Μολυβάκι

4 Φεβ. 2020

Μονόδρομος η συνεργασία

των προοδευτικών δυνάμεων

Το σχέδιο δεν είναι πλέον «μυστικό»! Έχει «πάρει φως» και μέχρι και στη Βουλή πολιτικοί αρχηγοί το πιθανολογούν βασίμως, με την κυβέρνηση μόνη να βρίσκεται «από την άλλη μεριά» του σεναρίου, στη συνήθη δέσμευση όλων ανεξαιρέτως των πρωθυπουργών ότι θα εξαντλήσουν την τετραετία.

Ποιό είναι με λίγα λόγια το (μητσοτακικό) σχέδιο; Είναι το σχέδιο ξανά εκλογές μέσα στο 2020, κι αυτή τη φορά «διπλές»! Δηλαδή, το σχέδιο ότι από την ώρα που οι επόμενες εκλογές θα γίνουν με την απλή αναλογική που θέσπισε ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (και άρα μονοκομματική κυβέρνηση νεο-μητσοτακισμού, όπως έχουμε σήμερα, δεν είναι εφικτή), και από τη στιγμή που ο εκλογικός νόμος που έφερε η σημερινή κυβέρνηση δεν εγκρίθηκε από 200 βουλευτές της σημερινής Βουλής (και άρα δεν είναι άμεσα εφαρμοστέος), χρειάζεται ένα θεσμικό «κόλπο» για να διαιωνίσουμε τη μονοκομματική διακυβέρνηση και για να ξεπεράσουμε το εκλογικό σύστημα που εξαναγκάζει σε πολιτικές συναινέσεις. Και το «κόλπο» αυτό είναι να «ξεπετάξουμε» την απλή αναλογική με μια παρεμπίπτουσα και «τζούφια» εκλογική αναμέτρηση, «καίγοντάς» την με κάλπες που εξ αρχής διασφαλίζουμε ότι θα είναι άγονες για το λόγο διεξαγωγής τους (αφού κάλπες στήνονται για να απαντηθεί με δημοκρατικό τρόπο το ερώτημα διακυβέρνησης της χώρας). Κι έτσι θα χρειαστούν αμέσως μετά και δεύτερες εκλογές με το «σωστό» εκλογικό σύστημα: την ενισχυμένη αναλογική, που θα ξαναδώσει μονοκομματική κυβέρνηση στον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη.

Το «κόλπο» είναι δεξιοτεχνικά στημένο! Μέχρι και back up διαθέτει: Στην περίπτωση που τυχόν ούτε με ενισχυμένη αναλογική θα πετύχαινε την αυτοδυναμία ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης (σενάριο που ενισχύεται, λόγω της σαφούς φθοράς από τη θλιβερή διακυβέρνησή του), έχει υπάρξει μέριμνα για στήριξη από τον ακροδεξιό και γελοίο Βελόπουλο (του οποίου το παραχρυσαυγήτικο κομματίδιο είναι το μόνο που στη σημερινή Βουλή υπερψήφισε την ενισχυμένη αναλογική του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη).

Σημειώνω εδώ την ελαφρά τη καρδία (αυτο)παγίδευση (εκτός και αν ήταν πολιτική εξαγορά, που δεν το πιστεύω) και του ΚΙΝ.ΑΛ. στη δαιμονοποίηση της απλής αναλογικής. Στάση, που εκφράστηκε συστηματικά και παγίως ως πολιτική στάση από την κυρία Γεννηματά στην «κοινή αντιπολίτευσή» της κατά της κυβέρνησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Και, ταυτόχρονα, στάση, που εκ του πολιτικού αποτελέσματός της οδήγησε στον εξοβελισμό στη σφαίρα του αδυνάτου κάθε πιθανότητας να έχει ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις το ΚΙΝ.ΑΛ.. (Εκτός κι αν μετά το «κόλπο» με τις «διπλές εκλογές», η κυρία Γεννηματά αποφάσιζε εκείνη -αντί του Βελόπουλου ή και μαζί του- να στηρίξει κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, επαναφέροντας στη σφαίρα του πολιτικώς  ενδεχόμενου, να ήταν τελικά μια περίπτωση παραταξιακής και ηγετικής «εξαγοράς», που, επαναλαμβάνω, δεν θεωρώ πιθανό σενάριο).    

Τί άλλο θα μπορούσε να κάνει ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης; Να αφήσει τα «κόλπα» (μια πρακτική που δείχνει εκ παραδόσεων να ακολουθεί) και να κοιτάξει να κυβερνήσει όσο καλύτερα θα μπορούσε. Όποιος είναι κι όπως ήρθε, κάτι καλύτερο από τα σημερινά θα μπορούσε ασφαλώς να κάνει αν άφηνε τα «κόλπα» και εργαζόταν. Αντί, όπως κάνει σήμερα, της εικόνας μιζέριας, σήψης, επικίνδυνων χειρισμών στην εξωτερική πολιτική και ακροδεξιών επιλογών, που «ορμπανοποιούν» την Ελλάδα και την εκθέτουν σοβαρά στη διεθνή κοινότητα. Μιας εικόνας διακυβέρνησης υπό τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, λες και εκτελεί έργο κατ’ ανάθεση εξυπηρέτησης συγκεκριμένων συμφερόντων, που βιάζεται να επιτελέσει (με μεγάλο κόστος για τη χώρα και όλους εμάς) από φόβο «…μην πέσει εξ ιδίων και δεν προλάβει»!

Γιατί αυτή είναι η εικόνα διάλυσης και πολιτικής εξαγοράς της σημερινής κυβέρνησης, και όχι η εικόνα μιας συντεταγμένης πολιτικής, με την οποία ως πολίτης θα μπορούσες να διαφωνείς ή να αποστασιοποιείσαι.

Εικόνα μιας διακυβέρνησης αγόμενης και φερόμενης από συμφέροντα ιδιωτών με γνωστό ονοματεπώνυμο σήμερα. Στην οικονομία, τους δημοκρατικούς θεσμούς, τις επιθέσεις κρατικών οργάνων κατά πολιτών αλά Ινδαρέ, την εξωτερική πολιτική, τους φράχτες κατά των προσφύγων, την μορφωτική θρησκοληψία των υποχρεωτικών εκκλησιασμών και των ακραία συντηρητικών και στη βάση τους βαθύτατα ρατσιστικών κηρυγμάτων κατά της ομοφυλοφιλίας, την δημόσια υγεία, την μέριμνα στέγασης των αδυνάμων προστατεύοντας την 1η κατοικία, τα πνευματικά δικαιώματα των δημιουργών μας, ακόμη  και το ποδόσφαιρο, και τόσα άλλα που όλοι γνωρίζουμε. Τελευταία, και με την προπαγάνδα εξαπάτησης ότι δήθεν κάποιοι υποκινούν την κατανοητή έκρηξη των Ελλήνων στα ακριτικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου και όχι η ίδια η πραγματικότητα, απόρροια της ολοφάνερης κυβερνητικής ανεπάρκειας.

Δηλαδή, μια εικόνα, που μόνο στους «βελοπουλαίους» συνοδοιπόρους του κ. Μητσοτάκη τελικά απευθύνεται, αφήνοντας το κύριο σώμα των δημοκρατών συντηρητικών ψηφοφόρων με την πίκρα στα χείλη μιας τόσο ραγδαίας αποσυντιθέμενης πολιτικής βάσης, επί της οποίας δομήθηκε η υπερψήφιση του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη. Εκλογική επιλογή τον περασμένο μόλις Ιούλιο, μόλις, που σήμερα μοιάζει με ασυγχώρητη «κουτουράδα» αποτιμώντας την λίαν αρνητικά στο εξατομικευμένο επίπεδο του ψηφοφόρου, λεηλατώντας ταχύτατα την αξιοπιστία του πρωθυπουργού προσωπικά. 

Δεν έχει καμιά αξία να υπενθυμίσω εδώ ότι ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης είχε δώσει σαφή δείγματα γραφής του πολιτικού «ποιόντος» του όταν ήταν αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η παγκοσμίας εμβέλειας (και ως προς τις συνέπειές της για τη χώρα) ψευδολογία του ότι δήθεν η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είχε ανταλλάξει το όνομα «Μακεδονία» με τη μη περικοπή των συντάξεων, όσο κι αν αποσιωπούν την αήθεια τα μίντια του συστήματος που τον έφερε και τον στηρίζει με το αζημίωτο, δεν παραγράφεται και λερώνει πλέον εσαεί την ταυτοτική πολιτική αναφορά του. Η υποκίνηση από το κόμμα του βαρβαροτήτων κατά μελών του ελληνικού κοινοβουλίου, που υποστήριξαν τη συμφωνία των Πρεσπών, με ρίψη βομβών μολότοφ κατά των σπιτιών τους και με τα παιδιά τους να είναι μέσα στο σπίτι εκείνη την ώρα, ορίζει απαράγραπτα το δημοκρατικό ήθος του.

Αυτά -και πολλά άλλα- από τα έργα και τις ημέρες του ως αντιπολίτευση είναι  γνωστά! Ούτε παραγράφονται, ούτε παραβλέπονται, ακόμη και από πολίτες που τον ψήφισαν στις πρόσφατες εκλογές!

Σημασία, όμως, σήμερα έχει να προχωρήσει η Ελλάδα και οι πολίτες της. Να ανακόψει αυτήν την άτυπη εκτροπή που συντελείται από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη. Να διεκδικήσει επιτέλους στα σοβαρά την υπέρβαση της κρίσης που κατέστρεψε την οικονομία της χώρας, αφήνοντάς τη βορά στα χέρια ιδεοληπτικών συντηρητικών οικονομικών πολιτικών, του ιδιότυπου σοϊμπλικού νεοφιλελευθερισμού, που οδηγεί σήμερα και την ίδια τη Γερμανία σε αντιπληθωριστικό υφεσιακό γύρο.

Για να γίνει αυτό, για να επιστρέψει δηλαδή η Ελλάδα σε τροχιά υπέρβασης της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, που βίωσε ως το 2018, είναι αναγκαίο να καταπέσει το μειωτικό για την ποιότητα της δημοκρατίας μας σχέδιο Μητσοτάκη (όπως έκανε και ο Αντώνης Σαμαράς, προκάτοχος του σημερινού πρωθυπουργού στην ηγεσία του κόμματός τους) για διπλές εκλογές. Κι αυτό πρέπει να γίνει όχι μόνο για να ευνοηθεί η ενότητα των φορέων του κομματικού συστήματος στον αντίποδα του παρατεταμένου νεο-μητσοτακικού διχασμού (ήδη ο Κυριάκος Μητσοτάκης τολμά να διακηρύσσει ανοιχτά την αήθεια ότι δεν θα συνεργαστεί με κανέναν, ακυρώνοντας προκαταβολικά κάθε ενδεχόμενο ευρύτερων πολιτικών συναινέσεων στα μείζονα), αλλά και για ανακοπεί μια καταστροφικότατη διακυβέρνηση.

Πως θα ακυρωθεί το σχέδιο Κυριάκου Μητσοτάκη για διπλές εκλογές; Θα ακυρωθεί αν η Ν.Δ. ηττηθεί στην πρώτη κάλπη των πρόωρων εκλογών και απολέσει την πρωτοβουλία των πολιτικών κινήσεων. Πράγμα δύσκολο, διότι καμιά κυβέρνηση μετά από λίγους μήνες διακυβέρνησης, ακόμη κι αν τα πηγαίνει τόσο άσχημα όσο τα πηγαίνει η  σημερινή κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, δεν είναι πιθανό να αποδομηθεί στην αναγκαία έκταση. Οι πολίτες χρειάζονται περισσότερο χρόνο για την εσωτερική υπόθεση αναγνώρισης του εκλογικού σφάλματός τους.

