Μολυβάκι

9 Δεκ. 2020

Τι (δεν) έκανε ο Τσίπρας στην αντιπολίτευση

(Μερος Γ΄-τελευταίο: Η συνέχεια πάντα είναι

πιο κρίσιμη από ό,τι προηγήθηκε)

Τι μπορεί, λοιπόν, να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, μετά από τις επισημάνεις στα δύο προηγούμενα μέρη;

Θα εκθέσω ορισμένες απόψεις στη συνέχεια, υπό την προκαταβολική σημείωση ότι οι προτάσεις που γίνονται εδώ θεωρώ πως είναι συμβολή σ’ έναν δημόσιο διάλογο που είτε δεν γίνεται, είτε γίνεται υπό όρους «πολιτικού εγκλεισμού» (επιβαρυμένου από τον θέσει αυταρχισμό που αποπνέει η συνολική πρόσληψη των πολιτικών πραγμάτων από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, με την πανδημία ως πρόσχημα για τους περιορισμούς, ενώ στο βάθος διαγιγνώσκονται προθέσεις κατασίγασης βάσιμων μαζικών αντιδράσεων, πέραν των αναγκαίων υγειονομικών μέτρων). Δηλαδή, ο διάλογος αυτός ουσιαστικά μόλις τώρα αποκτά το βάθος που επιζητείται σε συνθήκες ωρίμανσης των συσχετισμών δυνάμεων υπό το αίτημα της «πολιτικής αλλαγής» που απαιτούν οι περιστάσεις και ενώ ήδη ανιχνεύονται οι αναγκαίες προϋποθέσεις ευρείας υποστήριξης αυτού του αιτήματος.

ημ.: Παλιότερα, σε προηγηθείσες διατυπώσεις του Συντάγματος, σκηνικό σαν το σημερινό ονομαζόταν «προφανής δυσαρμονία» ανάμεσα στη λαϊκή βούληση και την κυβερνώσα παράταξη, ως οιονεί πολιτικό εκπρόσωπο συλλογικά των πολιτών. Τότε, σ’ αυτήν την  παλιότερη συνταγματική διατύπωση, αφηνόταν περιθώριο πολιτικής επίκλησης αυτής της δυσαρμονίας για την παραγωγή πολιτικών εξελίξεων. Και σε μία τουλάχιστον περίπτωση, το 1980-’81, αυτό το στοιχείο επιστρατεύτηκε στην τρέχουσα πολιτική ζωή για να υποδηλώσει την ανάγκη απομάκρυνσης της μεταδικτατορικής δεξιάς κυβέρνησης από την εξουσία. Όπερ και εγένετο (με τις εκλογές της 18ης Οκτωβρίου 1981)!

Αναγκαία παρατήρηση για το τότε: Η «δυσαρμονία» αυτή, για να ανιχνεύεται, να διαπιστώνεται και να δρομολογεί πολιτικές εξελίξεις, καθόλου δεν προϋπέθετε εκείνη την περίοδο ως αναγκαία παράλληλη ισχύουσα συνθήκη την ύπαρξη εναλλακτικού πολιτικού φορέα, έτοιμου να διαδεχτεί την κυβέρνηση του κόμματος που είχε απολέσει τη λαϊκή στήριξη. Η πολιτική λογική βάση του συντάγματος τότε ήταν ότι υπήρχε αποχρών λόγος προς υπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος να απομακρύνεται από την εξουσία κυβέρνηση αποστερημένη της λαϊκής στήριξης και της απορρέουσας από εκείνη νομιμοποίησης. Τί θα αντικαθιστούσε την απονομιμοποιημένη κυβέρνηση καθόλου δεν απασχολούσε τον τότε συνταγματικό νομοθέτη, επαφίοντας στον λαϊκό παράγοντα να διαμορφώσει εκείνος -«εκ του μηδενός», θά ‘λεγε κανένας- την επόμενη φάση… Επίσης, όπερ και εγένετο!      

Σήμερα, αυτή η δυνατότητα της παραγωγής πολιτικών εξελίξεων, λόγω απονομιμοποίησης των εκάστοτε κυβερνώντων, τυπικά δεν υπάρχει! Η παρουσία της δημοκρατικά προβληματικής (λόγω της εκφοράς πολιτικού λόγου, αλλά και -κυρίως- λόγω της τρέχουσας κυβερνητικής πρακτικής) «πολιτικής κανονικότητας» της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, κανένα άλλο περιθώριο δεν αφήνει να καταγραφεί η προϊούσα απονομιμοποίησή της και να προβεί εξ ιδίων σε διορθωτικές κινήσεις, ει μη μόνον εάν το έδειχναν οι δημοσκοπήσεις. Και μόνον υπό τον απαράβατο όρο της διενέργειας εκλογών. Υπό την απολύτως αντιδημοκρατική συνθήκη, ότι ακόμη και σε σκηνικό απόλυτης απονομιμοποίησης (όπως τείνει να διαμορφωθεί ο δημόσιος βίος μας) ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα μείνει πρωθυπουργός έως ότου από μόνος του αποφασίσει να κάνει εκλογές (στο τέλος της 4ετίας ή νωρίτερα), ή εάν η κοινοβουλευτική ομάδα του αποφασίσει να τον ανατρέψει].

Όλη η παραπάνω μακρά σημείωση, αφορά σ’ ένα κρίσιμο θαρρώ ζητούμενο του σημερινού σκηνικού,  εντός του οποίου τοποθετείται και ο διάλογος με θέμα «τί να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ»: Το ζητούμενο αυτό είναι ο απεγκλωβισμός της ηγεσίας του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης από την αποφυγή της κατά τα λοιπά δημοκρατικά επιβεβλημένης υποχρέωσής του να ζητήσει προκήρυξη πρόωρων εκλογών, λόγω πολιτικής απονομιμοποίησης της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη!

Δεν το αποτολμά ο ΣΥΡΙΖΑ για δύο λόγους: Ο πρώτος λόγος είναι ότι οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι είναι αρκετά πίσω  από τη ΝΔ στη λεγόμενη «πρόθεση ψήφου». Ο δεύτερος λόγος είναι ότι δεν αισθάνεται ακόμη έτοιμος (και οι δημοσκοπήσεις επίσης το πιστοποιούν αυτό ως εντύπωση των πολιτών) να αναλάβει εκείνος της διακυβέρνηση της χώρας, αντικαθιστώντας τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Και οι δύο φόβοι του ΣΥΡΙΖΑ είναι επί πραγματικού! Αν γίνονταν εκλογές δύσκολα θα ερχόταν πρώτο κόμμα, αλλά και αν κατάφερνε να τις κερδίσει η προγραμματική του ένδεια είναι τόσο προφανής και εκτεταμένη, που θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση, στην προσπάθεια να οδηγήσει την Ελλάδα σε καλύτερο δρόμο από το σημερινό ολοφάνερο αδιέξοδο που έχει παραχθεί από τη σημερινή κυβέρνηση. 

Μόνο που και οι δύο πραγματικοί -όπως είπα- φόβοι του ΣΥΡΙΖΑ δεν αφορούν σε καμιά περίπτωση την πολιτική υποχρέωσή του ως αξιωματικής αντιπολίτευσης να ασκεί τον ρόλο του και δεν ανταποκρίνονται κατά το ελάχιστο σε ό,τι προσδοκούν οι πολίτες από μεριάς του. Διότι οι πολίτες, δεν περιμένουν απλά να προετοιμάζεται ένα κόμμα στην αντιπολίτευση για να γίνει στη συνέχεια κυβέρνηση (κατά τη γνωστή θεωρία του «ώριμου φρούτου»). Οι πολίτες αναμένουν από τον ΣΥΡΙΖΑ (όπως και από οποιοδήποτε δημοκρατικό κόμμα στην αντιπολίτευση) να αποκαλύπτει εκ θεμελιώδους πολιτικής υποχρέωσής του ότι το κόμμα που κυβερνάει έχει απονομιμοποιηθεί και απαιτείται παρέμβαση για τη δημοκρατική «αποθεραπεία» των πραγμάτων. Έτσι αποκαθίσταται η ομαλότητα και εκπορθείται η δημοκρατικά προβληματική «κανονικότητα» του νεομητσοτακισμού.

Αυτό το ζήτημα, όντας στην αντιπολίτευση, δεν περιμένεις πρώτα να προετοιμαστείς για να κυβερνήσεις εσύ, και κατόπιν να το αναδείξεις. Αν ενεργείς έτσι, τότε δεν είσαι αντιπολίτευση αθροιζόμενη στις δυνάμεις που επιζητούν την αλλαγή του συστήματος που δηλώνεις ότι αντιμάχεσαι. Αν έτσι δρας, τότε δεν είσαι κόμμα αλλαγής, αλλά μηχανισμός προαγωγής της ηγετικής νομενκλατούρας που διοικεί το κόμμα τη συγκεκριμένη στιγμή και η οποία απλά το χρησιμοποιεί για να αναρριχηθεί στην εξουσία. Με δύο λέξεις, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να (συνεχίζει να) πασχίζει να συμμετάσχει στο συστημικό κυβερνητικό παιχνίδι «φύγε συ-έλα συ», απλά γιατί διαφωνεί  μ’ αυτό το παιχνίδι και πολιτικά διαχωρίζεται πλήρως απ’ αυτό.

Είναι ανάγκη, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ να θέσει  άμεσα θέμα εκλογών, για να αποκαλυφτεί η αποκλειστικά σκηνική και δημοσκοπική νομιμοποίηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και να προκύψει από τα πράγματα το αίτημα ο ίδιος να αποχωρήσει από την πρωθυπουργία.

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ εμμείνει στο ίδιο στιλ και περιεχόμενο της ως σήμερα αντιπολίτευσης, λες και είναι κι εκείνος ένα ακόμη κόμμα εναλλακτικής διασφάλισης της σταθερότητας του πολιτικού συστήματος που δηλώνει πως αντιμάχεται, τότε είναι σαν να συναινεί ελαφρά τη καρδία στην παγίδευσή του στην «κανονικότητα» του σήμερα κυβερνώντος κόμματος, δηλαδή στο  «πολιτικό κόλπο» που έστησε το μπλοκ εξουσίας «Μητσοτάκης και  σία». Και, αν το κάνει, οι πολίτες θα απογοητευτούν και θα αποστασιοποιηθούν από τον ΣΥΡΙΖΑ. (Κι απ’ αυτή την οπτική, ορθά επισημαίνει η Φώφη Γεννηματά ότι το ΚΙΝΑΛ υποκαθιστά τα κενά αντιπολίτευσης που αφήνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Μόνο που ως ρόλο της αντιπολίτευσης το ΚΙΝΑΛ αντιλαμβάνεται να σκαρφαλώσει κι εκείνο στην εξουσία ως στυλοβάτης του συστήματος, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ (οφείλει) να αλλάξει ό,τι βλάπτει τη χώρα και τους πολίτες). 

Και δεν κάνει αυτό που οφείλει  να πράξει ως συστημική και κοινοβουλευτική αντιπολίτευση ο ΣΥΡΙΖΑ, λόγω του ότι παραβλέπει και υποτιμά (ως τώρα) δύο σημαντικά στοιχεία:

- α. ότι εάν τυχόν έθετε θέμα εκλογών αλλιώς θα διαχειρίζονταν την ανοχή που σήμερα παραχωρούν χωρίς το ενδεχόμενο εκλογών στο παρόν σκηνικό οι πολίτες, που χωρίς δεύτερη σκέψη στις δημοσκοπήσεις «κάνουν πως δεν βλέπουν» τα χάλια στα οποία οδήγησε τη χώρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Οι πολίτες αυτοί, που σήμερα προσφέρουν στον εαυτό τους (ακόμη κι αν έτσι παρατείνεται  μια κατάσταση που προφανώς βλάπτει την Ελλάδα) την πολυτέλεια να αφήνουν να αποφασίσουν σε διόμισυ χρόνια τί θα ψηφίσουν, μπροστά σε πολιτικές εξελίξεις θα πιεστούν να αποφασίσουν ανάμεσα στην οριστική ένταξή τους στον νεοδημοκρατικό «όχημα» του Κυριάκου Μητσοτάκη, που αποδεδειγμένα πλήττει το δημόσιο συμφέρον, και στην ευθύνη τους να συμβάλλουν στην αποκάλυψη της ρητής πολιτικής απονομιμοποίησης της σημερινής κυβέρνησης για να σταματήσει το κακό. Άρα και μόνο θέτοντας αίτημα εκλογών με την συγκεκριμένη αιτιολόγηση ο ΣΥΡΙΖΑ παράγει κινητικότητα στις εμφανιζόμενες ως δήθεν «παγωμένες» δυνάμεις που δηλώνουν ότι στηρίζουν ή ότι ανέχονται τον σημερινό πρωθυπουργό.

- β. ότι οι εκλογές, αν τυχόν ερχόντουσαν, θα διεξάγονταν με απλή αναλογική, καθιστώντας εκ των πραγμάτων τον ΣΥΡΙΖΑ αναγκαία κυβερνητική συνιστώσα.

Σ’ αυτά βλέπω δύο αντιλόγους: Την πιθανότατη τεχνητή κινδυνολογία που θα διακινηθεί για να στοχοποιηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ ως «ανεύθυνη δύναμη», επειδή θα επαπειληθεί ακυβερνησία. Μα, αν είναι υπαρκτή η πολιτική απονομιμοποίηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, πώς θα μπορούσε να γίνεται πειστικά λόγος για ακυβερνησία; Και σχετικά με το επιχείρημα ότι εν μέσω πανδημίας θα πρέπει να αποφευχθούν εκλογές: Θα ήταν ανευθυνότητα να ζητούσε κάποιο κόμμα εκλογές ενώ οι νεκροί αθροίζονται κατά εκατοντάδες; Όχι, δεν θα ήταν ανευθυνότητα, αν με τη σημερινή κατάσταση χάνονται άδικα άνθρωποι κι αυτό πρέπει το συντομότερο να σταματήσει. Όπως συμβαίνει!

Άλλωστε, κάποια στιγμή πρέπει να αποδομηθεί οριστικά  το μύθευμα της πολιτικής συντήρησης ότι οι εκλογές μπορούν να είναι κάτι που βλάπτει τη δημοκρατία. Ιδίως αν ανιχνεύονται ανωμαλίες στον τρόπο διακυβέρνησης και τη νομιμοποίηση που απαιτείται ως εκ των ων ουκ άνευ συνοδό στοιχείο οποιασδήποτε κυβέρνησης για να λειτουργεί η δημοκρατία, τότε οι εκλογές είναι πάντα λυτρωτικές!       

