Μολυβάκι

14 Αυγ. 2020

Η κρίσιμη 20ετία

Η τωρινή εικόνα στις τεταμένες ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι ένα σημερινό απόσπασμα της μακράς ιστορίας των επώδυνων διμερών σχέσεων, μ’ έναν γείτονα που ο επεκτατισμός ανιχνεύεται στο ίδιο το γεωπολιτικό DNA της ύπαρξής του. Η γειτονική χώρα, ποτέ στην ιστορία της από την ίδρυση του τουρκικού κράτους και την κατάρρευση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, ως σήμερα, δεν έχει εμφανίσει πειστικά δείγματα συμφιλίωσης με την ιστορία και τις επιταγές της. Όπως, για παράδειγμα, δείγμα συμφιλίωσης με την αρχή της εξισορρόπησης με το πέρασμα του χρόνου των εθνικιστικών παθών που έθρεψαν πριν από δύο αιώνες οι συνέπειες του λεγόμενου τότε Ανατολικού ζητήματος.

Μόνο μέσα από διεθνείς συνθήκες (διμερείς ή πολυμερείς) που έκτοτε συνήφθησαν με τη Τουρκία να βρίσκεται στη θεση του ηττημένου εξαναγκάστηκε η γειτονική χώρα σε υποχρεωτικές ανασχέσεις των επεκτατικών σκοπών της ή σε προσαρμογές και εκλογικεύσεις  των κατά κανόνα υπερβολικών απαιτήσεών της έναντι της διεθνούς κοινότητας, με αιχμή τις όμορές της χώρες της νοτιοανατολικής Μεσογείου, της Μέσης Ανατολής, της Βαλκανικής και της ευρασιατικής μεθορίου. Και όποτε της δινόταν η ευκαιρία, αυτές τις διεθνείς συνθήκες τις καταπατούσε με βαναυσότητα (Κυπριακό, καταστροφή ελληνικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης, εκδίωξη Ελλήνων της Ίμβρου και της Τενέδου κ.λπ.) .

Η συγκριτική θεώρηση του πως εξελίχτηκε η ελληνική στάση (από το αρχικό ελληνικό μισαλλόδοξο «εμπρός να ανακαταλάβουμε την κόκκινη μηλιά», ως τη θετική ελληνική στάση για ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, που είναι σαφέστατη απόδειξη προσγείωσης των στόχων εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας στα δεδομένα που ο χρόνος προσφέρει ως στοιχείο ρεαλισμού), έως το ανοιχτό τουρκικό αίτημα αναθεωρητισμού της συνθήκης της Λοζάνης που θέτει η σημερινή ερντογανική νομενκλατούρα στη γειτονική χώρα, αποδεικνύεται πόσο μεγάλη διαδρομή εχει διανύσει η Ελλάδα και πόσο αμετακίνητη έχει μείνει η Τουρκία πίσω στους στόχους της για αναβίωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας. 

Ταυτόχρονα, όμως, η σημερινή ελληνοτουρκική διένεξη φαίνεται (και συνειδητά εμφανίζεται) να είναι απόρροια μιας αιφνίδιας τουρκικής έξαρσης με κίνητρο την κατανομή προς όφελός της των υδρογονανθράκων της ανατολικής Μεσογείου. Αυτή, όμως, είναι μια απολύτως επιφανειακή ανάγνωση του σημερινού συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των δύο χωρών, αφού αναφέρεται στα πρωτογενή χαρακτηριστικά των σημερινών εντάσεων, συσκοτίζοντας βαρύνουσας σημασίας αίτια και ερμηνείες των παρόντων πραγμάτων. Ένα απολύτως χαρακτηριστικό παράδειγμα των συνειδητά αποκρυπτόμενων πτυχών του σημερινού ελληνοτουρκικού σκηνικού, είναι η μεγάλη αλλοίωση της σχέσης ισχύος των στρατιωτικών δυνάμεων μεταξύ των δύο χωρών, που από το 7/10 που γενικώς ίσχυε ως τη δεκαετία του 1990, σήμερα υπολογίζεται σε πολύ δυσμενέστερη ετεροβαρή ισορροπία για το ελληνικό στράτευμα, που γίνεται ακόμη δυσμενέστερη για μας από την ποιότητα και την ηλικία των αμυντικών υποδομών και των εξοπλισμών στις 2 χώρες.

Αρκεί να αναφερθεί ότι εάν ευοδωνόταν η συμφωνία ΗΠΑ-Τουρκία για τα F35 (που ευτυχώς ακυρώνεται) η σχεδόν απολύτη ισορροπία δυνάμεων της πολεμικής αεροπορίας στο Αιγαίο (με τα γαλλικά μιράζ να έχουν κρίσιμο ρόλο σ’ αυτό) θα είχε ανατραπεί και το μόνο όπλο, την πολεμική αεροπορία (γιατί στον στρατό ξηράς και το ναυτικό η μάχη «έχει γύρει» σε βάρος μας εδώ και καιρό) όπου ανιχνευόταν επαρκής για την Ελλάδα ισορροπία στρατιωτικών δυνάμεων, θα είχε χαθεί.  Σημειωτέον, μάλιστα, ότι ο κίνδυνος αυτός δεν έχει εξαλειφτεί οριστικά, αφού τα F35 που θα ερχόντουσαν για την τουρκική πολεμική αεροπορία έχουν αντικατασταθεί από τα ρώσικα μαχητικά Sukhoi Su-57, που στρατιωτικές πηγές θεωρούν ισάξια με τα F35, ενώ, ακόμη, σε περίπτωση που κάτι δεν άλλάξει από τα σημερινά δεδομένα η δυσκολία εντοπισμού και παρακολούθησης των ρωσικής κατασκευής μαχητικών Sukhoi Su-57 από τα ραντάρ του ΝΑΤΟ, θα μπορούσε να καταστεί πολύ κρίσιμο πλεονέκτημα για την Τουρκία στις αερομαχίες στο Αιγαίο.

Πώς, όμως, φτάσαμε στη σημερινή ετεροβαρή ισορροπία στρατιωτικών δυνάμεων και σε βάρος της Ελλάδας, από την αποδεδειγμένα αποτελεσματική σχέση του 7/10; Διότι, η προϊούσα αποδυνάμωση της ελληνικής αμυντικής συγκρότησης σε στεριά, θάλασσα και αέρα, δεν προέκυψε εκεί και ως έτυχε, αλλά είναι συνέπεια της αναθεώρησης του ελληνικού αμυντικού δόγματος του 7/10. Δηλαδή είναι απόρροια αλλαγής της εξωτερικής πολιτικής και της διπλωματικής τακτικής της Ελλάδας ως τη δεκαετία του 1990 καθώς και υιοθέτησης του εναλλακτικού δόγματος περί «αχρείαστης δαπάνης» για τους εξοπλισμούς, αφού τα ελληνοτουρκικά θα διαμορφώνονταν πλέον μέσω διμερών διαβουλεύσεων και το κόστος αμυντικής αποτροπής στην Ελλάδα θεωρήθηκε πολυτέλεια.

Μιας αλλαγής δόγματος εξωτερικής πολιτικής σε ό,τι αφορά τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όμως, που πλέον ελέγχεται σοβαρά ως αποτυχημένη επιλογή, αφού σε καμιά περίπτωση οι τουρκικές απαιτήσεις σε βάρος κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας δεν έχουν κατασιγαστεί από την εφαρμογή του νέου δόγματος εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας που εφαρμόζεται την τελευταία 20ετία. Κι όχι μόνον αυτό, αλλά ακόμη περισσότερο έχουν επεκταθεί οι τουρκικές διεκδικήσεις σε βάρος ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων και αφορούν πλέον σε περιοχές της Κρήτης και της Δωδεκανήσου, που ως σήμερα  θεωρούνταν αδιανόητες. Μιλάμε, δηλαδή, για ποιοτική αναβάθμιση των τουρκικών απαιτήσεων σε βάρος της χώρας μας, που αποδεικνύουν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το δόγμα αναγνώρισης τουρκικών δικαιωμάτων από την Ελλάδα και δυνατότητας επίλυσης όλων των διαφορών με διμερή διάλογο, από το 1996 και μετά, έχει καταρρεύσει και είναι πλέον μη παραγωγικό για την Ελλάδα, ενώ αυτονόητα προκύπτει ζήτημα αναθεώρησής του και επιστροφής του στο δόγμα από το οποίο αναδυόταν η στρατιωτική ισορροπία του 7/10.

Σήμερα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι αφετηρία του νέου δόγματος εξωτερικής πολιτικής, υπό το αφήγημα μιας προσδοκώμενης ελληνοτουρκικής συνεννόησης που δεν ήρθε ποτέ, υπήρξε το στιγμιότυπο των Ιμίων το 1996. Από τότε, αντί για την παράταση του ως τότε ισχύοντος δόγματος 7/10 εγκαινιάστηκε η γραμμή του ελληνοτουρκικού διαλόγου. Όμως, θέση της Ελλάδας και επί ισχύος του δόγματος 7/10 ήταν η αποδοχή του ελληνοτουρκικού διαλόγου! Με μια πολύ κρίσιμη διαφορά: Ως τότε η Ελλάδα είχε ξεκαθαρίσει ότι το μόνο αντικείμενο αυτού του διαλόγου ήταν η επιζήτηση σύνταξης συνσυποσχετικού από τις δύο χώρες ως μόνο αντικείμενο του διαλόγου, με σκοπό την προσφυγή στο διεθνές δικαστήριο της Χάγης και με το ερώτημα εάν τα νησιά (του Αιγαίου) έχουν υφαλοκπρηπίδα, ή όχι! Αυτός ο αποδεκτός από την Ελλάδα ως τότε μονοθεματικός ελληνοτουρκικός διάλογος, άλλαξε ως πάγια ελληνική θέση, με τη Συμφωνία της Μαδρίτης ένα έτος μετά τα Ίμια και εξ αφορμής τους.

