Μολυβάκι

23 Δεκ. 2020

Τί θα είναι το 2021;

Η καινούρια χρονιά έρχεται με την αμείλικτη σταθερότητα του ημερολογίου και τίποτα δεν μπορεί να την αποτρέψει! Όσοι θάνατοι κι αν προστίθενται στη μακάβρια υγειονομική συνθήκη του έτους που απέρχεται, οι υπόλοιποι θα είμαστε εδώ για να γιορτάσουμε.

Τί να γιορτάσουμε; Και πώς θα το κάνουμε; Θα αρκέσει η εορταστική «ρουτίνα», που τις τελευταίες  δεκαετίες έχει καταστεί αναπόσπαστο τμήμα ενός μαζικού πανηγυρισμού για την αδιατάρακτη πορεία της ανθρωπότητας προς το αδιέξοδο, ή θα (αναγκαστούμε να) ανακαλύψουμε τη μαγεία της απλής συνύπαρξης με τους δικούς μας, ως το κορυφαίο σημείο της ελπίδας, που σκιαγραφεί και το επιθυμητό μέλλον μας;

Γι’ αυτό οι φετινές γιορτές και η επέλευση του νέου έτους δεν είναι απλά μια αναγκαστική άσκηση πειθαρχίας για να αντιμετωπίσουμε τον κορονοϊό, όπως νομίζω πως οι περισσότεροι το βιώνουμε. Έχω την αίσθηση ότι φέτος, έτσι χωρίς να έχει προγραμματιστεί από κάποιον, θα ζήσουμε την ευκαιρία μας να αναθεωρήσουμε ουσιαστικά κάποιες από τις άκαμπτες επιλογές ζωής, που ως σήμερα ουδέ καν μπορούσαμε να διανοηθούμε ότι θα χρειαζόταν να αλλάζαμε. Κάποιοι θα το κάνουμε -οφείλουμε στις επόμενες γενιές να το κάνουμε, έτσι το βλέπουμε! Κάποιοι άλλοι -ίσως οι περισσότεροι- θα υποκύψουν  στη χρησιμότητα του αναγκαστικού χαρακτήρα των εγκλεισμών μας, και με το βάρος τέτοιας πρόσληψης των περιορισμών των ελευθεριών μας, όλα θα τα φορτώσουν στην προσδοκία επιστροφής στην «προτεραία κατάσταση» το συντομότερο δυνατό. Νομίζω πως οι δεύτεροι, θα ζήσουν τις πιο αγχωτικές και «παγιδευμένες» γιορτές παρά ποτέ και φοβάμαι ότι έτσι θα βιώσουν και μελλοντικά τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις! Όχι γιατί η επιστροφή στην «προτεραία κατάσταση» δεν είναι εφικτή –που δεν είναι, για λόγους μη επιδεχόμενης αντιστροφής στην απομείωση του εισοδήματος των νοικοκυριών καθώς και λόγω των ρόλων που αναλαμβάνουν από δω και πέρα οι πολιτικές ηγεσίες, για  να μείνω μόνο σ’ αυτά τα δύο! Η απογοήτευσή τους περισσότερο θα προέλθει από τη συγκλονιστική διαπίστωση, πως αυτό που προσδοκούσαν και εύχονταν για τους ίδιους και τους επιγόνους τους ήταν το μεγαλύτερο λάθος της γενιάς τους.

Καθόλου δεν είμαι οπαδός της θεωρίας, που τη θεωρώ αυταπόδεικτα ανόητη, ότι οι μεγάλες καταστροφές είναι δήθεν  και μεγάλες ευκαιρίες. Βλέπω αυτήν την προσέγγιση να περισσεύει ως ερμηνευτικό των πραγμάτων και προσδιοριστικό των μελλοντικών επιλογών μας αφήγημα, σ’ εκείνους που κατά πρώτο λόγο έχουν την ευθύνη για τα πέραν της πανδημίας αδιέξοδα που μας κυκλώνουν. Κράζει η αγωνία των προθέσεών τους να τελειώνουμε όπως-όπως με το κακό του κορονοϊού και χωρίς να τον έχουμε νικήσει να επιστρέψουμε στην «προτεραία κατάσταση», για να συνεχιστεί η καταστροφή. Στο τέλος της ημέρας, το πώς καθένας βλέπει το μέλλον το δικό του και των παιδιών του, έχει βαθύτατη ταξική αναφορά! Όσοι επιθυμούν τη στατική εμμονή  επιστροφής στην «προτεραία κατάσταση», αποκρούουν μετά βδελυγμίας κάθε αλλαγή -κι αν κάποιες φορές δηλώνουν πως την επιζητούν το κάνουν για να ενισχύσουν ακόμη περισσότερο αυτό που απεύχονται να αλλάξει. Οι όροι για τις συμπεριφορές και τις επιλογές αυτές, έχουν καταστεί απολύτως επαρκείς νοηματικά, και σ’ όλο τον κόσμο, και είναι δύο: «συντήρηση» και «εκσυγχρονισμός-μεταρρυθμίσεις».     

Έτσι, κάθε άλλο παρά προστρέχω υποστηρικτικά στις επικίνδυνες κατά την αντίληψή μου οπτικές ότι η παρατεινόμενη εδώ και περισσότερο από 10 χρόνια κρίση και η πανδημία είναι «ευκαιρία»! Θάνατος και καταστροφή είναι! Και μόνο βλέποντας και βιώνοντάς τα έτσι, κατανοώντας δηλαδή την πραγματική φύση και το βάθος των συνεπειών τους, μπορεί να εγκολπωθεί  η τραγικότητα της ανθρώπινης θέασης στο αδιέξοδο που βρισκόμαστε και να ανοίξουν οι δρόμοι για τις αλλαγές, για τις οποίες βοά η αναγκαιότητά τους. Αλίμονο, αν το κάθε κακό που έρχεται ή που εμείς οι ίδιοι παράγουμε, δεν προσλαμβανόταν ως μήνυμα της ιστορίας για το τί πρέπει να αλλάξουμε, αλλά το εμφανίζαμε ως δήθεν επικύρωση ότι «καλά τα πήγαμε», όταν όλα γύρω μας υποφέρουν από τη συνέπεια της δικής μας ύπαρξης.                     

Όχι λοιπόν στο επικίνδυνο μύθευμα ότι η σημερινή καταστροφή είναι δήθεν «ευκαιρία»! Αυτό είναι το πρώτο αναγκαίο βήμα για την εκπλήρωση της οφειλής μας προς τις ερχόμενες γενιές, που δεν παραγράφεται παρά μόνο αν επιτελέσουμε με ακρίβεια την υποχρέωσή μας να αναπληρώσουμε όσο είναι δυνατό όποια βλάβη προκαλέσαμε. Δεν το λες και επιστροφή στην «προτεραία κατάσταση».

Κι ακόμη, ας μην επιμείνουμε άλλο στον αυτοεπιβεβαιωτικό αυτοσκοπό να περιγράφουμε και τα όποια καλά στοιχεία παραμένουν ενεργά. Η μεγαλύτερη δικαίωση όσων καλών θεωρούμε «έργο» μας δεν είναι να τα αφηγούμαστε ξανά και ξανά (αυτό περισσότερο ανασφάλεια για ό,τι κάναμε προδίδει), αλλά να τα βλέπουμε χωρίς ανάγκη υπενθύμισής τους να συνεχίζουν να προσφέρουν τις αγαθές συνέπειές τους.        

Ας προσέξουμε, λοιπόν, τί θα ευχηθούμε για το 2021! Ένα έτος ορόσημο ούτως η άλλως για τη χώρα μας.

Μέσα στο μονάκριβο και πανάκριβο απόκτημα συμπλήρωσης και ωρίμανσης 200 χρόνων ελευθερίας,  φαντάζει πολύ φθηνιάρικο και επικοινωνιακά ανήθικο να «ντύνουμε» συμβολικά τον εμβολιασμό μας με τη λέξη «ελευθερία». Και ποτέ δεν θα μπορούσε να ήταν αυτή η ελευθερία μας για τα επόμενα χρόνια. Ένα «σκηνικό ελευθερίας» εμβολιακής και με υγειονομικό πεδίο αναφοράς, όταν η ίδια η λέξη «ελευθερία» νοηματικά φέρει σημάδι προσδοκίας πνευματικής απογείωσης για το ανθρώπινο γένος με τον απεγκλωβισμό μας ως σκοπό πρωτεύοντα, ακριβώς από ανάγκες (χρήσιμες και ακόμη ίσως και αναγκαίες κάποιες φορές) σαν αυτές ενός εμβολίου. Πολλώ μάλλον με υποσχετικές ανακυκλωτικής επανάληψης του εμβολίου ως όρου επιβίωσής μας, όπως δυστυχώς επαπειλείται να διαμορφωθεί  το μέλλον μας, για να μην ξεχνιέται η εξάρτησή μας από το αναγκαίο κακό.

Αυτήν την «ελευθερία» εννοεί η προτροπή για εμβολιασμό  της κυβερνητικής καμπάνιας; Αν ναι, να λείπει! Θα εμβολιαστώ  σύμφωνα με τις οδηγίες του γιατρού μου, όχι όμως μέσα στην κωμωδία του επινοήματος ότι έτσι απελευθερώνομαι! Αντίθετα, θα εμβολιαστώ με συναίσθηση των περιοριστικών της ελευθερίας μου συνεπειών του αναγκαίου εμβολιασμού, ως ενδεικνυόμενης υγειονομικής συνθήκης και για να μην νοσήσω!

Μου κάνει μεγάλη εντύπωση ότι όσο περνάει ο καιρός διαπιστώνω ότι οι αυτοαναγορευόμενοι ήδη από το 2015 ως «μπροστάνζτες» εκείνου που ίδιοι όριζαν το μέλλον μας ως «μεταρρυθμίσεις», όλο και περισσότερο απορρίπτουν κάθε προβληματισμό για τον εμβολιασμό (φυσικά επί λογικών, υπαρκτών και αποδεδειγμένα τεκμηριωμένων επιφυλάξεων και όχι επί στημένων συνομωσιολογικών θεωριών διαφόρων προελεύσεων και κινήτρων). Απορρίπτουν ακόμη και τα πιο λογικά ερωτήματα σχετικά με τα εμβόλια, ως «ψεκασμένη» θέαση στα ερωτήματα που αναφύονται. Παρ’ όλο που πρόκειται για λογικά ερωτήματα, τα οποία όπως φαίνεται θα συνεχίσουν να αναφύονται, ίσως ολοένα και περισσότερα και με δραματικότερο όσο περνάει ο καιρός περιεχόμενο.

Η ποινικοποίηση εξ αρχής οποιουδήποτε ερωτήματος για τον εμβολιασμό ως απόδειξης «ψεκασμένης» ματιάς στα πράγματα από όσους επιμένουν να θέτουν λογικά ερωτήματα, εκτός από επικίνδυνη για τη γενική πειστικότητα των εμβολιασμών προς τους πληθυσμούς, είναι και ανεπίτρεπτα φασίζουσα. Ποτέ άλλοτε δεν θυμάμαι με τόσο ανοιχτό τρόπο να δημιουργείται και να πλασάρεται το κλίμα ενός ανομολόγητου αιτήματος προκαταβολικής απαγόρευσης κάθε προβληματισμού. Αυτό δεν αφορά μόνο στα εμβόλια! Με ανάλογο τρόπο ποινικοποιήθηκε και συνεχίζει να ποινικοποιείται κάθε προβληματισμός και ερώτημα,  για παράδειγμα σχετικά με την ΕΕ και τη σχέση μας μαζί της. Αυτό ακριβώς συνέβη το 2015. Και το περιστατικό με το «Γερούν γερά», είναι λίαν αποκαλυπτικό αυτής της φασίζουσας στάσης. Όπως επί ναζισμού δεν επιτρεπόταν να τίθεται το ερώτημα «γιατί είμαστε αντισημίτες», έτσι και στις μέρες μας πλανάται ατύπως το αίτημα να μην είναι επιτρεπτά ερωτήματα και προβληματισμοί σχετικά με την ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας. (Και σας το λέγω εγώ που είμαι αναφανδόν υπέρ της ευρωπαϊκής πορείας της Ελλάδας). Και ανάλογο κλίμα άτυπου αιτήματος απαγόρευσης και των ερωτημάτων για τα εμβόλια συντρέχει και σήμερα.

Η σχεδόν απόλυτη ταύτιση όσων δαιμονοποιούν τη δίκαια απαίτηση για ουσιαστική πληροφόρηση των ανθρώπων σχετικά με το εμβόλιο, αντί για επικοινωνιακές ανοησίες ότι δήθεν με το εμβόλιο «απελευθερωνόμαστε», με τα πολιτικά κοινά που το 2015 εκφράστηκαν από το σύνθημα «Γερούν γερά», δεν είναι τυχαία! Κομίζει από άλλη δίοδο αυτή την προσπάθεια να μην αλλάξει τίποτα, όπως εντόπισα πιο πάνω. Και όχι μόνο δεν πρέπει να αλλάξει τίποτα για τα ίδια πολιτικά κοινά, αλλά ακόμη και το άχθος του εμβολίου (το αναγκαίο υπό τις συμβουλές του γιατρού μας, επαναλαμβάνω) θα πρέπει τεχνηέντως να καταστεί «αποσκευή απελευθέρωσης». Ακριβώς όπως ένας δεσποτικός πατέρας δέρνει τα παιδιά του «για το καλό τους» και ο γελοίος δικτάτορας μας έβαλε στον γύψο για «να  γίνουμε καλά»!              