Εν κατακλείδι νομίζω πως είναι η ώρα να δηλωθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ ανοιχτά ότι η χώρα έχει περιέλθει σε κατάσταση αντίστοιχης κρισιμότητας και διασωστικών προταγμάτων (δόκιμων πρακτικών ή εσφαλμένων) με εκείνη της μνημονιακής περιόδου, από την οποία ο ίδιος την έβγαλε το 2018. Αναγκαιότητα διάσωσής της βιώνει ξανά η Ελλάδα ένεκα της διακυβέρνησής της από τον Κυριάκο Μητσοτάκη! Δεν είναι «δεξιό διάλειμμα» ο νεο-μητσοτακισμός. Δυστυχώς, διάλειμμα ήταν το φως εξόδου από το σπιράλ καταστροφής που ανέκοψε και παρέδωσε ο ΣΥΡΙΖΑ με τη διακυβέρνησή του 2015-’19 Και, αλίμονο, μέσα σε λίγους μόλις μήνες, από την ανοδική πορεία επιστρέψαμε στην κάθετη πτώση. Αυτή είναι η πραγματικότητα!

Κάτι τελευταίο: Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι επιφυλακτικός να ζητήσει εκλογές με την τεκμηρίωση που ανέπτυξα πιο πάνω, φοβούμενος -και δικαίως- ότι η δικτατορία των μίντια που επικαθορίζει το νεο-μητσοτακικό σκηνικό της αδίστακτης πολιτικής παραπληροφόρησης θα του καταλογίσει ότι διασπά την ενότητα που χρειάζεται η χώρα ανεξαρτήτως κυβέρνησης για να αντιμετωπίσει την πανδημία. Μόνον που πρόκειται εν τοις πράγμασι για αστεία, προσχηματική και τελικά επικίνδυνη για τη χώρα επίκληση ενδιαφέροντος για την Υγεία των πολιτών και τη μάχη στήριξης της πληττόμενης ελληνικής οικονομίας (και) λόγω του κορονοϊού.

Γιατί; Διότι στον Κυριάκο Μητσοτάκη προσφέρθηκε η πρωτοφανούς ηπιότητας και υπευθυνότητας αντιπολίτευση ως σήμερα. Πώς την υποδέχτηκε και την ενσωμάτωσε, ως όφειλε, ο σημερινός πρωθυπουργός στην πολιτική της κυβέρνησής του; Μήπως έδειξε καλή διάθεση διαλόγου και ευρύτερης ανταλλαγής απόψεων, για να καταστεί η κρατική πολιτική κατά της πανδημίας, την οποία χάραξε, πλατύτερα αποδεκτή; Η (μη) χρηματοδότηση του ΕΣΥ, οι διπλοεγγραφές στο σύστημα καταμέτρησης κρουσμάτων και θυμάτων της πανδημίας, το «άνοιγμα» του σαντορινέικου ηλιοβασιλέματος, η Ελλάδα πρωταθλήτρια παγκοσμίως σε αριθμούς θανάτων από την πανδημία, τα κενά σε έμψυχο υλικό και υποδομές των ΜΕΘ, οι παλινωδίες με τη λειτουργία των σχολείων σε συνθήκες συνωστισμού των μαθητών, τα μέσα δημόσιας συγκοινωνίας εν είδει hotspots αναμετάδοσης του κορονοϊού, και τόσα και τόσα άλλα, θυμίζουν τίποτα από υπεύθυνη στάση κυβερνήτη που επιζητεί την στήριξη της αντιπολίτευσης για ένα μεγάλο ζήτημα της χώρας; Τα «ευτυχώς που δεν φτιάξαμε ΜΕΘ γιατί θα ήταν πεταμένα λεφτά» και οι ανεκδιήγητες «μελέτες» που δείχνουν ότι στα ανεπίτρεπτα συνωστισμένα μέσα μαζικής μεταφοράς ο ιός δεν μεταδίδεται, αλλά το κάνει στην απογευματινή βόλτα εκτόνωσης των έγκλειστων πολιτών και ιδίως στα ραντεβού της νεολαίας στις πλατείες (ενώ την ίδια ώρα κάνεις τα στραβά μάτια στη μαζική μετάληψη απροστάτευτων πιστών), είναι μήπως εικόνα των πραγμάτων που αφήνει το οποιοδήποτε περιθώριο στην αντιπολίτευση να σε στηρίξει;

Την ίδια ώρα, με τη βαναυσότερη παρά ποτέ ευθεία αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων από την Τουρκία στην ανατολική Μεσόγειο και την ταυτόχρονη επίμονη άρνηση για σύγκληση του συμβουλίου πολιτικών αρχηγών, παράγεται μήπως η εικόνα καλής διάθεσης προς την αντιπολίτευση;

Οι ξυλοδαρμοί πολιτών μέρα μεσημέρι και μέσα στο ίδιο το σπίτι τους, τα ξεγυμνώματα πολιτών από αστυνομικούς, η απολύτως  προσχηματική επίκληση υγειονομικών κινήτρων ενώ κρώζει το μικρομματικό κίνητρο πολιτικών απαγορεύσεων για την επέτειο του Πολυτεχνείου και την επέτειο δολοφονίας Γρηγορόπουλου, και με τον τελικά αστείο Χρυσοχοΐδη να θριαμβολογεί για το «έργο» του, υπάρχει έστω και το ελάχιστο περιθώριο να υπάρξει συνεργασία με την αντιπολίτευση κατά της πανδημίας; Με «μπογδανισμούς» του αισχίστου είδους θα γίνει αυτή η συνεργασία;

Και στην οικονομία; Με σκόιλ ελικικου, πτωχευτικούς νόμους, γλίσχρες στηρίξεις των αδυνάμων που πληθύνονται ραγδαία, προκλητικές ενισχύσεις σε ημετέρους και ακόμη μεγαλύτερη αποδόμηση του εργασιακού πλαισίου (σε αντίθετη πορεία από ό,τι επιλέγεται σ’ όλη την υπόλοιπη Ευρώπη) μπορεί να υπάρξει συνεργασία με την αντιπολίτευση;

Μα, η αντιπολίτευση θα ήταν παρούσα για το κοινό όφελος και το δημόσιο συμφέρον! Δεν υπάρχει στο δημοκρατικό σκηνικό η αντιπολίτευση για να της «φοράς» τις ευθύνες της καταστροφής που εσύ προκάλεσες ως κυβέρνηση -κι αν δεν το κάνει είναι διχαστική. Πού τα έχει ακούσει αυτά ο πρωθυπουργός; Στο σπίτι του μπορεί να τον καλόμαθαν. Η Ελλάδα, όμως είναι σπίτι όλων μας και οφείλει να τη σέβεται!

Για να ξεκαθαρίσει λοιπόν κι αυτό το σημείο: Στήριξη σε επιλογές που αποδεδειγμένα πλέον βλάπτουν τη χώρα και τους πολίτες, φτωχαίνοντας τους Έλληνες και  προκαλώντας εκατοντάδες θανάτους, ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ να παράσχει η αντιπολίτευση. Αντίθετα, υποχρέωσή της είναι να αποκαλύψει τις ευθύνες και να σταματήσει το κακό.                            

Για να ανταποκριθεί σ’ αυτά τα καθήκοντά του ο ΣΥΡΙΖΑ χρωστάει να διαμορφώσει το  προγραμματικό μανιφέστο πολιτικής αλλαγής για την Ελλάδα του 21ου αιώνα, (όρα στο προηγούμενο μέρος Β΄ αυτών των αναλύσεων) σε 4 άξονες:

1. Εξωτερική πολιτική και διεθνής θέση της χώρας στον κόσμο του αιώνα, που υπόσχεται να αλλάξει εκ θεμελίων  την ανθρωπότητα,

2. Οικονομία αναδιάρθρωσης της παραγωγικής βάσης και ανατοποθέτησης ενισχυμένου του λόγου του δημόσιου τομέα (υγεία-παιδεία-κοινωνική δικαιοσύνη ως παραγωγικές-επενδυτικές δράσεις της κοινωνίας των πολιτών) στις διαδικασίες λήψης των οικονομικών αποφάσεων,

3. Αναθεώρηση του πολιτισμικού και καταναλωτικού μοντέλου, για αυριανούς πολίτες με αίσθηση υπευθυνότητας απέναντι στο φυσικό περιβάλλον και την πολυπλοκότητα του ανθρώπινου στοιχείου, και

4. Νέα δημοκρατικά και θεσμικά εργαλεία, υπό το φως της παρέμβασης των κοινωνικών  δικτύων του διαδικτύου και της πληροφορικής.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως αξιωματική αντιπολίτευση έχει χρέος να θέσει με απόλυτη προτεραιότητα το αίτημα αποκατάστασης του δημοκρατικού αυτοσκοπού, σε απελευθερωτική αντίστιξη με την «σκιά δημοκρατίας» 2019-2020. Είναι ταγμένος να αποκαταστήσει την πραγματικότητα και την αλήθεια, αντιπαρατιθέμενος στο μεταφυσικό αφήγημα ότι δήθεν είναι η πανδημία που κομίζει την απονομιμοποίηση της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, ενώ αυτό που συμβαίνει είναι ότι η παταγώδης κυβερνητική αποτυχία παράγει αυτή την απονομιμοποίηση.

Άκαμπτη υποχρέωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι, αντί να υπονοεί ως πολιτικό του σχέδιο μια εναλλακτική διαχείριση του συστημικού μοντέλου  παραγωγής αλλεπάλληλων και πολυεπίπεδων κρίσεων, να νοηματοδοτήσει την αλλαγή που έχει ανάγκη η χώρα και να αναλάβει την πρωτοβουλία να ανοίξει ο δρόμος για τις επόμενες γενιές, με δημοκρατία, πρόοδο, ευημερία και κοινωνική δικαιοσύνη, σε μια Ελλάδα γεωπολιτικό και πολιτισμικό καταλύτη στο πλαίσιο μιας Ευρώπης που ρέπει παγίως προς την απαξίωση των ιδρυτικών αξιών της. 

 

 

 

 

4 Δεκ. 2020

Τι (δεν) έκανε ο Τσίπρας στην αντιπολίτευση

(Μέρος Β΄: Η ενοχική αντιπολίτευση

μετά την εκλογική ήττα)

…Πιάνω αμέσως το νήμα από ‘κει που το άφησα στο Α΄ Μέρος…

3. Μια παρατήρηση που θεωρώ κρίσιμη: Ο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του 2019 βίωσε τη διακυβέρνησή του με μια πολιτικά σχιζοφρενή καταγραφή του έργου του. Κι αυτό φάνηκε τόσο στην προεκλογική όσο και τη μετεκλογική πολιτική στάση του.

- Από τη μία πλευρά, βίωσε τη διακυβέρνησή του ηττοπαθώς για όσα δεν έκανε και για όσα αναγκάστηκε να κάνει. Είναι χαρακτηριστικά τα παραδείγματα αναφορών στο εσωτερικό του κόμματος (κυρίως από την «παλιά κομματική μηχανή») για δειλία και εγγενή συντηρητισμό, που δεν επέτρεψαν, φερ’ ειπείν, την υλοποίηση της ανάγκης χωρισμού κράτους-εκκλησίας. Παράλληλα -ένα άλλο καίριο σημείο- ολοφάνερη ήταν η απολογητική διάθεση για τη συνεργασία με τη «δεξιά μεταβλητή» του Καμμένου.

Στην πρώτη περίπτωση, η αδυναμία (ή η απροθυμία) να ληφθεί υπόψη η ελληνική ιδιομορφία στις σχέσεις κράτους-εκκλησίας (που δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε εδώ περαιτέρω, νομίζω πως για τον μέσο νου είναι κατανοητό τί εννοώ και πώς ό,τι εννοώ προέκυψε ιστορικά) σκιαγραφεί την αρρωστημένη αντίληψη της «μηχανίστικης αριστεράς» να θεωρεί πώς όλα είναι απόφαση του κόμματος όταν εκείνο κυβερνάει, μακριά από κοινωνικούς και πολιτισμικούς συσχετισμούς δυνάμεων.

(Δεν επιθυμώ εδώ να μπω στην ατελείωτη συζήτηση σχετικά με το σύνδρομο του αριστερισμού, που βασάνισε, ταλαιπωρεί και θα επανέρχεται και μελλοντικά στην πολιτική αριστερά, αφαιρώντας δυνάμεις και πλήττοντας την αποτελεσματικότητά της. Εδώ με ενδιαφέρει μόνον ότι όσοι έκαναν κριτική για την «αποτυχία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ 2015-‘19» να χωρίσει οριστικά το κράτος από την εκκλησία, αντιμετώπισαν το θέμα με όρους μιας δήθεν «πολιτικής κανονικότητας» υπό τη συγκυρία μιας αριστερής διακυβέρνησης).

Μ’ άλλα λόγια, όσοι μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ άσκησαν τέτοια κριτική (και μάλιστα κατά κόρον την προεκλογική περίοδο και υπονοώντας ότι έτσι ο ΣΥΡΙΖΑ απώλεσε εκλογικές δυνάμεις αριστερού και ριζοσπαστικού πολιτικού προσήμου επειδή δεν προχώρησε στον χωρισμό εκκλησίας-κράτους) έλεγαν ό,τι έλεγαν, επειδή είτε δεν είχαν κατανοήσει είτε παρέβλεπαν ότι η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ 2015-‘19 ποτέ δεν (θα μπορούσε να) ήταν μια αριστερή διαχείριση των κρατικών υποθέσεων σε συνθήκες «πολιτικής κανονικότητας». Αντίθετα, η διακυβέρνηση 2015-’19 δεν ήταν άλλο από μια κυβέρνηση «ειδικού σκοπού» από την αντίθετη πολιτική οπτική της συστημικής προσέγγισης στον ίδιο «ειδικό σκοπό», που πρωτύτερα είχαν διαχειριστεί συντηρητικές κυβέρνησης, ως «πολιτικά εργαλεία» των ελίτ, και είχαν αποτύχει παταγωδώς. Πρόκειται για ανήκουστη ελαφρότητα να θεωρούν ακόμη και σήμερα πολλοί μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ (οι περισσότεροι εκ της παλιά κομματικής «στρατιάς» εκλογικής επιρροής του 5%) ότι η επικράτηση του 2015 ήταν αποτέλεσμα πολιτικής δικαίωσης στρατηγικού χαρακτήρα της πολιτικής του κόμματος των περασμένων δεκαετιών και γι’ αυτό ο Τσίπρας θα έπρεπε να είχε ολοκληρώσει τον χωρισμό κράτους-εκκλησίας ως πάγιας προγραμματικής δέσμευσης του παλιού «Συνασπισμού». Και επειδή δεν το έκανε, υποστήριζαν και υποστηρίζουν οι ίδιοι, κατέστη αυτό βασικό κριτήριο αρνητικής αποτίμησης του βαθμού επιτυχίας της κυβέρνησής του στην κάλπη. Η πραγματικότητα είναι ότι χωρίς την αντι-μνημονιακή ανατάραξη ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα ερχόταν ποτέ στα πράγματα. Το μνημόνια τον έφεραν, ο «ειδικός σκοπός» της πολιτικής οπτικής του ήταν να τα αντιπαλέψει ως βασικά μέσα του συστήματος που στρατηγικά αντιμάχεται και η επιτυχία της κυβέρνησής του ήταν ότι παρέδωσε Ελλάδα εκτός μνημονίων και με ρυθμισμένο χρέος. Ο ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή, δεν ήρθε επειδή ωρίμασαν οι πολιτικές συνθήκες του ταξικού αγώνα, αλλά επειδή ο ίδιος αξιοποίησε τη βαθύτατη συστημική κρίση ως ευκαιρία για την αριστερά και την προοδευτική παράταξη. Και πάνω στην ίδια «ευκαιρία» και την επιτυχή αξιοποίησή της σήμερα  βασίζονται και οι προοπτικές για προοδευτική εναλλακτική διακυβέρνηση της χώρας στη συνέχεια.

