Mind Way

20 Ιουλ. 2019

Περιστατικό από μια δίκη του 1956 

Το ανυπότακτο στοιχείο της αριστεράς είναι πριν απ’ όλα αισθητική του βίου των προοδευτικών ανθρώπων.

Ήταν κάπου στις αρχές του 1956, όταν ο συγγραφέας Μενέλαος Λουντέμης έχοντας ήδη περάσει οχτώ χρόνια στην εξορία για τις αριστερές του ιδέες, μεταφέρεται στην Αθήνα για να δικαστεί. Κατηγορείται για εσχάτη προδοσία, που επισύρει την ποινή του θανάτου, για όσα γράφει στο βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» και συγκεκριμένα στο διήγημα «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό». Η δίκη, όπως γίνεται κατανοητό, είναι πολύ σημαντική καθώς εκείνο που επιχειρείται να χειραγωγηθεί με τις κατηγορίες και το υπό κατηγορία πρόσωπο είναι το ανυπότακτο πνεύμα ελεύθερων συνειδήσεων, σε συνθήκες πραγματικής βίας σε βάρος των προοδευτικών πολιτών από το κράτος της μετεμφυλιακής δεξιάς.

Ανάμεσα στους μάρτυρες υπεράσπισης ο Κώστας Βάρναλης, ο κομμουνιστής ποιητής που προσέρχεται υπέρ του αγωνιστή συγγραφέα, δύο πρόσωπα δηλαδή, που ήταν εκείνα που πρωτοπόρησαν μετατρέποντας την υψηλή αισθητική σε όπλο της αριστεράς.     

Ο Βάρναλης είναι στο έδρανο του μάρτυρα και γίνεται ο παρακάτω διάλογος:

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: «Είναι ένοχος ο κατηγορούμενος;»

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Ένοχος; Όχι! Για να ‘ναι ένοχος ένας συγγραφέας πρέπει να δίνει αρνητικές απαντήσεις στις τρεις παρακάτω ερωτήσεις:

Πρώτον: Ζώντας σε μια κοινωνία αδικίας με ποιους θα πάει; Με τους αδικητές ή με τους αδικημένους;

Δεύτερο: Αν ο λαός πέσει στα δεσμά της τυραννίας με ποιους θα συνταχθεί; Με τον τυραγνισμένο ή με τον τύραννο;

Και τρίτο και τελευταίο: Αν η Πατρίδα πάει σ’ εθνική σκλαβιά ποιους θα βοηθήσει; Τους κατακτητές ή τους κατακτημένους; Δηλαδή με τους κιοτήδες θα πάει ή με τα παλικάρια;

Γνωρίζω τον κατηγορούμενο από έφηβο. Τον γνωρίζω σαν συγγραφέα, και σαν Έλληνα. Και σας δηλώνω κατηγορηματικά: Και στις τρεις ερωτήσεις ο κατηγορούμενος έδωσε αυτές τις απαντήσεις. Δεν είναι ένοχος».

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: «Εις ένα από τα υπό κατηγορίαν κείμενά του και συγκεκριμένα εις το υπό τον τίτλον “Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό” o συγγραφεύς –διά να σώσει την τρυφεράν Ειρηνούλαν από την βουλιμίαν των αφεντικών της- την παραδίδει εις τας χείρας των εργατών».

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Καλά κάνει».

ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Δε θα μπορούσε, έξαφνα, να την παραδώσει εις χείρας εκείνων οίτινες είναι εντεταλμένοι για την φρούρησιν της τιμής των…»

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Ποιανών. Των χωροφυλάκων;»

ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Βεβαίως».

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Όχι! Θα την πουλούσαν στο μπουρδέλο».

ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Κύριε Βάρναλη…»

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Τη γνώμη μου δε ζητήσατε; Τη γνώμη μου είπα. Ξέρω, εσείς έχετε άλλην γνώμη. Αλλά δεν είσθε σεις ο μάρτυρας».

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (διακόπτει): «Κύριε Βάρναλη, πιστεύετε πως ο κατηγορούμενος συμφωνεί με αυτό το είδος υπεράσπισης που του κάνετε;»

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Ρωτήστε τον εσείς. Αν συμφωνεί μαζί σας, τότε εγώ φεύγω».

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: «Τίποτε άλλο κ. Βάρναλη. Μπορείτε ν’ αποσυρθείτε».

