Μολυβάκι

1 Αυγ. 2021

Ακραία πολιτική εκμετάλλευση της υγείας

από τις κυβερνήσεις

Καθε μέρα που περνάει ολοένα και περισσότερο το αντιεμβολιαστικό κίνημα κερδίζει πόντους στη μεγάλη επικοινωνιακή μάχη να πειστούν όσο το δυνατόν περισσότεροι άνθρωποι να εμβολιαστούν. Οι μικρές ομάδες γραφικών και περιθωριακών που στην αρχή είχαν μικρή διείσδυση στους πολίτες, τώρα καταφέρνουν και κινητοποιούν δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους σε οργισμένες (καθαρά μειοψηφικές, ευτυχώς) διαδηλώσεις κατά των κυβερνήσεων. Ανάμεσα στους διαδηλωτές -και πιθανότατα η πλειοψηφία τους- άνθρωποι που η αντίδρασή τους στις κυβερνητικές αποφάσεις για τις οποίες διαμαρτύρονται, δεν οφείλεται σε δομική αντίθεση στην πρακτική του εμβολιασμού  ως κεντρικής επιλογής στην παγκόσμια υγειονομική μάχη κατά της πανδημίας, αλλά σε ανησυχίες για τα συγκεκριμένα εμβόλια. Και, μάλιστα, ανησυχίες, πολλές από τις οποίες προέρχονται από διασπορά πληροφόρησης από επίσημα κρατικά όργανα, μέσα στο όργιο επικοινωνιακού ανταγωνισμού μεταξύ των εταιριών-παραγωγών των εμβολίων, που σημειώθηκε στον πρώτο γύρο διακίνησης των εμβολίων.    

Μια δεύτερη μεγάλη ομάδα ανθρώπων που αποφασίζουν να κατέβουν στο πεζοδρόμιο, όσοι αντιδρούν στη λεγόμενη υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού, ξανά όχι επειδή αισθάνονται αντιπαλότητα για τον εμβολιασμό ως δοκιμασμένης ιατρικής παρέμβασης στο θέμα, όπως έχει παγκοσμίως αναφυεί με τον κορονοϊό, αλλά διότι ο εξαναγκασμός, άμεσος ή έμμεσος, από μεριάς ενός σύγχρονου κράτους σε εξατομικευμένες επιλογές αυτής της κατηγορίας, δεν είναι κάτι τόσο απλό να επιβάλλεται. Αντίθετα, στον αιώνα μας η υποχρεωτικότητα σε τέτοια ζητήματα οφείλει να επιστρατεύεται με πολύ μεγάλη προσοχή και με μεγάλες μέριμνες αναλογικής εφαρμογής της μέσα στις κοινωνίες.

Μια προσεκτικότερη ματιά στα γεγονότα σε διάφορες χώρες άγει με αρκετά μεγάλη βεβαιότητα στη διαπίστωση ότι η επιστράτευση της υποχρεωτικότητας από κράτη σχετικά με τους εμβολιασμούς, λειτούργησε στις κοινωνίες σαν να πετάει κανένας στο καζάνι με τη φωτιά φτυαριές με κάρβουνα. Αντίθετα, σε χώρες όπου η υποχρεωτικότητα ως μέσο απορρίφτηκε, στο αντιεμβολιαστικό μετώπο απέμειναν ακροδεξιοί και θρησκόληπτοι ως η κύρια εικόνα.

Εκείνο, όμως, επίσης, στο οποίο μας οδηγεί μια προσεκτικότερη ματιά, εξετάζοντας τα μέτρα που λαμβάνουν για τους εμβολιασμούς οι κυβερνήσεις και τον βαθμό υποχρεωτικότητας σχετικά μ’ αυτούς είναι ότι η συζήτηση αυτή έχει  καταστεί «όχημα πολιτικής». Κι επειδή στον δυτικό κόσμο δεν υπάρχει κόμμα και πολιτική παράταξη -με την εξαίρεση της θρησκόληπτης ακροδεξιάς- που να δηλώνει εναντίον των εμβολιασμών, αποδεικνύεται ότι η υποχρεωτικότητα έτσι όπως τίθεται και όπως τη διαχειρίζονται οι κυβερνήσεις, ολοένα και περισσότερο απομακρύνεται από την ιατρική τεκμηρίωση της αναγκαιότητάς της και μεταβάλλεται σε «σύνθημα». Με ακραία συντηρητικό, ως αποστεωμένο, πρόσημο πολιτικής σχετικά με την προέλευσή της.

Ένα από τα μείζονα σφάλματα επικοινωνίας και ουσίας που κάνουν οι κυβερνήσεις στο σημείο αυτό, είναι ότι για να πλήξουν και με τρέχοντα μικροκομματικά κίνητρα πολιτικές παρατάξεις του προοδευτικού χώρου, τις «χρεώνουν» χύδην στο αντιεμβολιαστικό μέτωπο, παρ’ όλο που οι παρατάξεις αυτές με σαφήνεια έχουν τοποθετηθεί υπέρ των εμβολιασμών. Έτσι, το αντιεμβολιαστικό μέτωπο αποκτά πλασματική πολιτική ευρύτητα, αντί να εμφανίζεται απομονωμένο και στον ακροδεξιό χώρο, στον οποίο αναμφίβολα ανήκει.

Ταυτόχρονα, το γεγονός ότι οι αντιδράσεις των προοδευτικών πολιτικών οργανισμών στην υποχρεωτικότητα των εμβολιασμών παρουσιάζεται σχεδιασμένα ως δήθεν μέρος του αντιεμβολιαστικού μετώπου, ενώ δεν είναι, διευρύνει και την εισπραττόμενη διείσδυση των αποστεωμένων ακροδεξιών ιδεοληψιών και διευρύνει πλασματικά την εισπραττόμενη νομιμοποίησή του, αντί να συμβάλλει στην αποδόμησή του.

Τέλος, η επίμονη άρνηση πολλών κυβερνήσεων (αλλά και η ανάλογη ανεξήγητη εξατομικευμένη αντίστοιχη στάση πολλών στα κοινωνικά δίκτυα) να εμμένουν σε δαιμονοποίηση οποιουδήποτε θέτει λογικά ερωτήματα για τα εμβόλια ή διατύπωνει αντιρρήσεις για την υποχρεωτικότητα των εμβολίων, διαμορφώνει μια άτυπη -ακροδεξιάς κοπής σε τελευταία ανάλυση- συμπεριφορική λειτουργία των κρατικών μηχανισμών αλλά και σε μεμονωμένη βάση, όπου ο αυταρχισμός κατισχύει της πλήρους διαφάνειας και της εκτεταμένης πληροφόρησης, που είναι από τα σημαντικότερα όπλα κατά της πανδημίας, ίσως ίσης σημασίας με τα ίδια τα εμβόλια. Σχετικά μ’ αυτό το τελευταίο, νομίζω δεν χρειάζεται να εξηγήσω αναλυτικά γιατί οι φωτογραφίες πρωθυπουργών και πολιτικών στελεχών δεν μπορούν να υποκαθιστούν ολοκληρωμένες, αλλεπάλληλες και επίμονες καμπάνιες υπέρ του εμβολιασμού! Ιδίως, μάλιστα, αν καταγράφτηκαν κάποια στιγμή και προτεραιότητες υπέρ κομματικών παραγόντων κυβερνητικών κομμάτων εκτός σειράς για να εμβολιαστούν.

Σήμερα, εκτός από τις άνευρες (εξ ορισμού τέτοιο χαρακτήρα έχουν αυτές) ανακοινώσεις κυβερνήσεων και κρατικών φορέων δημόσιας υγείας υπέρ του εμβολιασμού, απουσιάζουν σχεδόν πλήρως οι κρατικές καμπάνιες για το ζήτημα αυτό. Για παράδειγμα, όπως έχω αναφέρει και παλιότερα, στην Ελλάδα η δαπάνη για κρατικές καμπάνιες υπέρ των εμβολίων περιορίζεται σε μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ, ενώ η καμπάνια για τον ελληνικό τουρισμό (και ορθώς) είναι μερικά εκατομμύρια ευρώ! Και η εικόνα αυτή δεν είναι πολύ διαφορετική σ’ όλες τις χώρες-μέλη της ΕΕ.

...Αλλά στην χώρα μας έχουμε μια ενδεικτική μοναδικότητα: Την ίδια ώρα, στην Ελλάδα οι άμεσες επιδοτήσεις προς μέσα ενημέρωσης, με σχεδόν προφανές αντάλλαγμα να τηρούν ευνοϊκή στάση απέναντι στην κυβέρνηση και να αποδομούν την αντιπολίτευση, ανέρχονται σε μερικές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, δήθεν ως μέρος μιας εκστρατείας προτροπής των πολιτών προς τον εμβολιασμό. Κίνηση απολύτως αντιπαραγωγική για την προαγωγή του εμβολιασμού, ιδίως ένεκα της υψηλής αναξιοπιστίας των εγχώριων μέσων ενημέρωσης ενώπιον της ελληνικής κοινής γνώμης, όπως επιβεβαιώνουν επίσημα στοιχεία διεθνών οργανισμών για τα ελληνικά «μίντια». Αν η δαπάνη αυτή των δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ είχε καταλήξει ξανά στα μέσα ενημέρωσης, αλλά ως δαπάνη μιας διαρκούς καμπάνιας του κράτους υπερ των εμβολίων είναι ευκόλως εννοούμενο ότι η απόδοσή της θα ήταν συντριπτικά βελτιωμένη.