Στη Συμφωνία της Μαδρίτης, που υπέγραψαν οι Κώστας Σημίτης και Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ ορίζεται ότι τα δύο μερη συμφωνούν να επιδεικνύουν: «…Σεβασμό στα νόμιμα, ζωτικά συμφέροντα και ενδιαφέροντα της κάθε χώρας στό Αιγαίο, τα οποία έχουν μεγάλη σημασία για την ασφάλεια και την εθνική κυριαρχία τους». Προφανώς εδώ διευρύνονται πολύ τα όρια του δυνητικού ελληνοτουρκικού διαλόγου και η Ελλάδα αποδέχεται ότι σ’ αυτόν ότι εκτός της υφαλοκρηπίδας των νησιών θα μπορούσαν να συμπεριλαβάνονται πλέον πολύ περισσότερα ζητήματα (τουρκικές απαιτήσεις, για να είμαστε πραγματικοί) απ’ ό,τι η μοναδική ως τότε αποδεκτή από την Αθήνα διαφορά.

Παρά ταύτα, πολλά αρνητικά θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί έως τη σημερινή σημαντική επιδείνωση, αν ανεξάρτητα των όσων συμφωνήθηκαν στη Μαδρίτη από τον Κώστα Σημίτη παρέμενε το δόγμα του 7/10 ως προς το αμυντικό του και μόνο  στοιχείο. Όμως, όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων και ως σήμερα, είναι πιθανότερο η Συμφωνία της Μαδρίτης να στόχευε εξ αρχής στην ανατροπή του 7/10, παράλληλα με την ανεπίτρεπτη διεύρυνση της δυνητικής ατζέντας του ελληνοτουρκικού διαλόγου, απλούστατα διότι το 7/10 αποδεδειγμένα μπόρεσε ως τότε να εγγυηθεί αποτελεσματικά την απαρέγκλιτη  τήρηση της ελληνικής θέσης ότι το μόνο αντικείμενο του ελληνοτουρκικού διαλόγου είναι το εάν τα νησιά στο Αιγαίο έχουν υφαλοκρηπίδα, ή όχι, και με μόνο στόχο τέτοιου διαλόγου την υπογραφή συνυποσχετικού με την Τουρκία για την παραπομπή της υπόθεσης σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο για να αποφανθεί εκείνο για τη διαφορά.

Η ανατροπή του 7/10 και ο συντριπτικά δυσμενέστερος για την Ελλάδα σημερινός συσχετισμός στρατιωτικών δυνάμεων  είναι η βάση, επί της οποίας οικοδομείται στις μέρες μας η δρομολόγηση διευρυμένου τουρκικού διαλόγου, με την Ελλάδα ως τον αδύναμο πόλο του τραπεζιού (σε αντίστιξη με την ολοφάνερη ισοτιμία της συμφωνίας Ανδρέα Παπανδρέου-Τουργκούτ Οζάλ στο Νταβός το 1988. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η αφήγηση των σημιτικών εμφανίζει εδώ και δεκαετίες την ισοτιμία Παπανδρέου-Οζάλ στο Νταβός, ως προϊόν του «καλού» τότε Τούρκου πρωθυπουργού, ενώ αναφίβολα εκείνο που επέβαλε αυτήν την ισοτιμία ήταν η με βάση το 7/10 στρατωτική ισχύς της Ελλάδας, που με τις ένοπλες δυνάμεις της νωρίτερα είχε αποτρέψει την εισβολή του τουρκικού ΧΟΡΑ στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Γι’ αυτό και σύγκριση του 1988 και το 7/10 με το σήμερα και τη στρατιωτικά πολύ πιο αδύναμη Ελλάδα, είναι αποκαλυπτική των πραγμάτων και οδηγός του που πρέπει να κατευθυνθούμε από ‘δω και πέρα).

Η επιλογή του Κώστα Σημίτη και της πολιτικής αντίληψης που εκόμισε στα ελληνικά πολιτικά πράγματα με το ιδεολόγημα του «εκσυγχρονισμού» και ως σήμερα επηρεάζει σημαντικά την ελληνική εξωτερική πολιτική, αφορά στο σημείο ακριβώς όπου συγκρούεται η επιλογή επαρκούς αμυντικής θωράκισης της Ελλάδας έναντι του τουρκικού επεκτατισμού με την απόφαση μείωσης των αμυντικών δαπανών ώστε να εξοικονομηθούν  περισσότεροι δημοσιονομικοί πόροι για μεγαλύτερες χρηματοδοτήσεις του ιδιωτικού τομέα, που για τον «εκσυγχρονισμό» (αλλά και τον νεοφιλελευθερισμό)  είναι η ατμομηχανή της ανάπτυξης, ενώ οι δημόσιες επενδύσεις το βαρίδι της.

Σύμφωνα με το εκσυγχρονιστικό αφήγημα, έκτοτε η αμυντική αποδυνάμωση της Ελλάδας θα ισαφαριζόταν από την εγγύηση κυριαρχικής ακεραιότητάς της, που θα προσέφερε η Ευρωπαϊκή Ένωση, αποκρούοντας τον τουρκικό επεκτατισμό. Μέρος της αφήγησης αυτής ήταν ότι η Ελλάδα δεν χρειαζόταν τόσες αμυντικές δαπάνες διότι τελούσε υπό την προστατευτική ομπρέλα της ΕΕ.

Σήμερα έχουμε πλέον πλήρη εικόνα της πραγματικής απόδοσης του εκσυγχρονιστικού αφηγήματος σε ό,τι αφορά την αμυντική θωράκιση της Ελλάδας και την αποτελεσματικότητα της θεωρίας περί εγγύησης της κυριαρχικής ακεραιότητας της Ελλάδας από τον τουρκικό επεκτατισμό από την ΕΕ.

Γενικότερα, η ΕΕ εδώ και πολλά χρόνια έχει αποδειχτεί αδύναμη να ελέγξει τον τουρκικό επεκτατισμό στο σύνολο σχεδόν της ευρωτουρκικής μεθορίου, το συγκριτικά μεγαλύτερο μέρος της οποίας άλλωστε είναι ελληνοτουρκική μεθόριος. Φυσικά το ίδιο συμβαίνει και αυτές τις μέρες με τον διάπλου του Όρουτς Ρέις στην ελληνική υφαλοκρηπίδα στην νοτιοανατολική Μεσόγειο. Στην περίπτωση του Όρουτς Ρέις τα πράγματα είναι πολύ πιο ενδειτικά, διότι υπαρχει πλήρης συγκρισιμότητα με το περιστατικό του ΧΟΡΑ το 1987. Τότε το 7/10 εγγυήθηκε την απόκρουση του τουρκικού επεκτατισμού. Σήμερα, με πολύ δυσμενέστρο σε βάρος της Ελλάδας  συσχετισμό στρατωτικών δυνάμεων, το Όρουτς Ρέις συνεχίζει να περιφέρεται στην ελληνική υφαλοκρηπίδα. Και, φυσικά, η ΕΕ αποδεικνύεται απολύτως αδύναμη να ανακόψει τον τουρκικό επεκτατισμό, παρ’ ό,τι ακόμη και δικά της συμφέροντα πλήττονται (π.χ. στο αγωγό East Med).   

 

 

 

 

8 Αυγ. 2020

Κρίσιμες αποφάσεις «χωρίς μάσκα»

Λοιπόν! Τα ψέματα τελείωσαν και ο δεκαπενταύγουστος θα τους δώσει και τη χαριστική βολή! Τα σχολεία θα λειτουργήσουν, η αγορά θα κινηθεί, θα συναντηθούμε με τους φίλους και τις οικογένειές μας. Όλα κάτω από ένα δίχτυ αγωνίας σχετικά με την υγεία μας. Άλλες αναβολές δεν μπορεί να υπάρξουν και θέλοντας και μη θα ληφθούν αποφάσεις για τη ζωή μας.    