Ακόμη, όμως, κι αν κερδίσει τις πρώτες απ’ αυτές τις πρόωρες διπλές εκλογές ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, θα ηττηθεί, αν η πλειοψηφία των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων της χώρας, συνεννοηθεί και καταφέρει τον μεγάλο σκοπό: τη συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων και την αντικατάσταση της σημερινής θλιβερής διακυβέρνησης από μια συμμαχία δυνάμεων που κοιτούν προς το μέλλον και όχι πίσω.

Υπάρχει άραγε κανένας από τους πολίτες που ψήφισαν αντιδεξιά, σ’ όλο το εκλογικό φάσμα, που διαφωνεί με τον σκοπό να ανακοπεί η διακυβέρνηση των «κόλπων» του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη; Η προσέγγιση όλων των δυνάμεων αυτού του πολιτικού προσανατολισμού αθροίζει την πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών στις τάξεις ενός υπαρκτού κινήματος ριζοσπαστικοποίησης που επιζητεί πραγματικές απαντήσεις σε πραγματικά προβλήματα.

Όπως και όσο πραγματική ήταν η συμφωνία των  Πρεσπών. Όπως και όσο πραγματική ήταν η έξοδος από τα μνημόνια μετά από 8 χρόνια. Όπως και όσο πραγματική ήταν η δειλή αλλά υπαρκτή και παράγουσα κοινωνικό αποτέλεσμα υποστήριξη των αδυνάμων. Της κοινωνικής ομάδας, δηλαδή, η  οποία στα χρόνια των μνημονίων όχι μόνο ήταν εκείνη που κατέβαλε το μεγάλο μέρος από το βαρύ κόστος του άγονου μνημονιακού σκοπού, αλλά και στις τάξεις της προστέθηκαν ευρείες ομάδες μικρομεσαίων για να βγαίνει ο παράλογος (πολιτικά και τεχνικά, για τις οικονομικές επιστήμες) λογαριασμός εισοδηματικής καταστροφής των πολιτών τούτης της χώρας.

Μια δημοκρατική κυβέρνηση, σήμερα, εδώ και τώρα, που θα αλλάξει τη σημερινή τραγωδία του νεο-μητσοτακισμού και θα προσδώσει δυναμική σε μια ουσιαστική αναθεώρηση του μαύρης φάρσας που ζούμε σήμερα, είναι η μεγάλη ευκαιρία. Η ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί!

Στο κάτω-κάτω, για πρώτη φορά οι πολίτες δεν έχουν να επιλέξουν παγιδευμένοι στα ουρανομήκη ψεύδη της νεο-μητσοτακικής αντιπολίτευσης 2015-2019, αλλά ανάμεσα στο γυμνό ερώτημα αν τους αρέσει η σημερινή κατάσταση της χώρας ή αν θέλουν να την αλλάξουν. Κι όσοι δεν θέλουν «να χαλάσουν τις καρδιές τους» με τη σημερινή κυβέρνηση την ώρα που -σε δύο μήνες από σήμερα- θα τους παίρνουν τα σπίτια, έχουν την ευκαιρία να την επιβραβεύσουν. Όλοι οι υπόλοιποι γνωρίζουν τί πρέπει να πράξουν. Και θα το πράξουν! 

 

 

 

1 Φεβ. 2020

H Ελλάδα και η προσφυγή

σε διεθνές δικαστήριο

για την ΑΟΖ

Και ξαφνικά η Χάγη έγινε πανάκεια για τα ελληνοτουρκικά! Η πρόταση για προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο για τη ρύθμιση των διαφορών με την Τουρκία κερδίζει εσχάτως έδαφος παρ’ ημίν, σε συνέχεια των αλλεπάλληλων παραβιάσεων δικαιωμάτων κυριαρχίας της χώρας μας στη θάλασσα, στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο.

Το θέμα δεν τίθεται για πρώτη φορά στην ατζέντα. Η δήλωση της Ελλάδας ότι θα αποδεχόταν προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης κατόπιν σύνταξης συνυποσχετικού με την Τουρκία, υπογραμμίστηκε από τον Ανδρέα Παπανδρέου, αμέσως μετά από προστριβές τότε με τη γειτονική χώρα για τα κυριαρχικά δικαιώματα στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου.

Εκείνη η ελληνική δήλωση, πριν από δεκαετίες, διαφοροποιείται κατά κόρον από τη σημερινή συζήτηση περί προσφυγής στη Χάγη, σε τρία βασικότατα σημεία:

1. Το συνυποσχετικό: Τότε είχε τεθεί αυστηρά και απολύτως συγκεκριμένα ο όρος της υπογραφής συνυποσχετικού με την Τουρκία, για την αναγνώριση της δικαιοδοσίας του διεθνούς δικαστηρίου. Μ’ άλλα λόγια δήλωση και των δύο προσφευγόντων μερών ότι αποδέχονται προκαταβολικά οποιαδήποτε κρίση του δικαστηρίου και δεσμεύονται να την εφαρμόσουν. Σήμερα, το συνυποσχετικό από μεριάς δημόσιων  δηλώσεων Ελλήνων πολιτικών παραγόντων είτε παρασιωπάται, είτε παραβλέπεται ως όρος για την προσφυγή. Και επειδή η πρόσφατη κυπριακή πρωτοβουλία μονομερούς προσφυγής κατά των παράνομων τουρκικών γεωτρήσεων εντός της κυπριακής ΑΟΖ δεν έχει δοκιμαστεί ως προς τα αποτελέσματά της ως τώρα (είναι ελάχιστος άλλωστε ο χρόνος που έχει παρέλθει) δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι με τον ίδιο τρόπο η Ελλάδα θα μπορούσε να παρακάμψει ένα συνυποσχετικό. Όμως, αυτό είναι ανυπέρβλητο εμπόδιο για να ασχοληθεί το διεθνές δικαστήριο με την υπόθεση. Το συνυποσχετικό είναι μια ρήτρα διαφύλαξης του κύρους του διεθνούς δικαστηρίου και των αποφάσεών του. Και άνευ αυτής το δικαστήριο αποφεύγει να ασχοληθεί με διεθνείς διαφορές, διμερείς ή πολυμερείς. 

(σ.σ.: Για την ολοκλήρωση της εικόνας να υπενθυμίσω ότι η Κύπρος προσέφυγε  μονομερώς και χωρίς συνυποσχετικό, με το «κόλπο» της αποστολής ρηματικής διακοίνωσης στην Τουρκία ορίζοντας προθεσμία για την απάντηση, η οποία επειδή φυσικά παρήλθε άγονη -σιγά η Τουρκία μην «τσίμπαγε»- η Λευκωσία διατείνεται ότι συντρέχουν οι όροι να ασχοληθεί το διεθνές δικαστήριο. Αλλ’ αυτό είναι μάλλον απίθανο και στην καλύτερη περίπτωση αυτό που θα έκανε η Χάγη θα ήταν να προσκαλέσει τα δύο μέρη (Κύπρο και Τουρκία) για να διαγνώσει τις προθέσεις τους. Επειδή δε η Τουρκία απολύτως σαφές είναι ότι δεν επιθυμεί ανάμιξη της Χάγης στην ΑΟΖ της Κύπρου, λόγω του ότι το ισχύον διεθνές δίκαιο δεν επιτρέπει καμιά παρερμηνεία των κυπριακών δικαιωμάτων, όλη η κίνηση θα σταματούσε εκεί. Άλλωστε, με δεδομένο ακριβώς το απολύτως σαφές πλαίσιο του διεθνούς δικαίου επί των δικαιωμάτων νησιωτικού κράτους στην ΑΟΖ, η Κύπρος δεν προσέφυγε μονομερώς με το «κόλπο» αυτό στο διεθνές δικαστήριο με προσδοκία να δικαιωθεί από την κρίση του -που είναι εξ αρχής θετικά δεδομένη- αλλά να υπογραμμίσει στη διεθνή κοινότητα τον εξόφθαλμα παράνομο χαρακτήρα των τουρκικών γεωτρήσεων).

Στην περίπτωση των τουρκικών διεκδικήσεων, όμως, κατά της ελληνικής ΑΟΖ, ούτε τόσο σαφή όσο στην περίπτωση της Κύπρου είναι τα ελληνικά δικαιώματα στην ΑΟΖ της ανατολικής Μεσογείου, ούτε τόσο «στεγανοποιημένη» ως προς τις διεθνείς συνέπειές είναι η ελληνοτουρκική αυτή διαφορά, όσο είναι η κυπρο-τουρκική διαφορά για την ΑΟΖ. Γι’ αυτό και εδώ ένα συνυποσχετικό Ελλάδας-Τουρκίας όχι μόνο θα πρέπει να θεωρείται απολύτως αναγκαίο για να εκδώσει απόφαση το διεθνές δικαστήριο, αλλά και το υπό κρίση θέμα δεν θα είχε τόσο προδιαγεγραμμένη θετική κατάληξη για την Ελλάδα, όσο θα είχε για την ΑΟΖ της Κύπρου. Γι’ αυτό και η Αθήνα θα πρέπει να είναι διπλά προσεκτική!                   

Θα ήταν πρόσφορο η Ελλάδα να επικαλείται πρόθεσή της για προσφυγή στη Χάγη σχετικά με την ΑΟΖ της στην ανατολική μεσόγειο, μόνο και μόνο για να υπογραμμίσει στη διεθνή κοινότητα τον προφανώς παράνομο χαρακτήρα των τουρκικών διεκδικήσεων; Όχι! Διότι, όπως ήδη ανέφερα, δεν είναι απολύτως προφανές ότι οι Τούρκοι παρανομούν (όπως συμβαίνει με την κυπριακή ΑΟΖ). Μάλιστα, υπάρχουν αποφάσεις διεθνών  δικαιοδοτικών οργάνων (κατόπιν συνυποσχετικού των χωρών που προσέφυγαν για τη ρύθμιση των διαφορών τους, άρα οι αποφάσεις αυτές συνιστούν κατά κάποιο τρόπο διεθνές «δεδικασμένο»), οι οποίες δεν ευνοούν την ελληνική θέση ότι το Καστελόριζο έχει ΑΟΖ ακριβώς όπως προβλέπουν οι γενικοί κανόνες του διεθνούς δικαίου και δεν θα έπρεπε να υπάρξει ad hoc ρύθμιση, λαμβανομένων υπόψη άλλων στοιχείων όπως η επήρεια εγγύτητας σε ακτογραμμή άλλης χώρας (της Τουρκίας), το μήκος της ακτογραμμής ή τα δικαιώματα στη θάλασσα συντριπτικά υπέρτερων  πληθυσμιακά "εσωτερικών" Τούρκων κατοίκων. (Στο τελευταίο αυτό στοιχείο εδράζεται και η μάλλον ηττοπαθής στάση μερίδας του πολιτικού προσωπικού της Ελλάδας, σύμφωνα με την οποία αν η Ελλάδα προσέφευγε στο διεθνές δικαστήριο για την ΑΟΖ του Καστελόριζου θα ηττάτο και θα αναγνωρίζονταν κυριαρχικά δικαιώματα επί της ΑΟΖ στην περιοχή και για την Τουρκία).

