Mind Way

4 Ιουν. 2021

Αισθητικός ολοκληρωτισμός

Γινόμαστε μάρτυρες τους τελευταίους μήνες μιας γενικευμένης επίθεσης στο αισθητικό πεδίο, δηλαδή μιας εξ ορισμού και με απόλυτη αυστηρότητα κριτηρίων προσωπικής υπόθεσης, με καταδρομικού τύπου μέσα, ευθέως αφορώντα σε ζητήματα θέασης του χώρου και των περιεχομένων του καθώς και της αλληλεπίδρασης ανάμεσά τους, από την καθαρά ανθρώπινη σκοπιά.

Το θέμα αυτό, έρχεται ως απόηχος, αλλά και ως ισχυρό επιβεβαιωτικό νεύμα μιας βιούμενης  κατάστασης, από ένα κλίμα πραγμάτων, που διαμορφώνουν αυτό που ονομάζουμε «δημόσιος χώρος». Και αναδύεται ολοκάθαρα από λόγια και έργα δημόσιων παραγόντων, είτε μέσα από επίσημες αναφορές με τον βαρύγδουπο ήχο μιας πολιτικής δήλωσης, είτε από την ελαφρότερη (αλλά «βαρειά επικοινωνιακή βιομηχανία») των κοινωνικών δικτύων. Επίμαχο σημείο αυτών των καταδρομών σε βάρος της αισθητικής μας, αξιολογικές κρίσεις εντυπωσιακά περιστοιχιζόμενες από τη «δικτατορία» των επαϊόντων και των κάθε λογής ειδικών, που μπορεί να τεκμαίρεται βασίμως από την επιστημονική ή άλλη ιδιότητά τους η υποδοχή τους ως «γνώστες» της εκάστοτε κρινόμενης υπόθεσης, αλλά φυσικά ως προς την εξατομίκευση των αισθημάτων που παράγονται από μια εικόνα ή μια ενεργοποιημένη κατά περίπτωση αίσθηση εκάστου εξ ημών, δεν μπορεί να τους πέφτει λόγος. Όχι για λόγους «δημοκρατίας» (αυτό ανάγεται σε ζήτημα λειτουργίας και λειτουργικότητας συλλογικών διαδικασιών), αλλά για το αυτονόητο, αναφαίρετο και μοναδικό απόκτημα της «μοναδικής ματιάς» που φέρει κάθε άνθρωπος στα συμβαίνοντα και τους χώρους της καθημερινής ζωής του.

Ωστόσο, είναι επίσης βάσιμος εδώ ο αντίλογος σε όσα λέγω, επί τη βάσει της θέσης ότι στα ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος φυσικά μόνο «πολιτικές εξηγήσεις» μας οφείλονται ως πολίτες, και όχι αναφορές αισθητικού φορτίου, που όπως ήδη είπα είναι εξατομικευμένες και όχι δημόσιες περιπέτειες. Αλλ’, όμως, εδώ ακριβώς αρχίζει και το πρόβλημα, με την άποψη αυτή περί οφειλόμενων σε μας ως πολίτες αποκλειστικά «πολιτικών εξηγήσεων» σε τέτοιες υποθέσεις, επειδή ακριβώς όποιος υπερασπίζεται αυτή τη θέση εξ ίσου και αυτομάτως τεκμαίρεται και ο ίδιος εισπράττων την πολιτική διαδικασία, ως λειτουργία απολύτως αποστερημένη από αισθητικές επιρροές. Κάτι που εγώ, από την άλλη μεριά του φράχτη, θεωρώ παντελώς αδύνατο, και εάν και όποτε ανιχνεύεται κάτι τέτοιο, αποκαλύπτει και επικαλύπτει το φαινόμενο της «άγονης πολιτικής», που αλλιώς έχουμε ονοματίσει ως «επικοινωνία» τεχνικών μεσων μεταξύ ανθρώπων, αντί της ανταλλαγής ουσιωδών μηνυμάτων μεταξύ των ίδιων ανθρώπων.

Έτσι η υπόθεση της επίστρωσης τσιμεντένιων διαδρομών πάνω στην Ακρόπολη, έχει καταστεί επίλεκτο παράδειγμα τέτοιας υπόθεσης. Πολύ περισσότερο διότι εδώ έχουμε να κάνουμε με το ούτως ή άλλως ευφημιστικά ονομαζόμενο υπουργείο Πολιτισμού, δηλαδή με το μέρος εκείνου του αυστηρού και άτεγκτου εξουσιαστικού μηχανισμού που λέμε «κράτος», το οποίο είναι επιφορτισμένο απαρεγκλίτως με την ευθύνη προάσπισης της συλλογικής αισθητικής ταυτότητάς μας, η οποία φυσικά θα ήταν παράδοξο να αντίκειται στη γενική αξιολογική εντύπωση που παράγει μια παρέμβαση σ’ ένα μνημείο αυτής της σημασίας, ακόμη κι αν οι ειδικοί την προκρίνουν.

Εν ολίγοις, εδώ το θέμα ποτέ δεν ήταν αν υπάρχουν εδραίες επιστημονικές αιτιολογήσεις για το τσιμέντωμα, αλλά το ποιά είναι η απάντηση στο ερώτημα «σου αρέσει η Ακρόπολη μετά την τσιμεντόστρωση, ναι ή όχι». Γιατί σε όσους ζουν στη σκιά του βράχου δεν αρέσει!

Αλήθεια, τόσο δύσκολο είναι να δηλωθεί από την υπουργό Πολιτισμού τί απαντά σ’ αυτό το ερώτημα; ...Και φυσικά οφείλει να το πράξει αυτό και η ως τώρα αρνησιδικία της συνιστά πολιτικό ζήτημα, απόλυτης αδυναμίας της να υπηρετήσει τον ρόλο της ως πολιτικός εκπρόσωπος της συλλογικής αισθητικής μας. Αισθητικής, που εν προκειμένω εκφεύγει της εξατομικευμένης αξιολόγησης των πραγμάτων και μεταβάλλεται σε ανάγκη ο ρόλος του εκάστοτε υπουργού Πολιτισμού να καθίσταται σύνθετο γύμνασμα θεματοφυλακής του ελάχιστου ανεκτού αισθητικού ορίου των επιχειρούμενων παρεμβάσεων, αλλιώς οι παρεμβάσεις αυτές μεταπίπτουν σε πολιτική αήθεια.         

Το ζήτημα περιπλέκεται και προσλαμβάνει πρωτοφανείς διαστάσεις επειδή ακριβώς ένα σημείο δισχιλιετούς συμβολικής λειτουργίας του ως στοιχείο ενοποιητικό της προσλαμβανόμενης ως ταυτότητας των ανθρώπων που έζησαν εδώ, μεταμφιέζεται και υποτιμάται σε τρέχον πολιτικό «κόλπο» ξεσκίζοντας εγκαρσίως το ως σήμερα απαρασάλευτο συνεκτικό πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό αποτύπωμα του μνημείου. Πράγματι πρόκειται για υπουργό Πολιτισμού που θα μείνει στην ιστορία, για τους λάθος λόγους.     