Δεν πρόκειται για οπορτουνισμό, όπως θα έσπευδαν να κρίνουν οι κακόπιστοι, αλλά για στοιχειώδη ανταπόκριση στον ρόλο μιας σύγχρονης κινηματικής και ριζοσπαστικής αριστεράς, που επιφυλάσσει  στο κόμμα τον ρόλο επιταχυντή των εξελίξεων, σε αντίθεση με την κουκουέδικη αντίληψη του μαρξισμού-λενινισμού περί του νομοτελειακού χαρακτήρα επέλευσης του σοσιαλισμού, που κράτησε την αριστερά στη δύση έναν ολόκληρο αιώνα εκτός δημοκρατικής εξουσίας, με τα κομμουνιστικά κόμματα θεατές και όχι παραγωγούς εξελίξεων.

(Για να κάνουμε έναν ιστορικό παραλληλισμό και τηρουμένων των αναλογιών: Ούτε το ΕΑΜ επικράτησε στην Ελλάδα ως απόρροια ωρίμανσης του αγώνα των ταξικών αντιθέσεων! Και είναι όνειδος για το Κ.Κ.Ε. ότι τότε έτσι προσέλαβε και ιδεολογικοπολιτικά αποκωδικοποίησε πλασματικά τον κινηματικό χαρακτήρα του κατοχικού απελευθερωτικού  κινήματος, ως δήθεν αποτέλεσμα ταξικών αντιπαραθέσεων, προσέγγιση, όμως, που τελικά θα μπορούσε σήμερα να ερμηνεύει τα σφάλματα στα οποία υπέπεσε μεταπολεμικά το κόμμα).

Εν κατακλείδι, θεωρώ αυτές τις κριτικές κατά της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ ότι δεν πέτυχε τον χωρισμό κράτους-εκκλησίας (το επικαλούμαι μόνον ως ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας αριστερόλογης κριτικής), ως υπολείμματα της δογματικής ανάγνωσης του μαρξισμού που επιβίωσαν ως σήμερα στον ΣΥΡΙΖΑ και από τα οποία το κόμμα πρέπει (να προσπαθήσει) να απελευθερωθεί , για να γίνει ένα κόμμα ανατροπής, αριστερού ριζοσπαστικού και κινηματικού χαρακτήρα, από εκείνα που θα δώσουν τις μάχες του 21ου αιώνα με πιθανότητες επιτυχίας για το σοσιαλιστικό στοίχημα.        

Στη δεύτερη περίπτωση (τη συνεργασία με τον Καμμένο), εκείνο που περίσσεψε ήταν η απολογητική προεκλογική παγίδευση του ΣΥΡΙΖΑ στις απαξιωτικές αναφορές του ΚΙΝΑΛ περί δήθεν «δεξιάς» διακυβέρνησης 2015-‘19!

Κατ’ αρχάς και κατά αρχήν, η ανταπόκριση σε τέτοιες κριτικές από πολιτικό σχήμα που κατ’ εξοχήν ευθύνεται για την κατάληξη στη μνημονιακή παγίδα και το οποίο υπήρξε το βασικό υποστύλωμα της ακροδεξιάς κυβέρνησης Αντώνη Σαμαρά, θα έπρεπε να παραβλέπονται ως εξ ορισμού «στημένες» και προϊόν μικροκομματικής σκοπιμότητας. Όμως, εδώ ανιχνεύεται μια κακώς νοούμενη αντίληψη της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ κατά τον εκλογικό κύκλο του 2019 σχετικά με τις τακτικές προσέγγισης και απεύθυνσης σε πολιτικά κοινά θεωρούμενα ως προσεγγίσιμα. Κι εδώ υπάρχει ένα μεγάλο σφάλμα ανάγνωσης των τάσεων του προοδευτικού πολιτικού χώρου.

Οι πολίτες αποχώρησαν μαζικά από τα υπολείμματα του ΠΑΣΟΚ ακριβώς λόγω της δεξιάς στροφής του. Οι ίδιοι πολίτες έδειξαν να κατανοούν απολύτως ότι ο Καμμένος ήταν η  αναγκαία πολιτική «αποσκευή» για την απομάκρυνση του κυβερνητικού μπλοκ Σαμαρά-Βενιζέλου από την εξουσία, ώστε να δρομολογηθεί η «κυβερνητική ευκαιρία» ΣΥΡΙΖΑ και απέρριψαν διαρρήδην τις υποκριτικές αναφορές των υπολειμμάτων του ΠΑΣΟΚ περί δήθεν δεξιάς πολιτικής του Τσίπρα  

Η φοβική και συμπλεγματική αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ στις αναφορές περί δήθεν δεξιάς πολιτικής του Τσίπρα λόγω Καμμένου είναι σοβαρό σφάλμα προεκλογικής τακτικής, που ενόχλησε όσους πολίτες μαζικά είχαν αποχωρήσει από το βενιζελικό ΠΑ.ΣΟ.Κ., κατασυκοφαντούμενοι μάλιστα  την ίδια ώρα ως «εκλογικοί τυχοδιώκτες», οι οποίοι δήθεν στον ΣΥΡΙΖΑ «είδαν το φως της εξουσίας και ανέβηκαν». Άλλωστε είναι πια πασιφανές  ότι ο Καμμένος καθόλου δεν επηρέασε το ιδεολογικοπολιτικό στίγμα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ 2015-’19, όπως απέδειξε η συμφωνία των Πρεσπών –και όχι μόνο.

Σήμερα είναι καιρός να λεχθεί ότι η ενοχική αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στις υποκριτικές δήθεν αντιδεξιές κορώνες του βενιζελικού ΠΑ.ΣΟ.Κ. ήταν προϊόν της εσφαλμένης ανάλυσης ότι επειδή με την απλή αναλογική που είχε προηγουμένως θεσπίσει ο ΣΥΡΙΖΑ το μετέπειτα ΚΙΝΑΛ θα μπορούσε να είναι κόμμα συνεργασίας σε προοδευτική κατεύθυνση, θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ως δυνάμει κυβερνητικός εταίρος του ΣΥΡΙΖΑ. Οι μετέπειτα εξελίξεις απέδειξαν ότι το ΚΙΝΑΛ έχει μεταλλαγεί οριστικά  σε κόμμα της πολιτικής συντήρησης και δεξιού προσήμου και δεν υπάρχει κανένα περιθώριο συνεργασίας μαζί του, αν ζητούμενο είναι μια κυβέρνηση σε προοδευτική κατεύθυνση (άλλο ζήτημα οι συνεργασίες κομμάτων για τον σχηματισμό κυβερνήσεων εκτός ιδεολογικοπολιτικού σκοπού αλλά ως ανάγκη να αποφευχθεί η ανεπιθύμητη ακυβερνησία). Και είναι μεγάλες οι ευθύνες της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, του Τσίπρα συμπεριλαμβανομένου, που αντιμετώπισαν το ΚΙΝΑΛ ως μέρος μιας ενδεχόμενης προοδευτικής λύσης για τη χώρα, όταν το κόμμα αυτό με συμμετοχή του στα ακροδεξιάς κοπής συλλαλητήρια κατά της συμφωνίας των Πρεσπών αλλά και σε πολλές άλλες περιπτώσεις είχε δώσει δείγμα πολιτικής γραφής του δεξιού προσανατολισμού του. Κάτι που το ΚΙΝΑΛ επιβεβαίωσε άλλωστε και μετεκλογικά, σε πολλές περιπτώσεις, από τις οποίες  ενδεικτικότερες η στήριξη της ενισχυμένης αναλογικής και ο νόμος Χρυσοχοΐδη για τις διαδηλώσεις.

Το παραπάνω σφάλμα προκάλεσε εκλογικές διαρροές και αφαίρεσε   δυνάμεις από τον ΣΥΡΙΖΑ προς το Κ.Κ.Ε. και το ΜεΡΑ25 στην κάλπη του 2019.

Το «κλειδί» στις εκλογές του 2019 για τον ΣΥΡΙΖΑ ποτέ δεν κρατούσαν οι αφελώς από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προσδοκώμενες εισροές από το πρώην ΠΑ.ΣΟ.Κ., με δεδομένο ότι η μεγάλη αυτή πολιτική και εκλογική μετακίνηση είχε ήδη επισυμβεί. Το «κλειδί» ήταν οι όποιες δυνάμεις της αριστεράς, που απέτυχε να προσελκύσει.  Αυτές οι δυνάμεις, κατανεμημένες σε τρία ρεύματα απορροής (ένα μεγαλύτερο και ευκρινέστερο προς την αποχή και δύο μικρότερα και μάλλον πολιτικώς αφανή, προς το Κ.Κ.Ε. και το ΜεΡΑ25), ήταν η κρίσιμη εκλογική παράμετρος του 2019 για τον ΣΥΡΙΖΑ. Όταν όμως, κάνεις τόσο σοβαρό σφάλμα στον εντοπισμό του εκλογικού target group σου ως κόμμα εξουσίας, ήδη βρίσκεσαι σε μειονεκτική θέση απέναντι ενός αδίστακτου αντιπάλου, όπως η ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη, προικοδοτημένου μάλιστα με την προκλητική προτίμηση των μέσων ενημέρωσης.       

(Ξανά για την ιστορία της υπόθεσης οφείλω να πω ότι στον ενδιάμεσο χρόνο από τις ευρωεκλογές ως τις γενικές εκλογές του 2019, ήμουν από τους ελάχιστους που υποστήριξα ότι οι πολιτικές συνέπειες του κάκιστου για τον ΣΥΡΙΖΑ αποτελέσματος των ευρωεκλογών ήταν δυνατό να καταστεί πολιτικά ελέγξιμο για την αριστερά. Τώρα που έχει περάσει ο καιρός μπορώ να πω ότι στις εισηγήσεις μου (που έφτασαν ως εκεί που έπρεπε να φτάσουν) πρότεινα την στροφή πολιτικού ενδιαφέροντος του ΣΥΡΙΖΑ από την απεύθυνση στους «κεντρώους» (που ως τότε μονοπωλούσαν τις εκλογικές επιδιώξεις του ΣΥΡΙΖΑ συντηρητικοποιώντας τη «γραμμή» του) στα πολιτικά κοινά της αριστεράς. Είμαι υποχρεωμένος να πω ότι σχεδόν το σύνολο της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, έχοντας προδιαγράψει ευρύτατη ήττα, δεν έδωσε αυτή τη μάχη, την οποία αναγκάστηκε να δώσει ο Αλέξης Τσίπρας περίπου μόνος. Ξαναέζησα (το είχα πρωτοζήσει στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. από τους σημιτικούς, που ανέμεναν σαν τα «πολιτικά κοράκια» το φυσικό τέλος του ιδρυτή του Κινήματος) το φαινόμενο των συντρόφων που ακόνιζαν τα νύχια τους και προετοιμάζονταν να περιλάβουν τον υπεύθυνο για την ήττα την αμέσως επόμενη μέρα.

Πρέπει επίσης να πω ότι κανένας από εκείνους στον ΣΥΡΙΖΑ που ουσιαστικά δεν έδωσαν τη μάχη για τις γενικές εκλογές του 2019 (προτιμώντας να προετοιμάζονται για τη μετα-Τσίπρα εποχή του ΣΥΡΙΖΑ) δεν πίστευε στα μάτια του, όταν είδαν το τελικό αποτέλεσμα. Θεωρούσαν βέβαια την ήττα με διαφορά μεγαλύτερη από 10 μονάδες επί τοις εκατό. Και ήταν φανερή η αμηχανία τους όταν οι ίδιοι κλήθηκαν να διαχειριστούν το 32%.

Η αλήθεια είναι ότι οι εκλογείς της αριστεράς και οι προοδευτικοί πολίτες αντιπαρήλθαν την ανεπάρκεια της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ στις γενικές εκλογές του 2019, διασώζοντας το ίδιο το κόμμα ως δύναμη εξουσίας και την ίδια την προοπτική για προοδευτική και αριστερή διακυβέρνηση στην Ελλάδα  ως ρεαλιστικό ενδεχόμενο στο σημερινό πολιτικό σκηνικό της πανδημίας. Όμως, η αντιπολιτευτική αφασία που ακολούθησε από μεριάς του ΣΥΡΙΖΑ και που περίπου η ίδια συνεχίζεται ως σήμερα, νομίζω πως ακόμη δείχνει ότι το μήνυμα της αυθόρμητης κινητοποίησης των προοδευτικών εκλογέων να μη χαθεί αύτανδρη αυτή η προοδευτική εναλλακτική κυβερνητική διέξοδος για τη χώρα, ακόμη δεν έχει γίνει απολύτως κατανοητή στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ (με εξαίρεση ίσως τον ίδιον τον Τσίπρα). Μια ηγεσία, σημερινή, που δείχνει ότι συνεχίζει να αντιλαμβάνεται το «στοίχημα» διακυβέρνησης της Ελλάδας από προοδευτικές δυνάμεις ως ένα σύνηθες σκηνικό εναλλαγής στην εξουσία συστημικών κατά βάση δυνάμεων, αντί ως ευκαιρίας για την ιστορική προοδευτική πολιτική αλλαγή που έχει απολύτως ανάγκη η Ελλάδα του 21ου, αιώνα -αν όχι ως όρο επιβίωσής της, τουλάχιστον ως την καλύτερη ευκαιρία για τις επόμενες γενιές).            

4. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όμως, πάσχει (προεκλογικά ολοφάνερα έπασχε και συνεχίζει και σήμερα να υποφέρει στο σημείο αυτό ως αντιπολίτευση) και σ’ ένα εξαιρετικά κρίσιμο θαρρώ πεδίο: Ποτέ δεν παρουσίασε στους πολίτες ένα πειστικό πρόγραμμα στρατηγικού εναλλακτικού χαρακτήρα για την Ελλάδα στις επόμενες δεκαετίες!

Είδα τον τρόπο συγγραφής του προεκλογικού προγράμματός του. Σοβαροί και διαβασμένοι άνθρωποι σήκωσαν τότε τις πένες σε μια προσπάθεια ξεπεράσματος της ελληνικής κατάρας των προεκλογικών πολιτικών  προγραμμάτων, χωρίς ουσιώδες έρμα αλήθειας στις υποσχέσεις τους. Και η ομάδα του προγράμματος ήταν ένα σημαντικό βήμα απεμπλοκής από τους δογματισμούς του συριζαϊκού παρελθόντος.

Όμως, ποιά κατεύθυνση δόθηκε σ’ εκείνους τους ανθρώπους από την ηγεσία; Ποιά διακυβεύματα τέθηκαν επί τάπητος, ως κεντρικά πολιτικά προαπαιτούμενα, ζητούμενα  της μεταμνημονιακής Ελλάδας; Ποιό ήταν το όραμα του ΣΥΡΙΖΑ για την Ελλάδα της συνέχειας;

Όλα τα παραπάνω θέματα απαντώνται, δυστυχώς, ελλειπτικά με κυρίαρχη την εντυπωσιακή απουσία απαντήσεων στα ερωτήματα!

Όλη η προεκλογική προγραμματική αναφορά του ΣΥΡΙΖΑ (που φυσικά επηρεάζει και σήμερα καταλυτικά τις θέσεις  αλλά και το «στιλ» της αντιπολίτευσης που ασκεί ως τώρα), δεν είναι άλλο από μια προτεινόμενη κυβερνητική πολιτική περίπου ενός συστημικού κόμματος.

Δεν υπάρχουν πολιτικές για αλλαγή της οικονομικής πολιτικής. Ούτε λέξη για τη θεσμική δημοκρατική θωράκιση από το -ακραίο, στην Ελλάδα- φαινόμενο της «δικτατορίας των καναλιών», που δεν είναι πρόβλημα επιλύσιμο σε μια 4ετία, αλλά βαθύτατα δομικό, δηλαδή επιζητείται ριζική ανατοποθέτησή του που χρειάζεται πολύ χρόνο. Τίποτα για το πώς θα μπορούσε να δομηθεί ένα εναλλακτικό παραγωγικό, καταναλωτικό και σε τελευταία ανάλυση πολιτισμικό μοντέλο, που θα εγγυάται το μέλλον των επόμενων γενεών. (Περισσότερο εσωκομματικός καυγάς έγινε και γίνεται στο σημείο αυτό σχετικά με την απολύτως  επιφανειακή θέση των παλιών συριζαίων για την αποφυγή εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων της ανατολικής Μεσογείου, παρά για μια σύγχρονη ενεργειακή πολιτική εξισορρόπησης αναγκών-ζημίας από την αξιοποίηση φυσικών πόρων). Καμιά αναφορά σε κάποιο σχέδιο για τον επιθυμητό διεθνή ρόλο και τη θέση της χώρας, σ’ έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, και μια αυτοκομπαστική επανάπαυση στις δάφνες της συμφωνίας των Πρεσπών. (Λες και οι ιδέες της ελληνικής αριστεράς και της δημοκρατικής παράταξης ολοκληρώθηκαν εκεί, και δεν υπάρχουν στην ελληνική εξωτερική πολιτική τα ελληνοτουρκικά, και το Κυπριακό -και είναι κρίμα που λείπουν αυτά από τα σημερινά προγραμματικά ενδιαφέροντα του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί επί των ημερών του έγινε, ένα παράδειγμα φέρνω,  το ιστορικό βήμα να τεθεί για πρώτη φορά στο τραπέζι του Κυπριακού επί τάπητος το θέμα απομάκρυνσης στρατευμάτων των εγγυητριών δυνάμεων, ως θεμελιώδους μέσου επίλυσης του προβλήματος αλλά και ως του μεγάλου αιτίου για το αδιέξοδο τόσων δεκαετιών). Δεν υπάρχουν θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για τα νέα Βαλκάνια, για τη νέα παναραβική πολιτική που αποστασιοποιείται από τον ισλαμισμό και η οποία ήδη διαπερνά ιστορικά το μεσανατολικό και τη βόρεια Αφρική. Και τίποτα προγραμματικού βάθους δεν υπάρχει στη σημερινή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ από τη θέση της αντιπολίτευσης για τα νέα στρατηγικά διακυβεύματα τα οποία αναδύονται στην ανατολική Μεσόγειο. Τέλος, καμιά ουσιαστική αναφορά στα κοινωνικά προτάγματα που θέτει η εποχή (π.χ. άποψη για τον μακροπρόθεσμο χειρισμό του ασφαλιστικού –κενό που αφήνει περιθώριο στα συστημικά όπλα του σχεδίου Πισσαρίδη να εμφανίζονται δήθεν ως μόνη διαθέσιμη πρόταση και την αριστερά καταδικασμένη ένεκα τούτου μόνο να απορρίπτει αντί να αντιπροτείνει και να αντιπαραθέτει ουσιαστικά εναλλακτικά μοντέλα για τη διαχείριση του ζητήματος).

Τίποτα απ’ αυτά, δεν υπάρχουν στην πολιτική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ προς τους Έλληνες πολίτες!

Τι υπάρχει; Υπάρχει μια μονότονη αφηγηματική εικόνα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα διαχειριστεί καλύτερα τα πράγματα! Μια υπόσχεση καλύτερης διαχείρισης του ίδιου συστήματος!   

Μα, οι πολίτες (ιδίως οι αριστερών αντιλήψεων) δεν αναμένουν αυτό από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται (και το ξέρουν πολύ καλά αυτό οι πολίτες-εκλογείς) μια καλύτερη διαχείριση των δομών της χώρας που την οδήγησαν σε τόσο σημαντική υποχώρηση την τελευταία 20ετία. Χρειάζεται ένα μανιφέστο πολιτικής αλλαγής! Αυτό ανέμεναν (και ακόμη αναμένουν -αλλά όχι για πολύ ακόμη) οι πολίτες από τον ΣΥΡΙΖΑ. Και δεν τους έχει ούτε κατά διάνοια προσφερθεί.    

Θα μου πείτε: αυτό δεν είναι προεκλογικό πρόγραμμα!  Και θά ‘χετε δίκιο! Μόνον που χωρίς τέτοιες κατευθύνσεις στρατηγικού χαρακτήρα παρέλκει ένα προεκλογικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ. Οι δημιουργοί του συστήματος που στρατηγικά αντιμάχεται ο ΣΥΡΙΖΑ πάντα θα είναι πιο αξιόπιστοι στις υποσχέσεις τους σχετικά με τη διαχείρισή του. Και πάντα ο ΣΥΡΙΖΑ πολιτικά θα ηττάται, αν είναι να δίνει τη μάχη σ’ αυτό το πεδίο!

 ________________________________

 (Στο επόμενο και τελευταίο Γ΄ Μέρος: Η επόμενη μέρα για τον ΣΥΡΙΖΑ)

 

 

 

 

30 Νοε. 2020

Τι (δεν) έκανε ο Τσίπρας στην αντιπολίτευση

(Μερος Α΄: Οι εκλογές του 2019

και πως απετράπη η διάλυση) 

Οι εκλογές ήρθαν, πέρασαν και άφησαν τον ΣΥΡΙΖΑ σε κατάσταση πολιτικής αφασίας. Η παταγώδης αποτυχία του να εκταμιεύσει στην κάλπη του 2019 τη μεγάλη προσπάθεια και τα σημαντικά αποτελέσματα της διακυβέρνησης 2015-’19 καθώς και η δυσάρεστη έκπληξη που δοκίμασε από τη διαπίστωση ότι προεκλογικά περισσότερο μέτρησε η «προγραμματική» παρουσίαση του «πόσο κακός ήταν» όταν κυβερνούσε, αντί της οφειλόμενης από όλα τα κόμματα προγραμματικής αναφοράς στην αγωνιωδώς επιζητούμενη πορεία της μεταμνημονιακής Ελλάδα, σήμερα γνωρίζουμε ότι εξηγεί αυτήν την πολιτική αφασία.

Γνωρίζουμε επίσης πως η ίδια είναι το θεμελιώδες αίτιο του «κενού πολιτικής» που χαρακτήρισε τον ΣΥΡΙΖΑ και μετεκλογικά από τη θέση της αντιπολίτευσης.        

Απλά για λόγους συμβολικής αναπαράστασης του πρόσφατου τότε κλίματος υπενθυμίζω εδώ τα βασικά δεδομένα από την περίοδο 2015-’19, με τρία παραδείγματα: α. Ελλάδα εκτός μνημονίου μετά από 9 έτη και με ρυθμισμένο χρέος, Ελλάδα με σαφέστατα ενισχυμένη διεθνή θέση ένεκα της συμφωνίας των Πρεσπών,  Ελλάδα με τα ελληνοτουρκικά υπό απόλυτο έλεγχο.

(Σημ.: Ασφαλώς σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις διεδραμάτισαν τα μέσα ενημέρωσης κατηγορίας «λίστα Πέτσα» για τη διαμόρφωση του πολιτικού κλίματος -προεκλογικού και μετεκλογικού. Όμως, η κρατούσα και σήμερα μέσα στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ερμηνευτική των πολιτικών εξελίξεων απλούστευση πως «όλα τα έκαναν τα κανάλια», εκτός από πολιτικά αφελής είναι και η εξήγηση του γιατί τόση αντιπολιτευτική ανεπάρκεια.

Είναι καιρός να αναφερθεί και να γίνει ευρύτερα αντιληπτό ως μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι τα μίντια δεν είναι ο κεντρικός αιτιολογικός παράγων για την εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ το 2019, ούτε για τη μετεκλογική αμηχανία του (που συνεχίζεται ως σήμερα). Τα μίντια, στην πραγματικότητα, ως ήσσων ερμηνεία για τη διαμόρφωση των τότε συσχετισμών πολιτικών δυνάμεων, αυτό που κυρίως έκαναν ήταν η επίδρασή τους στις εξελίξεις να βαρύνει υπέρμετρα, ένεκα του οριακού εκλογικού αποτελέσματος του Ιουλίου 2019: Η διαφορά των 6 μονάδων επί τοις εκατό δεν αναιρεί τον αδήριτο χαρακτήρα της αριθμητικής αλήθειας, ότι θα αρκούσε μια εκλογική αντιμετάθεση ενός μικρού 3% του εκλογικού σώματος (τόσο οριακού ποσοστού, που με βάση τον εκλογικό νόμο εάν ήταν κόμμα δεν θα είχε καν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση), για να είχε κερδίσει τις εκλογές ο Τσίπρας.

Και εκτιμώ ότι ασφαλώς η δημοκρατικά δύσμορφη παρέμβαση των προκατειλημμένων μέσων ενημέρωσης ήταν παράγων που άρκεσε για επηρεάσει τέτοιου εύρους μερίδα των εκλογέων, ώστε να διασφαλιστεί η εκλογική επικράτηση της δεξιάς παράταξης, ιδίως υπό τη συνθήκη της σύμπραξης στους κόλπους της -και με λάφυρο την απόκτηση και νομή της εξουσίας- από τη νεοφιλελεύθερη ως την νεοναζιστική της πτέρυγα.    

Έτσι, μπορώ να κατανοήσω γιατί τόσος θυμός στον ΣΥΡΙΖΑ για τα ομολογουμένως απαράδεκτα ως προς την πληροφόρηση που πλασάρουν και θεσμικά ανοίκειας συμπεριφοράς μέσα «πέτσινης» ενημέρωσης. Δεν μπορώ, όμως, την ίδια ώρα να καταλάβω και να ανεχτώ γιατί τόσο επιφανειακό «βόλεμα» του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην εκδοχή ότι «όλα τα έκαναν τα κανάλια» (και συνεχίζουν να τα κάνουν), όταν πολλές άλλες αστοχίες συνέβαλαν τόσο στο να επιφέρουν καίρια πλήγματα σε μια εκ των πραγμάτων αποδεικνυόμενη  αποτελεσματική διακυβέρνηση και με θετικό συνολικό πρόσημο ως αποτύπωμα της στον δημόσιο βίο μας, και όταν και μετεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ πελαγοδρομεί αντιπολιτευτικά από μια ηπιότερη των περιστάσεων και των πολιτικών αναγκών του τόπου, ως μια αναποτελεσματικά σκληρή φραστικά αντιπαράθεση σε μια κυβέρνηση που κοινός τόπος είναι πλέον η εντύπωση ότι βλάπτει τη χώρα).

Προς αναζήτηση, λοιπόν, των άλλων και σημαντικότερων παραγόντων -αντί των μίντια- που επέτρεψαν ένεκα αστοχιών του ΣΥΡΙΖΑ να ευνοηθεί υπέρμετρα η εξ αρχής διαφαινόμενη και από πολλές πλευρές από νωρίς προαναγγελλόμενη ως «επικίνδυνη» διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, ακολουθούν μερικές σκέψεις.

