Mind Way

23 Φεβ. 2020

H αποχώρηση των ποιητών

Οι θάνατοι των ποιητών μας αθροίζονται στο γύρισμα σελίδας της εποχής μας. Η απώλειά τους σηματοδοτεί όλο και λιγότερο δημόσιο αισθητικό λόγο «επί χάρτου», παράγοντας την αμηχανία της αγωνίας, που ήδη είναι επί τάπητος, εάν και κατά πόσον τα κείμενα των κοινωνικών δικτύων μπορούν να παράγουν ανάλογης έντασης και βάθους συγκινήσεις με την έντυπη μεταφορά στίχων. Το τελευταίο ποιητικό βιβλίο στο ράφι δεν θα πάψει να υφίσταται επειδή θα αποσαθρωθεί η χάρτινη υπόστασή του, αλλά επειδή δεν θα υπάρχει πια ούτε ένας αναγνώστης να το ξεφυλλίσει.

Πρακτικά, ο χαμός ενός ποιητή εξάπαντος διαμηνύει το τέλος μιας ανθρώπινης  φωνής με αυξημένο ειδικό βάρος στα αισθητικά προτάγματα κάθε εποχής. Άρα είναι ένα πλήγμα στον Πολιτισμό. Ταυτόχρονα, η ίδια απώλεια κομίζει το τέλος μιας μοναδικής μεθόδου ενσωμάτωσης των πραγμάτων στο εξατομικευμένο αισθητικό πεδίο του ποιητή που έφυγε, η οποία μέθοδος πια δεν θα επανεμφανιστεί ποτέ, όσοι κι αν διεκδικήσουν την ιδιότητα του «μαθητή» του.

Κυρίως, όμως, εκείνο που δημιουργεί τη μεγαλύτερη χασούρα για τον Πολιτισμό όλων μας είναι ο επίλογος σε μια «μοναδική έκφραση», που δεν θα επαναληφθεί ποτέ άλλοτε, δηλαδή μια αποκλειστική τέχνη εξωτερίκευσης όσων συμβαίνουν «εντός» του ποιητή. Και στην ποίηση το σημείο αυτό δείχνει να περιγράφει και τα κρίσιμο σημείο διάκρισης του ποιητικού λόγου από όλα τα άλλα εκφραστικά μέσα που συνθέτουν τον κόσμο των Τεχνών. Ίσως γι’ αυτό οι ποιητές πεθαίνουν με τον δικό τους τρόπο, λες και την ώρα που αφήνουν πίσω την ανάσα τους γράφουν και τον τελευταίο στίχο τους.     

Νομίζω πως αυτό πρέπει να το εξηγήσω λίγο περισσότερο! Ο μουσικός έχει όπλο του τις νότες, ο ζωγράφος τον χρωστήρα και ο γλύπτης τη σμίλη. Δηλαδή, τα όπλα τους εντοπίζονται αμέσως.  Ο ποιητής τί έχει; Τις λέξεις ή τα νοήματά τους, όπως μόνον ο ίδιος τις αισθάνεται, αν και συνιστούν αρθρωμένο σύστημα επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων; Δεν το γνωρίζω! Και νομίζω δεν θα καταλήξω ποτέ τί απ’ τα δύο είναι το εκφραστικό μέσο του ποιητή.

Φυσικά, ο μουσικός εκτός από τις νότες έχει και το πλήκτρο, τη χορδή ή το δοξάρι, ως υλικά μέσα αποτύπωσης της νότας. Ο ζωγράφος έχει τα χρώματα, ως πεδίο εκφραστικής απογείωσης του υλικού στοιχείου, που διαπραγματεύεται με τον χρωστήρα. Και ο γλύπτης έχει το υλικό του, το μάρμαρο, το μέταλο ή το γυαλί, που μεταμορφώνει από άψυχο υλικό σε δέσμη νοημάτων. Αυτές οι διαφορές μεταξύ «μέσου» και «υλικού» διακρίνονται διά γυμνού οφθαλμού. Στην ποίηση είναι νομίζω απροσδιόρστο ποιό είναι το «υλικό» και ποιό είναι το «μέσο». Για να το πώ με μια μεταφορά, κοντινότερο απ’ όλα στην ποίηση θεωρώ ένα πνευστό. Όπου δυσκολεύεσαι να διακρίνεις εάν η ανάσα που εξέρχεται είναι που παράγει το Έργο, ή είναι η διαμεσολάβηση διαχείρισης της ανάσας.

Σε μια άλλη μεταφορά θέλω επίσης να επισημάνω ότι με τον προδιαγραφόμενο θάνατο της ποίησης «επί χάρτου», προκύπτει ένας ακόμη παραλληλισμός: Όπως με την τηλεόραση ο κινηματογράφος ποτέ δεν θα είναι πια ο ίδιος, νομίζω πως το διαδίκτυο αλλάζει την ποίηση. Είναι ακριβώς αυτή η αίσθηση ότι οι στίχοι διαθέτουν πια στην εποχή μας πρόσβαση σ’ ένα μέσο  παγκόσμιας εμβέλειας, αν και η ποίηση δεν υπάρχει παρά μόνο ως προσωπικό αισθητικό γεγονός, είτε του ποιητή είτε του αναγνώστη του.

Κι έτσι κάπως ένα σαββατόβραδο γίνεται η μετάβαση ενός αναγνώστη στη νέα πραγματικότητα, όπου πια η Κική Δημουλά δεν είναι πια εδώ. Όπως πριν λίγο καιρό δεν κάποιο βράδυ δεν ήταν πια εκεί ο Νάνος  Βαλωρίτης και η Κατερίνα Αγγλάκη-Ρουκ. Δεν είναι πως ό,τι έγραψαν χάθηκε. Είναι πως δεν θα ξαναγράψουν. 

 

 

 

7 Ιαν. 2020

Λογοτεχνική μαλαφράντζα

Νόμιζα δεν θα χρειαζόταν… Αλλά δυστυχώς η ζημία είναι μεγάλη και μάλλον ανήκεστη.