Επίσης, η περιπλοκή του ζητήματος βαθαίνει και αρχίζει να γίνεται μαρτυρικό τερτίπι της υπουργού, από τη στιγμή που ο κύκλος των επαϊόντων και των ειδικών εμπεριέχει και διαμετρικά αντίθετες απόψεις από εκείνες που επιστράτευσε ο «κρατικός Πολιτισμός» για να μας πείσει και να μας «αποδείξει» ότι η τσιμεντόστρωση είναι η σωστή μέθοδος για να υπηρετηθεί και η παράλληλη αιτιολογία διευκόλυνσης πρόσβασης στο μνημείο  και συνανθρώπων μας, ατόμων με ειδικές ανάγκες. Διότι, εδώ, πάλι το ζήτημα ποτέ δεν ήταν αν χρειαζόταν αυτή η παρέμβαση, αλλά το εάν η ζημία (αισθητική και πρακτικά μνημειακή) επιβάρυνσης της Ακρόπολης από την παρέμβαση αυτή, μπορεί να συμψηφίζεται ικανοποιητικά από το όφελος που παράγεται από την τσιμεντόστρωση. Αν όχι, η τσιμεντένια παρέμβαση δεν θα έπρεπε ποτέ να έχει επιχειρηθεί, τουλάχιστον πριν προηγηθεί εξαντλητικός γύρος αναζήτησης εναλλακτικών μεθόδων τεχνικά διαθέσιμων για τον σκοπό. Αλλιώς η επίκληση των ατόμων με κινητικά ή άλλα προβλήματα ως δήθεν αιτίων της «αναγκαίας» κατά τούτο ζημίας που προκλήθηκε στο μνημείο, συνιστά και αήθεια στο καθαρά ανθρώπινο επίπεδο, αφού εδώ ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, αλλ’ αντιθέτως, τα μέσα αγιάζουν τον σκοπό. Κι αυτό το τελευταίο είναι επίσης καίριο ζήτημα επιβεβαίωσης της ανάγκης η πολιτική να ασκείται καθ’ υποχρέωση και στο αισθητικό πεδίο, διαφορετικά η πολιτική από «έργο υπέρ του ανθρώπου» υποβιβάζεται σε «τεχνικές αντί των ανθρώπων».           

Ακόμη, δεν είναι άνευ σημαντικού πρακτικού και συμβολικού βάρους η αναφορά δεκάδων εξ ορισμού συγκαταλεγομένων στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο επιστημόνων, που ως βυζαντινολόγοι ζητώντας να σταματήσει το άλλο εξαιρετικά αμφιλεγόμενο σχέδιο μετακίνησης αρχαιοτήτων από το σταθμό Βενιζέλου του υπό κατασκευή μετρό της Θεσσαλονίκης, το παραλληλίζουν ως εύρος προκαλούμενης ζημίας, αλλά και ως ένδειξη πολιτισμικής βαραβαρότητας, με τον βομβαρδισμό της Ακρόπολης από τον Μοροζίνη. Μια παρομοίωση στην οποία -φρονώ- καθόλου τυχαία προσφεύγουν  οι βυζαντινολόγοι, για να αναφερθούν υπόρρητα στις τσιμεντένιες λεωφόρους επί του ιερού βράχου των Αθηνών. ...Και πώς να είχαν «δικαίωμα» οι δεκάδες κορυφαίοι βυζαντινολόγοι, πώς να τολμούσαν να μιλήσουν για την Ακρόπολη με άλλον τρόπο, ει μη μόνο συμβολικά, όταν η «ειδίκευση» των κρατικών συμβούλων που υποστηρίζουν, καλύπτουν και προσυπογράφουν το τσιμεντάρισμα βοά την αυθεντία, αντί να την αποδεικνύει. Αποφευκτέα, δηλαδή, τέτοια αντιπαράθεση από την αφρόκρεμα των επιφανών βυζαντινολόγων παγκόσμιας αποδοχής, διότι η αυθεντία για να δικαιούται αυτήν την ιδιότητα, οφείλει πριν απ’ όλα να αμφισβητεί εγγενώς και διαρκώς τις ίδιες τις βεβαιότητές της.      

Τέλος, εκεί που τα πάντα καταρρέουν για την υπουργό στο ζήτημα της Ακρόπολης είναι στο σημείο όπου παγκόσμιοι οργανισμοί δεδομένου κύρους και αναγνώρισης επίσης δηλώνουν ότι η παρέμβαση που έγινε «δεν τους αρέσει», υπερασπιζόμενοι την Ακρόπολη ως αυτό που στην  πραγματικότητα είναι: ένα μνημείο όλων των ανθρώπων. Καθιστώντας έτσι το γκρι του σκυροδέματος απορριπτέο καθ’ όλα υλικό, μη ανεκτό  συνοδό οψίμως στοιχείο της λευκότητας του πεντελικού μαρμάρου. Η χρωματική ασέλγεια αποκτά έτσι την πραγματική αισθητική βαρβαρότητα που συνεπάγεται, αφού μάλιστα η πανανθρώπινη αντίρρηση για το «άδικο έργο» πάνω στην Ακρόπολη μετατρέπει την Ελλάδα αντί για χώρα κληρονόμο των αισθητικών αξιών του παγκόσμιου μνημείου, σε φυσικό αυτουργό του βιασμού σε βάρος των ίδιων αξιών από τους τύποις θεματοφύλακές τους, εμάς τους έλληνες πολίτες δηλαδή, στο όνομα της υπουργού μας.

Υπάρχει, όμως, στο τέλος της ημέρας το ακραίας αήθειας ζήτημα που τίθεται και σε αυστηρότατη συνάρτηση με το προσωπικό αισθητικό μέρος του καθένα μας στην όλη υπόθεση που αφορά στα «τσιμέντα του Παρθενώνα», τα οποία φυσικά θα έπρεπε να είχαν μείνει ανέγγιχτα ως τα «μάρμαρα του Παρθενώνα» και τίποτ’ άλλο. Και το ζήτημα αυτό είναι η ανομολόγητη «υποχρεωτικότητα» που μας επιβάλλεται για να μας αρέσουν τα τσιμέντα ...ακόμη κι αν δεν μας αρέσουν! Με τον ίδιο τρόπο και τα μέσα με τον οποίο αστεία πρόσωπα των καιρών μας με δημόσιο λόγο, επιβάλλουν την αποτρίχωση ως μόνη ανεκτή διαχείριση της γυναικείας (και όχι μόνον) τριχοφυΐας, σ’ ένα σκηνικό μέσα στο οποίο αιφνιδίως το θέμα του τσιμεντώματος της Ακρόπολης δεν είναι άλλο από μια παρέμβαση «μνημιακού μποτέ»...

Έτσι εμείς οι ακαλλιέργητοι χοντροκομμένοι χωριάτες που με γλαφυρότητα περιέγραψε ο Γκάτσος υποχρεούμεθα να μας αρέσει το σκυρόδεμα, επί ποινή αποτρίχωσης βασανιστικής.                

«Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα

κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο

τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα

και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.

 

Κοιμήσου Περσεφόνη

στην αγκαλιά της γης

στου κόσμου το μπαλκόνι

ποτέ μην ξαναβγείς.

 

Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες

ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο

τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες

και το καινούργιο πάν να δουν διυλιστήριο.