1. Όλος ο πολιτικός σχεδιασμός του ΣΥΡΙΖΑ για την προετοιμασία των εκλογών του 2019, υπέφερε αφόρητα (κι αυτό έγινε οδυνηρά αντιληπτό μετά τις ευρωεκλογές) από την αλαζονική αίσθηση στην ηγεσία του κόμματος ότι κατά κάποιο τρόπο, ό,τι και γινόταν, θα ξανακερδίζονταν οι εκλογές. Φυσικά, δεν είναι μόνο ότι εθελοτυφλούσαν για όσα κατέγραφαν οι δημοσκοπήσεις. (Επί τη ευκαιρία, είναι καιρός να σημειωθεί και να ανατραπεί ένας άλλος μύθος της εποχής, ότι «οι δημοσκοπήσεις πέτυχαν το εκλογικό αποτέλεσμα» του 2019, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποκατασταθεί όσο μπορούσε η ουρανομήκης αστοχία των προβλέψεών τους για το δημοψήφισμα. Η αλήθεια είναι ότι οι δημοσκοπήσεις ούτε στις εκλογές του 2019 τα πήγαν πολύ καλά. Σε όλες σχεδόν τις προεκλογικές μετρήσεις η υποεκπροσώπηση του ΣΥΡΙΖΑ στα «δείγματα» των εταιρών δημοσκοπήσεων είναι κραυγαλέα και έφτασε μέχρις του σημείου ακόμη και στο exit poll να υποεκτιμάται η εκλογική επίδοση του κόμματος κατά 4-5% σε σχέση με το τελικό αποτέλεσμα. Και πρέπει να λεχθεί εδώ ότι απόκλιση αυτής της τάξης δεν είναι ασυνήθιστη! Εκείνο που είναι ασυνήθιστο και δημιουργεί ερωτηματικά είναι πως -παρά την παταγώδη προβλεπτική αστοχία των δημοσκοπήσεων το 2015- τα προφανώς και αναμφίβολα λανθασμένα «δείγματα» των εταιρειών διατηρήθηκαν χωρίς ουσιαστικές αναδιαρθρώσεις, με αποτέλεσμα την διαιώνιση του φαινομένου υποεκπροσώπησης του ΣΥΡΙΖΑ επί 4 χρόνια αργότερα και την ανιχνευόμενη συνέχιση του ίδιου φαινομένου ακόμη και στις σημερινές μετρήσεις. Επειδή συμβαίνει να γνωρίζω από πρώτο χέρι πολλούς επικεφαλής εταιρειών δημοσκοπήσεων στην Ελλάδα, έχω επίγνωση του γεγονότος ότι η επιστημονική κατάρτισή τους είναι υψηλότατου επιπέδου. Απομένει, λοιπόν, το παράδοξο να πρέπει να ερμηνευτεί η επίμονη αστοχία τους να υποεκτιμούν την επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ με άλλες εξηγήσεις αντί του επιστημονικού σφάλματος. …Έχω μερικές σκέψεις επ’ αυτού, που δεν αφορούν σε πολιτικά κίνητρα, αλλά δεν είναι της παρούσης να διεξέλθουμε αυτό το θέμα…)

Όμως, αν για τις δημοσκοπήσεις που υποεκτιμούσαν την επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ ανέφερα τα παραπάνω, τί να πω για τις δημοσκοπήσεις που συμβουλευόταν τότε ως εγκυρότερες και περισσότερης εμπιστοσύνης ο ίδιος ο Τσίπρας και υπό την συμπαράσταση πρωτοκλασσάτων στελεχών του κόμματός του; Αν γκρίνιαξα όσο γκρίνιαξα πιο πάνω για τις υποεκπροσωπήσεις του ΣΥΡΙΖΑ στα δημοσκοπικά «δείγματα», τί θα έπρεπε να καταμαρτυρήσω για τις μετρήσεις και τους ανθρώπους που τις διενεργούσαν, που ενημέρωναν τον πρόεδρο του κυβερνώντος ακόμη τότε κόμματος ότι δεν υπήρχε υπεροχή της ΝΔ ή ακόμη και ότι ο ΣΥΡΙΖΑ  είχε περάσει μπροστά;

Για την ιστορία και για να γίνει πιο ορατό πως αυτή γράφεται, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι με βάση αυτές τις γελοίες -όπως αναμφίβολα έχει αποδειχτεί πλέον σήμερα- μετρήσεις, χαράχτηκε η πολιτική στρατηγική του κόμματος για τις ευρωεκλογές και τις γενικές εκλογές, που κατέληξαν στην καθαρή ήττα του 2019. Αν λοιπόν στον ΣΥΡΙΖΑ θα μέμφονταν τις άλλες εταιρείες δημοσκοπήσεων επειδή υποεκτιμούσαν την επιρροή του, τί θα έπρεπε να κάνουν για τις εταιρείες δημοσκοπήσεων τις «δικές» του, που τις εμπιστεύονταν, για τα εγκληματικά λάθη τους; Ακούσατε από τότε τίποτα αυτοκριτικού σκοπού, για τις θηριώδεις αστοχίες που οδήγησαν το κόμμα  στη δυσμενέστατη θέση που περιήλθε το καλοκαίρι του 2019; Εγώ δεν άκουσα!!!

2. Με το παραπάνω στοιχείο εξηγείται ποιά ήταν και πώς προέκυψαν τα κίνητρα Τσίπρα, όταν ελάμβανε την απόφαση να προκηρύξει πρώτα τριπλές εκλογές (δημοτικές-περιφερειακές-ευρωεκλογές)  τον Μάιο του 2019, υπό τη σκέψη ότι λίγες εβδομάδες αργότερα πάνω στο καλό -όπως ανέμενε- αποτέλεσμα των πρώτων τριπλών εκλογών θα δομούσε το θετικό για εκείνον κλίμα που θα έφερνε την νίκη στην κεντρική κάλπη.

Η πελώρια αυτή πολιτική αστοχία προκάλεσε τη διπλή ήττα του 2019! (Αν και πρέπει να προστεθεί εδώ ότι το δεύτερο μέρος της επιδίωξης του διαπολιτικής προέλευσης αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου, δηλαδή ο στόχος να αποδιαρθρωθεί δομικά ο ΣΥΡΙΖΑ ως κεντρική πολιτική έκφραση της προοδευτικής -δημοκρατικής παράταξης και της αριστεράς, ώστε να επιστρέφαμε στην τόσο βολική για τις ελίτ εκπροσώπηση της ίδιας παράταξης από το «δίδυμο» απολύτως δεξιών υπολειμμάτων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της πολιτικά άγονης αριστεράς του ΚΚΕ, απέτυχε με το απρόσμενο 32%).

Ωστόσο, ούτε γι’ αυτά έχει ακουστεί πειστική αυτοκριτική από μεριάς ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα, όταν ήρθε το θετικά αναπάντεχο για την παράταξη 32%, πολλοί ήταν «οι πατεράδες της επιτυχίας», προς επίρρωση της γνωστής παροιμίας.

Επίσης, πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι ακόμη και μετά το σοκ της ήττας στις τριπλές εκλογές, δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι πρωτοκλασσάτοι εκ των στελεχών στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ που διεφώνησαν με την απόφαση Τσίπρα για εκλογές μετά από 4-5 εβδομάδες (σε ευθυγράμμιση με το Σύνταγμα και την προφανή δυσαρμονία κάλπης με την παράταξη που κυβερνούσε). Όσοι το έκαναν ζητούσαν ο Τσίπρας να «παίξει» με τους θεσμούς, παρατείνοντας τη διακυβέρνησή του για 3 μήνες ακόμη και οι εκλογές να προκηρύσσονταν για τον Οκτώβριο του 2019. Από πολύ κοντά είδα και τελώ εν γνώσει ότι ο Τσίπρας πιέστηκε ασφυκτικά για εκείνη την επιλογή του, ενώ αμφισβητήθηκε αηθέστατα (παρ’ ό,τι η επιλογή του ήταν  θεσμικά επιβεβλημένη), με απώτερο σκοπό των διαφωνούντων να τού χρεωθεί η εκλογική ήττα που θα ερχόταν σε λίγο και η οποία τότε φαινόταν ότι θα προσελάμβανε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις. Ήθελαν εκείνα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ μικρότερο κόμμα αλλά υπό τον έλεγχό τους, όπως τους καταλογίζουν σήμερα ορισμένοι, ή απλά έσφαλαν και υποτιμούσαν τη σημασία της θεσμικά άψογης επιλογής Τσίπρα; Δεν το γνωρίζω! Όμως, αυτά συνέβησαν τότε και καθένας έχει τις εκτιμήσεις του.

Φυσικά ο Τσίπρας δεν υπέκυψε τότε στον ακήρυχτο εσωκομματικό πόλεμο που στόχευε σ’ εκείνον και οι εκλογές έγιναν κανονικά τον Ιούλιο (με τον Τσίπρα να μάχεται σχεδόν μόνος) με τη γνωστή έκβαση!

Πολλοί, από εκείνα τα γεγονότα, κρατούν την ήττα. Γνώμη δική μου είναι ότι ο Τσίπρας τότε με εκείνην την  απόφασή του διέσωσε την προοπτική του ΣΥΡΙΖΑ ως φορέα-πλαισίου ισχυρού εναλλακτικού μοντέλου προοδευτικής διακυβέρνησης της μεταμνημονιακής Ελλάδας, υπό τη νέα διευρυμένη και ανοιχτή σημερινή πολιτική του ταυτότητα. Αντίθετα, εκτιμώ ότι εάν ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας  για 3 μήνες ακόμη «σούρνονταν» στην κυβέρνηση, η απαξίωσή του στα μάτια των πραγματικά προοδευτικών εκλογέων θα ήταν αναπόφευκτη. Νομίζω πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχανε με αρκετά μεγαλύτερη διαφορά τις γενικές εκλογές του 2019 και θα δημιουργούνταν οι συνθήκες κατακερματισμού και συν τω χρόνω αποσύνθεσης της «πολιτικής ουσίας» που συνιστά το σημερινό παραταξιακό DNA. Και μόνο γι’ αυτό ο Τσίπρας είναι ο σωστός επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και ο μόνος που μπορεί να εγγυηθεί την προοπτική του.

Φυσικά, την ίδια ώρα, ενώ στον Τσίπρα θα πρέπει να καταλογιστεί η αστοχία της επιλογής των τριπλών εκλογών του Μαΐου 2019 (ανεξαρτήτως του ότι η απόφασή του υπήρξε προϊόν παραπλάνησής των γελοίων δημοσκοπήσεων που του παρουσιάζονταν, παραπλάνηση εκούσια ή ακούσια, δεν το γνωρίζω), στη συνέχεια όλα χρεώθηκαν σ’ εκείνον, ενώ τα άλλα στελέχη του κόμματος κρύφτηκαν πίσω του. Ο κόσμος της προοδευτικής και δημοκρατικής παράταξης με το ηρωικό -υπό τις συνθήκες που επετεύχθη- 32% των γενικών εκλογών διέσωσε την υπόθεση προοδευτικής διακυβέρνησης της χώρας ως ρεαλιστικό ενδεχόμενο και ταυτόχρονα διέσωσε και τον ίδιον τον Τσίπρα ως προσωπικής ηγετικής περίπτωσης. Γι’ αυτό και μεταξύ του Τσίπρα και των προοδευτικών, δημοκρατικών και αριστερών πολιτών έχει πλέον δομηθεί η διαλεκτική άρρηκτη σχέση ηγεσίας-πολιτών, που εγγυάται τη συνέχεια του άκρως ενδιαφέροντος εγχειρήματος, με ευρύτερη ευρωπαϊκή σημασία, όπως έχω υποστηρίξει εδώ και καιρό.

Τα υπόλοιπα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που τον πίεζαν για αντιθεσμικές και πιθανότατα καταστροφικές επιλογές όχι μόνο αυτοκριτική δεν έχουν κάνει, αλλά αντίθετα έχουν ήδη καταλάβει τις πρώτες θέσεις του νέου ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία.

Δεν διαμαρτύρομαι! Διαπιστώνω! Άλλωστε, πεποίθησή μου είναι ότι απλά είναι ζήτημα χρόνου η οπτική μου να δικαιωθεί στο εγγύς μέλλον.                     

 ________________________________________        

(Στο επόμενο Β΄ Μέρος, η προγραμματική φτώχεια του ΣΥΡΙΖΑ και ορισμένα στοιχεία πολιτικής τακτικής)

 

 

 

 

27 Νοε. 2020

Το χρέος και η ανάκαμψη

στην ευρωπαϊκή οικονομία

Η πολιτική συζήτηση δεν έχει καν ξεκινήσει στην ΕΕ και την ίδια ώρα καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια από τις Βρυξέλλες να αποφευχθεί τέτοιος διάλογος. Όμως, στα τραπεζικά επιτελεία, στη Φρανκφούρτη αλλά και σ’ όλες τις κεντρικές τράπεζες των χωρών-μελών, το θέμα έχει τεθεί και οι πρώτες προτάσεις πέφτουν στο τραπέζι, προκαλώντας μάλιστα και σοβαρές αντιδράσεις. 

Ο λόγος για την αναζήτηση λύσεων στη μεγάλη κλιμάκωση του χρέους της ευρωζώνης, που με τις άμεσες και βαθιές επιπτώσεις της πανδημίας στην οικονομία φαίνεται να ενεργοποιεί την πρώτη σοβαρή αντίδραση για την ανάσχεση του κύματος διεύρυνσης του χρέους του δημόσιου τομέα, πρόβλημα που εδώ και καμιά 20ετία υπνώττει στα νομισματοπιστωτικά συστήματα της καπιταλιστικής δύσης και σήμερα πλήττει σφοδρά την ευρωπαϊκή οικονομία.

Η μεγάλη διαφορά της ευρωζώνης σε σύγκριση με το επίσης μεγάλο πρόβλημα εξωτερικού χρέους στις ΗΠΑ, είναι η νομισματική αυτονομία της Fed σε σχέση με την ΕΚΤ. Η έκδοση πληθωριστικού δολαρίου, ως βασικού μέσου αντιμετώπισης της κρίσης που ξέσπασε το 2008 με αφορμή την κατάρρευση της Lehman Brothers, συνέβαλε ουσιαστικά στην καλύτερη αντίδραση της αμερικανικής οικονομίας σε σύγκριση με την ευρωπαϊκή. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία-αποδείξεις της διαφοράς στη διαχείριση της κρίσης του 2008 είναι ότι στις ΗΠΑ οι συνέπειές της έγιναν πρωτογενώς αισθητές ως πρόβλημα ιδιωτικού χρέους. Στην ευρωζώνη, αντιθέτως, με την πρωτοκαθεδρία στην προσπάθεια «να σπρωχτεί κάτω απ’ το χαλί» το πιστωτικό αδιέξοδο των γερμανικών, γαλλικών, ιταλικών και ισπανικών τραπεζών (αλλά και των βρετανικών, παρ’ όλο που το Ηνωμένο Βασίλειο τυπικά δεν είχε εξάρτηση από την ΕΚΤ), το ζήτημα ταχύτατα μετετράπη σε υπόθεση δημόσιου χρέους και πέρασε ταχύτερα απ’ ό,τι στις ΗΠΑ στην πραγματική οικονομία.

