Μολυβάκι

14 Ιαν. 2020

Η Τουρκία, η Λιβύη,

το Καστελόριζο και η ΑΟΖ

Διαβάζω εδώ και μερικές μέρες κριτική κατά της κυβέρνησης Μητσοτάκη, σχετικά με την απουσία της Ελλάδας από διεθνείς διασκέψεις με αντικείμενο το λιβυκό ζήτημα, όπως έχει διαμορφωθεί τελευταία. Οι αναφορές κατά του αδύναμου και προφανώς ακατάλληλου πρωθυπουργού, έρχονται σαν συνέχεια της πανωλεθρίας του πρόσφατου ταξιδιού Μητσοτάκη στις Η.Π.Α., δυστυχώς με σοβαρές συνέπειες για το κύρος της Ελλάδας, και επισύρονται ως τεκμηριώσεις της ανεπάρκειας του Έλληνα πρωθυπουργού (δυστυχώς προφανούς ανεπάρκειας κατά τα άλλα) να εξασφαλίσει ισχυρή διεθνή παρουσία για τη χώρα μας.

Η κριτική αυτή προέρχεται, μάλιστα, ακόμη και εξ αριστερών και δεν περιορίζεται στη γνωστή δεξιά και ακροδεξιά οπτική των πραγμάτων, που φιλοξενείται ως σύνοικος πλέον και όχι ως ξένη συνεργαζόμενη άποψη με τον νεο-μητσοτακισμό της Ν.Δ., εξοβελίζοντας τον πυρήνα της μεταδικτατορικής δεξιάς πολιτικής, δηλαδή τον ίδιο τον καραμανλισμό, σε περιθωριακούς σήμερα ρόλους μέσα στο ίδιο το κόμμα του.   

Όμως, έχω την εντύπωση ότι αυτή η θέση περί συμμετοχής της Ελλάδας σε πολυμερείς διασκέψεις για διάφορα ζητήματα της διεθνούς συγκυρίας, συμπεριλαμβανομένου και του λιβυκού, δεν είναι παραγωγική για την προαγωγή των συμφερόντων της χώρας μας. Εκτός απ’ αυτό, ακόμη, δεν θεωρώ πως είναι αριστερή ματιά στις παγκόσμιες εξελίξεις. Δεν είναι θέαση των εξελίξεων στον πλανήτη με όρους υπηρέτησης των πάγιων αρχών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, δηλαδή της επιζήτησης της ειρήνης στον κόσμο, της σταθερής υποστήριξης των κανόνων του διεθνούς δικαίου ως μόνου μέσου για την επίλυση των διαφορών καθώς και της αρχής της μη ανάμιξης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κυρίαρχων κρατών.

Φυσικά, εδώ υπάρχει ένας ισχυρός αντίλογος: Η Λιβύη, από όποιον εκπροσωπείται σήμερα διεθνώς (και αυτός είναι η κυβέρνηση-μαριονέτα αλ Σάρατζ της Τρίπολης), συμμετέχει σε κινήσεις με τις οποίες αμφισβητούνται ευθέως δικαιώματα της Ελλάδας στην ΑΟΖ της στην ανατολική Μεσόγειο. Δεν μπορεί, επομένως, η Ελλάδα να μένει απαθής!

Και δεν έμεινε! Η Ελλάδα, με όλο το οπλοστάσιο διπλωματικών μέσων που διαθέτει διευκρίνισε ότι η συμφωνία Ερντογάν-αλ Σάρατζ, με την οποία επιχειρείται οικειοποίηση μέρους της ελληνικής ΑΟΖ κυρίως από την Τουρκία και σε πολύ μικρότερο βαθμό από την κυβέρνηση της Τρίπολης του αλ Σάρατζ, είναι άκυρη και αντιτίθεται στο ισχύον διεθνές δίκαιο, ενώ με τις δέουσες ενέργειες της Αθήνας διαμηνύθηκε και προς τον Ο.Η.Ε. η ελληνική θέση. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα ενημέρωσε το σύνολο σχεδόν των διεθνών  παραγόντων για τη στάση της, εξασφαλίζοντας μάλιστα και ρητή θετική υποδοχή για τα ελληνικά συμφέροντα από τη μεγάλη πλειοψηφία των χωρών που αναμιγνύονται στο ζήτημα.

Ως εκεί όμως! Η ανάμιξη της Ελλάδας σε διεθνείς πρωτοβουλίες για το λιβυκό ζήτημα (πέραν της προσφοράς καλών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και μόνον και ούτε βήμα πιο πέρα –κάτι που εδώ δεν θα μπορούσε να υπάρξει), αν επιλεγόταν, θα μετέτρεπε τη χώρα μας σε διάδικο μέρος μιας υπόθεσης που δεν αφορά σ’ εμάς: τη διευθέτηση μιας εσωτερικής διαφοράς τρίτης χώρας, της Λιβύης εν προκειμένω!

Φυσικά, το πνεύμα που διαπερνά τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη, αποδεικνύει ότι -αν μπορούσε- το μέγαρο Μαξίμου που χαράσσει την -ο Θεός να την κάνει- σημερινή εξωτερική πολιτική μας, θα τσαλαβουτούσε μέχρι τον καβάλο σε συμμετοχές σε διεθνείς διασκέψεις για το λιβυκό. Μ’ άλλα λόγια είναι η αδύναμη σημερινή θέση της Ελλάδας (συντριπτικά πιο αδύναμη από τη διεθνή θέση και το κύρος που κατείχε αμέσως μετά τη συμφωνία των Πρεσπών), που καθιστά τη χώρα μας αζήτητο παράγοντα της διεθνούς επέμβασης για διευθέτηση της εσωτερικής κρίσης στη Λιβύη. Όμως, ακόμη κι αν εζητείτο από την Ελλάδα να συμμετέχει σε τέτοια διεθνή διάσκεψη θα έπρεπε να αρνηθεί τη συμμετοχή της!            