Αναγκάζομαι, λοιπόν, να εξηγήσω -και λυπούμαι γι’ αυτό- ότι ο απαρασάλευτος συντηρητισμός (πολιτικός και κοινωνικός) και η εντρύφηση τόσο καιρό και με τόσο δεξιό τρόπο στην πολιτική, ιδίως από εκείνους που νωρίτερα είχαν βιώσει την ανατρεπτική ισχύ και τον δημιουργικό ρόλο των προοδευτικών κινημάτων λαϊκής βάσης στις σημερινές κοινωνίες (κι εδώ μιλάμε για την ελληνική), έχει καταλήξει να είναι γι’ αυτούς το κεντρικό μοτίβο πρόσληψης, κατανόησης και εγκόλπωσης των συμβαινόντων στη δημόσια σφαίρα, καθώς και ο καμβάς της τρέχουσας πολιτικής στάσης τους απέναντι στις εξελίξεις των καιρών.         

Διάβασαν αυτές τις μέρες όλοι αυτοί το κείμενο του λογοτέχνη για τον Θάνο Μικρούτσικο και αισθάνθηκαν την ανάγκη να τον υπερασπιστούν (τον λογοτέχνη, όχι τον συνθέτη), διότι, λέει, δεν είπε τίποτα κακό (ο λογοτέχνης) για τον Μικρούτσικο. Αντίθετα, λένε, καλά λόγια είπε (πάντα ο λογοτέχνης) για τη μουσική του (συνθέτη).

Εδώ, όμως, είτε εξ αγνοίας, είτε εξ επιλογής, παραβλέπεται ότι αξιολογική αναφορά στο έργο ενός καλλιτέχνη, όσον αφορά στην κοινωνική επίδραση που άσκησε, είναι και η ουσιώδης αποτίμησή του. Ιδίως αυτό ισχύει,  εάν την απόπειρα αξιολόγησης του καλλιτέχνη επιχειρεί ένας λογοτέχνης, δηλαδή ένα πρόσωπο, παρατηρητής βάθους της αισθητικής των πραγμάτων στη δημόσια σφαίρα, ικανός και αρμόδιος -ως εκ της λογοτεχνικής ιδιότητάς του- να διακρίνει την πολιτισμική επιρροή ενός καλλιτεχνικού έργου στον κόσμο και τους ανθρώπους. Γιατί αν ο λογοτέχνης τελικά μίλησε για τη βαρβαρότητα των λαϊκών  προσλαμβανουσών σ’ ένα καλλιτεχνικό έργο, τότε δεν ήταν ό,τι έγραψε ένα κείμενο αξιολόγησης ενός δημιουργού, αλλά ήταν ένα κείμενο με προσαρμοσμένο στις πεποιθήσεις του συμπερασματικό αφήγημα που αφορά σε πολιτικές, και όχι αισθητικές, οριοθετήσεις. Μ’ άλλα λόγια, το έργο ενός καλλιτέχνη που έφυγε και μιλάμε γι’ αυτόν όλοι εμείς που μείναμε πίσω, για τον λογοτέχνη δεν ήταν παρά το βολικό εφαλτήριο να εκφωνήσει ένα πολιτικό λογύδριο και σε καμιά περίπτωση δεν ήταν να αποτιμήσει τον δημιουργό που -υποτίθεται- αξιολόγησε.

Η αήθεια αυτή, εκτός από αισθητική και πολιτιστική προσβολή στο έργο του εκλιπόντα δημιουργού, υποφέρει και στο συμπερασματικό επίπεδο –και τούτο είναι και λογικό, εφόσον το κίνητρο του λογοτέχνη αποδεικνύεται πως ήταν άλλο από εκείνο που προσήκει στον δημόσιο ρόλο του: Είναι λογοτέχνης και όχι υπηρέτης πολιτικών αφεντάδων! Και είναι τόσο επιφανειακή (και για τον λόγο αυτόν τόσο αναρμοδίως  σχετιζόμενη με την αξιολόγηση αυτή καθ’ αυτή), ώστε καταλήγει και στην αυτο-υπονομευτική για τον λογοτέχνη κατάντια, να μη μπορεί να διακρίνει (αν και λογοτέχνης, κι αυτή θα ήταν η δουλειά του) το στοιχείο της γνησιότητας ενός λαϊκού ξεσπάσματος σε κατάσταση γενικευμένης ευωχίας. «Ποινικοποιώντας» τελικά το ξέσπασμα αυτό ως πολιτισμικά ανοίκεια αντιμετώπιση ενός καλλιτεχνικού έργου, αντί να συνομολογήσει ότι ο δημιουργός εδώ (ο Μικρούτσικος εν προκειμένω) αυτό που επιτυγχάνει είναι να μπορεί να γεννά ευκαιρίες πρόσβασης στο έργο του προς κοινά κατ’ αρχήν μη επιδεχόμενα τέτοια συσχέτιση συναισθημάτων. Είναι περίπου η ίδια αήθεια (και φυσικά -όχι συμπτωματικά- από τις ίδιες πολιτικές αφετηρίες, ανεξάρτητα αν τις εκπροσωπούν πολιτικά υποκείμενα ή κάποιος λογοτέχνης, όπως στην περίπτωσή μας) με την απαξία που εξεδήλωναν «πνευματικοί άνθρωποι» για την αγάπη του Ανδρέα Παπανδρέου στη Ρίτα Σακελλαρίου, λες και ένας πολιτικός ηγέτης εγνωσμένου επιστημονικού και εν γένει δημόσιου κύρους, δεν θα έπρεπε να έχει πρόσβαση σε λαϊκά έργα, ή, κι αν είχε, δεν θα «έπρεπε» να του αρέσουν και να τον συγκινούν. Και είναι η ίδια αήθεια, διότι όπως τότε πολιτικά ήταν τα κίνητρα στοχευμένης απαξίωσης του πολιτικού ηγέτη, έτσι και σήμερα πολιτικά είναι τα κίνητρα απαξίωσης του κοινωνικού, αισθητικού και τελικά πολιτικού πλαισίου που υπήρξε το έναυσμα έμπνευσης  του Μικρούτσικου: Η αριστερά!