Ταυτόχρονα, την περασμένη δεκαετία με την ευρωζώνη αυτο-παγιδευμένη στη «δίδυμη ασφυξία» (που για καπιταλιστική οικονομία είναι στη κυριολεξία θανατηφόρα) αποφυγής έκδοσης νομίσματος και ταυτόχρονα πανάκριβου ευρώ στις διεθνείς ισοτιμίες, όλοι οι πόροι διαχείρισης της κρίσης προήλθαν από ιδιωτικό δανεισμό προς τον δημόσιο τομέα, που οδήγησε στον καταναγκασμό σκληρής εξισορροπητικής δημοσιονομικής λιτότητας, σκοτώνοντας τη ζήτηση, δηλαδή το αναπτυξιακό οξυγόνο της ευρωπαϊκής οικονομίας. Κενό, το οποίο φυσικά οι γερμανικές εξαγωγές που ενισχύθηκαν δεν πέτυχαν επαρκώς να ανασχέσουν. Φυσικά, σήμερα εμείς εκ των υστέρων έχοντας πλήρη εικόνα του πού βρισκόμαστε, φαίνεται εύκολο να κάνουμε τέτοιες διαπιστώσεις. Όμως, η αλήθεια είναι ότι η οικονομική βασιμότητα των ισχυρισμών του αντι-μνημονιακού ρεύματος κατά της δημοσιονομικής λιτότητας, από την αρχή έθιγε την ασυμβατότητα της οικονομικής πολιτικής Σόιμπλε με τις θεωρητικές αναφορές του κεϋνσιανισμού σχετικά με τα μέσα χειρισμού κρίσεων σαν εκείνης του 2008, όπως εκδηλώθηκε στην Ευρώπη. Δηλαδή, δεν τα λέμε σήμερα (όσοι τα λέμε) αυτά. Τα λέγαμε από την αρχή!

Από την άλλη μεριά, η συνειδητή και πλουσιοπάροχα αμειφθείσα προσπάθεια της «ομάδας Σόιμπλε» μέσω των μέσων ενημέρωσης και σε πανευρωπαϊκή κλίμακα να εμφανίσουν τις απόψεις του αντι-μνημονιακού ρεύματος ως απόρροια κυρίως ενός κοινωνίστικου κινήματος υπό τον χύδην απαξιωτικό χαρακτηρισμό ως «λαϊκισμού», δηλαδή δήθεν μιας άποψης χωρίς αιτιολογικό έρμα για τη διαφωνία της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής, μπορεί  να στήριξε πολιτικά τον τότε υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας, δεν απέτρεψε όμως τις βαθύτερες συνέπειες εκείνων των επιλογών στην ευρωπαϊκή οικονομία. Οικονομία, που σήμερα με την πανδημία στην ακμή της αντιλαμβάνεται με τραγικό τρόπο πόσο εσφαλμένη και ίσως μοιραία υπήρξε η οικονομική πολιτική της περασμένης δεκαετίας. Το τελευταίο σχέδιο στήριξης της ευρωπαϊκής οικονομίας που εγκρίθηκε μετά πολλών βασάνων το περασμένο καλοκαίρι, χαρακτηρίζεται από τη σχιζοφρενή και ενοχική επιλογή έμμεσης έκδοσης πληθωριστικού ευρώ, με τις πολιτικές δημοσιονομικής λιτότητας να μην αποσύρονται αλλά απλά να αναστέλλονται προσωρινά, απειλώντας να επανέλθουν δριμύτερες στο μέλλον. Είναι απορίας άξιο: Δεν μπορούν ή δεν είναι στις προσλαμβάνουσες των ευρωπαίων οικονομικών αξιωματούχων να κατανοήσουν ότι το πρόσφατο σχέδιο στήριξης της ευρωπαϊκής οικονομίας ένεκα της πανδημίας είναι ένα σχέδιο αλληλοσυγκρουόμενων μεταξύ τους επιλογών;

Έτσι, σήμερα, όλα δείχνουν πως γίνεται ευρύτερα κατανοητό ότι με την οικονομική πολιτική Σόιμπλε 2010-2019 η Γερμανία μπορεί να κέρδισε χρόνο (και να ενισχύθηκε η επιρροή της στο εσωτερικό της ΕΕ), αλλά η Ευρώπη συνολικά έχασε πολύ χρήμα!               

Σήμερα αυτά είναι γνωστά και ομολογούνται άλλωστε από τα πλέον έγκυρα χείλη. Τελευταία ηχηρά παραδείγματα ομολογίας της βλάβης που προξένησαν τα μνημόνια η αναφορά του Μπάρακ Ομπάμα στο βιβλίο του και η δήλωση Στουρνάρα (μεταξύ πολλών άλλων αντίστοιχων διαπιστώσεών του) ότι «…Από δε την πλευρά των πιστωτών, κυριάρχησαν συχνά οι εσφαλμένες εκτιμήσεις, οι εμμονές και η καχυποψία και υπήρχε έντονη η διάθεση μικροδιαχείρισης των προαπαιτούμενων δράσεων» και ότι «…Οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές αποδείχθηκαν υψηλότεροι από ότι είχε αρχικά προβλεφθεί από τους διεθνείς οργανισμούς, επιδεινώνοντας την ύφεση».

Μα καλά, ο κ. Στουρνάρας δεν ήταν τότε υπουργός Οικονομικών και μετέπειτα διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, όταν συνέβαιναν όλ’ αυτά; Τα έβλεπε και δεν μίλαγε; Αν ναι, γιατί δεν έκανε το καθήκον του απέναντι την ελληνική οικονομία; Αν δεν τα έβλεπε, δηλαδή, συνήργησε εξ ανεπάρκειας στη μεγάλη «αστοχία», δεν οφείλει σήμερα εξηγήσεις στους Έλληνες πολίτες, αντί των κυνικών ετεροχρονισμένων διαπιστώσεων του σφάλματος; Και πως μπορεί και σήμερα να παραμένει διοικητής στην Τράπεζα της Ελλάδας; Είναι δυνατό να επιχειρείται από «θαυμαστές» του κ. Στουρνάρα, ακόμη και σήμερα και μετά απ’ αυτές τις παραδοχές, ο αδιανόητος συμψηφισμός ότι μεγαλύτερο κακό έκανε ο …Βαρουφάκης στην ελληνική οικονομία, απ’ όσο έκανε ο κ. Στουρνάρας; Πλήρης απώλεια λογικής ή χυδαιότατος κυνισμός;
Με τα σημερινά δεδομένα και τις συνθήκες, για να έχουμε γόνιμο διάλογο σχετικά με την καλύτερη μέθοδο χειρισμού της οικονομικής κρίσης λόγω της πανδημίας (δηλαδή, κάτι σαν το «δεύτερο κύμα» της κρίσης 2010-2019 στην ευρωζώνη) οφείλουμε να αναθεωρήσουμε βασικά στοιχεία των ως σήμερα παραδοχών που απέτυχαν να ανασχέσουν το «πρώτο κύμα» του προβλήματος. Πόσο λίγη σωφροσύνη μπορεί να ανιχνεύεται σε όποιον επιμένει στις λάθος λύσεις στα ίδια προβλήματα;

Σήμερα, με συμβολικό χρονικό ορόσημο την είσοδο στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, γίνεται ολοένα και σαφέστερο ότι το χρέος, ως στοιχείο αξιολόγησης μιας οικονομίας, έχει πάψει να εκτιμάται αποκλειστικά σε συνάρτηση με την εκτιμώμενη αξιοπιστία «αντικρισιμότητάς» του στις διεθνείς αγορές χρήματος. Συνεπώς και η χρονική διάρκεια παραχώρησης του κεφαλαίου δανεισμού (με αύξηση των επιτοκίων όσο περισσότερος είναι ο χρόνος παραχώρησής του) δεν είναι πια είναι κρίσιμο στοιχείο, όσο ήταν. Μ’ άλλα λόγια, στο πλαίσιο γενικών αποτιμήσεων των οικονομιών, όπου τον πρώτο λόγο έχουν οι οίκοι αξιολόγησης, λιγότερο «μετράει» η λεγόμενη στην Ελλάδα «βιωσιμότητα» (αν και πιο δόκιμος θα ήταν ο όρος «εξυπηρετησιμότητα») του χρέους μιας χώρας. Η σημερινή εικόνα μοιάζει σαν μια παραποιημένη εκδοχή  της υπό συνθήκες «perpetuity» διάστασης των κρατικών ομολόγων, τα οποία τόση οργή είχαν προκαλέσει στους Έλληνες οικονομικούς αναλυτές των «προγόνων της λίστας Πέτσα εγχώριων μέσων ενημέρωσης, όταν ο Γιάνης Βαρουφάκης έριξε στο τραπέζι τα perpetual bonds ως λύσης για το εκτιμώμενο ως «μη βιώσιμο» τότε ελληνικό χρέος.

Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα σήμερα! Παρ’ ό,τι το ελληνικό χρέος σήμερα είναι μεγαλύτερο ως ποσοστό επί του ΑΕΠ απ’ όσο πριν μερικά χρόνια επί μνημονίων, τότε ο εξωτερικός δανεισμός ήταν για τη χώρα μας απαγορευμένος, ενώ σήμερα δανειζόμαστε στις «μικρές σειρές» των εξαμηνιαίων ή ετήσιων ομολόγων μας ακόμη και με αρνητικό επιτόκιο! Μερικοί αναλυτές το εξηγούν με το ότι το ελληνικό εξωτερικό χρέος είναι κατά μεγάλο μέρος προς δημόσιους φορείς και όχι προς ιδιώτες! Αλλά αυτό υπήρχε από την εποχή ήδη του πρώτου μνημονίου και παρ’ όλ’ αυτά έπρεπε να περάσουν 8 χρόνια για να μπορέσει η Ελλάδα να «βγει στις αγορές». Και χρειάστηκε απολύτως και η ρύθμιση του χρέους που συμφωνήθηκε επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, για να ανοίξει ο δρόμος. Εκείνο λοιπόν που άλλαξε είναι οι πολιτικές αποφάσεις για το θέμα του χρέους στην ΕΕ. Από το πρώτο μνημόνιο ως το 2019 έπρεπε να τιμωρηθεί η Ελλάδα για να παραδειγματιστούν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στο πλαίσιο του αδιανόητου και δημοκρατικά απολύτως ανομιμοποίητου γερμανικού οικονομικού πατερναλισμού στην ευρωζώνη. Σήμερα, που το βάθος της κρίσης ένεκα πανδημίας επιτάσσει αλλαγή της ακολουθητέας οικονομικής πολιτικής (επί ποινή καταστροφής -αν τυχόν ο ευρωπαϊκός βορράς επέμενε στο σφάλμα 2010-2019) όλα επιτρέπονται: Ακόμη και η Ελλάδα να δανείζεται με πολύ φθηνά επιτόκια!

Άλλωστε, ποιό ελληνικό εξωτερικό χρέος προς δημόσιους φορείς και όχι προς ιδιώτες; Και παλιότερα -όπως είπαμε- υπήρχε αυτό, και τα μνημόνια 2 και 3 απέδειξαν ότι δεν ήταν εκείνο που έπεισε τις αγορές (το αντίθετο μάλιστα, κάποια στιγμή το χρέος προς δημόσιους φορείς με βάση τα συμβαίνοντα στην Ελλάδα μάλλον επιβάρυνε τις αναπτυξιακές προσδοκίες της χώρας, παρά τις ενίσχυσε). Η πολιτική απόφαση να σταματήσει η εικόνα εξάρτησης της Ελλάδας (ως δουλοπαροικίας χρέους, κατά τον γνωστό χαρακτηρισμό) από τους δανειστές και εταίρους της ήταν που έλειπε και μόλις αυτό επετεύχθη με την επιτυχή ολοκλήρωση του  3ου μνημονίου, η εικόνα άλλαξε!

Η επίκληση της Ελλάδας εδώ ως παραδείγματος προς αποφυγή, δεν γίνεται για να εκτονώσουμε τον θυμό μας για όσα μας επιβάρυναν ένεκα των σήμερα ομολογούμενων με τον πιο κυνικό τρόπο ως σφαλμάτων της μνημονιακής επιλογής. Η Ελλάδα εδώ πρέπει να επιστρατεύεται, απλά γιατί τώρα που το πρόβλημα γίνεται  πανευρωπαϊκό, η προτίμηση στην τελείως αντίθετη με την ελληνική περίπτωση μέθοδο της δημοσιονομικής χαλάρωσης, αντί της δημοσιονομικής περιστολής, υπογραμμίζει διπλά την αστοχία 2010-2019, με επίλεκτο θύμα την Ελλάδα!

Για να γίνει πιο εύκολα κατανοητό, θα επικαλεστώ την αθροιστική ύφεση γύρω στο 25% των μνημονιακών ετών, στην οποία τώρα έρχεται να προστεθεί η επί πλέον φετινή ύφεση το λιγότερο άλλου 10% λόγω της πανδημίας. Στα σοβαρά, τώρα, είναι οι ίδιοι οίκοι αξιολόγησης που έκριναν επί μία δεκαετία την Ελλάδα ως μη αξιόπιστο προορισμό δανεισμού, με ύφεση τότε σε μέση ετήσια βάση της τάξης του 2,5-3%, και σήμερα την αναβαθμίζουν με ύφεση 10% σε ένα έτος; Ακόμη και με τις πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις για ανάπτυξη 5% το 2021 η Ελλάδα θα έπρεπε να πετυχαίνει ίδια ανάπτυξη της τάξης του 5% τα επόμενα 7 χρόνια στη σειρά, για να επανέλθει το ΑΕΠ της στα επίπεδα προ του 2008. Πρόκειται για γελοιότητες! Η ζημιά που έγινε στην ελληνική οικονομία και προηγήθηκε του δεύτερου κύματος της κρίσης στην οικονομία λόγω της πανδημίας, είναι ανήκεστη και η περίπτωση θα μείνει στην παγκόσμια ιστορία ως η κορυφαία αστοχία οικονομικής πολιτικής σε περίοδο ειρήνης. 