Γνωρίζουμε πια καλά, και με σοβαρές τεκμηριώσεις γενικής παραδοχής, εμείς κι όλοι στον κόσμο, εάν το σενάριο επιστροφής στο σύνολο των πριν την πανδημία λειτουργιών της οικονομίας και ταυτόχρονα ανάσχεσης της εξάπλωσης του κορονοϊού, είναι ένα βιώσιμο σενάριο (για την οικονομία αλλά και για την υγεία των πληθυσμών), ή όχι! Δεν απομένει παρά η οφειλόμενη υποχρέωση των ηγεσιών να μας ξεκαθαρίσουν την επιλογή τους: Θα συνεχίσουμε έτσι στην ίδια πορεία οικονομικής «αποκατάστασης» και με όλες τις συνέπειες της επιλογής ή θα μπούμε στη σοβαρή συζήτηση σχετικά με το τί θα χρειαστεί να εκλογικευτεί  στην οικονομία και τις ανθρώπινες σχέσεις (όσες απορρέουν και εξαρτώνται απ’ αυτήν), για να προκύψει μια νέα και βιώσιμη κατάσταση ισορροπίας ανάμεσα στον πανίσχυρο μηχανισμό προαγωγής οικονομικών συμφερόντων και την αδήριτη ανάγκη να αισθάνονται και να είναι όλοι οι άνθρωποι ασφαλείς και υγιείς;

Φυσικά, οι πολιτικές ελίτ γνωρίζουν ήδη την απάντηση στο ερώτημα αυτό! Και έχω την αίσθηση ότι αποφεύγουν προσεκτικά να ενημερώσουν τους πολίτες, όπου Γης, για την επιλογή τους. Το κάνουν γιατί φοβούνται τις ίδιες τις αποφάσεις τους! Γι’ αυτό και οι παλινωδίες «ανοιγο-κλεισίματος» ολόκληρων περιοχών και πόλεων καθώς και τομέων της οικονομίας, σε μια προσπάθεια να αποφευχθεί η εκκαθάριση των ουσιωδών ζητημάτων της υπόθεσης. Επίσης, απόδειξη ισχυρή των ένοχων υπεκφυγών των ίδιων ηγεσιών να επιλέξουν εκείνα που εκ της ιδιότητάς τους ως ρυθμιστές των διαδικασιών λήψης των αποφάσεων στις οργανωμένες κοινωνίες αναλογούν στις αρμοδιότητές τους, είναι η αγωνιώδης μετάθεση της ευθύνης αλλού.

Για παράδειγμα, στην Ελλάδα καταβάλλεται συντονισμένη προσπάθεια με νύχια και με δόντια -και υπό το ιδιότυπο καθεστώς της μιντιακής δικτατορίας που μας «ενημερώνει»- να εμφανιστεί ότι η αύξηση των κρουσμάτων και η προφανής «επιστροφή» των κινδύνων της πανδημίας είναι απόρροια της μη χρήσης μάσκας από τους πολίτες και δεν είναι αποτέλεσμα της πολιτικής (και καθόλου υγειονομικής) απόφασης να καταστεί η χώρα μας κεντρικός διεθνής προορισμός λόγω του τουριστικού θέρους, όπως κάθε χρόνο ως σήμερα. Και τούτο, σε αντίστιξη με την «χειμωνάτικη Ελλάδα» εκτός διεθνών δρομολογίων, που σήμερα αποδεικνύεται ότι εξηγεί ικανοποιητικότατα γιατί ευτυχώς τα «πήγαμε καλά» ως τον περασμένο Μάιο με τον κορονοϊό και κλονιζόμαστε σήμερα το μεσοκαλόκαιρο. Γιατί αυτός ήταν ο κύριος λόγος γιατί τα πήγαμε καλά στην πρώτη εμφάνιση της πανδημίας και βεβαίως καμιά «πολιτική επικοινωνία» δεν μπορεί εσαεί να αλλάζει  την πραγματικότητα, μέσω των μωσαϊκών φληναφημάτων της λίστας Πέτσα και των υποκριτικά υποκινούμενων χειροκροτημάτων στα μπαλκόνια των εγκλείστων. 

Να ξεκαθαρίσω δύο πράγματα:

-Το πρώτο είναι ότι μακριά από μένα η άποψη ότι η εξατομικευμένη ανευθυνότητα της μη χρήσης μάσκας δεν συμβάλλει στην επιδείνωση του προβλήματος. Φυσικά και συμβάλλει στο κακό και βεβαίως η χρήση της λειτουργεί ανασχετικά στην εξάπλωση του κορονοϊού ανάμεσά μας! Όμως, εδώ μιλάμε για τις θεμελιώδεις αιτιώδεις συνάφειες σχετικά με την εξελισσόμενη ενδυνάμωση της πανδημικής απειλής και των συνεπειών της.

-Το δεύτερο είναι ότι δεν πιστεύω ότι δεν έπρεπε να επιχειρηθεί η απόπειρα επιστροφής στις προ πανδημίας συνθήκες της οικονομίας (και να μην ανοίξει ο τουρισμός μας). Ορθώς αναλήφθηκε η προσπάθεια. Η πανδημία εξ αρχής ήταν ένα άγνωστο καινούριο δεδομένο στον παγκόσμιο χάρτη των οικονομιών και της ανθρώπινης υγείας και πολλές αποφάσεις σχετικά με την διαχείριση των συνεπειών της θα λαμβάνονταν «δοκιμάζοντας λύσεις» και όχι (με την ψευδαισθητική στην πραγματικότητα) βεβαιότητα των ανθρώπινης γνώσης επί  παντός. Όμως, σήμερα οι δοκιμές έχουν γίνει και τα αποτελέσματά τους είναι γνωστά! Δεν απομένει παρά να ληφθούν οι τελικές αποφάσεις και να μας κοινοποιηθούν ως πολίτες: Θα συνεχίσουμε στην ατραπό της ως σήμερα πορείας στη βάση της θεωρίας «ανοσίας της αγέλης» στην ήπια εκδοχή της, ή θα πρέπει να αναθεωρήσουμε εκ θεμελίων πάγιες παραδοχές της δομής που ως σήμερα θεωρούμε «κανονικότητα»; Είναι μια απόφαση που δεν θα πάρουν οι πολίτες. Οι πολιτικές ηγεσίες θα την πάρουν και θα κριθούν από τους πολίτες για την επιλογή τους. Έτσι είναι το «παίγνιο της δημοκρατίας»! Αν είναι να πεθάνουμε πολλοί από μας για να μην πληγούν συμφέροντα και για να διασωθούν οικονομικές λειτουργίες (καλές ή κακές, παρέλκει εδώ η συζήτηση σχετικά μ’ αυτό) τουλάχιστον θα πρέπει να το ξέρουμε και οι κυβερνήσεις οφείλουν να το διευκρινίσουν και να μην αφήσουν να το καταλάβουμε μόνοι μας.                

Ας δούμε ένα παράδειγμα: Με τα ως σήμερα δεδομένα, την πρωτοβουλία στην παγκόσμια  μάχη των εμβολίων κατά του κορονοϊού έχουν οι πολυεθνικές ιδιωτικές φαρμακευτικές  εταιρείες, με τις κυβερνήσεις θεατές. Έτσι, αποφάσεις όπως το εάν, το πότε και σε ποιούς θα διατεθούν τα εμβόλια (όταν υπάρξουν) δεν είναι προϊόν πολιτικών αποφάσεων. Μάλιστα, ήδη άρχισε ο απηνής διαγκωνισμός συμφερόντων και σε άλλα επίπεδα, όπως για παράδειγμα η συζήτηση πριν ακόμη βρεθεί το εμβόλιο εάν η λήψη του θα είναι εφάπαξ ή αν θα απαιτηθεί ετήσια επανάληψή του –και για λόγους που σίγουρα ανάγονται και σε προσδοκίες κερδοφορίας των εταιρείων.

Κι όλ’ αυτά, στη βάση της πεποίθησης ότι το εμβόλιο (εφ’ όσον βρεθεί) θα είναι και η απάντηση στον πρόβλημα που ήδη έχει αναφυεί και το οποίο δείχνει ότι η επιμονή στην εκτατική μέχρις περιβαλλοντικής και κοινωνικής αυτοκαταστροφής λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας και με θανατηφόρες για τους φτωχότερους συνέπειες σήμερα συμβάλλει στην εξάπλωση της πανδημίας, παρά το λοκντάουν που έχει προηγηθεί.

Διερωτώμαι: Μπορεί αυτό το ζήτημα αυτό να έχει αφεθεί στην πεποίθηση ότι τα κίνητρα κερδοφορίας των φαρμακευτικών εταιρειών είναι εκείνα που μπορούν να εγγυηθούν ότι θα ληφθούν οι ορθές υγειονομικές αποφάσεις; Ή, μήπως, ήδη οι πολιτικές ηγεσίες (αντί να πλειοδοτούν αναμεσά τους για το ποιά χώρα θα εξασφαλίσει τις περισσότερες παρτίδες εμβολίων με το αζημίωτο για τις φαρμακοβιομηχανίες και οι φτωχότεροι ας πεθάνουν –ένα μνημείο ανόητης εντύπωσης ότι έτσι μια χώρα θα ξεφύγει απ’ τα χειρότερα, λες και η ραγδαία εξάπλωση της πανδημίας ανάμεσα στους πληβείους ανεμβολίαστους της γειτονικής ή μιας πιο μακρινής χώρας δεν θα ξανάφερνε το κακό έξω απ’ την πόρτα της) όφειλαν να έχουν ήδη αναλάβει την ευθύνη λήψης των αποφάσεων σχετικά με τα εμβόλια και την παραγωγή τους;

Φυσικά, οι φαρμακοβιομηχανίες θα πρέπει να αποζημιωθούν δίκαια λόγω της ανάληψης των λειτουργιών τους από τον κρατικό μηχανισμό. Ποιός λέει όχι! Όμως, οι επιλογές εδώ δεν μπορεί να είναι των ιδιωτών που δίνουν λόγο μόνο στους μετόχους τους και οφείλουν να μεταφερθούν σε φορείς και διαδικασίες που τελούν υπό κοινωνικό έλεγχο. Αυτό δα έλειπε, οι αποφάσεις για τα εμβόλια κατά του κορονοϊού, δηλαδή ένα ζήτημα ζωής και θανάτου για τον σημερινό άνθρωπο, να συνεχίσουν να λαμβάνονται με βάση τις νεοφιλελεύθερες νόρμες περί «ανταγωνιστικότητας», τις κερδοφορίες, το κόστος εργασίας και άλλα τοιαύτα, και να μην προηγείται η μέριμνα για την ανθρώπινη υγεία. Αν τυχόν συνεχίσει αυτό θα πρόκειται για μια ηχηρότατη απόδειξη (μία ακόμη) του παραλογισμού που διέπει τις λειτουργίες και τις προτεραιότητες της ως σήμερα παγκόσμιας οικονομίας. Ταυτόχρονα θα είναι μία ακόμη επιβεβαίωση ότι η παρατεταμένη επί 15 κιόλας χρόνια κρίση του δυτικού οικονομικού μοντέλου δεν οφείλεται  σε λειτουργικές αρρυθμίες που σιγά-σιγά θα διορθώσουμε, αλλά προέρχεται ευθεως από την παραβίαση του βασικού κανόνα που νομιμοποιεί κάθε απόφαση με συλλογικές συνέπειες: την εξάλειψη της αφετηριακής παραδοχής ότι πίσω από κάθε κοινωνική δραστηριότητα προϋποτίθεται ότι δεσπόζει το κίνητρο να προάγεται ο άνθρωπος ως οντότητα και να υπηρετούνται οι ανάγκες του. Αν αυτό έχει καμφθεί, όπως φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις να συμβαίνει στην εποχή μας, τότε η ηθική βάση συγκρότησης των κοινωνιών μας έχει κλονιστεί και επαπειλείται σοβαρή κοινωνική ανατάραξη και ίσως ακόμη και κατάρρευση συστημάτων.     

Δυο λόγια στο σημείο αυτό για την ελληνική εμπειρία.

Ξεκινήσαμε την αντιμετώπιση της πανδημίας όταν πρωτοχτύπησε την πόρτα της Ελλάδας, με την στρατηγική -όπως αποδεικνύεται σήμερα- επιλογή να μην γίνονται πολλά τεστ. Σήμερα από τη γεωγραφική διασπορά των αυξανόμενων κρουσμάτων τεκμαίρεται ότι η πανδημία διέθετε από την αρχή (και φυσικά συνεχίζει να έχει) αφανή εσωτερική δυναμική εξάπλωσης του κορονοϊού. Η έλλειψη αυτής της πληροφορίας (δηλαδή η αληθέστερη εικόνα σχετικά με την εσωτερική δυναμική εξάπλωσης του ιού) και η σε σημαντικό βαθμό αρχική επικοινωνιακή διαχείριση του ζητήματος, ασφαλώς θα ήταν κριτήρια που ελήφθησαν υπόψη όταν αποφασίστηκε από την κυβέρνηση η ενεργοποίηση του ελληνικού τουριστικού μηχανισμού. Έχω την εντύπωση πως κανένας στην κυβέρνηση (και ό,τι και να κρώζουν τα μίντια σύμμαχοί της) δεν μπορεί να αισθάνεται ικανοποιημένος για τον χειρισμό και τις αποφάσεις που ελήφθησαν στο συνδυαστικό ζητούμενο «άνοιγμα ελληνικού τουρισμού-αποτροπή εξάπλωσης του κορονοϊού». Φοβάμαι πως πρόκειται για πραγματική τραγωδία, ιδίως αν συνεκτιμηθεί πόσο κακή αποδεικνύεται πως είναι είναι η απόδοση του κυβερνητικού σχεδίου ενεργοποίησης του ελληνικού τουριστικού μηχανισμού! Πολύ μικρή απόδοση σε όφελος με επαπειλούμενες σοβαρότατες υγειονομικές συνέπειες!

Ένα δεύτερο και τελευταίο ελληνικό παράδειγμα: Μετά την εγκληματική κυβερνητική απόφαση αραίωσης των δρομολογίων στα μέσα μαζικής μεταφοράς συγκλήθηκε εσπευσμένα κυβερνητική σύσκεψη υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, όπου αποφασίστηκαν προσλήψεις προσωπικού στις αστικές συγκοινωνίες και προμήθεια λεωφορείων …σε ΣΔΙΤ με τα ΚΤΕΛ!!!  Διερωτώμαι: Το όφελος για ιδιώτες είναι εδώ το ζήτημα ή η προσπάθεια ανάσχεσης της εξάπλωσης; Το θεωρώ εξαιρετικά ενδεικτικό και αποκαλυπτικά αρνητικό παράδειγμα για τη λογική υπό την οποία αντιλαμβάνεται και υλοποιεί η ελληνική κυβέρνηση το σχέδιο επιστροφής στις προ πανδημίας οικονομικές και κοινωνικές λειτουργίες! Διότι εάν στο σημείο αυτό ανιχνεύεται ενδεχόμενο (και δυστυχώς δεν είναι η μόνη περίπτωση) το υγειονομικό ζητούμενο καλύτερης προστασίας των επιβατών κατά του κορονοϊού στα αστικά λεωφορεία να εκλήφθηκε ως ευκαιρία ιδιωτικοποίησης των αστικών συγκοινωνιών (και συντρέχει ενδιαφέρουσα οικογενειακή ιστορία του μητσοτακισμού εδώ), τότε προκύπτει σοβαρό πρόβλημα προτεραιοτήτων μέσα στην κυβέρνηση!               

Μερικά λόγια εν κατακλείδι για την οικονομία και την πανδημία, ως συνδυαστική πολιτική υπόθεση. Η θέση του Τσακαλώτου (δυστυχώς και του Τσίπρα) σχετικά με την ασυμβατότητα του καπιταλιστικού συστήματος να συμβάλλει αποτελεσματικά -υπό το νέο δεδομένο της πανδημίας- στην αποτελεσματική αναδιάρθρωση των παγκόσμιων οικονομικών διαδικασιών και λειτουργιών είναι κατ’ αρχήν ορθή. Δεν είναι, όμως, η κατάλληλη ευκαιρία για ένα κόμμα που διατείνεται πως διεκδικεί την επιστροφή στην κυβέρνηση, να γίνεται επίκληση των εγγενών και ιστορικά αποδεδειγμένων ατελειών του καπιταλισμού ως τεκμηρίωση γιατί είναι λάθος το «σχέδιο Πισσαρίδη».

Ο κορονοϊός με καπιταλισμό και παγκοσμιοποίηση προέκυψε και με καπιταλισμό και παγκοσμιοποίηση θα επιχειρηθεί η απόπειρα αναστήλωσής του. Δεν μπορεί κόμμα που στα σοβαρά απαιτεί να αντιμετωπίζεται ως κόμμα εξουσίας να έχει ως θέση του στο σημείο αυτό ότι χρειάζεται συστημική αλλαγή για να πορευτεί η Ελλάδα στην προσπάθεια στήριξης της οικονομίας της, εξασφαλίζοντας την ίδια στιγμή  ασφαλέστερες υγειονoμικές συνθήκες για τους πολίτες. Οι πολίτες αναμένουν ένα σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία επί συγκεκριμένου πλαισίου. Και ως τώρα δεν τους έχει δοθεί από το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αλλιώς, και το ΚΚΕ αυτό που έχει σήμερα ως θέση είναι ότι πρέπει να γίνει σοσιαλισμός για να λυθούν τα προβλήματα της οικονομίας μας. Αλλίμονο, αλλά αυτή είναι η ταύτιση!

Φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία δεν πρέπει να αφήσει σε χλωρό κλαρί την αυστηρότατη κριτική του στον καπιταλισμό στο πλαίσιο της στρατηγικής διαφοράς αρχικών ιδεολογικοπολιτικών απόψεων με τη ΝΔ και τα συνοδά κόμματα. Όμως, εδώ άλλο είναι το ζητούμενο!

Ένα παράδειγμα: Δεν μπορεί ο Πισσαρίδης και το «σχέδιό» του να μην περιλαμβάνουν ούτε μία λέξη για το τεράστιο πρόβλημα του ελληνικού εξωτερικού χρέους (που σημειωτέον απασχολεί κεντρικά πολλές χώρες και ως καπιταλιστικές οικονομίες), και η κριτική στο «σχέδιο» αυτό να είναι ότι εκκινεί από αφετηρίες προαγωγής καπιταλιστικών και νεοφιλελεύθερων σκοπών. Σκοπός εδώ είναι ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία να παρουσιάσει σχέδιο και προτάσεις αποκλιμάκωσης του ελληνικού χρέους στο πλαίσιο του υπάρχοντος διεθνούς καπιταλισμού. Άλλωστε, αυτό έκανε με μεγάλη επιτυχία ως κυβέρνηση, εξασφαλίζοντας θετικά το πολιτικό «εφόδιο» του «όχι» στο δημοψήφισμα μέσα στο ασφυκτικό  πλαίσιο της ΕΕ!        

Ένα δεύτερο παράδειγμα: Δεν μπορεί ο Πισσαρίδης στο «σχέδιό» του κάνει λόγο για αύξηση εισοδημάτων μέσω των γνωστών νεοφιλελεύθερων συνταγών περί παραγωγικότητας και επενδύσεων (σε συντριπτικό ποσοστό ιδιωτικών και από επιδοτήσεις δημοσία δαπάνη) και να μην υπάρχει ούτε μία λέξη για το στοιχείο κοινωνικά δικαιότερης αναδιανομής των εισοδημάτων, ως μέσου στήριξης της ανάπτυξης διά της διεύρυνσης της κατανάλωσης (που υπήρξε κεντρική επιλογή της ανάπτυξης που πέτυχε ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση). Και η μόνη κριτική της αξιωματικής αντιπολίτευσης εδώ να είναι η καταγγελία ότι πρόκειται για …προτάσεις του ΔΝΤ! Φυσικά και είναι προτάσεις του ΔΝΤ. Τι θέλαμε και μπορούσαν να είναι;  Η πλήρης απουσία στην ως τώρα κριτική του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία στο «σχέδιο Πισσαρίδη» στην  αναφορά περί της κραυγαλέας έλλειψης προτάσεων για την αναδιανομή του εισοδήματος, είναι ενδεικτική της αμηχανίας της αντιπολίτευσης. Πολύ περισσότερο αφού αυτό που οφείλει να προτείνει ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και αναμένουν οι πολίτες απ’ αυτόν δεν είναι η γενικόλογη απόρριψη της «πισσαρίδιας» θεωρίας, αλλά ένα τεκμηριωμένο εναλλακτικό σχέδιο (και όχι φυσικά το «στεκόμαστε όρθιοι») για την ισορροπημένη και αποτελεσματική αναβίωση της ελληνικής οικονομίας εξυπηρετούμενης ταυτόχρονα της ανάγκης καλύτερης υγειονομικής θωράκισης κατά της πανδημίας!     

 

 

 

 

30 Ιουλ. 2020

Γιατί επιμένει ο Μητσοτάκης

για διπλές εκλογές το φθινόπωρο

(Μέρος Β΄: Ο στόχος και τα μέσα) 

Ποιες είναι, όμως, οι σχεδιασμένες επιδιώξεις του μπλοκ εξουσίας περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη;

Επαναλαμβάνω προς υπενθύμιση αυτό που υπογράμμισα στο Α΄ μέρος της παρούσας ανάλυσης: πρόκειται για ένα σχέδιο πλήρως επεξεργασμένο και σε όλες του τις λεπτομέρειες. Πράγμα, που αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι για την κατάρτιση και την εφαρμογή του σχεδίου αυτού συγκροτήθηκε ένα ετερόκλιτο κέντρο με συγκλίνοντα πολιτικά, επιχειρηματικά και μιντιακά κίνητρα, το οποίο εξωθεσμικά σχεδίασε και προχωρεί στην υλοποίησή του. Είναι σαφές ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με μια καλώς νοούμενη προγραμματική προετοιμασία ενός κόμματος εξουσίας για την κυβερνητική του θητεία, αλλά για μια απολύτως αντιδημοκρατική συμμαχία παρασκηνίου, με σκοπό να επιβληθούν σε μια κυβέρνηση της επιλογής του κέντρου αυτού δέσμες αποφάσεων προαγωγής συστοιχειών συμφερόντων και χωρίς στοιχειώδη νομιμοποίηση πολιτικής διαδικασίας ως προς την υπηρέτησή τους.

Σε ό,τι αφορά τα επιχειρηματικά και μιντιακά συμφέροντα ένα σημαντικό μέρος των κινήτρων τους έχει ήδη διαφανεί, και θα έχουμε αργότερα στη συνέχεια την δυνατότητα να δούμε και μερικές ενδεικτικές περιπτώσεις. Τα πολιτικά συμφέροντα, όμως, που ενοποιούνται κάτω από την ομπρέλα του Κυριάκου Μητσοτάκη παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον!

Έχω την εντύπωση ότι τα πολιτικά συμφέροντα που ανιχνεύονται εδώ είναι δύο προελεύσεων, μία που αφορά σε κίνητρα ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος και μία σε κίνητρα εσωτερικών στόχων:

- Η πρώτη κατηγορία κινήτρων αφορά στη διαιώνιση σ’ ολόκληρη την ΕΕ ενός πολιτικού σκηνικού επικυριαρχίας της πολιτικής συντήρησης, εμπλουτισμένης με ακροδεξιές και ακόμη και νεοφασιστικού τύπου δυνάμεις, που ενισχύθηκαν στην Ευρώπη με το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2010. Ο προσχεδιασμένος από την γραφειοκρατία των Βρυξελλών (και με γερμανική «βούλα») πολιτικός «καταμερισμός» των χωρών και των πολιτικών οντοτήτων-παρατάξεων στο πλαίσιο της ΕΕ και στη βάση αυτού του σχεδιασμού για την επόμενη 20ετία, επιφυλλάσσει  στην Ελλάδα τον ρόλο μιας μικρής χώρας της ανατολικής Ευρώπης, επιφορτισμένης με δύο ευθύνες: την αποτροπή των μεταναστευτικών ρευμάτων και την εναλλακτική διέλευση αναγκαίων ενεργειακών αποθεμάτων της ανατολικής Μεσογείου προς την Ευρώπη, ώστε να περιορίζεται η εξάρτηση της ΕΕ από τη Ρωσία.

(Δεν είναι του παρόντος η περαιτέρω εμβάθυνση στη ευρωπαϊκή πτυχή του ζητήματος που πραγματευόμαστε εδώ και θα επανέλθουμε σ’ αυτό με κάποια άλλη ευκαιρία. Επομένως, στο σημείο αυτό κρατείται μόνον η διάσταση ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι για την ΕΕ ο χρήσιμος υπάκουος Έλληνας κυβερνήτης, που εγγυάται την αποτροπή επανάληψης των συνεπειών επικράτησης «ανυπάκουων» πολιτικών παραγόντων στην Ελλάδα και κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ. Τα δεκάδες δισ. ευρώ που κόστισε στην ευρωπαϊκή νομενκλατούρα η διακυβέρνηση Τσίπρα προς όφελος της Ελλάδας -το υπέρ της χώρας μας όφελος αλλά με κόστος για τους ευρωπαίους από τη ρύθμιση του διακρατικού χρέους υπολογίζεται σε 4-5 δεκαδες δισ. ευρώ και δείχνει την οικονομική πλευρά των πραγμάτων. Κυρίως, όμως, βασικός πολιτικός στόχος των Βρυξελλών εδώ ήταν και είναι η ανακοπή του ενδεχόμενου περαιτέρω ενδυνάμωσης της ευρωπαϊκής προοδευτικής παράταξης σε σύμπραξη με την αριστερά, σενάριο που διαφάνηκε να ενισχύεται ιδίως στη μεσογειακή ΕΕ από το 2010 και μετά. Και τούτο, διότι τυχόν ενίσχυση και πολύ περισσότερο επικράτηση της προοδευτικής πολιτικής παράταξης θα σήμαινε για τις δυνάμεις που σήμερα κυριαρχούν στη γηραιά ήπειρο τεράστια ζημία πόρων αλλά και μεγάλες ζημίες από απώλεια  πρόσβασης σε θεσμούς και θύλακες εξουσίας στο πλαίσιο της ΕΕ, αλλά θα συνεπαγόταν και υψηλότατο οικονομικό κόστος για την ευρωπαϊκή άρχουσα τάξη καθώς και για τις χώρες που ηγεμονεύουν στην Ένωση. Μόνο απ’ αυτήν την οπτική μπορεί να γίνει αντιληπτό τί διακυβεύτηκε για την ΕΕ στην Ελλάδα το 2015 και γιατί ένας «σιωπηλός» Κυριάκος Μητσοτάκης στις συνόδους κορυφής και τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά fora προωθήθηκε, υποστηρίχτηκε, επιβλήθηκε και σήμερα στηρίζεται μανιωδώς από τους ευρωπαίους, ως ο χρήσιμος για εκείνους Έλληνας εκπρόσωπος στις κρίσιμες σημερινές διαβουλεύσεις για το μέλλον του ευρωπαϊκού ενοποιητικού σκοπού).

-  Η δεύτερη κατηγορία κινήτρων (κίνητρα εσωτερικού ελληνικού ενδιαφέροντος), όμως, εμφανίζει όπως είπα το αυξημένο ενδιαφέρον ότι αποκαλύπτει τη δέσμη συμφερόντων και μηχανισμών νομής της εξουσίας στη χώρα, όπως αυτή αναπροσαρμόστηκε από τον μετασχηματισμό του ΠΑΣΟΚ από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, από κίνημα ριζοσπαστικό και προοδευτικό σε κόμμα εκπροσώπησης της εγχώριας άρχουσας τάξης.

Αν  προσέξει κανένας προσεκτικά τις πολιτικές ρίζες από τις οποίες προέκυψε το σπάνιο πολιτικό φαινόμενο Κυριάκου Μητσοτάκη, δηλαδή ενός τόσο πρόδηλα ακατάλληλου αλλά και τόσο ανεπαρκούς πολιτικού προσώπου για να επιλεγεί να ηγηθεί του κόμματος κύριου εκπροσώπου της ταξης των προνομιούχων στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του 2010 (δηλαδή μετά την οριστική χρεοκοπία του επονομαζόμενου «εκσυγχρονισμού» στο πρόσωπο του Β. Βενιζέλου), θα διαπιστώσει 3 εσωτερικές πολιτικές καταγωγές: τον σημιτισμό (που ηγήθηκε του σχεδίου πολιτικού εξανδραποδισμού του ΠΑΣΟΚ προς όφελος των συντηρητικών δυνάμεων και των νεο-φιλελεύθερων κύκλων που εκπροσωπούν), τον μητσοτακισμό (δηλαδή μια πολιτική «σχολή εξαγορασμένης σχέσης» με την πολιτική) και την ακροδεξιά (από τον λαϊκισμό του ΛΑΟΣ ως την νεοναζιστική περίπτωση του «λογικευμένου χρυσαυγητισμού»). Τα τρία αυτά ρεύματα έδωσαν την πρώτη μάχη για να κερδίσουν την παρτίδα την περίοδο Σαμαρά-Βενιζέλου-Μπαλτάκου. Και απέτυχαν παταγωδώς!

Η περίοδος του ΣΥΡΙΖΑ που διαδέχτηκε την ολοσχερή καταστροφή του 2012-14, όμως, ήταν που ενεργοποίησε πλήρως την κατανόηση από τους κύκλους αυτούς ότι στην Ελλάδα πραγματικά ενδημούσε η καταστρεπτική για τα συμφερόντά τους πιθανότητα να επικρατήσει προοδευτική παράταξη και μάλιστα με την αριστερά σε θέση «οδηγού» και ως εκπρόσωπος μιας ριζοσπαστικοποιούμενης γενιάς πολιτών, θυμάτων της μνημονιακής βαρβαρότητας. Οι συνέπειες τυχόν επαλήθευσης αυτού του ενδεχόμενου λειτούργησαν καταλυτικά ως το σήμα κινδύνου, που ενεργοποίησε τη συντεταγμένη πλέον σύμπραξη εκσυγχρονιστών-μητσοτακικών-ακροδεξιών για να αποκρουστεί αυτή η εξέλιξη. Έτσι δημιουργήθηκε η πολιτική συμμορία των αδίστακτων πολιτικών-επιχειρηματιών-μιντιάδων, που επεξεργάστηκε, εμπνεύστηκε και επέβαλε -με επιτυχία ως τώρα- το σχέδιο «κατάληψης της ΝΔ» από τον Κυριάκο Μητσοτάκη (με τη συνδρομή των εκσυγχρονιστών, που αν και ανήκουν σε άλλο κόμμα- εφεδρεία του ίδιου σχεδίου, προσήλθαν αρωγοί του σημερινού αρχηγού της ΝΔ), μέχρι την ανάδειξή του ίδιου στην πρωθυπουργία και τη σημερινή μανιασμένη μέχρις αυτο-εξευτελισμού υπεράσπιση της καταστροφής που ολοένα και βαθαίνει σε βάρος των πολιτών και της χώρας από τη διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, ως δήθεν ωφέλιμης για την Ελλάδα.                              

Η αλήθεια είναι πως πολύ λίγοι πιστεύαμε ότι εξ αρχής ήταν ένα πλήρες σχέδιο πολιτικής ανωμαλίας! Τότε έμοιαζε με ευφάνταστο σενάριο! Ποιός να πιστέψει ότι εξυφαινόταν τέτοια συνομοσία!  Οι Έλληνες πιστέψανε αρχικά τον Σαμαρά (που φίλαγε μέσα σε μισή μέρα εκεί που έφτυνε, κι από τις παντιέρες των Ζαππείων υπέγραφε χωρίς καμιά αιδώ την επιστολή-γλύψιμο  προς την ΕΕ ότι «θα ‘ναι καλό παιδί» και θα εφαρμόσει απαρέγκλιτα τα μνημόνια (…εγώ, ρε παιδιά, μόνο πρωθυπουργός θέλω να γίνω…)

Από μεριάς του ο ΣΥΡΙΖΑ δεν καταλαβε -ούτε καν υποψιάστηκε- όπως φαίνεται σήμερα, τη σημασία της εκλογικής ήττας του για την προοδευτική παράταξη και την αριστερά. Σημασία, που είναι μεγαλύτερη ακόμη κι από τον εξανδραποδισμό του ανδρεοπαπανδρεϊκού  ΠΑΣΟΚ από τους σημιτικούς, προς όφελος της εγχώριας άρχουσας τάξης. Φοβάμαι πως (εγκλωβισμένοι εξ ιδίας επιλογής στο ενδεχόμενο επιστροφής στην κυβέρνηση) ούτε και σήμερα κατανοούν στον ΣΥΡΙΖΑ τη σημασία της εκλογικής ήττας τους το 2019. Αμφιβάλλω αν αντιλαμβάνονται έστω σήμερα στην αξιωματική αντιπολίτευση την «ιστορικότητα» της υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη και με τη σύμπραξη της ακροδεξιάς και την ανοχή του ΚΙΝΑΛ απόπειρας ανακοπής της πορείας απεγκλωβισμού της Ελλάδας από τον κορσέ της «ευρωπαϊκής μπανανίας» που της είχε φορέσει ο σημιτο-συστημικός νεποτισμός. Η ανακοπή αυτή της πορείας του 2015-2019 υπήρξε ο κεντρικός σκοπός των ίδιων επάλληλων πολιτικών, επιχειρηματικών και μιντιακών συμφερόντων, που από τον πρώτο κιόλας μήνα του 2015 άρχισαν να σχεδιάζουνε το come back της αρπαχτής στα δημόσια ταμεία!

Σήμερα αρκετά παραδείγματα αποκαλύπτουν τις βαθύτερες σκοπιμότητες του περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη σχεδίου νέου πολιτικού εξανδραποδισμού της προοδευτικής παράταξης, σήμερα με πρώτο ρόλο στην αριστερά.

Ας δούμε κανα-δυο παραδείγματα της υπηρέτησης των συμφερόντων που συγκροτούν με το αζημίωτο το μπλοκ εξουσίας περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη:

α. με τις τηλεοπτικές άδειες αναγκαστικά τις συχνότητες έπαψαν να νέμονται πειρατικά οι ιδιώτες των τηλεοπτικών καναλιών στην Ελλάδα. Η αδειοδότηση που επέβαλε ο ΣΥΡΙΖΑ, πέραν όλων των άλλων θετικών αποτελεσμάτων της (έσοδα υπέρ του δημοσίου που τα προηγούμενα χρόνια δεν καταβάλλονταν, κοινωνικός έλεγχος επιβαλλόμενος από το Σύνταγμα διά του ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου επί των εκπεμπόμενων προγραμμάτων κ.λπ.), διασφάλισε ότι η κατανομή του δεύτερου ψηφιακού μέρισματος θα γινόταν προς όφελος του δημοσίου, ως εκπροσώπου των συμφερόντων όλων των πολιτών. Η προσπάθεια να καταστεί ο δημόσιος πλούτος των συχνοτήτων άθυρμα των ιδιωτών καναλαρχών είχε ξεκινήσει από νωρίτερα επί Σαμαρά και ενδεικτικότερο περιστατικό της προσπάθειας να λεηλατηθεί δημόσια περιουσία μεγάλης αξίας προς όφελος 5-6 επιχειρηματιών με πασίγνωστο ονοματεπώνυμο είναι το κλείσιμο της ΕΡΤ! Διότι με τον νόμο η ΕΡΤ ήταν (και παραμένει) θεματοφύλακας των συμφερόντων του δημοσίου στις συχνότητες. Με το κλείσμό της μπορεί τυπικά ο ρόλος του θεματοφύλακα να ανατέθηκε στο υπ. Οικονομικών ως διαχειριστή των συχνοτήτων και της περιουσίας της ΕΡΤ, όμως είναι προφανές πού (επιχειρήθηκε) να κατευθυνεί το πράγμα, με την DIGEA (εταιρεία ιδιοκτησίας των καναλαρχών) να απομένει ο μόνος φορέας στην Ελλάδα που διέθετε μετά το κλείσιμο της ΕΡΤ πλατφόρμα εκπομπών ψηφιακού σήματος. Εάν δεν είχε ουσιαστικά επαναλειτουργήσει η ΕΡΤ επί ΣΥΡΙΖΑ (και όχι υπό το αστείο σχήμα της ΝΕΡΙΤ) και αν δεν είχε ξεκαθαριστεί με τις αδειοδοτήσεις των ιδιωτικών καναλιών ότι αυτά εκπέμπουν σε συχνότητες που παραχωρεί το δημόσιο, τότε όλα τα έσοδα από την απόδοση συχνοτήτων στην κινητή τηλεφωνία στο πλαίσιο του δεύτερου ψηφιακού μερίσματος, όπως γίνεται σήμερα, δεν θα πήγαιναν στα δημόσια ταμεία, αλλά θα κατευθύνονταν στις τσέπες των καναλαρχών ως μόνων κτητόρων συχνοτήτων και απουσία της ΕΡΤ! Πόσα είναι τα λεφτά; Η ΕΕΤΤ (Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων) πρόσφατα τα εκτίμησε σε 150 εκατ. ευρώ για την προσεχή δεκαετία! Έτσι γίνεται φανερό διά γυμνού οφθαλμού, ότι χωρίς κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ οι καναλάρχες δεν θα είχαν υποχρέωση να καταβάλλουν τα προβλεπόμενα από την άδεια τους (που δόθηκε επί ΣΥΡΙΖΑ) περίπου άλλα 150 εκατ. ευρώ για χρήση της δημόσιας περιουσίας των συχνοτήτων, ενώ οι ίδιοι θα εισέπρατταν σήμερα και τα άλλα 150 εκατ. από την υποχρεωτική  παραχώρηση συχνοτήτων στην κινητή τηλεφωνία. Τα ποσά αυτά αντί για τις τσέπες ιδιωτών κατευθύνονται πια στα δημόσια ταμεία. Οι αναγνώστες μου θα κρίνουν αν έτσι εξηγείται το μίσος των καναλαρχών κατά του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και αν γεννάται εδώ απόπειρα απιστίας σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος, ...που δεν τελεσφόρησε μόνον επειδή στη συνέχεια ήρθε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ!

β. Η περίπτωση επαναφοράς των διαφημιστικών πινακίδων στους δρόμους διέλευσης  οχημάτων, είναι μια άλλη τελευταία περίπτωση νεποτισμού! Κατά πλήρη παρασάλευση της δικαστικής τάξης στην Ελλάδα και θέτοντας σε κίνδυνο προδήλως τους πολίτες, επανέρχονται οι διαφημιστικές πινακίδες. Όσοι θυμούνται τί μάχη έγινε παλιότερα  από διαφημιστές για να διατηρηθούν οι επικίνδυνες πινακίδες, αντιλαμβάνονται απολύτως που είναι το «ψητό». Ωστόσο, ήδη γεννάται σοβαρός κίνδυνος  για την ασφάλεια των οδηγών!

Υπάρχουν ακόμη το σκάνδαλο της Novartis, τα «σκοιλ ελικικου», η λίστα Πέτσα και τόσα άλλα, αλλά τί να πρωτοπιάσεις;

Δεν χρειάζονται περισότερα, άλλωστε! Όλα πια αποκαλύπτονται και θέτουν πλέον επιτατικά το ζήτημα της πολιτικής συμμορίας και των σκοπών της, όπως έθεσα στην αρχή  τούτης της ανάλυσης.

Συγκεκριμενοποιώ απολύτως, στη συνέχεια, τους στόχους του περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη μπλοκ εξουσίας:                        

Οι σημερινοί ήρθανε για:     

-Να αποκαταστήσουνε τους αυτουργούς σκανδάλων, πολιτικούς αξιωματουχους και μη,

-Να ξαναδωσουνε πολιτικό χώρο στην ακροδεξιά με κυβερνητικό ρόλο,

-Να ποινικοποιήσουνε ξανά τη δημοσια ζωή, απομονώνοντας την προοδευτική παράταξη στο πρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ,

-Να νομιμοποιησουνε την αστυνομοκρατία, ως μηχανισμού αποτροπής δημοκρατικής αντίδρασης στην ανομία του νεο-μητσοτακικού νεποτισμού,

-Να ξαναδωσουνε δημοσιο χρημα σε όσους επί δεκαετίες το νέμονταν και επί ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορούσαν να αγγίξουν,

-Να ξεπλύνουνε με πολιτικά μέσα πολιτικά πρόσωπα, τα οποία διώκονται από την την τακτική δικαιοσύνη για κακουργήματα προς βλάβη του δημόσιου συμφέροντος,

-Να συκοφαντήσουνε την αριστερα και τις προοδευτικές πολιτικές ιδέες,

-Να περιορισουνε τα δημοκρατικά και ατομικά δικαιώματα των πολιτών,

-Να παραγράψουνε προσχεδιασμένα πολιτικά και ποινικά αδικήματα που ενδεχομένως  διαπράττουν οι ίδιοι αυτήν την ίδια στιγμή που σήμερα κυβερνάνε!

Τί σημαίνει αυτό το τελευταίο; Σημαίνει ότι με τις διπλές εκλογές που σχεδιάζει ως το τέλος του έτους ο Κυριάκος Μητσοτάκης, με βάση τον ισχύντα νόμο περί ευθυνης υπουργών, ό,τι όργια και να έγιναν σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος στον ως τώρα έναν χρόνο διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, απλά …παραγράφονται!!!

Καταλάβατε τώρα γιατί ο σημερινός πρωθυπουργός χρειάζεται τις διπλές εκλογές;

 

 

 

 

25 Ιουλ. 2020

Γιατί επιμένει ο Μητσοτάκης

για διπλές εκλογές το φθινόπωρο

(Μέρος Α΄: Το πολιτικό υπόβαθρο των εξελίξεων)  

Στην αρχή ήταν εκείνη η αστεία βαφτιστήρα του Γλίξμπουργκ που απείλησε: «Θα σας πάμε αίμα»! Αμείφτηκε μια από τις πιο καλοπληρωμένες πολιτικές θέσεις: ευρωβουλευτίνα της ΝΔ!

Ακολούθησε καταιγίδα ανοιχτών απειλητικών αναφορών  από πρόσωπα (ανάμεσά τους ένας που ανήρτησε μια γκιλοτίνα), που τα περισσότερα επίσης αμείφτηκαν με πολιτικά πόστα, βουλευτιλίκια και άλλα. Ανάμεσα σ’ όσους εκτόξευσαν ανοιχτά απειλές, και ένας πρώην πρωθυπουργός!  

Ο πρωτόβγαλτος σε διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, όλ’ αυτά τα αντιμετώπισε με «διαμαρτυρίες των κοινωνικών δικτύων», ενώ επρόκειτο περί σοβαρών θεσμικών εκτροπών, αφού ξεστομίστηκαν από πρόσωπα με θεσμικές ιδιότητες και προφανή πολιτικό σκοπό: Να κατατρομοκρατήσουν τους πολίτες! Η ίδια η ανίχνευση περιστατικών απειλών από πρόσωπα με θεσμικές ιδιότητες, όταν αυτά τα πρόσωπα ομιλούν δημοσίως (και όχι τα ανοίκεια συνθήματα από ανώνυμους αγανακτισμένους κάθε λογής, για τους οποίους φυσικά άλλης τάξης καταλογισμός προσήκει), είναι σήμα κινδύνου για τη δημοκρατία. Και για τον λόγο αυτόν ως τέτοια περίπτωση αντιμετωπίστηκαν και οι αήθειες Πολάκη. Η γενίκευση τέτοιων συμπεριφορών, όμως, παύει να είναι ένα απλό σήμα κινδύνου για τη δημοκρατία και μετατρέπεται σε προαναγγελία εκτροπής σε ολοκληρωτισμό.

Όταν, μάλιστα, τα πράγματα φτάνουν μέχρις του σημείου ένας εν ενεργεία υπουργός και αντιπρόεδρος του κυβερνώντος κόμματος και ένας πρώην πρωθυπουργός, ο τελευταίος και σήμερα ακόμη ενεργός πολιτικά, να απειλούν ανοιχτά κρατικούς λειτουργούς κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τότε το πραξικόπημα έχει ήδη επισυμβεί! Δεν είναι πραξικόπημα συνταγματαρχών (παρέλκει άλλωστε η προσφυγή σε τέτοιες μεθόδους) ! Είναι όμως ξεκάθαρη περίπτωση θεσμικού πραξικοπήματατος, αφού εκείνο το θεμελιώδες στοιχείο μιας δημοκρατικά οργανωμένης πολιτείας, δηλαδή η ελευθερία βούλησης κατά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων από αρμοδίως εξουσιοδοτημένα πρόσωπα και όργανα στο πλαίσιο των καθηκόντων τους, με τέτοιες ανοιχτές απειλές και από τέτοια χείλη, έχει ακυρωθεί!

Μόνη ενδεδειγμένη αντίδραση σ’ αυτή θεσμική εκτροπή εντός ενός δημοκρατικά ευνομούμενου κράτους, η άμεση αποκατάσταση της θεσμικής ομαλότητας και ο κολασμός των αυτουργών του εγκλήματος εκτόξευσης απειλών κατά συντεταγμένων οργάνων της πολιτείας, εν προκειμένω κατά δικαστικών. Αποκατάσταση και κολασμός, που όχι μόνο δεν επέβαλε ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ως απαρεγκλίτως όφειλε ως πρωθυπουργός, αλλά αντίθετα ανέχτηκε απολύτως, μετατρεπόμενος από εκ θέσεως εγγυητής της δημοκρατικής αμαλότητας, σε φορέα υλοποίησης της εκτροπής! Ο πρωθυπουργός δεν είναι πια ο "μπροστινός" και "εκτός του εγκλήματος" παράγων των πραγμάτων! Είναι συμμέτοχος και συναυτουργός της δημοκρατικής εκτροπής.     

Το πραγματικό πρόσωπο της σχεδιασμένης εδώ και  χρόνια μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια εκτροπής σήμερα ξεδιπλώνεται πλήρως! Και είναι έργο οργανωμένου παρακράτους! Με όλα τα συμπαρομαρτούντα του παρακρατικού φαινομένου (από τη βία των τραμπούκων του Χρυσοχοΐδη και τη νοθεία στις εσωκομματικές εκλογές της ΝΔ που ανέδειξαν πρόεδρο του κόμματος τον Κυριάκο Μητσοτάκη (*), ως τον προφανή νεποτισμό υπέρ συγκεκριμένων συμφερόντων με πασίγνωστο ονοματεπώνυμο και την υποβάθμιση των αδιαπραγμάτευτων κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας στο διεθνές σκηνικό!

(σ.σ: Το τελευταίο σημείο για το κόστος σε βάρος κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας, ως «αυτόματη» συνέπεια ενός παρακράτους που ασκεί διασκυβέρνηση, μοιάζει κατ’ αρχάς ασύνδετο με τα υπόλοιπα. Δεν είναι, όμως, ιδεοληψία μου! Έχει τεκμηρίωση στην πρόσφατη ελληνική πολιτική ιστορία.

Έτσι, σχετικά με την πολιτική φύση του παρακρατικού μηχανισμού, εξηγώ ότι πρέπει να γίνει αντιληπτή ως μέρος μιας αντίληψης για την ενάσκηση της κρατικής εξουσίας, η οποία δεν θεωρεί την πολιτική ως μέσο προαγωγής του δημοσίου συμφέροντος αλλά την θεωρεί και την χρησιμοποιεί ως μέσο προαγωγής συμφερόντων ενός κλειστού μπλοκ εξουσίας -όπως το σημερινό περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Στο βωμό υπηρέτησης των συμφερόντων του μπλοκ εξουσίας που συγκρότησε το παρακράτος, κάμπτονται και μείζονα συμφέροντα της Ελλάδας, ανάμεσά τους και τα δικαιώματα κυριαρχίας σε ξηρά, θάλασσα και αέρα.

Δυστυχώς  για τη χώρα μας, έχει ιστορικά αποδειχτεί ότι όποτε εκδηλώθηκε το παρακρατικό σύμπτωμα προέκυψε σοβαρή ζημία για τα ζωτικά ελληνικά συμφέροντα στην ανατολική Μεσόγειο -και κατά κανόνα αυτό συνέβη όποτε η συντηρητική πολιτική παράταξη στην Ελλάδα απειλήθηκε πραγματικά να χάσει την προνομιακή πρόσβασή της σε «κληρονομικά» δικαιώματα διακυβέρνησης της Ελλάδας, όπως έγινε με τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ 2015-2019! Θύμα, πρωτίστως η Κύπρος, όπως αποδεικνύεται από την περίοδο του ανένδοτου το 1965, αλλά και από τον Αττίλα το 1974, τότε με το παρακράτος να ασκεί πλέον πραξικοπηματικά και ως δικατατορικό καθεστώς την εξουσία.

Κλείνοντας τη μακρά αλλά αναγκαία τούτη παρέκβαση, υπογραμμίζω ότι το κόστος για την Ελλάδα σε κυριαρχικά δικαιώματά της στην ανατολική Μεσόγειο, παλιότερα και σήμερα προκύπτει από την πάγια προσπάθεια ελληνικής προέλευσης συμφερόντων να αποκομίσουν υπέρ τους σοβαρό όφελος, από μια ελληνο-τουρκική συνεργασία. Ακόμη, κι αν στη συνεργασία αυτή μόνον η Ελλάδα θα βάλει και η Τουρκία μόνο θα πάρει, από πόρους που δεν της ανήκουν. Κάτι ανάλογο, διατυπώθηκε ως άποψη στην Ελλάδα την περίοδο της ήττας των Ιμίων και της Μαδρίτης. Σήμερα, αν κάτι ιστορικής σημασίας για την Ελλάδα κρίνεται από τις τουρκικές προκλήσεις στην ανατολική Μεσόγειο, αυτό είναι η εγκατάλειψη του δόγματος «δεν διεκδικούμε τίποτα-δεν παραχωρούμε τίποτα», που εγκατέστησε ο αείμνηστος Ανδρέας Παπανδρέου και κανένας έκτοτε Έλληνας πρωθυπουργός δεν τόλμησε να αμφισβητήσει ανοιχτά. Θα το επιχειρήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ή μήπως κιόλας γι’ αυτό ακριβώς τον επέβαλε το σημερινό νεο-παρακράτος; Οι εξελίξεις θα δείξουν!).

Επιστρέφοντας στα σημερινά, υποστηρίζω ότι η σημερινή εκδήλωση του παρακρατικού συμπτώματος αφορά στην περίοδο από την εμφάνιση του Κυριάκου Μητσοτάκη ως «παίκτη» στα εσωκομματικά της ΝΔ, ως σήμερα με τον ίδιο πλέον στη θέση του πρωθυπουργού. Διατείνομαι, δηλαδή, ότι ο χρόνος, η μεθόδευση και τα μέσα επιτέλεσης του σχεδίου προώθησης του σημερινού πρωθυπουργού είναι οι ισχυρές ενδείξεις ότι πρόκειται περί σχεδίου πολιτικής «συμμορίας», με κεντρικό πρόσωπο τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Ο σημερινός πρωθυπουργός επελέγη για να ηγηθεί  του μπλοκ εξουσίας που σήμερα διοικεί τη χώρα, λόγω των περιορισμένων  πολιτικών δυνατοτήτων του και της αναμενόμενης αδυναμίας του να ελέγξει ως πολιτικό πρόσωπο τα συμφέροντα που τον επέβαλαν και τον συντηρούν στην πρωθυπουργία. Τον έφεραν για να μπορούν να επιβάλλουν μέσω αυτού πολιτικές αποφάσεις που ευνοούν τα συμφέροντα των πολιτικών, επιχειρηματικών και μιτντιακών συνιστωσών  που αρθρώνονται πίσω από τη σημερινή κυβέρνηση και το μπλοκ εξουσίας που συγκροτούν γύρω της τα ίδια συμφέροντα, υπαγορεύοντας τις επιλογές της.

Ποιό ακριβώς είναι το σχέδιο των σημερινών νεο-παρακρατικών μεθοδεύσεων περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη; Θα το δούμε στο επόμενο Μέρος Β΄ της παρουσας ανάλυσης.

___________________________

(*) Για να μη μένουν κενά μια υπενθύμιση: Όταν κανω λόγο για νοθεία στις εσωκομματικές εκλογές της ΝΔ, στις οποίες εξελέγη πρόεδρος του κόμματος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, εννοώ τις 50.000 «ορφανές» ψήφους που βρέθηκαν σ’ εκείνη την εσωκομματική κάλπη της ΝΔ. Κατά πλήρη παραβίαση καταστατικών προβλέψεων του κόμματος, σύμφωνα με τις οποίες όλες οι ψήφοι πρέπει να αντιστοιχούν σε ονοματεπώνυμα πολιτών, σ’ εκείνες τις κάλπες 50.000 ψήφοι δεν αντιστοιχήθηκαν σε ονοματεπώνυμα-φυσικά πρόσωπα.  Το θέμα ως σήμερα εκκρεμεί (και αποσιωπήθηκε εντυπωσιακά από τα μέσα ενημέρωσης, για λόγους που όλοι υποθέτουμε) παρ’ ό,τι προσωπικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεσμεύτηκε να το ξεκαθαρίσει.

Ακόμη 2 ενδεικτικά σημεία σ’ αυτήν την υπόθεση:

-στον β΄ γύρο εκείνων των εσωκομματικών  εκλογών ανοιχτά στελέχη του εκσυγχρονιστικού μπλοκ Σημίτη-Βενιζέλου και αφελείς συμπαραστάτες τους ανοιχτά προέτρεπαν πολίτες που ανήκαν στο τότε ΠΑΣΟΚ να πάνε στις εσωκομματικές εκλογές στη ΝΔ (δηλαδή να γίνουν εσωκομματικοί ψηφοφόροι άλλου κόμματος!!!) και να ψηφίσουν υπέρ του Κυριάκου Μητσοτάκη! Οι ίδιοι  μετά την εκλογή Κυριάκου Μητσοτάκη πανηγύρισαν επίσης ανοιχτά το γεγονός. Υπάρχει εδώ κάποια συσχέτιση με τις 50.000 «ορφανές» ψήφους στις εσωκομματικές κάλπες της ΝΔ; Δεν το γνωρίζω αλλά κάνω τις σκέψεις μου. Άλλωστε, πώς να το γνωρίζω και ποιός να το γνωρίζει; Ακριβώς η διατήρηση στην ανωνυμία των 50.000 ψήφων στις εσωκομματικές κάλπες στη ΝΔ που εφεραν τον Κυριάκο Μητσοτάκη στην προεδρία του σήμερα κυβερνώντος κόμματος, αντικειμενικά λειτουργούν ως ασπίδα για την τυχόν αποκάλυψη όσων αντικανονικών πραγμάτων έλαβαν τότε χώρα. Ένα ενδιαφέρον παράδοξο εκείνου του β΄ γύρου της εσωκομματικής κάλπης στη ΝΔ, ότι ο ανθυποψήφιος του Κυριάκου Μητσοτάκη για την προεδρία του κόμματος, ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, έλαβε λιγότερες ψήφους στον β΄ γύρο, απ’ όσες είχε λάβει στον α΄ γύρο!!!

-ορισμένοι φίλοι, όταν αναφέρομαι σ’ αυτά, αντιτείνουν ότι η ήπια αντίδραση Μεϊμαράκη δείχνει ότι δεν έγινε τότε και τίποτα κακό. Απαντώ, υπενθυμίζοντας την αναλογία της περίπτωσης Γκορ στις ΗΠΑ, ο οποίος ενώ στις προεδρικές εκλογές του 2.000 στις ΗΠΑ είχε μετεκλογικά «στριμώξει» τον Τζόρτζ Μπους τζούνιορ στο θέμα επανακαταμέτρησης της Φλόριντα, αιφνιδίως έριξε τους τόνους και ουσιαστικά απέσυρε την αμφισβήτηση νόμιμης εκλογής του Μπους –παρ’ ό,τι αν επέμενε οι περισσότεροι προέβλεπαν ότι τα πράγματα θα εξελίσσονταν διαφορετικά. Ποτέ δεν τα ξέρεις αυτά! Τα παρακολουθείς  και κάνεις τις σκέψεις σου.