελληνικά συμφέροντα ο οδηγός για τον προσδιορισμό του ευρωπαϊκού συμφέροντος στην υπόθεση αυτή, και όχι το αντίστροφο! Διότι, εάν υποθέσουμε ότι το ευρωπαϊκό συμφέρον τυχόν θα ήθελε να παραχωρηθούν κάποια ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στην Τουρκία για να κατευναστεί, ας πούμε, η επιθετικότητα Ερντογάν και να διασφαλιστεί η δυνατότητα άλλων ευρωπαϊκών χωρών να συνεχίσουν να εξάγουν στη μεγάλη τουρκική αγορά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ως πρωθυπουργός της Ελλάδας, το ευρωπαϊκό ή το ελληνικό συμφέρον θα υπερασπιζόταν; (Και αναφέρομαι σε προσεγγίσεις και απόψεις που όλοι γνωρίζουμε ότι είναι υπαρκτές ως λογική και ως στόχοι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, και δεν πρόκειται για ευφάνταστα σενάρια).

Τα έχει αυτά ξεκαθαρίσει απολύτως στους ευγενικούς μεσολαβητές ο σημερινός Έλληνας πρωθυπουργός, ναι ή όχι; Προσέρχεται, λοιπόν, ο Κυριάκος Μητσοτάκης στον υπό διαμεσολάβηση διμερή ελληνοτουρκικό διάλογο που μόνος του και ερήμην των άλλων κομμάτων αποφάσισε να διεξάγει με «επικίνδυνη» για τα ελληνικά συμφέροντα ατζέντα, έχοντας θέσει τις ελληνικές «κόκκινες γραμμές», ναι ή όχι; Διότι από τις αναφορές του στο συνέδριο του Economist μόνο ξεκαθάρισμα της ελληνικής στάσης δεν προκύπτει, αντίθετα γεννώνται σοβαρότατες ανησυχίες!

Να διευκρινίσω στο σημείο αυτό, ότι απάντηση στις σοβαρές ανησυχίες που έχω εκθέσει ως εδώ δεν θα μπορούσε να είναι η «ευκολία» ότι δήθεν δεν επιθυμώ ελληνοτουρκικό διάλογο! Και για να το κανω απολύτως σαφές: Φυσικά και είναι επιθυμητός παγίως διμερής διάλογος με τον απαράδεκτο και ανεπίτρεπτα επιθετικό γείτονά μας! Μόνον που ο διάλογος αυτός ακριβώς με έναν γείτονα αυτών των χαρακτηριστικών θα πρέπει να είναι σαφέστατα οριοθετημένος, τόσο ως προς το περιεχόμενό του όσο και ως προς τους όρους διεξαγωγής του. Και σήμερα τίποτα απ’ αυτά τα δύο δεν είναι σαφές, όπως όφειλε να έχει πράξει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, σε συνεννόηση με το σύνολο του πολιτικού κόσμου στην Ελλάδα.

Εξηγούμαι λοιπόν: Μόνο, και αποκλειστικό επιτρεπτό αντικείμενο του ελληνοτουρκικού διαλόγου που ξεκινάει ο σημερινός Έλληνας πρωθυπουργός, το οποίο νομιμοποιείται να διαπραγματευτεί με την Τουρκία ο Κυριάκος Μητσοτάκης, είναι η υφαλοκρηπίδα και η ΑΟΖ των νησιών. Εκκινώντας αυτονόητα από τη θέση που οφείλει να τηρήσει κάθε Έλληνας πρωθυπουργός ότι όλα τα ελληνικά νησιά -συμπεριλαμβανομένου και του Καστελλόριζου- έχουν πλήρη δικαιώματα με βαση το διεθνές δίκαιο σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ και αν εν πάση περιπτώσει η Τουρκία έχει διαφορετική γνώμη η Ελλάδα θα ήταν έτοιμη να υπογράψει συνυποσχετικό για την παραπομπή της διαφοράς σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο. Καμιά άλλη διμερής ελληνοτουρκική συμφωνία δεν μπορεί να υπάρξει!

Για ο,τιδήποτε πέραν τούτου, καμιά νομιμοποίηση δεν έχει ο Κυριάκος Μητσοτάκης να διαπραγματευτεί και αν το κάνει αναλαμβάνει μόνος την ευθύνη και, βεβαίως, κανένας αυθαίρετος συμψηφισμός με τη συμφωνία των Πρεσπών, δηλαδή με ένα ζήτημα τελείως διαφορετικού περιεχομένου που δεν αφορά σε οποιαδήποτε περίπτωση ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, δεν θα εξανάγκαζε τα άλλα κόμματα σε υποχρέωση τήρησης όσων τυχόν θα συμφωνήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης με τον Ταγίπ Ερντογάν, πέραν του πλαισίου που προανέφερα. Αντιθέτως, στην περίπτωση τυχόν συμφωνίας Μητσοτάκη-Ερντογάν πέραν αυτού του πλαισίου, τα άλλα κόμματα έχουν υποχρέωση άκαμπτης προγραμματικής δέσμευσης ενώπιον των Ελλήνων πολιτών ότι θα κάνουν παν το δυνατόν για να ανατρέψουν τη συμφωνία και δεν έχουν καμιά υποχρέωση να την τηρήσουν, επειδή είναι προϊόν άσκησης βίας σε βάρος της Ελλάδας από μεριάς της Τουρκίας καθώς και ανεπίτρεπτης ανοχής της ΕΕ απέναντι στις τουρκικές προκλήσεις και επομένως τα έννομα αποτελέσματά της αμφισβητούνται βασίμως!

Αυτά ως εδώ! Όμως, άφησα για τον επίλογο μια πτυχή αυτής της υπόθεσης που θεωρώ πολύ κρίσιμη και η οποία γεννά εξ αφετηρίας εδραία αμφισβήτηση της νομιμότητας μιας τυχόν συμφωνίας Κυριάκου Μητσοτάκη-Ταγίπ Ερντογάν! Και η πτυχή αυτή είναι ότι ακόμη κι αν συμφωνούσαν Μητσοτάκης με τον Ερντογάν σε κάποια διμερή ελληνοτουρκική συμφωνία  να παραχωρηθούν ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στην Τουρκία, η συμφωνία αυτή δεν θα ήταν εφαρμόσιμη διότι επηρεάζει δυσμενώς και δικαιώματα άλλων χωρών της περιοχής, που οι άλλες χώρες δεν είναι διατεθειμένες να ανεχτούν! Για παράδειγμα, η Κύπρος γιατί θα αποδεχόταν να υπάρχει μειωμένη  επήρεια στο Καστελλόριζο με ελληνική συναίνεση, όταν είναι προφανές ότι η Τουρκία επιζητεί μειωμένη επήρεια και για την κυπριακή ΑΟΖ και οι τουρκικές προκλήσεις αυτής της περιόδου  στρέφονται ταυτόχρονα και σε βάρος της; Φυσικά και δεν θα το αποδεχόταν και ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσφέρει πολύ κακές υπηρεσίες και σε βάρος των κυπριακών κυριαρχικών δικαιωμάτων, εμφανίζοντας με τη σημερινή στάση του και τη συναίνεσή του να ξεκινήσει ένας ελληνοτουρκικός διάλογος με τις παρούσες προϋποθέσεις, ότι και οι τουρκικές διεκδικήσεις σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας θα ήταν ενδεχομένως αντικείμενο μιας διμερούς συμφωνίας, καμπτομένων των προβλέψεων του διεθνούς δικαίου. Που στην περίπτωση της Κύπρου, όμως, δεν υπάρχει απολύτως κανένα βάσιμο επιχείρημα ότι μπορούν να συνεπάγονται μειωμένη επήρεια στην κυπριακή ΑΟΖ και την υφαλοκρηπίδα!

Είναι σαν να μεθοδεύεται με ελληνική συμμετοχή σχέδιο να πληγούν κατάστηθα τα μείζονα κυπριακά κυριαρχικά δικαιώματα!  Θα το τολμούσε αυτό ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ως ένας νέος Εφιάλτης; Όλα ως σήμερα δείχνουν ότι αυτό ακριβώς κάνει ο σημερινός Έλληνας πρωθυπουργός! 