Άλλωστε, τα ομόλογα μεγάλου χρόνου (ακόμη και 100ετή) που έχουν αρχίσει να εκδίδουν ευρωπαϊκές χώρες απομυθοποιούν πλέον απολύτως το ζήτημα του χρέους, ως σημαντικό μέρος της δυνάμει αναπτυξιακής ταυτότητας της οικονομίας μιας χώρας για τις προσεχείς δεκαετίες του 21ου αιώνα. Και είναι επίσης ανάγκη να τελειώνει κάπου εδώ και ο μύθος περί της δήθεν αναπτυξιακής συμβολής των λεγόμενων «μεταρρυθμίσεων» στον σημερινό αγώνα ανάνηψης της ευρωπαϊκής οικονομίας, που επίκειται, όταν με το καλό θα ελέγξουμε ουσιαστικά την πανδημία με ξεκάθαρους υγειονομικούς όρους και εγκαταλείποντας την επικίνδυνη πρακτική εμβολιασμού των οικονομιών (και όχι του πληθυσμού)  με πρόωρα ανοίγματα, που αποδεικνύεται πως παράγουν τα επόμενα κύματα της πανδημικής έξαρσης. Φυσικά και χρειάζονται μεταρρυθμίσεις! Αυτές, όμως, θα πρέπει να αφορούν σε επανεξέταση του μοντέλου κατανομής του πλούτου καθώς και της παραγωγικής δομής του κοινωνικού κράτους, μαζί με τον ενεργότερο ρόλο του δημόσιου τομέα στην εποπτεία του καταναλωτικού προτύπου και των επενδυτικών προτεραιοτήτων μιας χώρας και σε συνδυασμό με την επιστράτευση της τεχνολογίας για την καλύτερη κοινωνική οργάνωση των οικονομιών. Δεν μπορούν πια να λογίζονται ως «μεταρρυθμίσεις» το να λιγουρεύονται κάποιοι ιδιώτες να βάλουν στο χέρι κλάδους που τελούν υπό αναγκαίο δημόσιο έλεγχο. Το μοντέλο αυτό δοκιμάστηκε κατά κόρον εδώ και 30 χρόνια, και απέτυχε παταγωδώς. Έχει αποδειχτεί ότι το αθροιστικό του κόστος είναι μεγάλο και κατά κανόνα καταλήγει σε ακριβότερες και χειρότερες υπηρεσίες για τους πολίτες.

Είναι γελοιότητα να μας μοστράρεται σήμερα, σαν καθρεφτάκια σε ιθαγενείς, το σχέδιο Πισσαρίδη  ως δήθεν μεγάλη τομή και στο περιεχόμενό του να μην υπάρχει η παραμικρή αναφορά στον αναπτυξιακό ρόλο του δημόσιου τομέα και στην ανάγκη δραματικής αναπροσαρμογής του συστήματος κατανομής του πλούτου που παράγει μια οικονομία. Δεν μπορεί να αισιοδοξούμε ότι θα τα πάμε καλά στο μέλλον, με τα νεοφιλελεύθερα ξεπερασμένα όπλα των παιδιών του Σικάγο! 

Σήμερα, λοιπόν, αυτό που συζητείται στην ΕΚΤ είναι οι τρόποι απομείωσης του χρέους στην Ευρώπη. Και εξετάζονται δύο βασικές λύσεις-εναλλακτικά σενάρια:

- Το πρώτο είναι η διαγραφή χρέους, τουλάχιστον για τις πρόσθετες δαπάνες που προέκυψαν από τις ανάγκες αντιμετώπισης της πανδημίας (πρόταση που διακινεί ο Ιταλός πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε). Η πρόταση αυτή στηρίζεται στη φιλοσοφικής αφετηρίας άποψη ότι το δημόσιο χρέος που θα διαγραφεί, δεν είναι άλλο από συμβολή του ιδιωτικού τομέα στον κοινό αγώνα υγειονομικής θωράκισης των πολιτών και των κοινωνικών δραστηριοτήτων τους κατά του κορονοϊού.  

- Το δεύτερο είναι η παραπομπή του σημερινού δημόσιου χρέους βαθιά σε μελλοντικό χρόνο, με ανοιχτό το ενδεχόμενο οιονεί επανεξέτασής του κάποια στιγμή στο μέλλον και σε καλύτερες συνθήκες.

Και τα δύο σενάρια αποσκοπούν σε μηδενισμό των αρνητικών συνεπειών της παραμέτρου «χρέος» για τις οικονομίες, η οποία χρησιμοποιήθηκε ως σύγχρονη μέθοδος προτεκτορατοποίησης των αδύναμων χωρών από τις ισχυρότερες χώρες. Ποιά χρεία άλλων αποδείξεων έχουμε άλλωστε ανάγκη, όταν σε πολύ πρόσφατη έρευνα καταγράφτηκε καθαρά ότι η επιφύλαξη των λεγόμενων «φειδωλών χωρών» της ΕΕ για περισσότερες επιδοτήσεις,  αντί για διακρατικό δανεισμό, στο πλαίσιο του τελευταίου σχεδίου στήριξης της ευρωπαϊκής οικονομίας, δεν οφειλόταν στις οικονομικές ανησυχίες τους, αλλά στον φόβο ότι με περισσότερες επιδοτήσεις θα κατέγραφαν μεγαλύτερες απώλειες σε επιρροή κατά τη διαδικασία λήψης των ευρωπαϊκών αποφάσεων!

Βεβαίως, δεν μπορώ να προβλέψω το θα συμβεί. Γνωρίζω, όμως, ότι η συζήτηση άνοιξε, μετά από μια χαμένη γενιά νεοφιλελεύθερων επιλογών, που έχουν οδηγήσει την καπιταλιστική οικονομία (φυσικά βοηθούσης και της πανδημίας) στο χείλος του γκρεμού. Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στον δρόμο…          

 

 

 

 

21 Νοε. 2020

Η δημοκρατία

δεν είναι αναπτυξιακή παράμετρος

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται τις τελευταίες μέρες η κρίση που ξέσπασε με το βέτο που έθεσε η Ουγγαρία (και με τη συνδρομή της Πολωνίας) για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Μια κρίση, που θα μπορούσε να μετεξελιχτεί σε σοβαρή περιπέτεια για την συνοχή της ΕΕ και με παράπλευρη βαρύτατη συνέπεια την καθυστέρηση υλοποίησης του σχεδίου ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας, στο οποίο μετά από πολύ κόπο κατέληξαν το περασμένο καλοκαίρι οι ευρωπαίοι ηγέτες στην προσπάθεια ανάνηψης από τα μεγάλα πλήγματα που επέφερε η πανδημία στην ευρωζώνη.    

Η παρούσα κρίση αποτελεί ολοφάνερο σύμπτωμα μιας προϊούσας αποδιάρθρωσης των κεντρικών συνεκτικών στοιχείων του ευρωπαϊκού ενοποιητικού οράματος, με τη βαθμιαία την τελευταία 20ετία απομάκρυνση από τις ιδρυτικές αρχές της αλληλεγγύης και της επιδίωξης σύγκλισης των οικονομιών, σε συνδυασμό με την αποστασιοποίηση από τη διαδικασία ώσμωσης διαφορετικών μεταξύ τους πολιτισμικών συστημάτων αλλά και ιστορικών παραδόσεων των προς ενοποίηση χωρών και εθνοτήτων. Η εγκατάλειψη αυτών των στοιχείων και η συν τω χρόνω μετάπτωση από υπερεθνική ένωση εθελοντικής προσχώρησης σε μια σύμπραξη επί μέρους κρατικών εξουσιών, με ηγεμονεύουσες  αναφορές στο γερμανικό μεταψυχροπολεμικό πολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό μοντέλο, μετέτρεψε την ΕΕ από το οραματικό προσδόκιμο των γενεών που ορκίζονταν στο όνομά της, σε πολιτικό διαχειριστή της μετάβασης στη σημερινή -μεταλλαγμένη, θά ‘λεγε κανένας- σκληρή γραφειοκρατία των Βρυξελλών. Με παράλληλες αυτοαναφορικές και αυτοπροσδιοριστικές συνομολογήσεις σε νέα πρότυπα ευρωπαϊκής ηγεσίας και ταυτοτικής αναπροσαρμογής, με πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ίσως απ’ όλα το παράδειγμα του χαρτοφυλακίου για τον «ευρωπαϊκό τρόπο ζωής», που έχει ανατεθεί εις χείρας του Έλληνα αντιπροέδρου της Κομισιόν, Μαργαρίτη Σχοινά.

Αν προσέξει κανένας τη γκάμα αντιδράσεων στην πρωτοβουλία της σημερινής Κομισιόν για το χαρτοφυλάκιο αυτού του περιεχομένου και αναγόρευσή του μάλιστα σε πυρήνα κατανόησής του ως θεματοφύλακα της επιδιωκόμενης ως κοινής «ευρωπαϊκής ταυτότητας», θα καταγράψει το βάθος και την πολυπλοκότητα των διαφορετικών τρόπων πρόσληψης του όρου μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών και των πολιτικών αντιπροσωπεύσεών τους. Κι αυτό, σε μια απτή αποδεικτική απεικόνιση των αιτίων που κάνουν την ΕΕ να χάνει μεγάλο μέρος της ελκτικής γοητείας που ασκούσε στους πληθυσμούς  ως τα τέλη του προηγούμενου αιώνα και της μετάλλαξής της πλέον σήμερα σ’ έναν «μηχανισμό υποχρεωτικοτήτων» για τις χώρες-μέλη, ελάχιστης δημοκρατικής νομιμοποίησης, που μάλλον βαραίνουν τις ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες εκάστη στις σχέσεις με τους πολίτες που εκπροσωπεί,  παρά συμβάλλουν στη διαδικασία δημοκρατικής ωρίμανσης και κοινωνικής συνοχής σε περιβάλλον ευημερίας.

Η οικονομική κρίση του 2010 και η συνέχειά της με θρυαλλίδα τον κορονοϊό, παράλληλα, έχει συμβάλλει στην αποσιώπηση των πολιτικών αποδομητικών παραγόντων του ευρωπαϊκού ενοποιητικού σκοπού, όπως οι παράγοντες αυτοί σκιαγραφήθηκαν εν συντομία ως εδώ, κάνοντας την κρίση εμπιστοσύνης που περνάει η ΕΕ σήμερα, να φαίνεται πως οφείλεται κατά κύριο λόγο ή και απολύτως σε οικονομικούς λόγους, ενώ δεν είναι. Η ίδια η απόπειρα αντιπαράθεσης των εκφραστών της σημερινής νοοτροπίας που κυριαρχεί στην ΕΕ απέναντι σ’ όσους αντιδρούν στην εν εξελίξει απομείωση των όρων θεσμικής δημοκρατικής συγκρότησης της Ένωσης, με τον γενικό καταγγελτικό όρο-χαρακτηρισμό τους ως «λαϊκιστές» με πεδίο αναφοράς τη χειμαζόμενη ευρωπαϊκή οικονομία, αποτελεί απόδειξη της αδυναμίας των γραφειοκρατών των Βρυξελλών τόσο να ερμηνεύσουν τα βαθύτερα αίτια της κρίσης εμπιστοσύνης προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, όσο και να αναζητήσουν τις δέουσες λύσεις έναντι του φαινομένου. Παρά ταύτα, πληθώρα αποδεικτικών στοιχείων αποκαλύπτουν ότι το πρόβλημα είναι κατά βάση υπόθεση δημοκρατικού ελλείμματος στη συγκρότηση της ΕΕ. Και ίσως τα αίτια σημερινής μετάλλαξης της Ένωσης από υπερεθνικός μηχανισμός «δημοκρατικού αυτοσκοπού» σε αντίστιξη με το αμερικανικής κοπής παγκόσμιο μοντέλο «οικονομικού  αυτοσκοπού», σε φορέα χρηματο-οικονομικών και όχι πολιτικών προτεραιοτήτων, συνεπεία της αποτυχίας κατάρτισης ευρωπαϊκού συντάγματος στο πλαίσιο της παλιότερης προσπάθειας ντ’ Εστέν, να είναι επαρκή ως εξήγηση του παρόντος αδιεξόδου.

Φυσικά, επιβαρυντικά, λειτούργησαν και οι χειρισμοί κατά τη διάρκεια της κρίσης που ξέσπασε στην ΕΕ το 2010 (οι οποίοι ως συνέπεια αυτής της αποτυχίας κατάρτισης ευρωπαϊκού συντάγματος και απόδοσης της πρωτοκαθεδρίας για την προαγωγή του ενοποιητικού σκοπού στην οικονομία και το ευρώ, αντί της θεσμικής  συγκρότησης του μοντέλου ευρωπαϊκής δημοκρατίας), με συμπεριφορές ευρωπαίων αξιωματούχων μειωτικές και διαλυτικού αποτελέσματος για την ευρύτερη ευρωπαϊκή συνοχή προς χώρες-μέλη και ολόκληρους πληθυσμούς. Είναι όνειδος, ακόμη και σήμερα, τελούντες εν γνώσει και επιγνώσει του δημοκρατικού (αλλά τελικά και οικονομικού) σφάλματος των μνημονίων, ένας …πρώην αμερικανός πρόεδρος  να αποφασίζει να πει την αλήθεια για τη διασωστική μέθοδο 2010-1019 και την ίδια στιγμή στις Βρυξέλλες να δυσκολεύονται τόσο πολύ να το συνομολογήσουν. Κι ακόμη, τα στελέχη που πρωτοστάτησαν στην αποδεικνυόμενη σήμερα ως εσφαλμένη διασωστική μέθοδο 2010-2019 (π.χ. Κλάους Ρέγκλινγκ, Κριστίν Λαγκάρντ, Γενς Βάιντμαν, Γιάννης Στουρνάρας, και πολλοί άλλοι…) να καλούνται να υλοποιήσουν μια τελείως διαφορετικού προσανατολισμού διασωστική μέθοδο της ευρωπαϊκής οικονομίας επί πανδημίας, όπως αυτή εγκρίθηκε το περασμένο καλοκαίρι με έμμεσο κόψιμο πληθωριστικού ευρώ. Ένα από τα ισχυρότερα χαρακτηριστικά του νεποτικού πολιτικού φαινόμενου στις ελίτ, είναι να αλλάζουν εξ ανάγκης οι πολιτικές αλλά τα πρόσωπα να παραμένουν τα ίδια. 

Σήμερα, λοιπόν, με το ουγγαρέζικο βέτο, η ΕΕ εισέρχεται σε πρωτόγνωρη περιδίνηση. Και είναι αυτή περιδίνηση δημοκρατικού προβληματισμού, παρ’ όλο που η επικίνδυνη αρνησικυρία του Όρμπαν κινδυνεύει παράλληλα να επιφέρει νέο σημαντικό πλήγμα στη δοκιμαζόμενη από τον κορονοϊό ευρωπαϊκή οικονομία, λόγω των καθυστερήσεων υλοποίησης του ευρωπαϊκού σχεδίου οικονομικής ανάνηψης του περασμένου καλοκαιριού.