Γιατί; Διότι εκείνο που διαφεύγει της προσοχής πολλών είναι ότι η σχέση της Ελλάδας με το λιβυκό ζήτημα στη σημερινή μορφή του, δεν είναι προϊόν που αυτόνομα αναδύεται από ελληνο-λιβυκές διαφορές που επιζητούν διευθέτηση. Αν ήταν τέτοιου περιεχομένου ζήτημα, τότε φυσικά και θα έπρεπε να μας ανησυχεί η απουσία της Ελλάδας από τις όποιες διεθνείς διαμεσολαβήσεις. Όμως, όλη η σημερινή σχέση της Ελλάδας με την αδύναμη κυβέρνηση της Τρίπολης του αλ Σάρατζ, δεν διαθέτει δική της αιτιολογική βάση και δυναμική, αλλά τεχνηέντως υφίσταται μόνον ως μέρος των διεκδικήσεων της Τουρκίας κατά κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας. Είναι δηλαδή πτυχή της τουρκικής προσπάθειας διεθνοποίησης των διεκδικήσεων της Άγκυρας κατά της χώρας μας. Και αλλίμονο, αν η Ελλάδα με τη στάση της συνέβαλε στη διεθνοποίηση των ελληνοτουρκικών! Ποιά διεθνής διαμεσολαβητική αρμοδιότητα (πέραν ίσως της προσπάθειας για την αποφυγή θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο, ως ατυχούς ενδεχόμενου και υπό τις παραδοχές του ισχύοντος διεθνούς δικαίου, που θωρακίζουν απολύτως τα δικαιώματα της χώρας μας) δικαιούται να διεκδικεί ρυθμιστικό παρεμβατικό ρόλο με επίδικο θέμα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας πλήρως εγγυημένα από το διεθνές δίκαιο; Καμιά! Και φυσικά η Ελλάδα απλά δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται σε καμιά κυβέρνησή της να καταστήσει αρμοδιότητα διεθνών διαμεσολαβητικών παρεμβάσεων  (όπως επιζητεί η Τουρκία) δικαιώματά της που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Κι αυτό θα συνέβαινε, αν η Ελλάδα εμπλεκόταν αναρμοδίως σε παρέμβαση με ζητούμενο διευθέτηση σε εσωτερική λιβυκή υπόθεση, ανοίγοντας έτσι εμμέσως πλην σαφώς τον δρόμο διεθνοποίησης και των τουρκικών διεκδικήσεων σε βάρος της ελληνικής ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο.

Είναι τελείως διαφορετικό να επικαλείται παγίως μια χώρα το διεθνές δίκαιο ως το  μόνο ανεκτό μέσο επίλυσης διαφορών, από το να συναινεί μια χώρα σε διεθνοποίηση μιας διαφοράς, ενώ το διεθνές δίκαιο ορίζει πλήρως τι ισχύει επί της ίδιας διαφοράς. 

Το τί κάνουν άλλες χώρες της περιοχής δεν είναι «οδηγός» ελληνικής εξωτερικής πολιτικής! Για παράδειγμα η Ιταλία έχει μακρά ιστορία παρεμβάσεων (ακόμη και αποικιοκρατικού χαρακτήρα) στη Λιβύη. Επίσης, σήμερα η Ιταλία «καίγεται» για την ανακοπή των προσφυγικών και μεταναστευτικών ρευμάτων από την Αφρική προς τη Ευρώπη. Αυτά δεν ενδιαφέρουν την Ελλάδα!

Σπεύδω να επεξηγήσω, επειδή συχνά η εξωτερική πολιτική υπόκειται σε περιορισμούς κατανόησης των κανόνων της από τους πολίτες (συνεπεία των υφιστάμενων κλισέ εσωτερικής πολιτικής σκοπιμότητας), ότι η περίπτωση του κυπριακού, διαφοροποιείται από τις ελληνο-τουρκικές διαφορές ακριβώς κατά τούτο: Τα ελληνοτουρκικά είναι μονομερής απαίτηση από μια χώρα σε βάρος δικαιωμάτων μιας άλλης, που την ισχύ τους εγγυάται το διεθνές δίκαιο! Ενώ το Κυπριακό είναι εξ αφετηρίας και λόγω του συστήματος περί εγγυητριών δυνάμεων των ιδρυτικών για την Κυπριακή Δημοκρατία συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου, διεθνές θέμα. Για τον λόγο αυτόν η Ελλάδα (και η Λευκωσία) συναινούν και είναι επισπεύδουσες για διεθνή διαμεσολάβηση υπό τον Ο.Η.Ε. και αναγκαστικά σε επόμενη φάση σε διαβουλεύσεις και μεταξύ των εγγυητριών δυνάμεων (Ελλάδα-Τουρκία-Βρετανία), ενώ την ίδια ώρα η Ελλάδα πρέπει να καταβάλλει κάθε προσπάθεια αποφυγής διεθνοποίησης του σημερινού λιβυκού ζητήματος, για τους λόγους που ήδη εξήγησα. Δεν είναι ανακολουθία σε μια ενιαία εξωτερική πολιτική της Ελλάδας. Απλά είναι διαφορετικά τα ζητήματα και επομένως διαφορετική η βάση επιζήτησης των λύσεων.