ΒΑΡΝΑΛΗΣ (πριν φύγει από το εδρανο): «Κοιτάξτε μην τύχει και τον αθωώσετε “λόγω αμφιβολιών’”! Αν οι νόμοι σας καταδικάζουν αυτές τις αρετές καταδικάστε τον! Δεν έχει κανένα ελαφρυντικό. Κανένα! Σας το λέω εγώ!»

Όταν ρωτήθηκε σχετικά με τον τρόπο υπεράσπισής του, ο Λουντέμης φυσικά πήρε το μέρος του Βάρναλη.

Όταν ο Λουντέμης αναφάρθηκε το δράμα του παιδιού του την περίοδο που ο ίδιος βρισκόταν στη Μακρόνησο, ο πρόεδρος παρατήρησε: «Απορώ …πώς δεν υπογράψατε μια δήλωση για να σώσετε από τη δοκιμασία εσάς και το παιδί σας…».

Και ο Λουντέμης απάντησε: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να σταθεί ο άνθρωπος στα δυο του πόδια. Δεν θα τον γυρίσω πάλι πίσω, στα τέσσερα, εγώ!»

Για την ιστορία ο Λουντέμης καταδικάστηκε σε απαγόρευση κυκλοφορίας των βιβλίων του. Μετά τη δίκη αυτοεξορίστηκε στο Βουκουρέστι, ενώ η στρατιωτική δικτατορία του αφαίρεσε την ελληνική ιθαγένεια. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1976 και πέθανε το 1977.

(Την κατάθεση του Βάρναλη έχει περιγράψει ο ίδιος ο Λουντέμης στο βιβλίο του ''Ο Κονταρομάχος'')

(Με στοιχεία από διάφορες πηγές)

(Στη φωτογραφία αριστερά ο Βάρναλης και δεξιά ο Λουντέμης)

 

 

 

17 Ιουν. 2019

Η καθυστερημένη ρεβάνς του σοσιαλισμού

Οι πιο αγχίνοες αναγνώστες της φιλοσοφίας, αφού περάσουν από το πρώτο στάδιο της γνωριμίας μαζί της (δηλαδή υπερκεράσουν τον εντυπωσιασμό από τη σοφία του φιλοσόφου που μελετούν), σιγά-σιγά μετακινούνται από την αγωνία αν «είναι σωστή η θεωρία» της οποίας έγιναν κοινωνοί, στην αμφιβολία αν ο (κάθε) φιλόσοφος «έθεσε το σωστό ερώτημα», πριν αρχίσει να συγκροτεί την απάντησή του.

Φυσικά, η σκέψη δεν αστυνομεύεται από τους επιγόνους των σοφών, όσο κι αν  έχουν καλές προθέσεις όσοι έπονται. Ωστόσο, η πολύ πρώιμη για την ιστορία της φιλοσοφίας -αλλά απολύτως έκτοτε αξεπέραστη- αναφορά, δηλαδή η προειδοποίηση «εν οίδα ότι ουδέν οίδα», δεν ανέκοψε τη (φυσική;) ροπή της ανθρώπινης σκέψης να θέτει συνήθως το λάθος ερώτημα. Μ’ άλλα λόγια, αντί μετά το τέλος του δρόμου για τη σκέψη  ενός φιλοσόφου (δηλαδή μετά τον θάνατό του), να διαλύεται η «σχολή» και οι μαθητές να «χάνονται» στον αχνό της αμφιβολίας των πεποιθήσεων που και οι ίδιοι ασπάστηκαν, αφήνοντας το πρωτογενές ερέθισμα της επόμενης φιλοσοφικής σκέψης παρθένο και ανεπηρέαστο, οι μαθητές ξεχύνονται σε ομάδες «συνέχισης» της σκέψης του μέντορά τους (λες και μπορεί να υπάρξει τέτοια συνέχεια με τον ίδιον απόντα), είτε για την επιβεβαιώσουν είτε για να την αποδομήσουν. Κάπως έτσι τα λάθος ερωτήματα, αν ήταν εξ αρχής λάθος, διαιωνίζονταν παγιδεύοντας την ανθρώπινη σκέψη σ’ ένα αυτο-αναπαραγόμενο αδιέξοδο. 