Διαφεύγει ίσως της προσοχής ως δευτερεύον ότι η Ουγγαρία με «εθνικό» νόμισμα το φιορίνι, και όχι με ευρώ, και με αποδεδειγμένα λαϊκίστικη ηγεσία (αποδεικνυόμενο αυτό από τη στάση της χώρας στο προσφυγικό και την άρνηση να αποδεχτεί το μέρισμα φιλοξενίας προσφύγων που της αναλογεί, και όχι από κίνητρα οικονομικά) και όχι ως «λαϊκισμός» (όπως αποδόθηκε χύδην ο χαρακτηρισμός σε όσους αντιστάθηκαν στη λογική και το κοινοτικό ήθος των μνημονιακών «διασώσεων»), ενώ καταπατά δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών της, επιστρατεύει προς τεκμηρίωση αιτιολόγησης του ορμπανικού βέτο το «δημοκρατικό» της δικαίωμα να καταπατά πολιτικές ελευθερίες, υπό την εσωτερική πολιτική νομιμοποίηση που φέρει ο πρωθυπουργός της!

Η αντίφαση είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική της αναποτελεσματικότητας που διέπει τους σημερινούς ευρωπαϊκούς κανόνες, με τις δύο αντίπαλες ευρωπαϊκές εξουσίες (εκείνη των Βρυξελλών, από τη μία μεριά, και την ουγγρική, από την άλλη) αμφότερες να διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους ότι μοχθούν για την προάσπιση των αρχών της δημοκρατίας.

Δεν ξέρω αν ο Όρμπαν διαθέτει χιούμορ (δεν το θεωρώ προσιδιάζον χαρακτηριστικό των πολιτικών λαϊκιστών), αλλά αναμφίβολα η σημερινή κατάσταση στην ΕΕ με το ουγγρικό βέτο φέρει στοιχεία τραγικής κωμωδίας. Εξ ίσου κωμικοτραγικό είναι ένας λαϊκιστής και με στοιχεία αντιδημοκρατικής διακυβέρνησης στο ιστορικό του ευρωπαίος ηγέτης να παίζει με ασύγγνωστη ελαφρότητα με τον απολύτως επείγοντα χαρακτήρα της ανάγκης ενεργοποίησης του σχεδίου ανάνηψης της ευρωπαϊκής οικονομίας, και να αντιδρά στους μύδρους των Βρυξελλών για την ανευθυνότητά του, «αλά Μέρκελ». Δηλαδή σ’ όσους  αγωνιούν να αντιτείνει την αφ’ υψηλού «λύση»: "Οι συνομιλίες θα πρέπει να συνεχισθούν και στο τέλος θα φθάσουμε σε μια συμφωνία, έτσι συμβαίνει συνήθως"!!!

Οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών μπορεί τώρα να οργίζονται με τα καμώματα Όρμπαν, αλλά ίδια ήταν η συμπεριφορά τους όταν πίεζαν την Ελλάδα μέχρις ασφυξίας ώστε να υποχρεωθεί να υπογράψει το αντιπαραγωγικό μνημόνιο το 2010 για να αποφύγει τη χρεοκοπία. Το επανέλαβαν με την Ελλάδα και το 2015, με ανάλογες ασφυκτικές πιέσεις μετά την αναγγελία ότι η χώρα θα διενεργήσει δημοψήφισμα, για να υποχρεωθεί η τότε κυβέρνηση να προσφύγει σε capital controls. Το συντήρησαν όλη την περίοδο της αρχικής έκρηξης του προσφυγικού, αρνούμενοι να αναλάβουν κάθε χώρα μέρος του βάρους της κρίσης που ξέσπασε με τον πόλεμο στη Συρία, αφήνοντας την Ελλάδα μόνη και πολιτικά ευπρόσβλητη στους λαϊκισμούς της ακροδεξιάς και των χρυσαυγητών. Ακόμη και σήμερα στις αφόρητες εκβιαστικές πιέσεις της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου οι ίδιοι γραφειοκράτες μας συνιστούν «να κάνουμε υπομονή», αντί να επιβάλλουν κυρώσεις, υποβαθμίζοντας κατάφωρα τη σημασία του γεγονότος ότι το ζήτημα είναι κυριαρχικά υπαρξιακό για τους Έλληνες.

Και δεν είναι μόνο η Ελλάδα θύμα αυτών των ανοίκειων πρακτικών. Συνολικά οι μεσογειακοί πληθυσμοί συκοφαντήθηκαν από κορυφαίους ευρωπαίους αξιωματούχους ως τεμπέληδες και περίπου άρπαγες του ιδρώτα των πλούσιων βορειοευρωπαίων.

Και την ίδια ώρα, οι κυρώσεις κατά του Λουκασένκο αλλά και της Ρωσίας για την υπόθεση Ναβάλνι (δραματικά μικρότερης σημασίας και  βάρους υποθέσεις σε σύγκριση με την ανοιχτή αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων χωρών-μελών από τρίτη χώρα-μη μέλος), εγκρίνονται με συνοπτικές διαδικασίες.

Η εντύπωση ότι στην ΕΕ υπάρχουν κάποιες χώρες-μέλη  που είναι «λίγο πιο ίσες» από τις υπόλοιπες, χτίστηκε και συνέβαλε καταλυτικά στην αποδόμηση πειστικότητας του ευρωπαϊκού  ενοποιητικού οραματισμού όλ’ αυτά τα χρόνια με τέτοιες ανοίκειες πρακτικές, τις οποίες σήμερα υιοθετεί ο ορμπανισμός. Η ευρωπαϊκή ελίτ αντί να επιδείξει ανεκτικότητα και ενσωματωτική πολιτική ευπροσηγορία στις ιδιαιτερότητες των συστατικών μερών του μεγάλου εγχειρήματος, τηρεί ακαμψία προς τήρηση μεθόδων που η ίδια επέλεξε ως δήθεν αντιπροσωπευτικές των διαθέσεων των ευρωπαίων πολιτών, ενώ είναι γνωστό ότι η δυσαρέσκεια για την ΕΕ εντείνεται και η αδιαφορία για τις κοινές ευρωπαϊκές υποθέσεις διευρύνεται ανάμεσα στους πολίτες της ηπείρου. .

Ποιός λησμονεί αναφορές της ίδιας ελίτ ότι «η Ελλάδα μπήκε χαριστικά στην ευρωζώνη» (και το πληρώσαμε πανάκριβα αυτό με υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος σε πανάκριβη ισοτιμία), ενώ την ίδια στιγμή προφανέστατα ανέτοιμες χώρες, θεσμικά, οικονομικά και πολιτικά, εντάσσονταν με κριτήρια της πλάκας στην ΕΕ, για να κάνουν οι γραφειοκράτες της νέας εποχής της Ένωσης το ανόητο και επικίνδυνο -όπως αποδεικνύεται σήμερα- «πάρτι διευρύνσεων» και μόνο και μόνο για να χτιστούν οι εντυπώσεις ότι η «γερμανική Ευρώπη» δήθεν μεγαλουργεί (ακόμη κι αν το Βερολίνο μαζί με την Ουάσιγκτον υπήρξαν  οι επισπεύδουσες δυνάμεις του τελευταίου πολέμου σε ευρωπαϊκό έδαφος); Μήπως η Ουγγαρία, που σήμερα για λογαριασμό της θέτει το βέτο ο Όρμπαν, δεν είναι μία από τις χώρες που άρον-άρον και με αστείες διαδικασίες ελέγχου των αναγκαίων προϋποθέσεων εντάχθηκαν στην ΕΕ, για να προληφθεί η υποψία επηρεασμού της (καθώς και των άλλων χωρών του πρώην ανατολικού συνασπισμού) από τη ρωσική επιρροή; Και μήπως και οι εντάξεις των βαλτικών δημοκρατιών «στο πόδι» (με κύριο σκοπό την ενδυνάμωση του φιλογερμανικού «λόμπι», ως δήθεν επείγουσας ευρωπαϊκής ανάγκης), δεν ενίσχυσαν την εντύπωση μιας διεύρυνσης από σκοπιμότητες και όχι από πειστικά κίνητρα ενίσχυσης του ενοποιητικού σκοπού προς όφελος όλων, δεν ήταν ένα μέρος του παζλ αιτίων της σημερινής ενωσιακής περιδίνησης, με έσχατο περιστατικό την απόπειρα επανασυγγραφής της ευρωπαϊκής ιστορίας, με την ΕΣΣΔ εμφανιζόμενη ως δήθεν συμπληρωματικό στοιχείο του ναζισμού;

Ίσως το κακό ξεκίνησε με την ανεπίτρεπτα μονομερή προς όφελος της Γερμανίας ενθυλάκωση των αποθεμάτων του εκτός ΕΣΣΔ ανατολικού στρατοπέδου μετά την  κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», μολονότι όλη η δύση και φυσικά και οι ευρωπαϊκές χώρες του δυτικού συνασπισμού σήκωσαν αδιαμαρτύρητα το βάρος της γερμανικής αμυντικής θωράκισης έναντι της απειλής του Συμφώνου της Βαρσοβίας στο ιστορικό μεταπολεμικό διακύβευμα ελέγχου του Βερολίνου. Αναμφίβολα, η κληρονόμηση από τη Γερμανία κατά συντριπτικό μέρος του καθόλου ευκαταφρόνητου ανατολικογερμανικού πλούτου και της προνομιακής επιρροής στα Βαλκάνια και τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, που τροποποίησαν αισθητά τις εσωτερικές ισορροπίες στην ΕΕ τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, είχαν σαν αποτέλεσμα  την αποδυνάμωση της  Γαλλίας και της Βρετανίας, αλλά και τη μεταφορά του γεωπολιτικού κέντρου βάρους της δυτικής Ευρώπης από τη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τη βόρειο Αφρική, σ’ ένα όψιμο νεοψυχροπολεμικό σκηνικό, με πρώτο λόγο στη Γερμανία. Σ’ αυτό το σκηνικό δεν φαίνεται τόσο άφρων η σκέψη ότι μεγάλη ισχύς συγκεντρωμένη στα χέρια των Γερμανών ποτέ δεν απέβη προς όφελος της Ευρώπης, ως ενιαίας οντότητας.      

Ολ’ αυτά, μοιάζει να συνέχονται αιτιολογικά με τη σημερινή αποδυνάμωση των πραγματικών ενοποιητικών ευρωπαϊκών στοιχειών, με σοβαρό κόστος ήδη την απώλεια του Ηνωμένου Βασιλείου. Μπορεί ως πρόσχημα για τις τάσεις ρευστοποίησης της ΕΕ να επιστρατεύεται το ευρώ και η οικονομία, το προσφυγικό ή ο,τιδήποτε άλλο, στο αιτιολογικό υπογάστριο της εντεινόμενης κρίσης συνοχής της ΕΕ διαγιγνώσκονται γεωπολιτικές δυνάμεις, που άλλωστε παλαιόθεν αποτελούν την θεμελιώδη κινητήρια δύναμη της ιστορίας.

Γιατί τα γνήσια συνεκτικά στοιχεία της ευρωπαϊκής διαδικασίας ενοποίησης ασφαλώς δεν είναι η επικράτηση του νεο-αντικομμουνιστικού ιδεολογήματος, που έδωσε δυνάμεις στην ακροδεξιά και στις νεοναζιστικές και νεοφασιστικές δυνάμεις. Ούτε είναι η διαμάχη για το ποιός θα έχει «το πάνω χέρι» στην ενοποιητική πορεία κατά τον 21ο αιώνα, όπως έδωσε τον τόνο την τελευταία εικοσαετία η βερολινέζικη νομενκλατούρα. Αντίθετα μ’ αυτά, οραματικά παραμένουν αναντικατάστατα το ζητούμενα της αέναης δημοκρατικής αναβάθμισης και ωρίμανσης, της σύγκλισης των οικονομιών και των επίπεδων εισοδήματος των ευρωπαίων πολιτών καθώς και της σύγκλησης των πολιτισμών της γηραιάς ηπείρου.       

Θεωρώ κορυφαίες πολιτικές αποτυχίες της ΕΕ, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, δύο σημεία:

- Την αδυναμία επεξεργασίας σχεδίου προσέγγισης με τη Ρωσία (ενώ ήδη από τη δεκαετία του 1970 οι προοδευτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις έθεσαν τέτοιο θέμα και μάλιστα με μακροπρόθεσμη οραματική προσδοκία τον απεγκλωβισμό της Ευρώπης από την ανάγκη της αμερικανικής οπλικής ομπρέλας) με συνέπεια τη σημερινή παγίδευση σ’ ένα νεο-ψυχροπολεμικό περιβάλλον, και  

- Την απροθυμία υποδοχής της ευρωπαϊκής αριστεράς ως «νέου αίματος πολιτικής» και ευκαιρίας ανανέωσης των αρχών διακυβέρνησης χωρών-μελών, παρ’ όλο που μετά τον παλιότερο ιταλικό ιστορικό συμβιβασμό και τις σημερινές εμπειρίες στην Πορτογαλία και κυρίως την Ελλάδα, έχει επιβεβαιωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ο «ευρωπαϊσμός» τους, ως θεμελιώδους και βασικής αρχής του πολιτικού αυτοπροσδιορισμού τους.  

Αντί, λοιπόν, για κινήσεις ενσωμάτωσης και εμπλουτισμού της ευρωπαϊκής δημοκρατικής κουλτούρας με τις νέες θεάσεις στον κόσμο που αλλάζει, σε διεθνή αναγωγή με το χτίσιμο μιας μεγάλης ευρωπαϊκής συμμαχίας «από τον Ατλαντικό ως και πέρα από τα Ουράλια» και σε εσωτερικές πολιτικές διαδικασίες με ισότιμη υποδοχή γνήσια ανανεωτικών δυνάμεων ως πραγματικές εφεδρείες τρέχουσας διαχείρισης των χωρών-μελών και της ίδιας της ενοποιητικής ιδέας (δηλαδή με κινήσεις που θα άλλαζαν τον κόσμο σήμερα, και όχι αύριο), μια κλασσική νομενκλατούρα «παίζει άμυνα» και μας γυρνάει μερικές δεκαετίες πίσω, απλά για να μη χάσουν τα μέλη της πρόσβαση στην εξουσία και τα αγαθά της.

Δεν ξέρω αν ο «ευρωπαϊκός τρόπος ζωής» θα ήταν μια λύση στα αδιέξοδα που ανέφερα ή αν πρόκειται για ένα «λιγούρικο» και όψιμο κακέκτυπο του «αμερικάνικου τρόπου ζωής»!    

Ασφαλώς δεν είναι αυτή η Ευρώπη που θέλουμε! Και δεν φταίνε οι τυχοδιωκτισμοί του Όρμπαν γι’ αυτό.