 

 

 

 

19 Σεπ. 2020

Από τα μέτρα διάσωσης

στον άγονο νεοφιλελευθερισμό

Από την εμφάνιση του πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη και τα όσα ανεφερε ως οικονομικό πρόγραμμά του για τη χώρα, με τις συνέπειες της κρίσης λόγω πανδημίας στην κορύφωσή τους, αναδύεται ένα κεντρικό μήνυμα: Η παρούσα κυβέρνηση τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό προτεραιότητας με τη λήψη των απολύτως αναγκαίων έκτακτων μέτρων για τη στήριξη της οικονομίας μας για να προσπαθήσει να ξεπεράσει το έντονα καθοδικό σοκ του λοκντάουν, τοποθετεί την προαγωγή του προγραμματικού νεοφιλευθερισμού της! Έτσι -κι αυτό κανένας σήμερα πλέον δεν μπορεί να το αμφισβητήσει- στη φετινή ΔΕΘ ενώπιον των μασκοφόρων συγκεντρωμένων στο «Βελλίδειο», ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, παρουσίασε μια οικονομική πολιτική αμφιταλαντευόμενων και σε ορισμένες περιπτώσεις αντιφατικών μεταξύ τους στόχων:

- από τη μία, μια φανερά φειδωλή πολιτική άμεσης υποστήριξης της ασθμένουσας οικονομίας μας (λες και ο Έλληνας πρωθυπουργός έχει ενστερνιστεί τη φιλοσοφία και τη στάση των λεγόμενων «φειδωλών» χωρών του ευρωπαϊκού βορρά, οι οποίες πριν μερικές εβδομάδες στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ «κόντυναν» δραστικά το οικονομικό πρόγραμμα στήριξης της ευρωζώνης), και

- από την άλλη, μια δέσμη ισχυρών εξαγγελιών καθαρού νεοφιλελεύθερου προσήμου (12 «μεταρρυθμίσεις» ονόμασε τη δέσμη αυτών των εξαγγελιών ο πρωθυπουργός, θυμίζοντας τις χειρότερες στιγμές της «μεταρρυθμιστικής μανίας» των μνημονίων).

Είναι τουλάχιστον παράδοξο για την οικονομική πολιτική της Ελλάδας στις παρούσες πανδημικές συνθήκες (και ο κ. Μητσοτάκης είναι ο μόνος ηγέτης χώρας-μέλους της ΕΕ που το κάνει, όταν όλοι οι υπόλοιποι ευρωπαίοι ηγέτες ανοίγουν όσο περισσότερο μπορούν τις στρόφιγγες της ρευστότητας προς τις οικονομίες τους, αποφεύγοντας κάθε αναφορά σε οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική ατζέντα και σηματοδοτώντας ως μόνη προτεραιότητά τους τον άμεσο χαρακτήρα της υποστηρικτικής οικονομικής τους πολιτικής) να επανεφανίζεται -ιδίως στην Ελλάδα πρόκειται για παραλογισμό- η μνημονιακή εμμονή της «μεταρρυθμιστικής μανίας», ως οικονομικός στόχος ισότιμης προτεραιότητας με την αδήριτη και μη επιδεχόμενη καμιά λογική αμφισβήτηση άμεση στήριξη της οικονομίας μας, ως κεντρικό σκοπό, πριν και πάνω απ’ όλα, και με τον παραμερισμό οποιωνδήποτε άλλων σκοπών για αργότερα, όταν και αφού θα έχει κατορθώσει να σταθεί ξανά στα πόδια της. Σε κάθε περίπτωση (και αυτό το είχα κατά κόρον τονίσει σε αναλύσεις μου την εποχή των μνημονίων), η γενική ανάγκη για μεταρρυθμίσεις προσαρμογής των εθνικών οικονομιών στις παγκόσμιες εξελίξεις, είναι απαραίτητο να αναλαμβάνεται ως προσπάθεια σε περιόδους οικονομικής ηρεμίας αν όχι ευημερίας και να αποφεύγεται σε περιόδους κρίσεων του σημερινού βάθους και της έντασης. Έτσι, η ελληνική μνημονιακής κοπής 10ετής «μεταρρυθμιστική μανία», η οποία επομένως αναλήφθηκε σε απρόσφορη περίοδο και με βασικό κίνητρο την τιμωρητική πολιτική στάση του οικονομικού πατερναλισμού της ΕΕ, ενώ οικονομολογικά αποσκοπούσε σε επισφράγηση της σκληρής δημοσιονομικής πειθαρχίας στην πτωχευμένη Ελλάδα, απέδειξε ότι όταν μεταρρυθμίσεις προωθούνται σε συνθήκες απίσχνανσης των οικονομιών το κόστος εφαρμογής τους μεγαλώνει πολύ και τα αποτελέσματά τους συρρικώνονται δραματικά. Παρά ταύτα, ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης εμμένει στην αστοχία!

Ταυτόχρονα, εκτός από παράδοξο, όμως, είναι και αντίθετο με τη γενική κατεύθυνση των πλέον έγκυρων διεθνών οικονομικών οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων εμβληματικών εκπροσώπων του διεθνούς καπιταλισμού, όπως το ΔΝΤ. Όλοι αυτοί οι οργανισμοί καθώς και οι ακαδημαϊκά κέντρα διαμόρφωσης των προτεινόμενων τάσεων ακολουθητέας οικονομικής πολιτικής υποδεικνύουν δημοσιονομική χαλάρωση και προσωρινή παράβλεψη της δημοσιονομικής πειθαρχίας, ως ανάγκης  για να ανασάνει η διεθνής οικονομία μετά το πανδημικό σοκ του λοκντάουν. ('Αλλωστε αυτό το μήνυμα στέλνει ξεκάθαρα και η ίδια η ΕΕ, με την προσωρινή αναστολή ισχύος του Συμφώνου Σταθερότητας). Αντίθετα, ο Έλληνας πρωθυπουργός στη Θεσσαλονίκη, απ’ όπου κατά παράδοση σε ετήσια βάση εξαγγέλλεται η οικονομική πολιτική για το επόμενο έτος, έμεινε σε εξαγγελίες προφανώς αναντίστοιχες με τις ανάγκες αφύπνισης της ελληνικής οικονομίας από την καταστροφή που έχει λάβει χώρα. Ταυτόχρονα, η άρνηση (και ευτυχώς ως προς το σημείο σημείο αυτό, με δεδομένο ότι εάν το έκανε η νέα μνημονιακή δέσμευση θα ήταν αναπόφευκτη) της ελληνικής κυβέρνησης να αιτηθεί πρόσβαση σε δανεισμό που της αναλoγεί από τον ESΜ, κάνει απολύτως καθαρό ότι η μόνη εναπομένουσα ευκαιρία και δυνατότητα για ουσιαστική στήριξη προς την ελληνική οικονομία είναι οι επιδοτήσεις προς την χώρα μας  από το εγκεκριμένο σχέδιο ανασυγκρότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας που έχει εγκριθεί στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ, που θα έρθουν (αν εγκρίνει η κομισιόν το σχέδιο που θα προτείνει η ελληνική πλευρά στη βάση του απολύτως αμφιλεγόμενου «σχεδίου Πισσαρίδη»), κατά το β΄-γ΄ τρίμηνο του 2021.