Κι όμως! Πάντοτε τα ερωτήματα είναι που υπηρετούν και φέρνουν τελικά την αλήθεια και όχι οι βεβαιότητες! 

Η απολύτως μεταφυσική (στην κυριολεξία "ψεκασμένη") αυτή στάση απέναντι στο σοβαρό ατόπημα του μυθεύματος της δήθεν «ελευθερίας των εμβολίων» και δη και ως συντεταγμένης επίσημης κυβερνητικής θέσης στην καμπάνια προτροπής στους πολίτες να εμβολιαστούν, αποτελεί απόλυτη απόδειξη της ελλειπτικής κατανόησης της πραγματικότητας. Παράλληλα επιβεβαιώνει και το γεγονός ότι αυτή η ακραία συντηρητική ματιά στα πράγματα, γα μια σειρά λόγους που δεν είναι του παρόντος να αναζητήσουμε, εμφανίζεται δήθεν ως πλειοψηφική και διεκδικεί και τη μηχανίστικη δημοκρατική επικύρωσή της. Μ’ άλλα λόγια και καθ’ υπερβολή (αλλά όχι μακριά από την αλήθεια), αν φασίζουσες συμπεριφορές πλασάρονται τύποις ως  δημοκρατικά εγκεκριμένες, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα! Είναι σαν να κατεβαίνει σε εκλογές ένα κόμμα με προγραμματική προεκλογική του δέσμευση ότι αν εκλεγεί θα επιβάλλει δικτατορία και εφ’ όσον εκλεγεί η δικτατορία τεκμαίρεται ως δημοκρατικά νομιμοποιημένη!

Η ομοιότητα αυτού του μοτίβου σκέψης με την επίκληση του όρου «εκλεγμένος πρωθυπουργός» ως δήθεν νομιμοποιητικού στοιχείου ότι εκείνος μπορεί να κάνει «ό,τι γουστάρει» (από απαγορευμένη ποδηλατάδα στην Πάρνηθα ως ιδιώτης σε ανάπαυλα, μέχρι την πρακτική ακύρωση της διερεύνησης από την οργανωμένη δικαιοσύνη των πολιτικών διαστάσεων και των τυχόν ποινικών ευθυνών πολιτικών προσώπων)  είναι ξεκάθαρα ολοκληρωτικές μέθοδοι σκέψης και πολιτικής πρακτικής. Ταυτόχρονα, είναι η χείριστη μεταχείριση του όρου «εκλεγμένος πρωθυπουργός», του οποίου το γνήσιο περιεχόμενο είναι ακριβώς το αντίθετο: είναι ο τελευταίος που νομιμοποιείται να κάνει «ό,τι γουστάρει»!

…Όταν ήμουν παιδί, το θυμάμαι πολύ καλά, οι μεγάλοι με διαρκώς με ρωτούσαν: Τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις; (Ήταν το καταλυτικό ερώτημα της παιδικής ηλικίας μιας ολόκληρης γενιάς και ακόμη και σήμερα εξακολουθεί να τίθεται στα αθώα παιδικά χρόνια όσων σήμερα  βρίσκονται σ’ αυτή την ευλογημένη περίοδο του βίου τους).          

Χωρίς να ξέρω τότε το γιατί, ήταν μια ερώτηση που με ενοχλούσε και δημιουργούσε μέσα μου μια ανεξήγητη ανησυχία. Όσο πέρναγε οι καιρός, εγώ μεγάλωνα και η ερώτηση επαναλαμβανόταν, τόσο περισσότερο άρχιζα να «ψυχανεμίζομαι» ότι αυτό που με ενοχλούσε  ήταν η πίεση να αναλάβω με ισχυρό βάρος για μένα και ό,τι ήμουν τότε μια δέσμευση, για την οποία προφανέστατα ήμουν ανέτοιμος. Ευτυχώς οι γονείς μου είχαν τη σοφία να μη συμβάλλουν σ’ αυτή την αχρείαστη πίεση! Τους ευγνωμονώ γι’ αυτό!

Σήμερα, μπορώ πλέον να πω τί συνέβαινε μ’ αυτή την ερώτηση  και γιατί με ενοχλούσε τόσο πολύ. Ξέρω πως ποτέ δεν ήθελα «να γίνω» κάτι, αλλά πάντα, ακόμη και τότε όντας παιδί, ήθελα «να είμαι» κάτι.

Πώς λοιπόν πια, σήμερα, μετά απ’ όλ’ αυτά, κλείνοντας το 2020 και υπό τη μακάβρια υγειονομική συνθήκη του έτους που απέρχεται, να σταματήσω να θέτω ερωτήματα για την «αναγκαία δουλεία» των εμβολίων;

Καλές Γιορτές και Καλή Χρονιά σ’ όλους!

 

 

 

 

19 Δεκ. 2020

Η απομυθοποίηση

της «κεντρώας» πολιτικής

Οι τελευταίες αλλεπάλληλες (εσωκομματικές και διαπαραταξιακές) διχοστασίες στον χώρο του λεγόμενου «κέντρου» της πολιτικής, έχουν ανοίξει (και στην Ελλάδα) τη συζήτηση σχετικά με τον ρόλο αυτού του πολιτικού χώρου στις εξελίξεις.

Τελευταίο παράδειγμα 4 βουλευτές του ΚΙΝΑΛ που υπερψήφισαν πρόταση άρσης ασυλίας βουλευτίνας του ΜεΡΑ25, παρά τη διαφορετική εισήγηση και στάση του κ. Χάρη Καστανίδη. Και ανάλογες διαφοροποιήσεις μεταξύ βουλευτών του ΚΙΝΑΛ έχουν καταγραφεί σε πολλά θέματα ως τώρα  στην σύνθεση της παρούσας Βουλής.   

Στον ελληνικό πολιτικό βίο, τα βασικά ενδεικτικά περιστατικά σχετικά με  την ιδεολογικοπολιτική κρίση που διέρχεται την τελευταία περίοδο το «κέντρο» είναι 3:

- η παρατεταμένη διαδικασία αποσύνθεσης του ΚΙΝΑΛ, ως σχήματος που διαδέχτηκε τα υπολείμματα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.,

- η πολιτική «φούσκα» του «Ποταμιού», και

- η αστεία κοινοβουλευτική περίοδος του Βασίλη Λεβέντη.

Σε τί άραγε οφείλεται η γενικευμένη απαξίωση του χώρου, στην Ελλάδα και την Ευρώπη; Υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο αναβίωσης ενός σημαντικού ρόλου για το «κέντρο» στις σημερινές συνθήκες; Και προς τα πού κατευθύνθηκαν οι δυνάμεις που απέρρευσαν;

Για να βρούμε μια βάση απαντήσεων στοιχειωδώς εδραίων στα ερωτήματα, ας δούμε μερικά πράγματα από την ιστορία και τις σημερινές πραγματικότητες.

Κατ’ αρχάς, είναι ανάγκη να υπογραμμιστεί ότι ο χώρος ιστορικά εμφανίστηκε με ενισχυμένο λόγο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Πιθανότατα διότι η ως τότε μετωπική αντιπαράθεση δεξιάς-αριστεράς (από νωρίτερα, την εποχή ήδη της βιομηχανικής επανάστασης, οπότε και ανδρώθηκε το εργατικό κίνημα) είχε κουράσει τους πολίτες, ένα μέρος των οποίων βγαίνοντας από τις στάχτες της σύρραξης αναμφίβολα εκτίμησε ότι αυτή η μετωπική αντιπαράθεση κατά κάποιο τρόπο ευθυνόταν και για την ίδια την αιματηρή καταστροφή σ’ όλον τον πλανήτη. Οι πολιτικές απόψεις επιζήτησης μιας λογικής σύγκλισης σε θέσεις που αυτονόητα είναι προς όφελος των κοινωνιών, υπήρξαν η κινητήρια δύναμη της αυξημένης πειστικότητας των «κεντρώων» στις μεταπολεμικές εξελίξεις στην Ευρώπη. Το ίδιο σε γενικές γραμμές και στην Ελλάδα! Το πολιτικό κέντρο θεωρήθηκε η παράταξη που θα μπορούσε να συσσωματώσει σε ενιαία «εθνική γραμμή» ετερόκλιτες ταξικές και κοινωνικές συνιστώσες, που μετά τον εμφύλιο βίωναν μεταπολεμικά μια εσωτερική παραγωγική καταστροφή, που για τις ίδιες και πέραν τυχόν πολιτικών «προκαταλήψεων» παρέμενε κατά βάση ακατανόητη.

Σήμερα γνωρίζουμε κάτι που τότε κανένας καλοπροαίρετος πολίτης δημοκρατικών πεποιθήσεων δεν θα μπορούσε να γνωρίζει εξ αρχής: Ότι αντικειμενικά ρόλος του «κέντρου» στη δημόσια ζωή (και όχι μόνο της Ελλάδας) εκείνη την περίοδο υπήρξε η συμβολή στη μεγάλη ιδεολογικοπολιτική ήττα της αριστεράς στις χώρες της δύσης!

Όλ’ αυτά έλαβαν χώρα  επί τη βάσει προσχεδιασμένων κινήσεων, ή απλά οι ηγεσίες των κεντρώων κομμάτων προτίμησαν το ιδεολογικό οπλοστάσιο της δεξιάς και ως δικό τους πολιτικό «όχημα»; Νομίζω πως κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα στο ερώτημα! Όταν ο Γεώργιος Παπανδρέου υπερηφανευόταν ότι «έβαλε τους κομμουνιστές στο σακί» παραμένει αδιευκρίνιστο αν ήταν η αναμφισβήτητη πολιτική ευφυΐα του ανδρός που έφερε το επιθυμητό για τη εγχώρια συντηρητική παράταξη αποτέλεσμα και αν ο ίδιος αντιλήφθηκε την αξία των προοδευτικών θέσεων και κινήθηκε όπως κινήθηκε, φιλοδοξώντας να εισχωρήσει στα αριστερά κοινά, που μετά την ήττα και με το Κομμουνιστικό Κόμμα εκτός νόμου παρέμεναν χωρίς πολιτική αντιπροσώπευση.   

Η καίρια αντιδιαστολή των όσων σχετικά με το θέμα μας έλαβαν χώρα στην Ελλάδα σε σύγκριση με τις εξελίξεις στην Ευρώπη, ήταν ότι στη γηραιά ήπειρο η προσέγγιση των κεντρώων δυνάμεων σε προοδευτικές και αριστερές απόψεις κυρίως διήλθε από την σοσιαλδημοκρατία, φαινόμενο που στην Ελλάδα (και πάλι, όμως, με βασικές διαφορές) εμφανίστηκε πολύ αργότερα και μετά την κατάρρευση της δικτατορίας.

Παρά ταύτα, «κεντρώα» κόμματα με αυτόνομη παρουσία έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη δυτική Ευρώπη ως το τέλος του 20ου αιώνα, όπως οι τα φιλελεύθερα κόμματα της Γερμανίας και της Βρετανίας, στηρίζοντας κυρίως συντηρητικές κυβερνήσεις και πολιτικές.

Στο σημερινό σκηνικό, όμως, οι ευρωπαίοι κεντρώοι τείνουν προς την πολιτική  περιθωριοποίηση. Πιστεύω πως για την εξέλιξη αυτή υπάρχουν δύο μείζονες εξηγήσεις:

α. ότι η παταγώδης αποτυχία των οικονομικών πολιτικών του νεο-φιλελευθερισμού (που υπήρξαν κεντρικό  εφόδιο στο ιδεολογικοπολιτικό οπλοστάσιο των «κεντρώων» μετά τον μεγάλο πόλεμο), τους έχει καταστήσει αναξιόπιστους στα ευρέα κοινά, και                         

β. ότι η δεξιά στροφή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας από τη δεκαετία του 1990, ουσιαστικά εξαέρωσε την όποια πολιτική χρησιμότητα των ευρωπαίων «κεντρώων».

Η αντίστοιχη περιθωριοποίηση του σημερινού ΚΙΝΑΛ συμπίπτει ως απόρροια με την ανάλογη στάση που τήρησε το μετα-σημιτικό ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Η «αναλαμπή» του Γιώργου Παπανδρέου το 2010, δεν μπόρεσε να ανακόψει τη ταχεία αποδόμηση του χώρου, ιδίως από τη στιγμή που η δεξιά πτέρυγα του «χώρου-ΠΑ.ΣΟ.Κ.» όχι μόνον έφραξε τον δρόμο στις προοδευτικές πολιτικές (όσες μπορούσαν να ευδοκιμήσουν στο μνημονιακό περιβάλλον), αλλά έφτασαν μέχρις του σημείου να ανατρέψουν τον τελευταίο παραταξιακό πρωθυπουργό, για να συγκυβερνήσουν οι ίδιες στη συνέχεια με μια ακροδεξιά κυβέρνηση Σαμαρά. 

Η κρίση στο πολιτικό «κέντρο» είναι σήμερα ολοκάθαρη και εκφράζεται τόσο με τη συνύπαρξη ακραία αντιπαραθετικών μεταξύ τους απόψεων μέσα στο σημερινό ΚΙΝΑΛ, όπου συνωστίζονται 3 διαφορετικές «ομάδες απόψεων», οι εκσυγχρονιστές δεξιοί Σημίτη-Βενιζέλου, οι ηγετικοί κεντρώοι (άνευ εισαγωγικών) της Φώφης Γεννηματά και οι προοδευτικοί του Γ. Παπανδρέου.