Ένα ακόμη παράδειγμα μ’ έναν άλλον συνθέτη της αριστεράς: Αναλογιστείτε, πόσο ξενέρωτος εκ του αποτελέσματος είναι ο λογοτέχνης εκείνος (κι αν είναι τελικά λογοτέχνης), ο οποίος δεν καταλαβαίνει (ουδέ καν το διανοείται) ότι το στα «Στα περβόλια, μες στους ανθισμένους κήπους» του Μίκη, αν είναι να χορευτεί, μόνο ως ένα μερακλωμένο ζεϊμπέκικο γίνεται να χορευτεί! Πώς ένας λογοτέχνης θα τολμούσε ποτέ να αποτιμήσει το αποτύπωμα του συγκεκριμένου μερακλωμένου ζεϊμπέκικου ως κοινωνικό παράδειγμα προς αποφυγή, χωρίς να δεχτεί ένα πανίσχυρο πλήγμα αξιοπιστίας η οιονεί θαυμάσια πένα του; Και τηρουμένων των αναλογιών, όσοι χόρεψαν τη δεκαετία του 1960 εν θερμώ και με λαϊκό τρόπο «Τα περβόλια» (το τραγούδι κυκλοφόρησε το 1962), περίπου ευθύνονται με τον ίδιο τρόπο προσέγγισης της σκέψης του λογοτέχνη, …για την επέλευση της χούντας λίγα χρόνια αργότερα.

…Όμως, ο λογοτέχνης λέει και σκαστά ψέματα!

Γράφει: «…Ο Θάνος Μικρούτσικος βροντούσε το πιάνο φορώντας κασκέτο καπετάνιου και το κοινό μύριζε στα σινιέ του ρούχα το ψαρόλαδο. Όταν πάλι άλλαζε σκοπό και τραγουδούσε «έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη!», οι αποκάτω αφηνίαζαν, έτοιμοι έμοιαζαν να ξεπαρκάρουν τα τσερόκι τους και να πάνε να ανατρέψουν τον καπιταλισμό. Μιλάμε για μαζική παραίσθηση, η οποία οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στη χρεοκοπία όχι μόνο του κράτους αλλά και της κοινωνίας».

Ηθικό δίδαγμα: Αυτά τα συναισθήματα γεννούσε ο καλλιτέχνης στο πόπολο! Κι αν τα ανεχόταν χωρίς να τα συμμερίζεται (γιατί -υποτίθεται- ο λογοτέχνης στο κείμενό του χαράσσει γραμμή διάκρισης του καλλιτεχνικού έργου από τον τρόπο υποδοχής του), είναι τοις πράγμασι και ο ίδιος ο Μικρούτσικος συνειδητό μέρος της βαρβαρότητας που αποδίδει ο λογοτέχνης στους «κάφρους» λαϊκούς θαυμαστές του έργου του.

Γιατί εδώ έχουμε να κάνουμε με δύο έργα του συνθέτη, τα «Πολιτικά τραγούδια», που κυκλοφόρησε το 1975, και τον «Σταυρό του Νότου», που κυκλοφόρησε το 1979. Διερωτώμαι: Είδε πουθενά ο λογοτέχνης εκείνα τα χρόνια τα τσερόκι να εκστρατεύουν κατά του καπιταλισμού, όπως λέει; Γιατί εγώ από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 τα είδα και αφού η τερατική μετάσταση του πολιτικού συντηρητισμού στο μαζικό λαϊκό υποκείμενο -ξεκάθαρα αριστερό- που νωρίτερα άλλαξε πολιτικά την Ελλάδα, είχε ήδη επισυμβεί.

Εκτός κι αν ο λογοτέχνης αντιλαμβάνεται την πολιτιστική επίδραση του έργου του Μικρούτσικου, ως μια αισθητική δηλητηρίαση αργής εκδήλωσης των συμπτωμάτων της. Και λες και θα μπορούσε κάτι τέτοιο να είναι «καλά λόγια» για τον συνθέτη!

Τέλος, εκτός απ’ όλες αυτές τις αήθειες του λογοτέχνη κατά του συνθέτη, υπάρχει και μια πελώρια πρακτική αντίφαση σε όσα έγραψε: Αποδίδει το «φαινόμενο των τσερόκι» σ’ εκείνους που πολιτικά το αντιστρατεύονταν! Kαι ο γραφιάς που το κάνει αυτό (γιατί, το ξεκαθαρίσαμε πιο πριν αυτό, δεν πρόκειται περί κειμένου λογοτέχνη, αλλά περί πολιτικού φιλιππικού κατά της αριστεράς), προέρχεται ηθικά και ως δημόσια στάση  ακριβώς από την κοινωνική, αισθητική και πολιτική γενιά των παραγωγών  του «φαινομένου των τσερόκι». Μόνον που η γενιά του κατέφαγε το πολιτικό κεφάλαιο που συσσώρευσε η χώρα τη δεκαετία του 1980 και δεν μπορεί πλέον να κατανείμει όσα τσερόκι υποσχέθηκε στην εποχή του σημερινού μεσοαταξίτη ψηφοφόρου του Κυριάκου Μητσοτάκη. Κι έτσι, αναγκάζεται να  διαστρέφει για μιαν ακόμη φορά συνειδητότατα τα ολοφάνερα αίτια της ελληνικής κατάρρευσης του 2010, από την διαπιστωμένη συστημική αστοχία, στις ευθύνες …όσων χόρευαν στους ήχους «του Ρίο τη μαλαφράντζα». (…και να’ ταν και ζεϊμπέκικο το δύσμοιρο το τραγούδι…)  

Κι ακόμη χειρότερος ο εξευτελισμός για όσους υπερασπίζονται τον πολιτικό γραφιά, με αναφορές ότι δήθεν εκείνος ο καημένος είπε “καλά λόγια” κι όσοι αντιδρούμε στην βαρύτατη αισθητική, πολιτιστική, ηθική και τελικά ακόμη και βαθύτατα πολιτική προσβολή σε βάρος του Μικρούτσικου μετά θάνατον, είμαστε εμείς «η φυλή των τσερόκι» και δεν είναι οι εκπρόσωποι του γελοίου φαινομένου των γιάπηδων (σήμερα ανατιτλοφορημένου ως «αριστεία»). Ανάμεσα τους και ο «λογοτέχνης»!                        

Φυσικά,  ένας λογοτέχνης δικαιούται απολύτως να κάνει πολιτική! Αυτό δα έλειπε να του πούμε εμείς τί θα λέει και πώς θα το λέει. Εκείνο που δεν δικαιούται, όμως, είναι τόσο απροκάλυπτα να χρησιμοποιεί τη λογοτεχνική «ιδιότητά» του για να κάνει πολιτική. Κι αν το κάνει δεν είναι μόνο κακή πολιτική, είναι και ανέντιμη λογοτεχνία.