 

Κοιμήσου Περσεφόνη

στην αγκαλιά της γης

στου κόσμου το μπαλκόνι

ποτέ μην ξαναβγείς.

 

Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία

κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα

τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία

άδεια κορμιά σιδερικά παιδιά κι ελάσματα.

 

Κοιμήσου Περσεφόνη

στην αγκαλιά της γης

στου κόσμου το μπαλκόνι

ποτέ μην ξαναβγείς».

 

 

 

 

23 Φεβ. 2020

H αποχώρηση των ποιητών

Οι θάνατοι των ποιητών μας αθροίζονται στο γύρισμα σελίδας της εποχής μας. Η απώλειά τους σηματοδοτεί όλο και λιγότερο δημόσιο αισθητικό λόγο «επί χάρτου», παράγοντας την αμηχανία της αγωνίας, που ήδη είναι επί τάπητος, εάν και κατά πόσον τα κείμενα των κοινωνικών δικτύων μπορούν να παράγουν ανάλογης έντασης και βάθους συγκινήσεις με την έντυπη μεταφορά στίχων. Το τελευταίο ποιητικό βιβλίο στο ράφι δεν θα πάψει να υφίσταται επειδή θα αποσαθρωθεί η χάρτινη υπόστασή του, αλλά επειδή δεν θα υπάρχει πια ούτε ένας αναγνώστης να το ξεφυλλίσει.

Πρακτικά, ο χαμός ενός ποιητή εξάπαντος διαμηνύει το τέλος μιας ανθρώπινης  φωνής με αυξημένο ειδικό βάρος στα αισθητικά προτάγματα κάθε εποχής. Άρα είναι ένα πλήγμα στον Πολιτισμό. Ταυτόχρονα, η ίδια απώλεια κομίζει το τέλος μιας μοναδικής μεθόδου ενσωμάτωσης των πραγμάτων στο εξατομικευμένο αισθητικό πεδίο του ποιητή που έφυγε, η οποία μέθοδος πια δεν θα επανεμφανιστεί ποτέ, όσοι κι αν διεκδικήσουν την ιδιότητα του «μαθητή» του.

Κυρίως, όμως, εκείνο που δημιουργεί τη μεγαλύτερη χασούρα για τον Πολιτισμό όλων μας είναι ο επίλογος σε μια «μοναδική έκφραση», που δεν θα επαναληφθεί ποτέ άλλοτε, δηλαδή μια αποκλειστική τέχνη εξωτερίκευσης όσων συμβαίνουν «εντός» του ποιητή. Και στην ποίηση το σημείο αυτό δείχνει να περιγράφει και τα κρίσιμο σημείο διάκρισης του ποιητικού λόγου από όλα τα άλλα εκφραστικά μέσα που συνθέτουν τον κόσμο των Τεχνών. Ίσως γι’ αυτό οι ποιητές πεθαίνουν με τον δικό τους τρόπο, λες και την ώρα που αφήνουν πίσω την ανάσα τους γράφουν και τον τελευταίο στίχο τους.     

Νομίζω πως αυτό πρέπει να το εξηγήσω λίγο περισσότερο! Ο μουσικός έχει όπλο του τις νότες, ο ζωγράφος τον χρωστήρα και ο γλύπτης τη σμίλη. Δηλαδή, τα όπλα τους εντοπίζονται αμέσως.  Ο ποιητής τί έχει; Τις λέξεις ή τα νοήματά τους, όπως μόνον ο ίδιος τις αισθάνεται, αν και συνιστούν αρθρωμένο σύστημα επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων; Δεν το γνωρίζω! Και νομίζω δεν θα καταλήξω ποτέ τί απ’ τα δύο είναι το εκφραστικό μέσο του ποιητή.

Φυσικά, ο μουσικός εκτός από τις νότες έχει και το πλήκτρο, τη χορδή ή το δοξάρι, ως υλικά μέσα αποτύπωσης της νότας. Ο ζωγράφος έχει τα χρώματα, ως πεδίο εκφραστικής απογείωσης του υλικού στοιχείου, που διαπραγματεύεται με τον χρωστήρα. Και ο γλύπτης έχει το υλικό του, το μάρμαρο, το μέταλο ή το γυαλί, που μεταμορφώνει από άψυχο υλικό σε δέσμη νοημάτων. Αυτές οι διαφορές μεταξύ «μέσου» και «υλικού» διακρίνονται διά γυμνού οφθαλμού. Στην ποίηση είναι νομίζω απροσδιόρστο ποιό είναι το «υλικό» και ποιό είναι το «μέσο». Για να το πώ με μια μεταφορά, κοντινότερο απ’ όλα στην ποίηση θεωρώ ένα πνευστό. Όπου δυσκολεύεσαι να διακρίνεις εάν η ανάσα που εξέρχεται είναι που παράγει το Έργο, ή είναι η διαμεσολάβηση διαχείρισης της ανάσας.

Σε μια άλλη μεταφορά θέλω επίσης να επισημάνω ότι με τον προδιαγραφόμενο θάνατο της ποίησης «επί χάρτου», προκύπτει ένας ακόμη παραλληλισμός: Όπως με την τηλεόραση ο κινηματογράφος ποτέ δεν θα είναι πια ο ίδιος, νομίζω πως το διαδίκτυο αλλάζει την ποίηση. Είναι ακριβώς αυτή η αίσθηση ότι οι στίχοι διαθέτουν πια στην εποχή μας πρόσβαση σ’ ένα μέσο  παγκόσμιας εμβέλειας, αν και η ποίηση δεν υπάρχει παρά μόνο ως προσωπικό αισθητικό γεγονός, είτε του ποιητή είτε του αναγνώστη του.

Κι έτσι κάπως ένα σαββατόβραδο γίνεται η μετάβαση ενός αναγνώστη στη νέα πραγματικότητα, όπου πια η Κική Δημουλά δεν είναι πια εδώ. Όπως πριν λίγο καιρό δεν κάποιο βράδυ δεν ήταν πια εκεί ο Νάνος  Βαλωρίτης και η Κατερίνα Αγγλάκη-Ρουκ. Δεν είναι πως ό,τι έγραψαν χάθηκε. Είναι πως δεν θα ξαναγράψουν. 

 

 

 

7 Ιαν. 2020

Λογοτεχνική μαλαφράντζα

Νόμιζα δεν θα χρειαζόταν… Αλλά δυστυχώς η ζημία είναι μεγάλη και μάλλον ανήκεστη.

Αναγκάζομαι, λοιπόν, να εξηγήσω -και λυπούμαι γι’ αυτό- ότι ο απαρασάλευτος συντηρητισμός (πολιτικός και κοινωνικός) και η εντρύφηση τόσο καιρό και με τόσο δεξιό τρόπο στην πολιτική, ιδίως από εκείνους που νωρίτερα είχαν βιώσει την ανατρεπτική ισχύ και τον δημιουργικό ρόλο των προοδευτικών κινημάτων λαϊκής βάσης στις σημερινές κοινωνίες (κι εδώ μιλάμε για την ελληνική), έχει καταλήξει να είναι γι’ αυτούς το κεντρικό μοτίβο πρόσληψης, κατανόησης και εγκόλπωσης των συμβαινόντων στη δημόσια σφαίρα, καθώς και ο καμβάς της τρέχουσας πολιτικής στάσης τους απέναντι στις εξελίξεις των καιρών.         