Η κρίση έχει προσλάβει δομικά χαρακτηριστικά στον χώρο, με κορυφαία απόδειξη τούτου, ότι το ΚΙΝΑΛ καταψήφισε νόμο που θέσπιζε την απλή αναλογική (παρά την αντίθετη «ιστορική» στάση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στο θέμα αυτό), μολονότι αν υπήρχε κάποιο ενδεχόμενο πολιτικής «χρησιμότητάς» του στις παρούσες συνθήκες, αυτό θα ήταν η συμμετοχή του σε  κυβερνήσεις συνεργασίας. Ήδη, σήμερα, αν το ΚΙΝΑΛ είχε υπερψηφίσει τον εκλογικό νόμο του ΣΥΡΙΖΑ, ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης για να σχηματίσει κυβέρνηση μετά τις εκλογές του 2019, θα έπρεπε να συνεργαστεί με το ΚΙΝΑΛ!

Οι σημερινοί συσχετισμοί πολιτικών δυνάμεων αποδεικνύουν πέραν  πάσης αμφιβολίας ότι η συντριπτική πλειοψηφία των «κεντρώων» πολιτικών κοινών (όποιων έχουν απομείνει) έχει  μετακινηθεί προς τα αριστερά. Δυσανάλογα μικρότερο είναι το μέρος των εναπομενόντων «κεντρώων» που κατευθύνθηκε προς τα δεξιά, παρά το ότι οι «μεταμφιέσεις» σε δήθεν κεντρώους τόσο του «Ποταμιού» όσο και  του Βασ. Λεβέντη, προσέφεραν ουσιαστικά άλλοθι σε όσους «κεντρώους» απέρριψαν τον ΣΥΡΙΖΑ.

Με τα σημερινά δεδομένα, το ΚΙΝΑΛ, έχει παγιδευτεί σε μια σχιζοφρενή πορεία, από τη μία αντιπαλότητας στον ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη με την άβολη έμμεση στήριξη που ως σήμερα προσέφερε στον νεομητσοτακισμό. Η ταχεία αποδόμηση της σημερινής κυβέρνησης και η απεγνωσμένη προσπάθεια του ΚΙΝΑΛ να εμφανιστεί ως χώρος που αποστασιοποιείται από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη (ενώ μόλις προ εβδομάδων υπερψήφιζαν μαζί στη Βουλή νομοσχέδια ακραία δεξιού πολιτικού προσήμου), έχει διαμορφώσει ένα σκηνικό με χαρακτηριστικά «χαμένης ψήφου», για όσους  τυχόν θα σκεφτόντουσαν στις σημερινές συνθήκες να το προσεγγίσουν εκλογικά. Τέτοια εκλογικά κοινά δυνητικά ανιχνεύονται σε ψηφοφόρους της Νέας Δημοκρατίας του 2019 δυσαρεστημένους από την γενικά κακή κυβερνητική εικόνα, καθώς ανάλογων κινήτρων τάση απορροής από τον ΣΥΡΙΖΑ δεν ανιχνεύεται. (Μάλιστα, εδώ εντοπίζεται και το δημοσκοπικό παράδοξο να καταγράφει στις μετρήσεις απώλειες ο ΣΥΡΙΖΑ σε σχέση με το ποσοστό του στις εκλογές του 2019, αλλά αυτές οι καταγραφόμενες στις δημοσκοπήσεις απορροές από τον ΣΥΡΙΖΑ, ουσιαστικά να «εξαφανίζονται» προς πολιτικά άγνωστη και αδιασαφήνιστη κατεύθυνση. Ούτε το Κ.Κ.Ε., ούτε το ΜεΡΑ25, ούτε και το ΚΙΝΑΛ και φυσικά ούτε και η Νέα Δημοκρατία έχουν λαμβάνειν από τις καταγραφόμενες στις ίδιες δημοσκοπήσεις απορροές του ΣΥΡΙΖΑ, σε σύγκριση με το 32% που έλαβε στις εκλογές του 2019).

Κάπως έτσι το σκηνικό «χαμένης ψήφου» για το ΚΙΝΑΛ εμπεδώνεται. Ούτως ή άλλως θα ήταν μάλλον αδύνατο για εκλογικά κοινά που ψήφισαν τη Νέα Δημοκρατία το 2019 και σήμερα σκέπτονται να αποστασιοποιηθούν από τον Κυριάκο Μητσοτάκη λόγω της κακής  διακυβέρνησης από τον ίδιον, να προσέβλεπαν στο ΚΙΝΑΛ ως «λύσης» για το πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο έχουν οδηγηθεί.

Άλλωστε, η στάση του ΚΙΝΑΛ, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, παραβλέπει το θεμελιώδες ιστορικό δεδομένο για το ελληνικό πολιτικό κέντρο: Ότι ο λόγος και ο ρόλος του κέντρου αναβαθμίστηκαν όποτε το ίδιο κοίταξε αριστερά. Το επιβεβαιώνουν τα γεγονότα του 1963-1967 και φυσικά και η περίοδος 1981-1996!        

Ακόμη και η δεξιά πτέρυγα των ευρωπαίων σοσιαλδημοκρατών (και εννοώ φυσικά τη σημερινή ηγετική ομάδα του SPD) σήμερα δείχνει να κατανοεί ότι χωρίς αριστερή στροφή πολιτικής ο χώρος θα συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο. Το SPD, στο πλαίσιο αυτής της απόπειρας πολιτικής στροφής του, ανακοίνωσε ότι υιοθετεί το μέτρο έκτακτης φορολόγησης της μεγάλης περιουσίας, για την κάλυψη των αυξημένων αναγκών χρηματοδότησης των δημόσιων συστημάτων Υγείας!       

Στις παρυφές των παρόντων πολιτικών πραγμάτων η προϊούσα αποσύνθεση του ΚΙΝΑΛ  έχει ήδη ως συνέπεια, μικρές συντηρητικές δυνάμεις που ως σήμερα σιωπούσαν κρυπτόμενες και προσχηματικά καλύπτονταν εκεί (αν και στο πολιτικό «διά ταύτα», εδώ και καιρό έχει αποκαλυφθεί ο βασικός λόγος ύπαρξής τους ως εφεδρείες του νεο-μητσοτακισμού), να φλερτάρουν με τη σκέψη δημιουργίας νέου κομματικού σχήματος. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αυτό έχει προαναγγελθεί. Όμως, το εάν θα γίνει η τελική κίνηση και πότε, θα εξαρτηθεί από το εάν η Φώφη Γεννηματά θα επιμείνει στην όψιμη αποστασιοποίησή της από την αποτυχημένη διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη (όπως εξαντλούνται ως τώρα οι πιέσεις προς εκείνη) ή εάν θα διαβεί τον πολιτικό Ρουβίκωνα κάνοντας και τη δεξιά στροφή επίσημη πολιτική της. Εάν το πράξει δεν θα την ακολουθήσει  το τμήμα του ΚΙΝΑΛ που  καλύπτεται από τις θέσεις του Γ. Παπανδρέου. Σε κάθε περίπτωση, το ΚΙΝΑΛ «στα μέτρα της» δεν θα συνεχίσει να υπάρχει. Στην αντίθετη περίπτωση, τυχόν επιμονή της στη λεγόμενη «αυτόνομη πορεία» (αν υπήρξε ποτέ τέτοια) θα επιταχύνει την αποσύνθεση του ΚΙΝΑΛ με τη δρομολόγηση συγκρότησης του νέου κεντροδεξιού σχήματος, για να  συμπράξει με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.  

Τέλος, η λύση στροφής στον ΣΥΡΙΖΑ μετά την συγκρότηση του νέου δεξιού φιλομητσοτακικού σχήματος από μέρος του σημερινού ΚΙΝΑΛ, αποκλείεται, διότι η ίδια η κυρία Γεννηματά την έχει καταστήσει απαγορευτική.  

Δεν μπορώ να προβλέψω τη συνέχεια! Δεν είμαι μάντης. Πολιτικά δεδομένα καταθέτω και έκαστος κάνει τις εκτιμήσεις και τις προβλέψεις του. Όμως, η βολική για την κυρία Γεννηματά (αφού της εξασφάλιζε κάποιον μικρό  ρόλο τουλάχιστον μιας κοινοβουλευτικής παρουσίας με τη συνεπάγωγη κρατική χρηματοδότηση και τα άλλα προνόμια) πολύ αργή διαδικασία περαιτέρω απίσχνανσης των υπολειμμάτων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. -όσων απέμειναν στο ΚΙΝΑΛ-  φαίνεται να μη μπορεί να παραταθεί. Απομένει να φανεί αν θα το καταλάβουν αυτό εκεί στη Χαριλάου Τρικούπη…     

 

 

 

 

16 Δεκ. 2020

Θα κάνουμε το εμβόλιο;

Η κατάρα της πανδημίας, αν κάτι καλό έκανε μέσα σ’ αυτή την καταιγίδα θανάτων, αυτό ήταν ότι αποκάλυψε προθέσεις. Και μιλάμε για προθέσεις των ελίτ, που φωλιασμένες μέσα  στο σώμα της δημοκρατίας μάς κατευθύνουν στη μεγαλύτερη καταστροφή παρά ποτέ σε καιρό ειρήνης, για εκατομμύρια πολίτες και σε διαφορές περιοχές του πλανήτη.

Από τις πτωχεύσεις στην Ελλάδα της δεκαετίας του 2010 ως τη σημερινή Αργεντινή, τη Συρία του πολέμου, τη Λιβύη, την Υεμένη και τόσα άλλα μέρη της Γης, οι συνέπειες της σημερινής κατάστασης (με εκπληκτικές ομοιότητες ανάμεσά τους, ακόμη και σε χώρες με τελείως διαφορετικά κοινωνικά και πολιτισμικά συστήματα συγκρότησης) είναι ορατές διά γυμνού οφθαλμού. Μπορεί να αλλάζουν κατά περίπτωση από χώρα σε χώρα τα προβαλλόμενα ως αίτια για την επέλευση της καταστροφής και τα αποτελέσματά της. Στην Ελλάδα και την Αργεντινή η επίκληση των ελίτ όσον αφορά στα αίτια της καταστροφής αφορούν σε καταγγελίες περί της άμυαλης σπατάλης των χαμηλότερων εισοδηματικά στρωμάτων που έφερε την οικονομική καταστροφή. (Και φυσικά με τις ίδιες τις ελίτ αυτοεξαιρούμενες από κάθε συμβολή στις πτωχευτικές συνέπειες του κακού, και με ενδεικτικότερο φαινόμενο ότι τελικά πττώχευσαν -κι ακόμη πτωχεύουν μαζικά- οι χώρες και τα νοικοκυριά, αλλά οι ισχυρότεροι, δηλαδή οι επιχειρήσεις και οι ιδιοκτησίες τους, επιζούν και πολλοί ανάμεσα τους ενισχύονται). Στη Συρία και τη Λιβύη, έφταιγαν οι κακές ηγεσίες Άσαντ και Καντάφι και κανέναν ρόλο δεν έπαιξε η επεμβατική μανία και ο «ανταγωνισμός των φανατικών» του δυτικού κόσμου, από τη μία, και του ισλαμικού φονταμενταλισμού, από την άλλη. Στην Υεμένη, όπου φτωχός κι η μοίρα του, ιδίως αν τα εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά που πεθαίνουν από πείνα, επέχουν θέση «μυρμηγκιών» που ποδοπατούν οι «ελέφαντες» του σουνιτισμού και του σιιτισμού, με τη δύση θεατή και τροφοδότη εξοπλισμών των αντιμαχόμενων. (Δεν ξέρω πόσο δικαιούται να επιχαίρει η δυτική γεωπολιτική «μηχανή» για την επίθεση κατά του Άσαντ και την αιματηρή ανατροπή και τη δολοφονία του Καντάφι διά λιντσαρίσματος, όταν στο διεθνές στερέωμα τους διαδέχτηκαν πρόσωπα σαν τον Ντόναλντ Τραμπ, τον Ζαΐχ Μπολσονάρου και τον Βίκτορ Όμρπαν και μάλιστα αυτά δημοκρατικά νομιμοποιημένα από ένα σύστημα που τύποις προώρισται να αποτρέπει τέτοιες εξελίξεις –και αποτυγχάνει παταγωδώς να το εγγυηθεί)  

Και στο πλευρό αυτών, η αδιανόητης έκτασης περιβαλλοντική καταστροφή (προφανέστατη απόρροια ενός συγκριμένου αναπτυξιακού, οικονομικού, καταναλωτικού και πολιτισμικού μοντέλου) και η ολοφάνερη επίπτωσή της, η Κλιματική Αλλαγή, που ακόμη την συζητάμε καθισμένοι σε άνετες αίθουσες συσκέψεων στελεχών, ενώ εκείνη μας χτυπάει την πόρτα με χιλιάδες θανάτους εξ αιτίας της σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη. 