Και τί θα γίνει ως τότε;

Η σημερινή εικόνα δημιουργεί ήδη σοβαρή ανησυχία στην οικονομία των ελληνικών νοικοκυριών αλλά και των επιχειρήσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε τελευταία ειδική έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδας (που φυσικά δεν συγκαταλέγεται στους εχθρικούς προς την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη φορείς) αναφέρεται ότι οι ελληνικές επιχειρήσεις ως το τέλος του 2020 θα βρεθούν μπροστά σε κενό ρευστότητας ως προς την κάλυψη των αναγκών τους ύψους 33 δισ. ευρώ. Και πρόκειται μόνο για το κενό χρηματοδότησης των επιχειρήσεων με την παράλληλη στενότητα να αφορά και στα ελληνικά νοικοκυριά με περίπου ανάλογο ποσό. Προφανώς χρηματοδοτικό έλλειμμα που υπερβαίνει τα 60 δισ. ευρώ προοιωνίζεται έντονες υφεσιακές πιέσεις σε επίπεδα πρωτοφανή. Όπως αναφέρει επίσης στην ίδια έκθεσή της η Τράπεζα της Ελλάδας και σχετικά με τις ελληνικές επιχειρήσεις και μόνο, με την πρωτοφανή κάμψη του κύκλου εργασιών του επιχειρηματικού τομέα κατά 31,8% σε ετήσια βάση και μόνο για το δίμηνο Απριλίου-Μαΐου αν η έντονη συρρίκνωση της επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, μέσω κατάλληλων δράσεων από τις επιχειρήσεις και επαρκή βοήθεια από το κράτος και το χρηματοπιστωτικό σύστημα, τότε μπορεί να δημιουργηθούν σοβαρές δυσλειτουργίες στο κύκλωμα διάχυσης της ρευστότητας στην οικονομία, οδηγώντας ακόμη και σε χρηματοοικονομική ασφυξία. Μια τέτοια εξέλιξη μπορεί να εξαντλήσει τα όρια αντοχής ακόμη και υγιών επιχειρήσεων, οδηγώντας σε αθετήσεις υποχρεώσεων, κλείσιμο επιχειρήσεων, συρρίκνωση της απασχόλησης και ακόμη πιο βαθιά ύφεση.

Η εφιαλτική διστακτικότητα της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη να χορηγήσει  ακόμη και τον ελάχιστο αναγκαίο χρηματοοικονομικό χώρο προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά της Ελλάδας παράγει το φυσικό ερώτημα: Είναι έλλειψη ικανότητας κατανόησης του βάθους και της έντασης των προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας συνεπεία της πανδημίας και του λοκντάουν από μεριάς της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, ή είναι επιλογή οικονομικής πολιτικής; Η εικόνα που προκύπτει από την εμφάνιση του πρωθυπουργού στη Θεσσαλονίκη και η εμμονή του στη λεγόμενη «μεταρρυθμιστική» ατζέντα, που εκφεύγει των προτεραιοτήτων της διεθνούς οικονομικής κοινότητας, επιχειρηματικής και ακαδημαϊκής, στην παρούσα φάση της καταστροφής από την πανδημία, πιστοποιεί ότι πρόκειται περί επιλογής και όχι περί αστοχίας!

Είναι φανερό ότι η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη ήρθε με άκαμπτη προγραμματική προτεραιότητα να αναδιανείμει τους διαθέσιμους πόρους στην ελληνική οικονομία από την κεντρική επιλογή της απελθούσας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ  στήριξης των αδυνάμων, προς μια προτιμησιακή οικονομική πολιτική ενίσχυσης της μεσοανώτερης τάξης και συγκεκριμένων επιχειρηματικών κύκλων. Το πρόβλημα με την επιλογή αυτή για την ελληνική οικονομία θα περιοριζόταν σε μία σε τελευταία αναλυση πολιτικού περιεχομένου αντιπαράθεση σχετικά με το ταξικό περιεχόμενό της. Όμως, εδώ και μήνες και από την επέλευση της πανδημίας και εντεύθεν, το ζήτημα εχει πάψει να είναι η κατανομή των πόρων στην Ελλάδα και έχει καταστεί πρόβλημα παραγωγικής βιωσιμότητας και υπαρξιακής χρηματοοικονομικής επάρκειας σε ό,τι αφορά την ελληνική οικονομία.

Η «αποθήκευση» διαθέσιμων σήμερα πόρων (π.χ. το δημοσιονομικό μαξιλάρι περίπου 20 δισ. ευρώ) με σκοπό να υπάρξει σε επόμενη φάση απόθεμα προνομιακής χρηματοδότησης από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη προς τις κοινωνικές τάξεις και τις επιλεγμένες επιχειρήσεις που συνιστούν τον πολιτικό της περίγυρο, είναι μια πολιτική που θέτει σε άμεσο κίνδυνο επιβίωσης την ελληνική οικονομία και υποθηκεύει το μέλλον της. Και αυτό πρέπει να σταματήσει εδώ και αμέσως, πριν οι επιπτώσεις της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής για την οικονομία καταστούν αναπότρεπτες.

 

 

 

13 Σεπ. 2020

Η νέα αντιπολίτευση

του Αλέξη Τσίπρα

Οι αλλαγές στη διάταξη των κομματικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, είναι φανερό πως αποτελούν ένδειξη της προσπάθειας του Αλέξη Τσίπρα να αλλάξει την ταυτότητα μιας υπναλέας και αναποτελεσματικής ως σήμερα αντιπολίτευσης. Μπορεί οι πολιτικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν από την πανδημία να εξηγούν σ’ έναν σημαντικό βαθμό τους χαμηλούς τόνους και την αυτοεξαίρεση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης από την υποχρέωση δίκαιας αλλά και αυστηρής κριτικής στην κάκιστη διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, ωστόσο παραμένει την ίδια ώρα αναμφίβολο ότι σε πολλά πεδία όπου η πανδημία δεν διαμόρφωσε τις πολιτικές συνθήκες και δεν θα εδικαιολογείτο καμία ανοχή απέναντι σε ηχηρές κυβερνητικές αστοχίες και ανεπάρκειες, ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία τήρησε ανεξήγητα χαμηλούς τόνους.

2 παραδείγματα:

α. Η τεράστια ανοχή του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία απέναντι στις ατελέσφορες κυβερνητικές αντιδράσεις σε ό,τι αφορά τις αλλεπάλληλες τουρκικές προκλήσεις. Τουρκικές προκλήσεις, τις οποίες το σύστημα εξουσίας Μητσοτάκη ως τώρα χειρίζεται με πρωτοφανή γαλαντομία υπέρ του Ερντογάν, αποφεύγοντας να καταστεί η Ελλάδα η επισπεύδουσα χώρα ως προς την αναγκαιότητα επιβολής αυστηρών και αποτελεσματικών κυρώσεων κατά της Άγκυρας και αφήνοντας αυτόν τον ρόλο στο Παρίσι και τη Λευκωσία.

ημ.: Σε μια φιλοκυβερνητική ανάλυση διάβασα το έωλο επιχείρημα-υπεκφυγή ότι η απροθυμία της Αθήνας να πρωταγωνιστήσει στην επιλογή επιβολής κυρώσεων κατά της Τουρκίας, είναι μια «έξυπνη» κίνηση της Ελλάδας, αφού έτσι οι κυρώσεις -αν έρθουν ποτέ- θα φανούν ως ευρωπαϊκή προτίμηση και όχι ως ελληνική προτεραιότητα. Ανοησίες! Τα ελληνοτουρκικά επί των ημερών της σημερινής κυβέρνησης και προφανώς ένεκα των ατυχέστατων χειρισμών της έχουν αχθεί σε οριακό σημείο, όπου «πολυτελείς ελληνικές ανοχές» ως δήθεν αντίδραση στις ακραίες τουρκικές διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας δεν είναι νοητές, αποδεδειγμένου όντος ότι τέτοιοι κατευνασμοί αποθρασύνουν αντι να εκτονώνουν τις τουρκικές απαιτήσεις. Η ανεξήγητη ηπιότητα της Αθήνας απέναντι στην Άγκυρα, οπωσδήποτε όχι από σύμπτωση συμπίπτουν απολύτως με τη διστακτικότητα του Βερολίνου να τηρήσει αποφασιστική στάση απέναντι στην Τουρκία. Για όποιους λόγους ο περί τη Γερμανία άξονας των βόρειων πλούσιων χωρών της ΕΕ δείχνει αυτήν την αντικειμενικά φιλο-τουρκική ανεκτικότητα (παρέχονται δύο εξηγήσεις, η μία θέλει το Βερολίνο να εξακολουθεί να θεωρεί την Τουρκία ως χώρα-κλειδί για το μεταναστευτικό και η δεύτερη αποδίδει στις βορειορωπαϊκές χώρες τη μονοσήμαντη πρόσληψη της Τουρκίας ως «μεγάλη αγορά»), η Ελλάδα αυτήν την περίοδο έχει αποκλίνοντα συμφέροντα και στα δύο αυτά πεδία για να δείχνει τόση κατανόηση στις βερολινέζικες προτεραιότητες. Ήδη, η διστακτικότητα της Αθήνας να συμβάλλει στην επίσπευση επιβολής των κυρώσεων, προκαλεί τη συγκρατημένη αλλά σαφή δυσαρέσκεια χωρών-μελών που ταλαντεύονται για διάφορους λόγους σε ό,τι αφορά την αυστηροποίηση της ευρωπαϊκής στάσης απέναντι στον Ερντογάν π.χ. Πορτογαλία, Ιταλία).