Είναι σωστό το ερώτημα περί του Είναι και του Χρόνου, το μεταφυσικό ανθρώπινο δράμα της ανέκλητης αβεβαιότητας; Ή, μήπως, μας παγιδεύει οριστικά στο λάθος;   

Οι έξυπνες ντρίπλες του Φρόυντ να εμφανιστεί ως αντίπαλος του μεταφυσικού ερωτήματος και να ασχοληθεί με τις νοητικές τεχνικές που το θέτουν ως αναπόφευκτο μέρος της ανθρώπινης φύσης, δεν πέτυχαν να το εξαρθρώσουν. Αμφίβολο, κιόλας, αν επιζητούσαν κάτι τέτοιο. Όπως και να ‘ναι, όμως, μετά από 2 αιώνες εξαντλητικού διαλόγου ανάμεσα στους «υλιστές» και τους «ιδεαλιστές», σήμερα φαίνεται να τίθεται σε νέα βάση η φιλοσοφική προβληματική.

Αξίζει στο σημείο αυτό να εκθέσω τη γνώμη μου, ότι το «εν οίδα ότι ουδέν οίδα» για πολλούς αιώνες μετά την εκστόμισή του έκανε τη «δουλειά» του! Παρ’ ό,τι οι μαθητές του Σωκράτη δεν έλειψαν, όλοι είχαν μάλλον κατανοήσει ότι η διδαχή της οποίας είχαν την τύχη να γίνουν κοινωνοί, δεν επέτρεπε στο ηθικό επίπεδο, την προσπάθεια να συνεχιστεί η σκέψη του δασκάλου τους. Έτσι, έθεσαν εξ αρχής δικά τους, νέα ερωτήματα και προσπάθησαν να τα απαντήσουν, με μεγάλη επιτυχία μάλιστα μερικοί απ’ αυτούς.

Τούτη είναι η ευλογία της προειδοποίησης αυτής προς τον άνθρωπο (που με τον Σωκράτη τίθεται από τη Μιλησιακή σχολή και εντεύθεν για πρώτη φορά στο κέντρο της φιλοσοφικής σκέψης. Η ίδια η διατύπωση του φιλοσόφου που επικαλούμαι εδώ παραπέμπει στη διάκριση μεταξύ της ερμηνείας του κόσμου των προσωκρατικών ως αποτέλεσμα παρατήρησης των φυσικών φαινομένων, δηλαδή της εμπειρίας-αθροίσματος επαναλαμβανόμενων γεγονότων από τη μία, και τη «γνώση», από την άλλη, δηλαδή την πέρα  της παρατηρητικής λειτουργίας ερμηνευτική  αγωνία, που μόνον ο ανθρώπινος νους μπορεί να θέσει σε λειτουργία, και επιβεβαιώνει τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της σκέψης του Σωκράτη και της αγωνιώδους επιθυμία του να αποτρέψει το φαινόμενο «μετά απ’ αυτόν να μιλούν γι’ αυτόν» και κάθε άνθρωπος να αρχίσει «να μιλά» για τον εαυτό του). Αυτό, όμως, δεν διήρκεσε παρά μόνο μέχρι τη στιγμή που ο Χριστιανισμός εισβάλλει στην ανθρώπινη σκέψη και την υποτάσσει στη διδασκαλία του.

Δεν υπάρχει πρόθεση να αμφισβητηθεί εδώ η αγαθή προαίρεση του θρησκευτικού «ζητήματος», ως συμβολής σ’ έναν συνυπρακτικό ανθρώπινο ρόλο. Τουναντίον, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο Χριστιανισμός συνέβαλε στον εκπολιτισμό των σχέσεων μεταξύ ανθρώπων. Ωστόσο, αυτός ο εκπολιτισμός μετασχημάτισε την ανθρώπινη αγωνία απελευθέρωσης, από διεργασία εξατομικευμένης συνειδητοποίησης (δηλαδή ουσιώδη διαδρομή προς τη γνώση), σε συλλογική μέθοδο. Κι αυτό αναμφίβολα είναι μέτρο περιορισμού της ελευθερίας, ακόμη κι αν οι συνέπειές του προκύπτουν εκουσία (;) τη βουλήσει του «πιστού». Άλλωστε, ο ομολογιακός χαρακτήρας των θρησκειών από την εποχή του Ιερού Αυγουστίνου, δεν είναι άλλο από αυτο-εγκλωβισμός των «πιστών» στα όρια που το σύστημα πεποιθήσεων που ασπάζονται θέτει -κάτι σαν συρματόπλεγμα στο ξέφραγο αμπέλι του ανθρώπινου νου.

Οι ιδεαλιστικές περιπέτειες που έπονται, έκτοτε, με τον εσωτερικό καλλωπισμό και τους ενδότερους διακανονισμούς εντός του περιφραγμένου οικοπέδου ασχολούνται, και τίποτα περισσότερο.

Η αντιπαράθεση στον ιδεαλισμό που εκκινεί με το υποδόριο ερώτημα που θέτουν οι υλιστές εδώ και περίπου δύο αιώνες, δηλαδή το ερώτημα αν είναι δίκαιος και για όλους το ίδιο ο τρόπος οργάνωσής μας μέσα στο κοινωνικό «οικόπεδο» που καταφέραμε να «αποκτήσουμε» και ως ιδιοκτήτες του να διαχειριζόμαστε, είναι αυτό που συνιστά τον πλήρη ορισμό του όρου «επανάσταση», ως πολιτικού ορισμού στις μέρες μας. Δηλαδή, «επανάσταση» δεν είναι να κάνουμε δίκαιο τον κόσμο εντός του θρησκειο-κεντρικά οργανωμένου κοινωνικού «οικοπέδου» μας (ο οποίος εξ ιδρυτικής προαίρεσης δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι «δίκαιος» ως υποκείμενος στις συνέπειες της αδικίας των αυτο-περιορισμών που έχουμε συνομολογήσει όσοι συμβιώνουμε μέσα στο «χωράφι της Ιστορίας» των τελευταίων 15 αιώνων). Επανάσταση είναι να ρίξουμε τον φράχτη και να βαδίσουμε προς την ποιότητα αυτεπίγνωσης που θα έκανε τα κάγκελα του "οικοπέδου" αχρείαστα. Γι’ αυτό και -τελικά- ποτέ δεν ήταν «επανάσταση» του υπαρξιακού απελευθερωτικού βάθους την ανάγκη του οποίου αντιλαμβανόμαστε σήμερα, ο σοσιαλισμός, ως πολιτικό (και όχι ως φιλοσοφικό) κίνημα. Οι έκτυπες μορφές του (σοσιαλισμού) ως σύστημα αναδιοργανωτικών σκοπών επί το κοινωνικώς δικαιότερον εντός της «περίφραξης» που προανέφερα, πάσχουν, άλλωστε, επειδή με αναλογίες ιδεολογικού οργανωτισμού αποπειράθηκαν να χειριστούν τις μάζες τις οποίες διατείνονταν ότι σκόπευαν να χειραφετήσουν με τις γνωστές μοιραίες συνέπειες. 

Πριν μερικές παραγράφους, εδώ, είπα ότι «…σήμερα φαίνεται να τίθεται σε νέα βάση η φιλοσοφική προβληματική». Εννοώ, δηλαδή, ότι η Ιστορία με την εμπειρία πλέον των σοσιαλισμών «μίας χρήσεως», δηλαδή υλιστικών κατ’ αρχήν κινήτρων που εξετράπησαν σε ιδεαλισμό εσωτερικών αναδιοργανωτικών ορίων, θέτει το ερώτημα στην πραγματική του βάση. Δεν είναι τυχαίο ότι η ιδεαλιστική νεο-εγελιανή ματιά, αυτό που επιστρατεύει τις τελευταίες δεκαετίες και αποδίδει ως «αμάρτημα» στους υλιστές, είναι ότι υποτιμούν την εξατομικευμένη διαδικασία απελευθερωτικής ωρίμανσης του  ανθρώπου, μέσω της φυλάκισης του στους ιδεολογικούς και πολιτικούς εξισωτισμούς της σοσιαλιστικής επαγγελίας. Πώς να απελευθερωθείς ατομικά, αν είσαι μέλος μιας κοινωνικής συλλογικότητας, είναι το ερώτημα που εντέχνως θέτουν τον τελευταίο καιρό οι ιδεαλιστές, με την θρασύτητα που τους επιτρέπεται από την εμπεδωμένη επικράτηση του νεο-φιλελευθερισμού και της διεθνούς πολιτικής δεξιάς.   

Εδώ, όμως, βρίσκεται το μεγαλύτερο δόκανο που -ακουσίως, αλλ’ όχι τυχαία- έστησε η μαρξική φιλοσοφική προαίρεση στον ιδεαλισμό, τον μεγάλο αντίπαλό της: Με τον ατομισμό στο έπακρο τροφοδοτημένο ως δήθεν μέσου  προσωπικής απελευθέρωσης,  αλλά την ίδια ώρα παγιδευμένο ασφυκτικά στις δουλείες του καταναλωτισμού και της ψυχοσωματικής εξάρτησης που εκείνος συνεπάγεται, μόνο με συλλογική αντίδραση και αλληλοϋποστηρίξεις μπορεί να αποκτά νόημα η ίδια η επιζήτηση που εξατομικευμένου απελευθερωτικού προτάγματος. Το ζήτημα αποκτά δραματική εγκυρότητα, όταν -όπως συμβαίνει σήμερα- το αδιέξοδο αγγίζει ανοιχτά τα όρια της επερχόμενης γενικευμένης φυσικής και περιβαλλοντικής καταστροφής, δηλαδή δεν είναι μεταφυσικά αλλά πρακτικά υπαρξιακό για τον άνθρωπο.  

Σε τέτοιες συνθήκες, η ανανοηματοδότηση της «ιερής νομιμοποίησης» που ως σήμερα απένειμαν οι θρησκειολογικές εξουσίες στο μεταφυσικό ερώτημα μεταφέρει εκ των πραγμάτων τις ανθρώπινες απελευθερωτικές αγωνίες από την «ηθική» ατζέντα των ιδεαλιστών, στον υπαρξιακό προταγματικά επιβιωτικό «λόγο» των υλιστών.

Γι’ αυτό ο σοσιαλισμός (ως σύστημα ιδεών και όχι ως οικονομικό μοντέλο) είναι οι ελπίδες του μέλλοντός μας. Αρκεί να τις αποδαιμονοποιήσουμε και να τις σεβαστούμε.  

 

 

 

11 Μαϊ. 2019

Οδηγός χρήσης ανδρών για γυναίκες

ισαγωγικό σημείωμα επεξήγησης: Το παρόν είναι ίσως το πρώτο ανδρικό κείμενο στην ιστορία, αν και απευθύνεται στις γυναίκες. Δεν είναι βαρύγδουπο και ανόητα αυτοεπιβεβαιωτικό της αξίας του παρόντος κειμένου να το χαρακτηρίζω έτσι, ωθούμενος από κάποια ανθρώπινη και -πιθανώς γι’ αυτό- ανόητη πρόθεση να πάρω λίγο απ’ την «ιστορικότητά» του. Οι άνδρες πάντα ήταν καταδικασμένοι να γράφουν για όλους και μόνο οι γυναίκες διεκδίκησαν και μπόρεσαν να κερδίσουν το δικαίωμα της λογοτεχνίας του φύλου τους. Απλώς νομίζω, λοιπόν, πως οφείλω την ειλικρίνεια στις γυναίκες να ξέρουν κάτι που οι άνδρες ποτέ δεν θα τους το ομολογούσαν και από καταβολής τους το κρύβουν. Αφήνοντας κατά μέρος την καθόλου αβάσιμη εκδοχή ότι οι γυναίκες αυτά τα ξέρουν όλα από την αρχή –εδώ μιλάμε μόνο για το πως το βλέπουν οι άνδρες…)

Τις γυναίκες οι άντρες, αν τους ενδιαφέρει στην πραγματικότητα μία απ’ αυτές, θέλουν είτε να τις αγαπήσουν είτε να τις γαμήσουν. Δεν υπάρχει άλλη, τρίτη, ματιά. Ούτε καν κάποιος συνδυασμός των δύο υπάρχει.

Φυσικά, μιλώντας γι’ αυτό ως τεράστια γενίκευση, νομίζω είναι καθαρό πως ο κανόνας της δισκελούς αυτής περιγραφής, προσωποποιείται απολύτως στον κάθε άνδρα ξεχωριστά.      

Επίσης, είναι αλήθεια πως συχνά αλλιώς ξεκίνησε ο ένας άνδρας να βλέπει μια γυναίκα και κατέληξε στην άλλη μεριά. Την είδε και ήθελε να τη γαμήσει, κι όταν και αφού τα κατάφερε, την αγάπησε (Ας είμαστε ειλικρινείς, αυτό είναι και το συνηθέστερο ενδεχόμενο στις περιπτώσεις αντιμετάθεσης της αρχικής ανδρικής ματιάς σε μια γυναίκα). Το σκηνικό των ανδρών που ήθελαν στην αρχή να την αγαπήσουν και στο τέλος μόνο την γαμούσαν, σπανίζει. Ακόμη, όμως, και σε τέτοιες αλλαγές της ανδρικής στάσης, το ένα από τα δύο θα κυριαρχεί.  

Και διευκρινίζω πως μ’ όλ’ αυτά, δεν αναφέρομαι σε άλλα τριτογενή στοιχεία και συνθήκες που πατάνε πάνω στην ανδρική προσέγγιση σε μια γυναίκα και την επηρεάζουν. Αίφνης, η ηλικία! Γερνάς και δεν μπορείς πια να γαμήσεις και βολεύεσαι στη σκέψη ότι τη γυναίκα που ήθελες στη ζωή σου να καβαλικεύεις ατελείωτα, τώρα την αγαπάς. Και έχει αλλάξει και η εικόνα της λόγω του γήρατος, ώστε να μην την θέλεις πια για τον ίδιον λόγο που την ήθελες και έζησες μαζί της, κάτι που έρχεται να «κολλήσει» νομιμοποιητικά στην αγάπη αυτής της κατηγορίας -καθόλου ασήμαντη, κατά τα άλλα, ουδεμία όμως σχέση έχουσα με ό,τι συζητάμε. Εδώ, μιλάμε για το κεντρικό σκηνικό της ιστορίας μιας ανδρικής επιθυμίας για μια γυναίκα. Όχι για τα συμπαρομαρτούντα και παρεμπίπτοντα.

Γι’ αυτό και όταν προχωρήσει η ιστορία και ένας άνδρας και μια γυναίκα βρεθούν μαζί (προσοχή υπενθυμίζω πως εδώ δεν μιλάμε για τη θηλυκή επέλευση στο ζεύγος), η δικαίωση της σχέσης για μας τους άνδρες επέρχεται μόνον όταν μαζί της κάνεις αυτό για το οποίο πραγματικά την επέλεξες, είτε το ένα είτε το άλλο. Έχω την εντύπωση ότι όλοι οι άνδρες γνωρίζουν καλά γιατί είναι εκεί, σ’ όλες τις περιπτώσεις, και ανεξαρτήτως άλλων στοιχείων, όπως π.χ. η ευφυΐα. Ίσως, άλλωστε, είναι και το μόνο που τελικά γνωρίζουν οι άνδρες για μια γυναίκα…

Θέλω εδώ να τονίσω -αν είναι δικαιολογία, αιτιολογία πάντως σίγουρα είναι- ότι η βλακώδης ανδρική ψευδαίσθηση ότι έχουμε εμείς τα αρσενικά τον έλεγχο στις σχέσεις με τη γυναίκα που επιλέξαμε, είναι το σύμπτωμα του γενικού φαινομένου στην ανθρώπινη συμπεριφορά, ότι η ανασφάλεια των ατελειών του ισχυρού παράγοντα καλύπτεται κατά κανόνα με την ενάσκηση εξουσίας επί των άλλων. Για το συγκεκριμένο θέμα που κουβεντιάζουμε, η ίδια η προσχώρηση του άνδρα στην ομολογία μέσα του για το τί πραγματικά θέλει από μια γυναίκα, να την γαμήσει ή να την αγαπήσει, είναι πράξη παράδοσης μέρους της εξουσίας του στη σύντροφό του. Ίσως γι’ αυτό κάποιες φορές μερικοί άνδρες θυμώνουν τόσο πολύ με μια γυναίκα.

Πρέπει ακόμη να πω, πάντα για τις φίλες γυναίκες, ότι υπάρχουν  άνδρες που έχουν γεννηθεί για το ένα και άνδρες που έχουν γεννηθεί για το άλλο. Το αν το ξέρουν αυτό (όλοι) οι άνδρες, άλλη συζήτηση. Είπαμε από την αρχή ότι οι άνδρες ξέρουν από μια γυναίκα τί απ’ τα δύο θέλουν να κάνουν μαζί της. Δεν είπαμε ότι ξέρουν ποιο πράγμα από τα δύο έχουν γεννηθεί να κάνουν καλά. Πάλι εδώ κάποιος συνδυασμός των δύο, δηλαδή να έχει γεννηθεί, κάπου, κάποτε, ένας άνδρας, το τέλειο δείγμα, είναι προϊόν φαντασίας, ένα φάντασμα. Και το αν οι γυναίκες θα πάψουν ποτέ να αναζητούν αυτό το φάντασμα, επίσης άλλη συζήτηση, στην οποία δεν επιθυμώ να αναφερθώ, γιατί αν το έκανα θα έπαυε αυτό να ήταν ένα ανδρικό κείμενο.  

Και τί γίνεται με τις περιπτώσεις ανδρών που κυνηγάνε πολλές γυναίκες ταυτόχρονα; Η ανδρική απιστία που χωράει εδώ; Μπορεί ένας άνδρας να θέλει να γαμήσει πολλές γυναίκες ταυτοχρόνως ή να θέλει να αγαπήσει  μαζί πολλές γυναίκες; Μη μπερδευόμαστε!  Αυτές οι συνηθέστατες ανδρικές συμπεριφορές δεν ανάγονται το θέμα μας. Άνδρες που δρουν έτσι στις σχέσεις τους με γυναίκες, άλλες ανάγκες τους επιδιώκουν να ικανοποιήσουν. Τη βουλιμία του ανικανοποίητου. Την εκδίκηση από ζήλια. Την ανασφαλή προσπάθεια αναζήτησης της εναλλακτικής επιζήτησης της γυναίκας που πραγματικά ανακάλυψες ότι θέλεις να γαμήσεις ή ν’ αγαπήσεις, δηλαδή την αναγνώριση ότι έκανες λάθος στη γυναίκα που ως τώρα νόμιζες ότι ήθελες πραγματικά μαζί της να κάνεις είτε το ένα είτε το άλλο.     

Υπάρχουν και οι περιπτώσεις του οne night stand. Τί συμβαίνει εδώ; Είναι μια άστοχη ερώτηση. Γιατί; Διότι, η «τυχαιότητα» της συνάντησης υπονομεύει εξ αφετηρίας την ανακάλυψη αυτού που προσπαθούμε να ανακαλύψουμε στο συγκεκριμένο θέμα μας. Αν πραγματικά θέλει κάτι ένας άνδρας από μια γυναίκα, το ένα ή το άλλο, όπως είπαμε, ποτέ δεν θα μπορούσε να το επιδιώκει προδιαγράφοντας τη βεβαιότητα ότι μετά απ’ αυτή τη μοναδική συνάντηση μαζί της, δεν θα την ξαναδεί ποτέ. Αν ένας άνδρας ξεκίνησε απλά για μια μοναδική συνεύρεση με μια γυναίκα, αλλά στην εξέλιξη του άρεσε και άρχισε να προβληματίζεται μήπως την θέλει για κάτι περισσότερο, επειδή θέλει να την ξαναγαμήσει ή επειδή θέλει να την αγαπήσει, τότε παύει να είναι οne night stand, ακόμη κι αν δεν την ξαναδεί ποτέ άλλοτε. Το τι θέλουν οι γυναίκες από ένα τέτοιο προσχεδιασμένο καθ’ ομολογία περιστατικό ενός οne night stand, δεν είναι στις αρμοδιότητες του παρόντος κειμένου να θέσει.    

Ένας άνδρας, τελικά, είναι άνδρας απέναντι σε μια γυναίκα όταν αποκαλύπτει και διεκδικεί στη γυναίκα της επιλογής του εκείνο που πραγματικά θέλει από εκείνη. Το ένα ή το άλλο. Οφείλει, μάλιστα, αυτό που επιζητεί να το διεκδικήσει μέχρι τέλους. Και είτε να το πάρει είτε να αποσυρθεί. Δοκιμαστικές ενδιάμεσες στιγμές προς επίρρωση του ότι επέλεξε σωστά είναι φυσικά ανεκτές. Δικαίωμα στο λάθος έχουν όλοι και καλό είναι -όποτε ένα λάθος διαπιστώνεται- να ξεμπερδεύουμε το γρηγορότερο μαζί του.         

Γράφοντας αυτά, καταλήγω με τη σκέψη ότι οι γυναίκες ξέρετε από την αρχή τί πραγματικά θέλει από σας ένας άνδρας που σας επέλεξε, για το ένα ή για το άλλο.

Δεν το ξέρω μετά βεβαιότητος, και δεν θα υπερασπιστώ την άποψη. Μια σκέψη μου ήταν…

(Υγ.: Συγχωρήστε μου ότι σε κάποια σημεία του κειμένου χρησιμοποίησα δεύτερο πρόσωπο. Προτείνω να το δεχτείτε αυτό ως ένδειξη ότι ήταν ένα βιωματικό κείμενο. Σας ευχαριστώ)