Μολυβάκι

20 Αυγ. 2021

Πολιτικό νευρόσπαστο

Ξεπετάγεται σαν το νευρόσπαστο μέσα απ’ τα αποκαΐδια και τα χαλάσματα καμμένων σπιτιών και κατεστραμμένων περιουσιών και ηλιοψημένος από τις βουτιές που κάνει σε θαυμάσιες παραλίες και με την Ελλάδα να καίγεται εκ θεμελίων ανακοινώνει χασκογελώντας ανοησίες σε στημένες συνεντεύξεις.

Η εικόνα είναι αυτόχρημα χυδαία, γιατί προσβάλλει κατάφωρα εκτός από τη νοημοσύνη μας και την αγωνία των ανθρώπων που βιώνουν τις συνέπειες της προαναγγελθείσας (από πολλούς) ανημπόριας του και τη λογικά απορρέουσα τεράστια καταστροφή που παράγει, απορρέουσα  από το αποδεδειγμένο πια εν γένει χαμηλότατο επίπεδο πολιτικής του ικανότητας.

Η χυδαιότητα γίνεται διπλή και καταλήγει σε αήθεια ολκής, γιατί παρά τις προειδοποιήσεις πολλών για την πολιτική φύση του «τί εκπροσωπεί» και γιατί «τον φέρνανε», οι πολίτες παγιδεύτηκαν εγκληματικά σ’ αυτόν τον καταστροφικό κύκλο. Δηλαδή, ομιλούμε περί εξέλιξης, που πλήττει κατάστηθα την ποιότητα της δημοκρατίας μας και στο πιο ευαίσθητο πεδίο της: την συλλογική δυνατότητα (και το δικαίωμα) των εκλογέων να αποφαίνονται τί «τους πρέπει» ως ηγεσία και ως αντιπροσώπευσή τους. Κι αυτό επιβεβαιώνει σήμερα και την άποψη πολλών ότι από κάποιο σημείο και μετά όσο και να «σε σπρώχνουν» οι προκλητικά ηλίθιες αγιογραφίες εξαγορασμένων μέχρις αηδίας καναλιών, δεν σε πιστεύει πια κανένας. Με δύο (συνήθεις) εξαιρέσεις: εκείνους που αυτό το επίπεδο ηγεσίας προσήκει σ’ αυτούς ως προς την εξατομικευμένη νοημοσύνη τους, και εκείνους που είναι τόσο εξαγορασμένοι όσο και η κουστωδία καναλιών και δημοσιογράφων που τον υποστηρίζουν. Δηλαδή, σε πολιτικό επίπεδο (γιατί περί πολιτικής ο λόγος) όλα γίνονται για μια οικτρή μειοψηφία, που αθροίζεται σ’ ένα ολιγομελή κύκλο αδίστακτων συμφερόντων. Όμως, αυτοί δρουν σε βάρος όλων μας! Και το κόστος είναι δυσθεώρατο!

Βρισκόμαστε στο κρίσιμο σημείο, όπου πλέον δεν είναι οι κακές συγκυρίες που εξηγούν γιατί βιώνουμε τέτοια καταστροφή. Αυτός προσωπικά ευθύνεται εις ολόκληρον για το κακό. Τόσο εξ ανεπαρκείας (πράγμα που αποδεικνύει ότι χωρίς αυτόν η ζημία θα ήταν πολύ μικρότερη), όσο επειδή ο ίδιος είναι επίλεκτο πρόσωπο των γενεσιουργών παραγόντων που συνιστούν τη βάση πάνω στην οποία δομείται η αιτιώδης συνάφεια του τεράστιου βαθμού προκαλούμενης καταστροφής με τον βαθμό πολιτικής (αν)ικανότητας εκείνου θα μπορούσε (και σε καθε περίπτωση οφείλει) να την αποτρέψει ή να μετριάσει τις συνέπειές της. Και κάπου εδώ η ογκώδης γαϊδουριά ότι «τα σπίτια ξαναχτίζονται» ως πολιτική εξαγγελία πανελλήνιας εμβέλειας ανερυθρίαστα μπροστά σε κατεστραμμένους ανθρώπους που απέτυχες να υπερασπιστείς, είναι η αποδεικτική κορωνίδα αυτού του εγκλήματος που διαπράττεται ενσυνειδήτως κατά της Ελλάδας και των ελλήνων. Όπως επίσης κάπου εδώ αρχίζει να γίνεται συλλογικά συνειδητό ως εμπεδωμένος φόβος ότι αν παραταθεί για πολύ η διακυβέρνηση από το νευρόσπαστο, η εθνική καταστροφή θα επικυρωθεί ανεξίτηλα.

Προσωπικά θεωρώ τη μετατροπή του 112, από όπλο της πολιτείας προς υπεράσπιση των πολιτών σε πολιτική επικοινωνία παραπομπής προς σύγκριση με τους απελθόντες, ως την μεγαλύτερη και πιο προκλητική αήθειά του. Με αποτέλεσμα την αναμφισβήτητα ανήθικη σε τελευταία ανάλυση υποτίμηση της αξίας προσωπικών περιουσιών που χάθηκαν μέσα σε λίγες ώρες. Και εδώ το πρόβλημα είναι πολύ βαθύ, διότι οι πολίτες συναισθάνονται στο βάθος του σκηνικού ότι σήμερα η ευθύνη και η υποχρέωση του κράτους να τους υπερασπίζεται με κάθε μέσο μετέπεσε σε επικοινωνιακό «κόλπο» πολιτικής διάσωσης του νευρόσπαστου. Οι πολίτες δηλαδή αντιλαμβάνονται ότι αντί για σπίτια και νοικοκυριά η περιέλευσή τους σε κατάσταση αρωγής και σε βαθμό εσωτερικού μεταναστευτικού κύματος, είναι δυνάμει μια ισχυρή εκδοχή και του δικού τους μέλλοντος, ως ο ρόλος του συντεταγμένου κράτους. Γι’ αυτό και είναι αήθεια καθοσιώσεως επίσημα κυβερνητικά χείλη να τολμούν να ξεστομίζουν τη σοφιστεία ότι δήθεν προτιμήθηκε συνειδητά και ως πολιτική πράξη (για την οποία μάλιστα διεκδικούνται και τα εύσημα) να καταστραφούν περιουσίες και ζωές χιλιάδων ανθρώπων ...για να μην έχουμε νεκρούς. Μα η μέριμνα διάσωσης τόσο των ζωών όσο και των περιουσιών είναι υποχρέωση του κράτους! Αυτό δα έλειπε!        

Όλα οδηγούν σε μια αθέλητη σύγκριση: Όταν ένας ολόκληρος στρατός ξιφουλκούσε οργανωμένα για να αποδομήσει ό,τι καλό έλεγε και έκανε ή να μεγεθύνει καθ’ υπερβολή κάθε αστοχία του προκατόχου του. Σύγκριση με τις εντεταλμένες αποσιωπήσεις των συνεπειών της ηγεσίας του σημερινού και τις προσχεδιασμένες ψευδολογίες των ολοφάνερων επεξηγηματικών παραγόντων του ποιός και γιατί προκαλεί όλο αυτό το σημερινό κακό.