Στο σημείο αυτό οφείλουμε να υπογραμμίσουμε και τον αρνητικό ρόλο ιατρικών παραγόντων. Όχι επειδή η μεγάλη πλειοψηφία του ιατρικού κόσμου δηλώνει κατά των εμβολιασμών. Αλλίμονο! Αλλά διότι την προηγούμενη δεκαετία οι γιατροί κατέστησαν σχεδιασμένα μέρος ενός ασφυκτικού επικοινωνιακού μηχανισμού στην υπηρεσία των πολυεθνικών φαρμακευτικών γιγάντων, με σκοπό το πλασάρισμα συγκεκριμένων φαρμακευτικών παρασκευσμάτων στο πόπολο. Τα γεγονότα είναι γνωστά και στην Ελλάδα, και δεν χρειάζεται να τα υπενθυμίσω... Όμως, αν ο ιατρικός κόσμος πίστευε ότι αυτή η με το αζημίωτο εμπλοκή του στο εμπορικό κομμάτι του φαρμάκου (που συνεχίζεται και σήμερα) δεν θα συνεπαγόταν κόστος αξιοπιστίας του προς τους πολίτες, τότε έσφαλε διπλά.

Στις μέρες της πανδημίας, η στράτευση των γιατρών τα προηγούμενα δέκα τουλάχιστον χρόνια στη μάχη πλασαρίσματος συγκεκριμένων σκευασμάτων και σε βάρος άλλων, ανάλογα με το ποιά εταιρεία συνεργαζόταν κάθε γιατρός, απέδειξε την αξία του ιατρικού κόσμου ως επικοινωνιακό μέσο στον ευαίσθητο χώρο της υγείας. Συν τω χρόνω, όμως, αποκάλυψε και ιατρικά κίνητρα, πέραν των αμιγώς επιστημονικών. Έτσι, με την επέλευση του κορονοϊού, οι γιατροί σχεδόν αυτοματοποιημένα  επιστρατεύτηκαν από τις κυβερνήσεις σε μια νέα επικονωνιακή εκστρατεία. Κι αυτό είναι (και θα ήταν και με απόλυτο τρόπο, ξεπλένοντας κατά κάποιο τρόπο την αήθεια σκόπιμης προώθησης συγκεκριμένων σκευασμάτων προς τους ασθενείς επ’ ανταλλάγματι και δαπάναις των μεγάλων φαρμακευτικών κολοσσών) πολύ θετικό στοιχείο! Αν δεν συνέτρεχαν δύο παράγοντες:

- αν οι γιατροί-σύμβουλοι κυβερνήσεων δεν προσχωρούσαν με τόση ευκολία στην πολιτική επικοινωνία της πανδημίας, (π.χ. πόσο καλά τα πήγε μια κυβέρνηση ή πόσο ανεκτή είναι η άρση περιοριστικών μέτρων για να ανανήψει η οικονομία, ανεξαρτήτως των υγειονομικών συνεπειών της υπόθεσης). Η εμπλοκή των γιατρών σ’ αυτό το καθαρά πολιτικό ζήτημα, προκαλεί το δεύτερο μεγάλο αίτιο παραγωγής κόστους αναξιοπιστίας τους ενώπιον των πολιτών. Και, φυσικά, σήμερα δεν υπάρχει ούτε ένας πολίτης που να μη διακρίνει, δικαίως ή αδίκως κατά περίπωση, πολιτικά κίνητρα στις όποιες «ιατρικές συμβουλές» κατά της πανδημίας.      

- αν η επιστημονική πολυπλοκότητα και η (εξ ανάγκης και αγαθής προαίρεσης) επισφάλεια των στατιστικών και άλλων δεδομένων για μια ανεξερεύνητη ακόμη νόσο, την covid-19, που καμιά αντίστοιχη εμβάθυνση δεν έχει με άλλες περιπτώσεις νόσων και εμβολίων  που έχουν προηγηθεί, δεν έθετε τους γιατρούς στον άχαρο ρόλο και την ευθύνη να υπερασπιστούν (και ορθότατα) βεβαιότητες χωρίς την αναλογούσα σιγουριά.

Κάπως έτσι, όμως, κερδίζει πλασματική αξιοπιστία η αγυρτεία του ακροδεξιού αντιεμβολιαστικού συφερτού.

Εν κατακλείδι, στο τέλος της ημέρας, αυτό που απομένει είναι η ευκολία με την οποία οι πολιτικές ελίτ μετέτρεψαν μια μεγάλη υπόθεση δημόσιας υγείας σε πολιτικό επικοινωνιακό αφήγημα. Γιατί, βεβαίως, εκεί βρίσκεται η ρίζα του κακού και από ‘κει αναδύονται οι δυσκολίες καλύτερης αντίστασης των κοινωνιών στην επέλαση του πανδημικού κακού.

1. Το πρώτο αίτιο γι’ αυτή την αστοχία (ή ίσως τη σκοπιμότητα) είναι ότι οι πολιτικές ελίτ ποτέ δεν παύουν να έχουν ανάγκες πειστικής «αμφίεσής» τους μπροστά στους εκλογείς. Χειρίστηκαν, λοιπόν, την πανδημία ως ευκαιρία να αποδείξουν πόσο καλές κυβερνήσεις είναι. Κι επειδή στην πολιτική στην εποχή μας όλα τα μέσα επιτρέπονται (καθιστώντας την αναξιόπιστη κατ’ αρχάς), άρχισαν και οι επικοινωνιακές λοβιτούρες. Στην Ελλάδα, για παράδειγμα, το αφήγημα πόσο καλά τα πήγε η κυβέρνηση στον πρώτο κύμα της πανδημίας σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες χτίστηκε πάνω στο σχεδιασμένο «κόλπο» να γίνονται λίγα τεστ για να «γράφονται» λιγότερα κρούσματα. (Το κόλπο ξεγυμνώνεται σήμερα αποκαλυπτικότατα, επειδή οι ευρωπαίοι απαίτησαν από την ελληνική κυβέρνηση περισσότερα τεστ εν όψει τουριστικής περιόδου και αφίξεων ευρωπαίων στη χώρα μας για τις θερινές διακοπές, με αποτέλεσμα μεγάλη άνοδο των κρουσμάτων τις τελευταίες εβδομάδες). ...Και να προλάβω εξυπνακισμούς καλοθελητών για την αποδόμηση της τελευταίας παρατήρησής μου, υπογραμμίζοντας ότι στο πρώτο κύμα ελλείψει στατιστικών δεδομένων βάθους, η λαθροχειρία «λιγότερα τεστ-για να έχω λιγότερα κρούσματα» ήταν εφικτή πολύ λιγότερο απ’ όσο είναι σήμερα, μετά από ενάμισι χρόνο υγειονομικών καταγραφών...    

Για να γίνει κατανοητό πόσο η πανδημία εθελουσίως μετασκευάζεται σε πολιτική επικοινωνία, αρκεί να αναλογιστούμε ότι στις ΗΠΑ ήδη έγιναν εκλογές, στην Ελλάδα και τη Γερμανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες  προετοιμάζονται εκλογές (ή έγιναν κιόλας), παντού με επίδικο ζήτημα της πολιτικής αντιπαράθεσης την πανδημία. Κι ακόμη χειρότερο είναι ότι οι πολίτες δείχνουν να ανέχονται αυτή την τελικά χυδαία πολιτικοποίηση ενός καθαρά υγειονομικού ζητήματος, ως δήθεν «δικαίωμα» των πολιτικών ελίτ. (Στην Ελλάδα  καθε καλόπιστος παρατηρητής των εξελίξεων θα αναγνωρίσει ότι η αντιπολίτευση απέφυγε ως τώρα να καταστήσει την πανδημία βασικό όχημα αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση. Κι έτσι το κακό πολιτικοποίησης του υγειονομικού ζητήματος, βαρύνει ιδιαίτερα την κυβέρνηση).                  

2. Το δεύτερο και σημαντικότερο, όμως, αίτιο για το ότι η πανδημία από θέμα επιστημονικού προσήμου κατέληξε να είναι επικοινωνιακός σχεδιασμός πολιτικών σκοπών, είναι ότι οι πολιτικές ελίτ αντιμετώπισαν την πανδημία με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο χειρίζονται προβλήματα που γεννούν οι κοινωνίες και οι αντιθέσεις στο εσωτερικό τους. Μοιάζει σαν ποτέ να μην κατενόησαν οι πολιτικές ηγεσίες, ότι ο κορονοϊός είναι γέννημα της φύσης και όχι έργο του  ανθρώπου. Δεν μπορεί, δηλαδή, η απροσδιοριστία των φυσικών πραγμάτων να αντιμετωπίζεται λόγω της ανθρώπινης ματαιοδοξίας (κατά κύριο λόγο κληρονομιάς των νεοφιλελεύθερων βεβαιοτήτων), ως δήθεν επιδεχόμενη χειρισμούς ανάλογους με μια κρίση π.χ. στην οικονομία! Ήδη η -κατά τα λοιπά, επιστημονικά αναμενόμενη- επέλαση των μεταλλάξεων του κορονοϊού, διαψεύδει τραγικά τις τελικά γελοίες ανθρώπινες βεβαιότητες ότι τελειώσαμε με το κακό, όπως ανεύθυνα διαβεβαίωσε πέρσι η κυβέρνηση στην Ελλάδα (αλλά και αλλού) από τη Σαντορίνη, διαπράττοντας μάλιστα την ίδια ανευθυνότητα και φέτος για δεύτερη φορά.