Μόνη διεθνής επεμβατική αρμοδιότητα που η Ελλάδα μπορεί να αναγνωρίσει στα ελληνοτουρκικά, είναι η προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο για ερμηνευτική διευκρίνιση τυχόν ασαφειών στο διεθνές δίκαιο (π.χ. το ερώτημα εάν τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα). Για την ΑΟΖ, όμως δεν υπάρχει καμιά ασάφεια στο διεθνές δίκαιο! Μόνες περιπτώσεις που κρίθηκαν ως σήμερα από διεθνή δικαιοδοτικά όργανα σχετικά με το θέμα  της ΑΟΖ  (και οι αποφάσεις που εκδόθηκαν θα μπορούσαν να επηρεάζουν την ΑΟΖ του Καστελόριζου) είναι, ως γνωστό, οι περιπτώσεις της νήσου των Όφεων στη Μαύρη Θάλασσα, ως ρουμανο-ουκρανική διαφορά (για νησί όμως χωρίς μόνιμους κατοίκους, όπως το Καστελόριζο) και η υπόθεση για τη νήσο St. Martin's, ως διαφορά μεταξύ Μπαγκλαντές και Mιανμάρ. Και, σημειωτέον, οι αποφάσεις διεθνών δικαιοδοτικών  οργάνων για τέτοιες διαφορές δεν μπορούν να συνιστούν ισχύουσα νομολογία γενικώς εφαρμοστέα σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις, απλούστατα γιατί σ’ αυτά τα θέματα κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Για παράδειγμα, εάν τυχόν κάποιο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο εκαλείτο να  αποφανθεί επί του ερωτήματος εάν έχει ΑΟΖ το Καστελόριζο συγκεκριμένα ή το δικαίωμά του αυτό περιορίζεται κατά κάποιον τρόπο, θα έπρεπε να συνεκτιμηθεί ο καταλυτικά νησιωτικός χαρακτήρας της ελληνικής επικράτειας, στοιχείο που δεν συντρέχει ούτε στην περίπτωση της νήσου των Όφεων αλλ’ ούτε στην περίπτωση της νήσου St. Martin's.

Αν λοιπόν, υπάρχει κάποιος (εν προκειμένω η Τουρκία) που αμφισβητεί την ισχύ ή την πληρότητα δικαιωμάτων του Καστελόριζου σε ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο, ας επιζητήσει τη διευκρίνιση προσφεύγοντας σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Και όχι με γεωτρητικές πειρατείες, τις οποίες το διεθνές δίκαιο και συγκεκριμένα η σημερινή διεθνής κοινότητα δεν αναγνωρίζει.  

 

 

 

10 Ιαν. 2020

Η μεγάλη χαμένη ευκαιρία

διεθνούς ελληνικής αναβάθμισης

Ο εσωτερικός δημόσιος διάλογος σχετικά με τον απολογισμό του ταξιδιού του Κυριάκου Μητσοτάκη στις Η.Π.Α. καλά κρατεί. Η δίκαια σκληρή κριτική (του συνόλου) της αντιπολίτευσης, δεν ανέκοψε την προσπάθεια των πυλώνων της συντονισμένης επικοινωνιακής προσπάθειας του Μεγάρου Μαξίμου να διασώσει ό,τι θα μπορούσε να διασωθεί από τη γελοιοποίηση του προφανέστατα ανεπαρκούς πρωθυπουργού, να εκπροσωπήσει  -έστω με συμβατική πληρότητα- την Ελλάδα σε διεθνείς αποστολές.  

Ωστόσο, κάπου τελειώνει η επικοινωνία των συμμάχων του πρωθυπουργού στα κοινά συμφέροντά τους (πολιτικά, επιχειρηματικά μιντιακά) και μένει το γυμνό κόστος για τη χώρα!

Η επίσκεψη Μητσοτάκη στις ΗΠΑ -που πλέον δεν έχει κανένα νόημα η συζήτηση περί του αν έπρεπε να γίνει ή όχι- καταγράφεται στην πολιτική μας ζωή, ως κορυφαία περίπτωση απαξίας εκ του αποτελέσματος όσον αφορά στην εκπροσώπηση της Ελλάδας στο διεθνές στερέωμα.  Δυστυχώς δεν είναι επικοινωνιακών συνεπειών το πλήγμα. Είναι βαθύτατα σχετιζόμενο με την αντίληψη που εμπεδώνεται πλέον στις πρωτεύουσες άλλων χωρών σχετικά με την επάρκεια διεθνούς ελληνικής εκπροσώπησης, μετά από έναν ικανό ήδη γύρο αποτυχημένων ταξιδιών Μητσοτάκη στο εξωτερικό. Άλλωστε, νομίζω πως δεν έχει απομείνει κανένας, ο οποίος μπορεί να υποστηρίξει στα σοβαρά ότι δεν έχει διαπιστώσει το πρόβλημα. Όλοι οι υποστηρικτές του Κυριάκου είτε προσπαθούν να κάνουν το άσπρο-μαύρο διαψεύδοντας ό,τι τα ίδια τα μάτια μας βλέπουν, είτε μεταθέτουν τη συζήτηση στην περιπεπλεγμένη συγκυρία (λες και ο πρωθυπουργός και οι συνεργάτες του δεν την εγνώριζαν και δεν είχαν τον χρόνο να μεριμνήσουν για την αντιμετώπιση των δυσμενών συνεπειών της, ως όφειλαν). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εδώ έχουν οι δήθεν αποστασιοποιημένοι από την ήδη ελεγχόμενη βασίμως ως κακή πρωθυπουργία Μητσοτάκη, οι οποίοι αντί της οφειλόμενης αποτίμησης του πρωθυπουργικού ταξιδιού στις Η.Π.Α. προσφεύγουν στην ανόητη και ολοφάνερα αμήχανη συμψηφιστική αναφορά στη πρωθυπουργία Τσίπρα. Δηλαδή σε μια «συγκριτική», η οποία σε τελευταία ανάλυση μόνο ανομολόγητη αίσθηση ενοχής μαρτυρεί για την ίδια την παρουσία του Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία. Μια εξέλιξη ευθεία συνέπεια της κάλπης του περασμένου Ιουλίου,  με αδύνατο πλέον «να σπρωχτούν κάτω απ’ το χαλί» οι επιπτώσεις της, που όλοι αυτοί οι «δήθεν αποστασιοποιημένοι» όχι μόνο ανέχτηκαν και ευχήθηκαν, αλλά -όπως σήμερα αποδεικνύεται από τη δυσανεξία διάκρισής τους απ’ αυτό το χάλι- τελικά και υπερψήφισαν, εκλογικά μεταμφιεσμένοι σε οπαδούς άλλων σχημάτων –για παράδειγμα του ΚΙΝΑΛ.                     