Και το δράμα της χώρας κορυφώνεται, διότι ακόμη και στο επίπεδο της φυσικής νοημοσύνης ενός νευρόσπαστου αρχίζει και ο ίδιος να συνειδητοποιεί τη ζημία που παράγει η παρουσία του. Με αποτέλεσμα, να γίνεται όλο και πιο αποκαλυπτικός του ρόλου του ως πολιτικό κατασκεύασμα και στις δημόσιες προετοιμασμένες εμφανίσεις του να εκτίθεται όλο και περισσότερο σε γελοιότητες και νέες αήθειες, που δυναμώνουν τη συσσωρευμένη δημοκρατική οργή -δυστυχώς όχι μόνο σε βάρος του αλλά σε βάρος του κομματικού συστήματος.   

Τουλάχιστον ας τον κρύψουν για λίγο καιρό, να δούμε τί μπορούμε να κάνουμε από μόνοι μας. Σώζωντας ζωές και περιουσίες μακριά από τη «μηχανή» της πολιτικής επικοινωνίας, που υποβιβάζει το έπος της καθημερινότητας χιλιάδων ανθρώπων και επί δεκαετίες για να χτίσουν το βιός τους, σε τρέχον πολιτικό «παιχνιδάκι» καταστροφής περιουσιών μέσα σε λίγες ώρες.    

 

 

 

 

18 Αυγ. 2021

Δεν ήταν ήττα,

ήταν επιλογή των ΗΠΑ...

Η κατάληψη του Αφγανιστάν από το «άτακτο στράτευμα» των Ταλιμπάν, έχει κατακλύσει τη διεθνή ειδησεογραφία με πηχιαίους τίτλους περί «ήττας της Δύσης» και κρατούσα προσέγγιση των αναλυτών ότι η σύγκριση με την ήττα της δεκαετίας του 1960 στο Βιετνάμ είναι δόκιμη ματιά κατανόησης των σημερινών εξελίξεων στην κεντρική Ασία.  

Είναι, όμως, σωστή αυτή η άποψη; Η μήπως «βολεύει» την ούτως ή άλλως  ρηχή ανάγνωση της παγκόσμιας γεωπολιτικής ανατοποθέτησης των ισορροπιών υπό τους νέους συσχετισμούς δυνάμεων που διαμορφώνονται, που παρακολουθεί με αρκετά φανερή αμηχανία η δυτική διπλωματία; Και είναι τελικά οι Ταλιμπάν «άτακτο στράτευμα» φανατικών, ή μήπως η εν λόγω ομάδα οπαδών του «τυφλού ισλαμισμού», αποτελεί σε τελευταία ανάλυση την επιβεβαίωση των σεναρίων περί του χαρακτήρα τους ως «εργαλείο» έμμεσης παρέμβασης της Δύσης εδώ και 30 χρόνια, σε μια περιοχή του πλανήτη, όπου πάντα ήταν πολύ δύσκολο για τη δυτικότροπη ευρύτερη γεωπολιτική σκοπιμότητα να πλησιάσει τις εξελίξεις;

Έχω την εντύπωση ότι για να κατανοηθεί το σκηνικό στη χώρα της κεντρικής Ασίας, είναι αναγκαίο να βλέπουμε τις εξελίξεις μέσα από τις διόπτρες της εξωτερικής πολιτικής που δρομολόγησε η διοίκηση Μπους τζούνιορ στις ΗΠΑ, αμεσως μετά την 11η Σεπτεμβρίου. Μ’ άλλα λόγια, το Αφγανιστάν δεν είναι ένα στεγανοποιημένο σε σχέση με τις γειτονικές του χώρες θέατρο γεωπολιτικής διαμάχης, αλλά μια ευρύτερη οντότητα, πολιτική, οικονομική, και πολιτισμική, με σχετική βαρύτητα σε ό,τι αφορά την κατάληξη προϊόντος του χρόνου σε ένα καινούριο παγκόσμιας εμβέλειας γεωπολιτικό πλαίσιο.

Γενικά, εκτίμησή μου είναι ότι από τη χρεοκοπία του «μπουσισμού» από την πολιτική ταυτότητα των ΗΠΑ, εσωτερική και διεθνή, σήμερα βρισκόμαστε στο σημείο ουσιαστικής αναπροσαρμογής αυτής της εξωτερικής πολιτικής, σε μια φάση αμερικανικής «απόσυρσης» από διάφορα ανοιχτά μέτωπα στον κόσμο. Μια διαδικασία όχι και τόσο αργής (ως προς τους γεωπολιτικούς όρους της) «απόσυρσης», η οποία ανεκόπη προσωρινά κατά την περίοδο της «παράφρονος προεδρικής μεταβλητής Τραμπ» και σήμερα επαναδρομολογείται με ταχύτερους ρυθμούς. Οφείλω, μάλιστα, στο σημείο αυτό να υπενθυμίσω ότι οι ΗΠΑ κατά την περίοδο προεδρίας του Μπάρακ Ομπάμα διακριτικά μείωσαν την επεμβατική τους ανάμιξη σε διάφορες περιοχές του πλανήτη, παραχωρώντας πεδίο ανάμιξης σε άλλους δυτικούς παράγοντες-διεθνείς δυνάμεις, που καλώς εχόντων των πραγμάτων  θα εφρόντιζαν να υποκαταστήσουν τις ΗΠΑ, στον αποκλειστικό εποπτικό ρόλο που είχαν επί δεκαετίες. Το περισσότερο χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας απόσυρσης ίσως είναι η αμερικανική στάση μετά τη λεγόμενη  «αραβική άνοιξη» στη Μεσόγειο και τη βορειοαφρικανική ζώνη.

Σπεύδω να εξηγήσω ότι αυτή η «απόσυρση» των ΗΠΑ έχει κίνητρα βαθμιαίας μεσοπρόθεσμης ανατοποθέτησης της υπερδύναμης στο παγκόσμιο σκηνικό, από άμεσο παράγοντα τοπικών επεμβάσεων προς διαφύλαξη των δυτικών συμφερόντων, σε αφ’ υψηλού ευρύτερης εμβέλειας επόπτη προαγωγής των ίδιων συμφερόντων. ‘Όπως, επίσης, σπεύδω να εξηγήσω ότι από την περιοχή της Μεσογείου οι ΗΠΑ διατηρούν πρωτογενές και άμεσο ενδιαφέρον στο μεσανατολικό και τις νέες πολυμερείς διακρατικές συσπειρώσεις στην ανατολική Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένων της εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων της περιοχής και των αγωγών  διαμετακόμισης καυσίμων προς τη Δύση. Τέλος, αναγκαίο είναι να εξηγήσω ακόμη ότι οι γεωπολιτικές πραγματικότητες στην αραβική χερσόνησο (μετά από μεγάλη και υπερδεκαετή αμερικανική ρυθμιστική παρέμβαση και με «μέγα όπλο» προς τούτο την νομισματοπιστωτική κρίση του 2008) έχουν ήδη αναπροσαρμοστεί με μέριμνες «στεγανοποίησης» των δυτικών συμφερόντων, με ουσιαστική αποστασιοποίηση των αραβικών χωρών της περιοχής από καθε λογής ισλαμιστικά πολιτικά, στρατιωτικά και θρησκευτικά μορφώματα, με την εξαίρεση του Κατάρ. Και για να συμπληρωθεί η εικόνα πρέπει να τονιστεί ότι οι ζώνες πρώτου ενδιαφέροντος των ΗΠΑ για τον 21ο αιώνα, περιορίζονται πια στον Ειρηνικό Ωκεανό και τη διένεξη με την Κίνα, καθώς και στις πολικές ζώνες, που δεδομένης της κλιματικής κρίσης θεωρούνται οι περιοχές, στις οποίες βρίσκονται τα κρίσιμα αποθέματα της ανθρωπότητας για τις επόμενες δεκαετίες.   