 

 

 

6 Νοε. 2019

Περί κανονικότητας και δημοκρατίας

Νοικοκυροσύνη και κανονικότητα αναμφίβολα πάνε μαζί! Θα προσέθετα ότι η νοικοκυροσύνη είναι θεμέλιο της κανονικότητας, άνευ της οποίας όλα καταλύονται και μεταβάλλονται  σε έρμαιο των μη κανονικών, καταστάσεων, πράξεων και προσώπων, που σκοπεύουν να ανατρέψουν την ισχύουσα κανονικότητα.

Εσχάτως και η έννοια της αριστείας έχει αναγορευτεί αναπόσπαστο μέρος της νοικοκυροσύνης, ως καίριο συμβολικά και πρακτικά σημείο επιβράβευσης όσων διακρίνονται στον αγώνα υπέρ κανονικότητας και νοικοκυροσύνης.

Καλά όλ’ αυτά! Βάσει αυτών εικάζω, όμως, κανονικότητα ήταν η αποικιοκρατία. Και νοικοκύρηδες ήταν οι αποικιοκράτες. Κανονικότητα ήταν η σκλαβιά των μαύρων στις ΗΠΑ και μη κανονικοί ήταν όσοι εξεγέρθηκαν για την κατάργησή της. Στη γαλλική επανάσταση ασφαλώς δεν απαρτιζόταν από νοικοκυραίους ο όχλος που κατέλαβε τη Βαστίλη. Στην οκτωβριανή επανάσταση βρωμιάρηδες αντικανονικοί τύποι με τα δικράνια έδιωξαν τους Ρομανόφ. Οι οπλισμένοι με λιανοτούφεκα σύντροφοι του Φιντέλ και του Τσε στην Κούβα, είναι ολοφάνερο πως δεν συγκαταλέγονταν στους νοικοκυραίους της χώρας. Και το 1821 οι κλέφτες και οι αρματωλοί αντικανονικά επαναστάτησαν.

Πρόκειται δηλαδή για μια συζήτηση άνευ νοήματος, που αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο να εκθέσει τη μία πλευρά της αφήγησης των εξελίξεων ως ορθή και «κανονική». Οι άλλες αφηγήσεις, εξοβελίζονται εντέχνως σε μια κατάσταση οιονεί παρανομίας, την αποκατάσταση της οποίας οι αρμόδιοι προς τούτο μηχανισμοί είναι επιφορτισμένοι με την ευθύνη να καταστείλουν για να αποκατασταθεί η τάξη (άλλη μία συνεπαγωγή έννοια με την κανονικότητα και την νοικοκυροσύνη που κουβεντιάζουμε εδώ).   

Ας το δούμε πιο προσεκτικά!

Κατ’ αρχάς να ξεκαθαρίσουμε ότι κανονικότητα (εκ του «κανόνας») στην πολιτική είναι έννοια που δεν είναι νοητή παρά μόνο σε συνάρτηση με κάποια πολιτική εξουσία, η οποία και καθορίζει εκείνη τα θεμιτά και τα αθέμιτα όρια των δημόσιων συμπεριφορών και θέτει τους κανόνες. Και στο πλαίσιο αυτών των ορίων επιλέγει έκαστος εκ των πολιτών να ενταχθεί στη συμπαθή τάξη των νοικοκυραίων, ή να καταστεί «αντι-κανονικός».

Ένα παράδειγμα: Ένας υπουργός προσδιόρισε πρόσφατα ως μέρος της κανονικότητας να δωροδοκείται δυνητικά από μια ιδιωτική φαρμακευτική εταιρεία ένα πολιτικό πρόσωπο με καίρια θέση στις διαδικασίας λήψης των αποφάσεων του κράτους που αφορούν στην πολιτική φαρμάκου, επειδή οι φαρμακευτικές εταιρείες σώζουν ζωές. (Δεδομένου ότι καμιά αποστασιοποίηση του πρωθυπουργού και του κυβερνώντος κόμματος από τη θέση αυτή δεν έχει ακολουθήσει, είναι σαφές ότι  μέρος της κανονικότητας καθίσταται πλέον η πρακτική δωροδοκίας πολιτικών προσώπων από φαρμακευτικές εταιρείες για να κάνουν αυτές οι εταιρείες τη δουλειά τους). Συνεπάγωγα, ως «νοικοκύρης» μπορεί να λογίζεται πλέον μια φαρμακευτική εταιρεία που δωροδοκεί πολιτικούς, επειδή κατά τα άλλα κάνει τη δουλειά της.

Έτσι, ίσως μπορεί να εξηγηθεί και να κατανοηθεί εύκολα πως είναι δυνατό μια φαρμακευτική εταιρεία που ενδεχομένως δωροδόκησε πολιτικά πρόσωπα να θεωρείται μέρος μιας θεμιτής γκάμας εταιρικών πρακτικών, ενώ όποιος θεωρεί ότι αυτό δεν είναι θεμιτό και πρέπει να διερευνηθεί ακόμη και ως υπόθεση ποινικού ενδιαφέροντος να θεωρείται κάτι το αντικανονικό, προσδίδοντας του ακόμη και το ψόγο της σκευωρίας για την αμφισβήτηση της τεθειμένης και ισχύουσας κανονικότητας.

Φυσικά είναι τραγικό να αντιλαμβανόμαστε λέγοντας αυτά τα πράγματα ότι δεν κάνουμε αστεϊσμούς εδώ, αλλά αναφερόμαστε σε απολύτως πραγματικά περιστατικά, και επί συγκεκριμένων κομμάτων, προσώπων, δηλώσεων και γεγονότων.

Μιας και τα λέμε αυτά, όμως, να προσθέσω ότι η εξουσία στην πολιτική δεν συμπίπτει με τη διακυβέρνηση. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις, όποτε οι αντικανονικοί και όσοι δεν συγκαταλέγονται στους νοικοκύρηδες τύχει να κυβερνήσουν εκείνοι (φυσικά, σπανίως), εκ των πραγμάτων τέτοια διακυβέρνηση θεωρείται κάτι αντικανονικό. (Συμπτώσεις με τη διαπίστωση αυτή, συμπίπτουσες με γεγονότα εδώ στη χώρα μας και λίαν προσφάτως, από πλευράς μου φυσικά είναι απολύτως σκόπιμες!)

Μια άλλη κλασσική περίπτωση κανονικότητας είναι η γνωστή φράση πρώην πρωθυπουργού, απάντησή του σε κατηγορίες της εποχής σε βάρος του περί διαφθοράς: «Όποιος έχει στοιχεία να πάει στον εισαγγελέα». Προδήλως από τη αναφορά αυτή του πρώην πρωθυπουργού ως μέρος της κανονικότητας ορίζεται ότι το σημαντικό δεν είναι η αποφυγή της διαφθοράς ως υποχρέωση ενός νοικοκύρη, αλλά το να μην καταστεί αυτή διαπιστωτέα από τις εισαγγελικές αρχές. Ίσως έτσι εξηγείται γιατί ενόχλησε τόσο πολύ η αναφορά αντικανονικού πρώην υπουργού, σύμφωνα με την οποία ακόμη κι αν δεν ασκήθηκαν ποινικές διώξεις σε πολιτικά πρόσωπα για το σκάνδαλο Novartis, αυτό δεν σημαίνει ότι το σκάνδαλο δεν υφίσταται και ως προς τις πολιτικές διαστάσεις του. Γι’ αυτό και απαξάπαντες οι  κανονικοί έσπευσαν να καταγγείλουν την αυτονοήτως ισχύουσα αναφορά του πρώην υπουργού, ως ένδειξη των αντικανονικών πολιτικών αντιλήψεών του. 

Στο ίδιο πλαίσιο, κανονικότητα είναι να σκοτώνονται σε μια σειρά αδιανόητων συμπτώσεων πολλοί μάρτυρες κατηγορίας σε πολύκροτη ποινική υπόθεση και ενδεχομένως επειδή κατά την εκδίκασή της δεν θα υπάρχουν πλέον μαρτυρίες κατηγορίας, να αθωωθούν οι κατηγορούμενοι. Δεν έχει καμιά σημασία αν πρόκειται για κανονικότητα προσομοιάζουσα με εκείνην του καρτέλ ναρκωτικών της Κολομβίας, κανονικότητα να ‘ναι κι ό,τι να ‘ναι. 

Όλη την περίοδο από την είσοδο της χώρας στο ευρώ και μετά, ακουγόταν πολύ μια φράση  που ασφαλώς όλοι γνωρίζουμε. Πρόκειται για τη φράση «…στις παρυφές της νομιμότητας», η οποία χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για να ξεπλένονται απατεωνιές και λαμογιές προσώπων και εταιρειών που θεωρούνταν «νοικοκυραίοι». Παρά το αδιανόητο νοηματικό περιεχόμενο της φράσης (η νομιμότητα δεν μπορεί να είναι διασταλτικά ισχύουσα), η μαζική χρήση της φράσης αποδεικνύει ότι υπήρχε τότε ενεργή μια ανάγκη των λαμόγιων να αναφέρονται στη νομιμότητα, ως το θεμιτό πλαίσιο λειτουργίας, κι αυτό ήταν ως τότε η κανονικότητα. Στη συνέχεια η μπάλα χάθηκε τελείως! Από το «όποιος έχει στοιχεία να πάει στο εισαγγελέα» και μετά, κανονικότητα κατέστη το φαινόμενο να προσκομίζονται αλλεπαλλήλως λίστες με ονόματα προσώπων εμπλεκόμενων σε ξεπλύματα «μαύρου χρήματος» και επειδή προέκυψαν παραγραφές και οι υποθέσεις (συμπραττουσών εποπτικών αρχών) δεν εκδικάστηκαν ποτέ, να τεκμαίρεται, λέει, ότι δεν υπήρξε το ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Δηλαδή, όποιος μιλάει σήμερα για τέτοιο ξέπλυμα «μαύρου χρήματος» στις υποθέσεις με τις γνωστές λίστες, δεν είναι πλέον παρά ένας αντικανονικός πολίτης.      

Ας δούμε και τα αντίστροφα της υπόθεσης!

Κανονικότητα -φυσικά μετά την επιστροφή των νοικοκυραίων στην εξουσία και τη διακυβέρνηση- είναι να ασχολείσαι με το «τί θα συνέβαινε εάν» τυχόν είχαν εφαρμοστεί πολιτικές των αντικανονικών της προηγούμενης κυβέρνησης, και να παραβλέπεις τί συνέβη και τί συμβαίνει και σήμερα στην πραγματικότητα!

Μερικά παραδείγματα:

- Να προσμετράται ως δήθεν υπαρκτό δημοσιονομικό κόστος για την Ελλάδα η συζήτηση περί εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, που ουδέποτε συνέβη, ενώ το απολύτως διαπιστωμένο, μετρήσιμο και ομολογημένο ακόμη και από το ΔΝΤ κόστος των μνημονίων για την ελληνική οικονομία, να έχει καταστεί κανονική «διάσωση» από νοικοκυραίους πολιτικούς.

- Να θεωρείται ως υπαρκτό δημοσιονομικό κόστος από παρελθούσα διακυβέρνηση (αυθαίρετα και ατεκμηρίωτα οριζόμενο σε εύρος από 85 ως 200 δισ. ευρώ, και ενώ και μόνον οι αποκλίσεις των εκτιμήσεων καθιστούν γελοία όλη αυτή τη συζήτηση), ενώ η διαπιστωμένη και μετρήσιμη απώλεια από το «κούρεμα» ομολόγων του ελληνικού δημοσίου που διακρατούσαν οι ελληνικές τράπεζες (με συνέπεια ανακεφαλαιοποιήσεις τραπεζών δημοσία δαπάνη, δηλαδή με συγκεκριμένο δημοσιονομικό κόστος ύψους περί τα 30 δισ. ευρώ) να ανακηρύσσεται «όφελος» για την ελληνική οικονομία.

- Να επιβεβαιώνεται ως μέρος της ισχύουσας κανονικότητας ότι δήθεν βρισκόμαστε στο 4ο μνημόνιο και ότι δήθεν το όνομα Μακεδονία ανταλλάχτηκε από προηγούμενη κυβέρνηση με την ΕΕ με τη μη περικοπή των συντάξεων, ενώ ήταν απολύτως γνωστό στους ψηφοφόρους ότι πρόκειται για αποδεδειγμένα ψέματα της τότε αντιπολίτευσης, και, παρά ταύτα, ο αποδεδειγμένα ψευδόμενος να εκλέγεται πρωθυπουργός. Κανονικότητα, λοιπόν, να υπερψηφίζουν οι πολίτες τους ψευδολόγους γνωρίζοντας ότι ψεύδονται , …επειδή το κίνητρό των νοικοκυραίων ψηφοφόρων ήταν να αποκατασταθεί η κανονικότητα όπως εκείνοι την αντιλαμβάνονται και να εκδιωχτούν οι αντικανονικοί που ως τότε κυβερνούσαν, και ασχέτως του ότι  οι αντικανονικοί αποδείχτηκαν πολύ αποτελεσματικότεροι από τους νοικοκυραίους, ακόμη και στις θεωρούμενες ως κανονικές πολιτικές.

- Ένα τελευταίο παράδειγμα: Με σχετική αναφορά μέλους του σημερινού υπουργικού συμβουλίου κανονικότητα είναι πλέον να έχει καταστεί αντικανονικό (με υπαινιγμούς ακόμη και περί της ανάγκης ψυχοπαθολογικής αξιολόγησης όσων πολιτών το κάνουν) να αποτίεται φόρος τιμής στη μνήμη όσων αγωνίστηκαν κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών.  

Σταματώ τον κωμικοτραγικό κατάλογο εδώ, γιατί δεν έχει τέλος!

Βεβαίως, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά για τον καταλυτικό ρόλο των μέσων ενημέρωσης, ως βασικών θεματοφυλάκων των δικαιωμάτων των νοικοκυραίων. Άλλωστε νοικοκυρεμένες επιχειρήσεις είναι και αυτά τα μέσα ενημέρωσης, και αντικανονική ανακηρύχτηκε πανηγυρικά από τα ίδια κάθε προσπάθεια να εφαρμοστεί η συνταγματική και λοιπή νομιμότητα, που διέπει τη λειτουργία τους, ως «δημόσιας λειτουργίας» που ασκείται κατά παραχώρηση και υπό την εποπτεία του κράτους, όπως ορίζει ρητά η ισχύουσα ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία. Συμπτωματικά, φανατικός υποστηρικτής τους, ο σημερινός κανονικός πρωθυπουργός, και όχι εκείνος ο άλλος, ο επικεφαλής των αντικανονικών!    

Πρόκειται, επομένως, για ένα συντεταγμένο μπλοκ εξουσίας, το οποίο συναθροίζεται πίσω από ένα πρόσωπο και μια πολιτική παράταξη που κυβερνά σήμερα τη χώρα. Και όχι για μια δημοκρατική κανονικότητα αναδυόμενη από τη νομιμοποίηση της κάλπης, αρμοδιότητα της οποίας δεν είναι να παραδίδει τη διακυβέρνηση σε μπλοκ εξουσίας, αλλά σε κόμματα και πολιτικές παρατάξεις, με συγκεκριμένες προγραμματικές αναφορές.     

Τί μένει;

Νομίζω πως τα πράγματα έχουν αρχίσει να προσλαμβάνουν πολύ επικίνδυνες πιθανότητες πλήρους διαστροφής από τη δημοκρατική κανονικότητα. Διότι, ως γνωστόν, μόνες αδιαπραγμάτευτες αρχές πολιτικής αλήθειας στην εποχή μας, η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Και, φυσικά, αυτά παραβιάζονται κατά συρροή από τους ρέκτες της παρούσας κανονικότητας!

Διότι, αντικανονικό είναι να κλείνεται το σχολείο της πακιστανικής κοινότητας στην Αθήνα από τον κανονικότατο δήμαρχο της πρωτεύουσας. (Για να φέρω μόνον ένα παράδειγμα συμβολικό, εκείνο της απαράβατης αρχής ότι το δικαίωμα παιδιών στη μόρφωση, πέραν εθνικότητας και χρώματος δέρματος, καταλύει οποιαδήποτε άλλη «κανονικότητα» μπορεί να μηχανεύεται ο οποιοσδήποτε για τους δικούς του λόγους).

Μ’ άλλα λόγια, και τελικά, κανονικότητα δεν είναι μια ουδέτερη πολιτικά κατάσταση, εύπλαστη στις διαθέσεις μιας εξουσίας, της οποιασδήποτε (πολλώ μάλλον ενός μπλοκ εξουσίας με ευκρινή πλέον συντεταγμένα συμφέροντα που υπηρετεί πιστά η παρούσα διακυβέρνηση)! Κανονικότητα είναι η δημοκρατία και ο απόλυτος σεβασμός της.

Αλλ’ ούτε νοικοκύρης είναι ένας πολιτικά ουδέτερος πολίτης, εκείνος ο «καλός άνθρωπος» που εκδιώκει με βίαιες πράξεις πρόσφυγες από ξενοδοχεία στην περιοχή του, για να μην απειληθεί το «νοικοκυριό» του!

Η δημοκρατία είναι, δηλαδή, που απειλείται, μαζί με τον ολοφάνερο κίνδυνο παραβίασης μαζικά ανθρώπινων δικαιωμάτων, από τα έργα και τις ημέρες της παρούσας κανονικότητας του κυβερνώντος μπλοκ εξουσίας.

Και επειδή η δημοκρατία και η υπεράσπισή της είναι υποχρέωση και του τελευταίου πολίτη, να είμαστε ‘ξηγημένοι: Κάθε πράξη και δραστηριότητα που αποσκοπεί στην αποτροπή των απειλών κατά της δημοκρατίας και της πεντακάθαρα συντεταγμένης προσπάθειας παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων από μεριάς του κυβερνώντος μπλοκ εξουσίας, είναι σήμερα η δημοκρατική κανονικότητα. Και δεν είναι οι βιαιότητες των νοικοκυραίων και οι αρπαχτές στο δημόσιο συμφέρον από συστατικά μέρη του ίδιου μπλοκ εξουσίας.

(H φωτογραφία είναι από τις πρόσφατες μεγάλες διαδηλώσεις στη Χιλή. Η φωτεινή επιγραφή διακηρύσσει: Δεν θα επιστρέψουμε στην κανονικότητα, γιατί η κανονικότητα ήταν το πρόβλημα") 

 

 

14 Οκτ. 2019

Ο πρωθυπουργός-γκόμενος

Υπάρχουν 4 δυνατοί λόγοι από τους οποίος θα μπορούσε να αποδεικνύεται ότι η περίφημη ατάκα με τον Μητσοτάκη ως γκόμενο ήταν προϊόν πολιτικής συσκευασίας:

1. Ότι υπήρχε γενικευμένη αγαμία τότε (θυμίζω κυβερνούσε ο ΣΥΡΙΖΑ) και οι επικοινωνιολόγοι-σανολόγοι του σημερινού πρωθυπουργού σκέφτηκαν να δώσουν στους πολίτες ένα κίνητρο αισθητικής αναβάθμισης της μέσης ελληνικής ματιάς στην πολιτική.

2. Ότι πράγματι είναι γκόμενος και ο χείμαρρος αναγνώρισης αυτής της ιδιότητας του από τον γυναικείο πληθυσμό απλώς αξιοποιήθηκε για τη μετάδοση της αλήθειας στους πολίτες, ως εγγενούς χαρακτηριστικού του εν αναμονή πρωθυπουργού.

3. Ότι εκείνος είναι τόσο καλός οικογενειάρχης, που παρ’ ό,τι είναι γκόμενος και αυτό δεν κρύβεται, ανθίσταται και υπερασπίζεται τις αρχές του (προάσπιση της παραταξιακής ιδεολογίας συγκεκριμένα στο ιστορικό τρίπτυχο, Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια).

4. Ότι μετά τη χιλιοστή-διακοσιοστή-εικοστή-τρίτη φορά που είχε ζητήσει εκλογές χωρίς να το καταφέρει, δεν άντεξε ο άνθρωπος και ξεχύθηκε ασυγκράτητος στους δρόμους για να ικανοποιήσει τις φυσικές ανάγκες του, με συνέπεια το τρυφερό ενσταντανέ που όλοι ζήσαμε. Και οι επιτελείς του απλώς εκμεταλλεύτηκαν τη στιγμή ώστε να μας προϊδεάσουν για το τί μας περίμενε, αν κέρδιζε τις εκλογές –όπως και έγινε.   

Η πολιτική επιστήμη, ασφαλώς θα ασχοληθεί εμπεριστατωμένα με την υπόθεση, αφού οι εξελίξεις φέρνουν το θύμα του γκόμενου ξανά στο προσκήνιο, ως ηρωίδα μιας απολύτως άκαυλης στιγμής, όπου το μίσος περίσσεψε. (Και ως γνωστόν, όπου κυριαρχεί το μίσος, το σεξ δεν μπορεί να εμφιλοχωρήσει, ει μη μόνον ως βιασμός).

Σε κάθε περίπτωση και αναμένοντας την πολιτική επιστήμη να δώσει τις απαντήσεις της, εμείς οι γαμούμενοι οφείλουμε υπομονή και κατανόηση!

Ο πραγματικός γκόμενος (ως αντικείμενο γνήσιου θαυμασμού) οφείλει να μην επιτρέπει στους θαυμαστές του να μπερδεύουν το ερωτικό στοιχείο με το πολιτικό. Κι έτσι έκανε ο σημερινός πρωθυπουργός-γκόμενος! Απέπεμψε το θύμα της γκομενικής του γοητείας με το σαφές πολιτικό μήνυμα: Μη μπερδεύεις, καλή μου, το ότι με γουστάρεις, με την ψευδαίσθηση ότι επειδή σε μάγεψα θα έκανα τα στραβά μάτια σε μια πολιτική διαφωνία μας. Ως σωστός γκόμενος ξεκαθάρισε αστραπιαία ότι εάν άφηνε την πολιτική άποψη να εισβάλλει στο γκομενικό ζήτημα, το πούρο ερωτικό στοιχείο θα δεχόταν ένα πλήγμα.

Δεν γνωρίζω πόσο θα κρατήσει ακόμη αυτή η θελκτική αντρίλα ως κίνητρο πολιτικής. Κατά έναν παράδοξο τρόπο, μάλιστα, από πείρα γνωρίζω ότι ένας πρωθυπουργός-γκόμενος όσο περισσότερο παρατείνεται η διακυβέρνηση υπό τις οδηγίες του, τόσο περισσότερο ξεσηκώνεται γκομενικά. Τόσος λόγος άλλωστε έχει γίνει για τη σχέση της εξουσίας με τη λίμπιντο.       

Γνωρίζω, όμως, -κι εγώ ως απλός γαμούμενος (=απλός πολίτης)- ότι πολύ νωρίς αυτό το σεξ θα πρέπει να ανανεωθεί για να μακροημερεύσει. Κάτι που όλοι ευχόμαστε, όπως δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις. Ποιος, άλλωστε, θα απευχόταν μια αυτο-ανανεούμενη γκομενική υποδομή στις πολιτικές διαδικασίες;

Για να εμβολιαστεί, λοιπόν, με νέες ορμές ο πρωθυπουργός (συγγνώμη, ο γκόμενος μας) είτε θα πρέπει να εμπλουτιστεί ο κατάλογος των θυμάτων της γοητείας του με νέα πρόσωπα, είτε θα πρέπει να δείξουμε κατανόηση. Αν δεν αντέχουμε και η υπομονή μας εξαντλήθηκε, ας θυσιαστούν κάποιες κυρίες στην ανάγκη!               

 

 

 

29 Σεπ. 2019

Εφηβεία εξ αναβολής  

Πριν 3 μέρες παρακολούθησα για πρώτη φορά σε κινηματογραφικό εκράν το ντοκιμαντέρ της κόρης μου Νεφέλης (και 3 ακόμη νέων παιδιών), με θέμα τον Βαγγέλη Γερμανό.

Θα ήταν πολύ τετριμμένο να αναφερθώ στη συγκίνησή μου –ποιός γονιός δεν επηρεάζεται συναισθηματικά από τα έργα των παιδιών του;… 

Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να σας πω τα ιδιαίτερα στοιχεία της συγκίνησής μου, πέραν του φανερού δεσμού καρδιάς που φυσικά έχω με τα παιδιά μου και βεβαίως ανάμεσά τους τη Νεφέλη μου!