Στη συγκεκριμένη περίπτωση του ταξιδιού στις ΗΠΑ, όμως, τα πράγματα αποδεικνύουν ότι η περίπτωση Μητσοτάκη, δεν μπορεί πια να εξετάζεται με την πολυτέλεια της ανεκτικής προσέγγισης στον απολύτως ακατάλληλο, που θα τον άντεχε όμως η χώρα, για να μάθει κι αυτός «στου κασίδα το κεφάλι» -γόνος πολιτικής οικογένειας είναι άλλωστε... (Άλλωστε, ούτε ο πρώτος είναι και ίσως ούτε και ο τελευταίος). Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια σπάνια σε παγκόσμια κλίμακα ολοκάθαρη αντένδειξη συμβατότητας με τα θεμελιώδη προαπαιτούμενα για την ηγεσία χώρας. Δεν είναι προσωπικό, δεν είναι κομματικό, δεν είναι παραταξιακό ζήτημα! Είναι ζήτημα στοιχειώδους αυτοσεβασμού της ίδιας της χώρας και των πολιτικών διαδικασιών της δημόσιας ζωής μας, που θέτουν τις ελάχιστες αναγκαίες προϋποθέσεις για να «αντέχεται» ένας πρωθυπουργός, χωρίς η ζημία από την παρουσία του στο αξίωμα να καταλήγει σε κόστος μη διαχειρίσιμο για όλους μας.

Κάποια στιγμή η ευγένεια και η ανεκτικότητα στο πλαίσιο ενός πολιτικού πολιτισμού ανοχής του αντιπάλου, φτάνει στο έσχατο όριο! Εκεί, όπου η ζημία είναι τόσο φανερή, τόσο άμεσα προερχόμενη από το κρινόμενο πρωθυπουργικό πρόσωπο και τόσο μεγάλη, ώστε κάθε παράταση αποσιώπησης των βαρύτατων συνεπειών και για τον οποιονδήποτε λόγο, ισοδυναμεί με σύμπραξη σε πράξεις (εκούσιες ή ακούσιες) καταστροφής. Δηλαδή, δεν είναι πια υπόθεση παραταξιακών διαφορών, αλλά ζήτημα εθνικού συμφέροντος.

Για τον λόγο αυτό, χρειάζεται και περίσσιο θράσος όπως και ατελείωτη υποκρισία, για να τολμάει κανένας να μέμφεται όσους αντιδρούμε στην προφανή βλάβη σε βάρος της χώρας, καταλογίζοντας, μάλιστα, σε όλους εμάς …αντιπολιτευτική μικροψυχία!!! Γι’ αυτό, όσοι κρυπτο-μητσοτακικοί καμώνονται ότι υπερασπίζονται τη χώρα κατηγορώντας όσους αντιδρούμε στην κατάντια διεθνούς εικόνας της Ελλάδας επί -και κυρίως ένεκα- Κυριάκου Μητσοτάκη, ας σοβαρευτούν. «Η αξιοπρέπεια είναι η συνωμοσία σιωπής της αναξιοπρέπειας», δήλωνε ο Μπέρναρ Σω.  

Φυσικά υπάρχουν και αντιπολιτευτικές υπερβολές, ακόμη και αήθειες, μεταξύ κομμάτων στην τρέχουσα διακομματική αντιπαράθεση! Η εντύπωση, όμως, της αλαζονείας που παρέχουν στους υποστηρικτές του ανεκδιήγητου νεο-μητσοτακισμού τα μίντια «συνεταίροι» του στο μπλοκ εξουσίας, που εδώ και μερικούς μήνες ελέγχει τη χώρα, ακριβώς ένεκα του Κυριάκου Μητσοτάκη καταρρέει!

Οι πολίτες θα συμπαραστέκονται με κάθε μέσο σε οποιονδήποτε πρωθυπουργό, ο οποίος με τη στάση του στο εξωτερικό θα παράγει όφελος για την χώρα και τους πολίτες της. Αν την βλάπτει, ο καταλογισμός θα είναι άμεσος, σαφής και αναπόφευκτος. Και καμιά  μιντιακά κατευθυνόμενη σκηνοθεσία αλλοίωσης της πραγματικότητας, όσο καλά προετοιμασμένη κι αν είναι, δεν μπορεί αυτό να το κάμψει!

Το ταξίδι Κυριάκου Μητσοτάκη στις Η.Π.Α. είναι η μεγαλύτερη χαμένη ευκαιρία για την Ελλάδα, εδώ και πολύ καιρό. Χαμένη ευκαιρία για δύο βασικούς λόγους:

1. Διότι, ανεξαρτήτως του εάν το έκανε η απελθούσα κυβέρνηση ή το έφερε η συγκυρία (στην πραγματικότητα και τα δύο συνέτρεξαν) η δύση, ταλανίζεται σοβαρότερα απ’ όσο εδώ και δεκαετίες σε μια δίνη πολυεπίπεδης κρίσης, πολιτικής οικονομικής, παραγωγικής και πολιτισμικής. Είναι ακριβώς η εποχή που η Ελλάδα καθίσταται σήμερα καθαρότερα απ’ όσο ολόκληρη την περασμένη περίοδο από το 2008 ως σήμερα, ως η χώρα-παράγων-γεωπολιτική οντότητα, που αξίζει τον κόπο να υποστηριχτεί από τους επιλήσμονες συμμάχους της. Η αποκατάσταση της ελληνικής χρησιμότητας για τον δυτικό παράγοντα (που τόσο λοιδορήθηκε από τον τυφλό σοϊμπλισμό των μνημονίων, ως δήθεν βαρίδι για τη Ευρώπη)  φυσικά δεν είναι ζήτημα επενδύσεων, όπως ανοήτως και εκτός ιστορικής ουσίας περιφέρει ο ανεπαρκής σημερινός πρωθυπουργός. Πρόκειται για χρησιμότητα γεωπολιτική και συμβολική, που μόνον υπό το φως της σημερινής διεθνούς αβεβαιότητας κατ’ εξοχήν στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου γίνεται απολύτως αντιληπτή από το σύνολο του δυτικού κόσμου. Συντρέχει, κι αυτό για πρώτη φορά από καταβολής του σύγχρονου ελληνικού κράτους, και μια καίρια πρακτική ελληνική χρησιμότητα για τη δύση: εκείνη του συνδυασμού ιδιοκτησίας κοιτασμάτων υδρογονανθράκων και διαθεσιμότητας αξιοποίησής τους, με τη γεωγραφική θέση που προσφέρεται για εναλλακτικές από τις παραδοσιακές οδούς διαμετακόμισής τους προς τον δυτικό κόσμο.