Φυσικά, όλα τα παραπάνω εντάσσονται σ’ ένα σχέδιο παράτασης και διασφάλισης της διεθνούς ηγεμονίας του δυτικού παράγοντα κατά τον 21ο αιώνα (και πάντα υπό αμερικανική πρωτοκαθεδρία), με δύο βασικούς στόχους: α. Τη μείωση του οικονομικού κόστους των παρεμβατισμών των ΗΠΑ ανά την υφήλιο (τουλάχιστον όπως αυτοί ασκήθηκαν στο αιώνα που πέρασε), και β. την αποδυνάμωση του παραδοσιακού παγκόσμιου αντιαμερικανισμού, που δέσποσε στο διεθνές σκηνικό επί μισό αιώνα.

Υπ’ αυτή την οπτική η αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν δεν είναι μία ήττα τους, αλλά μια μεθοδευμένη (και στην πραγματικότητα προαναγγελθείσα εδώ και καιρό τώρα) επιλογή, απεμπλοκής από μια πολύ ακριβή και ελάχιστης απόδοσης άμεση ανάμιξη στην κεντρική Ασία. Άλλωστε οι ΗΠΑ διατηρούν πλήρη εποπτική δυνατότητα στην περιοχή, με τις δυνατότητες που τους προσφέρει η στρατιωτική βάση Ντιέγκο Γκαρσία στον Ινδικό Ωκεανό. (Σημ.: Τηρουμένων των αναλογιών, με τον ίδιο τρόπο θεωρούμενης ως ασύμφορης και υπέρμετρης δαπάνης για το προκύπτον όφελος μπορεί να εξηγηθεί και η προϊούσα απόσυρση των ΗΠΑ από τη δομική για την απερχόμενη αμερικανική εξωτερική πολιτική του «μπουσισμού» και παγιωμένη σχέση τους με την Τουρκία, μετά από 50 χρόνια συντεταγμένου φιλοτουρκισμού).

Κατόπιν αυτών, τί απομένει να λεχθεί;

Αυτό που απομένει και που αφορά άμεσα και εμάς ως έλληνες, είναι η διαπίστωση ότι οι δυτικές δυνάμεις που έχουν αναλάβει τον ρόλο υποκατάστασης των ΗΠΑ σε περιοχές από τις οποίες εκείνες αποσύρονται, αποδεικνύονται όχι μόνο απροετοίμαστες να πράξουν αυτό που τους αναλογεί (ιδίως υπό τη λεκτική μιας διακηρυγμένης από μέρους τους ως χειραφετικής διαδικασίας αποδέσμευσης από την αμερικανική ηγεμονία), αλλά και επικίνδυνες για την παγκόσμια ειρήνη. Γιατί, τελικά, αν υπάρχει κάποιος που ηττάται πανηγυρικά στο πεδίο γεωπολιτικής ισχύος του, ως απόρροια της απόσυρσης των ΗΠΑ από διάφορες περιοχές του πλανήτη μας, αυτός είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση!   

Μια ΕΕ, που όσο περνάει ο καιρός γίνεται όλο και πιο εσωστρεφής και διεθνώς «αυτιστική» δύναμη, εγκλωβισμένη στο ψευδοδίλημμα «γερμανική» ΕΕ ή οργανισμός ισοτίμων χωρών-μελών συγκλίνοντων στις μεταξύ τους διαφορές και τα επίπεδα ανάπτυξης και προόδου. Δηλαδή ένα ψευδοδίλημμα που ουδόλως αφορά στο μέλλον του πλανήτη και της ανθρωπότητας και εξαντλείται σε διαμάχη περί την εσωτερική ηγεμονία του δυτικού ευρωπαϊκού κλαμπ.   

Ποιά ΕΕ να αντικαταστήσει τις ΗΠΑ; Εκείνη που καταδικάζει μεσα σε λίγες ώρες τη Λευκορωσία -και ορθώς- αλλά κάνει τα στραβά μάτια στα αντιδημοκρατικά καμώματα της ολοφάνερης χούντας Ερντογάν; Εκείνη που παραβλέπει κατάφωρες και αλλεπάλληλες παραβιάσεις κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων χώρας-μέλους της, της Ελλάδας εν προκειμένω, από τρίτη χώρα, την Τουρκία, αλλά αδυνατεί να εξαφαλίσει ασφαλή αποχώρηση συνεργατών της από την Καμπούλ; Ή  μήπως εκείνη, που όταν τα προσφυγικά ρεύματα φουσκώνουν, αντί για αλληλεγγύη χωρίς όρους, αρχίζει τους καυγάδες στο εσωτερικό της για το ποια χώρα θα πάρει τους λιγότερους; Είναι αυτά ευτυχείς συνθήκες για το μέλλον όλων των ευρωπαίων και φυσικά και της χώρας μας;  

 

 

 

 

12 Αυγ. 2021

Μια επιλογή που θα κρίνει πολλά...

Η συνέντευξη του Αλέξη Τσίπρα ενώ Ελλάδα καιγόταν, είναι ένα περιστατικό που αναμφίβολα θα επηρεάσει καταλυτικά τις πολιτικές εξελίξεις την επόμενη περίοδο. Στο πολιτικό πλαίσιο που ανακοίνωσε στη συνέντευξή του ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, επιπροσθέτως, πρέπει να συνεκτιμηθεί η αναφορά του εκπροσώπου Τύπου του κόμματος, Νάσου Ηλιόπουλου, που μόλις λίγες ώρες μετά τα όσα ανακοίνωσε ο αρχηγός του, διευκρίνισε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεν προτίθεται να ζητήσει εκλογές όσο η πανδημία παραμένει εδώ και δρα ύπουλα ανάμεσά μας.

Έτσι έγινε πλέον η σαφές ότι η γραμμή της αξιωματικής αντιπολίτευσης οριστικοποιείται στην «αντιπολίτευση αναμονής», με ορίζοντα το τέλος της 4ετίας.

Έχει μεγάλη σημασία να κατανοηθεί στο σημείο αυτό ότι η επιλογή αυτή του Αλέξη Τσίπρα έρχεται στο πολιτικό περιβάλλον της έκδηλης οργής μεγάλης μερίδας πολιτών (και όχι μόνο λόγω των πυρκαγιών). Δηλαδή έρχεται σε μια στιγμή, κατά την οποία το ως σήμερα κύριο σενάριο του Κυριάκου Μητσοτάκη για προκήρυξη πρόωρων και διπλών εκλογών τον ερχόμενο Οκτώβριο φαίνεται να εγκαταλείπεται, λόγω της επικίνδυνης για το όποιο μέλλον του πρωθυπουργού συνέπειας θα μπορούσε να έχει η μεγάλη καταστροφή του φετινού καλοκαιριού, σε συνέχεια μάλιστα μιας ολοένα και πιο αποδομούμενης «επιτυχίας», που ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης διατείνεται πως είχε στην αντιμετώπιση της πανδημίας.  