Η δεκαετία του 1980 ήταν για τη γενιά μας καταλυτική, για όλη τη ζωή μας, δηλαδή,  όσων από μας συγκαταλέγονται σήμερα στη "ζώνη" των 60. Προηγουμένως είχαμε ζήσει μια εφηβεία μέσα σε δικτατορία, που για τους νέους ήταν σαν μια φυλακή. Από τα υποχρεωτικά κουρέματα στο σχολείο, μέχρι τα (εξατάξια) γυμνάσια  αρρένων-θηλέων (που απαγόρευαν σχεδόν απολύτως κάθε θέα στο άλλο φύλο, ακριβώς την εποχή που ο αισθησιασμός της ερωτικής υποδαύλισης ανθίζει μέσα στον άνθρωπο), αυτό που έμενε ήταν μια εντύπωση καταπίεσης. Καταπίεσης ασφυκτικής, που ενώ σαν νεαροί και κορίτσια καταλαβαίναμε ότι είχε εξ αρχής σχεδιαστεί προς συλλογική εφαρμογή, κατέληγε σε προσωποποιημένη καταγραφή για τον καθένα από μας. Δεν περιορίζονταν ταυτόχρονα όλοι νέοι από το χουντικό ακροδεξιό αυταρχισμό, αλλά ο καθένας από μας ξεχωριστά. Με δεδομένη μάλιστα την ανυπαρξία φανερού κινήματος για τη δημοκρατία, μέσα στην επταετία, εκεί δηλαδή όπου θα μπορούσαμε να ακουμπήσουμε τις ελπίδες μας για ελευθερία, ο αγώνας αποφυλάκισής μας από τα δεσμά αυτά, έμοιαζε να ήταν τελείως προσωπική μας υπόθεση, αν και σε μικρές ομάδες πηγαίναμε στη μοναδική διαθέσιμη διασκέδαση της εποχής, τις ταβέρνες, για να τραγουδήσουμε Θεοδωράκη –έπαιζα κιθάρα και ήμουν «απαραίτητος» στις παρέες της εποχής.

Παρ’ ό,τι όλ’ αυτά σήμερα, ιδίως για τους σημερινούς νέους, μοιάζουν να έρχονται από πολύ παλιά, από μια Ελλάδα παλιότερων αιώνων, αυτή ήταν τότε η ζωή της συγκεκριμένης γενιάς μου. Βιασμένη γενιά, που ξέσπαγε μόνο στις τυφλές μικροεξεγέρσεις των επεισοδίων στο κέντρο της Αθήνας επειδή η χούντα απαγόρευσε την προβολή της ταινίας Γούντστοκ, μέχρι και την «ωρίμανσή» της στη Νομική και το Πολυτεχνείο.

Όλ’ αυτά, ως ανάσες σε εμπειρίες ελευθερίας, ήταν ένα πλαίσιο με λίγες δυνατότητες μέσα του να εκφραστεί ο φυσικός ρζοσπαστισμός των νέων. Κι αυτή η ιδιότυπη παρανομία της προσωπικής αντίστασης του καθένα μας και μετά την πτώση της χούντας άφησε πίσω της μια μελαγχολία για τα χρόνια της εφηβείας μας, που θεωρούσαμε πως χάθηκαν για πάντα.

Το κλίμα που περιγράφω, εμβολίασε την πρώτη μεταδικατορική μας κοινωνική έκρηξη με μια μονοθεματική συνθήκη: Την πολιτική δραστηριότητα ως κύριου (αν όχι του μόνου) μέσου εκδημοκρατισμού του εξατομικευμένου βίου για τον καθένα μας. Έτσι, πίσω απ’ την πολιτική κρύφτηκαν αισθησιασμοί και αισθήματα, τρυφερότητες και γλυκύτητες, που δεν έχουν σχέση με τις πολιτικές βαρβαρότητες.

Ευτυχώς αυτό κράτησε λίγο, γιατί από το 1981 και μετά έπνευσε ένα άνεμος ανατροπής. Ένας άνεμος που προαναγγελλόταν βεβαίως από νωρίτερα, αλλά χρειάστηκε ένα πολιτικό υποκείμενο για να τον κάνει να πνεύσει δροσερά στα μυαλά των Ελλήνων.

3 στοιχεία κρατώ από τη ματιά μου εκείνης της εποχής:

-ότι δεν υπήρχε ακόμη η απειλή του έιτζ (με συνέπεια τα βράδια της αλητείας μας να ζευγαρώνουμε ακατάσχετα με διαφορετικούς συντρόφους κάθε φορά, μ’ ένα άγχος λες και κάθε φορά μας θα ήταν η τελευταία),

-ότι η πολιτική πέρασε  σιγά-σιγά στις πραγματικές της διαστάσεις για άτομα που πια ήμασταν κάπου στα 30, και

-ότι τότε ακριβώς, σαν ένα νέο κίνημα μιας καθυστερημένης εφηβείας μας, γεννήθηκε το αίτημα της «αυτονομίας» μας, πάλι ξεχωριστά για τον καθένα από μας. Σαν ένας δεύτερος απελευθερωτικός γύρος, λες, από τα υπολείμματα καταπιέσεων, που ως τότε δεν είχαμε καταφέρει να αποδιώξουμε πλήρως από μέσα μας. 

Την ίδια χρονιά, το 1981, κυκλοφόρησαν «Τα μπαράκια» του Βαγγέλη Γερμανού. Και, αίφνης, αυτά τα μπαράκια ήμασταν εμείς! Φεύγαμε με καρπούζια και νέους συντρόφους  από το γραφείο ή για θερινές διακοπές, θέλαμε πολύ ο ένας τον άλλον, διαβάζαμε μανιασμένα Μπουκόφσκι και περιγελούσαμε μέχρις δακρύων τους κνίτες. Τρέχαμε με ντεμοντέ μαγιό στη Βουλιαγμένη τα μεσάνυχτα για να πλατσουρίσουμε στο πάρτι του Λουκιανού. Βγαίναμε από το Decadence και μπουκάραμε στη Ράτκα, κι αργότερα στο Green Door στα σκαλάκια. Κρατάγαμε την κοιλιά μας απ’ τα γέλια για τους γιάπηδες, που άρχισαν τότε να πρωτοεμφανίζονται, σαν απελπισμένο αντίβαρο στην τότε κυριαρχία μας.                      

Αυτά -και άλλα- είδα στο ντοκιμαντέρ της Νεφέλης μου! Τα δικά μου πράγματα, τις δικές μου διαδρομές, τα δικά μου κορίτσια, τα δικά μου φευγιά και τα ταξίδια.

Εύχομαι σε κάθε άνθρωπο να ζήσει κάποια φορά στον βίο του την εμπειρία, να μιλάνε τα παιδιά του γι’ αυτόν, όπως την έζησα εγώ!

Με νοτισμένα μάτια βγαίνοντας από την αίθουσα προβολής, είδα κάποιους νέους (ήταν η πλειοψηφία του κοινού) να με κοιτάνε περίεργα. Θα αναρωτήθηκαν πού βρέθηκε στο ντοκιμαντέρ χώρος για τέτοια. Σίγουρα, για ευσυγκίνητο μεσήλικα θα με πήραν…   

Όμως η Νεφέλη ξέρει! Κι αυτό έχει σημασία!