Μέσα σ’ όλ’ αυτά, όμως, η άφιξη του κορονοϊού λειτούργησε αποκαλυπτικά. Η δήθεν προτεραιότητα της μέριμνας των ελίτ «για το καλό του λαού», απομυθοποιήθηκε μέσα σε λίγους μήνες, όταν έγινε καθαρό ότι η «διάσωση ανθρώπινων ζωών» ανταγωνίζεται με τη «διάσωση των οικονομιών», ως προς την επιλογή των προταγμάτων για την επιλογή της μεθόδου χειρισμού των συνεπειών της πανδημίας και την οργάνωση αυτής της μεθόδου. Μέσα σ’ ένα μόλις ημερολογιακό έτος, το 2020, έγινε φανερό ότι «ξανάνοιγμα» από τα λοκντάουν της περασμένης άνοιξης, δεν προκρίθηκε ως η δέουσα επιλογή χειρισμού της πανδημίας με υγειονομικά κριτήρια, αλλά με οικονομικά! Οι λοιμωξιολόγοι συμβολικά επέδρασαν στις αποφάσεις, ας είμαστε ειλικρινείς. Και σε περιπτώσεις αφελών και τελικά επικίνδυνων πολιτικών ηγεσιών, όπως δυστυχώς στην Ελλάδα, τα εγκλήματα του «ηλιοβασιλέματος της Σαντορίνης», και άλλων ανάλογων  επιλογών, μπορεί να αποκάλυψαν το state of mind των κυβερνητών. Σε πολλές άλλες περιπτώσεις χωρών, όμως, η αποκάλυψη δεν είναι τόσο ηχηρή και οι ηγεσίες εκεί ακόμη και σήμερα πείθουν τους πολίτες ότι τα «φέρνουν βόλτα», παρά τους χιλιάδες θανάτους που έχουν προκαλέσει οι επί της πανδημίας, θυμίζω, επιλογές τους.

Ταυτόχρονα, πάντα μέσα στον θανατηφόρο χορό του κορονοϊού, συνεχίζεται απροσχημάτιστα η κωμωδία περί της οικονομίας που θα ανανήψει σε χρόνο-ρεκόρ (και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις, όπως -πάλι δυστυχώς- στην Ευρώπη, η ανάνηψη μάς υπόσχονται ότι θα έλθει ως διά μαγείας από ενοχικές και ανεπαρκείς ρευστότητες και «τσουρούτικες» χρηματοδοτήσεις, μόνο και μόνο επειδή οι πλουσιότεροι εταίροι μπορούν και το επιβάλλουν δι’ ίδιον όφελος). Οι εκθέσεις των οίκων αξιολόγησης και τα επιτόκια των κρατικών ομολόγων, με δεδομένη την κατάσταση της οικονομίας, ανά χώρα και σε παγκόσμια κλίμακα, ίσως συν τω χρόνω γίνει το μεγαλύτερο «οικονομικό καλαμπούρι» όλων των εποχών. Ποτέ άλλοτε, τόσο πολλοί δεν είχαν ακούσει τόσο ανεδαφικά πράγματα για τις οικονομικές εξελίξεις.          

(Για να είμαι σαφής: Μακριά από μένα η συνομωσιολογία κάθε εκδοχής. Όντας αθεράπευτα ρασιοναλιστής (και ίσως να είναι και λίγο προβληματική τέτοια ματιά μου στα πράγματα και να χάνω κατανοητικές ευκαιρίες της μαγείας των ονειρικών θεάσεων των συμβαινόντων) περιγράφω ό,τι περιέγραψα ως εδώ, και όχι ως προϊόν μιας ομάδας «κακών ανθρώπων», που έργο της είναι η καταστροφή μας -το αγαπημένο δηλαδή αφήγημα των κάθε λογής συνομωσιολόγων. Για ένα σύστημα ενιαίων αρχών και κανόνων οργάνωσης των κοινωνιών μιλώ, που από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και μετά δομήθηκε βήμα-βήμα και σήμερα έχει κυριαρχήσει με όρους «παγκοσμιότητας». Ένα σύστημα, που πια είναι διάτρητο και περισσότερα προβλήματα παράγει για τους ανθρώπους, παρά επιλύει. Ένα σύστημα, που οι επιβλαβέστατες συνέπειες των δράσεών του όλο και περισσότερο γίνονται αντιληπτές και το οποίο όσο παρατείνει την επικυριαρχία του και όσο προσπαθεί και καταφέρνει να αναβάλλει την αναγκαία συζήτηση για το τί πρέπει να αλλάξουμε και με τί να το αντικαταστήσουμε από τη σημερινή πραγματικότητα, τόσο η ζημία θα μεγαλώνει.

Κρίνω ως εξαιρετικά αρνητικό και προβληματικό για την προοδευτική παράταξη και την πολιτική αριστερά παγκοσμίως ότι η λογική και εξηγήσιμη αντι-συστημική προαίρεσή τους, άγει εκ του αποτελέσματος ένα μέρος τους στις σκοτεινές ατραπούς των συνομωσιολόγων. Φυσικά πιο επιρρεπείς στο φαινόμενο είναι οι ακροδεξιές και ευρύτερα συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις -πράγμα επίσης εξηγήσιμο. Όμως, εμένα εδώ με ενδιαφέρει και με αφορά η στάση της αριστεράς και η απροθυμία της να τελειώνει άπαξ και διά παντός μ’ αυτές τις ανοησίες. Νομίζω πως με την ευκαιρία της συζήτησης σχετικά με τα εμβόλια η προοδευτική πολιτική παράταξη και η αριστερά, ως διεθνής πολιτικός παράγων, οφείλει να ξεκαθαρίσει απολύτως τη στάση της στο σημείο αυτό).   

Μέσα σ’ όλ’ αυτά, λοιπόν, ήρθε το εμβόλιο! Φυσικά πρόκειται για ένα τεράστιο βήμα προς όφελος της ανθρωπότητας! Και οφείλονται έπαινοι από καρδιάς στην παγκόσμια επιστημονική κοινότητα του χώρου της Υγείας, όχι μόνο για τη σκληρή και συχνά άνιση μάχη που δίνει κατά του κορονοϊού στις υγειονομικές δομές αλλά και για την τεράστια πρόοδο που πέτυχε σε πολύ σύντομο χρόνο για τα εμβόλια.

Για να χειριστούμε την πρωτογενή αντίδραση και στάση μας απέναντι στο ερώτημα αν θα κάνουμε το εμβόλιο, ή όχι, λοιπόν, ας ομονοήσουμε στον κανόνα: Θα κάνουμε ό,τι μας υποδείξει ο γιατρός μας! Δεν θα κάνουμε ό,τι διαβάσαμε στο facebook ή σε κάποια ιστοσελίδα, όσο και να εκτιμάμε τον διαδικτυακό σύμβουλό μας ή τον «πνευματικό» μας, αν είμαστε άνθρωποι της θρησκείας. Τελεία και παύλα!

(Βεβαίως, υπάρχουν πολύ χρήσιμα στοιχεία ενημέρωσής μας, από συμπολίτες που κέκτηνται το δικαίωμα να μας εξηγούν. Ως δημοσιογράφος δεν μπορώ να μιλήσω εγώ γι’ αυτά, μπορώ όμως κάλλιστα να σας παραπέμψω σε μια θαυμάσια ανάρτηση του συμμαθητή μου στο Βαρβάκειο και γνωστού γιατρού Δημήτρη Μπαλατσούρα, όπου θα βρείτε τεκμηριωμένες και πειστικές αναφορές στην επιστημονική πτυχή των εμβολίων, με λόγο καταληπτό και αναλυτικό. Απ’ αυτήν την οπτική ο Δημήτρης προσέφερε παρά πολλά και αισθάνομαι την ανάγκη να τον ευχαριστήσω. Εικάζω ότι η αγάπη του για ταξίδια όπου Γης και οι «ανακαλύψεις» του μέσα από καταπληκτικές φωτογραφίες, είναι το πιο αποκαλυπτικό κίνητρο του ανθρωπισμού που διέπει τη σκέψη και την προσφορά του, ως θεράπων ασκητής μας ταγμένος και δοσμένος στο έργο του. Η ανάρτηση του Δημήτρη Μπαλατσούρα εδώ: https://www.facebook.com/dimitris.balatsouras/posts/3539097639538630?__cft__[0]=AZUxeGpVRxZaA6ILcwu_noFmijhvFJRflmz0dATPs9_0urJfTTlfsIYziiJsCv3cYNbRMSED3FJTsOwPq8Ot_BB8ErCfmRn99RKhHSjPfCgUVMEpXQkHIfocATKUfFEoJtI&__tn__=%2CO%2CP-R)     

Ωστόσο, στο θέμα των εμβολίων συνωστίζονται δυστυχώς πολύ περισσότερες πτυχές από την καθαρά σχετιζόμενη με την ανθρώπινη υγεία, σημείο που έπρεπε να αποτελεί μονοθεματικό πεδίο αναφοράς της γενόμενης συζήτησης και αφού αυτός ο κύκλος θα είχε κλείσει με κατάληξη σε ώριμα συμπεράσματα, να ξεκινάγαμε τη συζήτηση και για τα υπόλοιπα.         

Επιλέγω δύο ενδεικτικά σημεία, που κατά τη γνώμη μου, συμμετέχουν καίρια στον θεματολογικό μόχθο της δημόσιας συζήτησης σχετικά με τα εμβόλια:

- το «δικαίωμα στο κέρδος» των προσώπων και των φορέων που συνέβαλαν στη μεγάλη ανακάλυψη των εμβολίων, και

- η διαχείριση της μεγάλης ανακάλυψης των εμβολίων και πάλι με όρους πολιτικών και οικονομικών σκοπιμοτήτων, αντί της αμιγώς υγειονομικής.

Αν οι ελίτ των καιρών μας και οι πολιτικές ηγεσίες, δεν κατανοούν πόση δυσπιστία (άρα και αναποτελεσματικότητα στο τέλος της ημέρας) έχουν διασπείρει ανάμεσα στους πολίτες οι ανταγωνισμοί του 93% ή 96% αποτελεσματικότητας του εμβολίου, τότε εγώ τι να πώ; Κοντά σ’ αυτά, και στο πλάι της ανόητης θεματικής ότι «είναι Έλληνας ο Μπουρλά», να προσθέσω ότι την ώρα των ανακοινώσεων της μεγάλης ανακάλυψης «γινόταν παιχνίδι» με τις μετοχές της παραγωγού εταιρείας.

Παράλληλα, μαζί με τη μεγάλη ανακάλυψη, άρχισε σχεδόν ταυτόχρονα και η «μεγάλη επικοινωνία» των πολιτικών ηγεσιών. Θεωρούμε όλοι δεδομένο -και το διακηρύττουν ευθέως και οι πολιτικές καμπάνιες υπέρ των εμβολίων- ότι η επικοινωνία είναι αποκλειστικά και μόνο επί σκοπώ αναχαίτισης της πανδημίας. Έτσι, όμως, αποσιωπάται η ολοφάνερα πολιτική πτυχή της ίδιας επικοινωνίας: Το όφελος, σε επιρροή αλλά και άμεσα εκλογικό σε κάποιες περιπτώσεις, για τις πολιτικές ηγεσίες που «μας έφεραν» το εμβόλιο. Κι αυτά, εκτός του ότι πάσχουν σε επίπεδο πολιτικού ήθους, είναι και επικίνδυνα. Διότι, πολιτικοποιούν μια υπόθεση που με την πολιτική καμιά άλλη σχέση δεν έχει, από το να αξιολογείται από τους πολίτες εξ ιδίων και άνευ οιασδήποτε επικοινωνιακής παρέμβασης, πόσο έτοιμα είχαν τα συστήματα δημόσιας Υγείας οι κυβερνήσεις, πώς τα πήγαν οι κυβερνήσεις στο πρώτο κύμα και εάν οι πράξεις και οι παραλείψεις τους ευθύνονται και σε ποιόν βαθμό για την επέλευση και τη βιαιότητα του δεύτερου κύματος. Όπως και να το κάνουμε, δηλαδή, τα εμβόλια ως μεγάλη συμβολή στον άνθρωπο και τη μοίρα του επί Γης, δεν μπορούν έστω και εμμέσως και δευτερογενώς να επιστρατεύονται για να καλύψουν την πανδήμως επιβεβαιωμένη πολιτική αποτυχία διαχείρισης της υγειονομικής κρίσης ως σήμερα! Η απόλυτη απογύμνωση της υπόθεσης προαγωγής του εμβολιασμού από οποιαδήποτε υπόνοια πολιτικών κινήτρων, είναι προϋπόθεση του βαθμού αποδοχής των εμβολίων από τους πολίτες. Αλλιώς, αρχίζουν οι υποψίες και παρέχεται γόνιμο έδαφος στους συνομωσιολόγους.

Μα καλά, δεν δικαιούται μια κυβέρνηση που τα πήγε καλά να «επικοινωνήσει» την επιτυχία της κατά του κορονοϊού, θα με ρωτήσετε! Και η απάντηση είναι εκτυφλωτικά απλή: Όχι! Αφ’ ενός μεν διότι έχει αποδειχτεί  ότι οι κυβερνήσεις δεν εγνώριζαν αν όντως πέτυχαν, ή όχι! Άρα, όσες θριαμβολόγησαν υπήρξαν  ανεύθυνες. Αφ’ ετέρου δε διότι επίσης έχει αποδειχτεί ότι το ρίσκο που αναλήφθηκε από τις εικαζόμενες επιτυχίες κατέληξε σε πολύ δυσμενέστερες συνέπειες  απ’ ό,τι οι αναμενόμενες θετικές επιδράσεις των ανοιγμάτων, ακόμη και αν η οικονομία είχε αντιδράσει όπως προέβλεπαν οι «οικονομικοί αναλυτές», με τις γελοιότητες  της ανάκαμψης τύπου V και άλλα τοιαύτα –πρόβλεψη εκτός στοιχειώδους μακροοικονομικής τεκμηρίωσης.      