β. Η περίεργη σιωπή του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία μπροστά στο φαινόμενο ραγδαίας κλιμάκωσης της απαξίωσης των τηλεοπτικών καναλιών (κυρίως ανάμεσα στα μέσα ενημέρωσης) στα μάτια των Ελλήνων πολιτών. Η μη επιδεχόμενη σοβαρή εξήγηση ανοχή του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης μπροστά στον καταιγιστικό ρυθμό κραυγαλέων παραβιάσεων της δεοντολογίας από τα κανάλια και ταυτόχρονα ποταπής υποβάθμισης της ποιότητας των εκπεμπόμενων προγραμμάτων, σε συνδυασμό με την μέχρις αφασίας απουσία του ΕΣΡ από τον θεσμικά καθορισμένο εποπτικό του ρόλο, το μόνο που έχει ως συνέπεια είναι την ολοένα και επιταχυνόμενη επιδείνωση της κατάστασης. Δεν γνωρίζω αν η παρά πολιτική φύσει συνδικαλιστική συνεργασία ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ στην ΕΣΗΕΑ εξηγεί την άρνηση του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία να ασκήσει σοβαρή αντιπολίτευση στο πεδίο αυτό. Αν αυτός είναι ο λόγος τόσο το χειρότερο! Σε κάθε περίπτωση η ανεπαρκέστατη αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία στο πεδίο αυτό, αποδεικνύεται με σαφήνεια από το γεγονός ότι το κενό που ο ίδιος παράγει με την ανυπαρξία του καλύπτεται από την αποτελεσματική αντίδραση των κοινωνικών δικτύων, όπου η άμεση κινητοποίηση πολιτών φιλικά διακείμενων προς την αξιωματική αντιπολίτευση προκαλεί εξελίξεις τις οποίες θα όφειλε να έχει δρομολογήσει η Κουμουνδούρου και όχι η αυθόρμητη ενεργοποίηση της κοινής γνώμης.

Σε τέτοιο σκηνικό οι αλλαγές στη διάταξη στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία προφανώς πολιτικά εκφράζουν την ανάγκη απεμπλοκής του κόμματος από την εικόνα του ως σήμερα αντιπολιτευτικού αδιεξόδου.

Οφείλω να αναγνωρίσω ότι ανεξάρτητα από ενστάσεις που θα μπορούσαν να υπάρξουν για τα πρόσωπα που επελέγησαν, η ως τώρα πρώτη εικόνα είναι πολύ καλύτερη από την ως σήμερα άνευρη αντιπολίτευση έκδοσης ανακοινώσεων για κάθε κυβερνητική αστοχία και όλα να τελειώνουν εκεί… Η αμεσότητα αντίδρασης με την άμεση μετάβαση Τζανακόπουλου στη Λέσβο όσο και οι τόνοι αλλά και το πολιτικό περιεχόμενο των αναφορών του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία για το κυβερνητικό έγκλημα στη Μόρια, σαφώς σηματοδοτούν ένα νέο, αποφασιστικότερο και αποτελεσματικότερο στιλ αντιπολίτευσης, σε σύγκριση με ό,τι γνωρίζαμε ως σήμερα. Επίσης, θεωρώ εξαιρετικά σημαντικό το γεγονός ότι η νέα διάταξη στελεχών φαίνεται ικανή να παράγει πολιτικά γεγονότα χωρίς να χρειάζεται κάποια παρέμβαση Τσίπρα, κάτι που ως σήμερα ήταν στοιχείο sine qua non για να «ακουγόταν» η αξιωματική αντιπολίτευση τόσο ώστε να παραγόταν πολιτικό γεγονός.

Φυσικά, τα καλά πρώτα δείγματα θα πρέπει να συστηματοποιηθούν και να παγιωθούν καθώς και να εκτιμηθεί η πραγματική επίδρασή τους στη διαμόρφωση του τρέχοντος πολιτικού σκηνικού για να αξιολογηθούν.

Ωστόσο, κατόπιν όλων όσων ανέφερα ως εδώ έχω την αίσθηση ότι παραμένει ένα βασικό ερώτημα σχετικά με την αντιπολίτευση Τσίπρα!

Με όλα όσα επισημάνθηκαν ως εδώ, νομίζω προκύπτει η διάθεση για ουσιαστικότερη και αποτελεσματικότερη αντιπολίτευση, απομένει όμως η ασάφεια σχετικά με τον πως ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία αντιλαμβάνεται τον πολιτικό εαυτό του και τον ρόλο του στις εξελίξεις που έπονται.

Εξηγούμαι: Όσο επιταχύνεται η πορεία αποκάλυψης της πραγματικής ικανότητας διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη και του συν αυτώ μπλοκ εξουσίας, δηλαδή εμπεδώνεται ανάμεσα στους πολίτες η κατανόηση του πολιτικού χαρακτήρα της σημερινής κυβέρνησης ως εκπροσώπου πολιτικών, επιχειρηματικών, μιντιακών και ευρύτερα ταξικών συμφερόντων, που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της χώρας και της κοινωνικής πλειοψηφίας στις σημερινές κρίσιμες περιστάσεις, εγκυμονώντας σοβαρότατα προβλήματα για το μέλλον (ορισμένα από τα οποία, μάλιστα, ήδη αναφύονται δραματικά, όπως η οικονομία), τόσο θα αναβαθμίζεται το επίπεδο προσδοκιών των πολιτών σε ό,τι αφορά τη μείζονα αντιπολίτευση. Και εδώ πρέπει να γίνει αντιληπτό στον Τσίπρα και την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, ότι το αιτούμενο της ριζoσπαστικοποιημένης πλειοψηφίας των συγκλινόντων ταξικών συμφερόντων της εποχής μας με εκφραστή ένα κόμμα της αριστεράς, δεν εξαντλείται στην παρακολούθηση της διαδικασίας προϊούσας σήψης και τελικά κατάρρευσης της δεξιάς-ακροδεξιάς παράταξης που σήμερα έχει στα χέρια της την εξουσία. Αντίθετα, η αξιωματική αντιπολίτευση εδώ οφείλει να δομήσει ένα πειστικό εναλλακτικό σχέδιο για τη χώρα και τους πολίτες, που θα αποτελέσει τη βάση επί της οποίας θα οικοδομηθεί μια δικαιότερη και καλύτερη Ελλάδα για όλους. Κι εδώ, διακρίνω ένα μεγάλο κενό! 

Η αντιπολίτευση που σήμερα αναδύεται ως η πραγματική πολιτική πρόκληση για τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία δεν αφορά στην υποχρέωση επαν-εξιστόρησης της διακυβέρνησης 2015-2019 και αποκατάστασης των μυθευμάτων που μαζικά έχτισε η άγονη αντιπολίτευση Κυριάκου Μητσοτάκη και ο μιντιακός εσμός που τον περιβάλλει. Ό,τι και να λένε και ό,τι και να επιστρατεύουν σήμερα οι αντισύριζα κύκλοι, κανείς πια δεν πιστεύει ότι βρισκόμαστε στο 4ο μνημόνιο, κανείς δεν επιμένει άλλο ότι η τότε κυβέρνηση Τσίπρα αντάλλαξε το όνομα «Μακεδονία» με τη μη περικοπή των συντάξεων και κανένας δεν τολμά να πλέον να ισχυριστεί ότι η συμφωνία των Πρεσπών έβλαψε τα συμφέροντα της Ελλάδας! Κοντά σ’ αυτά, η επιτυχής έξοδος από τη μνημονιακή δεσποτεία, σε συνδυασμό με τη ρύθμιση του ελληνικού εξωτερικού χρέους, αποτελούν τη βάση πάνω στην οποία κινείται και δομείται η επόμενη φάση της χώρας, αρέσει-δεν αρέσει στον κ. Μητσοτάκη και τους κύκλους που εκπροσωπεί και τα ταξικά τους συμφέροντα εξυπηρετεί.