Έτσι έχει νόημα η επιστροφή της Ελλάδας στις γεωπολιτικές προτεραιότητες και επιλεκτικές προτιμήσεις της δύσης, και όχι βέβαια ως επενδυτικός προορισμός (που καλώς να έρθει, αλλά δε μπορεί στα σοβαρά αυτό να είναι το σχέδιο μέλλοντος της χώρας). Κι αυτή η ευκαιρία να επανέλθει η Ελλάδα με όρους γεωπολιτικής κρισιμότητας στο διεθνές ενδιαφέρον χάθηκε κατά το ταξίδι Μητσοτάκη στις Η.Π.Α.. Και ίσως αυτή ήταν η τελευταία ευκαιρία να επιτευχθεί ο σκοπός, χωρίς όλ’ αυτά να λαμβάνουν χώρα σε περιβάλλον θερμότερο, από τη σημερινή ελληνο-τουρκική διένεξη για τις ΑΟΖ. Η Ελλάδα, αντί για «απαραίτητος παράγων» της δυτικής στρατηγικής στην ευρύτερη περιοχή, κατά την επίσκεψη Μητσοτάκη στις Η.Π.Α. υποβαθμίστηκε σε δευτερεύοντα πόλο των εξελίξεων και χωρίς βάθος προσδοκιών σχετικά με τον ρόλο της χώρας στο υπό αναδιαμόρφωση νέο σκηνικό που αναδύεται από την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στην ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα από το πρωθυπουργικό ταξίδι έμεινε στον κόσμο ως μια περίπτωση συμπαθούς δεδομένου δυτικού εταίρου, με προτίμηση μάλιστα στον αμερικανικό παράγοντα αλά Τραμπ, αν και το ευρωπαϊκό μας πρόταγμα ισχύει απολύτως και παράλληλα ακόμη και ο μισός αμερικανικός πολιτικός κόσμος διαχωρίζει πλήρως τη στάση του από τους καουμποϊσμούς του Αμερικανού προέδρου στην παρούσα ιρανική κρίση. Πρέπει  είμαστε η μόνη χώρα στον κόσμο που διά χειλέων Μητσοτάκη δεν κράτησε την ελάχιστη έστω απόσταση από τη πρακτική δολοφονίας κρατικών αξιωματούχων άλλης χώρας με προεδρική εντολή και σε επιχείρηση στο έδαφος τρίτης χώρας. Μόνον ο Όρμπαν -κι αυτός σε ηπιότερους τόνους- μιμήθηκε τον Μητσοτάκη. Η εικόνα αυτή αδικεί και πλήττει επί πλέον σοβαρά την Ελλάδα και την παράδοσή της ανεξαρτήτως διακυβέρνησης μέχρι σήμερα, ως διπλωματίας προαγωγής της ειρήνης, πρακτικής διαλόγου για την επίλυση διεθνών διαφορών παγίως και σεβασμού των διεθνών κανόνων.      

 2. Διότι, η αυτοπαγίδευση Μητσοτάκη αποκλειστικά στην προσπάθεια εξασφάλισης αμερικανικής υποστήριξης στο δίπολο Ελλάδα-Τουρκία, αποδείχτηκε (και εξ αρχής ήταν για όσους στοιχειωδώς κατανοούν του κανόνες της εξωτερικής πολιτικής) ο λάθος στόχος του ταξιδιού! Η Ελλάδα δεν μπορεί να εκπροσωπείται διεθνώς  αιτουμένη στήριξη στα εθνικά ενδιαφέροντά της, που αυτονόητα ούτε  διαπραγματεύσιμα είναι, ούτε η υπεράσπισή τους εξαρτάται από τον βαθμό υποστήριξης του διεθνούς παράγοντα. Άλλο η οικονομία και ο εξωτερικός δανεισμός για την αποφυγή μιας χρεοκοπίας, και άλλο τα λεγόμενα εθνικά συμφέροντά μας! Αν δεν το κατανοεί αυτό ο πρωθυπουργός, αλίμονο!…

Και ωσαύτως, δεν μπορεί και μετά το ταξίδι να επιμένει η επικοινωνία διαχείρισης της πανωλεθρίας ότι επετεύχθη ο στόχος. Ποιός στόχος; Μα, να τονιστεί  στον συνομιλητή της Ελλάδας ότι δεν θα κάνουμε παραχωρήσεις στα κυριαρχικά μας δικαιώματα!!! Αυτά τα πράγματα συνιστούν πλήρη διακωμώδηση του αυτονόητου για κάθε χώρα του κόσμου, που πρώτο μέλημά της είναι η διαφύλαξη της υπόστασής της, ιδίως της εδαφικής και κυριαρχικής.

Στην παρούσα σύντομη ανάλυση προσπάθησα να δείξω το βάθος της μητσοτακικής αστοχίας και τις τεράστιες συνέπειές της για την Ελλάδα και όλους μας.

Όσο ξεμακραίνουμε από το σκηνικό των εκλογών του περασμένου Ιουλίου τόσο περισσότερο η αλήθεια θα επιδράμει στην ουσιαστική αποτίμηση των πολιτικών πραγμάτων, σε εξατομικευμένο επίπεδο για τον καθένα μας. Και ίσως αυτό είναι και το πλέον αδιάψευστο κριτήριο αξιολόγησης του βαθμού ειλικρίνειας της δήλωσης που κάνουμε όσοι ζούμε εδώ, ότι αγαπάμε και πονάμε τον τόπο μας.