Αν κοντά στο κακό της πολιτικής εκμετάλλευσης, παρεπιδημεί και η μέσω της ίδιας καμπάνιας πολιτική επένδυση στην ελπίδα οικονομικής ανάκαμψης των υπό πτώχευση και με αυξανόμενους ρυθμούς νοικοκυριών, το έγκλημα αποκτά και δεύτερη πρόσθετη διάσταση: Την καλλιέργεια της ψευδαίσθησης σε πληττόμενους πολίτες (και με συντριπτική την επίπτωση στους μικρομεσαίους και τη λεγόμενη μεσαία τάξη) ότι δήθεν αφού υπάρχει το γιατρικό, μπορούμε να προχωρήσουμε σε  ανοίγματα κλάδων της οικονομικής δραστηριότητας, χωρίς υγειονομικές επιπτώσεις. Μαζί και τα ανοίγματα των εκκλησιών. Συμβαίνει ήδη και οι αρνητικές συνέπειές του ήδη παράγουν αποτελέσματα. 

Στο σημείο αυτό, για την οικονομία και την επιστράτευση του εμβολίου με στόχο τη συστημικής λογικής διάσωσή της, κάτι ακόμη: Χρέος και άκαμπτη οφειλή όλων των κυβερνήσεων, ανεξαρτήτως πολιτικού χρώματος σ’ όλο τον κόσμο, από την αρχή που εμφανίστηκε ο κορονοϊός με τα πανδημικά δεδομένα του, ήταν να παράσχει στους πολίτες την εγγύηση ότι η μάχη για την υγεία των ανθρώπων τίθεται ως η μόνη προτεραιότητα, με διασφάλιση ότι θα παρασχεθούν όλοι οι αναγκαίοι πόροι και οι υποστηρίξεις για να υπηρετηθεί ο σκοπός. Κι αυτό σε δύο επίπεδα, την υγειονομική και ερευνητική-επιστημονική πτυχή, και την παροχή όλων των χρειαζούμενων για να συνεχιστεί κατά το δυνατό η ζωή των ανθρώπων, μακριά από τις αντικειμενικά ενισχυτικές της μεταδοσιμότητας του ιού οικονομικές και κοινωνικές τρέχουσες δραστηριότητές μας. Δηλαδή, όφειλαν οι κυβερνήσεις στους πολίτες την εκπλήρωση της αυτονόητης ευθύνης τους, να στέλνουν το μήνυμα ότι πρώτα θα νικήσουμε τον ιό και μετά θα ασχοληθούμε με την οικονομία. Ένας πακτωλός προερχόμενος ασφαλώς από το έκτακτο τύπωμα χρήματος, ήταν η επιβεβλημένη μέθοδος για να διευκολυνθούν οι πολίτες πρακτικά και ψυχολογικά να αγωνιστούν στη μικροκλίμακα του κοινωνικού περιβάλλοντός του ένας έκαστος εξ ημών και να νικήσουμε όλοι μαζί την εξάπλωση του κακού. Ταυτόχρονα, όφειλαν οι κυβερνήσεις να προχωρήσουν σε άμεσο πάγωμα κάθε ιδιωτικής επιχειρηματικής δραστηριότητας σχετιζόμενης με τη μάχη κατά της πανδημίας, και υπαγωγή  όλου του έμψυχου και άψυχου υλικού και των υποδομών Υγείας σε μια ενιαία δημόσια πλατφόρμα, ώστε να επιτυγχάνεται το μείζον δυνατόν αποτέλεσμα.  

Οι πολιτικές ελίτ κατάφεραν το αντίθετο και στα δύο σημεία:

- αντί για άμεση και ακαριαία χρηματοδότηση αναδιοργάνωσης των δημόσιων συστημάτων Υγείας και αυτόματη «κοινωνικοποίηση» του συνόλου των υγειονομικών υποδομών,  άφησαν τεράστια περιθώρια κερδοσκοπίας εκεί που θα έπρεπε να απουσιάζει πλήρως. (Τα ιδιωτικά τεστ είναι ένα μόνο παράδειγμα), 

- αντί για την κατά το δυνατόν εμπέδωση κλίματος επαρκούς ρευστότητας στα νοικοκυριά και τους μικρομεσαίους, για να ανασταλούν σε πρακτικό και ψυχολογικό επίπεδο οι δραστηριότητες της καθημερινότητας και να ανασχεθεί η εξάπλωση του κορονοϊού, άρχισε μια διαβούλευση που κράτησε μήνες στην ΕΕ και στις κυβερνήσεις των χωρών-μελών, η οποία κατέληξε σε ανεπαρκή μέτρα έμμεσης έκδοσης χρήματος και με τα οποία είναι σήμερα προφανές ότι δεν υπηρετείται η δημιουργία κλίματος ασφάλειας στον πρωτογενή τομέα και τις υπηρεσίες, ενώ οι πτωχεύσεις και τα λουκέτα αυξάνονται. Κι ακόμη και σήμερα, αυτή η ανεπαρκτής έστω ρευστότητα δεν φτάνει εκεί που πρέπει να φτάσει, ούτε στον υγειονομικό τομέα, ούτε στα νοικοκυριά και τις μικροεπιχειρήσεις, ενώ μεγάλο μέρος της κατευθύνεται σε άλλον σκοπό, τη στήριξη των τραπεζικών ισολογισμών.

Μιλάμε, δηλαδή, για γενικευμένη αποτυχία στον αγώνα κατά της πανδημίας και των κοινωνικών επιπτώσεών της! Δεν χρειάζεται να εξειδικεύσω στην Ελλάδα. Όλοι γνωρίζουμε τί συμβαίνει στη χώρα μας.

Σε ευρύτερο επίπεδο και καθαρά σε σχέση με τα εμβόλια, εξ ίσου ήταν αναγκαίο να αποτραπεί η δυνατότητα στις εταιρείες κολοσσούς του φαρμακευτικού κλάδου και σε ό,τι αφορά τη διαχείριση της «αξίας των εμβολίων» να έχουν πρόσβαση  στις συνήθεις κερδοσκοπικές διαδικασίες, στις οποίες αναμιγνύονται οι ιδιώτες. Είναι σημείο-κλειδί  για την αξιοπιστία των ίδιων των εμβολίων και του βαθμού αποδοχής τους από τον κουρασμένο λόγω της πανδημίας παγκόσμιο πληθυσμό. Το ίδιο όφειλαν να έχουν κάνει οι κυβερνήσεις για την αυτονόητη υποχρέωση μοιράσματος των επιστημονικών επιτευγμάτων προς πάσα κατεύθυνση υπό την εποπτεία του ΠΟΥ, για λόγους τόσο προφανείς που δεν κρίνω σκόπιμο να εξηγήσω περαιτέρω.  

Κράτησα για το τέλος μια κορυφαία για μένα πτυχή σχετικά με τα εμβόλια (κι ας περνάει στα «δεύτερα» της συντεταγμένης ειδησεογραφίας): Την ανισομερή και άδικη κατανομή των εμβολίων, μεταξύ των πλούσιων και των φτωχών χωρών! Εκτός από φαινόμενο ακραίας ηθικής κατάπτωσης για έναν κόσμο που υποτίθεται ότι  εδράζεται στον απαράβατο κανόνα του «κοινού οφέλους» υπέρ του ανθρώπου στον 21ο αιώνα, νομίζω πως εδώ διακινδυνεύεται και η διάπραξη της αντίστοιχης αστοχίας με εκείνην στο πρώτο κύμα της πανδημίας. Με αδιευκρίνιστο (κατά τις επίσημες επιστημονικές αναφορές) το κατά πόσο τα εμβόλια συμβάλλουν  στην ανάσχεση της μεταδοσιμότητας του ιού (άλλο η αποτελεσματικότητά τους για την πρόληψη νόσησης και για την ίαση των νοσούντων), φαίνεται μάλλον βέβαιο ότι στις φτωχότερες χώρες του κόσμου η πανδημία θα συνεχίσει τον μακάβριο κύκλο της. Οι μετακινήσεις των πληθυσμών, όμως, από τις χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της λατινικής Αμερικής (τον λεγόμενο Νότο) θα συνεχιστούν. Η επιστροφή του κορονοϊού στις εμβολιασμένες κοινωνίες συνάγωγα -εικάζω βασίμως- πως απλά είναι ζήτημα χρόνου. Πόσου χρόνου; Όσο για να φτάνει να κάνουν εκλογές οι σήμερα κυβερνώντες και διαχειριστές του πολιτικού-κοινωνικού-οικονομικού συστήματος που απέτυχε να αντιμετωπίσει το κακό, και να τις κερδίσουν, ως δήθεν θριαμβευτές κατά του κορονοϊού.

Οι βραδείς ιστορικοί χρόνοι, με κάτι τέτοια, χαμογελούν για την αφέλεια των τρεχόντων πραγμάτων και τον κυνισμό των τρεχουσών πολιτικών ηγεσιών και αναμένουν να περάσει ο καιρός για να αξιολογήσουν τις ηγεσίες επί του πραγματικού. Γιατί το θέμα της πανδημίας έχω την εντύπωση πως έχει πλέον πάψει να είναι ζήτημα επάρκειας των νοσηλευτικών μονάδων και όλα σχετικά μ’ αυτό θα κριθούν από το για πόσο χρόνο ακόμη και το πόσο μαρτυρικά η ανθρωπότητα θα κουβαλάει μέσα της τον ιό με τις σημερινές του συνέπειες, καθώς και από το ποιές θα απομείνουν ως κοινωνικές συνέπειες της πανδημίας για τις επόμενες γενιές. Κι απ’ αυτήν την οπτική τα πράγματα δεν φαίνεται να είναι και τόσο ρόδινα για όσους με εξαιρετική ελαφρότητα και κόστος αμέτρητους θανάτους εμφανίστηκαν ως «νικητές» του κορονοϊού την περασμένη άνοιξη και με την ίδια αλλά εγκληματική πλέον ελαφρότητα θα εμφανιστούν ως «νικητές λόγω εμβολίων» και την ερχόμενη άνοιξη.

(Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία ο Καναδάς έχει εξασφαλίσει 300 εκατομμύρια δόσεις εμβολίου για 40 εκατομμύρια ανθρώπους. Οι ΗΠΑ θα αγοράσoυν 800 εκατομμύρια δόσεις εμβολίου για πληθυσμό λίγο πιο πάνω από 300 εκατομμυρίων ανθρώπων. Η Γερμανία επιδιώκει επίσης να προμηθευτεί περισσότερες δόσεις εμβολίων από ό, τι οι κάτοικοί της).

_________________________

Υγ.: Δεν είμαι γιατρός, όπως γνωρίζετε. Γι’ αυτό προσπαθώ να αποφεύγω αναφορές στην πανδημία ως μεγάλο ιατρικό γεγονός. Οι αναφορές μου εδώ, όπως και σε κάθε άλλη από τις ελάχιστες περιπτώσεις που σχολίασα την περιπέτεια του κορονοϊού, ως πεδίο αναφοράς έχουν τις κοινωνικές επιπτώσεις της υπόθεσης. Όποια ερωτήματα θέτω και όποιοι προβληματισμοί με ταλανίζουν δεν αφορούν παρά σε σκέψεις που μπορούν να υπερκεράσουν την ανεπάρκεια της στατιστικής ένδειξης να ερμηνεύσει πράγματα που ανάγονται σε πολύ συνθετότερες έννοιες από την εκτυφλωτική απλότητα των αριθμών.

Αυτό είναι το κίνητρο του σημερινού κειμένου. Εύχομαι, οι αυριανοί εμβολιασμένοι συμπολίτες μου να κατανοήσουν ότι με απαξιωτικές αναφορές και στιγματισμό ανθρώπων που έχουν ειλικρινή αγωνία για τον εμβολιασμό και μακριά από τους στημένους των όποιων κινήτρων συνομωσιολόγους, δεν αντιμετωπίζεται η δεισιδαιμονία. Όπως εύχομαι στο κοντινό μέλλον να μη ζήσω στον κόσμο των «θεραπευμένων» και των «αρρώστων» από τον κορονοϊό. Να μη δω τον κόσμο των στρατοπέδων συγκέντρωσης προσφύγων και μεταναστών, υπό τον διπλά φασιστικό καταλογισμό των ανθρώπων που θα ζουν εκεί ως «φορέων». Αυτά δεν εξαρτώνται φοβάμαι από το αν θα εμβολιαστούν στον Βορρά οι «μορφωμένοι» ή δεν θα εμβολιαστούν οι «αμόρφωτοι». Η εμπέδωση στους πληθυσμούς της εντύπωσης ότι η ανθρώπινη περιπέτεια είναι κοινή υπόθεση και από κοινού χαράσσεται το μέλλον όλων μας είναι το κλειδί για μια πάνδημη και παγκόσμια πειστικότητα των εμβολίων. Δεν είμαι αφελής για να πιστεύω πως αυτά που ζητώ να γίνουν θα υιοθετηθούν σε πρώτο χρόνο. Αισθάνομαι όμως την ανάγκη να τα ζητήσω. Άλλωστε, εξ εμπειρίας σας λέγω ότι τις περισσότερες φορές αυτό που πέτυχα να έχω και να είμαι είναι αποτέλεσμα όσων διεκδίκησα και όχι όσων μου χαρίστηκαν. Όπως και για τον καθένα από μας.             