Προσεκτική και απαλλαγμένη ιδεοληπτικών αναγνώσεων θεώρηση της περιόδου από το 1996 ως σήμερα, οδηγεί με σημαντική πειστικότητα στο συμπέρασμα ότι θετικές περίοδοι διακυβέρνησης για την Ελλάδα έκτοτε πραγματικά ήταν δύο:

-η περίοδος πρωθυπουργίας του Γιώργου Παπανδρέου (όταν ανεκόπη η καθοδική πορεία της ελληνικής οικονομίας, που είχε δρομολογηθεί χωρίς καμιά πρόβλεψη διαφυγής από τον Κώστα Σημίτη, με την οικονομικά εξαιρετικά ετεροβαρή σε βάρος της Ελλάδας ένταξη στο ευρώ, όπως έγινε, και την οποία απέτυχε παταγωδώς να αναθεωρήσει η πρωθυπουργία Κώστα Καραμανλή 2004-2009. Ανακοπή της καθοδικής πορείας, που μπορεί να επιχειρήθηκε με λάθος μέσα (τα μνημόνια, όπως όλοι ομολογούν σήμερα), που στηρίχτηκε σε μια ταξικά άδικη κατανομή των βαρών κατά των ασθενέστερων, που μπορεί ο ίδιος ο Γιώργος Παπανδρέου να μην κατόρθωσε να υποστηρίξει πολιτικά τις επιλογές του, κλ.π. κλ.π., αλλά ό,τι και να λέμε σήμερα το 2010-2011 δρομολογήθηκε και υλοποιήθηκε η κεντρική απόφαση να τελειώσει οριστικά η τραγικά αποτυχημένη οικονομική συνταγή 1996-2009. Κι αυτό μετράει!

-η περίοδος πρωθυπουργίας Αλέξη Τσίπρα, (όταν αποκατάσταθηκαν οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις εκλογίκευσης των όρων λειτουργίας της ελληνικής οικονομίας, με τη ρύθμιση του χρέους και το φινάλε του μνημονιακού παραλογισμού, αλλά και την ουσιαστική προσπάθεια αναδιανομής των βαρών υπέρ των ασθενέστερων).

Στα υπόλοιπα χρονικά διαστήματα διακυβέρνησης, αρχής γενομένης από τον Κώστα Σημίτη με τη μη βιώσιμη συμφωνία του ένταξης της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, με την αδυναμία Κώστα Καραμανλή να ανατρέψει τη μοιραία σημιτική πολιτική, με την απολύτως καταστροφική περίοδο του Αντώνη Σαμαρά που καταβύθισε τη χώρα και με τη σημερινή περίοδο Κυριάκου Μητσοτάκη, η χώρα έκανε και συνεχίζει να κάνει βήματα προς τα πίσω!

Έτσι, λοιπόν, εκτιμώ πως σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, παρά τη βελτίωση των όρων άσκησης της αντιπολίτευσής του που επιχειρεί με την αναδιάταξη των στελεχών του τις τελευταίες μέρες, είναι ταυτόχρονα υποχρεωμένος να απαντήσει το ερώτημα της κεντρικής πολιτικής γραμμής του: Θεωρεί τη διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη ως μια επόμενη πολιτική περίοδο προϊούσας φθοράς των κυβερνώντων, περίπου ίδια με το πολιτικό σκηνικό μιας ομαλής διακυβέρνησης; Ή μήπως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια κυβέρνηση ακραίας ανεπάρκειας που προξενεί ταχέως κλιμακούμενης σοβαρότητας συνέπειες, με υπαρκτή την πιθανότητα απότομης αποσύνθεσής της;

Στην πρώτη περίπτωση, αυτή που δείχνει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία να θεωρεί ως την πιθανότατη εξέλιξη, έχουμε να κάνουμε μια αντιπολίτευση σύμφωνη με το μοντέλο του «ώριμου φρούτου», που επικαθόρισε τον δικομματισμό της περιόδου 1980-2000.

Στη δεύτερη περίπτωση, που εγώ μετα δικά μου τα μάτια και με τα αναλυτικά εργαλεία που επιστρατεύω θεωρώ πιθανότερη (δηλαδή κάνω την πρόβλεψη για μη ευθύγραμμες εξελίξεις απόρροια μιας περιόδου πολιτικής ανωμαλίας), ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία δεν μπορεί να επενδύει στο μοντέλο του «ώριμου φρούτου» και έχει την ευθύνη άμεσα να καταρτίσει γραμμή έκτακτης παρέμβασης στις εξελίξεις. Και δεν το έχει κάνει!

 

 

 

 

 

8 Σεπ. 2020

Στα όρια του το ευρωπαϊκό μοντέλο

Όλοι και όλα συνηγορούν τις τελευταίες εβδομάδες υπέρ της άποψης ότι ο φετεινός χειμώνας θα είναι από τους δυσκολότερους στην ιστορία της ΕΕ!

Ο συνδυασμός των προβλημάτων της πανδημίας, της οικονομίας και της γεωπολιτικής έντασης στα ανατολικά και νότια σύνορα της Ευρώπης, στην ασιατική μεθόριο και προς την αφρικανική ήπειρο με διαχωριστικό όριο τη Μεσόγειο και με επίκεντρο το προσφυγικό, παράγουν την «τέλεια καταιγίδα», όπως προειδοποιούν εδώ και καιρό αναλυτές και εμπειρογνώμονες. Κι αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα, που θα κλόνιζαν σοβαρά τη συνοχή της ΕΕ.

Οι ανησυχίες έχουν ενταθεί τις τελευταίες εβδομάδες υπό το βάρος της διαπίστωσης ότι η πρόσφατη απόφαση της συνόδου κορυφής σχετικά με το σχέδιο ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας όσο περνάει οι καιρός αποδεικνύεται ότι δεν έχει τη δυναμική να αλλάξει την εικόνα στην ευρωζώνη, όπου η ύφεση, ο αντιπληθωρισμός και η λόγω του κορονοϊού σκληρή δοκιμασία του ήδη αδύναμου από τις ιδιωτικοποιήσεις των περασμένων δεκαετιών κοινωνικού κράτους, αποδεικνύουν ότι η κρίση στην οικονομία ήρθε για να μείνει. Και τούτο, διότι η πανδημία και το λοκντάουν μπορεί να προκάλεσαν το καθοδικό σοκ της περασμένης άνοιξης, τα όρια της ευρωπαϊκής οικονομίας, όμως, από καιρό τώρα ανιχεύονταν ως δομικά ανεπαρκή για την ουσιαστική υπέρβαση των συνεπειών της κρίσης του 2010.

Ωστόσο, μια ειλικρινής αναλυτική προσέγγιση στα σημερινά αδιέξοδα της ΕΕ και μακριά από επιφανειακές άνωθεν επικοινωνιακές παρεμβάσεις ανόρθωσης του κλονιζόμενου ευρωπαϊκού κύρους με σχετική ευκολία θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι το σημερινό πρόβλημα της ΕΕ δεν είναι μόνον απόρροια των τρεχουσών εξελίξεων (συμπεριλαμβανομένης και της πανδημίας), αλλά ταυτόχρονα προϊόν χρεοκοπίας του ευρωπαϊκού ενοποιητικού μοντέλου, όπως αυτό προωθήθηκε την τελευταία 30ετία. Η πρόσληψη της ΕΕ από τις σημερινές ευρωπαϊκές ελίτ, ως ένωσης χωρών περί έναν ισχυρό κεντροευρωπαϊκό άξονα, είναι μια θέαση στα πράγματα που σήμερα αποδεικνύεται πως περισσότερο λειτουργεί διαλυτικά, παρά συνεκτικά.