Η έντονη προτροπή προς όλους να εμβολιαστούν είναι αυτονόητη και θα επαναλαμβάνεται με μονοτονία. Καιρός, όμως, είναι οι κυβερνήσεις να γίνουν περισσότερο ειλικρινείς απέναντι στους πολίτες, σχετικά με τα πραγματικά στοιχεία της πανδημικής λαίλαπας, που ακόμη εξελίσσεται. Αυτό θα είναι το μεγαλύτερο όπλο μας για να κερδηθεί η μεγάλη μάχη υπέρ των εμβολίων.  

 

 

 

 

24 Ιουλ. 2021

Οι νέες συνισταμένες του Κυπριακού

Αν παραβλέψει κανένας τις ατεκμηρίωτες και έωλες αναφορές υποστηρικτών του σχεδίου Ανάν, που με τις γνωστές αυτοεπιβεβαιωτικές «σημιτικού τύπου» αγωνίες τους επιχειρούν να εμφανίσουν τις τελευταίες τουρκικές προτάσεις της λεγόμενης «λύσης 2 κρατών» για το Κυπριακό, ως δήθεν απόρροια και συνέπεια ότι ακριβώς το σχέδιο Ανάν απορρίφτηκε και βγήκε από το τραπέζι ενώ εγκαταλείφτηκε και ως «φιλοσοφία λύσης», οι τελευταίες εξελίξεις σηματοδοτούν οριστικά τη νέα φάση στην οποία έχει εισέλθει η υπόθεση.     

Για να ολοκληρωθεί η αναφορά στο σχέδιο Ανάν, και πέραν της μάλλον αστείας άποψης ότι η απόρριψή του ευθύνεται για την τουρκική πρόταση περί «2 κρατών», εκτιμώ αναγκαίο να αναφερθώ σε δύο ακόμη σημεία της «σημιτικής λογικής» στην όλη συζήτηση:

1. Το επιχείρημα που ακούγεται τελευταία από τις ίδιους κύκλους είναι ότι ακόμη κι αν δεν είναι η απόρριψη του σχεδίου Ανάν το αίτιο για την τουρκική πρόταση των «2 κρατών» (που αναφέραμε προηγουμένως πόσο αυθαίρετη είναι ως άποψη), από την άλλη πολλοί λιγότερο φανατικοί σημιτικοί διατείνονται πως αν είχε εγκριθεί το σχέδιο Ανάν σήμερα το Κυπριακό θα βρισκόταν σε πολύ καλύτερη φάση σε ό,τι αφορά τα συμφέροντα της ελληνικής πλευράς.

Πρόκειται για άποψη εξ ίσου ατεκμηρίωτη, που φτάνει μέχρις του σημείου να προσκρούει στην ίδια την πραγματικότητα, αφού -όπως έχω επανειλημμένα υποστηρίξει- εάν το σχέδιο Ανάν είχε υιοθετηθεί, καμιά από τις συμφωνίες εκμετάλλευσης των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στην κυπριακή ΑΟΖ δεν θα είχε συναφθεί, δοθέντος ότι στο σχέδιο Ανάν προβλεπόταν δικαίωμα βέτο των τουρκοκυπρίων. Το εάν και κατά πόσο οι τουρκοκύπριοι θα αποδεχόντουσαν ρυθμίσεις ενάντια στα συμφέροντα της Τουρκίας (για παράδειγμα σχετικά με την κυπριακή ΑΟΖ), είναι ζήτημα απλής λογικής να εκτιμηθεί από τον καθένα μας και δεν κρίνω σκόπιμο να επεκταθώ άλλο επ’ αυτού.

2. Όμως η τελευταία πρόταση της προηγούμενης παραγράφου είναι που ανοίγει και την κρίσιμη πτυχή του Κυπριακού στις σημερινό περιβάλλον, σχετικά με τα αίτια και τις αφορμές που οδηγούν την Τουρκία στην πρόταση περί «2 κρατών». Θα μπορούσε, δηλαδή, ποτέ η απόρριψη του σχεδίου Ανάν να ερμηνεύει την αλλαγή της τουρκικής στάσης, ή μήπως η ενεργοποίηση των κυπριακών δικαιωμάτων στην ΑΟΖ και στην εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων εντός των ορίων της σε συνεργασία με τις όμορες χώρες (εκμετάλλευση που -υπενθυμίζω- ποτέ δεν θα είχε δρομολογηθεί εάν είχε εγκριθεί το σχέδιο Ανάν), είναι ακριβώς το αίτιο  που «σπρώχνει» την Άγκυρα στις σημερινές θέσεις της;                  

Ούτε στο σημείο αυτό θαρρώ πως χωράει πολύ συζήτηση, αφ’ ενός μεν διότι εδώ και πάλι η απλή λογικη και τα γεγονότα της τελευταίας διετίας δίνουν τις απαντήσεις, αφ’ ετέρου δε διότι και εδώ για να ισχύει το αντίθετο θα έπρεπε να είναι βάσιμη η εκτίμηση ότι οι τουρκοκύπριοι θα συναινούσαν στην εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων εντός της κυπριακής ΑΟΖ με όρους που θα αντιμάχονταν τα τουρκικά συμφέροντα, τα οποία εντελώς εκτός πλαισίου διεθνούς δικαίου διεκδικεί η Τουρκία μέσα στην κυπριακή ΑΟΖ. Υπάρχει άραγε σώφρων άνθρωπος που το πιστεύει αυτό;

Δυο ακόμη παρατηρήσεις ακόμη επ’ αυτών:

α. Οι υποστηρικτές του σχεδίου Ανάν «υποφέρουν» για την ήττα της άποψής τους με ιστορικούς όρους, διότι ταυτόχρονα ηττάται και η άλλη συνοδός άποψη που διεκίνησαν επίμονα όλ’ αυτά τα τα χρόνια: ότι δήθεν όσο περνάει ο χρόνος τα πράγματα χειροτερεύουν για την ελληνική πλευρά. Μια άποψη που επίσης προσκρούει ηχηρά στην πραγματικότητα! Γιατί; Διότι, όπως πολλές φορές έχω εξηγήσει, από την κατάσταση της γνωστής τουρκικής δήλωσης ότι «το Κυπριακό λύθηκε με την εισβολή» (του Αττίλα), ως σήμερα ο χρόνος λειτούργησε λυτρωτικά για την ελληνική πλευρά, που πλέον θέτει και εκείνη όρους, παραμερίζοντας την τουρκική αυθαιρεσία και τα τετελεσμένα της στρατωτικής εισβολής και κατοχής.  

Κάτι ακόμη ακριβώς στο σημείο αυτό: Η άποψη ότι όσο περνάει ο χρόνος δυσκολεύουν τα πράγματα για τις ελληνικές θέσεις, έρχεται σε καταφανή αντίθεση με την πάγια διαπραγματευτική τακτική επί παντός θέματος, σύμφωνα με την οποία όταν διαπραγματεύεσαι σε συνθήκες δυσμενούς για τις θέσεις σου ευρύτερου συσχετισμού δυνάμεων, ο καλύτερος χειρισμός είναι να επιδιώκεις επιμήκυνση του χρόνου διαπραγμάτευσης, προσδοκώντας καλύτερες συνθήκες για την πλευρά σου. Στο Κυπριακό από την τουρκική εισβολή και εντεύθεν οι συσχετισμοί δυνάμεων συστηματικά ήταν σε βάρος των ελληνικών συμφερόντων στο πλαίσιο του γνωστού φιλοτουρκισμού των ΗΠΑ και της Ευρώπης. Σήμερα που για πρώτη φορά μετά από 5 δεκαετίες οι συσχετισμοί δυνάμεων ανατρέπονται επ’ ωφελεία της ελληνικής πλευράς (και πιθανότατα όχι μόνο στο Κυπριακό), συνιστά ανοησία ή εμμονή να ισχυρίζεται κανένας ότι εάν η ελληνική πλευρά είχε συναινέσει σε λύσεις σε επαχθέστερο για την ίδια διεθνές περιβάλλον τα πράγματα θα ήταν καλύτερα για εκείνη.

β. Ακούω με προσοχή και μια άλλη άποψη των υποστηρικτών του σχεδίου Ανάν, σύμφωνα με την οποία οι τουρκοκύπριοι έχουν τα τελευταία χρόνια αποστασιοποιηθεί από την Άγκυρα, όπως φάνηκε με την περίπτωση Ακιντζί. Εδώ πρέπει να εξηγηθεί ότι η υπαρκτή αποστασιοποίηση Ακιντζί από πλήρη ευθυγράμμιση με τα τουρκικά ζητούμενα δεν οφείλεται σε γενικευμένη απόρριψη των όσων επιζητεί η Τουρκία σε βάρος της κυπριακής ΑΟΖ, αλλά αποκλειστικά και  μόνο στο γεγονός ότι οι τουρκοκύπριοι για πρώτη φορά συνειδητοποιούν ότι η ασφυκτική πρόσδεσή τους στο άρμα συμφερόντων της σημερινής ερντογανικής Τουρκίας ενταφιάζει ανέκλητα κάθε πιθανότητα ευρωπαϊκής προοπτικής για τους τουρκοκυπρίους.