 

 

 

 

12 Δεκ. 2020

Η μοιραία εξωτερική πολιτική

και η υπαρκτή απειλή

μιας μεγάλης ελληνικής ήττας

Χρειάστηκαν 17 μόλις μήνες διακυβέρνησης από τον Κυριάκο Μητσοτάκη για να ανατραπεί πλήρως η ελληνική εξωτερική πολιτική στα ελληνοτουρκικά, η οποία εξασφάλισε επί 46 χρόνια την αποτροπή των συνεπειών από την πάγια τουρκική επιθετικότητα κατά των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και το να περιέλθει η χώρα μας σε τόσο προφανές και δυσεπίλυτο αδιέξοδο όσο το σημερινό.

Η σταθερή όλ’ αυτά τα χρόνια ειρηνική πορεία της Ελλάδας και της Κύπρου, με εφόδια την ενότητα όλων των παρατάξεων και την αμυντική θωράκιση της χώρας, βρίσκεται πια στο στάδιο πλήρους αδυναμίας να διασφαλίσει στοιχειωδώς τα ελληνικά συμφέροντα.

- Τα ελληνικά νησιά στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο αμφισβητείται ευθέως και κατά απόλυτη παραβίαση της απλής λογικής το δικαίωμά τους να διατηρούν μέριμνες αμυντικής θωράκισής τους ενώπιον προφανών επιθετικών προθέσεων.

- Τα ελληνικά κυριαρχικά και εκμεταλλευτικά δικαιώματα στην ΑΟΖ της χώρας ποδοπατούνται απροσχημάτιστα και η ίδια η Ελλάδα εξ ίδιων σύρεται σε εξ ανάγκης διμερείς  συμφωνίες οριοθέτησης της ΑΟΖ της με τις διατηρούσες ανάλογα δικαιώματα χώρες της περιοχής, παραχωρώντας επικράτειά της, σε βάρος της Ελλάδας, και πέραν της λεγόμενης «μέσης γραμμής», όπως ορίζει ρητά το διεθνές δίκαιο.

- Χώρα χωρίς εκμεταλλευτικά και κυριαρχικά δικαιώματα σε κατά το ισχύον διεθνές δίκαιο ελληνική επικράτεια, πραγματοποιεί ανεμπόδιστα έρευνες και γεωτρήσεις, με την Ελλάδα απολύτως αδύναμη να υπερασπιστεί τα δικαιώματά της.

- Στο Κυπριακό, παρά τη σοβαρή πρόοδο στο Κραν Μοντανά, όπου για πρώτη φορά μετά τον Αττίλα τέθηκε επί τάπητος ζήτημα κατάργησης των επεμβατικών δικαιωμάτων των εγγυητριών χωρών (και έτσι για πρώτη φορά εμμέσως πλην σαφώς τέθηκε στον διάλογο ελληνοκυπρίων-τουρκοκυπρίων θέμα αποχώρησης των τουρκικών στρατευμάτων κατοχής), ξανανοίγει θέμα διχοτόμησης. Είναι θλιβερό που μέσα σε λίγους μήνες η τεράστια (και επιτυχής) προσπάθεια που καταβλήθηκε επί 40 χρόνια να ανατραπούν τα τετελεσμένα της τουρκικής εισβολής και να τεθεί το Κυπριακό σε λογική βάση, εξαερώνεται και ξαναβρισκόμαστε στην αρχή.

- Τα ελληνικά δικαιώματα στις θαλάσσιες διασώσεις αμφισβητούνται ανοιχτά.      

- Εγείρεται ανοιχτή διεκδίκηση διχοτόμησης του Αιγαίου, με την Ελλάδα να καλείται να παραχωρήσει τον μισό από τον θαλάσσιο, ιστορικό, συμβολικό και πολιτισμικό της πνεύμονα, που δεν της έχει αμφισβητηθεί επί 25 αιώνες, παρά μόνο από κατακτητές.

- Αμφισβητείται στην Ελλάδα ευθέως και χωρίς αιδώ το κατοχυρωμένο, για κάθε άλλη χώρα του κόσμου που έχει θάλασσα, δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων της στα 12 μίλια.

- Η Ελλάδα αδυνατεί να λάβει την οφειλόμενη αλληλεγγύη και υποστήριξη από την ΕΕ για τις σε βάρος της ανήκουστες διεκδικήσεις και απειλές, και αντ’ αυτού, εξευτελίζεται εν είδει ευρωπαϊκού προτεκτοράτου, που οφείλει να θέτει το ευρωπαϊκό συμφέρον πάνω από το δικό της, ακόμη κι αν έτσι απειλείται η απώλεια επικράτειας και κινδυνεύουν να της αφαιρεθούν απολύτως αναγκαίοι για την ευημερία των πολιτών της πλουτοπαραγωγικοί πόροι, που της ανήκουν χωρίς αμφιβολία.

Δυστυχώς, η εικόνα της σημερινής Ελλάδας είναι η εικόνα χώρας-παρία της Ευρώπης και αδύναμου γεωπολιτικού παράγοντα, σε περιοχή όπου μέχρι σήμερα με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο εδέσποζε

Ήταν πάντα έτσι για την Ελλάδα τα πράγματα; Διεξάγονταν γεωτρήσεις και γίνονταν τουρκικές έρευνες σε περιοχές της ΑΟΖ της; Όχι, μέχρι πριν από μερικούς μήνες! Εγειρόταν ανοιχτά και με επίσημες δηλώσεις θέμα παραχώρησης του μισού Αιγαίου στην Τουρκία; Όχι, το κακό έχει ξεκινήσει τους τελευταίους μήνες! Αμφισβητήθηκε μήπως ποτέ άλλοτε ως σήμερα ευθέως και εμπράκτως το δικαίωμα της Κρήτης της Ρόδου και της Καρπάθου σε ΑΟΖ αλλά και το δικαίωμά τους να επεκτείνουν τα χωρικά ύδατα της Ελλάδας εκεί έως τα 12 μίλια; Όχι, ποτέ άλλοτε, σήμερα μόνο το ζούμε!  (Και το casus belli, θα με ρωτήσετε! Μα το casus belli αφορά σε -τελείως ανεπίτρεπτη, κατά τα άλλα- προειδοποίηση προς την Ελλάδα να μην ασκήσει κυριαρχικό της δικαίωμα. Δεν αφορά στον εάν υφίσταται αυτό το δικαίωμα, ή όχι, όπως  συμβαίνει σήμερα)! Μήπως και στο Κυπριακό δεν είχαμε και παλιότερα, μετά την τουρκική εισβολή, μπροστά μας την τουρκική επιδίωξη για διχοτόμηση; Φυσικά και την είχαμε. Όμως, ποτέ άλλοτε και μόνο για πρώτη φορά, έχουμε σήμερα τα πρακτικά αποτελέσματα της διχοτόμησης να παράγουν εξελίξεις, με την δήθεν ξεχωριστή της Κυπριακής Δημοκρατίας ΑΟΖ του ψευδοκράτους να γίνεται το πρόσχημα νομιμοποίησης των βάναυσων παραβιάσεων της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας με τουρκικές έρευνες και γεωτρήσεις σε αναμφισβήτητη κυπριακή επικράτεια.

Όλ’ αυτά, και πολλά ακόμη, εδώ και 17 μήνες είναι το σκηνικό των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Πριν αυτά δεν υπήρχαν. Όποτε η Τουρκία επιχείρησε να προχωρήσει σε γεωτρήσεις και έρευνες σε ελληνική επικράτεια, η Ελλάδα δεν της το επέτρεψε. Σήμερα η Ελλάδα δεν μπορεί να αποτρέψει. Το Κυπριακό πάντα αντιμετωπιζόταν ως διεθνές πρόβλημα κατοχής και εισβολής. Πώς σήμερα έχει επιτραπεί στους Ερντογάν και Τατάρ να θέτουν ανοιχτά θέμα διχοτόμησης; (Και ούτε να διανοηθεί κανένας να μου κουνήσει το δάχτυλο επειδή δεν σύρθηκα στο «ναι» το σχεδίου Ανάν! Ανατριχιάζω και μόνο με τη σκέψη του τί θα συνέβαινε σήμερα, αν τυχόν είχε περάσει το σχέδιο Ανάν και η κυπριακή ΑΟΖ βρισκόταν υπό την συνδιοίκηση των τουρκοκυπρίων! Αιδώς Αργείοι, όσοι σκέφτεστε έτσι!) Ποτέ άλλοτε η Τουρκία δεν είχε τολμήσει να αμφισβητήσει τη νομιμότητα του δικαιώματος των ελληνικών νησιών να επεκτείνουν τα χωρικά μας ύδτατα στα 12 μίλια. Η Τουρκία πάντα ευχόταν και εργαζόταν να μην ασκηθεί αυτό το ελληνικό δικαίωμα. Σήμερα, όμως, το αμφισβητεί!             

Ποιάς κυβέρνησης έργο είναι όλ’ αυτά; Μήπως του Τσίπρα και του Πολάκη; Ή του οποιουδήποτε άλλου από τις προηγούμενες κυβερνήσεις πριν τη σημερινή;

Να γίνει επομένως αντιληπτό, ως μη επιδεχόμενο καμιά άλλη εκδοχή, πως ό,τι ζούμε σήμερα, με την Ελλάδα αδύναμη, ανίκανη να προστατεύσει τα δικαιώματά της και ευρωπαϊκή χώρα-παρία, φέρει πολιτικό ονοματεπώνυμο: Κυριάκος Μητσοτάκης! Ο διεθνής παράγων παγίως  ανάλογα με τις ικανότητες και την αποτελεσματικότητα της πολιτικής ηγεσίας της κρίνει, αξιολογεί και μεταχειρίζεται κάθε χώρα. Αυτό συμβαίνει σήμερα και γι’ αυτό η Ελλάδα κάθε μέρα που περνάει γίνεται όλο και πιο αδύναμη και όλο και πιο ανίκανη να υπερασπιστεί συμφέροντα της χώρας και των πολιτών της.

Κατά ένα φιλοκυβερνητικό μύθευμα «εσωτερικού πολιτικού σκοπού», για την κατάντια της διεθνούς εικόνας της Ελλάδας, φταίει η … Τουρκία! Μα, η Τουρκία πάντα εκεί ήταν και πάντα τις ίδιες διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας είχε! Ποτέ άλλοτε δεν έχω ξανακούσει για μια χώρα και την πορεία της στην ιστορία, για τις οπισθοχωρήσεις και τις ήττες της, ότι έφταιγαν …οι αντίπαλοί της! Σ’ αυτά ποτέ δεν μετράει τί κάνει ο αντίπαλός σου, αλλά μόνο το τί κάνεις εσύ!     

Μήπως ήταν τραγικά ετεροβαρής σε βάρος της Ελλάδας η ισορροπία έναντι της Τουρκίας, ώστε να μην ευθύνεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης για τη σημερινή πολυεπίπεδη ήττα στην οποία οδηγείται ο τόπος; Μα, αν ήταν έτσι, γιατί τόσα χρόνια η Ελλάδα δεν βρέθηκε ποτέ άλλοτε σε τόσο δυσχερή διεθνή θέση; Η Ελλάδα μόλις ένα χρόνο πριν τις τελευταίες εκλογές, υπέγραφε τη συμφωνία των Πρεσπών! (Κι ας μην πιάσουμε τη συζήτηση τί έκανε τότε ο σημερινός πρωθυπουργός…) Νωρίτερα, έθετε βέτο στην ευρωπαϊκή και νατοϊκή προοπτική της σημερινής Βόρειας Μακεδονίας, κόντρα σε όλους τους συμμάχους της. Πιο πίσω σταματούσε το Πίρι Ρέις μέσα στο λιμάνι του. Αποχωρούσε από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ… Μερικά παραδείγματα μόνο φέρνω!

Με τα εσωτερικά πολιτικά πάθη σε υψηλότατους τόνους, η Ελλάδα πάντα ψήφιζε τις αμυντικές δαπάνες με ευρύτατη πολιτική αποδοχή. Πάντα, στις κρίσιμες στιγμές στα μεγάλα ζητήματα της χώρας συγκαλείτο το συμβούλιο πολιτικών αρχηγών υπό τον πρόεδρο της Δημοκρατίας. Συστηματικά, η κοινή πορεία Αθήνας-Λευκωσίας ήταν δεδομένη!

Δεν θέλω να πω τί βλέπουμε σήμερα!

Η αλήθεια είναι ότι χωρίς τη θλιβερή περίοδο των Ιμίων, ποτέ δεν θα είχε ανοίξει ο δρόμος για το σημερινό σκηνικό  της ντροπής και της απειλής για ιστορική ήττα που θα εξανδραποδίσει το μέλλον των παιδιών μας. Μόνο σήμερα πια μπορούμε εμείς όλοι να καταλάβουμε και κανένας να μη μπορεί να το αντικρούσει, ποια ήταν η σημασία της αναγνώρισης στην Τουρκία των «ζωτικών συμφερόντων» της στο Αιγαίο, που συνομολόγησε ο Κώστας Σημίτης στη Μαδρίτη. Σήμερα, όλα, πλέον έρχονται στο φως και αποκαλύπτονται.  

Λίγα λόγια για την ΕΕ πριν κλείσω!