Θεωρώ την άποψη αυτή ηττοπαθή, διότι -κατά την εκτίμησή μου- η Ελλάδα διαθέτει ισχυρότατα επιχειρήματα που θα μπορούσαν κάμψουν το διεθνές «δεδικασμένο», όπως για παράδειγμα ο νησιωτικός χαρακτήρας ως αναπόσπαστο χαρακτηριστικό των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στη θάλασσα, στοιχείο που -μεταξύ άλλων- δεν ελήφθη υπόψη στις αποφάσεις του διεθνούς δικαστηρίου που δεν εξυπηρετούν τα ελληνικά συμφέροντα. (Αλλ’ αυτό είναι μια άλλη συζήτηση που θα κάνουμε  κάποια άλλη φορά…)

2. Το εύρος δικαιοδοτικής αρμοδιότητας που θα παραχωρείτο από την Ελλάδα στο διεθνές δικαστήριο: Θα ήταν επί του συνόλου των τουρκικών διεκδικήσεων κατά της Ελλάδας, στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, ή θα περιοριζόταν αυστηρά στο θέμα της ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο;

Εδώ υπάρχει ένα ανυπέρβλητο πρόβλημα: Θα δεχόταν η Ελλάδα (και πολύ περισσότερο θα ήταν η ίδια επισπεύδουσα πλευρά) προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να έχει ασκήσει στο σύνολό τους τα κυριαρχικά δικαιώματά της στη θάλασσα και τον αέρα, που δεν επιδέχονται καμιά αμφισβήτηση από το ισχύον διεθνές δίκαιο; Αν ναι, αυτό θα σήμαινε ότι θα έμενε οιονεί ανοιχτή η δικαιοδοτική αρμοδιότητα του διεθνούς δικαστηρίου για ad hoc ρυθμίσεις (που φυσικά θα έπλητταν τα ελληνικά συμφέροντα) στα χωρικά μας ύδατα και το εθνικό εναέριο χώρο –πράγμα αδιανόητο. (Κάτι ανάλογο έκανε ο Κώστας Σημίτης στη Μαδρίτη, με την αναγνώριση των περίφημων «ζωτικών συμφερόντων» που διατηρεί η Τουρκία στο Αιγαίο, που τα αναγνώρισε χωρίς προηγουμένως να έχουν ασκηθεί πλήρως τα αναγνωρισμένα από το διεθνές δίκαιο και χωρίς καμιά αμφισβήτηση -πλην της τουρκικής- αδιαπραγμάτευτα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα). Αν όχι, πρώτα θα έπρεπε η Ελλάδα να ανακηρύξει τα χωρικά μας ύδατα και τον εθνικό εναέριο χώρο στα 12 μίλια. Είναι έτοιμη να το κάνει -αν και το δικαιούται απολύτως- η Ελλάδα; Νομίζω όχι!

Τί απομένει; Απομένει μια συζήτηση χάριν εντυπώσεων (για το προφίλ πολιτικών προσώπων) και όχι ουσίας! Και η Ελλάδα στην ελληνοτουρκική διένεξη για τα κυριαρχικά της δικαιώματα στη θάλασσα δεν έχει ανάγκη από εντυπώσεις αλλά από ουσία.

3. Τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων: Όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου μίλαγε για προσφυγή στη Χάγη αποκλειστικά για την υφαλοκρηπίδα των νησιών μας, ο κόσμος βρισκόταν  υπό την πίεση των σφαιρών επιρροής του Ψυχρού Πολέμου. Με την Τουρκία, ως το μαλακό υπογάστριο της μητρόπολης του ανατολικού συνασπισμού, την τότε Ε.Σ.Σ.Δ., να έχει τότε πολλαπλάσια και αναντικατάστατη γεωστρατηγική βαρύτητα για τη δύση, απ’ αυτή που έχει σήμερα, αντιληπτή σήμερα ξανά από τη δύση περισσότερο ως αναγκαστικό συμμαχικό «βάρος» (κυρίως λόγω προσφυγικού στην Ευρώπη και διαμάχης εξοπλισμών ΗΠΑ-Ρωσίας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ). Και την ίδια ώρα η Τουρκία ολοένα και περισσότερο εμπεδώνεται ευρύτερα ως εικόνα χώρας ασιατικών γεωπολιτικών, δημοκρατικών και πολιτισμικών προδιαγραφών, που απομακρύνεται από το δυτικό μοντέλο.

Αυτά τα στοιχεία αναβαθμίζουν αντικειμενικά τον ελληνικό ρόλο στην περιοχή και δίνουν στη χώρα μας μια ευκαιρία διεκδίκησης αυξημένου λόγου στα Βαλκάνια, την ευρωπαϊκή διαμεσολάβηση προς τον αραβικό παράγοντα (ιδίως για τις αραβικές χώρες που αποστασιοποιούνται από τον ισλαμικό φονταμενταλισμό και στρέφονται αργά αλλά σταθερά προς ένα νέο αραβικό αυτοπροσδιορισμό του 21ου αιώνα) και την ανατολική Μεσόγειο.

Γι’ αυτό και αν είναι να δοθεί από την Ελλάδα μια μάχη στο διεθνές δικαστήριο θα δοθεί από πολύ καλύτερους όρους, από εκείνους θα δινόταν τη δεκαετία του 1980. 

Εν κατακλείδι, επειδή συγκαταλέγομαι σ’ εκείνους που έχουν υποστηρίξει την προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο, στο πλαίσιο του πλεονεκτήματος που έχει σήμερα η Ελλάδα -και λόγω υδρογονανθράκων και αγωγών- στους διεθνείς συσχετισμούς δυνάμεων, οφείλω να διευκρινίσω:

α. «Ναι» στην προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο, στο πλαίσιο ενός αρθρωμένου σχεδιασμού αναβάθμισης της ελληνικής αυτοπεποίθησης στο παγκόσμιο σκηνικό που μεταβάλλεται. «Όχι» στην προσφυγή, αν είναι μέρος μιας λογικής «να ξεμπερδεύουμε» με τις ελληνο-τουρκικές διαφορές, ακόμη κι αν το κόστος θα ήταν απώλειες κυριαρχίας για την Ελλάδα σε οποιοδήποτε πεδίο.

β. «Ναι» στην προσφυγή, αν προηγουμένως έχουν ασκηθεί πλήρως τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στα νησιά μας στο Αιγαίο και το Καστελόριζο, με επέκταση των χωρικών υδάτων και του εναέριου χώρου μας στα 12 μίλια. «Όχι» στην προσφυγή, αν είναι να τεθούν υπό αμφισβήτηση ελληνικά κυριαρχικά κεκτημένα στο Αιγαίο.

γ. «Ναι» στην προσφυγή, αν πρόκειται να αφορά στην υφαλοκρηπίδα των νησιών και την ΑΟΖ, ειδικά του Καστελόριζου, και μόνον του Καστελόριζου. «Όχι» στην προσφυγή, αν είναι να τεθούν υπό αμφισβήτηση δεδομένα δικαιώματα μας στο Αιγαίο και ιδιαίτερα στα Δωδεκάνησα.

δ. «Ναι» στην προσφυγή, αν πρόκειται η Ελλάδα να υπερασπιστεί ενώπιον διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου τη νησιωτική φύση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της στη θάλασσα. «Όχι» στην προσφυγή, αν είναι προϊόν προσχώρησης στην ηττοπαθή άποψη ότι υπάρχει διεθνές «δεδικασμένο» κατά του πλήρους δικαιώματος του Καστελόριζου επί της ΑΟΖ (ενώ αυτό το διεθνές «δεδικασμένο» είναι μαχητό).

ε. «Ναι» στην προσφυγή, αν πρόκειται να συμβάλλει στη σταθερότητα στην περιοχή και στη διατήρηση της Ελλάδας μακριά από την αποσταθεροποιημένη ζώνη στη μέση Ανατολή. «Όχι» στην προσφυγή, αν είναι να καταστήσει την Ελλάδα διάδικο μέρος της αποσταθεροποιημένης ζώνης όπως διακαώς θα επιθυμούσε η Τουρκία.

Σε κάθε περίπτωση, πάντως, δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι η γειτονική χώρα δύσκολα θα προσχωρούσε σε ανάθεση υπό διεθνή δικαιοδοτική κρίση των διεκδικήσεών της στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, αφού ομολογημένα δεν στοχεύει σε διευθέτηση υπαρκτών διαφορών μαζί μας, αλλά σε πλήρη αναθεώρηση προς όφελός της όλων των διεθνών συνθηκών και συμβάσεων, που καθορίζουν τα όρια του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Γι’ αυτό και αυτή η συζήτηση εικάζω πως εν πολλοίς έχει περισσότερο συμβολικό και λιγότερο πρακτικό χαρακτήρα. 

__________________________________ 

(Υγ.: Όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να διαβάσουν και μια παλιότερη ανάλυσή μου εδώ: http://www.molyvi.com/424087502/6851490/posting/%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CF%86%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%83%CE%B5%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%BF-%CE%BC%CE%B5-%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%B3%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82-%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%82)

 

 

 

27 Ιαν. 2020

Το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ,

η αριστερά και η συνέπεια

Το πάθος για πολιτική αποτελεσματικότητα στην αριστερά γεννά τις διασπάσεις! Αυτό τουλάχιστον αναδύεται από την ιστορία των προοδευτικών κινημάτων εδώ και περίπου δύο αιώνες. Από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο ως τις μέρες μας η προσπάθεια να ανατραπούν πολιτικές επιλογές που βίαζαν (και το ίδιο κάνουν και σήμερα με άλλα μέσα) τις ελευθερίες του πολίτη και επέβαλαν εισοδηματική και πολιτισμική καταπίεση των ασθενέστερων μέχρις εξαθλίωσης, ήταν έκτοτε το ζητούμενο της με οποιοδήποτε πρόσωπο αριστεράς. Και η απόδοση των αγώνων για την επίτευξη του στόχου, παρά τα μεγάλα βήματα που έχουν γίνει, υπήρξε μικρή κι όλα μοιάζουν σαν να ξεκινούν και στις μέρες μας πάλι απ’ την αρχή.

Μεγάλο μέρος της ευθύνης γι’ αυτή τη διαπιστωμένη πολιτική αναποτελεσματικότητα αποδίδεται στις διασπάσεις. Και αναμφίβολα η επιζήτηση συνεκτικών ιδεολογικών και πρακτικά πολιτικών λύσεων για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος θα συμβάλλει καίρια στη μεγαλύτερη συμβολή των προοδευτικών παρατάξεων στη διεύθυνση των υποθέσεων των  οργανωμένων κοινωνικών σχηματισμών στην τρέχουσα εκατονταετία.     