Διάβασαν αυτές τις μέρες όλοι αυτοί το κείμενο του λογοτέχνη για τον Θάνο Μικρούτσικο και αισθάνθηκαν την ανάγκη να τον υπερασπιστούν (τον λογοτέχνη, όχι τον συνθέτη), διότι, λέει, δεν είπε τίποτα κακό (ο λογοτέχνης) για τον Μικρούτσικο. Αντίθετα, λένε, καλά λόγια είπε (πάντα ο λογοτέχνης) για τη μουσική του (συνθέτη).

Εδώ, όμως, είτε εξ αγνοίας, είτε εξ επιλογής, παραβλέπεται ότι αξιολογική αναφορά στο έργο ενός καλλιτέχνη, όσον αφορά στην κοινωνική επίδραση που άσκησε, είναι και η ουσιώδης αποτίμησή του. Ιδίως αυτό ισχύει,  εάν την απόπειρα αξιολόγησης του καλλιτέχνη επιχειρεί ένας λογοτέχνης, δηλαδή ένα πρόσωπο, παρατηρητής βάθους της αισθητικής των πραγμάτων στη δημόσια σφαίρα, ικανός και αρμόδιος -ως εκ της λογοτεχνικής ιδιότητάς του- να διακρίνει την πολιτισμική επιρροή ενός καλλιτεχνικού έργου στον κόσμο και τους ανθρώπους. Γιατί αν ο λογοτέχνης τελικά μίλησε για τη βαρβαρότητα των λαϊκών  προσλαμβανουσών σ’ ένα καλλιτεχνικό έργο, τότε δεν ήταν ό,τι έγραψε ένα κείμενο αξιολόγησης ενός δημιουργού, αλλά ήταν ένα κείμενο με προσαρμοσμένο στις πεποιθήσεις του συμπερασματικό αφήγημα που αφορά σε πολιτικές, και όχι αισθητικές, οριοθετήσεις. Μ’ άλλα λόγια, το έργο ενός καλλιτέχνη που έφυγε και μιλάμε γι’ αυτόν όλοι εμείς που μείναμε πίσω, για τον λογοτέχνη δεν ήταν παρά το βολικό εφαλτήριο να εκφωνήσει ένα πολιτικό λογύδριο και σε καμιά περίπτωση δεν ήταν να αποτιμήσει τον δημιουργό που -υποτίθεται- αξιολόγησε.

Η αήθεια αυτή, εκτός από αισθητική και πολιτιστική προσβολή στο έργο του εκλιπόντα δημιουργού, υποφέρει και στο συμπερασματικό επίπεδο –και τούτο είναι και λογικό, εφόσον το κίνητρο του λογοτέχνη αποδεικνύεται πως ήταν άλλο από εκείνο που προσήκει στον δημόσιο ρόλο του: Είναι λογοτέχνης και όχι υπηρέτης πολιτικών αφεντάδων! Και είναι τόσο επιφανειακή (και για τον λόγο αυτόν τόσο αναρμοδίως  σχετιζόμενη με την αξιολόγηση αυτή καθ’ αυτή), ώστε καταλήγει και στην αυτο-υπονομευτική για τον λογοτέχνη κατάντια, να μη μπορεί να διακρίνει (αν και λογοτέχνης, κι αυτή θα ήταν η δουλειά του) το στοιχείο της γνησιότητας ενός λαϊκού ξεσπάσματος σε κατάσταση γενικευμένης ευωχίας. «Ποινικοποιώντας» τελικά το ξέσπασμα αυτό ως πολιτισμικά ανοίκεια αντιμετώπιση ενός καλλιτεχνικού έργου, αντί να συνομολογήσει ότι ο δημιουργός εδώ (ο Μικρούτσικος εν προκειμένω) αυτό που επιτυγχάνει είναι να μπορεί να γεννά ευκαιρίες πρόσβασης στο έργο του προς κοινά κατ’ αρχήν μη επιδεχόμενα τέτοια συσχέτιση συναισθημάτων. Είναι περίπου η ίδια αήθεια (και φυσικά -όχι συμπτωματικά- από τις ίδιες πολιτικές αφετηρίες, ανεξάρτητα αν τις εκπροσωπούν πολιτικά υποκείμενα ή κάποιος λογοτέχνης, όπως στην περίπτωσή μας) με την απαξία που εξεδήλωναν «πνευματικοί άνθρωποι» για την αγάπη του Ανδρέα Παπανδρέου στη Ρίτα Σακελλαρίου, λες και ένας πολιτικός ηγέτης εγνωσμένου επιστημονικού και εν γένει δημόσιου κύρους, δεν θα έπρεπε να έχει πρόσβαση σε λαϊκά έργα, ή, κι αν είχε, δεν θα «έπρεπε» να του αρέσουν και να τον συγκινούν. Και είναι η ίδια αήθεια, διότι όπως τότε πολιτικά ήταν τα κίνητρα στοχευμένης απαξίωσης του πολιτικού ηγέτη, έτσι και σήμερα πολιτικά είναι τα κίνητρα απαξίωσης του κοινωνικού, αισθητικού και τελικά πολιτικού πλαισίου που υπήρξε το έναυσμα έμπνευσης  του Μικρούτσικου: Η αριστερά!

Ένα ακόμη παράδειγμα μ’ έναν άλλον συνθέτη της αριστεράς: Αναλογιστείτε, πόσο ξενέρωτος εκ του αποτελέσματος είναι ο λογοτέχνης εκείνος (κι αν είναι τελικά λογοτέχνης), ο οποίος δεν καταλαβαίνει (ουδέ καν το διανοείται) ότι το στα «Στα περβόλια, μες στους ανθισμένους κήπους» του Μίκη, αν είναι να χορευτεί, μόνο ως ένα μερακλωμένο ζεϊμπέκικο γίνεται να χορευτεί! Πώς ένας λογοτέχνης θα τολμούσε ποτέ να αποτιμήσει το αποτύπωμα του συγκεκριμένου μερακλωμένου ζεϊμπέκικου ως κοινωνικό παράδειγμα προς αποφυγή, χωρίς να δεχτεί ένα πανίσχυρο πλήγμα αξιοπιστίας η οιονεί θαυμάσια πένα του; Και τηρουμένων των αναλογιών, όσοι χόρεψαν τη δεκαετία του 1960 εν θερμώ και με λαϊκό τρόπο «Τα περβόλια» (το τραγούδι κυκλοφόρησε το 1962), περίπου ευθύνονται με τον ίδιο τρόπο προσέγγισης της σκέψης του λογοτέχνη, …για την επέλευση της χούντας λίγα χρόνια αργότερα.

…Όμως, ο λογοτέχνης λέει και σκαστά ψέματα!

Γράφει: «…Ο Θάνος Μικρούτσικος βροντούσε το πιάνο φορώντας κασκέτο καπετάνιου και το κοινό μύριζε στα σινιέ του ρούχα το ψαρόλαδο. Όταν πάλι άλλαζε σκοπό και τραγουδούσε «έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη!», οι αποκάτω αφηνίαζαν, έτοιμοι έμοιαζαν να ξεπαρκάρουν τα τσερόκι τους και να πάνε να ανατρέψουν τον καπιταλισμό. Μιλάμε για μαζική παραίσθηση, η οποία οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια στη χρεοκοπία όχι μόνο του κράτους αλλά και της κοινωνίας».

Ηθικό δίδαγμα: Αυτά τα συναισθήματα γεννούσε ο καλλιτέχνης στο πόπολο! Κι αν τα ανεχόταν χωρίς να τα συμμερίζεται (γιατί -υποτίθεται- ο λογοτέχνης στο κείμενό του χαράσσει γραμμή διάκρισης του καλλιτεχνικού έργου από τον τρόπο υποδοχής του), είναι τοις πράγμασι και ο ίδιος ο Μικρούτσικος συνειδητό μέρος της βαρβαρότητας που αποδίδει ο λογοτέχνης στους «κάφρους» λαϊκούς θαυμαστές του έργου του.

Γιατί εδώ έχουμε να κάνουμε με δύο έργα του συνθέτη, τα «Πολιτικά τραγούδια», που κυκλοφόρησε το 1975, και τον «Σταυρό του Νότου», που κυκλοφόρησε το 1979. Διερωτώμαι: Είδε πουθενά ο λογοτέχνης εκείνα τα χρόνια τα τσερόκι να εκστρατεύουν κατά του καπιταλισμού, όπως λέει; Γιατί εγώ από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 τα είδα και αφού η τερατική μετάσταση του πολιτικού συντηρητισμού στο μαζικό λαϊκό υποκείμενο -ξεκάθαρα αριστερό- που νωρίτερα άλλαξε πολιτικά την Ελλάδα, είχε ήδη επισυμβεί.

Εκτός κι αν ο λογοτέχνης αντιλαμβάνεται την πολιτιστική επίδραση του έργου του Μικρούτσικου, ως μια αισθητική δηλητηρίαση αργής εκδήλωσης των συμπτωμάτων της. Και λες και θα μπορούσε κάτι τέτοιο να είναι «καλά λόγια» για τον συνθέτη!

Τέλος, εκτός απ’ όλες αυτές τις αήθειες του λογοτέχνη κατά του συνθέτη, υπάρχει και μια πελώρια πρακτική αντίφαση σε όσα έγραψε: Αποδίδει το «φαινόμενο των τσερόκι» σ’ εκείνους που πολιτικά το αντιστρατεύονταν! Kαι ο γραφιάς που το κάνει αυτό (γιατί, το ξεκαθαρίσαμε πιο πριν αυτό, δεν πρόκειται περί κειμένου λογοτέχνη, αλλά περί πολιτικού φιλιππικού κατά της αριστεράς), προέρχεται ηθικά και ως δημόσια στάση  ακριβώς από την κοινωνική, αισθητική και πολιτική γενιά των παραγωγών  του «φαινομένου των τσερόκι». Μόνον που η γενιά του κατέφαγε το πολιτικό κεφάλαιο που συσσώρευσε η χώρα τη δεκαετία του 1980 και δεν μπορεί πλέον να κατανείμει όσα τσερόκι υποσχέθηκε στην εποχή του σημερινού μεσοαταξίτη ψηφοφόρου του Κυριάκου Μητσοτάκη. Κι έτσι, αναγκάζεται να  διαστρέφει για μιαν ακόμη φορά συνειδητότατα τα ολοφάνερα αίτια της ελληνικής κατάρρευσης του 2010, από την διαπιστωμένη συστημική αστοχία, στις ευθύνες …όσων χόρευαν στους ήχους «του Ρίο τη μαλαφράντζα». (…και να’ ταν και ζεϊμπέκικο το δύσμοιρο το τραγούδι…)  

Κι ακόμη χειρότερος ο εξευτελισμός για όσους υπερασπίζονται τον πολιτικό γραφιά, με αναφορές ότι δήθεν εκείνος ο καημένος είπε “καλά λόγια” κι όσοι αντιδρούμε στην βαρύτατη αισθητική, πολιτιστική, ηθική και τελικά ακόμη και βαθύτατα πολιτική προσβολή σε βάρος του Μικρούτσικου μετά θάνατον, είμαστε εμείς «η φυλή των τσερόκι» και δεν είναι οι εκπρόσωποι του γελοίου φαινομένου των γιάπηδων (σήμερα ανατιτλοφορημένου ως «αριστεία»). Ανάμεσα τους και ο «λογοτέχνης»!                        

Φυσικά,  ένας λογοτέχνης δικαιούται απολύτως να κάνει πολιτική! Αυτό δα έλειπε να του πούμε εμείς τί θα λέει και πώς θα το λέει. Εκείνο που δεν δικαιούται, όμως, είναι τόσο απροκάλυπτα να χρησιμοποιεί τη λογοτεχνική «ιδιότητά» του για να κάνει πολιτική. Κι αν το κάνει δεν είναι μόνο κακή πολιτική, είναι και ανέντιμη λογοτεχνία.

 

 

 

6 Νοε. 2019

Περί κανονικότητας και δημοκρατίας

Νοικοκυροσύνη και κανονικότητα αναμφίβολα πάνε μαζί! Θα προσέθετα ότι η νοικοκυροσύνη είναι θεμέλιο της κανονικότητας, άνευ της οποίας όλα καταλύονται και μεταβάλλονται  σε έρμαιο των μη κανονικών, καταστάσεων, πράξεων και προσώπων, που σκοπεύουν να ανατρέψουν την ισχύουσα κανονικότητα.

Εσχάτως και η έννοια της αριστείας έχει αναγορευτεί αναπόσπαστο μέρος της νοικοκυροσύνης, ως καίριο συμβολικά και πρακτικά σημείο επιβράβευσης όσων διακρίνονται στον αγώνα υπέρ κανονικότητας και νοικοκυροσύνης.

Καλά όλ’ αυτά! Βάσει αυτών εικάζω, όμως, κανονικότητα ήταν η αποικιοκρατία. Και νοικοκύρηδες ήταν οι αποικιοκράτες. Κανονικότητα ήταν η σκλαβιά των μαύρων στις ΗΠΑ και μη κανονικοί ήταν όσοι εξεγέρθηκαν για την κατάργησή της. Στη γαλλική επανάσταση ασφαλώς δεν απαρτιζόταν από νοικοκυραίους ο όχλος που κατέλαβε τη Βαστίλη. Στην οκτωβριανή επανάσταση βρωμιάρηδες αντικανονικοί τύποι με τα δικράνια έδιωξαν τους Ρομανόφ. Οι οπλισμένοι με λιανοτούφεκα σύντροφοι του Φιντέλ και του Τσε στην Κούβα, είναι ολοφάνερο πως δεν συγκαταλέγονταν στους νοικοκυραίους της χώρας. Και το 1821 οι κλέφτες και οι αρματωλοί αντικανονικά επαναστάτησαν.

Πρόκειται δηλαδή για μια συζήτηση άνευ νοήματος, που αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο να εκθέσει τη μία πλευρά της αφήγησης των εξελίξεων ως ορθή και «κανονική». Οι άλλες αφηγήσεις, εξοβελίζονται εντέχνως σε μια κατάσταση οιονεί παρανομίας, την αποκατάσταση της οποίας οι αρμόδιοι προς τούτο μηχανισμοί είναι επιφορτισμένοι με την ευθύνη να καταστείλουν για να αποκατασταθεί η τάξη (άλλη μία συνεπαγωγή έννοια με την κανονικότητα και την νοικοκυροσύνη που κουβεντιάζουμε εδώ).   

Ας το δούμε πιο προσεκτικά!

Κατ’ αρχάς να ξεκαθαρίσουμε ότι κανονικότητα (εκ του «κανόνας») στην πολιτική είναι έννοια που δεν είναι νοητή παρά μόνο σε συνάρτηση με κάποια πολιτική εξουσία, η οποία και καθορίζει εκείνη τα θεμιτά και τα αθέμιτα όρια των δημόσιων συμπεριφορών και θέτει τους κανόνες. Και στο πλαίσιο αυτών των ορίων επιλέγει έκαστος εκ των πολιτών να ενταχθεί στη συμπαθή τάξη των νοικοκυραίων, ή να καταστεί «αντι-κανονικός».

Ένα παράδειγμα: Ένας υπουργός προσδιόρισε πρόσφατα ως μέρος της κανονικότητας να δωροδοκείται δυνητικά από μια ιδιωτική φαρμακευτική εταιρεία ένα πολιτικό πρόσωπο με καίρια θέση στις διαδικασίας λήψης των αποφάσεων του κράτους που αφορούν στην πολιτική φαρμάκου, επειδή οι φαρμακευτικές εταιρείες σώζουν ζωές. (Δεδομένου ότι καμιά αποστασιοποίηση του πρωθυπουργού και του κυβερνώντος κόμματος από τη θέση αυτή δεν έχει ακολουθήσει, είναι σαφές ότι  μέρος της κανονικότητας καθίσταται πλέον η πρακτική δωροδοκίας πολιτικών προσώπων από φαρμακευτικές εταιρείες για να κάνουν αυτές οι εταιρείες τη δουλειά τους). Συνεπάγωγα, ως «νοικοκύρης» μπορεί να λογίζεται πλέον μια φαρμακευτική εταιρεία που δωροδοκεί πολιτικούς, επειδή κατά τα άλλα κάνει τη δουλειά της.

Έτσι, ίσως μπορεί να εξηγηθεί και να κατανοηθεί εύκολα πως είναι δυνατό μια φαρμακευτική εταιρεία που ενδεχομένως δωροδόκησε πολιτικά πρόσωπα να θεωρείται μέρος μιας θεμιτής γκάμας εταιρικών πρακτικών, ενώ όποιος θεωρεί ότι αυτό δεν είναι θεμιτό και πρέπει να διερευνηθεί ακόμη και ως υπόθεση ποινικού ενδιαφέροντος να θεωρείται κάτι το αντικανονικό, προσδίδοντας του ακόμη και το ψόγο της σκευωρίας για την αμφισβήτηση της τεθειμένης και ισχύουσας κανονικότητας.

Φυσικά είναι τραγικό να αντιλαμβανόμαστε λέγοντας αυτά τα πράγματα ότι δεν κάνουμε αστεϊσμούς εδώ, αλλά αναφερόμαστε σε απολύτως πραγματικά περιστατικά, και επί συγκεκριμένων κομμάτων, προσώπων, δηλώσεων και γεγονότων.

Μιας και τα λέμε αυτά, όμως, να προσθέσω ότι η εξουσία στην πολιτική δεν συμπίπτει με τη διακυβέρνηση. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις, όποτε οι αντικανονικοί και όσοι δεν συγκαταλέγονται στους νοικοκύρηδες τύχει να κυβερνήσουν εκείνοι (φυσικά, σπανίως), εκ των πραγμάτων τέτοια διακυβέρνηση θεωρείται κάτι αντικανονικό. (Συμπτώσεις με τη διαπίστωση αυτή, συμπίπτουσες με γεγονότα εδώ στη χώρα μας και λίαν προσφάτως, από πλευράς μου φυσικά είναι απολύτως σκόπιμες!)

Μια άλλη κλασσική περίπτωση κανονικότητας είναι η γνωστή φράση πρώην πρωθυπουργού, απάντησή του σε κατηγορίες της εποχής σε βάρος του περί διαφθοράς: «Όποιος έχει στοιχεία να πάει στον εισαγγελέα». Προδήλως από τη αναφορά αυτή του πρώην πρωθυπουργού ως μέρος της κανονικότητας ορίζεται ότι το σημαντικό δεν είναι η αποφυγή της διαφθοράς ως υποχρέωση ενός νοικοκύρη, αλλά το να μην καταστεί αυτή διαπιστωτέα από τις εισαγγελικές αρχές. Ίσως έτσι εξηγείται γιατί ενόχλησε τόσο πολύ η αναφορά αντικανονικού πρώην υπουργού, σύμφωνα με την οποία ακόμη κι αν δεν ασκήθηκαν ποινικές διώξεις σε πολιτικά πρόσωπα για το σκάνδαλο Novartis, αυτό δεν σημαίνει ότι το σκάνδαλο δεν υφίσταται και ως προς τις πολιτικές διαστάσεις του. Γι’ αυτό και απαξάπαντες οι  κανονικοί έσπευσαν να καταγγείλουν την αυτονοήτως ισχύουσα αναφορά του πρώην υπουργού, ως ένδειξη των αντικανονικών πολιτικών αντιλήψεών του. 

Στο ίδιο πλαίσιο, κανονικότητα είναι να σκοτώνονται σε μια σειρά αδιανόητων συμπτώσεων πολλοί μάρτυρες κατηγορίας σε πολύκροτη ποινική υπόθεση και ενδεχομένως επειδή κατά την εκδίκασή της δεν θα υπάρχουν πλέον μαρτυρίες κατηγορίας, να αθωωθούν οι κατηγορούμενοι. Δεν έχει καμιά σημασία αν πρόκειται για κανονικότητα προσομοιάζουσα με εκείνην του καρτέλ ναρκωτικών της Κολομβίας, κανονικότητα να ‘ναι κι ό,τι να ‘ναι. 

Όλη την περίοδο από την είσοδο της χώρας στο ευρώ και μετά, ακουγόταν πολύ μια φράση  που ασφαλώς όλοι γνωρίζουμε. Πρόκειται για τη φράση «…στις παρυφές της νομιμότητας», η οποία χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για να ξεπλένονται απατεωνιές και λαμογιές προσώπων και εταιρειών που θεωρούνταν «νοικοκυραίοι». Παρά το αδιανόητο νοηματικό περιεχόμενο της φράσης (η νομιμότητα δεν μπορεί να είναι διασταλτικά ισχύουσα), η μαζική χρήση της φράσης αποδεικνύει ότι υπήρχε τότε ενεργή μια ανάγκη των λαμόγιων να αναφέρονται στη νομιμότητα, ως το θεμιτό πλαίσιο λειτουργίας, κι αυτό ήταν ως τότε η κανονικότητα. Στη συνέχεια η μπάλα χάθηκε τελείως! Από το «όποιος έχει στοιχεία να πάει στο εισαγγελέα» και μετά, κανονικότητα κατέστη το φαινόμενο να προσκομίζονται αλλεπαλλήλως λίστες με ονόματα προσώπων εμπλεκόμενων σε ξεπλύματα «μαύρου χρήματος» και επειδή προέκυψαν παραγραφές και οι υποθέσεις (συμπραττουσών εποπτικών αρχών) δεν εκδικάστηκαν ποτέ, να τεκμαίρεται, λέει, ότι δεν υπήρξε το ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Δηλαδή, όποιος μιλάει σήμερα για τέτοιο ξέπλυμα «μαύρου χρήματος» στις υποθέσεις με τις γνωστές λίστες, δεν είναι πλέον παρά ένας αντικανονικός πολίτης.      

Ας δούμε και τα αντίστροφα της υπόθεσης!

Κανονικότητα -φυσικά μετά την επιστροφή των νοικοκυραίων στην εξουσία και τη διακυβέρνηση- είναι να ασχολείσαι με το «τί θα συνέβαινε εάν» τυχόν είχαν εφαρμοστεί πολιτικές των αντικανονικών της προηγούμενης κυβέρνησης, και να παραβλέπεις τί συνέβη και τί συμβαίνει και σήμερα στην πραγματικότητα!

Μερικά παραδείγματα:

- Να προσμετράται ως δήθεν υπαρκτό δημοσιονομικό κόστος για την Ελλάδα η συζήτηση περί εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, που ουδέποτε συνέβη, ενώ το απολύτως διαπιστωμένο, μετρήσιμο και ομολογημένο ακόμη και από το ΔΝΤ κόστος των μνημονίων για την ελληνική οικονομία, να έχει καταστεί κανονική «διάσωση» από νοικοκυραίους πολιτικούς.

- Να θεωρείται ως υπαρκτό δημοσιονομικό κόστος από παρελθούσα διακυβέρνηση (αυθαίρετα και ατεκμηρίωτα οριζόμενο σε εύρος από 85 ως 200 δισ. ευρώ, και ενώ και μόνον οι αποκλίσεις των εκτιμήσεων καθιστούν γελοία όλη αυτή τη συζήτηση), ενώ η διαπιστωμένη και μετρήσιμη απώλεια από το «κούρεμα» ομολόγων του ελληνικού δημοσίου που διακρατούσαν οι ελληνικές τράπεζες (με συνέπεια ανακεφαλαιοποιήσεις τραπεζών δημοσία δαπάνη, δηλαδή με συγκεκριμένο δημοσιονομικό κόστος ύψους περί τα 30 δισ. ευρώ) να ανακηρύσσεται «όφελος» για την ελληνική οικονομία.

- Να επιβεβαιώνεται ως μέρος της ισχύουσας κανονικότητας ότι δήθεν βρισκόμαστε στο 4ο μνημόνιο και ότι δήθεν το όνομα Μακεδονία ανταλλάχτηκε από προηγούμενη κυβέρνηση με την ΕΕ με τη μη περικοπή των συντάξεων, ενώ ήταν απολύτως γνωστό στους ψηφοφόρους ότι πρόκειται για αποδεδειγμένα ψέματα της τότε αντιπολίτευσης, και, παρά ταύτα, ο αποδεδειγμένα ψευδόμενος να εκλέγεται πρωθυπουργός. Κανονικότητα, λοιπόν, να υπερψηφίζουν οι πολίτες τους ψευδολόγους γνωρίζοντας ότι ψεύδονται , …επειδή το κίνητρό των νοικοκυραίων ψηφοφόρων ήταν να αποκατασταθεί η κανονικότητα όπως εκείνοι την αντιλαμβάνονται και να εκδιωχτούν οι αντικανονικοί που ως τότε κυβερνούσαν, και ασχέτως του ότι  οι αντικανονικοί αποδείχτηκαν πολύ αποτελεσματικότεροι από τους νοικοκυραίους, ακόμη και στις θεωρούμενες ως κανονικές πολιτικές.

- Ένα τελευταίο παράδειγμα: Με σχετική αναφορά μέλους του σημερινού υπουργικού συμβουλίου κανονικότητα είναι πλέον να έχει καταστεί αντικανονικό (με υπαινιγμούς ακόμη και περί της ανάγκης ψυχοπαθολογικής αξιολόγησης όσων πολιτών το κάνουν) να αποτίεται φόρος τιμής στη μνήμη όσων αγωνίστηκαν κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών.  

Σταματώ τον κωμικοτραγικό κατάλογο εδώ, γιατί δεν έχει τέλος!

Βεβαίως, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά για τον καταλυτικό ρόλο των μέσων ενημέρωσης, ως βασικών θεματοφυλάκων των δικαιωμάτων των νοικοκυραίων. Άλλωστε νοικοκυρεμένες επιχειρήσεις είναι και αυτά τα μέσα ενημέρωσης, και αντικανονική ανακηρύχτηκε πανηγυρικά από τα ίδια κάθε προσπάθεια να εφαρμοστεί η συνταγματική και λοιπή νομιμότητα, που διέπει τη λειτουργία τους, ως «δημόσιας λειτουργίας» που ασκείται κατά παραχώρηση και υπό την εποπτεία του κράτους, όπως ορίζει ρητά η ισχύουσα ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία. Συμπτωματικά, φανατικός υποστηρικτής τους, ο σημερινός κανονικός πρωθυπουργός, και όχι εκείνος ο άλλος, ο επικεφαλής των αντικανονικών!    

Πρόκειται, επομένως, για ένα συντεταγμένο μπλοκ εξουσίας, το οποίο συναθροίζεται πίσω από ένα πρόσωπο και μια πολιτική παράταξη που κυβερνά σήμερα τη χώρα. Και όχι για μια δημοκρατική κανονικότητα αναδυόμενη από τη νομιμοποίηση της κάλπης, αρμοδιότητα της οποίας δεν είναι να παραδίδει τη διακυβέρνηση σε μπλοκ εξουσίας, αλλά σε κόμματα και πολιτικές παρατάξεις, με συγκεκριμένες προγραμματικές αναφορές.     

Τί μένει;

Νομίζω πως τα πράγματα έχουν αρχίσει να προσλαμβάνουν πολύ επικίνδυνες πιθανότητες πλήρους διαστροφής από τη δημοκρατική κανονικότητα. Διότι, ως γνωστόν, μόνες αδιαπραγμάτευτες αρχές πολιτικής αλήθειας στην εποχή μας, η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Και, φυσικά, αυτά παραβιάζονται κατά συρροή από τους ρέκτες της παρούσας κανονικότητας!

Διότι, αντικανονικό είναι να κλείνεται το σχολείο της πακιστανικής κοινότητας στην Αθήνα από τον κανονικότατο δήμαρχο της πρωτεύουσας. (Για να φέρω μόνον ένα παράδειγμα συμβολικό, εκείνο της απαράβατης αρχής ότι το δικαίωμα παιδιών στη μόρφωση, πέραν εθνικότητας και χρώματος δέρματος, καταλύει οποιαδήποτε άλλη «κανονικότητα» μπορεί να μηχανεύεται ο οποιοσδήποτε για τους δικούς του λόγους).

Μ’ άλλα λόγια, και τελικά, κανονικότητα δεν είναι μια ουδέτερη πολιτικά κατάσταση, εύπλαστη στις διαθέσεις μιας εξουσίας, της οποιασδήποτε (πολλώ μάλλον ενός μπλοκ εξουσίας με ευκρινή πλέον συντεταγμένα συμφέροντα που υπηρετεί πιστά η παρούσα διακυβέρνηση)! Κανονικότητα είναι η δημοκρατία και ο απόλυτος σεβασμός της.