Εκτός αυτού, η εμπειρία του Κραν Μοντανά απέδειξε ότι αυτή η τάση αποστασιοποίησης των τουρκοκυπρίων από την άτεγκτη τουρκική κηδεμονία έχει μόνον οριακή ισχύ. Για τον λόγο αυτόν, μόλις στο Κραν Μοντανά συμφωνήθηκε μεταξύ Αναστασιάδη και Ακιντζί να ανοίξει το θέμα για την κατάργηση του αναχρονιστικού καθεστώτος των εγγυητριών δυνάμεων που επέβαλαν οι συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, άρκεσε μια  αυστηρή παρέμβαση της Άγκυρας προς τον Ακιντζί για να υπαναχωρήσει ο τελευταίος και οι διαπραγματεύσεις να ναυαγήσουν. Η αποκάλυψη από τον κύπριο πρόεδρο του τελευταίου διαλόγου που έλαβε χώρα στον Κραν Μοντανά μεταξύ του ίδιου και του Ακιντζί, με τον πρόεδρο Αναστασιάδη να κανει δραματική έκκληση προς τον ηγέτη των τουρκοκυπρίων «να σκεφτούν και οι δύο τα εγγόνια τους» και να προχωρήσουν σε όσα είχαν ως τότε συμφωνηθεί και η στη συνέχεια άχαρη υπαναχώρηση Ακιντζί, αποκάλυψε πλήρως τα πραγματικά όρια αυτονομίας των τουρκοκυπρίων από την Άγκυρα.

Κι έτσι φτάσαμε σήμερα στον ερντογανικό λεονταρισμό ανοίγματος ενός ελάχιστου μέρους της περίκλειστης Αμμοχώστου.

Η κίνηση επί της ουσίας έχει αποκλειστικά και μόνο συμβολικό χαρακτήρα και η εκ των πραγμάτων δειλή εξαγγελία-παράσταση ενός λαλίστατου τούρκου προέδρου, με μόνο target group απεύθυνσης εθνικιστικές πολιτικές γκρούπες και κόμματα στην Τουρκία και τουρκοκύπριους εκπροσώπους τους στα κατεχόμενα, στην πραγματικότητα σκιαγραφεί τα ελάχιστα περιθώρια που έχουν απομείνει στον Ερντογάν και την εξωτερική πολιτική που ο ίδιος εκπροσωπεί. Η παράσταση Ερντογάν στήθηκε με μεγάλη επιμέλεια, αλλά η πραγματοποίησή της απογοήτευσε σφοδρά τα τουρκικά και τουρκοκυπριακά εθνικιστικά κοινά, όπως αναγνώρισε απερίφραστα ο τουρκικός και ο διεθνής Τύπος.

Όμως, μεγαλύτερη είναι η σημασία των διεθνών αντιδράσεων που προκάλεσαν όσα ανακοίνωσε ο τούρκος πρόεδρος από τα κατεχόμενα. Προσωπικά δεν θυμάμαι ποτέ άλλοτε τόσο εκτεταμένη ομοφωνία καταδίκης, από μεριάς διεθνών παραγόντων με τόσο αντικρουόμενα και τόσο αντιμαχόμενα ανάμεσα τους συμφέροντα.

Ας κρατήσουμε 3 ενδεικτικά σημεία της αποδοκιμασίας που εκφράστηκε κατά του Ερντογάν:

α. Οι ΗΠΑ όχι μόνο εξέφρασαν την αποδοκιμασία τους, αλλά για πρώτη φορά τα τελευταία 47 χρόνια και μετά τον Αττίλα έλαβαν πρωτοβουλία να θέσουν το ζήτημα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, με την εισήγηση αυστηρής καταδίκης της Τουρκίας.

β. Ένας από τους πιστότερους υποστηρικτές της Τουρκίας εδώ και 20 χρόνια, η γερμανίδα καγκελάριος Άγγελα Μέρκελ, όχι μόνο εξέφρασε την αποδοκιμασία της αλλά καθόλου τυχαία με την ευκαιρία των αναφορών Ερντογάν από τα κατεχόμενα επεκτάθηκε για πρώτη φορά στην εκτίμηση (που διετύπωσε σαν προσωπική της θέση, αλλά αναμφίβολα πρόκειται για πολύ ευρύτερη άποψη) ότι η ευρωπαϊκή προοπτική της Τουρκίας έχει κατ’ ουσίαν τελευτήσει.

γ. Το ρωσικό ΥΠΕΞ (και εδώ είναι μία ακόμη «πρώτη φορά») όχι μόνο καταδίκασε τις αναφορές Ερντογάν, αλλά κατέστη η πρώτη χώρα στον κόσμο που χωρίς να αναμιγνύεται άμεσα στο Κυπριακό, ζήτησε την κατάργηση του αναχρονιστικού καθεστώτος των εγγυητριών δυνάμεων, αξιοποιώντας τη συμβολή του Κραν Μοντανά στη διαδικασία επίλυσης του Κυπριακού.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ήδη το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ με ομόφωνη δήλωσή του ζήτησε την επίλυση του Κυπριακού «στη βάση μιας δικοινοτικής και διζωνικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα», και καταδίκασε ρητά τον Τούρκο πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και τις «μονομερείς ενέργειές του» που αντιτίθενται στα ψηφίσματά του Οργανισμού. Τα μέλη του Συμβουλίου «καταδικάζουν την ανακοίνωση που έκαναν στην Κύπρο ο τούρκος και ο τουρκοκύπριος ηγέτης στις 20 Ιουλίου 2021 σχετικά με το άνοιγμα τμήματος της περίκλειστης περιοχής των Βαρωσίων. Το Συμβούλιο Ασφαλείας εκφράζει τη βαθιά του λύπη για τις μονομερείς αυτές ενέργειες οι οποίες είναι αντίθετες με προηγούμενα ψηφίσματα και δηλώσεις του», αναφέρει το κείμενο της ανακοίνωσης.             

Οι σημαντικές διαφορές με την προηγούμενη δήλωση είναι ότι για πρώτη φορά σε ανακοίνωση του ΟΗΕ για το Κυπριακό γίνεται ρητή αναφορά σε «καταδίκη» των εξαγγελιών αυτών, και όχι απλώς έκφραση «βαθιάς ανησυχίας».

Στην ανακοίνωση του Συμβουλίου Ασφαλείας επίσης γίνεται για πρώτη φορά ρητή αναφορά στην τουρκική ηγεσία και στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας και όχι σε αόριστες εξουσίες.

Πρόσθετη μεγάλη σημασία έχει το γεγονός η δήλωση τονίζει ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας καλεί για την ανατροπή όλων των ενεργειών που έγιναν στα Βαρώσια από τον περασμένο Οκτώβριο και υπογραμμίζει ότι πρέπει να αποφευχθούν μονομερείς ενέργειες, οι οποίες εναντιώνονται στις αποφάσεις του και μπορούν να αυξήσουν την ένταση, φωτογραφίζοντας ουσιαστικά ξανά την τουρκική πλευρά.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας υποδηλώνει, επίσης, την ανάγκη σεβασμού και εφαρμογής των αποφάσεων του, συμπεριλαμβανομένης της μετάβασης των Βαρωσίων υπό τη διοίκηση του ΟΗΕ. Η κρίσιμη σημασία του σημείου αυτού έγκειται στο γεγονός ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας θεωρεί ότι οι παράνομες τουρκικές ενέργειες δεν βλάπτουν μόνο την Κύπρο, αλλά και τον ίδιο τον ΟΗΕ, αφού πλήττουν το κύρος και τον διεθνώς θεσμοθετημένο ρόλο του.

Τέλος, το Συμβούλιο Ασφαλείας επαναλαμβάνει εκ νέου ότι η επίλυση του Κυπριακού θα πρέπει να γίνει στη βάση μιας δικοινοτικής διζωνικής ομοσπονδίας, όπως ορίζουν οι σχετικές αποφάσεις του, καταρρίπτοντας έτσι, για μια ακόμα φορά, οποιαδήποτε πρόταση λύσης περί «2 κρατών» που προωθεί η τουρκική πλευρά, διασαφηνίζοντας ότι οποιαδήποτε ρύθμιση «2 κρατών»  βρίσκεται εκτός του πλαισίου των αποφάσεων του ΟΗΕ.          

Δεν είναι άνευ σημασίας να τονιστεί η ομόφωνη απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας επιβεβαιώνει ότι την υπερψήφισαν εκτός των ΗΠΑ και της Ρωσίας, η Κίνα και η Γαλλία, καθώς και όλα τα μη μόνιμα μέλη του Οργάνου, συμπεριλαμβανομένων ανάμεσά τους και ισλαμικών κρατών. Πρόκειται δηλαδή για πρωτοφανή απομόνωση της Τουρκίας.   

Φυσικά, η ελληνική-ελληνοκυπριακή πλευρά ορθότατα δεν στέκεται στο συμβολικό ποσοστό ανοίγματος των Βαρωσίων που εξήγγειλε ο Ερντογάν και διπλωματικά συμπεριφέρεται σαν να αφορά σε όλοκληρη την Αμμόχωστο. Η Αθήνα και η Λευκωσία ενεργούν έτσι και δεν αφήνουν να «περάσει» ως δήθεν ασήμαντο το ελάχιστο μέρος στο οποίο αφορούν οι ανακοινώσεις Ερντογάν-Τατάρ για τα Βαρώσια, για δύο λόγους:

-επειδή ακόμη και το συμβολικό μέρος της υπόθεσης στο όλο πλαίσιο του Κυπριακού έχει μεγάλη σημασία, και  

-επειδή έχει μεγάλη σημασία να ανακοπεί εν τη γενέσει της η τελευταία αυτή προσπάθεια δημουργίας τετελεσμένων από την μεριά της Τουρκίας, που για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια φαίνεται να μη γίνεται ανεκτή ούτε από τον διεθνή παράγοντα.