Αν στις περασμένες δύο δεκαετίες όλα σκεπάζονταν από την οικονομική ευμάρεια που εξασφάλιζε στις χώρες-μέλη το απόθεμα που είχαν κληρονομήσει από το στρατόπεδο του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» και ο αφειδής εξωτερικός δανεισμός μιας έξαλλης παγκοσμιοποίησης, σήμερα η κακή οικονομία, η έλλειψη πόρων, καθώς και το έλλειμμα προσδοκιών ταχείας και ουσιαστικής ανάκαμψης, έχει μεταβάλλει το πεδίο προσδοκιών των χωρών-μελών και της ευρωπαϊκής περιφέρειας από οικονομικό σε γεωπολιτικό. Παράλληλα, η αδυναμία της σημερινής ευρωπαϊκής ηγεσίας να απευθυνθεί άμεσα και με οραματικές αναφορές στους πληθυσμούς της ηπείρου, έχει διευρύνει το χάσμα των πολιτικών ελίτ από τη βάση, πρόβλημα με καίριες συνέπειες ως προς την ποιότητα της δημοκρατίας, που συντελεί στην εικόνα μιας κοινωνίας διευθυνόμενης από μηχανισμούς που αντίκεινται στα συμφέροντα εκείνων που οι ίδιοι αυτοί μηχανισμοί διατείνονται ότι υπηρετούν.

Η απαισιόδοξη εικόνα συμπληρώνεται επιβαρυντικά από τη διαφαινόμενη διαρραγή του παγκόσμιου δυτικού άξονα, αφού πλέον με την είσοδο της Κίνας στο «παιχνίδι» του σημερινού κόσμου, τα συμφέροντα ΗΠΑ και Ευρώπης αποκλίνουν σε πολλά σημεία, αντί να ταυτίζονται.

Εντοπίζω 6 πολύ συγκεκριμένα στοιχεία απολύτως αποδεικτικά του αδιεξόδου στο οποίο έχει αχθεί η ΕΕ, ως απόρροια επιλογών της ηγεσίας της τα τελευταία χρόνια:

1. Η υποβάθμιση στα μάτια των ευρωπαίων πολιτών από ενοποιητικό πρόταγμα ρεαλιστικής επαγγελίας για ένα καλύτερο μέλλον, σε αέναο πεδίο εσωτερικών διαπραγματεύσεων των συστατικών χωρών-μερών της, ακόμη και για απλά ζητήματα. Με συνέπεια την κατάληξη σε ολοένα και πιο ατελέσφορες αποφάσεις για τους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς. Δεν υπάρχει πιο ασφαλής ένδειξη περί τούτου από το γεγονός ότι η ένταξη στην Ένωση από αίσθηση των ευρωπαίων πολιτών ως προτίμηση και επιλογή τους τείνει να μεταπέσει οριστικά σε πρόσληψη ως παγίδευση τους σε κάτι που απλά ανέχονται επειδή δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς.

2. Η ΕΕ, με τη γενική ανεπάρκεια και τη φοβία της να διαδραματίσει διεθνώς σταθεροποιητικό ρόλο, ουδέ καν στον χώρο του άμεσου ενδιαφέροντός της, όπως αποδεικνύεται από τις θλιβερές συνέπειες της αραβικής άνοιξης και την απουσία της από τις εξελίξεις στη νοτιανατολική Μεσόγειο, μετατρέπεται σιγά-σιγά σε διάδικο παράγοντα της γεωπολιτικής ρευστότητας που μας περιβάλλει. Η αυτοεξάντληση του δυνητικού σταθεροποιητικού ρόλου της ΕΕ σε λίαν αμφίβολης αποτελεσματικότητας διαμεσολαβήσεις της καγκελαρίου Μέρκελ, περισσότερο ως αποτέλεσμα του δομικού γερμανικού συμπλέγματος απουσίας οποιουδήποτε διεθνούς ρόλου του Βερολίνου μπορεί να εκληφθεί, παρά ως ουσιώδης παρέμβαση στις εξελίξεις.

3. Με την ακραία ιδεοληπτική μεταχείριση της ελληνικής κρίσης εξωτερικού χρέους, η ΕΕ κατασπατάλησε πολύ μεγάλο μέρος του αποθέματος πειστικής κοινοτικής αλληλεγγύης, που είχε δομήσει επί πολλά χρόνια, με μόνο στόχο τη λογιστική διάσωση των κρατικών προϋπολογισμών της Γερμανίας και κανά-δυο χωρών ακόμη. Από τα μνημόνια σε βάρος της Ελλάδας και εντεύθεν όλες οι αδύναμες χώρες-μέλη έπαψαν πλέον να προσδοκούν οφέλη από την προσχώρηση στην Ένωση και διαβιούν με την αγωνία ότι και η δική τους σειρά να ζήσουν την περίοδο αντιδημοκρατικής δεσποτείας και οικονομικής εξάρτησης είναι αναπόφευτκη και μόνο το πότε θα έρθει ή ώρα να επισυμβεί το κακό για τις ίδιες απομένει να προκύψει.

4. Ανιχνεύεται αποχαύνωση και  ιδεολογική σαθρότητα στην ΕΕ σε επίπεδο διακηρυττόμενων αρχών της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Από τα προτάγματα δημοκρατικής αναβάθμισης και ενίσχυσης της κοινωνικής δικαιοσύνης του σχεδίου ευρωπαϊκού συντάγματος Ντ’ Εστέν (που δεν προχώρησε) στην προσγείωση στις συνθήκες της Λισαβόνας και του Μάαστριχτ είναι επιβεβαιωτική του "αδιεξόδου ιδεολογίας" της Ένωσης. Επί πλέον απόδειξη τούτου η σημερινή επιστροφή σε αναμασήματα συντηρητικών πολιτικών του μεταπολέμου (νεο-αντικομμουνισμός), εμπλουτισμένων με ναζιστο-φασιστοειδείς ιδέες, ως καθοριστικών για τη διαμόρφωση του πλαισίου λήψης των ευρωπαϊκών αποφάσεων στης μέρες μας. Από την ενωμένη Ευρώπη που ανέπενεε στην ευρυχωρία του Μάη του ‘68 ως την ΕΕ καταδίωξης των προσφύγων και κάθε κοινωνικού περιθωρίου ως “μιασμάτων” προαναγγέλλεται μια προϊούσα πορεία προς ένα νεο-ολοκληρωτικό μοντέλο του 21ου αιώνα, με όλες τις συνέπειες του πράγματος.

5. Η ανελευθερία της καθημερινότητας. Από την ανοχή στους θανάτους από απεργία πείνας Τούρκων αγωνιστών για τα ανθρώπινα δικαιώματα (με την EE να παρακολουθεί τη φρικιαστική αργή δολοφονία της Τουρκάλας αγωνίστριας από μακριά), έως τα περιστατικά ξυλοδαρμών αλά Ινδαρρέ, ως ενός δήθεν ανεκτού πλαισίου μιας σημερινής ευρωπαϊκής “κανονικότητας”, τα γεγονότα βοούν σχετικά με το πόσο σοβαρό είναι το πρόβλημα.

6. Το έλλειμμα ηγεσίας.

Με βάση αυτά τα 6 σημεία που προεξέθεσα, διακρίνω ήδη τις σοβαρές επιπτώσεις τους!

Ήδη έχει παραχθεί ένα ανέκλητο αποτέλεσμα, το Brexit!