 

 

 

7 Ιαν. 2020

Λογοτεχνική μαλαφράντζα

"...Φυσικά,  ένας λογοτέχνης δικαιούται απολύτως να κάνει πολιτική! Αυτό δα έλειπε να του πούμε εμείς τί θα λέει και πώς θα το λέει. Εκείνο που δεν δικαιούται, όμως, είναι τόσο απροκάλυπτα να χρησιμοποιεί τη λογοτεχνική «ιδιότητά» του για να κάνει πολιτική. Κι αν το κάνει δεν είναι μόνο κακή πολιτική, είναι και ανέντιμη λογοτεχνία..."

5 Ιαν. 2020

Η «τραμποποίηση»

της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής

Δυστυχέστατα, σε μία ακόμη περίπτωση εκπροσώπησης της Ελλάδας στο κόσμο, από την κυβέρνηση επιλέγεται να προηγηθεί η προσωπική ατζέντα Μητσοτάκη, αντί της οργανωμένης εξωτερικής πολιτικής. Η ελληνική στάση απέναντι στους «καουμποϊσμούς» του Τραμπ με τη δολοφονία Ιρανού αξιωματούχου σε μια πρακτική που πρόδηλα παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, αποσιωπάται (γίνεται δηλαδή ανεκτή από την Ελλάδα). Κι όλ’ αυτά, επειδή σε λίγες ώρες ο Μητσοτάκης θα συναντηθεί με τον «καουμπόι» και δεν πρέπει να τον φέρει σε δύσκολη θέση, αφού ο ίδιος σε λίγο καιρό έχει προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ.

Στοιχειώδης παρακολούθηση των εξελίξεων δείχνει ότι και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η οργανωμένη διπλωματία της χώρας επιχειρεί να αποστασιοποιηθεί από τις προεκλογικές δολοφονίες του καθ’ όλα επικίνδυνου Αμερικανού προέδρου και να κατευνάσει την οργή της Τεχεράνης. Αντί να ακολουθήσει αυτή τη γραμμή η Αθήνα, την οποία σημειωτέον ακολουθούν όλες οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, σιωπά «τραμποποιώντας» την εξωτερική μας πολιτική!

Κάποια στιγμή εκφράζω την ελπίδα να γίνει κατανοητό και να εφαρμοστεί στην πράξη η αρχή ότι η εξωτερική μας πολιτική είναι απόρροια συνειδητοποιημένων επιλογών που προάγουν τα συμφέροντά μας και όχι ρουσφέτια διευκόλυνσης των ταξιδιών του πρωθυπουργού στο εξωτερικό. Υπάρχει πάντα ο τρόπος στη διπλωματική γλώσσα και πρακτική να εκφραστούν οι τοποθετήσεις της χώρας στα κρίσιμα θέματα. Κι αυτό είναι που βοηθάει έναν πρωθυπουργό που εκπροσωπεί τη χώρα στο εξωτερικό και όχι η ανοχή σε πρακτικές απορριπτέες από το διεθνές δίκαιο. Αυτή η στάση κάνει μια χώρα σεβαστή και ισχυρή και όχι τα γλυψίματα στους «καουμποϊσμούς» του ανόητου και επικίνδυνου Τραμπ.

Επαναλαμβάνεται, δυστυχώς, η κακή πρακτική της «διπλωματίας του Μαξίμου» σε βάρος της οργανωμένης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής που είναι δουλειά του ΥΠΕΞ. Αν ο κ. Δένδιας αδυνατεί να εξηγήσει στον γραφικό και αδύναμο Έλληνα πρωθυπουργό αυτά τα απλά πράγματα και τα συμφέροντα της χώρα μας συνεχίσουν για πολύ ακόμη να είναι μητσοτακική «επικοινωνία», που στοχεύει στα πολιτικά κοινά στο εσωτερικό, οι συνέπειες θα καταλήξει να είναι αναπότρεπτα επιβλαβείς για όλους μας. Στην παρούσα εξαιρετικά φορτισμένη διεθνή συγκυρία ίσως η ζημιά να είναι μεγάλη.

Ας το κατανοήσουν έστω την ύστατη ώρα οι επικοινωνιολόγοι του αρχηγού. Στην εξωτερική πολιτική δεν χωράνε οι χειρισμοί τους και όλα υποχωρούν μπροστά στα ελληνικά συμφέροντα.

…εκτός κι να είσαι κάτι σαν τον Τραμπ, που κάνει έναν πόλεμο πιθανότερο απλά για να το αξιοποιήσει στις εκλογές στη χώρα του.  

 

 

 

3 Ιαν. 2020

Γιατρέ μου,

μήπως δεν θα ξανακερδίσω

ποτέ άλλοτε εκλογές;

Οι αναφορές κατά της διεύρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ,  στο εσωτερικό του κόμματος, συγκεκαλυμμένες ή και ανοιχτές, πληθαίνουν. Από τις αντιπαραθέσεις στις συνεδριάσεις των πολιτικών οργάνων του κόμματος, μέχρι τις δημοσιεύσεις τεκμηριώσεων πάσης μορφής και προθέσεων, ιδεολογικού περιτυλίγματος ή και ολοκάθαρης διένεξης περί τη νομή της εξουσίας στην αξιωματική αντιπολίτευση και την διακηρυττόμενη ως ενιαία σ’ όλες τις τάσεις προσδοκία-σκοπό για νίκη στις επόμενες εκλογές, αναδύεται ολοκάθαρα μια θνησιγενής πολιτική συνθήκη που προαναγγέλλει την παταγώδη αποτυχία του διευρυντικού εγχειρήματος.

Η ένταση των διαφορών πιστοποιεί την ύπαρξη βαθύτατου ιδεολογικού διχασμού, τόσο σε ό,τι αφορά την καθαρά θεωρητική πρόσληψη των αρχών του μαρξισμού, ως μεθόδου ανάλυσης των κοινωνικών αντιθέσεων, όσο και σχετικά με την αντίληψη περί της πολιτικής αριστεράς στον 21ο αιώνα. Οι διαφορές μου θυμίζουν ανάλογες αντεγκλήσεις μεταξύ ΠΑ.ΣΟ.Κ. και παραδοσιακής αριστεράς σε παρόμοια ζητήματα. Από την εποχή εκείνη ιστορικό έχει μείνει ένα κείμενο του Ανδρέα Παπανδρέου με τίτλο «Ο Μαρξ, ο Λένιν και η δικτατορία του προλεταριάτου», στο οποίο εκτίθεται για πρώτη φορά το δημοκρατικό πρόταγμα ως αναπόσπαστο μέρος μιας μεθοδολογίας σοσιαλιστικής μετάβασης, σε αντίστιξη με τον κλασσικό μαρξισμό-λενινισμό και τη θέση του για το ρόλο του κόμματος-πρωτοπορία για τη διαδικασία της ίδιας μετάβασης.       