Αλλ’ ούτε νοικοκύρης είναι ένας πολιτικά ουδέτερος πολίτης, εκείνος ο «καλός άνθρωπος» που εκδιώκει με βίαιες πράξεις πρόσφυγες από ξενοδοχεία στην περιοχή του, για να μην απειληθεί το «νοικοκυριό» του!

Η δημοκρατία είναι, δηλαδή, που απειλείται, μαζί με τον ολοφάνερο κίνδυνο παραβίασης μαζικά ανθρώπινων δικαιωμάτων, από τα έργα και τις ημέρες της παρούσας κανονικότητας του κυβερνώντος μπλοκ εξουσίας.

Και επειδή η δημοκρατία και η υπεράσπισή της είναι υποχρέωση και του τελευταίου πολίτη, να είμαστε ‘ξηγημένοι: Κάθε πράξη και δραστηριότητα που αποσκοπεί στην αποτροπή των απειλών κατά της δημοκρατίας και της πεντακάθαρα συντεταγμένης προσπάθειας παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων από μεριάς του κυβερνώντος μπλοκ εξουσίας, είναι σήμερα η δημοκρατική κανονικότητα. Και δεν είναι οι βιαιότητες των νοικοκυραίων και οι αρπαχτές στο δημόσιο συμφέρον από συστατικά μέρη του ίδιου μπλοκ εξουσίας.

(H φωτογραφία είναι από τις πρόσφατες μεγάλες διαδηλώσεις στη Χιλή. Η φωτεινή επιγραφή διακηρύσσει: Δεν θα επιστρέψουμε στην κανονικότητα, γιατί η κανονικότητα ήταν το πρόβλημα") 

 

 

14 Οκτ. 2019

Ο πρωθυπουργός-γκόμενος

Υπάρχουν 4 δυνατοί λόγοι από τους οποίος θα μπορούσε να αποδεικνύεται ότι η περίφημη ατάκα με τον Μητσοτάκη ως γκόμενο ήταν προϊόν πολιτικής συσκευασίας:

1. Ότι υπήρχε γενικευμένη αγαμία τότε (θυμίζω κυβερνούσε ο ΣΥΡΙΖΑ) και οι επικοινωνιολόγοι-σανολόγοι του σημερινού πρωθυπουργού σκέφτηκαν να δώσουν στους πολίτες ένα κίνητρο αισθητικής αναβάθμισης της μέσης ελληνικής ματιάς στην πολιτική.

2. Ότι πράγματι είναι γκόμενος και ο χείμαρρος αναγνώρισης αυτής της ιδιότητας του από τον γυναικείο πληθυσμό απλώς αξιοποιήθηκε για τη μετάδοση της αλήθειας στους πολίτες, ως εγγενούς χαρακτηριστικού του εν αναμονή πρωθυπουργού.

3. Ότι εκείνος είναι τόσο καλός οικογενειάρχης, που παρ’ ό,τι είναι γκόμενος και αυτό δεν κρύβεται, ανθίσταται και υπερασπίζεται τις αρχές του (προάσπιση της παραταξιακής ιδεολογίας συγκεκριμένα στο ιστορικό τρίπτυχο, Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια).

4. Ότι μετά τη χιλιοστή-διακοσιοστή-εικοστή-τρίτη φορά που είχε ζητήσει εκλογές χωρίς να το καταφέρει, δεν άντεξε ο άνθρωπος και ξεχύθηκε ασυγκράτητος στους δρόμους για να ικανοποιήσει τις φυσικές ανάγκες του, με συνέπεια το τρυφερό ενσταντανέ που όλοι ζήσαμε. Και οι επιτελείς του απλώς εκμεταλλεύτηκαν τη στιγμή ώστε να μας προϊδεάσουν για το τί μας περίμενε, αν κέρδιζε τις εκλογές –όπως και έγινε.   

Η πολιτική επιστήμη, ασφαλώς θα ασχοληθεί εμπεριστατωμένα με την υπόθεση, αφού οι εξελίξεις φέρνουν το θύμα του γκόμενου ξανά στο προσκήνιο, ως ηρωίδα μιας απολύτως άκαυλης στιγμής, όπου το μίσος περίσσεψε. (Και ως γνωστόν, όπου κυριαρχεί το μίσος, το σεξ δεν μπορεί να εμφιλοχωρήσει, ει μη μόνον ως βιασμός).

Σε κάθε περίπτωση και αναμένοντας την πολιτική επιστήμη να δώσει τις απαντήσεις της, εμείς οι γαμούμενοι οφείλουμε υπομονή και κατανόηση!

Ο πραγματικός γκόμενος (ως αντικείμενο γνήσιου θαυμασμού) οφείλει να μην επιτρέπει στους θαυμαστές του να μπερδεύουν το ερωτικό στοιχείο με το πολιτικό. Κι έτσι έκανε ο σημερινός πρωθυπουργός-γκόμενος! Απέπεμψε το θύμα της γκομενικής του γοητείας με το σαφές πολιτικό μήνυμα: Μη μπερδεύεις, καλή μου, το ότι με γουστάρεις, με την ψευδαίσθηση ότι επειδή σε μάγεψα θα έκανα τα στραβά μάτια σε μια πολιτική διαφωνία μας. Ως σωστός γκόμενος ξεκαθάρισε αστραπιαία ότι εάν άφηνε την πολιτική άποψη να εισβάλλει στο γκομενικό ζήτημα, το πούρο ερωτικό στοιχείο θα δεχόταν ένα πλήγμα.

Δεν γνωρίζω πόσο θα κρατήσει ακόμη αυτή η θελκτική αντρίλα ως κίνητρο πολιτικής. Κατά έναν παράδοξο τρόπο, μάλιστα, από πείρα γνωρίζω ότι ένας πρωθυπουργός-γκόμενος όσο περισσότερο παρατείνεται η διακυβέρνηση υπό τις οδηγίες του, τόσο περισσότερο ξεσηκώνεται γκομενικά. Τόσος λόγος άλλωστε έχει γίνει για τη σχέση της εξουσίας με τη λίμπιντο.       

Γνωρίζω, όμως, -κι εγώ ως απλός γαμούμενος (=απλός πολίτης)- ότι πολύ νωρίς αυτό το σεξ θα πρέπει να ανανεωθεί για να μακροημερεύσει. Κάτι που όλοι ευχόμαστε, όπως δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις. Ποιος, άλλωστε, θα απευχόταν μια αυτο-ανανεούμενη γκομενική υποδομή στις πολιτικές διαδικασίες;

Για να εμβολιαστεί, λοιπόν, με νέες ορμές ο πρωθυπουργός (συγγνώμη, ο γκόμενος μας) είτε θα πρέπει να εμπλουτιστεί ο κατάλογος των θυμάτων της γοητείας του με νέα πρόσωπα, είτε θα πρέπει να δείξουμε κατανόηση. Αν δεν αντέχουμε και η υπομονή μας εξαντλήθηκε, ας θυσιαστούν κάποιες κυρίες στην ανάγκη!