Η παραπάνω εικόνα ιδωμένη από τον φακό του συνεδρίου κομματικής ανασυγκρότησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επιβεβαιώνεται απολύτως ως παραδοσιακό φαινόμενο της αριστεράς. Η διαμάχη που δρομολογήθηκε από τη δημοσιοποίηση ενός κειμένου των 53+ του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μπορεί  εκ των υστέρων να επιχειρείται (από τους ίδιους τους 53+) να αποδοθεί σε τεχνητή πρόκλησή της από κακόπιστες δημοσιογραφικές παρεμβάσεις, στην πραγματικότητα, όμως, όλοι κατανοούν ότι η διαμάχη δεν είναι προϊόν σκόπιμης παραφθοράς απόψεων μιας ομάδας στο πλαίσιο ενός δημοκρατικού προσυνεδριακού διαλόγου αλλά αποτέλεσμα υπαρκτών διαφορετικών αντιλήψεων. Αντιλήψεων (ιδεολογικών, πρωτίστως, αλλά και φραξιονιστικού τύπου ομαδοποίησης στην εκφορά τους), για τον πολιτικό ρόλο του κόμματος και την ίδια την προσπάθεια ανασυγκρότησής του, ώστε το αίτημα νέου γύρου διακυβέρνησης να ενδυναμωθεί πολιτικά και το παράλληλο ζητούμενο για ένα νέο κόμμα της αριστεράς του 21ου αιώνα να αντανακλά εναργέστερα τη σχέση με τις κοινωνικές δυνάμεις που επιχειρεί να εκπροσωπήσει. 

Είναι επίσης αναμφίβολο ότι οι 53+ δεν είναι οι μόνοι που έχουν παράγει τη διαμάχη. Σχεδόν ταυτόχρονα με την εμπέδωση της εικόνας μιας εσωκομματικής ομάδας (που δεν συνέχεται μόνον από τον ιδεολογικό συντονισμό πληθώρας αυτόνομα διαμορφωμένων πολιτικών ιδεών  αλλά και από τη διεκδίκηση μερίσματος εξουσίας στις εξελίξεις, εσωκομματικές και ευρύτερες), εμφανίστηκε το φαινόμενο των «στελεχών-‘σώγαμπρων». Δηλαδή προσώπων κυρίως προερχόμενων από το ρευστοποιούμενο πρώην ΠΑ.ΣΟ.Κ. με κάποιο δημόσιο ρόλο κατ’ απονομή (και όχι ως πρόσωπα της «από τα κάτω» γενιάς στελεχών του Κινήματος της περιόδου από τον αντιδικτατορικό αγώνα ως το 1989), τα οποία με αήθεις αναφορές διεκδίκησαν αυξημένο λόγο στην παρούσα διαδικασία ανασυγκρότησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., διασπαθίζοντας σε φθηνές προσωπικές πολιτικές επενδύσεις το κεφάλαιο εμπιστοσύνης που τους δώρισε ο Αλέξης Τσίπρας.

Εξ ίσου άσκοπη και «θρασεία» ήταν η παρέμβαση του δημοσιογράφου που κατηγορούν οι 53+ για παραφθορά του περιεχομένου του «προσυνεδριακού» κειμένου τους. Αν και προσεκτικότερη ανάγνωση του κειμένου του δημοσιογράφου που δημοσιεύτηκε στο δικό του site άγει στη διαπίστωση ότι πρόκειται για εκτιμήσεις ωθούμενες από την αλαζονική γραφίδα έμπειρου αναλυτή (με τις δουλείες αυτοεπιβεβαίωσης που ανιχνεύονται σε τέτοιες περιπτώσεις) και δεν πρόκειται για παρέμβαση σκοπιμότητας οργανωμένης εσωκομματικής ομάδας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αντίπαλης των 53+, πράγματι οι κασσανδρικές προβλέψεις και νουθεσίες του αρθρογράφου -σχεδόν υπό τον τύπο επίσεισης μιας απειλής αυτοκαταστροφής- προσβάλλουν την πολιτική παράδοση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Παράδοση, που αρέσει δεν αρέσει είναι ο πυρήνας του κόμματος του οποίου σήμερα επιζητείται η ανασυγκρότησή του.

Απ’ αυτή τη ματιά οι 53+ όχι μόνο δικαιούνται αλλά και οφείλουν στον εαυτό τους αυτή την έντονη αντίδραση, που απορρέει από το επίμαχο κείμενό τους. Κάτι περισσότερο: Στη διαδικασία ανασυγκρότησης τυχόν υποτίμηση του πολιτικού δυναμισμού που ξεπήδησε από τον πολιτικά περιθωριακό ΣΥ.ΡΙΖ.Α του 5%, του οποίου προϊόν ήταν η διακυβέρνηση 2015-2019 με κορυφαία σημεία τη συμφωνία των Πρεσπών και τη μνημονιακή απεμπλοκή, θα αφαιρούσε προοπτική για προοδευτικές επιτυχίες μελλοντικά.

Εκείνο που δεν δικαιούνται οι 53+ είναι οππορτουνίστικα να τσουβλιάζουν όλους τους συμπαρατασσόμενους -και ανεξαρτήτως προέλευσης- στην προσπάθεια για ένα νέο αριστερό κόμμα του 21ου αιώνα, με τις αήθειες και τους υπαρκτούς προσωπικούς τυχοδιωκτισμούς που είναι αναπόφευκτοι σε μια τόσο μαζικοποιημένη πολιτική διαδικασία. Περιπτώσεις, που όλοι όσοι συμμετέχουμε στο εγχείρημα γνωρίζουμε καλά ότι και περιθωριακές είναι και πολιτικά αδύναμες να ανακόψουν την δυναμική πορεία προς ένα νέο κόμμα της αριστεράς του 21ου αιώνα, που με την κυβέρνηση του νεο-μητσοτακισμού μετεξελίσσεται όχι και τόσο αργά όσο φαίνεται σε παλλαϊκό αίτημα για την επόμενη φάση.

Επίσης, εκείνο που δεν δικαιούνται οι 53+ είναι -πάλι οππορτουνίστικα- να κρύβουν πίσω από την δίκαιη αντιπαράθεση στις αήθειες που προανέφερα, τον ιδεολογικό και οργανωτικό πυρήνα των αντιλήψεών τους για τον εκσυγχρονισμό του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., που αντίκειται στις ειλημμένες νομίμως αποφάσεις για το συνέδριο, την ισοτιμία λόγου και πολιτικού παρεμβατισμού των συμπαρατασσομένων με τον λόγο των από παλιότερα κομματικών μελών και τον ανοιχτό χαρακτήρα ιδεολογικού εμπλουτισμού που τίθεται ως στόχος στο πλαίσιό του.

Τέλος, εκείνο που δεν δικαιούνται οι 53+ είναι να θέτουν σχηματικά ως προσχηματικό αντίπαλό τους εν όψει συνεδριακού διαλόγου την οικτρά μειοψηφία των διαφθορέων διαχείρισης της εμπιστοσύνης  που τους δώρισε ο Αλέξης Τσίπρας, ενώ στόχος τους είναι η επιδίωξη αποδόμησης της διευρυντικής άποψης για το μέλλον του κόμματος, που εκπροσωπεί ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας. Κι αυτό το τελευταίο είναι ο ορισμός του οππορτουνισμού! Δεν είναι νοητό για πολιτικές απόψεις που ενδύονται (και είναι, δεν αμφιβάλλω) στάση αριστερής συνέπειας, από τη μία να δηλώνουν ότι συμφωνούν με την ειλημμένη απόφαση ισοτιμίας των συμπρατατασσομένων στην πορεία προς το συνέδριο διεύρυνσης και από την άλλη οι απόψεις που διατείνονται πως εκθέτουν στο πλαίσιο ενός αναφαίρετου δημοκρατικού δικαιώματος διακίνησης θέσεων να θέτουν εν αμφιβόλω την ισοτιμία των συμπρατασσομένων στον κοινό σκοπό «διά του συνεδρίου».   

Παραθέτω κάποια επίμαχα σημεία του μακροσκελέστατου κειμένου των 53+:

1. «Καθόλου δεν υποτιμούμε τη δυναμική που δημιουργήθηκε με τη δημιουργία της Προοδευτικής Συμμαχίας, χωρίς μάλιστα αυτό να θίξει την πολιτική μας φυσιογνωμία. Αποκτήσαμε χρήσιμους συνομιλητές με διαφορετικά πολιτικά βιώματα από τα δικά μας που μας βοήθησαν όχι μόνο στο επίπεδο των πολιτικών συμβολισμών -αφού για μια μεγάλη περίοδο το πολιτικό σύστημα καλλιεργούσε την άποψη ότι είμαστε μόνοι και απομονωμένοι- αλλά και στην παραγωγή πολιτικού έργου. Με αυτή την έννοια είναι απόλυτα σεβαστή η βούληση όσων ενδιαφέρονται να συμμετέχουν ισότιμα στο κοινό πολιτικό μας εγχείρημα, όπως είναι απόλυτα σεβαστό το δικαίωμα όσων επιθυμούν να διατηρήσουν την ανεξάρτητη κομματική τους δομή, χωρίς βέβαια να επηρεάζεται η στενή σχέση συνεργασίας με τον ΣΥΡΙΖΑ».

Έτσι κι αλλιώς, είναι λάθος μια αντίληψη που λέει ότι η πολιτική των συμμαχιών εξαντλείται εντός των ορίων, εντός του πλαισίου του κόμματος. Η λογική ενός κόμματος χωρίς σαφές στίγμα έχει δείξει τα στενά όριά της. Αυτή η λάθος αντίληψη μεταλλάσσει ένα κόμμα της Αριστεράς σε ένα αλαζονικό και κλειστό πολιτικό υποκείμενο. Αντίθετα η πολιτική συμμαχιών προϋποθέτει συμμαχίες, δηλαδή πρωτοβουλίες με όμορους πολιτικούς χώρους για συνεργασίες. Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα μιας ευρύτερης αντινεοφιλελεύθερης συμμαχίας, που θα δώσει τους αγώνες που απαιτεί η περίοδος. Δεν είναι τυχαίο ότι η αντινεοφιλελεύθερη συμμαχία είναι ο κοινός τόπος των αναζητήσεων των προοδευτικών δυνάμεων σε πολλές περιοχές της Ευρώπης, όπως σήμερα στην Ισπανία με την κυβέρνηση Σοσιαλιστών και Αριστεράς».

Αντίλογος: Όχι, σύντροφοι των 53+! Οι συμπαρατασσόμενοι δεν ήρθαν για να θολώσουν το σαφές στίγμα του ανασυγκροτούμενου ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ούτε για να επέχουν θέση προσχήματος μετωπικού ανοίγματος, στα πρότυπα της γνωστής κουκουέδικης τακτικής σύμπηξης ενός «προοδευτικού μετώπου», υπό την ελεγχόμενη από τη συνεπή κομματική γραφειοκρατία του συμπαγούς σχηματισμού της μορφής των μαρξιστικών-λενινιστικών κομμάτων. Ήρθαν για να συμβάλλουν στο ξεπέρασμα ακριβώς της ιστορικά ξεπερασμένης αντίληψης του «κόμματος-πρωτοπορίας», που καθοδηγεί τις μάζες σε μια επαναστατική διαδικασία, ένοπλη ή όχι, μικρή σημασία έχει στις μέρες μας, η πρώτη έχει οριστικά εξοβελιστεί από τα πολιτικά μέσα της αριστεράς του 21ου αιώνα. Δεν θα συμμετέχουμε, ούτε το επιθυμούμε ούτε θα το υποστούμε, σε μια επί της πολιτικής ουσίας κλειστή συνεδριακή διαδικασία των αυτοπροσδιοριζόμενων ως «συνεπών αριστερών», διαδικασία η οποία αφού πρώτα καταλήξει στο τί θέλουν να κάνουν  και πώς θα το κάνουν, μετά θα μας φωνάξει να συμπαραταχτούμε. Θεωρούμε ότι οι συμπαρατασσόμενοι είναι αφετηριακά χρήσιμη δύναμη συμβολής στη συγκρότηση του νέου κόμματος της αριστεράς του 21ου αιώνα και όχι τακτικός σύμμαχός του. Και χωρίς αυτόν τον ρόλο κατοχυρωμένο και αμοιβαία εγγυημένο από όλες τις πλευρές και υπό διαρκή αμφισβήτησή της εσωκομματικής νομιμοποίησής του, πιστεύουμε πως αίρεται η θεμελιώδης πολιτική συνθήκη για την επιλογή συμπαράταξής μας.