Εξ αρχής να διευκρινίσω πως η συζήτηση περί της επιλογής του Σταύρου Μπένου δεν είναι ούτε σοβαρό, ούτε κρίσιμο σημείο των εξελίξεων αυτών και δεν σκοπεύω να  ασχοληθώ πολύ μ’ αυτό. Άλλωστε, είναι απολύτως ενδεικτικό ότι μόνο οι οπαδοί του ΚΙΝΑΛ ασχολούνται κατά κύριο λόγο και κατά κόρον μ’ έναν απόμαχο της πολιτικής μας ζωής και μόνο για να αποδείξουν «πόσο καλό ήταν το ΠΑΣΟΚ». Λες και το ΠΑΣΟΚ χρειάζεται πολλά περισσότερα λόγια σήμερα και μετά τον τυπικό ενταφιασμό ακόμη και του ονοματός του από το σημερινό ΚΙΝΑΛ, για να πιστοποιήσει τί ήταν και τί προσέφερε στη χώρα τη δεκαπενταετία 1981-1996. Ωσαύτως η ενασχόληση μ’ αυτό το εκτός των αναγκών της σημερινής Ελλάδας αλλά και απολύτως εκτός του προβληματισμού των πολιτών της για το μέλλον της χώρας ζήτημα, σχετικά με το «πόσο καλό ήταν το ΠΑΣΟΚ», κάνει ευκρινέστερο τον περιθωριακό πολιτικό λόγο και ρόλο του ΚΙΝΑΛ  στο σημερινό σκηνικό.

...Επιστροφή στα σοβαρά!

Η επιλογή Τσίπρα για «αντιπολίτευση αναμονής» (που να διασαφηνίσουμε εδώ ότι καμιά σχέση δεν έχει με τη λεγόμενη αντιπολίτευση του «ώριμου φρούτου», επειδή αυτή η τελευταία αφορά σε μια βεβαιότητα έκβασης των επέμενων εκλογών, ενώ σήμερα αυτό το στοιχείο δεν συντρέχει), υπόκειται -όπως όλες οι επιλογές- στην ένταξη σ’ ένα αδήριτο κανόνα της πολιτικής: Καμία απόφαση ηγεσίας δεν είναι μονοσήμαντα αξιολογητέα εξ αφετηρίας ως θετική ή αρνητική. Όλες οι πολιτικές αποφάσεις φέρουν  θετικά και αρνητικά σημεία και μόνο ο τελικός ισολογισμός της πραγματικότητας  δικαιώνει ή καταβαραθρώνει τέτοιες επιλογές. Το μόνο που απομένει σε μας τους σχολιαστές του τρέχοντος, λοιπόν, είναι να τα βάλουμε σε μια σειρά εντοπίζοντας τα θετικά και τα αρνητικά της «αντιπολίτευσης αναμονής» και διατυπώνοντας στο τέλος γνώμη και πρόβλεψη για το τί θα ακολουθήσει μεσοπρόθεσμα.  

Έχουμε και λέμε:

-  Η επιλογή Τσίπρα συνιστά αντιστροφή της στάσης του την περίοδο 2010-2015! Ο Τσίπρας σήμερα αρνείται να εγκατασταθεί πάνω στο «μομέντουμ της οργής», όπως έπραξε τότε. Τότε ήταν η μνημονιακή εκτροπή, σήμερα είναι η εντυπωσιακά καταστροφική διετία 2019-2021, που συμβολικά αλλά και σε σημαντικό βαθμό και επί του πραγματικού με τις πυρκαγιές σηματοδοτεί την ευρεία εντύπωση μιας βαρύτατης ζημίας για τη χώρα και τους πολίτες της, είτε το αναδέχονται αυτό ως στοιχείο της σημερινής πραγματικότητας οι υποστηρικτές του Κυριάκου Μητσοτάκη, είτε όχι. Άλλωστε και μόνον το γεγονός ότι η ίδια η κυβέρνηση ολοένα και λιγότερο μιλάει για το όποιο έργο της και στον δημόσιο λόγο της προς τους πολίτες της κυριαρχεί η ατζέντα «τί θα έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αν ήταν εκείνος κυβέρνηση», αποτελεί θρίαμβο της ομολογίας ότι η σημερινή κυβέρνηση επί ζημιών και καταστροφών επιχειρηματολογεί πολιτικά, αδυνατώντας να αρθρώσει στοιχειώδη πειθώ για τα καλά που έκανε.                         

- Η αντιστροφή της σημερινής στάσης Τσίπρα για τις επιλογές του την περίοδο 2010-2015, είναι εκ των πραγμάτων αυτοκριτική στάση σε ό,τι αφορά τις τότε επιλογές του. Και αυτοκριτική δεν κάνεις για όσα πέτυχες, αλλά για τα όσα απέτυχες να πράξεις ή έβλαψες τη χώρα. Ως γενική αίσθηση, προσωπικά αδυνατώ να διαπιστώσω λόγους αυτοκριτικής για την περίοδο 2015-2019, αφού με τη ρύθμιση του χρέους, την έξοδο από τη μνημονιακή δεσποτεία και τη ρύθμιση του λεγόμενου «Μακεδονικού», το πρόσημο είναι εντυπωσιακά θετικό και σε πλήρη αντιστροφή της μακράς περιόδου παρακμής και αποσύνθεσης που βίωσε η Ελλάδα κατά την προ Τσίπρα περίοδο και μάλιστα -και αυτό έχει πολύ μεγάλη σημασία- δηλαδή καμιά απόδοση ευθύνης δεν μπορεί λογικά να εναποτεθεί στον ΣΥΡΙΖΑ για την καθοδική πορεία που οδήγησε την Ελλάδα στην παρατεταμένη και πολυπαραγοντική κρίση που βιώνουμε σήμερα, αρχής γενομένης από την είσοδό μας στον 21ο αιώνα.

- Η αυτοκριτική (άρα και η εκ του αποτελέσματος εν πολλοίς αξιολόγηση της περιόδου 2015-2019 ως μη θετικής για τη χώρα και τους πολίτες) κατά κατά την εντύπωσή μου θα εδικαιολογείτο μόνο για σοβαρούς λόγους πολιτικής τακτικής. Υπάρχουν τέτοιοι λόγοι; Ναι, και είναι δύο πολύ σοβαρά σημεία: α. Να έχει εκτιμηθεί ότι η επιτάχυνση των πολιτικών εξελίξεων θα έβλαπτε τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, δηλαδή μ’ άλλα λόγια να έχει εκτιμηθεί ότι εάν γίνονταν πρόωρες εκλογές ο Τσίπρας θα τις έχανε, και β. Να μην επιθυμεί ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης να τα παίξει όλα για όλα στη μοναδική ευκαιρία δρομολόγησης σημαντικών εξελίξεων και με τρόπο μονιμότερου επηρεασμού τους, επί του δεδομένου ότι οι επόμενες εκλογές θα γίνουν με απλή αναλογική. Έτσι, υπό προϋποθέσεις η εν λόγω αυτοκριτική του Τσίπρα για το 2015-2019 θα μπορούσε να ήταν ανεκτή, αν πρόσφερε στον Κυριάκο Μητσοτάκη συναίνεση τουλάχιστον ως το τέλος της 4ετίας επειδή ζητήματα υπεράνω των ικανοτήτων και δυνατοτήτων μιας κυβέρνησης ευθύνονται για τη σημερινή πολύπλευρη καταστροφή. Αντίθετα, αν συναίνεση προσφέρεται όταν ο πολιτικός σου αντίπαλος καταρρέει από ανικανότητα, δέον όπως είσαι απρόθυμος να την προσφέρεις, διότι έτσι συμβάλλεις στην ανοχή απέναντι σε μια καταστροφή εθνικής κλίμακας, με καταγεγραμμένα τα πρόσωπα που την προκάλεσαν ή αποδείχτηκαν ανεπαρκέστατα στην αντιμετώπισή της. Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση της λεγόμενης «απροσδιόριστης ψήφου» στις προσεχείς δημοσκοπήσεις δεν θα πρέπει να μας εκπλήξει και απ’ αυτό θα πληγεί κυρίως ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.         