Ο ευρωπαϊκός  φιλοτουρκισμός δεν είναι κάτι καινούριο στην ΕΕ. Η αποτελεσματικότητά του όμως, συνεπεία πράξεων και παραλείψεων του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι κάτι το ολότελα καινούριο! Η Ελλάδα χτυπήθηκε πολλές από τον φιλοτουρκισμό αυτόν, οποιαδήποτε αιτιολογική ερμηνεία κι αν υπάρχει για την ύπαρξή του -γιατί είναι πολλές, αλλά πάντα πετύχαινε σοβαρά πράγματα προς όφελός της μέσα στην ΕΕ και νωρίτερα την ΕΟΚ. Είναι σαφές ότι σήμερα ο σκοπός αυτός δεν μπορεί να υπηρετηθεί στην ΕΕ υπό τις παρούσες συνθήκες και τους ισχύοντες συσχετισμούς δυνάμεων, αλλά και με τη συγκεκριμένη κυβέρνηση. Θα διακινδύνευα την εκτίμηση ότι αυτός ο συνδυασμός, συσχετισμού δυνάμεων στην ΕΕ και κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, τείνει να καταστεί απολύτως βλαπτικός για τα ελληνικά γεωπολιτικά συμφέροντα. Και αυτή η δυσμενέστατη για την Ελλάδα συνθήκη δεν θα αλλάξει μέσω της ΕΕ (όπου οι στρατηγικού χαρακτήρα παρεμβάσεις στα σημερινά δεδομένα, απαιτούν πολύ χρόνο και μεγάλη πολιτική ενέργεια και ισχύ για να τελεσφορήσουν). Η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει την στάση της διαμορφώνοντας νέα τακτική για τα ελληνοτουρκικά μεσα στην ΕΕ μακριά από το άγονο όπως έχει εξελιχτεί πεδίο των γελοίων και απαράγωγων κυρώσεων. Παράλληλα, δέον να αναζητήσει ευρύτερες και καινούριες συμμαχίες, που δεν περνάνε πριν κατ’ ανάγκη από το γεωπολιτικό face control των Βρυξελλών.         

Ταυτόχρονα, η Ελλάδα θα πρέπει  αναζητήσει ηγεσία ικανή να χειριστεί τη δύσκολη και σύνθετη συγκυρία.  Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα.

 

 

 

 

9 Δεκ. 2020

Τι (δεν) έκανε ο Τσίπρας στην αντιπολίτευση

(Μερος Γ΄-τελευταίο: Η συνέχεια πάντα είναι

πιο κρίσιμη από ό,τι προηγήθηκε)

Τι μπορεί, λοιπόν, να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, μετά από τις επισημάνεις στα δύο προηγούμενα μέρη;

Θα εκθέσω ορισμένες απόψεις στη συνέχεια, υπό την προκαταβολική σημείωση ότι οι προτάσεις που γίνονται εδώ θεωρώ πως είναι συμβολή σ’ έναν δημόσιο διάλογο που είτε δεν γίνεται, είτε γίνεται υπό όρους «πολιτικού εγκλεισμού» (επιβαρυμένου από τον θέσει αυταρχισμό που αποπνέει η συνολική πρόσληψη των πολιτικών πραγμάτων από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, με την πανδημία ως πρόσχημα για τους περιορισμούς, ενώ στο βάθος διαγιγνώσκονται προθέσεις κατασίγασης βάσιμων μαζικών αντιδράσεων, πέραν των αναγκαίων υγειονομικών μέτρων). Δηλαδή, ο διάλογος αυτός ουσιαστικά μόλις τώρα αποκτά το βάθος που επιζητείται σε συνθήκες ωρίμανσης των συσχετισμών δυνάμεων υπό το αίτημα της «πολιτικής αλλαγής» που απαιτούν οι περιστάσεις και ενώ ήδη ανιχνεύονται οι αναγκαίες προϋποθέσεις ευρείας υποστήριξης αυτού του αιτήματος.

ημ.: Παλιότερα, σε προηγηθείσες διατυπώσεις του Συντάγματος, σκηνικό σαν το σημερινό ονομαζόταν «προφανής δυσαρμονία» ανάμεσα στη λαϊκή βούληση και την κυβερνώσα παράταξη, ως οιονεί πολιτικό εκπρόσωπο συλλογικά των πολιτών. Τότε, σ’ αυτήν την  παλιότερη συνταγματική διατύπωση, αφηνόταν περιθώριο πολιτικής επίκλησης αυτής της δυσαρμονίας για την παραγωγή πολιτικών εξελίξεων. Και σε μία τουλάχιστον περίπτωση, το 1980-’81, αυτό το στοιχείο επιστρατεύτηκε στην τρέχουσα πολιτική ζωή για να υποδηλώσει την ανάγκη απομάκρυνσης της μεταδικτατορικής δεξιάς κυβέρνησης από την εξουσία. Όπερ και εγένετο (με τις εκλογές της 18ης Οκτωβρίου 1981)!

Αναγκαία παρατήρηση για το τότε: Η «δυσαρμονία» αυτή, για να ανιχνεύεται, να διαπιστώνεται και να δρομολογεί πολιτικές εξελίξεις, καθόλου δεν προϋπέθετε εκείνη την περίοδο ως αναγκαία παράλληλη ισχύουσα συνθήκη την ύπαρξη εναλλακτικού πολιτικού φορέα, έτοιμου να διαδεχτεί την κυβέρνηση του κόμματος που είχε απολέσει τη λαϊκή στήριξη. Η πολιτική λογική βάση του συντάγματος τότε ήταν ότι υπήρχε αποχρών λόγος προς υπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος να απομακρύνεται από την εξουσία κυβέρνηση αποστερημένη της λαϊκής στήριξης και της απορρέουσας από εκείνη νομιμοποίησης. Τί θα αντικαθιστούσε την απονομιμοποιημένη κυβέρνηση καθόλου δεν απασχολούσε τον τότε συνταγματικό νομοθέτη, επαφίοντας στον λαϊκό παράγοντα να διαμορφώσει εκείνος -«εκ του μηδενός», θά ‘λεγε κανένας- την επόμενη φάση… Επίσης, όπερ και εγένετο!      

Σήμερα, αυτή η δυνατότητα της παραγωγής πολιτικών εξελίξεων, λόγω απονομιμοποίησης των εκάστοτε κυβερνώντων, τυπικά δεν υπάρχει! Η παρουσία της δημοκρατικά προβληματικής (λόγω της εκφοράς πολιτικού λόγου, αλλά και -κυρίως- λόγω της τρέχουσας κυβερνητικής πρακτικής) «πολιτικής κανονικότητας» της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, κανένα άλλο περιθώριο δεν αφήνει να καταγραφεί η προϊούσα απονομιμοποίησή της και να προβεί εξ ιδίων σε διορθωτικές κινήσεις, ει μη μόνον εάν το έδειχναν οι δημοσκοπήσεις. Και μόνον υπό τον απαράβατο όρο της διενέργειας εκλογών. Υπό την απολύτως αντιδημοκρατική συνθήκη, ότι ακόμη και σε σκηνικό απόλυτης απονομιμοποίησης (όπως τείνει να διαμορφωθεί ο δημόσιος βίος μας) ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα μείνει πρωθυπουργός έως ότου από μόνος του αποφασίσει να κάνει εκλογές (στο τέλος της 4ετίας ή νωρίτερα), ή εάν η κοινοβουλευτική ομάδα του αποφασίσει να τον ανατρέψει].

Όλη η παραπάνω μακρά σημείωση, αφορά σ’ ένα κρίσιμο θαρρώ ζητούμενο του σημερινού σκηνικού,  εντός του οποίου τοποθετείται και ο διάλογος με θέμα «τί να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ»: Το ζητούμενο αυτό είναι ο απεγκλωβισμός της ηγεσίας του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης από την αποφυγή της κατά τα λοιπά δημοκρατικά επιβεβλημένης υποχρέωσής του να ζητήσει προκήρυξη πρόωρων εκλογών, λόγω πολιτικής απονομιμοποίησης της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη!

Δεν το αποτολμά ο ΣΥΡΙΖΑ για δύο λόγους: Ο πρώτος λόγος είναι ότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι είναι αρκετά πίσω  από τη ΝΔ στη λεγόμενη «πρόθεση ψήφου». Ο δεύτερος λόγος είναι ότι δεν αισθάνεται ακόμη έτοιμος (και οι δημοσκοπήσεις επίσης το πιστοποιούν αυτό ως εντύπωση των πολιτών) να αναλάβει εκείνος της διακυβέρνηση της χώρας, αντικαθιστώντας τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Και οι δύο φόβοι του ΣΥΡΙΖΑ είναι επί πραγματικού! Αν γίνονταν εκλογές δύσκολα θα ερχόταν πρώτο κόμμα, αλλά και αν κατάφερνε να τις κερδίσει η προγραμματική του ένδεια είναι τόσο προφανής και εκτεταμένη, που θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση, στην προσπάθεια να οδηγήσει την Ελλάδα σε καλύτερο δρόμο από το σημερινό ολοφάνερο αδιέξοδο που έχει παραχθεί από τη σημερινή κυβέρνηση. 

Μόνο που και οι δύο πραγματικοί -όπως είπα- φόβοι του ΣΥΡΙΖΑ δεν αφορούν σε καμιά περίπτωση την πολιτική υποχρέωσή του ως αξιωματικής αντιπολίτευσης να ασκεί τον ρόλο του και δεν ανταποκρίνονται κατά το ελάχιστο σε ό,τι προσδοκούν οι πολίτες από μεριάς του. Διότι οι πολίτες, δεν περιμένουν απλά να προετοιμάζεται ένα κόμμα στην αντιπολίτευση για να γίνει στη συνέχεια κυβέρνηση (κατά τη γνωστή θεωρία του «ώριμου φρούτου»). Οι πολίτες αναμένουν από τον ΣΥΡΙΖΑ (όπως και από οποιοδήποτε δημοκρατικό κόμμα στην αντιπολίτευση) να αποκαλύπτει εκ θεμελιώδους πολιτικής υποχρέωσής του ότι το κόμμα που κυβερνάει έχει απονομιμοποιηθεί και απαιτείται παρέμβαση για τη δημοκρατική «αποθεραπεία» των πραγμάτων. Έτσι αποκαθίσταται η ομαλότητα και εκπορθείται η δημοκρατικά προβληματική «κανονικότητα» του νεομητσοτακισμού.

Αυτό το ζήτημα, όντας στην αντιπολίτευση, δεν περιμένεις πρώτα να προετοιμαστείς για να κυβερνήσεις εσύ, και κατόπιν να το αναδείξεις. Αν ενεργείς έτσι, τότε δεν είσαι αντιπολίτευση αθροιζόμενη στις δυνάμεις που επιζητούν την αλλαγή του συστήματος που δηλώνεις ότι αντιμάχεσαι. Αν έτσι δρας, τότε δεν είσαι κόμμα αλλαγής, αλλά μηχανισμός προαγωγής της ηγετικής νομενκλατούρας που διοικεί το κόμμα τη συγκεκριμένη στιγμή και η οποία απλά το χρησιμοποιεί για να αναρριχηθεί στην εξουσία. Με δύο λέξεις, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να (συνεχίζει να) πασχίζει να συμμετάσχει στο συστημικό κυβερνητικό παιχνίδι «φύγε συ-έλα συ», απλά γιατί διαφωνεί  μ’ αυτό το παιχνίδι και πολιτικά διαχωρίζεται πλήρως απ’ αυτό.

Είναι ανάγκη, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ να θέσει  άμεσα θέμα εκλογών, για να αποκαλυφτεί η αποκλειστικά σκηνική και δημοσκοπική νομιμοποίηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και να προκύψει από τα πράγματα το αίτημα ο ίδιος να αποχωρήσει από την πρωθυπουργία.

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ εμμείνει στο ίδιο στιλ και περιεχόμενο της ως σήμερα αντιπολίτευσης, λες και είναι κι εκείνος ένα ακόμη κόμμα εναλλακτικής διασφάλισης της σταθερότητας του πολιτικού συστήματος που δηλώνει πως αντιμάχεται, τότε είναι σαν να συναινεί ελαφρά τη καρδία στην παγίδευσή του στην «κανονικότητα» του σήμερα κυβερνώντος κόμματος, δηλαδή στο  «πολιτικό κόλπο» που έστησε το μπλοκ εξουσίας «Μητσοτάκης και  σία». Και, αν το κάνει, οι πολίτες θα απογοητευτούν και θα αποστασιοποιηθούν από τον ΣΥΡΙΖΑ. (Κι απ’ αυτή την οπτική, ορθά επισημαίνει η Φώφη Γεννηματά ότι το ΚΙΝΑΛ υποκαθιστά τα κενά αντιπολίτευσης που αφήνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Μόνο που ως ρόλο της αντιπολίτευσης το ΚΙΝΑΛ αντιλαμβάνεται να σκαρφαλώσει κι εκείνο στην εξουσία ως στυλοβάτης του συστήματος, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ (οφείλει) να αλλάξει ό,τι βλάπτει τη χώρα και τους πολίτες). 