Με όσα ανέφερα ως εδώ νομίζω περιγράφεται συνοπτικά το νέο πλαίσιο εντός του οποίου θα επιζητηθεί η επίλυση του Κυπριακού κατά την προσεχή περίοδο.

Φυσικά απομένει πολύς δρόμος ακόμη να διανυθεί για μια παραγωγική και δίκαια λύση. Το γεγονός όμως ότι έχει εν πολλοίς τροποποιηθεί αισθητά η βάση κατανόησης του Κυπριακού από μεριάς της διεθνούς κοινότητας ως προβλήματος αναδυόμενου από την τουρκική στάση και όχι ως ζητήματος που οφείλεται στις ελληνικές και ελληνο-κυπριακές αδιαλλαξίες (παρ’ όλο που  βεβαίως το γελοίο πραξικόπημα Σαμψών του 1974 ήταν δικό τους έργο, και ανεξάρτητα του ότι η ελληνική δικτατορία των συνταγματαρχών έχει καταγραφεί περισσότερο ως ξενόφερτη εκτροπή και πολύ λιγότερο ως αμιγώς ελληνική, άρα η δικτατορία ποτέ δεν θα μπορούσε δεν μπορεί να λογίζεται ως εκπρόσωπος των γνήσιων ελληνικών επιθυμιών για το ζήτημα), προσφέρει μια νότα αισιοδοξίας.   

Με βάση όλα τα παραπάνω, αν μπορούσε να συνοψιστεί σε μια φράση το σημερινό σκηνικό σχετικά με το Κυπριακό, θα έλεγα ότι η περίοδος διεθνούς ανοχής στην τουρκική πρακτική δημιουργίας βήμα-βήμα τετελεσμένων, από τον Αττίλα ως σήμερα, τελειώνει και εάν η Τουρκία συνεχίσει την ίδια πρακτική θα πρέπει να το κάνει, καταβάλλοντας το τεράστιο κόστος της απομόνωσής της σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτό το νέο δεδομένο από μόνο του επιτρέπει πολύ μεγαλύτερη αισιοδοξία για μια δίκαια λύση του Κυπριακού.

 

 

 

 

16 Ιουλ. 2021

Οι παγίδες της προσφυγής στη Χάγη

Με επίμονες πληροφορίες να αναφέρουν ότι η Τουρκία εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να συναινέσει σε προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο σχετικά με τις διαφορές Αθήνας-Άγκυρας για τις θαλάσσιες ζώνες στην περιοχή μας, γεννάται πλέον θέμα εξειδίκευσης της ελληνικής στάσης πάνω στο ζήτημα. Κι αυτό, γιατί η γενίκευση αναφορών στο θέμα των ελληνο-τουρκικών διαφορών για τις θαλάσσιες ζώνες δεν είναι τόσο ευθύγραμμα προσδιοριζόμενο ως προς το περιεχόμενό του αντικείμενο, σχετικά με την έκταση των συνεπειών που δυνητικά θα μπορούσαν να προκύπτουν για τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο.

Και η επισήμανση που κάνω εδώ, διευκρινίζω πως γίνεται υπό την παραδοχή ότι  προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο για τη ρύθμιση της εν λόγω διμερούς  διαφοράς είναι η επιβεβλημένη λύση, την οποία υποστηρίζω σταθερά -και όχι μόνο επειδή είναι πάγια θέση όλων των ελληνικών κυβερνήσεων επί δεκαετίες, με τις εξαιρέσεις:

- της σημιτικής συμφωνίας της Μαδρίτης που αναγνώρισε -ως μη όφειλε- δικαιώματα της Τουρκίας σε «ζωτικά» της συμφέροντα, ακόμη και σε περιοχές ελληνικής κυριαρχίας που κατά το διεθνές δίκαιο δεν επιδέχονται καμιά αμφισβήτηση και καμιά «εξαίρεση ειδικών συνθηκών», και

- των προσεκτικών αποστάσεων που επιμένει να τηρεί ο σημερινός πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, από τη θέση περί «μίας και μόνης ελληνο-τουρκικής διαφοράς» που επιδέχεται ρύθμιση από διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, και σε αντίθεση με τη σαφή περί τούτου δήλωση διά στόματος του υπουργού του των Εξωτερικών, Νίκου Δένδια, ως επίσημης θέσης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.       

Υποστηρίζω, επίσης, την προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο για το θέμα αυτό, νοουμένου ότι η υπόθεση αφορά σε αναγνώριση του διεθνούς δικαίου και των τυχόν ειδικών αναγκών παρέκλισης απ’ αυτό, ως του μόνου ανεκτού πεδίου αναφοράς για την επίλυση της διαφοράς.

Οφείλουμε να θυμόμαστε μερικά -συμπληρωματικά, αλλά απολύτως καίρια- πράγματα, πριν προχωρήσουμε στην προσφυγή της διαφοράς σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο:

1. Η προσφυγή θα γίνει υπό τον όρο της υπογραφής συνυποσχετικού αμοιβαίας δέσμευσης από την Ελλάδα και την Τουρκία, ότι θα σεβαστούν την οποιαδήποτε ρυθμιστική ετυμηγορία του διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου. Διαφορετικά, μονομερής προσφυγή της Ελλάδας δεν είναι νοητή, αφού η χώρα μας -εάν το έκανε- θα ήταν σαν εξ ιδίων να αμφιβάλλει για τη νομιμότητα των κυριαρχικών δικαιωμάτων της στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο.

2. Στο συνυποσχετικό που τυχόν θα υπογραφεί από τις δύο χώρες δεν θα μπορεί συμπεριλαμβάνεται το σύνολο των απαιτήσεων που εγείρει η Άγκυρα κατά κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας μας στην θαλάσσια περιοχή. Δηλαδή, για παράδειγμα, ζητήματα όπως τα χωρικά ύδατα της Ελλάδας και το δικαίωμά της να τα επεκτείνει όποτε επιθυμεί έως τα 12 μίλια, ή το αντίστοιχο δικαίωμα της Ελλάδας με τον εναέριο χώρο της και ανεξαρτήτως του εάν ελληνικά χωρικά ύδατα και εναέριος χώρος συμπίπτουν, δεν υπόκεινται σε κρίση ουδενός και είναι διεθνές δίκαιο γενικής εφαρμογής που δεν υπόκειται σε κανέναν περιορισμό ή εφαρμογής κατά παρέκκλιση, και για τον οποιοδήποτε λόγο. Ωσαύτως, αυτονόητο είναι ότι ακόμη και προσδιορισμός με ελληνική επιλογή των χωρικών υδάτων και του εναέριου χώρου μας σε έκταση λιγότερη από τα 12 μίλια και για τον οποιονδήποτε λόγο, δεν γεννά κατά καμία λογική δικαιώματα κυριαρχίας άλλης χώρας στις εναπομένουσες θαλάσσιες και εναέριες ζώνες, ουσιαστικά συρρικνώνοντας ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.

3. Στο Αιγαίο μόνη διαφορά που μπορεί να συναινέσει η Ελλάδα σε διευκρίνισή της σε αντιδικία με την Τουρκία είναι το ερώτημα εάν τα νησιά δικαιούνται να έχουν υφαλοκρηπίδα, ή όχι. Σε συνάρτηση με το πιο πάνω σημείο 2, υπό την κρίση διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου τίθεται η περιοχή πέραν των 12 μιλίων που συνιστά περιοχή αποκλειστικά υπό ελληνική δικαιοδοσία.

4. Σε αντίθεση με το Αιγαίο, δεν μπορεί να τεθεί υπό την κρίση διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου η θαλάσσια και εναέρια περιοχή ανατολικά της Κρήτης και της Ρόδου. Και τούτο, αφού κατόπιν της διμερούς συμφωνίας Ελλάδας-Αιγύπτου για τον μερικό ορισμό της ΑΟΖ των δύο χωρών, έχει ασκηθεί πλήρως το με βάση το διεθνές δίκαιο ελληνικό εκμεταλλευτικό δικαίωμα στην ελληνο-αιγυπτιακή θαλασσια ζώνη. Η ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία για τον μερικό ορισμό της ΑΟΖ των δύο χωρών καθιστά αυτομάτως κάθε περίπτωση ύπαρξης συνορεύουσας θαλάσσιας ζώνης Τουρκίας-Λιβύης, εκτός νομιμότητας. Κι αυτό δεν μπορεί να τεθεί υπό την κρίση οποιουδήποτε δικαιοδοτικού οργάνου.

5. Μόνον η θαλάσσια περιοχή του ελληνικού συμπλέγματος της Μεγίστης (Καστελλόριζο) θα μπορούσε να τεθεί υπό κρίση. Και τούτο, σημειωτέον, για την ζώνη πέραν των 12 μιλίων του Καστελόριζου και φυσικά σε καμιά περίπτωση για οποιαδήποτε άλλη θαλάσσια ζώνη μικρότερη των 12 μιλίων.

6. Παρ’ ότι φαινομενικά εκτός δικαιοδοσίας οποιουδήποτε διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου, η Ελλάδα δέον να ζητήσει να συμπεριληφθεί στο σχέδιο συνυποσχετικού που τυχόν θα τεθεί  στο τραπέζι, το αίτημα ρητής δήλωσης από τα συνυπογράφοντα μέρη ότι η απόφαση του διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου που θα κρίνει την υπόθεση θα είναι σεβαστή, υπό την αίρεση ότι η όποια απόφαση θα εφαρμοστεί σε ευθυγράμμιση με τις προβλέψεις και τις μέριμνες της συνθήκης της Λοζάνης.     

Φυσικά, αυτά που αναφέρω εγώ εδώ, δεν είναι παρά μονάχα το άνοιγμα της συζήτησης. Το θέμα οφείλει να εξετάσει η ελληνική πλευρά σε βάθος και υπό την καθοδήγηση έμπειρων διπλωματών και έγκυρων νομομαθών συμβούλων, πριν λάβει οριστικές αποφάσεις. Αλλά ήρθε η ώρα να προετοιμαζόμαστε!      

Εν τω μεταξύ, ούτε να διανοηθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να θέσει υπό την κρίση διεθνούς δικαιοδοτικού οργάνου ο,τιδήποτε άλλο πέραν της ελληνοτουρκικής διαφοράς για τις θαλάσσιες ζώνες και υπό τους περιορισμούς που ανέφερα στο σημερινό κείμενο...

 

 

 

 

10 Ιουλ. 2021

Περί συνεργασιών...

Ενώ οι πληροφορίες αποδεικνύονται «ξεροκέφαλες» επιμένοντας ότι τον ερχόμενο Οκτώβριο ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα κάνει πρόωρες εκλογές, αυξάνεται η αμήχανη πολιτική διαχείριση από μεριάς όλων των κομμάτων σε ό,τι αφορά το αναπότρεπτο δεδομένο ότι οι εκλογές αυτές θα γίνουν με απλή αναλογική.

Φυσικά, η αμηχανία του κομματικού συστήματος ερμηνεύεται σε σημαντικό βαθμό από το γεγονός ότι η απλή αναλογική θεωρείται στην Ελλάδα κάτι σαν θεσμικό ανοσιούργημα, παρ’ ό,τι τέτοια εκλογικά συστήματα ισχύουν στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Η σημερινή αμηχανία των ελληνικών κομμάτων να χειριστούν την ανάγκη της αντιπροσωπευτικότερης δυνατής αντανάκλασης της κάλπης μέσα στο κοινοβούλιο, ασφαλέστατα είναι ένδειξη του τρόπου με τον οποίο η εγχώρια πολιτική ελίτ αντιλαμβάνεται τον ρόλο της ως εκτελεστική εξουσία. Και πρέπει εδώ να υπογραμμιστεί ότι ένα μεγάλο μέρος του κλονισμού αξιοπιστίας που έχει υποστεί ο κοινοβουλετισμός στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια οφείλεται ακριβώς στην πλασματική αποτύπωση της λαϊκής βούλησης όπως αυτή αναδύεται από την κάλπη, μέσα στο κεντρικό όργανο λήψης των αποφάσεων του ελληνικού κράτους, δηλαδή τη Βουλή. Τί πιο χαρακτηριστικό, από το ό,τι σήμερα την εκτελεστική εξουσία στη χώρα ασκεί κόμμα που έλαβε στην κάλπη 39%, αλλά στη Βουλή κατέχει το 53% των μελών της εθνικής αντιπροσωπείας;  

Ένα από τα ενδεικτικότερα σημεία της αμηχανίας των συστημικών κομμάτων που άσκησαν διακυβέρνηση στο παρελθόν είναι ότι το ΚΙΝΑΛ, σε μια μοναδική στιγμή αυτοκαταστροφικού οίστρου, έφτασε στο σημείο να απορρίψει την απλή αναλογική, παρ’ όλο που αν την είχε υπερψηφίσει και περισσότερους βουλευτές θα είχε στη σημερινή Βουλή, αλλά και θα είχε αποτρέψει τη σημερινή μονοκομματική κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, την οποία το ίδιο σήμερα καταγγέλλει ως αρνητική για τα συμφέροντα της χώρας και των πολιτών, ενώ το ίδιο το ΚΙΝΑΛ πιθανότατα και κατά το ισχυρότερο σενάριο θα συμμετείχε σήμερα σε κυβέρνηση συνεργασίας με τη ΝΔ, αν οι εκλογές του 2019 είχαν γίνει με απλή αναλογική, όπως ήταν απολύτως εφικτό, αντί για τον σημερινό περιθωριακό πολιτικό ρόλο του.          

Αλλά και από τη μεριά της αριστεράς, που είναι η δύναμη που προκρίνει κατά προτεραιότητα την απλή αναλογική, εντοπίζεται μεγάλη πολιτική αμηχανία με τον χειρισμό του «παράθυρου ευκαιρίας» που προσφέρει το αναπότρεπτο δεδομένο ότι οι επόμενες εκλογές θα γίνουν με απλή αναλογική. Στα κόμματα της αριστεράς ανιχνεύονται διαφορά κίνητρα της ανομολόγητης ιδιότυπης επιφύλαξης για την απλή αναλογική. Σημαντικότερο απ’ αυτά είναι ο φόβος ότι εάν παγιωθεί η απλή αναλογική τότε τα κόμματα του χώρου θα κληθούν ενδεχομένως να συμπράξουν κυβερνητικά με άλλα κόμματα και πιθανότατα με παρατάξεις της πολιτικής συντήρησης, στοιχείο που θα δημιουργούσε αμφιβολίες για τη συνέπειά τους σε ό,τι αφορά τις ιδεολογικοπολιτικές θέσεις τους. Πρόκειται για μια αποστεωμένη και ιστορικά ξεπερασμένη κου-κου-έδικη στάση, η οποία απορρίπτει κάθε πρόσβαση της αριστεράς στην εξουσία.

Κι όμως! Η απλή αναλογική στη μοναδική στιγμή που εφαρμόστηκε στην Ελλάδα μεταδικτατορικά, δηλαδή στις 3 εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου 1989-’90, υπήρξε όχημα παραγωγής κρίσιμων εξελίξεων υπέρ της προοδευτικής παράταξης, οδηγώντας στην πολιτική ανατροπή της μεγάλης προσπάθειας του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη να εξορίσει από την ικανότητα και τη δυνατότητα διακυβέρνησης την αριστερά, την οποία τότε στο μεγαλύτερο μέρος της εκπροσωπούσε το ΠΑΣΟΚ. Αποτέλεσμα εκείνου του πολιτικά επιτυχούς χειρισμού της απλής αναλογικής ήταν ότι η αριστερά που αντιπροσώπευε το ΠΑΣΟΚ, παρ’ ό,τι με ηγεσία πολιτικά διωκόμενη με αποδεδειγμένη σκευωρία, ανέλαβε λίγο αργότερα εκ νέου τη διακυβέρνηση της χώρας, συντρίβοντας τις μεθοδεύσεις του πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού. Παράλληλα, η παραδοσιακή αριστερά που είχε παγιδευτεί στο σχέδιο του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, επέστρεφε στον περιθωριακό πολιτικό ρόλο της, αποδεικνύοντας ως φρούδες τις ελπίδες της ότι θα διαδραμάτιζε ρόλο ρυθμιστή των πολιτικών εξελίξεων. Τουλάχιστον όσο φρούδες αποδείχτηκαν οι ελπίδες του Β. Βενιζέλου ότι θα έκανε το κόμμα του από το 2012 και μετά πολιτικό ρυθμιστή, και μάλιστα «ρυθμιστή του πολιτεύματος», ...όπως διακήρυττε με τον γνωστό κομπασμό του ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Σαμαρά.    

Φυσικά, για να συμβούν ολ’ αυτά με την απλή αναλογική το 1989-’90 ήταν αναγκαία η πολιτική ιδιοφυΐα του Ανδρέα Παπανδρέου, ο οποίος σε μια απρόσμενη επιλογή, έλαβε την απόφαση να συμμετάσχει στην λεγόμενη «οικουμενική» κυβέρνηση του Ξενοφώντα Ζολώτα, αν και συρόμενος τότε στο ειδικό δικαστήριο από τη ΝΔ, το ΚΚΕ και το ΚΚΕ εσ., με τα οποία συναίνεσε να συγκυβερνήσει.

Εκείνα τα γεγονότα είναι οδηγός και για τα σημερινά!

...αλλά ας τα πάρουμε με τη σειρά!

Σημείο 1ο: Πρέπει να έχουμε κατά νου ότι δεν υπάρχουν προετοιμασμένες  και δεδομένες μετεκλογικές κυβερνητικές συνεργασίες πριν ολοκληρωθεί η εκλογική διαδικασία. Μια πολιτικά ωριμασμένη απλή αναλογική υπηρετεί τη χώρα, τους θεσμούς της δημοκρατίας και τα ίδια τα κόμματα, εφ’ όσον εξασφαλίζει πληθώρα εναλλακτικών κυβερνητικών λύσεων μετά τις κάλπες. Απλή αναλογική, δηλαδή, δεν είναι νοητή, με εκ των προτέρων απαγορευμένες συνεργασίες, επειδή ακριβώς αν έχουν τεθεί τέτοιες προκαταβολικές «απαγορεύσεις» συνεργασιών στα μετεκλογικά σενάρια απ’ οποιαδήποτε πλευρά, αίρεται το κύριο συστατικό που προσδίδει στην απλή αναλογική την αναντικατάστατη χρησιμότητά της ως εκλογικό σύστημα που προάγει τις συγκλίσεις, δηλαδή είναι αντώνυμο με τον διχασμό.

Σημείο 2ο: Πρόκειται για πολιτικά αφελή προσπάθεια από μεριάς του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να εκμαιεύσει προεκλογικά δήλωση βουλήσεως από πλευράς του ΚΙΝΑΛ ότι συναινεί στο ενδεχόμενο  μετακλογικής κυβερνητικής συνεργασίας μαζί του. Αυτά συζητούνται μετά από τις εκλογές με τα δεδομένα των πραγματικά ισχυόντων πολιτικών συσχετισμών δύναμης επί τάπητος, αφού κανενα κόμμα δεν θα ήθελε «να πουλήσει το τομάρι του» φθηνά, πριν καταστεί αναγκαία η σύμπραξή του για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας. Το ΚΙΝΑΛ -και ορθά πράττει για λογαριασμό του-  θα παραλάβει μετά τις επόμενες κάλπες το όποιο εκλογικό ποσοστό θα έχει αποσπάσει και με αυτό το ποσοστό υπό μάλης θα προσέλθει στους γύρους διερευνητικών εντολών, που το Σύνταγμά μας επιτάσσει όταν δεν διαπιστώνεται «δεδηλωμενη» μετά από κάλπες.        

Σημείο 3ο: Εξ ίσου αφελής -και ίσως αφελέστερη- είναι η αναφορά του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ σε ευρύτερη πρόσκληση σε αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις για μετεκλογική συνεργασία. Εδώ, με δεδομένη την απόφαση του ΚΚΕ να μη συνεργαστεί με κανέναν και για ο,τιδήποτε, δηλαδή την επιλογή του να μην αναμιχθεί καθόλου στις διεργασίες του «παράθυρου ευκαιρίας» που προσφέρει η απλή αναλογική στην προοδευτική πολιτική πτέρυγα του ελληνικού κομματικού συστήματος να επηρεάσει τις εξελίξεις για λόγους «συνέπειας», καθιστά καθε συζήτηση άσκοπη. Άλλωστε, ιστορικά το ΚΚΕ έχει αποτύχει να συνδυάσει λειτουργικά το στοιχείο της «ιδελογικοπολιτικής συνέπειας» με την «παρεμβατική πολιτική αποτελεσματικότητά» του στις τρέχουσες εξελίξεις. Και δεν θα το κάνει ούτε και τώρα.  

Σημείο 4ο: Η αμηχανία του Κυριάκου Μητσοτάκη να χειριστεί την απλή αναλογική που υποχρεωτικά θα βρει μπροστά του εξαντλείται στην ανομολόγητη αλλά πρόδηλη προσπάθειά του να «κάψει» την απλή αναλογική. Δηλαδή, να κάνει όπως-όπως τις πρόωρες εκλογές και στη συνέχεια άρον-άρον να ταμπουρωθεί στην άρνησή του για συνεργασία με οποιονδήποτε, ώστε να εξαναγκαστεί η χώρα σε δεύτερες εκλογές (που θα πρέπει να γίνουν με ενισχυμένη αναλογική). Με σκοπό να διεκδικήσει ξανά την πρωθυπουργία μόνος του, μετά από τη δική του κυβερνητική διετία 2019-’21, η οποία απέδειξε την προβληματική ηγεσία του και το ότι αν παραμείνει τα δύο ακόμη έτη που απομένουν στην πρωθυπουργία θα καταλήξει με βεβαιότητα σε πλήρη απαξίωση του προσώπου του και του κόμματός του. Γιατί να του αρκέσουν 2 ακόμη χρόνια πρωθυπουργίας, όταν ευελπιστεί ότι έχοντας διχάσει όσους διαφωνούν μαζί του θα τα κάνει τέσσερα, έστω και σε βάρος της χώρας και των πολιτών;  

Σημείο 5ο: Τα παραπάνω σημεία ορίζουν επαρκώς και τους στόχους που λογικά θα έθεταν τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης και του ΚΙΝΑΛ για να αξιοποιήσουν το «παράθυρο πολιτικής ευκαιρίας» που προσφέρει για την προαγωγή της πολιτικής τους το γεγονός ότι πρόωρες εκλογές τον ερχόμενο Οκτώβριο θα γίνουν με απλή αναλογική.

Οι στόχοι αυτοί είναι τρεις:

- να αποτραπεί με κάθε τρόπο το ενδεχόμενο διπλών εκλογών, που -ανεξάρτητα από το σοβαρό κόστος τους για τη χώρα εν μέσω πανδημίας και με την οικονομία καθημαγμένη- ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι αποφασισμένος να διακινδυνεύσει σε βάρος όλων μας μόνο και μόνο για μείνει πρωθυπουργός, αν και ούτως ή άλλως έχει μπροστά του μια ακόμη διετία να πρωθυπουργεύσει, την οποία προφανώς φοβάται να υπηρετήσει,

- να διαχειριστεί την προσπάθεια ανόρθωσης από την πανδημία και τη νεο-μητσοτακική περιπέτεια μια Βουλή γνήσια αντιπροσωπευτική του πολιτικού συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στους πολίτες, και όχι μια Βουλή του δημοκρατικά δύσμορφου προϊόντος της ενισχυμένης αναλογικής, που αποδεδειγμένα διχάζει βαθύτατα τους πολίτες, και

- να αποτραπεί το ενδεχόμενο πρωθυπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη, που αποτελεί τη για πολλούς λόγους τη θρυαλλίδα της επικίνδυνης στροφής που προσέλαβαν για τη χώρα οι εξελίξεις μετά το 2019.     

Για να υπηρετήσουν αυτούς τους στόχους τα κόμματα της προοδευτικής αντιπολίτευσης και του ΚΙΝΑΛ γνωρίζουν τί οφείλουν να πράξουν, με οδηγό, όπως ήδη είπα, το σκηνικό της «οικουμενικής κυβέρνησης» Ζολώτα. (Ήδη, για πρώτη φορά από την παραπομπή Ανδρέα Παπανδρέου στο ειδικό δικαστήριο -αλλά νομίζω και στην ελληνική πολιτική ιστορία γενικότερα- 2 πρώην υπουργοί της απελθούσας κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ 2015-’19 οδηγούνται σε δικαστήριο με πανθομολογουμένως εξαιρετικά αμφίβολα στοιχεία, αποδεικνύοντας τον πολιτικά βαθύτατα διχαστικό ρόλο του Κυριάκου Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία!)

Οδηγός των εξελίξεων για τα κόμματα του προοδευτικού χώρου και του ΚΙΝΑΛ επίσης είναι όσα συμβαίνουν σ’ όλες τις χώρες της μεσογειακής ΕΕ (με εξαίρεση τη Γαλλία που δεν έχει απλή αναλογική). Οι προοδευτικές κυβερνήσεις στην Ισπανία, την Πορτογαλία και η κυβέρνηση στην Ιταλία, αποκαλύπτουν εντυπωσιακά την πολιτική αποτελεσματικότητα των εκλογικών συστημάτων της απλής αναλογικής, κυρίως στο επίπεδο φραγής των συντηρητικών να έχουν πρόσβαση στην εξουσία, όπως συμβαίνει στις «βόρειες» χώρες της ΕΕ.

Οι αριστερές, προοδευτικές και κεντρώες δυνάμεις στην Ελλάδα θα απομείνουν οι μόνες στη μεσογειακή ευρωπαϊκή ζώνη που θα επιτρέψουν στη δεξιά (ιδίως υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη) να παραμείνει στην κυβέρνηση αν και μειοψηφώντας ανάμεσα στους έλληνες πολίτες; Ταιριάζει στην Ελλάδα σε συνθήκες πανδημίας και με σοβούσα κρίση στην οικονομία, να υιοθετήσει τέτοιο μοντέλο ανάδειξης και νομιμοποίησης των κυβερνήσεών της, διακινδυνεύοντας έναν παρατεταμένο βαθύ διχασμό των πολιτών της;  

 

 

 

 

3 Ιουλ. 2021

Το διακηρυκτικό έλλειμμα

της αξιωματικής αντιπολίτευσης

Διαβάζοντας τα κείμενα που συγκροτούν το πλαίσιο διαλόγου της προγραμματικής συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, με ευκολία συνάγεται η μεγάλη ποιοτική και ευρύτερα πολιτική ωρίμανση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μέσα στα τελευταία χρόνια, κατά τα οποία από μικρό περιθωριακό περιθωριακό κόμμα της αυτοαναφορικής αριστεράς, μετεξελίχτηκε σε μαζικό πολιτικό φορέα πλατιάς κοινωνικής επιρροής και σε κόμμμα εξουσίας του ευρύτερου δημοκρατικού-προοδευτικού χώρου. Αν το ονόμαζα διαφορετικά θα έλεγα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ από κόμμα-εργαλείο μιας ομαδοποιημένης σε κομματικό σχηματισμό αριστερής ομάδας, έχει σήμερα καταστεί πολιτικό όχημα-εργαλείο μιας ανοιχτής και εκτεταμένης κοινωνικής ριζοσπαστικοποίησης, η οποία αναδύθηκε από την κρίση που προκάλεσε η ολοσχερής επικράτηση  του νεο-φιλελευθερισμού, σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη του παγκόσμιου καπιταλισμού και φυσικά και στην Ελλάδα. (Ίσως σε μας λίγο πιο μαρτυρικά -λόγω του βάθους της οικονομικής κρίσης παρ’ ημίν και της ανοίκειας σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο «διασωστικής» παρέμβασης των ευρωπαίων εταίρων μας- και γι’ αυτό με εντονότερη αμφισβήτηση των κατεστημένων πολιτικών ελίτ της χώρας).         

Αυτή η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ωρίμανση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ είναι ορατή διά γυμνού οφθαλμού και μόνον οι πάσχοντες από διάφορες μορφές πολιτικής μυωπίας αδυνατούν να καταγράψουν και να αξιολογήσουν, ως καίριο συστατικό στοιχείο του δεύτερου μεταπολιτευτικού πολιτικού κύκλου, που βρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη.

Οι σημαντικές και πολύ ενδιαφέρουσες προτάσεις διακυβέρνησης, που συμπεριλαμβάνονται στις θέσεις που θα εγκριθούν στην προγραμματική συνδιάσκεψη, αρθρώνουν ένα ολοκληρωμένο σχέδιο εναλλακτικής διακυβέρνησης προοδευτικού πολιτικού προσήμου. Και τουτο ισχύει ανεξαρτήτως πληθώρας ενστάσεων και παρατηρήσεων που θα είχε κανένας να κάνει αγωνιώντας καλόπιστα για τη βελτίωση επί μέρους σημείων. Όπως αυτό ισχύει και ανεξάρτητα από το τί θα ακολουθήσει.

Ωστόσο, οι θέσεις που συζητούνται στην προγραμματική συνδιάσκεψη έχουν ένα μεγάλο κενό, που δύσκολα διαφεύγει του εντοπισμού του από τις κοινωνικές δυνάμεις και τους σχηματισμούς τους οποίους ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ διατείνεται πως φιλοδοξεί να αντιπροσωπεύσει. Πρόκειται για το ολοφάνερο διακηρυκτικό έλλειμμα του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, το οποίο ως κύριο σημείο πολιτικής αδυναμίας του στη διαμόρφωση της σχέσης του με τα πολιτικά κοινά που τον ενδιαφέρουν, πρωτίστως συναρτάται με τον λόγο της ηγεσίας του και σε καμιά περίπτωση με την προγραμματική εναλλακτική διακυβέρνηση της χώρας με προοδευτικο προσανατολισμό.

Ο Αλέξης Τσίπρας προφανως το κατανοεί αυτό και από καιρό επιχειρεί να δομήσει μια ηγετική ατζέντα, η οποία φυσικά θα ανταποκρίνεται στα προγραμματικά στοιχεία της πολιτικής ταυτότητας του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αλλά ταυτόχρονα θα προσδίδει οραματικό τόνο στις προσδοκίες του λαϊκού κινήματος.

Για να γίνει κατανοητή η ανάγκη μιας τέτοιας διακηρυτικής ατζέντας στο παρόν πολιτικό σκηνικό, αρκεί να επισημανθεί η διαφοροποίηση του τρόπου εκφοράς αντιπαραθετικού στον Κυριάκο Μητσοτάκη πολιτικού λόγου από τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. σε σύγκριση με τα άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης.

Αν δει κανένας τις θέσεις και την εκφορά δημόσιου λόγου του ΚΙΝΑΛ θα κατανοήσει εύκολα ότι πίσω από την αντιπαράθεσή του με την κυβέρνηση της ΝΔ συγκροτείται η θέση «εγώ θα κυβερνούσα καλύτερα». Αντιπαρερχόμενος τα στοιχεία πολιτικής μεγαλομανίας και μακριά από καθε πολιτικό ρεαλισμό για τέτοια στάση, πράγματα  που σε κάποιο μέτρο ερμηνεύουν αυτό το το στυλ αντιπολίτευσης του ΚΙΝΑΛ, αυτό που αναδύεται απ’ όλ’ αυτά είναι ότι το κόμμα της κυρίας Γεννηματά όταν μιλάει για «πολιτική αλλαγή», την περιορίζει στο επίπεδο αντικατάστασης του μπλοκ εξουσίας που σήμερα κυβερνάει, με τον πυρήνα της κυβερνητικής πολιτικής να μένει ουσιαστικά άθικτος. Δηλαδή το ΚΙΝΑΛ απλά ενδιαφέρεται για την αλλαγή προσώπων που θα διαχειριστούν την ίδια πολιτική με το κυβερνών κόμμα, διεκδικώντας φυσικά και τη δική του συμμετοχή στο επόμενο μπλοκ κυβερνητικής εξουσίας στην Ελλάδα. Είναι κάτι σαν τις διαφορές του SPD με το συγκυβερνών κόμμα της δεξιάς CDU/CSU στη Γερμανία.

Επίσης, αν δει κανένας τις θέσεις του ΚΚΕ, ιδίως υπό το φως του πρόσφατου συνεδρίου του, θα κατανοήσει ότι εδώ παρέλκει φυσικά το ζήτημα αλλαγής προσώπων στο μπλοκ εξουσίας που σήμερα κυβερνάει τη χώρα και όλα μετατίθενται σε μια στρατηγικού χαρακτήρα «αλλαγή του καπιταλισμού από τον σοσιαλισμό». Δηλαδή σε μια μακρά διεργασία περισσότερο ιστορικού παρά τρεχόντως πολιτικού χαρακτήρα, θέση και τακτική που λόγω της απουσίας στοιχειώδους ρεαλισμού ως βιώσιμη αντι-πρόταση πολιτικής, μοιάζει να θυσιάζει τις εκάστοτε σημερινές γενιές στην υποταγή της επικυριαρχίας του «καπιταλιστικού αναπόφευκτου» και με μόνο διέξοδο για τις κοινωνικές ομάδες και τις τάξεις που βιώνουν την ανισότητα ότι δικαιούνται να καταγγέλλουν το σύστημα που τις καταπιέζει και τις πολιτικές δυνάμεις που εφαρμόζουν την επικρατούσα πολιτική σήμερα.

Με τα παραδείγματα  του ΚΙΝΑΛ και του ΚΚΕ που επιστράτευσα εδώ, προσπαθώ να οριοθετήσω τις ειδοποιές σημασίες που θα όφειλε ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να εκπροσωπεί πολιτικά για να διαθέτει ουσιαστικό διακηρυκτικό (και όχι προγραμματικό -εκεί καλά τα πάει) λόγο. Κι αυτές οι ειδοποιές σημασίες στις παρούσες συνθήκες είναι:

- Ότι εκπροσωπεί την ανάγκη πολιτικής αλλαγής στον πυρήνα των εφαρμοζόμενων σήμερα πολιτικών, και

- Ότι η πρότασή του αφορά σε μέριμνες άμεσης υλοποίησής της, καθώς δικαίωμα στην προσδοκία πολιτικής ανατροπής έχουν όλες οι γενιές, και φυσικά σε κάθε εποχή η πρωτογενώς δρώσα και ζώσα και  όχι κάποια από τις αυριανές γενιές, οψέποτε ο καπιταλισμός θα ήθελε εθελουσίως να καταρρεύσει, με βάση την παραδοσιακή μαρξιστική-λενινιστική αντίληψη της «αντικειμενικής εξέλιξης», σύμφωνα με την οποία το καπιταλιστικό σύστημα θα πέσει κάποια στιγμή μελλοντικά νομοτελειακά, με τις προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις καταδικασμένες αποκλειστικά σε πολιτικό ρόλο επιταχυντή της καπιταλιστικής κατάρρευσης.  

Δηλαδή, ο διακηρυκτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, για να είναι επαρκώς οραματικός (και συνεπώς διακηρυκτικός) είναι ανάγκη να απαντά σε δύο ερωτήματα:

- στο «τί πολιτική»; Με πρότασή του την αλλαγή της σημερινής πολιτικής, και

- στο «πώς και πότε»; Με πρότασή του το «εδώ και τώρα», και με όχημα τις πολιτικές προτάσεις του.     

Ο Αλέξης Τσίπρας διαθέτει την απαραίτητη οξύνοια και ασφαλώς έχει αντιληφθεί ότι η κρίσιμη διακηρυκτική πτυχή της υπόθεσης είναι δική του δουλειά και καθόλου δουλειά της οποιασδήποτε προγραμματικής συνδιάσκεψης, η οποία στο περιεχόμενο του δικού της σκοπού κάνει τη δουλειά της και την κάνει και καλά, όπως είπα στην αρχή.       

Ήδη, πριν λίγες ώρες ο Τσίπρας με την εναρκτήρια ομιλία του στις εργασίες της προγραμματικής συνδιάσκεψης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, τοποθέτησε στον δημόσιο λόγο ένα σημαντικό πρόπλασμα  της διακηρυτικής ευθύνης του ενώπιον των πολιτών, που φυσικά πρέπει ακόμη να συμπληρωθεί και να ολοκληρωθεί. Η αρχή όμως έγινε!

Οι αναφορές Τσίπρα στο ότι η ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ περισσότερο είναι υπόθεση παρουσίας των προοδευτικών κοινωνικών δυνάμεων στο πολιτικό εγχείρημα της πολιτικής αλλαγής, όπως αυτό ορίστηκε προηγουμένως, και δευτερευόντας εσωκομματικό ζήτημα, σε συνδυασμό με την επαναφορά στη δημόσια ατζέντα του 35ωρου στην εργασία χωρίς μείωση αμοιβών, για να αποκατασταθούν μερικώς οι κοινωνικές βαρβατότητες της νεοφιλελεύθερης περασμένης 20ετίας και ως βασικό μέσο καταπολέμησης της ανεργίας, θέσεις που συνιστούν ιστορικά αιτήματα του παγκόσμιου σοσιαλιστικού κινήματος, δίνουν τον τόνο.