Υπάρχουν όμως και τρεις ολοφάνερες συνέπειες εν εξελίξει:

1η συνέπεια: Ο κλονισμός του γαλλογερμανικού άξονα, που είναι η λυδία συνεκτική λίθος της ευρωπαϊκής ενοποίησης και αν αυτή αποσταθεροποιηθεί οι εξελίξεις θα καταστούν  ανεξέλγκτες. Εδώ, προφανώς, μιλάμε για δύο διαφορετικές πολιτικές γραμμές, που η συνύπαρξή τους -έστω και προσχηματική- δεν θα μακροημερεύσει, αν η τάση απόκλισης Παρισίων-Βερολίνου δεν ανασταλεί. (Ένα άμεσο παράδειγμα μεγάλου ελληνικού ενδιαφέροντος: Η στάση του Βερολίνου απέναντι στην ελληνοτουρκική κρίση στην ανατολική Μεσόγειο, δηλαδή μια αντίληψη ότι ένας ελληνοτουρκικός διάλογος με όλα τα θέματα πάνω στο τραπέζι είναι αυτοσκοπός, ακόμη και επί παράλογων διεκδικήσεων της Άγκυρας, αποκλίνει πλήρως από τη γαλλική άποψη ότι ένας ελληνοτουρκικός διάλογος είναι νοητός μόνον υπό τον όρο απόσυρσης απαράδεκτων τουρκικών διεκδικήσεων και εκτός πλαισίου διεθνούς δικαίου σε βάρος της Ελλάδας και άλλων χωρών της περιοχής). Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και είναι προανάκρουσμα του ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μία από τις συνήθεις διαφορές οπτικής μεταξύ των δύο πρωτευουσών που ξεπεράστηκαν ως σήμερα, το γεγονός ότι η Γαλλία το ζήτημα αυτό “δεν το συζητά”, αλλά προχωρεί σε ενέργειες ερήμην της ΕΕ. Ενέργειες που δυσαρεστούν τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο. Αν ληφθεί υπόψη ότι η γαλλική δραστηριότητα λαμβάνει χώρα στα μόνα πεδία γαλλικής υπεροχής έναντι της Γερμανίας, δηλαδή τη διεθνή  διπλωματία (με τη Γαλλία μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και τη Γερμανία παγίως εκτός νυμφώνος επί του πεδίου λήψης των διεθνών αποφάσεων) και τη στρατιωτική ισχύ, και συνεκτιμηθεί η καταπίεση των Γάλλων από τη μειονεξία και τις συχνά προσβλητικές γερμανικές επιβολές στο πεδίο της οικονομίας, θα κατανοηθεί ίσως γιατί ο πρόεδρος Μακρόν εδώ “θα τα δώσει όλα” για να περάσει η γαλλική πολιτική. Επικουρικά να υπογραμμιστεί εδώ ότι η διαφορά απόψεων Γαλλίας-Γερμανίας είναι και στα ζητήματα της οικονομίας βαθύτατη, απλά το Παρίσι δεν έχει την απατούμενη ισχύ εδώ να επιβάλλει επιλογές και καταναγκάζεται σε αποδοχή των γερμανικών.

2η συνέπεια: Η εν μέσω δραματικής οικονομικής κρίσης (ελέω και της πανδημίας) κατάληξη της ΕΕ σ’ ένα σχέδιο ανάκαμψης, σχιζοφρενικού νεύματος προς την παγκόσμια οικονομική κοινότητα και με διπλό πρόσωπο. Δηλαδή, μια οικονομική πολιτική που υπόσχεται την εγκατάλειψη των περιοριστικών πολιτικών της ευρωζώνης την περίοδο 2010-2020, από τη μία, και ταυτοχρόνως εγγυάται τη συνέχισή τους, αποφεύγοντας την αποκήρυξη του συμφώνου σταθερότητας, από την άλλη! Μια “οικονομική πολιτική Ιανός”! Φυσικά, χαλάρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και την ίδια ώρα δήλωση σεβασμού στους σκοπούς της, μόνο ως πρακτικό αποτέλεσμα ενός βαθύτατου διχασμού στην ΕΕ, μπορεί να εξηγηθεί. Και είναι θλιβερό ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία κατέγραψε τις αναγκαιότητες της οικονομίας, δραματικά επιβαρυμένες από τις συνέπειες του λοκντάουν, περισσότερο ως ένα επικοινωνιακό project δήθεν εξισορρόπησης ασύμβατων μεταξύ τους επιλογών, παρά ως υποχρέωσή της να στείλει στην παγκόσμια  οικονομική κοινότητα ένα καθαρό μήνυμα για την οικονομική πολιτική της. Διπλά θλιβερό ότι η ΕΕ έστειλε το σχιζοφρενικό μήνυμα για την οικονομία της, προσδιορίζοντάς το ως μεσοπρόθεσμη επιλογή της, εφόσον το πολυδιαφημισμένο σχέδιο ανάκαμψης συνδέθηκε με τον κοινοτικό προϋπολογισμό 2021-2027, δηλαδή θα είναι η ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική ως το τέλος της δεκαετίας που μόλις αρχίζει. Κι όλ’ αυτά την ώρα που θα χρειαζόταν καθαρό σινιάλο, δοθέντος ότι κατά την ίδια δεκαετία όλα πρόκειται να κριθούν σχετικά με τη σοβαρότερη μεταπολεμική κρίση του καπιταλισμού! Πλήρης απογοήτευση!

3η συνέπεια: Ανυπαρξία σύγχρονης οστπολιτίκ, η οποία στις σημερινές συνθήκες ραγδαίας αναδιάρθρωσης των παγκόσμιων συχετισμών δύναμης, θα ήταν κρίσιμο στοιχείο εξισορρόπησης της αστάθειας που προκαλεί η συγκυρία της προεδρίας Τραμπ στις ΗΠΑ, υπό το φως της εντεινόμενης πιθανότητας διαρραγής της συνοχής του ως σήμερα συμπαγούς στρατοπέδου της Δύσης. Μ’ άλλα λόγια μια ΕΕ που αυτοξαιρείται της ευκαιρίας για καίρια αναθεώρηση της μονοσήμαντης ευρωπαϊκής διπλωματίας, από την κατάρρευση του λεγόμενου “υπαρκτού σοσιαλισμού”, ως  σήμερα. Αν στην εξίσωση αυτή προστεθεί το στοιχείο του κατά τον πρόεδρο Μακρόν “εγκεφαλικά νεκρού” ΝΑΤΟ, αποτυπώνεται συνολικότερα ο ευρωπαϊκός εγκλωβισμός στις μικρές προσδοκίες για διευρυμένο διεθνή ρόλο της ΕΕ κατά τον τρέχοντα αιώνα.

Όλ’ αυτά είναι που διαμορφώνουν το πλαίσιο μιας ασταθέστερης και πιο ανησυχητικής εδώ και δεκαετίες γενικής εικόνας της ΕΕ, με αναμενόμενη ταχεία επιδείνωση των δημοκρατικών, οικονομικών και διπλωματικών όρων του ευρωπαϊκού πολιτικού πλαισίου και εντυπωσιακή εμπέδωση ενός κλίματος ανασφάλειας ανάμεσα στους ευρωπαίους πολίτες.

Σ’ όλες τις δεκαετίες του ως σήμερα βίου μου δεν θυμάμαι ποτέ την ΕΕ να έχει βρεθεί σε χειρότερη στιγμή!

 

 

 

 

5 Σεπ. 2020

...και 2 χρόνια χωρίς ΠΑΣΟΚ

Περίμενα!

Να περάσει!

Σήμερα, μόνο δύο λόγια!

Και φέτος -και από τους ίδιους- επαναλήφθηκε το γνωστό σκηνικό της ανενδοίαστης σκύλευσης περασμένων και δικαιωμένων πολιτικών πεποιθήσεων, για ένα σημερινό ξεροκόμματο εξουσίας στα κράσπεδα μιας “λούμπεν πολιτικής”, καθώς και για μια κρατική επιχορήγηση, που μόνον ως κίνητρο πολιτικού βιοπορισμού δημοσία δαπάνη μπορεί να σταθεί.

Το μεγαλύτερο έγκλημά τους, όμως, ότι συνεχίζουν να εμμένουν στις ίδιες ανιστόρητες, σαθρές και σε τελευταία ανάλυση τυχοδιωκτικές αρπαχτές σε πολιτικό έργο εκλιπόντος. Έργο μεγάλο, σπουδαίο και τόσο αναντίστοιχο με όσα σήμερα λένε οι διακινητές του πολιτικού κουφαριού, ώστε να προσήκει αποκλειστικά οργή και διακωμώδηση σε αντίδραση και απάντηση τους.

Η ρηχότητα των εξαθλιωμένων πολιτικών υπολειμμάτων, φτάνει μέχρις του σημείου να διακινούν το ηχηρό ψεύδος ότι όλα τότε, έγιναν δήθεν στο όνομα της “σοσιαλδημοκρατίας”. Και όσοι γνώρισαν και έζησαν τον δημιουργό εκείνου του μεγάλου έργου, έχουν πλήρη συναίσθηση του διαμετρήματος και της έντασης προσχημάτων του ψεύδους. Σοσιαλιστής δήλωνε πεντακάθαρα (και ήταν) από την αρχή ο μεγάλος εκλιπών. Και προς αποφυγή ασαφειών πολύ συχνά οριοθετούσε αντιπαραθετικά και με διαύγεια την απόστασή του από τη σοσιαλδημοκρατία! Ποιοί και πώς αποτολμούν σήμερα την τυμβωρυχία να προσκαλούν χωρίς αιδώ σε στόχους που υπήρξαν αποδεδειγμένα στρατηγικοί αντίπαλοί του;

Προφανώς δεν αισχύνονται! Άλλωστε χωρίς αυτήν την πολιτική λαμογιά, δεν θα απέμενε παρά η εκτυφλωτική ένδειά τους και το ακαριαίο ξεφούσκωμα του μικρού εναπομένοντος πολιτικού μπαλονιού (σε αποχρώσεις λαχανί και ροζέ) εις χείρας τους. Μ’ ένα μπαμ που θ’ ακουγόταν ως και πέραν του πολιτικού Αχέροντα. 

Αποκαλυπτικότερο σημείο της απόπειρας καταλήστευσης πολιτικών αρχών, που δεν τους ανήκουν -και δεν τις πιστεύουν κιόλας, όμως, είναι η πλήρης επιβεβαίωση ότι ποτέ δεν προσέλαβαν το Κίνημα ως “τέκνο της ανάγκης και της οργής” συγκεκριμένων κοινωνικο-πολιτικών συνθηκών και συγκεκριμένης ηγεσίας. Προσπαθούν να ξεχειλώσουν το συγκεκριμένο αυτό πλαίσιο με σημερινά φληναφήματα περί εκσυγχρονισμού ιδεών και αναπροσαρμογών στα τωρινά δεδομένα, ως τα δήθεν κίνητρά τους για τις ασχημίες που διαπράττουν.  

Φυσικά και χρειάζεται ανανέωση στις πολιτικές θέσεις. Καιροί άλλωστε παλαιόθεν ου μενετοί! Καλοδεχούμενες, λοιπόν, τέτοιες ανανεώσεις! Υπό έναν απαράβατο όρο: να μην αλλάζει το βασικό και θεμελιακό πλαίσιο αρχών της παράταξης και να διατηρούνται αναλλοίωτες οι ταξικές αναφορές, σε κοινά για τα οποία προαναγγέλλεται η βούληση πολιτικής αντιπροσώπευσης.       

Να το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν: Σε κοινά που συγκαταλέγονται στο σπάνιο στην πολιτική φαινόμενο των συγκλινόντων ταξικών  συμφερόντων ριζοσπατικοποιημένων κοινωνικών στρωμάτων απευθυνόταν το Κίνημα, αυτά έπεισε και εκπροσώπησε με πρωτοφανή στην ιστορία αποτελεσματικότητα ως προς τις αλλαγές που επέβαλε. Η επανάληψη σήμερα και με διαφορετικά αίτια του φαινομένου ανίχνευσης συγκλινόντων ταξικών συμφερόντων ανάλογα ριζοσπαστικοποιημένων κοινών και η ανάγκη πολιτικής εκπροσώπησής τους, επομένως, είναι ό,τι θα δικαίωνε στην εποχή μας τον ηγέτη και το μεγάλο έργο του, με τις αναγκαίες βεβαίως προσαρμογές στις ανάγκες της εποχής. Κι αυτό δεν μπορεί να υπηρετηθεί από πολιτική και στάση που αντίκειται τόσο κατάφωρα στα συμφέροντα των αδυνάμων της εποχής μας, υπό το ανέντιμο πρόσχημα ότι “κάποτε εμείς ήμασταν στο Κίνημα”.

Πριν και πάνω απ’ όλα, διότι έτσι αποκαλύπτεται και ότι τότε ήσασταν στο Κίνημα χωρίς να ασπάζεστε τις αρχές του και με μόνο κίνητρό σας -και τότε- πρόσβαση στην εξουσία. Καιροφυλακτούσατε και παραμονεύατε από τότε να επέλθει το αμείλικτο πρόσταγμα της φυσικής φθοράς του ιδρυτή, για να καταδράμετε να αδράξετε τον έλεγχο της παραταξης και στη συνέχεια να παραχαράξετε βήμα-βήμα τις αρχές της. Κι όσοι έχουμε ζήσει αυτά τα γεγονότα, έχουμε πλήρη εικόνα αν όσα λέγω είναι αληθής περιγραφή της περιόδου από το 1996 και μετά, ή όχι! Και το ξέρουν καλά και όσοι σήμερα ασχημονούν χωρίς καμιά ντροπή σε βάρος της παραταξιακής ιστορίας και των  παραδόσεων του ηγέτη της. 

Θεωρώ ακραία αήθεια -και εδώ είναι το σωστό σημείο να υπογραμμιστεί αυτό- την επιλογή (που κρίνω απολύτως συνειδητή, μεθοδευμένη και αποκαλυπτική των πραγματικών προθέσεων των σημερινών ανάξιων επιγόνων), να στήνεται παραστασούλα εορτασμού της ιδρυτικής παράταξης του Κινήματος και έτσι να προβάλλεται ένας απαράδεκτος αχταρμάς. Ένας αχταρμάς όπου ισοτίμως με τον ιδρυτή μας πλασάρεται και άλλο πρόσωπο, με επικοινωνιακό σημείο αναφοράς το ΕΣΥ (που πουλάει πολύ λόγω πανδημίας), το οποίο συνδέεται με το το άλλο πρόσωπο. Καλός ήταν ο Γιώργος Γεννηματάς αλλά η φθήνεια να οργανώνεται ολόκληρη επιχείρηση επικοινωνίας, για να γίνει εκείνος και “λίγο Ανδρέας Παπανδρέου”, είναι ανεπίτρεπτη. Ιδίως αφού η κόρη Γεννηματά άρχει του σχήματος που οργάνωσε τον αχταρμά και όφειλε να είναι διπλά προσεκτική στους ανοίκειους παραλληλισμούς.                           

Ένας φίλος διαμαρτυρήθηκε που ο Τζουμάκας έγραψε μακροσκελές άρθρο για την επέτειο του Κινήματος και δεν βρήκε ούτε μια φορά την ευκαιρία να αναφέρει το όνομα του ηγέτη. Δίκαια διαμαρτυρία! Την (απόπειρα, φυσικά) εξίσωσης, όμως, Γιώργου Γεννηματά-Ανδρέα, πρέπει να την βρήκε πολιτικά ορθή, γιατί δεν είδα καμιά ενόχλησή του.

Το Κίνημα, λοιπόν, δεν υπάρχει πλέον. Και τίμια αναφορά στην επετειακή του στιγμή, δεν είναι άλλο από το να σκεφτόμαστε, να αποτιμούμε και να αντλούμε εμπειρίες από εκείνο, ακριβώς στη βάση ότι επειδή δεν υπάρχει σήμερα εν πολιτική ζωή, οφείλουμε σοβαρότητα στην υπηρέτηση των αρχών και των παραδόσεών του στις σημερινές συνθήκες, αποφεύγοντας ακραίους τυχοδιωκτισμούς και αρπαχτές σε συναισθήματα των πολιτών. Αυτά είναι ακραίος λαϊκισμός, και δεν είναι βέβαια λαϊκισμός οι θέσεις υποστήριξης συμφερόντων, που συγκαταλέγονται στα σημερινά συγκλίνοντα των ριζοσπαστικοποιημένων.

Αιδώς Αργείοι!

(σ.σ.: Ξαναλέω: Η υπεράσπιση της μνήμης και των παραδόσεων του Κινήματός μας, ποτέ δεν θα είναι ευθύνη ανάξιων επιγόνων. Είναι υπόθεση των εκατομμυρίων πολιτών, που έκαναν το μεγάλο έργο του Κινήματος και του ιδρυτή του εφικτό με τη στήριξή τους. Και θα είμαστε πάντα εδώ να αποκρούουμε τις αήθειες, απ’ όπου κι αν προέρχονται).