ι αφήνω για ευθετότερες συνθήκες τον αντίλογο που απαιτείται να γίνει στο πλαίσιο του συνεδριακού διαλόγου, για τον ετεροπροσδιοριστικό τιθέμενο από τους 53+  πολιτικό στόχο περί «αντινεοφιλελεύθερης συμμαχίας», που θέτει και το περίγραμμα του «μετώπου» που οραματίζονται οι συγγραφείς του κειμένου. Εμείς οι συμπαρατασσόμενοι δεν προσήλθαμε για να εγκιβωτιστούμε σε μια πολιτική περιγραφής του αντιπάλου και του προς ανατροπή συστήματος, αλλά για να συμβάλλουμε σε μια θετική δική μας πρόταση εναλλακτικού χειρισμού της πολιτικής και των φορέων της εξ ονόματος της κοινωνίας, η οποία θα διαθέτει δική της πειστικότητα. Και η προώθηση της οποίας καθώς και η διακυβερνητική επαλήθευσή της θα ανατρέπει τοις πράγμασι ό,τι απορρίπτουμε. Δεν μας καλύπτει, επομένως, ως επαρκής για μας στόχευση κάποια «αντινεοφιλελεύθερη συμμαχία», αλλά μας κινητοποιεί η επιδίωξη άμεσης ενεργοποίησης της σοσιαλιστικής προοπτικής για τη χώρα και ευρύτερα, «εδώ και τώρα». Και όχι ως «αντικαπιταλιστική προοπτική και με στρατηγικό στόχο τον σοσιαλισμό», όπως αναφέρουν και περιγράφουν σε άλλο σημείο του κειμένου τους οι 53+.).    

2.  Γράφουν οι 53+: «Στη μετεκλογική συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ειπώθηκε ότι υπήρξε εντολή να αλλάξουμε. Ήταν μάλιστα και σύνθημα πίσω από το προεδρείο: «Αλλάζουμε, δυναμώνουμε, προχωράμε». Να αλλάξουμε, λοιπόν. Όταν όμως αλλάζεις πρέπει να πεις τι θέλεις να γίνεις.

Πράγματι, χρειάζεται να αλλάξουμε πολλά. Να βάλουμε φρένο σε φαινόμενα παραγοντισμού και προσωπικών στρατηγικών που μας πλήγωσαν. Να αλλάξουμε λογικές κλειστών γραφείων, έπαρσης, αλαζονείας. Να κλείσουμε την πόρτα στις κραυγές, σε μια δήθεν επιθετική πολιτική, που αναμφίβολα μας κόστισε και που ουδεμία σχέση έχει με την αναγκαία μαχητικότητα, αλλά και με την κουλτούρα της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής Αριστεράς. Να αλλάξουμε τον ηγετικό συγκεντρωτισμό και να ενισχύσουμε τη συλλογική λειτουργία, τις δημοκρατικές διαδικασίες, τον ρόλο των μελών. Να αλλάξουμε μια νοοτροπία που λέει ότι μόνοι μας μπορούμε, τις κλειστές συνεδριάσεις, τα φοβικά σύνδρομα. Και άλλα πολλά.

Αλλά σε αυτή την πορεία δεν τα αλλάζουμε όλα.

Δεν αλλάζουμε την κοινωνική και ταξική μας μεροληψία· την υπεράσπιση των εργασιακών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, τις αρχές, το αξιακό και ιδεολογικό μας πλαίσιο, τη φυσιογνωμία και την ταυτότητα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, την αντικαπιταλιστική προοπτική και τον στρατηγικό στόχο του σοσιαλισμού με ελευθερία και δημοκρατία, τη συμμετοχική διαδικασία, την αυτοπρόσωπη, ενσώματη συμμετοχή. Και φυσικά το όνομα μας: ΣΥΡΙΖΑ!».

Αντίλογος: Δεν κατανοώ από πού και από πότε προκύπτει ότι οι συμπαρατασσόμενοι ισοτίμως στη διαδικασία ανασυγκρότησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. διά του συνεδρίου του, επιζητούμε την εγκατάλειψη των εργασιακών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, των αρχών, του αξιακού και ιδεολογικού πλαισίου, της φυσιογνωμίας και την ταυτότητας της ριζοσπαστικής Αριστεράς! Διότι αυτό περιγράφεται εδώ ως η ρεφορμιστική απειλή που δήθεν κομίζουμε εμείς οι συμπαρατασσόμενοι! Κι έτσι, φυσικά, ενιαίο διευρυμένο κόμμα δε μπορεί να μακροημερεύσει, με τη μία πλευρά (τους 53+) να αποδίδει στην άλλη (εμάς του συμπρατασσόμενους) απόκλιση από τον πυρήνα του ιδεολογικού πλαισίου που είναι το ενοποιό μας στοιχείο (αλλιώς δεν θα είχαμε προσέλθει). Και ποιός ορίστηκε, από ποιόν και με ποια διαδικασία πολιτικής νομιμοποίησης ως αξιολογητής του ιδεολογικού φορτίου των συμπαρατασσομένων ως αντίθετου στη σοσιαλιστική επιδίωξη; Ποιός αποφαίνεται γι’ αυτά τόσο αλαζονικά και απαξιωτικά για τις προθέσεις άλλων; Αυτά είναι παλαιοκομμουνιστικές προσεγγίσεις, και γραφειοκρατικά κόλπα κομματικών μηχανισμών παλιάς αριστεράς, κι αν πρόκειται έτσι να γινόμαστε δεκτοί εμείς οι συμπρατασσόμενοι, απλά «δεν θα πάρουμε»…

3. Σε άλλο σημείο οι 53+ διερωτώνται ρητορικά: «Θα παραμείνει ο ΣΥΡΙΖΑ κόμμα της ριζοσπαστικής Αριστεράς ή θα μετασχηματιστεί σε μια θολή παράταξη του λεγόμενου προοδευτικού/δημοκρατικού χώρου; Θα διατηρήσει την ταυτότητά του, τα φυσιογνωμικά του χαρακτηριστικά ή ο «νέος» ΣΥΡΙΖΑ δεν χρειάζεται ταυτότητα, ούτε αξίες, ούτε ιδεολογία, κάτι σαν σούπερ-μάρκετ, που διαθέτει τα πάντα αλλά στην πραγματικότητα τα ασήμαντα, τα εφήμερα, της μόδας;»

Αντίλογος: Δηλαδή εμείς οι συμπαρατασσόμενοι, είμαστε κάτι σαν φονείς των αξιών και της ιδεολογίας της ριζοσπαστικής αριστεράς και προαγωγοί των ασημάντων, των εφήμερων και της μόδας, που επιθυμούμε -αν δεν μεθοδεύουμε υπούλως και παρασκηνιακά- μια θολή παράταξη; Σοβαρά, αυτή είναι η δημοκρατική βάση του συνεδριακού διαλόγου που προσφέρουν οι 53+ στους προσερχόμενους;  Και τολμούν, τηρώντας τέτοια στάση απέναντί μας, να διαμαρτύρονται ότι επειδή αντιδρούμε σ’ αυτά εμείς είμαστε που περιορίζουμε το δημοκρατικό δικαίωμά τους να εκφράζουν τη γνώμη τους;

4. Ένα τελευταίο σημείο από το κείμενο των 53+: «Η ευλαβική τήρηση των καταστατικών μας αρχών δίνει μια αίσθηση ασφάλειας στο μέλος του κόμματος και έναν αέρα αποτελεσματικής συμμετοχής στις κομματικές διαδικασίες. Η όσο το δυνατόν συντομότερη επεξεργασία των καταστατικών μας αρχών στο πλαίσιο του επικείμενου συνεδρίου θα αναβαθμίσει το υπάρχον καταστατικό, ενώ η συζήτηση που θα προηγηθεί θα συμβάλει σημαντικά στη βελτίωση της λειτουργίας των Ο.Μ. και των Ν.Ε.».

Αντίλογος: Εδώ -αν καταλαβαίνω καλά, και νομίζω πως καταλαβαίνω- ουσιαστικά ανακηρύσσονται ως αντικαταστατικές οι ως τώρα αποφάσεις συμμετοχής μας με ισοτιμία στα προσυνεδριακά όργανα, που έχουν επιφορτιστεί με το καθήκον να οδηγήσουν στο συνέδριο ανασυγκρότησης και να εγγυηθούν την πραγματοποίησή του!!!

Σταματώ εδώ, διότι ούτως ή άλλως πρόθεσή μου δεν είναι μια αντιπαράθεση σημείο προς σημείο σ’ ένα κείμενο που προσωπικά κρίνω πολύ αδύναμο για συζήτηση, θεωρώντας το αυτο-υπονομευμένο σε επίπεδο εσωκομματικών προθέσεων και ελάχιστα και προσχηματικά ιδεολογικά φορτισμένο για ουσιαστική ανταλλαγή απόψεων προσυνεδριακά.   

Μια κρίσιμη θαρρώ παρατήρηση: Από την ατυχή και αήθη επίθεση κατά του Γιώργου Παπανδρέου χαρακτηριζόμενου τουλάχιστον άκαιρα ως «τοξικού πολιτικού προσώπου» (προφανώς πλέον ή άστοχη και περίεργη η επίθεση αυτή, όταν την ίδια ώρα διακηρύττεις ως κόμμα ότι σε ενδιαφέρει συμπόρευση με δυνάμεις και πρόσωπα που πιθανότατα πολιτικά σχετίστηκαν με τον πρώην πρωθυπουργό), αλλά και από σειρά άλλων λεπτομερειών, φαίνεται πως από τους 53+ έχει παραχθεί ένας αδικαιολόγητος στοχοποιητικός αυτοσκοπός απαξίωσης, ως δεξιών και με ύποπτες προθέσεις, προσώπων που αυτονόμως και όχι ως προϊόν μεταγραφικής κομματικής πρακτικής συμπαρατάχτηκαν με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην τελευταία φάση της κυβέρνησής του. Να είμαστε σαφείς: όσοι συμπαρατασσόμαστε με το ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως η «Προοδευτική Συμμαχία» του εγχειρήματος, δεν μεταφέρουμε εν είδει νομιμοποιητικής η απονομιμοποιητικής αποσκευής την προσωπική ιστορία μας και την πορεία μας σε άλλα κόμματα ως σήμερα. Πολίτες είμαστε προοδευτικοί, αριστεροί, δημοκράτες, αρκετοί από μας πολύ ριζοσπαστικότερων ιδεών και αντιλήψεων, από τις παλιότερες αρχές του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και των 53+. Με τις ιδέες μας, την ιδεολογική και πολιτική συμβολή μας στον σκοπό συγκρότησης ενός νέου κόμματος της αριστεράς του 21ου αιώνα, ερχόμαστε και όχι με πολιτικά προικιά αποκτημένα κατ’ απονομή δικαιωμάτων μας από παλιότερες δραστηριότητές μας.

Κλείνω με κάτι που έχω επισημάνει και παλιότερα με άλλες αφορμές: Αν δεν γίνει σεβαστή η ως σήμερα πολιτική υπόσταση του ΣΥΡΙΖΑ απ' όσους σήμερα συμπαρατάσσονται και, αντίστροφα, αν δεν γίνει σεβαστή η ισοτιμία όσων σήμερα συμπαρατάσσονται απ' όσους βρίσκονται από παλιά στο κόμμα, η ιστορία θα καταλήξει σε αδιέξοδο ή σ' ένα "κόμμα φράνκεσταϊν".

Και με τον αδιανόητο χαρακτήρα κοινωνικής καταστροφής και σοβαρής αποσταθεροποίησης της χώρας στο διεθνή χώρο που προσλαμβάνει κάθε μέρα όλο και καθαρότερα η διακυβέρνηση του νεο-μητσοτακισμού, η ευθύνη τυχόν λοξοδρόμησής μας από τον σκοπό να απεγκλωβίσουμε την Ελλάδα από τον σημερινό ακροδεξιό και νεο-φιλελεύθερο κλοιό, γίνεται μεγαλύτερη. Αλίμονο, αν αυτή η προοδευτική ευκαιρία για τη χώρα χαθεί, για λόγους σαν αυτούς που πραγματεύτηκα στο σημερινό κείμενό μου!

 

 

 

25 Ιαν. 2020

Απλή αναλογική και συνεργασίες

Με την ψήφιση του εκλογικού νόμου και την βασιμότατη πρόβλεψη άμεσης εφαρμογής του μέσω του μητσοτακικού «κόλπου» των «διπλών εκλογών» μέσα στο τρέχον έτος, αλλάζει το πολιτικό σκηνικό και από την εικόνα της λειτουργούσας δημοκρατίας των επάλληλων εκλογικών φάσεων περίπου εγνωσμένης διάρκειας (τετραετία) εισέρχεται σ’ έναν καινούριο γύρο εικόνας παρατεταμένου προεκλογικού πεδίου. Πρόκειται για σοβαρό πλήγμα στην πολιτική σταθερότητα που χρειάζεται η Ελλάδα και οι συνέπειες ίσως αποδειχτούν πολύ σοβαρότερες απ’ όσο φαίνονται σήμερα. Ιδίως, αν η διεθνής ρευστότητα στην περιοχή μας και η οικονομική δυσλειτουργία στην ευρωζώνη παραταθούν ή και ενταθούν, όπως πολλοί προβλέπουν.   

Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση παραβλέπεται έτσι ότι το εν λόγω μητσοτακικό «κόλπο» των «διπλών εκλογών» παραβιάζει απολύτως και το πνεύμα της συνταγματικής διάταξης, η οποία επιβάλλει εφαρμογή νέου εκλογικού συστήματος από τις μεθεπόμενες εκλογές, εκτός αν ο νέος εκλογικός νόμος έχει υπερψηφιστεί από 200 βουλευτές, δηλαδή η άμεση εφαρμογή του νέου εκλογικού νόμου (και χωρίς διπλές εκλογές) είναι σχεδόν ομόθυμη πρόθεση του κομματικού συστήματος. Διακηρυγμένος και πρόδηλος λόγος αυτής της συνταγματικής διάταξης να είναι άμεσα εφαρμοστέος ένας νέος εκλογικός νόμος που ενέκρινε η Βουλή, μόνον εάν έχει συγκεντρώσει την υποστήριξη των 2/3 της εθνικής αντιπροσωπείας, είναι να προλαμβάνονται πολιτικοί και εκλογικοί αιφνιδιασμοί από τυχόν περιστασιακές πλειοψηφίες «στην πλάτη» της χώρας και των πολιτών της. Επομένως, αν για τον οποιονδήποτε λόγο και με οποιοδήποτε μέσο το πνεύμα αυτής της συνταγματικής ρύθμισης παραβιάζεται, όποιος το κάνει, δεν τα πάει καλά με τον σεβασμό στους δημοκρατικούς θεσμούς. Κι αυτό ακριβώς κάνει σήμερα ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης!

Περιπτώσεις διπλών εκλογών, στην Ελλάδα και σε πολλές άλλες χώρες, δεν είναι σπάνιες. Στη χώρα μας, μεταδικτατορικά, έλαβαν χώρα εκ της αδυναμίας σχηματισμού συμμαχικών κυβερνήσεων από το 1989 και μετά, και ένεκα της απροθυμίας συνεργασίας των δύο μεγάλων κομμάτων που κυριάρχησαν στο σκηνικό ως το 2012 (Ν.Δ. και ΠΑ.ΣΟ.Κ.). Σε μία μάλιστα περίπτωση χρειάστηκαν τριπλές εκλογές (1989-1990) για να καταφέρει ο πατέρας του σημερινού πρωθυπουργού (με τη γνωστή ιστορία Κατσίκη στο υπόλοιπο Αττικής, που εν μία νυκτί εγκατέλειψε τη ΔΗΑΝΑ του μακαρίτη Στεφανόπουλου -αν και μοναδικός εκλεγμένος βουλευτής της- και υπερψήφισε κυβέρνηση της Ν.Δ. του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη) να εξασφαλίσει διακυβέρνηση τετραετίας υπό την πρωθυπουργία του. Το γεγονός ότι ο Κων/νος Μητσοτάκης στη συνέχεια έπεσε από την αποχώρηση του Αντώνη Σαμαρά πριν την ολοκλήρωση της τετραετίας (με λόγο αποχώρησης του Αντώνη Σαμαρά το μακεδονικό) δεν αλλάζει το πολιτικό σκηνικό του 1990: Τον διακαή πόθο του Κων/νου Μητσοτάκη να γίνει επιτέλους πρωθυπουργός (νωρίτερα είχε προσχωρήσει στη Ν.Δ. προερχόμενος από το «Κόμμα Νεοφιλελευθέρων») και να νικήσει πολιτικά (αλλά και ιστορικά) τον Ανδρέα Παπανδρέου, μέσω της παραπομπής του στο Ειδικό Δικαστήριο. (Δυστυχώς με τη σύμπραξη της τότε παραδοσιακής αριστεράς, που επίσης διεκδικούσε μέρισμα από τα ιμάτια του εμφανιζόμενου τότε ως υπό ρευστοποίηση «υπόδικου ΠΑ.ΣΟ.Κ.»).

Σ’ όλες, όμως, τις περιπτώσεις, ακόμη και στις τριπλές εκλογές του 1989-1990 (όλες με απλή αναλογική), τα κόμματα συνομιλούσαν. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου σχολιάζοντας κριτική που τού γινόταν από πασοκικές πλευρές για τις συνομιλίες του με τον Κων/νο Μητσοτάκη στο πλαίσιο της προσπάθειας σχηματισμού κυβέρνησης συνεργασίας, αν και ο συνομιλητής του την ίδια ώρα έστεργε να τον «καθίσει στο σκαμνί», εξηγούσε στη βάση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ότι  μπροστά στην ανάγκη να λειτουργήσουν οι θεσμοί το κομματικό και προσωπικό συμφέρον υποχωρεί.

Πρέπει στο σημείο αυτό να προστεθεί ως κρίσιμο στοιχείο του σήμερα δημόσιου διαλόγου  σχετικά με τον δήθεν άγονο χαρακτήρα της απλής αναλογικής (και περαν των ανάξιων λόγου γελοιοτήτων Γεραπατρίτη ότι δήθεν η απλή αναλογική έφερε τον Χίτλερ), ότι ο Κων/νος Μητσοτάκης στη σύντομη θητεία του ως πρωθυπουργός (1990-’93) έσπευσε να αλλάξει τον εκλογικό νόμο απλής αναλογικής -που προηγουμένως είχε θεσπίσει το ΠΑ.ΣΟ.Κ.- και να επαναφέρει την ενισχυμένη αναλογική. Επιλογή που τότε φαινόταν ευθύγραμμα να του εξασφαλίζει παρατεταμένη πολιτική ηγεμονία, με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ηττημένο και τον πρόεδρό του να σύρεται στο ειδικό δικαστήριο. Τουλάχιστον αυτός ήταν ο σχεδιασμός… Αλλά η πολιτική φαίνεται πως δεν αγαπάει για πολύ καιρό τους καιροσκοπισμούς κι όποτε το κάνει συνδέεται μαζί τους με εφήμερη πολιτική σχέση.  

Οι εκλογές του 1993 έγιναν με τον εκλογικό νόμο 1907/1990 που είχε ψηφίσει η κυβέρνηση Κων/νου Μητσοτάκη, δηλαδή ενισχυμένη αναλογική με τις ρήτρες του +1 και του πλαφόν 3% για είσοδο ενός κόμματος στη Βουλή. Όταν ψηφιζόταν αυτός ο εκλογικός νόμος ο Κων/νος Μητσοτάκης κυριαρχούσε στο πολιτικό σκηνικό. Στις εκλογές που ακολούθησαν, όμως, υπέστη δεινή ήττα, με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. υπό τον Ανδρέα Παπανδρέου να έχει αθωωθεί και να κάνει εντυπωσιακό come back με ποσοστό 47% και τον Κων/νο Μητσοτάκη να λαμβάνει ποσοστό 39%.

Έχει ιδιαίτερη σημασία να τονιστεί ότι στις εκλογές του 1993 ακόμη κι αν γίνονταν με απλή αναλογική, ο Ανδρέας Παπανδρέου φαίνεται ότι θα εξασφάλιζε αυτοδυναμία.

Το σύντομο αυτό ιστορικό έχει σημασία και συνδέεται απολύτως με τις προθέσεις του σημερινού κειμένου, διότι απ’ αυτό αναδύεται ολοκάθαρα ότι δεν είναι η απλή αναλογική που προκαλεί την ακυβερνησία, αλλά είναι οι μικροπολιτικές τακτικές προσώπων και κομμάτων που την προκαλούν.

Και αντιπαρέρχομαι στο σημείο αυτό το σοβαρό δημοκρατικό πρόβλημα που προκύπτει για τα εκλογικά συστήματα ενισχυμένης αναλογικής, όταν με προφανή μειοψηφικά δεδομένα ένα κόμμα ελέω εκλογικού νόμου σχηματίζει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Αυτή η δημοκρατική αντίφαση έφερε στη διακυβέρνηση της χώρας κόμματα με ποσοστά στη ζώνη του 35-40%. Δηλαδή, έφερε στην κυβέρνηση οικτρές μειοψηφίες. Και το ίδιο κάνει σήμερα και ο εκλογικός νόμος που ψήφισαν προ  ημερών από κοινού Ν.Δ. και «Ελληνική Λύση».

Η δημοκρατική δυστοπία της ενισχυμένης αναλογικής, σε μία περίπτωση τιμώρησε και τους εμπνευστές της! Έτσι το 2015 ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με αντίστοιχα εκλογικά ποσοστά έγινε κυβέρνηση.

Μόνο που εδώ υπάρχει μια μεγάλη διαφορά: Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μόλις ανάλαβε τη διακυβέρνηση άλλαξε την ενισχυμένη αναλογική και έφερε εκλογικό νόμο απλής αναλογικής.

Αυτόν τον νόμο απλής αναλογικής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., μόλις ήρθε στη εξουσία προ μηνών και πάλι η Ν.Δ., τον κατήργησε και ξαναέφερε  προ ημερών την ενισχυμένη αναλογική!

Φυσικά γι’ αυτή τη δημοκρατική οπισθοδρόμηση, δεν είναι μόνο η Ν.Δ. στην οποία αποδίδονται ευθύνες. ΚΙΝ.ΑΛ. και Κ.Κ.Ε., όταν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έφερε την απλή αναλογική, εκείνα καταψήφισαν.        

Για την ιστορία υπέρ της απλής αναλογικής του ΣΥΡΙΖΑ, ψήφισαν οι ΑΝ.ΕΛ. και η Ένωση Κεντρώων. Καταψήφισαν Ν.Δ., ΚΙΝ.ΑΛ. (τότε Δημοκρατική Συμπαράταξη) και Ποτάμι. Το Κ.Κ.Ε. δήλωσε «παρών» και απείχε η Χ.Α.. Εκείνη η απλή αναλογική έλαβε 179 «ναι», 83 «όχι» και 19 «παρών». Απλή πρόσθεση δείχνει ότι αν ΚΙΝ.ΑΛ. και Κ.Κ.Ε. είχαν πράξει το πολιτικά και δημοκρατικά αυτονόητο, ο εκλογικός νόμος απλής αναλογικής θα είχε εγκριθεί με περισσότερες από 200 ψήφους της τότε Βουλής, δηλαδή θα ήταν άμεσα εφαρμοστέος, και οι εκλογές του περασμένου Ιουλίου θα είχαν γίνει με απλή αναλογική, ενώ η σημερινή λαίλαπα του νεο-μητσοτακισμού, στη δημοκρατία, το κοινωνικό κράτος, τα εργασιακά δικαιώματα και την εξωτερική πολιτική, θα είχε αποτραπεί. Γι’ αυτό και πρέπει να είναι δύο φορές προσεκτικοί  και να βουτάνε τη γλώσσα στο μυαλό τους στο ΚΙΝ.ΑΛ. και το Κ.Κ.Ε., όταν τολμάνε να ισχυρίζονται ότι «τον Κυριάκο Μητσοτάκη τον έφερε ο Τσίπρας με την διακυβέρνησή του». Κι έτσι να ήταν (που δεν είναι), ΚΙΝ.ΑΛ. και Κ.Κ.Ε. είχαν την ευκαιρία και τη δυνατότητα να αποτρέψουν την επικράτηση της Ν.Δ. τον περασμένο Ιούλιο αν είχαν ψηφίσει την απλή αναλογική. Και δεν το έκαναν!

Οι απολύτως αντιδημοκρατικές και καιροσκοπικές προθέσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη με το εκλογικό σύστημα προκύπτουν διά γυμνού οφθαλμού, με την αδιανόητη και ακραίας αήθειας για πολιτικό αρχηγό που σέβεται έστω προσχηματικά τους θεσμούς δήλωση του και προκαταβολικά ότι «δεν θα συνεργαστεί με κανέναν»! Après lui le déluge.

Βεβαίως με τον εκλογικό νόμο που ψήφισε η Ν.Δ. υπάρχει και το δεύτερο επίπεδο τυχοδιωκτισμού του κ. Μητσοτάκη, που δεν είναι άλλο από την πεποίθηση των συνεργατών του ότι υπάρχει και το back up του γελοίου ακροδεξιού Βελόπουλου, μαζί με τον οποίο ψήφισαν πριν λίγες τον νέο εκλογικό νόμο ενισχυμένης αναλογικής και ο οποίος ήδη ράβει υπουργικό κοστούμι εν όψει των «διπλών εκλογών» εντός  του 2020.

Σε τέτοιο σκηνικό, εξαερώνεται και η όποια «χρησιμότητα» του ΚΙΝ.ΑΛ. στο πλαίσιο μιας προβαλλόμενης ανάγκης κυβερνητικής σταθερότητας για συνεργασία με τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, το σενάριο δηλαδή στο οποίο η κυρία Φώφη Γεννηματά έπαιξε όλα τα λεφτά του ΚΙ Ν.ΑΛ. και τα έχασε στις τελευταίες εκλογές, καταλήγοντας σήμερα στο προφανές πολιτικό αδιέξοδο που αντιμετωπίζει ο χώρος της.

(Το Κ.Κ.Ε. είναι άλλη περίπτωση και ελπίδα να έχει συμβολή σε οποιαδήποτε προοπτική προοδευτικής αλλαγής στην Ελλάδα εξέλιπε).

Μέσα σ’ ολ’ αυτά, όμως, προκύπτει και η τακτική δυσκολία που αντιμετωπίζει με τον νέο εκλογικό νόμο και ο ίδιος ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.!

Οι ηρωικού τύπου αναφορές του κ. Τσίπρα περί της προοπτικής οι ίδιοι οι πολίτες με την ψήφο τους στις διπλές εκλογές που μεθοδεύει ο Κυριάκος Μητσοτάκης μέσα στο 2020 να ακυρώσουν τα τυχοδιωκτικά σχέδια του νεο-μητσοτακισμού, δεν είναι σοβαρή πολιτική. Ο κ. Τσίπρας κι όλοι μας γνωρίζουμε ότι εκλογές που κέρδισε ένα κόμμα πριν λίγους μήνες, δεν θα χαθούν για το ίδιο κόμμα εάν τυχόν σύντομα θα είχαμε και νέες πρόωρες εκλογές. Γιατί; Διότι οι συσχετισμοί πολιτικών δυνάμεων δεν είναι αυτοματισμοί κίνησης κοινωνικών διεργασιών και για να αλλάξουν τέτοιοι συσχετισμοί δύναμης απαιτείται χρόνος. Ουδέ καν η θλιβερότατη ως τώρα διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη δεν φαίνεται ικανή μέσα σε τόσο λίγο χρόνο να οδηγήσει στο να χάσει ο ίδιος τις νέες πρόωρες εκλογές μέσα στο 2020, έχοντας πολύ πρόσφατα κερδίσει τις εκλογές του περασμένου Ιουλίου.

Η εμφανιζόμενη και ως τώρα μόνον υποδορίως λειτουργούσα φθορά από τον χείριστο τρόπο με τον οποίο μεταχειρίζεται τις τύχες της χώρας ο σημερινός πρωθυπουργός, ασφαλώς θα ενταθεί ως φαινόμενο και ως εκδήλωσή του κατά τους επόμενους μήνες. Άλλωστε, ακριβώς αυτός ο φόβος της εντεινόμενης και επιταχυνόμενης κυβερνητικής φθοράς είναι που ωθεί τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη στην επιλογή για νέες πρόωρες και διπλές αυτή φορά εκλογές όσο το δυνατό συντομότερα, για να μην αθροιστεί σε βάρος του αυτή η φθορά. (Θα πρόκειται για μια ετεροχρονισμένη επανάληψη του σαμαρικού τυχοδιωκτισμού των διπλών εκλογών του 2012. Και μια ακόμη περισσότερο ετεροχρονισμένη επανάληψη του τυχοδιωκτισμού των τριπλών εκλογών του Κων/νου Μητσοτάκη το 1989-1990). Πιθανότατα, όμως, η φθορά αυτή δεν θα προλάβει να καταστεί δυναμική ήττας για τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη!

Ο κ. Τσίπρας τους επόμενους μήνες και μέχρι τις πιθανολογούμενες  πρόωρες εκλογές, κατά τη γνώμη μου, οφείλει να πράξει δύο πράγματα:

1. Να απευθυνθεί με όρους στρατηγικής προοπτικής συνεργασίας σε όλα τα άλλα κόμματα πλην Ν.Δ. και «Ελληνικής Λύσης» (ακόμη και προς το πολιτικά και ταξικά επί της ουσίας εξουδετερωμένο για την αριστερά Κ.Κ.Ε.), και

2. Να ασκήσει σοβαρή και αποτελεσματική αντιπολίτευση, ώστε να επισπευστούν και να ενταθούν τα φαινόμενα φθοράς του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Θεωρώ αμήχανο και με χαρακτηριστικά πολιτικού αυτο-εγκλωβισμού το μόνο που λέει σήμερα ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σχετικά με τον νέο εκλογικό νόμο να είναι το ανούσιο κλισέ «ο λαός θα ακυρώσει με τη ψήφο του» τη μεθόδευση του νεο-μητσοτακισμού. Πειστική αντιπολίτευση κατά της καταστροφικής διακυβέρνησης Μητσοτάκη χρειάζεται, σε συνδυασμό με τη μεσοπρόθεσμη απόπειρα σύμπηξης μιας ευρείας αντιδεξιάς συμμαχίας.

Όσο καλύτερο αποτέλεσμα φέρει αυτή η πολιτική τακτική στις πιθανολογούμενες πρόωρες εκλογές του 2020, τόσο περισσότερες πιθανότητες θα έχει η προοδευτική παράταξη στην Ελλάδα να τελειώσει τη δύσθυμη ακροδεξιά και νεο-φιλελεύθερη εποχή του Κυριάκου Μητσοτάκη και να οδηγήσει τη χώρα στις προοδευτικές  επιλογές που έχουμε ανάγκη.

 

 

 

23 Ιαν. 2020

Οι συνέπειες του νεο-φιλελευθερισμού

για την καλλιτεχνική δημιουργία

Ο φιλελευθερισμός έχει κατηγορηθεί και έχει υμνηθεί για πολλά -άλλα δίκαια και άλλα άδικα- ως το οικονομικό μοντέλο, που φιλοδόξησε να υπερκεράσει τα κυκλικά αδιέξοδα του καπιταλισμού και ακριβώς ιδίως το φαινόμενο διαρκούς αναπαραγωγής κρίσεων. Κεντρικό σημείο της στάσης αυτής ήταν η εισαγωγή της άποψης (αν και ποτέ δεν αυτό δεν προσέλαβε τον τύπο μιας επιστημονικά τεκμηριωμένης θέσης) ότι αυτές τις αλλεπάλληλες οικονομικές κρίσεις δεν τις παράγει η προβληματική φύση του καπιταλισμού, αλλά η παρενόχλησή του από τις οικονομικές δραστηριότητες που ασκεί ο δημόσιος τομέας. Γιατρειά για το κακό, θα ήταν η διαρκής και μέχρι τελικής πτώσεως απώθηση του δημόσιου τομέα από οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα της συντεταγμένης πολιτειακής οργάνωσης και η ανάθεση των τομέων που θα «απελευθερώνονταν» από την κρατική «δουλεία» στην ιδιωτική δραστηριότητα. (Ιστορική έχει μείνει στην Ελλάδα -αμέσως μετά την πτώση της δικτατορίας- η φράση του Κωνσταντίνου Καραμανλή περί «σοσιαλμανίας» και σε σαφή συσχέτιση εκείνης της αναφοράς με τον οικονομικό ρόλο του κράτους σε περιβάλλον καπιταλιστικής επικυριαρχίας).

Προϊόντος του χρόνου και με δεδομένη την επίσημη ή ανεπίσημη υιοθέτηση του οικονομικού φιλελευθερισμού από το σύνολο περίπου των δυτικών κοινωνιών (όλων υπό δεξιές και συντηρητικές πολιτικές διακυβερνήσεις) ολόκληροι τομείς κοινωνικού ενδιαφέροντος πέρασαν στα χέρια ιδιωτών. Η αρχική προτίμηση του φιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου σε τομείς, όπως οι εξορύξεις μεταλλευμάτων και άλλων πλουτοπαραγωγικών πόρων, που ως τότε σχεδόν αποκλειστικά στην Ευρώπη ασκούνταν από το κράτος και υπό κοινωνικό έλεγχο, και με τους ιδιώτες έως εκείνη τη στιγμή αρκούμενους στον πλουτισμό που εξασφάλιζαν από την αποικιοκρατία, γρήγορα ολοκλήρωσε τον κύκλο της. (Στις ΗΠΑ τα πράγματα κινήθηκαν διαφορετικά, λόγω του διαφορετικού και «ιδρυτικού» ρόλου των ιδιωτών στην ίδια τη συγκρότηση και τη λειτουργία του αμερικανικού κράτους, σε αντίθεση με την ευρωπαϊκή εμπειρία).

Πάντως, με την ολοκλήρωση ιδιωτικοποίησης των πλουτοπαραγωγικών πόρων και τη διείσδυση των ιδιωτών στον τραπεζικό τομέα και τις χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες (και με τον φιλελευθερισμό να έχει πλέον καταστεί ισχυρή ανανεωτική ταυτότητα του καπιταλισμού ως οικονομικό μοντέλο, ιδίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οπότε και οι τεράστιες δημόσιες επενδύσεις ανοικοδόμησης προσείλκυσαν το ενδιαφέρον των ιδιωτών), τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη, η προσοχή στράφηκε αλλού.

Έτσι, ο φιλελευθερισμός  μεταπήδησε σε διεκδίκηση κλάδων, όπως η υγεία, η εκπαίδευση, οι υπηρεσίες και άλλα, αλλάζοντας πλήρως τη δομή και την κατανόηση του φαινομένου «κοινωνικό κράτος», που ανεξάρτητα από άλλες συζητήσεις και κίνητρα παραμένει και σήμερα στην εκτίμηση των πολιτών ως το κορυφαίο επίτευγμα της δυτικής δημοκρατίας.

Σήμερα, η προσπάθεια διείσδυσης του φιλελευθερισμού σε πεδία όπως η άμυνα και η δημόσια ασφάλεια, σε συνδυασμό με τον σχεδόν πλήρη έλεγχο των ιδιωτών στον κλάδο της πληροφορικής και τη σημαντική συμμετοχή τους στις τηλεπικοινωνίες, συμπράττουσας της παγκοσμιοποίησης των οικονομικών λειτουργιών, τείνει να θέσει εν αμφιβόλω ακόμη και την πολιτική υπόσταση της έννοιας του κράτους, όπως το αντιλαμβανόμαστε ως σήμερα. Ταυτόχρονα, διεκδικεί μέρισμα λόγου και παρέμβασης στην 4η βιομηχανική επανάσταση, η οποία προοιωνίζεται καταλυτικές αλλαγές για το δυτικό δημοκρατικό μοντέλο. Και δεν παραλείπει να διεκδικεί και τους φυσικούς παραγωγικούς πόρους, όπως τον αέρα, το νερό και τον ήλιο, που σήμερα δημιουργούν πλούτο, και -αν και ανήκουν σ’ όλους μας και συνιστούν στην εποχή μας πόρους εν ανεπαρκεία- οι ιδιώτες επιχειρούν απροκάλυπτα να οικειοποιηθούν.

Η ως εδώ μακρά περιγραφή όλων αυτών (φυσικά, με πολλές αφαιρέσεις), έγινε για να φτάσουμε στο πολιτικό θέμα που κυρίως με απασχολεί: Το απαύγασμα του φιλελευθερισμού, θα μπορούσε κανένας να πει, ότι είναι ο νεο-φιλελευθερισμός. Δηλαδή ένα πολιτικό (και όχι οικονομικό) πλέον μοντέλο που ανιχνεύεται στη δύση. Ο νεο-φιλελευθερισμός αντιδιαστέλλεται από τον φιλελευθερισμό ακριβώς στο σημείο όπου από αποκλειστικά ως οικονομικό μοντέλο με φιλοδοξία την υπέρβαση του φαινομένου των κυκλικών καπιταλιστικών κρίσεων, μετατρέπεται σε πολιτική πρόταση. Με ζητούμενο το πώς η επιδιωκόμενη επικυριαρχία του ιδιωτικού τομέα σε οικονομικές δραστηριότητες και μετά από εκτόπιση του δημόσιου τομέα, θα επιβληθεί με πολιτικά μέσα. Σε τέτοιο σκηνικό ερμηνεύονται εν πολλοίς και πολλά άλλα συνεπάγωγα φαινόμενα των καιρών μας, όπως επί παραδείγματι η απροσχημάτιστη επιστράτευση των μέσων ενημέρωσης στο πλευρό του νεο-φιλελευθερισμού, κόντρα στην όποια παράδοση πολιτικής «ουδετερότητας» έδειξαν επί δεκαετίες στις δυτικές δημοκρατίες.

Ταυτόχρονα, όμως, ο μετασχηματισμός  του φιλελευθερισμού από οικονομικό μοντέλο διαχείρισης του καπιταλισμού σε πολιτικό σύστημα, δηλαδή τον σημερινό νεο-φιλελευθερισμό, εξηγεί και το ανιχνευόμενο στην εποχή μας φαινόμενο πολιτικής σύμπραξης νεο-φιλελεύθερων και ακροδεξιών. Και τούτο, διότι πλέον επιστρατεύεται το μέσο επιβολής (αντί της δημοκρατικά νομιμοποιημένης υιοθέτησης) των ιδιωτικοποιήσεων από συντηρητικές (ακροδεξιές και ταυτόχρονα νεο-φιλελεύθερες) πολιτικές διακυβερνήσεις. Ακόμη και υπό συνθήκες παραβίασης δημοκρατικών δικαιωμάτων, που θεωρητικά ως σήμερα δεν θα ανεχόταν κανένας φιλελεύθερος οικονομολόγος. (Τυχόν ομοιότητες με τα καθ’ ημάς δεν συνιστούν σε καμιά περίπτωση σύμπτωση, αλλ’, αντίθετα, επιβεβαιώνουν τις διαπιστώσεις).  Ένδειξη της ιδεολογικοπολιτικής χρεοκοπίας του νεο-φιλελευθερισμού αυτήν την περίοδο και μετά την ακόμη εξελισσόμενη νομισματο-πιστωτική σημερινή κρίση του καπιταλισμού, είναι το πρωτοφανές φαινόμενο νεο-φιλελεύθερες κυβερνήσεις στη δύση να «ιδιωτικοποιούν» ακόμη και ιδιωτικό πλούτο. Ένα παράδειγμα, ίσως το χαρακτηριστικότερο, είναι η ιδιωτικοποίηση μέσω των τραπεζών της μικρομεσαίας κτηματικής περιουσίας.   

Αφορμή για αυτές τις σκέψεις η εν εξελίξει διαμάχη για τα πνευματικά δικαιώματα των δημιουργών και η πείσμονα άρνηση με προσχηματικές υπεκφυγές της κυβέρνησης Μητσοτάκη να υλοποιήσει την προεκλογική δέσμευση του σημερινού πρωθυπουργού για σύσταση αυτοδιαχειριζόμενου φορέα αυτών των πνευματικών δικαιωμάτων από τους ίδιους τους δημιουργούς. Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση προχωρεί σε συγκρότηση ιδιωτικού φορέα για το ίδιο αντικείμενο, στην ουσία ιδιωτικοποιώντας και την φύσει και θέσει «ιδιωτικοποιημένη» (αλλά επίσης φύσει και θέσει με δημόσιο χαρακτήρα) πνευματική δημιουργία των καλλιτεχνών.

Θέλω, παράλληλα, να επισημάνω τη «σύμπτωση», με σχετικά γενικευμένο διεθνώς τρόπο, εκδήλωσης του φαινομένου συλλογικής περίπου αντίδρασης και καθαρής ήδη πολιτικής αντιπαράθεσης του καλλιτεχνικού κόσμου στις ΗΠΑ και σ’ άλλες δυτικές χώρες, αλλά και στην Ελλάδα, με εντεινόμενη τελευταία αυτή την τάση, κατά των Τραμπ, Μητσοτάκη κ.λπ.. Δηλαδή κατά πολιτικών με καθαρά νεο-φιλελεύθερο πολιτικό πρόσημο, αλλά με ακροδεξιό ίχνος στην εφαρμοσμένη πολιτική τους. (Ποιός ξεχνάει στις ΗΠΑ την ακούραστη προσπάθεια των ρεπουμπλικάνων  και προσωπικά του προέδρου Τραμπ για άρση της επιλογής Ομπάμα για ένα σύστημα δημόσιας Υγείας (Οbamacare), καθώς και την ανάλογη διαμάχη στη Βρετανία, με τον Μπορίς Τζόνσον να κατηγορείται από τους Εργατικούς για σχεδιασμένη απαξίωση του δημόσιου βρετανικού συστήματος Υγείας; Και, φυσικά, ποιός παραβλέπει στην Ελλάδα τη συστηματική απαξίωση του δικού μας συστήματος δημόσιας Υγείας, μόλις εντός εξαμήνου νεο-μητσοτακικής διακυβέρνησης, αλλά και την εξελισσόμενη απόπειρα εξίσωσης των πτυχίων ιδιωτικών κολεγίων με τα δημόσια πανεπιστημιακά διπλώματα -κατά πλήρη παραβίαση ισχύουσας συνταγματικής διάταξης που δεν το επιτρέπει; Και ποιός κάνει πως δεν καταλαβαίνει ότι τα -επαναλαμβάνω, φύσει και θέσει προσωποποιημένα- πνευματικά δικαιώματα δημιουργών  και καλλιτεχνών δεν μπορεί ένα πρόσωπο που διατείνεται ότι είναι υπουργός Πολιτισμού που σέβεται κατ’ ελάχιστο τον εαυτό του, να τα …ιδιωτικοποιεί; Πρόκειται για κορυφαία γελοιοποίηση της ίδιας της έννοιας «ιδιωτικοποίηση»: Η ιδιωτικοποίηση της ιδιωτικοποίησης!!! Κι ακόμη γελοιότερο το σημερινό θέαμα (όχι μόνο στην Ελλάδα) ο ίδιος ο κρατικός παρεμβατισμός να μετατρέπεται σε πολιτικό μηχανισμό επιβολής των ιδιωτικοποιήσεων!) 

Η σημερινή εικόνα της αντίφασης ο νεο-φιλελευθερισμός να αντίκειται στο laissez-faire, θα περιοριζόταν σε διαπίστωση του πολιτικού παραδόξου της όλης υπόθεσης, αν δεν βιάζονταν τόσο κατάφωρα θεμελιώδεις δημοκρατικοί κανόνες. Εν προκειμένω το απολύτως αναφαίρετο δικαίωμα των καλλιτεχνών δημιουργών να επιθυμούν τη διαχείριση των δικαιωμάτων που απορρέουν από το πνευματικό έργο τους, υπό καθεστώς αυτοδιαχείρισης. Δηλαδή, υπό ένα μοντέλο εξελιγμένης αυτοδιεύθυνσης των συμφερόντων τους, προδήλως συντριπτικά πιο εξελιγμένο και δημοκρατικότερα δομημένο, απ’ ό,τι η «ιδιωτικοποιούσα» ιδεοληψία-αυτοσκοπός.

Είναι πλέον ζήτημα δημοκρατικής ομαλότητας και σε καμιά περίπτωση ζήτημα αντιπαράθεσης μεταξύ δύο οικονομικών μοντέλων, του καπιταλιστικού και του σοσιαλιστικού.