- Όπως επεσήμανα και σε μια πρόσφατη ανάλυσή μου, η αξιωματική αντιπολίτευση για να είναι παραγωγική και θετικά αθροιζόμενη για τη χώρα και τους πολίτες οφείλει να μεριμνά ώστε η σημερινή συσσωρευμένη οργή κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη και του συστήματος που εκπροσωπεί (προσοχή στο σημείο αυτό, το εν λόγω σύστημα δεν είναι ευθέως αντιπροσωπευτικό του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας), να λειτουργήσει παραγωγικά για τη δημόσια ζωή μας και να μην εκτονωθεί σε αδιέξοδες θυμωμένες συμπεριφορές, οι οποίες όπως γνωρίζουμε ευνοούν την ακροδεξιά και τη δεξιά, που κερδοσκοπεί εκλογικά ανερυθρίαστα σε τέτοια κοινά. Η σημερινή  στάση του Αλέξη Τσίπρα συμβάλλει στην καθοδήγηση του σημερινού συσσωρευμένου θυμού των πολιτών κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη σε μια θετική για τη δημοκρατία και τις πολικές εξελίξεις κατεύθυνση; Προσωπική γνώμη είναι πως η σημερινή στάση του Αλέξη Τσίπρα δεν συμβάλλει θετικά σ’ αυτό! Δεν γνωρίζω ούτε μπορώ αυτή τη στιγμή να εκτιμήσω πόσο δομική θα αποδειχτεί στη συνέχεια και πόσο θα διαρκέσει η οργισμένη αποστασιοποίηση πολιτών από το πολιτικό μας σύστημα, επειδή η συναίνεση Τσίπρα αδυνατεί να εκπροσωπήσει τον θυμό αυτό. Διαισθητικά έχω τον φόβο ότι αρθρώνεται συμπαγής «αντι-πολιτική» βάση ανάμεσα σε σημαντική μερίδα της κοινής γνώμης, ένεκα της οριστικής ένθεσης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ στο κομματικό μας σύστημα ως δύναμης που εγκαταλείπει την «υπόσχεση ανατροπής», που ως σήμερα σχετιζόταν απαρέγκλιτα με το παραταξιακό πολιτικό DNA του. Εύχομαι να σφάλλω!    

- Στα θετικά σημεία της σημερινής στάσης Τσίπρα  αναμφίβολα εντάσσεται ότι με όσα είπε «έκαψε» κάθε χυδαία προσπάθεια συμψηφισμού μιας καταστροφής εθνικής κλίμακας με το Μάτι, όπως προετοιμάζεται να κάνει ο νεο-μητσοτακικός στρατός των προθύμων και των εξαγορασμένων. Πρόκειται για πολιτικό λόγο ώριμης ηγεσίας, ακριβώς σε στιγμή που οι πολίτες χρειάζονται ώριμη ηγεσία, στον αντίποδα ηγεσίας της «αρπαχτής» και της πλήρους ανικανότητας του Κυριάκου Μητσοτάκη.  Ωστόσο, να σημειωθεί εδώ ότι εάν αυτή η στάση επιλέγεται ως μέσο διαρραγής του «αντισύριζα μετώπου», τα αποτελέσματα θα είναι πενιχρά, δεδομένης της φύσης και της ταξικής προέλευσης του μετώπου αυτού.

Τέλος (και για την ώρα, διότι θα επανέλθω στα ζητήματα αυτά), ενδιαφέρον έχει ότι με τη σημερινή στάση του -και τη συναίνεση που προσφέρει στον Κυριάκο Μητσοτάκη- ο Αλέξης Τσίπρας συμβάλλει ώστε το υπαρκτό και δια γυμνού οφθαλμού σοβαρό πρόβλημα ηγεσίας της ΝΔ, να μετατρέπεται σε εσωτερικό πρόβλημα του κυβερνώντος κόμματος. Έτσι, ο Τσίπρας μπορεί ως εναλλακτική ηγεσία της χώρας εν μέρει να ευνοείται, αλλά την ίδια ώρα δεν καλύπτεται επαρκώς το έλλειμμα αναγκών ηγεσίας που βιώνει η χώρα, όσο ο ίδιος ο Τσίπρας τυγχάνει μέρος του κενού επάρκειας διαθέσιμης ηγεσίας για τη χώρα.

Κατόπιν όλων αυτών, ενεργεί καλά ή κακά ο Τσίπρας, με τη στάση που τηρεί σήμερα; Επαναλαμβάνω: Οι εξελίξεις θα το αποδείξουν. Η πολιτική ποτέ δεν είναι μονοσήμαντη αξιολόγηση των πραγμάτων, ιδίως εάν η αξιολόγηση αυτή γίνεται με τους πολίτες οργισμένους.    

 

 

 

 

9 Αυγ. 2021

Με τη μεγάλη καταστροφή, 

προσοχή στη δημοκρατία μας

H παταγώδης και ταυτόχρονα τραγική ως προς τις συνέπειές της για ολόκληρη τη χώρα κατάρρευση οιασδήποτε σχεδιασμένης προσπάθειας (αν ποτέ υπήρξε τέτοια, πέραν της αυταπόδεικτα εντασσόμενης σε πολιτικό σχέδιο, και όχι σε ουσιαστικά διασωστική προσπάθεια ζωών και περιουσιών) να αναχαιτιστούν οι φωτιές στην Εύβοια, σηματοδοτεί και την πανηγυρική διάλυση καθε εναπομένουσας έννοιας αξιοπιστίας του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Ήδη στα κοινωνικά δίκτυα κυκλοφορούν εκατοντάδες φωτογραφίες ευβοέων πολιτών, που αγνοώντας την κάθε εκ του αποτελέσματος πλέον αποδεδειγμένη ως επικίνδυνη και απρόσφορη κατά των πυρκαγιών «εντολή εκκένωσης», αυτενήργησαν. Πήραν τον μεγάλο αγώνα διάσωσης περιουσιών και ανθρώπων στα χέρια τους, παραμερίζοντας τα κυβερνητικά στελέχη, που αντί να σβήνουν τις φλόγες βυσσοδομούσαν πολιτικά επικοινωνιακά σχέδια, και πέτυχαν τα τελευταία 24ωρα όσα δεν κατάφεραν οι υπουργοί επί 5 συναπτές ημέρες: να διασώσουν ζωές και έγγειες περιουσίες, κάτι που οι άτυχοι συμπολίτες τους δεν έπραξαν, επενδύοντας στην ελπίδα ότι θα υπήρχε κάποιος στοιχειώδης έστω σχεδιασμός μέριμνας προστασίας των περιουσιών τους, με αποτέλεσμα να καούν πολλές εκατοντάδες σπίτια. (...Και κρατήστε τον «μαύρο  λογαριασμό» ανοιχτό, διότι οι πληροφορίες λένε ότι ο τελικός απολογισμός της καταστροφής θα αποδειχτεί τόσο βαρύς, ώστε κατα συγκρατημένες εκτιμήσεις να ισούται ήδη σε κόστος με το 1/3 του πακέτου που υπερηφανευόταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης ότι έφερε από το Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ!)