Στα σημερινά μέτρα, και επειδή εδώ δεν είναι ένα άρθρο θεωρητικής αναφοράς αλλά μια ανάλυση σχετικά με την πολιτική επικαιρότητα, οι ιδεολογικές διαφορές που επισημαίνονται δεν είναι άσχετες με τις εσωκομματικές σκοπιμότητες των πτερύγων που διαγκωνίζονται για την ηγεμονία στο εσωτερικό του ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

Σε κάθε περίπτωση, επειδή η προοδευτική παράταξη στην Ελλάδα σήμερα έλκει την ιστορική καταγωγή της τόσο από την παραδοσιακή αριστερά όσο και από τον χώρο του ΠΑ.ΣΟ.Κ., η σχηματοποίηση του εσωκομματικού διαγκωνισμού που βρίσκεται πλέον σε πλήρη εξέλιξη για τον έλεγχο του κόμματος στο πλαίσιο του διευρυντικού εγχειρήματος, μοιραία -θά ‘λεγε κανένας- καταλήγει στην αφαιρετική αντιπαράθεση «συριζαίων»-«πασοκογενών». Όμως το γεγονός και μόνον ότι η αντιπαράθεση σχηματοποιείται με τέτοιο τρόπο, ενώ το σαφές και συνειδητώς τεθέν αιτούμενο του υπό ανασυγκρότηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι ένα μαζικό κόμμα, ικανό να υλοποιήσει και να νομιμοποιήσει δημοκρατικά μια οργανωμένη και δημοκρατικά νομιμοποιημένη πολιτική ανατροπή, αποδεικνύει τη «ρηχότητα» των πραγμάτων. Αντί για τις αναγκαίες αναπροσαρμογές της αριστεράς σε θεωρία και πολιτική πρακτική, που γεννά η συγκυρία όπως εξελίσσεται ραγδαία στον 21ο αιώνα, εμπεδώνεται ένα σκηνικό άγονου φατριασμού. Και, φυσικά, έτσι το όλο εγχείρημα υπονομεύεται εξ αφετηρίας.     

Από την οριστικοποίηση της πορείας προς το συνέδριο του «σχήματος» ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-Προοδευτική παράταξη, που έχει προγραμματιστεί να συγκροτηθεί σε συνεδριακή μορφή τον Μάιο του 2020, έχει εκδηλωθεί  μια ανοιχτή σύγκρουση, που δεν αποφεύγει την ανταλλαγή χαρακτηρισμών, σε τόνους και περιεχόμενο, που δεν μπορεί να συνιστά βάση πολιτικής συνύπαρξης όσων παίρνουν μέρος στον αχρείαστο κατά τη γνώμη μου καυγά.

Δύο ενδεικτικά παραδείγματα:

α. η προκλητικότατη για τον ιστορικό ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και τα μέλη και στελέχη του (που, αρέσει δεν αρέσει, αποτελεί τον πυρήνα του διευρυντικού σκοπού) αναφορά πρώην υπουργού του Γ. Παπανδρέου, και

β. η φοβερή φράση σε χθεσινό μόλις άρθρο στο commonality περί του «…ανδρεο-παπανδρεϊκού ΠΑ.ΣΟ.Κ. της διαφθοράς και του σκανδάλου Κοσκωτά…», με το οποίο προφανώς ο αρθρογράφος ξεκαθαρίζει ότι δεν μπορεί να προκύψει συνύπαρξη του ιστορικού ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με την πασοκική παράδοση.  

Υπάρχει κανένας που πιστεύει ότι με τέτοιες εκατέρωθεν προσεγγίσεις μπορεί να υπάρχει εδραία προσδοκία να επιτύχει το ανασυγκροτητικό και ενοποιό εγχείρημα της  διεύρυσης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.; Εγώ λέω όχι! Το καλύτερο που θα μπορούσε κανένας να προσδοκά σε τέτοιες συνθήκες είναι μια συνύπαρξη τακτικού χαρακτήρα με στόχο μια εκλογική επιτυχία και μια 2η ευκαιρία πρόσβασης στην εξουσία. (Μια νέα ευκαιρία, ποιοτικά και πρακτικά απολύτως ασύμβατη με την επιτυχή 1η ευκαιρία αποτίναξης της συντεταγμένης μνημονιακής εξάρτησης, ουσιαστικής για πρώτη φορά μακροπρόθεσμης ρύθμισης του εξωτερικού χρέους και ανατοποθέτησης του διεθνούς λόγου της Ελλάδας από αποικία χρέους σε παράγοντα γεωπολιτικής σταθερότητας [συμφωνία των Πρεσπών] και εναλλακτικού ενεργειακού παίκτη ευρύτερης επίδρασης στις εξελίξεις [πολιτική αγωγών και πλήρης ενεργοποίηση της διαδικασίας ενάσκησης εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων της χώρας στους υδρογονάνθρακες στο Ιόνιο, το Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο]).

Όμως, μια τέτοια συνένωση ασύμβατων μεταξύ τους προσλήψεων της πολιτικής ανάγκης που ιστορικά καλείται να υπηρετήσει η αριστερά αυτών των καιρών, με τα κινήματα βάσης του 21ου αιώνα, από την ουσιαστική αμφισβήτηση του καπιταλιστικού οικονομικού, παραγωγικού και καταναλωτικού μοντέλου που καταρρέει, μέχρι την ανακοπή και αποτροπή της Κλιματικής Αλλαγής και την πολιτισμική αναθεώρηση του σημερινού «δημοκρατικού» πλαισίου πλασματικής αντιπροσώπευσης, μιντιακής και υπό το σκληρό πλέγμα ιδιωτικών επιχειρηματικών συμφερόντων δήθεν αποτύπωσης των κοινωνικών αιτημάτων, δεν είναι κίνημα πολιτικών ανατροπών, ούτε είναι προοδευτικό κόμμα, ουδέ καν πολύ περισσότερο είναι αριστερά!

Τελικά δεν είναι παρά ένα μπλοκ εξουσίας υπό κυοφορία! Ένα εναλλακτικό μπλοκ εξουσίας απέναντι σ’ αυτό του ιδιότυπου ακροδεξιού νεο-φιλελευθερισμού που υπό το ετερόκλητο και τυχοδιωκτικό όχημα του νεο-μητσοτακισμού κυβερνά σήμερα τη χώρα. Η αριστερά δεν μπορεί και δεν δικαιούται ιστορικά να προτείνει ως λύση του ακατάλυτου αιτήματος σοσιαλιστικής αλλαγής μια εναλλαγή των μπλοκ εξουσίας. Αν το κάνει θα ήταν μια τερατική πολιτική κλωνοποίηση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» του περασμένου αιώνα (ως άγους εκ του αποτελέσματος) κατά τον τρέχοντα 21ο αιώνα. Αν το κάνει, απλά θα πάψει να είναι αριστερά! Πολύ περισσότερο, αφού η συνεπεία της χαίνουσας καπιταλιστικής κρίσης προλεταριοποίηση σήμερα ευρύτατων τμημάτων της μεσαίας τάξης, παράγει δημοκρατικές νομιμοποιήσεις ριζοσπαστικοποίησης της πλειοψηφίας των πολιτών, που καθιστούν απολύτως αναιτιολόγητη κάθε σκέψη επιβολών μιας «δικτατορίας του σημερινού προλεταριάτου».

Η σκιαμαχία που περιγράφω, έχει σημασία να εντοπίσω πώς συγκεκριμένα συναρθρώνεται σε διλημματικού τύπου απολύτως οππορτουνίστικα ερωτήματα που θέτουν οι αλληλοσπαρασσόμενες μεταξύ τους πτέρυγες, στην πορεία προς το τύποις συνέδριο ανασυγκρότησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

Ενδεικτικά αναφέρω μερικές από τις μηχανίστικες παρουσιαζόμενες από τις ενδοπαραταξιακές φατρίες εκατέρωθεν αντιθέσεις:      

- Κόμμα ή παράταξη (λες και μπορεί να υπάρξει δημοκρατικά νικηφόρο κόμμα σε εκλογές τον 21ο αιώνα χωρίς αναφορές σε κινηματικά και παραταξιακά στοιχεία της κίνησης των μαζών),

- Συνέδριο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ή του διευρυμένου κομματικού σχήματος (λες και θα μπορούσαν ποτέ να αναμένουν οι κινηματικής συγκρότησης ριζοσπαστικοποιημένες μάζες που κινούνται σε προοδευτική κατεύθυνση την κομματική διαδικασία να ολοκληρώσει τον υπαρξιακό πολιτικό κύκλο της, για να επιχειρηθεί η μαζικοποίηση του πολιτικού υποκειμένου ανατροπής -κόμμα, παράταξη, μέτωπο, ο,τι δήποτε και αν είναι),

- Προσχώρηση ή σύμπραξη (λες και θα μπορούσε ποτέ να αρθρωθεί ενιαίος προγραμματικός πολιτικός λόγος περί μέλλοντος, με πολιτικές μεταγραφές και όχι με σφυρηλάτηση πολιτικής ενότητας), και

- Face control ή ανοιχτή πρόσβαση (λες και η εξατομικευμένη συνέπεια σε ιδέες και υπηρέτηση πολιτικών σκοπών θα μπορούσε να τίθεται υπό την κρίση οιουδήποτε ιερατείου).

Απολύτως προσωπικά, ως προερχόμενος από το ΠΑ.ΣΟ.Κ., προφανώς δεν είμαι διατεθειμένος να θέσω υπό την ετεροχρονισμένη αξιολογητική κρίση των υπολειμμάτων της παραδοσιακής αριστεράς της δεκαετίας του 1980, τον ιδρυτή του Κινήματος και το τεράστιο πολιτικό έργο του 1981-1989. Γιατί αυτό υποδεικνύει η φράση του αρθρογράφου στο commonality περί του «…ανδρεο-παπανδρεϊκού ΠΑ.ΣΟ.Κ. της διαφθοράς και του σκανδάλου Κοσκωτά». Ούτε σημείο στίξεως δεν θα χαράμιζα σε τέτοιο διάλογο!

Αντιλαμβάνομαι, εξ αντιθέτου, και θεωρώ λογικό και θεμιτό ότι κανένας παλιός συριζαίος δεν θα ανεχόταν εισβολή αξιωματούχων άλλου χώρου, οι οποίοι μη σεβόμενοι διαδικασίες, παραδόσεις και συλλογικά παραδεδεγμένα σ’ ένα υπάρχον από χρόνια τώρα  κόμμα, απειλούν -εξ ονόματος μάλιστα του ίδιου του Τσίπρα- με περιθωριοποίηση τα μέλη και τα στελέχη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

Όπως και να ‘ναι, όμως, και όποιος κι αν έχει το μικρότερο ή το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την εμπέδωση αυτού του ενδοπαραταξιακού διχασμού, και μάλιστα επί σκιαμαχιών (όπως προσπάθησα να εξηγήσω), έτσι δουλειά δεν γίνεται!

Κι αυτό ή θα αλλάξει με άμεσες, σαφείς και αποτελεσματικές παρεμβάσεις εκκαθάρισης αυτού του πεδίου αναμέτρησης των εκατέρωθεν οππορτουνισμών, είτε το ιστορικό εγχείρημα ανασυγκρότησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-Προοδευτική Συμμαχία θα εκπέσει των προσδοκιών του προοδευτικού κινήματος στην Ελλάδα σε γήπεδο νέου κύκλου χαμένων ευκαιριών της αριστεράς.