Και δεν κάνει αυτό που οφείλει  να πράξει ως συστημική και κοινοβουλευτική αντιπολίτευση ο ΣΥΡΙΖΑ, λόγω του ότι παραβλέπει και υποτιμά (ως τώρα) δύο σημαντικά στοιχεία:

- α. ότι εάν τυχόν έθετε θέμα εκλογών αλλιώς θα διαχειρίζονταν την ανοχή που σήμερα παραχωρούν χωρίς το ενδεχόμενο εκλογών στο παρόν σκηνικό οι πολίτες, που χωρίς δεύτερη σκέψη στις δημοσκοπήσεις «κάνουν πως δεν βλέπουν» τα χάλια στα οποία οδήγησε τη χώρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Οι πολίτες αυτοί, που σήμερα προσφέρουν στον εαυτό τους (ακόμη κι αν έτσι παρατείνεται  μια κατάσταση που προφανώς βλάπτει την Ελλάδα) την πολυτέλεια να αφήνουν να αποφασίσουν σε διόμισυ χρόνια τί θα ψηφίσουν, μπροστά σε πολιτικές εξελίξεις θα πιεστούν να αποφασίσουν ανάμεσα στην οριστική ένταξή τους στον νεοδημοκρατικό «όχημα» του Κυριάκου Μητσοτάκη, που αποδεδειγμένα πλήττει το δημόσιο συμφέρον, και στην ευθύνη τους να συμβάλλουν στην αποκάλυψη της ρητής πολιτικής απονομιμοποίησης της σημερινής κυβέρνησης για να σταματήσει το κακό. Άρα και μόνο θέτοντας αίτημα εκλογών με την συγκεκριμένη αιτιολόγηση ο ΣΥΡΙΖΑ παράγει κινητικότητα στις εμφανιζόμενες ως δήθεν «παγωμένες» δυνάμεις που δηλώνουν ότι στηρίζουν ή ότι ανέχονται τον σημερινό πρωθυπουργό.

- β. ότι οι εκλογές, αν τυχόν ερχόντουσαν, θα διεξάγονταν με απλή αναλογική, καθιστώντας εκ των πραγμάτων τον ΣΥΡΙΖΑ αναγκαία κυβερνητική συνιστώσα.

Σ’ αυτά βλέπω δύο αντιλόγους: Την πιθανότατη τεχνητή κινδυνολογία που θα διακινηθεί για να στοχοποιηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως «ανεύθυνη δύναμη», επειδή θα επαπειληθεί ακυβερνησία. Μα, αν είναι υπαρκτή η πολιτική απονομιμοποίηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, πώς θα μπορούσε να γίνεται πειστικά λόγος για ακυβερνησία; Και σχετικά με το επιχείρημα ότι εν μέσω πανδημίας θα πρέπει να αποφευχθούν εκλογές: Θα ήταν ανευθυνότητα να ζητούσε κάποιο κόμμα εκλογές ενώ οι νεκροί αθροίζονται κατά εκατοντάδες; Όχι, δεν θα ήταν ανευθυνότητα, αν με τη σημερινή κατάσταση χάνονται άδικα άνθρωποι κι αυτό πρέπει το συντομότερο να σταματήσει. Όπως συμβαίνει!

Άλλωστε, κάποια στιγμή πρέπει να αποδομηθεί οριστικά  το μύθευμα της πολιτικής συντήρησης ότι οι εκλογές μπορούν να είναι κάτι που βλάπτει τη δημοκρατία. Ιδίως αν ανιχνεύονται ανωμαλίες στον τρόπο διακυβέρνησης και τη νομιμοποίηση που απαιτείται ως εκ των ων ουκ άνευ συνοδό στοιχείο οποιασδήποτε κυβέρνησης για να λειτουργεί η δημοκρατία, τότε οι εκλογές είναι πάντα λυτρωτικές!       

Εν κατακλείδι νομίζω πως είναι η ώρα να δηλωθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ ανοιχτά ότι η χώρα έχει περιέλθει σε κατάσταση αντίστοιχης κρισιμότητας και διασωστικών προταγμάτων (δόκιμων πρακτικών ή εσφαλμένων) με εκείνη της μνημονιακής περιόδου, από την οποία ο ίδιος την έβγαλε το 2018. Αναγκαιότητα διάσωσής της βιώνει ξανά η Ελλάδα ένεκα της διακυβέρνησής της από τον Κυριάκο Μητσοτάκη! Δεν είναι «δεξιό διάλειμμα» ο νεο-μητσοτακισμός. Δυστυχώς, διάλειμμα ήταν το φως εξόδου από το σπιράλ καταστροφής που ανέκοψε και παρέδωσε ο ΣΥΡΙΖΑ με τη διακυβέρνησή του 2015-’19 Και, αλίμονο, μέσα σε λίγους μόλις μήνες, από την ανοδική πορεία επιστρέψαμε στην κάθετη πτώση. Αυτή είναι η πραγματικότητα!

Κάτι τελευταίο: Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι επιφυλακτικός να ζητήσει εκλογές με την τεκμηρίωση που ανέπτυξα πιο πάνω, φοβούμενος -και δικαίως- ότι η δικτατορία των μίντια που επικαθορίζει το νεο-μητσοτακικό σκηνικό της αδίστακτης πολιτικής παραπληροφόρησης θα του καταλογίσει ότι διασπά την ενότητα που χρειάζεται η χώρα ανεξαρτήτως κυβέρνησης για να αντιμετωπίσει την πανδημία. Μόνον που πρόκειται εν τοις πράγμασι για αστεία, προσχηματική και τελικά επικίνδυνη για τη χώρα επίκληση ενδιαφέροντος για την Υγεία των πολιτών και τη μάχη στήριξης της πληττόμενης ελληνικής οικονομίας (και) λόγω του κορονοϊού.

Γιατί; Διότι στον Κυριάκο Μητσοτάκη προσφέρθηκε η πρωτοφανούς ηπιότητας και υπευθυνότητας αντιπολίτευση ως σήμερα. Πώς την υποδέχτηκε και την ενσωμάτωσε, ως όφειλε, ο σημερινός πρωθυπουργός στην πολιτική της κυβέρνησής του; Μήπως έδειξε καλή διάθεση διαλόγου και ευρύτερης ανταλλαγής απόψεων, για να καταστεί η κρατική πολιτική κατά της πανδημίας, την οποία χάραξε, πλατύτερα αποδεκτή; Η (μη) χρηματοδότηση του ΕΣΥ, οι διπλοεγγραφές στο σύστημα καταμέτρησης κρουσμάτων και θυμάτων της πανδημίας, το «άνοιγμα» του σαντορινέικου ηλιοβασιλέματος, η Ελλάδα πρωταθλήτρια παγκοσμίως σε αριθμούς θανάτων από την πανδημία, τα κενά σε έμψυχο υλικό και υποδομές των ΜΕΘ, οι παλινωδίες με τη λειτουργία των σχολείων σε συνθήκες συνωστισμού των μαθητών, τα μέσα δημόσιας συγκοινωνίας εν είδει hotspots αναμετάδοσης του κορονοϊού, και τόσα και τόσα άλλα, θυμίζουν τίποτα από υπεύθυνη στάση κυβερνήτη που επιζητεί την στήριξη της αντιπολίτευσης για ένα μεγάλο ζήτημα της χώρας; Τα «ευτυχώς που δεν φτιάξαμε ΜΕΘ γιατί θα ήταν πεταμένα λεφτά» και οι ανεκδιήγητες «μελέτες» που δείχνουν ότι στα ανεπίτρεπτα συνωστισμένα μέσα μαζικής μεταφοράς ο ιός δεν μεταδίδεται, αλλά το κάνει στην απογευματινή βόλτα εκτόνωσης των έγκλειστων πολιτών και ιδίως στα ραντεβού της νεολαίας στις πλατείες (ενώ την ίδια ώρα κάνεις τα στραβά μάτια στη μαζική μετάληψη απροστάτευτων πιστών), είναι μήπως εικόνα των πραγμάτων που αφήνει το οποιοδήποτε περιθώριο στην αντιπολίτευση να σε στηρίξει;

Την ίδια ώρα, με τη βαναυσότερη παρά ποτέ ευθεία αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων από την Τουρκία στην ανατολική Μεσόγειο και την ταυτόχρονη επίμονη άρνηση για σύγκληση του συμβουλίου πολιτικών αρχηγών, παράγεται μήπως η εικόνα καλής διάθεσης προς την αντιπολίτευση;

Οι ξυλοδαρμοί πολιτών μέρα μεσημέρι και μέσα στο ίδιο το σπίτι τους, τα ξεγυμνώματα πολιτών από αστυνομικούς, η απολύτως  προσχηματική επίκληση υγειονομικών κινήτρων ενώ κρώζει το μικρομματικό κίνητρο πολιτικών απαγορεύσεων για την επέτειο του Πολυτεχνείου και την επέτειο δολοφονίας Γρηγορόπουλου, και με τον τελικά αστείο Χρυσοχοΐδη να θριαμβολογεί για το «έργο» του, υπάρχει έστω και το ελάχιστο περιθώριο να υπάρξει συνεργασία με την αντιπολίτευση κατά της πανδημίας; Με «μπογδανισμούς» του αισχίστου είδους θα γίνει αυτή η συνεργασία;

Και στην οικονομία; Με σκόιλ ελικικου, πτωχευτικούς νόμους, γλίσχρες στηρίξεις των αδυνάμων που πληθύνονται ραγδαία, προκλητικές ενισχύσεις σε ημετέρους και ακόμη μεγαλύτερη αποδόμηση του εργασιακού πλαισίου (σε αντίθετη πορεία από ό,τι επιλέγεται σ’ όλη την υπόλοιπη Ευρώπη) μπορεί να υπάρξει συνεργασία με την αντιπολίτευση;

Μα, η αντιπολίτευση θα ήταν παρούσα για το κοινό όφελος και το δημόσιο συμφέρον! Δεν υπάρχει στο δημοκρατικό σκηνικό η αντιπολίτευση για να της «φοράς» τις ευθύνες της καταστροφής που εσύ προκάλεσες ως κυβέρνηση -κι αν δεν το κάνει είναι διχαστική. Πού τα έχει ακούσει αυτά ο πρωθυπουργός; Στο σπίτι του μπορεί να τον καλόμαθαν. Η Ελλάδα, όμως είναι σπίτι όλων μας και οφείλει να τη σέβεται!

Για να ξεκαθαρίσει λοιπόν κι αυτό το σημείο: Στήριξη σε επιλογές που αποδεδειγμένα πλέον βλάπτουν τη χώρα και τους πολίτες, φτωχαίνοντας τους Έλληνες και  προκαλώντας εκατοντάδες θανάτους, ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ να παράσχει η αντιπολίτευση. Αντίθετα, υποχρέωσή της είναι να αποκαλύψει τις ευθύνες και να σταματήσει το κακό.                            

Για να ανταποκριθεί σ’ αυτά τα καθήκοντά του ο ΣΥΡΙΖΑ χρωστάει να διαμορφώσει το  προγραμματικό μανιφέστο πολιτικής αλλαγής για την Ελλάδα του 21ου αιώνα, (όρα στο προηγούμενο μέρος Β΄ αυτών των αναλύσεων) σε 4 άξονες:

1. Εξωτερική πολιτική και διεθνής θέση της χώρας στον κόσμο του αιώνα, που υπόσχεται να αλλάξει εκ θεμελίων  την ανθρωπότητα,

2. Οικονομία αναδιάρθρωσης της παραγωγικής βάσης και ανατοποθέτησης ενισχυμένου του λόγου του δημόσιου τομέα (υγεία-παιδεία-κοινωνική δικαιοσύνη ως παραγωγικές-επενδυτικές δράσεις της κοινωνίας των πολιτών) στις διαδικασίες λήψης των οικονομικών αποφάσεων,

3. Αναθεώρηση του πολιτισμικού και καταναλωτικού μοντέλου, για αυριανούς πολίτες με αίσθηση υπευθυνότητας απέναντι στο φυσικό περιβάλλον και την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου στοιχείου, και

4. Νέα δημοκρατικά και θεσμικά εργαλεία, υπό το φως της παρέμβασης των κοινωνικών  δικτύων του διαδικτύου και της πληροφορικής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως αξιωματική αντιπολίτευση έχει χρέος να θέσει με απόλυτη προτεραιότητα το αίτημα αποκατάστασης του δημοκρατικού αυτοσκοπού, σε απελευθερωτική αντίστιξη με την «σκιά δημοκρατίας» 2019-2020. Είναι ταγμένος να αποκαταστήσει την πραγματικότητα και την αλήθεια, αντιπαρατιθέμενος στο μεταφυσικό αφήγημα ότι δήθεν είναι η πανδημία που κομίζει την απονομιμοποίηση της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, ενώ αυτό που συμβαίνει είναι ότι η παταγώδης κυβερνητική αποτυχία παράγει αυτή την απονομιμοποίηση.

Άκαμπτη υποχρέωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι, αντί να υπονοεί ως πολιτικό του σχέδιο μια εναλλακτική διαχείριση του συστημικού μοντέλου  παραγωγής αλλεπάλληλων και πολυεπίπεδων κρίσεων, να νοηματοδοτήσει την αλλαγή που έχει ανάγκη η χώρα και να αναλάβει την πρωτοβουλία να ανοίξει ο δρόμος για τις επόμενες γενιές, με δημοκρατία, πρόοδο, ευημερία και κοινωνική δικαιοσύνη, σε μια Ελλάδα γεωπολιτικό και πολιτισμικό καταλύτη στο πλαίσιο μιας Ευρώπης που ρέπει παγίως προς την απαξίωση των ιδρυτικών αξιών της.