Η αυτοοργάνωση των πολιτών στην Εύβοια, ως συνέπεια της αποδεδειγμένης ανεπάρκειας της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει ή έστω να μετριάσει τη ζημιά από τις φωτιές, ήδη ως πολιτικό φαινόμενο είναι μια επανάσταση! Επαναστάση ενεργοποίησης των επιβιωτικών ανακλαστικών των πολιτών, όταν η πολιτική ηγεσία που οι ίδιοι εξέλεξαν, αποδεικνύεται τόσο ανάξια και θλιβερή, ώστε  η απομάκρυνσή της να καθίσταται ανάγκη επιβίωσης όλης της υπόλοιπης κοινωνίας.               

Η ανυπολόγιστη καταστροφή της Ελλάδας τα τελευταία δύο χρόνια, πρακτικά ως συνέχεια της προηγηθείσας περιόδου που ξεκίνησε το 2010 (και με μόνο σημάδι αντίρροπης ένδειξης την περίοδο 2015-2019, οπότε και ρυθμίστηκε θετικά ένα μεγάλο πρόβλημα στη διεθνή εικόνα της χώρας, το λεγόμενο «μακεδονικό», αλλά και η Ελλάδα κατόρθωσε να διαφύγει της μνημονιακής δεσποτείας), είναι αδύνατο να διέλθει της ιστορικής καταγραφής της, χωρίς σοβαρές αναδράσεις πολιτικού φορτίου. 

Η οργή, ως εμπεδωμένη αίσθηση των πολιτών απέναντι στην ηγεσία του, δηλαδή όταν ο λαός στρέφεται κατά των πολιτικών ελίτ που ο ίδιος ανέδειξε και ως απόρροια πρόδηλης ανεπάρκειάς τους, αναφίβολα είναι παράγων δρομολόγησης σοβαρών εξελίξεων. Αυτό που έχει σημασία σε τέτοιες συνθήκες, είναι η ανάγκη εγγύησης ότι οι εξελίξεις αυτές θα δρομολογηθούν παραγωγικά και θα παράγουν θετικά αποτελέσματα για τη χώρα, τους πολίτες και τη δημοκρατία, και δεν θα οδηγήσουν σε εκτροπές που μόνον εκτόνωση του θυμού υπηρετούν και συνήθως απ’ αυτές οφελούνται μειοψηφικές ακροδεξιές ομάδες, με όλες τις σοβαρές συνέπειες που συνεπάγεται τέτοια τυχόν εξέλιξη. Το σημείο αυτό έχει ήδη αναφυεί ως το κεντρικό ζητούμενο της επόμενης περιόδου, σαρώνοντας στο πέρασμά του κάθε αφελή -όπως αποδεικνύεται- επικοινωνιακή μέριμνα του Κυριάκου Μητσοτάκη και των συν αυτώ.    

Σε τέτοιο περιβάλλον, οι αγωνιώδεις και μάλλον απελπισμένες προσπάθειες των κυβερνώντων να ανακαλύψουν εμπρηστές και γελοίες συνομοσίες με μεγεθυντικούς φακούς στα δάση που κάηκαν ή να διασπείρουν στημένα επικοινωνιακά σενάρια υπονόμευσης από ξένους πράκτορες, ακριβώς προς την κακή μεριά σπρώχνουν τις εξελίξεις. Κι αυτό είναι κρίσιμο στοιχείο, καθώς έτσι επιβεβαιώνεται ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρωτίστως μεριμνά για τη μετακύληση του θυμού των πολιτών σε δήθεν «εσωτερικούς αντιπάλους», και με μόνο σκοπό να αποφορτιστεί και να διοχετευτεί αλλού με κόστος δημοκρατικό η συσσωρευμένη κατά του ίδιου και των υπουργών του απαξία, όταν οι ευθύνες της κυβέρνησης βοούν και είναι αυταπόδεικτες. Άλλωστε, είναι δεδομένο ότι η ακροδεξιά, που πρωτίστως ευνοείται από τον παραλογισμό εναπόθεσης ευθυνών σε δήθεν «εσωτερικούς» εχθρούς της αριστεράς και σε πράκτορες ξένων  εχθρών μας, ψηφοθηρεί ανελέητα σε τέτοια κοινά, όπως δείχνουν οι εμπειρίες των μακεδονομάχων, του αντιμεταναστευτικού μίσους και της γένει στάσης της απέναντι στην πολιτική αριστερά.    

Για να γίνει πιο εύκολα ορατή η διάκριση της αποτύπωσης του σημερινού και απολύτως πραγματικού θυμού, σε σύγκριση με τον εν πολλοίς κατασκευασμένο από τα απελθόντα το 2015 και εν αναμονή επανόδου τους στην εξουσία πολιτικά συστήματα, αρκεί να προσέξει κανένας τη βάση αιτιολόγησης της δήθεν οργής του 2015-2019, σε σύγκριση με τη σημερινή. Από τα πλασματικά δίλημματα που έθεσε η αντιπολίτευση του 2015 περί της δήθεν πρόθεσης της τότε ελληνικής κυβέρνησης να αποχωρήσει από την ΕΕ, ως τα αφημένα να καούν εκατοντάδες σπίτια συμπολιτών μας σήμερα, από τους ξυλοδαρμούς πολιτών μέρα-μεσημέρι από κρατικά όργανα ως τα σενάρια συνταγματικών περιορισμών των δημοκρατικών ελευθεριών σήμερα, από την παραχώρηση ζωτικού πεδίου διεκδικήσεων σε άνομες τουρκικές επιβουλές σε απαράγραπτα ελληνικά δικαιώματα ως την απάντηση σημερινού υπουργού ότι κακώς οι ευρωβουλευτές ρωτούν για εκκενώσεις προσφυγικών οικισμών στις ζώνες πυρός όταν την ίδια ώρα απειλούνται από τις φωτιές έλληνες, είναι μια μικρή μόνο γκάμα του συσωρευμένου θυμού κατά του Κυριάκου Μητσοτάκη. Και αυτή η μικρή γκάμα, όμως, αρκεί για να αναδύεται ολοφάνερα απ’ όλ’ αυτά, ένα ελάχιστο δείγμα της εγκληματικά ανάξιας διακυβέρνησης, δηλαδή να τεκμηριώνεται ο βαθμός αληθείας της σημερινής εδραίας αίσθησης θυμού κατά της κυβέρνησης «επί του πραγματικού», σε πλήρη αντίστιξη με τον πλασματικό και δυσανάλογα προβεβλημένο και σε διαστροφή της αλήθειας υπερμεγεθυμένο θυμό κατά του ΣΥΡΙΖΑ, που δόμησαν τα από τότε εξαγορασμένα μέσα ενημέρωσης την περίοδο 2015-’19.          

Μια κρίσιμη απόδειξη ότι όλα στην κυβερνητική αντίδραση στη μεγάλη καταστροφή από τις φωτιές εξαντλούνται στην «επικοινωνία» να αποκρυβούν οι ευθύνες τους, αντί επί μέρες να βρουν τρόπο να σταματήσουν τη φωτιά στην Εύβοια και να μεριμνήσουν για τη διάσωση περιουσιών αντί της ευκολίας των εκκενώσεων για να αντέχει η σύγκριση της γενικευμένης καταστροφής επί των ημερών τους με το Μάτι, είναι ότι στα κοινωνικά δίκτυα, που ως χθες λογοκρίνοταν μαζικά αναφορές (καθ’ απόλυτη υπερβολή) ως ανεπίτρεπτες αναρτήσεις που στόχευαν κατά της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού, αίφνης δόθηκε εντολή ανοχής στο «μητσοτάκη γαμιέσαι». Γιατί; Για να εκτονωθεί ακριβώς μέρος της συσσωρευμένης οργής κατά του πρωθυπουργού στα δεύτερου πολιτικού επιπέδου και αποτελεσματικότητας κοινωνικά δίκτυα, και να συρρικνωθεί όσο γίνεται η θηριώδης φθορά των κυβερνώντων.            

Την ίδια ώρα, η στάση της αντιπολίτευσης στις φωτιές είναι το αντίστροφο υπόδειγμα πολιτικής, από τη στάση που τήρησε ο νεο-μητσοτακισμός στο Μάτι. Και μόνο για τον λόγο αυτό, η αντιπολίτευση αντικειμενικά αναδεικνύεται ως η «άλλη όψη» της πολιτικής, η θετική, όπου η άκαμπτη στις δημοκρατίες υποχρέωση άσκηση κριτικής, σε δοσολογία που δεν θα κλονίζει την όποια ικανότητα και ετοιμότητα αντίδρασης έχουν εξασφαλίσει οι κυβερνώντες κατά των πυρκαγιών, δημιουργεί βάσιμη ελπίδα παραγωγικής πολιτικά διόδου σε καλύτερες μέρες, αντί της τυφλής επένδυσης στην ακροδεξιά αιτιολόγηση της μεγάλης καταστροφής αποδίδοντας την σε «αριστερούς» υπονομευτές ή σε «ξένους πράκτορες».           

Εδώ προκύπτει και μια δύσκολη άσκηση πολιτικής ισορροπίας για την αντιπολίτευση και δη και τη μείζονα: Η ένταση της κριτικής, εκτός του να μην δημιουργεί δυσκολίες στο κύριο σκοπό αντιμετώπισης της μεγάλης καταστροφής που ακόμη εξελίσσεται, οφείλει να είναι τόσο αυστηρή και σοβαρή ώστε να εκπροσωπεί πολιτικά τον συσσωρευμένο θυμό της κοινωνίας και να στοχεύει να μην αποσύρονται οι πολίτες από την πολιτική, ως τη μόνη δημοκρατική παραδεδεγμένη διαδικασία πολιτικής αντιπροσώπευσής τους, για να αποφεύγονται έτσι απελπισμένες και τελικά επικίνδυνες διέξοδοι σε ακροδεξιές αντιδράσεις.   

Προσωπικά εκτιμώ ότι η αντιπολίτευση που ασκεί ο Τσίπρας εντός της μεγάλης καταστροφής, είναι ισορροπημένη και αρκούντως αποκαλυπτική των κυβερνητικών  ευθυνών και του Κυριάκου Μητσοτάκη. Είναι ευτύχημα γα την χώρα, που στενάζει κάτω από την ανυπολόγιστη ζημία της τελευταίας διετίας και με κορύφωση αυτές τις πυρκαγιές, η σημερινή αντιπολίτευση. Γιατί, επί τέλους, η στημένη και μεθοδευμένα φιλοκυβερνητική και με το αζημίωτο δήθεν πληροφόρηση των πολιτών κάμπτεται και δεν κυριαρχεί κάτι άλλο από την εικόνα της μεγάλης καταστροφής και οι ευθύνες για όσους την έφεραν, με επικεφαλής τον Κυριάκο Μητσοτάκη.    

Δυστυχώς, ούτε αυτή τη φορά η χώρα θα αποφύγει τη διακυβέρνηση από έναν Μητσοτάκη, χωρίς να καταβάλλει για την εκδίωξή του το κόστος μιας εθνικής τραγωδίας. 

 

 

 

 

6 Αυγ. 2021

Η πολιτική επικοινωνία

της μεγάλης καταστροφής

Ούτε μία από τις σκέψεις και τις αγωνίες ολόκληρου του κυβερνητικού επιτελείου, με μόνη την εξαίρεση του ηρωικού -όπως εξελίσσονται τα πράγματα- Χαρδαλιά, δεν ήταν για να σβήσει η φωτιά στην Αττική! Ούτε μία! Υπουργοί και επιτελάρχες του μεγάρου Μαξίμου καθώς και διάφοροι άλλοι κυβερνητικοί παρατρεχάμενοι της προσκολλήσεως στην εκάστοτε κρατική εξουσία μαζεύονταν επί ώρες στα κλιματιζόμενα γραφεία τους ενώ η Αττική φλεγόταν και  συσκέπτονταν για την «επικοινωνία της καταστροφής», που οι ίδιοι απέτυχαν να αποτρέψουν. Οι συνήθως λαλίστατοι Σκέρτσος και Γεραπετρίτης, δηλαδή οι αρχιεπιτελείς, άφαντοι. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης με επιλογή συνειδητή όσο το δυνατόν πιο μακριά από το κακό...

Μόνον ο «πολύς» Χρυσοχοΐδης, μέσα στην καταστροφή είδε μια «ευκαιρία»: Όντας ο ίδιος σε δεινή επικοινωνιακά θεση τους τελευταίους μήνες και με το μέγαρο Μαξίμου να μην κρύβει εδώ και εβδομάδες τη δυσαρέσκειά του για την πασίδηλη ανεπαρκειά του να ελέγξει στοιχειωδώς την εγκληματικότητα, έσπευσε να αξιοποιήσει την καταστροφή, για να βελτιώσει τη θέση του. Μπούκαρε στα χωράφια του υφισταμένου του και αντί να τον υποστηρίξει στον αγώνα να σβήσουν οι φωτιές, υποσχέθηκε στο γκουβέρνο και τον μεγάλο αρχηγό του νεο-μητσοτακισμού ότι θα τους βγάλει απο τη άβολη θέση όλους και θα σώσει και την παρτίδα, που πια δύσκολα κρύβεται ότι είναι πολύ κοντά σε μια μεγάλη ήττα.

Ο Χρυσοχοΐδης έκανε δύο πράγματα:

- Έγινε το πρόσωπο που βγήκε από την κυβέρνηση και μίλησε για την καταστροφή. Μέχρι τότε το κακό διαχεόταν σ’ όλη την κυβέρνηση και αθροιζόταν στον Κυριάκο Μητσοτάκη! Ο Χρυσοχοΐδης έγινε η ασπίδα τους. Λίγη σημασία έχει ότι επί της ουσίας του ζητήματος της μεγάλης καταστροφής είπε ανοησίες. Διότι, φυσικά, το περίφημο «έχουμε σχέδιο» που είπε ο Χρυσοχοΐδης, ενώ η κατάσταση διαρκώς επιδεινωνόταν, μόνο ως ανοησία μπορεί να εκληφθεί από κάθε νοήμονα άνθρωπο.

- Έβγαλε την αστυνομία στις ζώνες πυρός, για να «φανεί» ότι το ολόγυμνο κράτος του νεο-μητσοτακισμού είναι δήθεν παρόν. Με την κίνηση αυτή ο Χρυσοχοΐδης προσπάθησε να περισώσει το τρωθέν κύρος του έκδηλου αυταρχισμού των οργάνων και να τους προσδώσει μια κάποια χρησιμότητα, βρε αδελφέ, συσκοτίζοντας ότι οι πυροσβέστες και οι συμπράττοντες στην προσπάθειά τους φορείς, ιδιωτικοί και δημόσιοι, απαξιωμένοι και με λειψή χρηματοδότηση ακριβώς όταν έπρεπε να υποστηριχτούν, είχαν δήθεν επαρκείς αντικαστάστες: τους αστυνομικούς των αστικών περιοχών!  Δηλαδή, δούλεμα κανονικό, όταν εκατοντάδες άνθρωποι μάζευαν τα αποκαΐδια από τα καμμένα σπίτια τους!

Στο σημείο αυτό, σύμφωνα με αφηγήσεις μελών του πυροβεστικού σώματος, φάνηκε η ζημία που προκάλεσε η ανάμιξη της αναρμόδιας και ακατάλληλης για χειρισμό καταστροφικών πυρκαγιών αστυνομίας. Ενώ η διεθνής πρακτική επιφυλάσσει  σε τέτοιες περιπτώσεις συμπληρωματικά καθήκοντα για την αστυνομία και πάντα υπό τον συντονισμό του πυροσβεστικού σχεδιασμού, τα παλληκάρια του Χρυσοχοΐδη μπούκαραν στις φλεγόμενες γειτονιές των βορείων προαστίων και -σιγά μην ακολουθήσουμε τις οδηγίες των υποδεέστερών μας πυροσβεστών- πήραν πρωτοβουλίες. Όπως αναφέρουν πυροσβετικές πηγές, σε τρεις τουλάχιστον περιπτώσεις προχώρησαν σε εκκενώσεις οδών, εν αγνοία του συντονιστικού κέντρου της πυροσβεστικής, με αποτέλεσμα να καούν σπίτια που θα μπορούσαν να έχουν σωθεί. Η ίδια η διαδικασία της εκκένωσης, όπως μας εξηγούσαν οι ίδιες πυροσβετικές πηγές, έχει χρονική διάρκεια πολύ κρίσιμη για την εν γένει διαχείριση της προσπάθειας να προστατευτούν υποδομές. Και σε κάθε περίπτωση ο όρος «προληπτικές εκκενώσεις», αφορά σε καταστάσεις στις οποίες κάθε προσπάθεια κατάσβεσης της φωτιάς θεωρείται άσκοπη λόγω της έκτασής του φαινομένου. Μόνο τότε η πυροσβετική επιλέγει την εκκένωση. Αντίθετα, η παραμονή των κατοίκων σε περιοχές απειλούμενες από φωτιά, στον κλασσικό σχεδιασμό της πυροσβεστικής σε τέτοιες συνθήκες, θεωρείται κρίσιμος αρωγός της προσπάθειας των ομάδων κατάσβεσης συνεπικουρούμενων από την τοπική αυτοδιοίκηση, για να διασωθούν υποδομές.  

Οι εκκενώσεις περιοχών, όμως, σε πολλές περιπτώσεις και χωρίς να υπάρχει επιχειρησιακή ανάγκη για κάτι τέτοιο, εν προκειμένω κατέστη το προσχεδιασμένο μεγάλο επικονωνιακό όπλο της κυβέρνησης! Εκκενώνουμε τις περιοχές σε κλίμακα υπερβολής και έτσι εμφανίζουμε όλες τις περιπτώσεις φωτιάς ως κλίμακας αντίστοιχης με τη φωτιά στο Μάτι. Ενώ σε καμιά περίπτωση δεν είναι αντίστοιχης κλίμακας, ούτε σε ό,τι αφορά την ισχύ των ανέμων, αλλ’ ούτε και σε ό,τι αφορά την πολεοδομική πραγματικότητα των καιόμενων σήμερα περιοχών και τις διαθέσιμες διόδους απομάκρυνσης των κατοίκων, σε σύγκριση με το Μάτι. Όμως αυτό που σχεδιάστηκε και ακόμη εκτυλίσσεται ως η «επικοινωνία της καταστροφής» του νεο-μητσοτακισμού είναι ακριβώς αυτό το σημείο. Η απόπειρα, δηλαδή, να στηθεί εικόνα που να στηρίζει το αφήγημα «εκείνοι ένα Μάτι είχαν και έκαψαν 102 ανθρώπους, εμείς είχαμε πολλά Μάτια μαζί (γι’ αυτό και τόσες εκκενώσεις περιοχών)  και δεν χάσαμε κανέναν». Αυτό που θα αρχίσει να ακούγεται από τα κυβερνητικά στελέχη τις επόμενες μέρες...

Η συμπεριφορά αυτή της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι η μεγαλύτερη αήθειά της (ανάμεσα στον ούτως ή άλλως πλούσιο κατάλογο αηθειών της, αυτή τη διετία)! Επικοινωνία και προετοιμασμένη συμψηφιστική τυμβωρυχία φυσικών καταστροφών, αντί για την υποχρέωση να παραμερίζονται τα πάντα και πριν απ’ όλα η «ψαγμένη» πολιτική επικοινωνία, για να επιχειρείται διάσωση ζωών και υποδομών.  

Η ατάκα «τα σπίτια ξαναγίνονται», εν τη αφελεία του ασυγκράτητου σε αήθειες πολιτικού Νέρωνα, που κατέπεσε οριστικά πλέον από Μωυσής, τσιτάχ και διάφορα άλλα τραγελαφικά και ακραίας γελοιότητας προσωνύμια, συμβολίζει εκουσίως και αποκαλύπτει τελικά τη συνειδητή επιλογή: θυσιάζουμε προσχεδιασμένα υποδομές που θα μπορούσαν να έχουν σωθεί, για να χτίσουμε πάνω στα αποκαΐδια τους, ένα πολιτικό επικοινωνιακό αφήγημα: ναι, αλλά εμείς δεν κάψαμε κανέναν!  

Μόνο ένα πλήρως αποστερημένο ικανοτήτων κατανόησης της τεράστιας συμβολικής και πρακτικής σημασίας που έχει για μια οικογένεια στον τόπο μας ένα σπίτι, η εστία μας, μπορεί να χειριστεί με τόση γαϊδουριά αυτό το θέμα. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης!