Mind Way

6 Νοε. 2019

Περί κανονικότητας και δημοκρατίας

Νοικοκυροσύνη και κανονικότητα αναμφίβολα πάνε μαζί! Θα προσέθετα ότι η νοικοκυροσύνη είναι θεμέλιο της κανονικότητας, άνευ της οποίας όλα καταλύονται και μεταβάλλονται  σε έρμαιο των μη κανονικών, καταστάσεων, πράξεων και προσώπων, που σκοπεύουν να ανατρέψουν την ισχύουσα κανονικότητα.

Εσχάτως και η έννοια της αριστείας έχει αναγορευτεί αναπόσπαστο μέρος της νοικοκυροσύνης, ως καίριο συμβολικά και πρακτικά σημείο επιβράβευσης όσων διακρίνονται στον αγώνα υπέρ κανονικότητας και νοικοκυροσύνης.

Καλά όλ’ αυτά! Βάσει αυτών εικάζω, όμως, κανονικότητα ήταν η αποικιοκρατία. Και νοικοκύρηδες ήταν οι αποικιοκράτες. Κανονικότητα ήταν η σκλαβιά των μαύρων στις ΗΠΑ και μη κανονικοί ήταν όσοι εξεγέρθηκαν για την κατάργησή της. Στη γαλλική επανάσταση ασφαλώς δεν απαρτιζόταν από νοικοκυραίους ο όχλος που κατέλαβε τη Βαστίλη. Στην οκτωβριανή επανάσταση βρωμιάρηδες αντικανονικοί τύποι με τα δικράνια έδιωξαν τους Ρομανόφ. Οι οπλισμένοι με λιανοτούφεκα σύντροφοι του Φιντέλ και του Τσε στην Κούβα, είναι ολοφάνερο πως δεν συγκαταλέγονταν στους νοικοκυραίους της χώρας. Και το 1821 οι κλέφτες και οι αρματωλοί αντικανονικά επαναστάτησαν.

Πρόκειται δηλαδή για μια συζήτηση άνευ νοήματος, που αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο να εκθέσει τη μία πλευρά της αφήγησης των εξελίξεων ως ορθή και «κανονική». Οι άλλες αφηγήσεις, εξοβελίζονται εντέχνως σε μια κατάσταση οιονεί παρανομίας, την αποκατάσταση της οποίας οι αρμόδιοι προς τούτο μηχανισμοί είναι επιφορτισμένοι με την ευθύνη να καταστείλουν για να αποκατασταθεί η τάξη (άλλη μία συνεπαγωγή έννοια με την κανονικότητα και την νοικοκυροσύνη που κουβεντιάζουμε εδώ).   

Ας το δούμε πιο προσεκτικά!

Κατ’ αρχάς να ξεκαθαρίσουμε ότι κανονικότητα (εκ του «κανόνας») στην πολιτική είναι έννοια που δεν είναι νοητή παρά μόνο σε συνάρτηση με κάποια πολιτική εξουσία, η οποία και καθορίζει εκείνη τα θεμιτά και τα αθέμιτα όρια των δημόσιων συμπεριφορών και θέτει τους κανόνες. Και στο πλαίσιο αυτών των ορίων επιλέγει έκαστος εκ των πολιτών να ενταχθεί στη συμπαθή τάξη των νοικοκυραίων, ή να καταστεί «αντι-κανονικός».

Ένα παράδειγμα: Ένας υπουργός προσδιόρισε πρόσφατα ως μέρος της κανονικότητας να δωροδοκείται δυνητικά από μια ιδιωτική φαρμακευτική εταιρεία ένα πολιτικό πρόσωπο με καίρια θέση στις διαδικασίας λήψης των αποφάσεων του κράτους που αφορούν στην πολιτική φαρμάκου, επειδή οι φαρμακευτικές εταιρείες σώζουν ζωές. (Δεδομένου ότι καμιά αποστασιοποίηση του πρωθυπουργού και του κυβερνώντος κόμματος από τη θέση αυτή δεν έχει ακολουθήσει, είναι σαφές ότι  μέρος της κανονικότητας καθίσταται πλέον η πρακτική δωροδοκίας πολιτικών προσώπων από φαρμακευτικές εταιρείες για να κάνουν αυτές οι εταιρείες τη δουλειά τους). Συνεπάγωγα, ως «νοικοκύρης» μπορεί να λογίζεται πλέον μια φαρμακευτική εταιρεία που δωροδοκεί πολιτικούς, επειδή κατά τα άλλα κάνει τη δουλειά της.

Έτσι, ίσως μπορεί να εξηγηθεί και να κατανοηθεί εύκολα πως είναι δυνατό μια φαρμακευτική εταιρεία που ενδεχομένως δωροδόκησε πολιτικά πρόσωπα να θεωρείται μέρος μιας θεμιτής γκάμας εταιρικών πρακτικών, ενώ όποιος θεωρεί ότι αυτό δεν είναι θεμιτό και πρέπει να διερευνηθεί ακόμη και ως υπόθεση ποινικού ενδιαφέροντος να θεωρείται κάτι το αντικανονικό, προσδίδοντας του ακόμη και το ψόγο της σκευωρίας για την αμφισβήτηση της τεθειμένης και ισχύουσας κανονικότητας.

Φυσικά είναι τραγικό να αντιλαμβανόμαστε λέγοντας αυτά τα πράγματα ότι δεν κάνουμε αστεϊσμούς εδώ, αλλά αναφερόμαστε σε απολύτως πραγματικά περιστατικά, και επί συγκεκριμένων κομμάτων, προσώπων, δηλώσεων και γεγονότων.

Μιας και τα λέμε αυτά, όμως, να προσθέσω ότι η εξουσία στην πολιτική δεν συμπίπτει με τη διακυβέρνηση. Αντίθετα, σε πολλές περιπτώσεις, όποτε οι αντικανονικοί και όσοι δεν συγκαταλέγονται στους νοικοκύρηδες τύχει να κυβερνήσουν εκείνοι (φυσικά, σπανίως), εκ των πραγμάτων τέτοια διακυβέρνηση θεωρείται κάτι αντικανονικό. (Συμπτώσεις με τη διαπίστωση αυτή, συμπίπτουσες με γεγονότα εδώ στη χώρα μας και λίαν προσφάτως, από πλευράς μου φυσικά είναι απολύτως σκόπιμες!)

Μια άλλη κλασσική περίπτωση κανονικότητας είναι η γνωστή φράση πρώην πρωθυπουργού, απάντησή του σε κατηγορίες της εποχής σε βάρος του περί διαφθοράς: «Όποιος έχει στοιχεία να πάει στον εισαγγελέα». Προδήλως από τη αναφορά αυτή του πρώην πρωθυπουργού ως μέρος της κανονικότητας ορίζεται ότι το σημαντικό δεν είναι η αποφυγή της διαφθοράς ως υποχρέωση ενός νοικοκύρη, αλλά το να μην καταστεί αυτή διαπιστωτέα από τις εισαγγελικές αρχές. Ίσως έτσι εξηγείται γιατί ενόχλησε τόσο πολύ η αναφορά αντικανονικού πρώην υπουργού, σύμφωνα με την οποία ακόμη κι αν δεν ασκήθηκαν ποινικές διώξεις σε πολιτικά πρόσωπα για το σκάνδαλο Novartis, αυτό δεν σημαίνει ότι το σκάνδαλο δεν υφίσταται και ως προς τις πολιτικές διαστάσεις του. Γι’ αυτό και απαξάπαντες οι  κανονικοί έσπευσαν να καταγγείλουν την αυτονοήτως ισχύουσα αναφορά του πρώην υπουργού, ως ένδειξη των αντικανονικών πολιτικών αντιλήψεών του. 

Στο ίδιο πλαίσιο, κανονικότητα είναι να σκοτώνονται σε μια σειρά αδιανόητων συμπτώσεων πολλοί μάρτυρες κατηγορίας σε πολύκροτη ποινική υπόθεση και ενδεχομένως επειδή κατά την εκδίκασή της δεν θα υπάρχουν πλέον μαρτυρίες κατηγορίας, να αθωωθούν οι κατηγορούμενοι. Δεν έχει καμιά σημασία αν πρόκειται για κανονικότητα προσομοιάζουσα με εκείνην του καρτέλ ναρκωτικών της Κολομβίας, κανονικότητα να ‘ναι κι ό,τι να ‘ναι. 

Όλη την περίοδο από την είσοδο της χώρας στο ευρώ και μετά, ακουγόταν πολύ μια φράση  που ασφαλώς όλοι γνωρίζουμε. Πρόκειται για τη φράση «…στις παρυφές της νομιμότητας», η οποία χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον για να ξεπλένονται απατεωνιές και λαμογιές προσώπων και εταιρειών που θεωρούνταν «νοικοκυραίοι». Παρά το αδιανόητο νοηματικό περιεχόμενο της φράσης (η νομιμότητα δεν μπορεί να είναι διασταλτικά ισχύουσα), η μαζική χρήση της φράσης αποδεικνύει ότι υπήρχε τότε ενεργή μια ανάγκη των λαμόγιων να αναφέρονται στη νομιμότητα, ως το θεμιτό πλαίσιο λειτουργίας, κι αυτό ήταν ως τότε η κανονικότητα. Στη συνέχεια η μπάλα χάθηκε τελείως! Από το «όποιος έχει στοιχεία να πάει στο εισαγγελέα» και μετά, κανονικότητα κατέστη το φαινόμενο να προσκομίζονται αλλεπαλλήλως λίστες με ονόματα προσώπων εμπλεκόμενων σε ξεπλύματα «μαύρου χρήματος» και επειδή προέκυψαν παραγραφές και οι υποθέσεις (συμπραττουσών εποπτικών αρχών) δεν εκδικάστηκαν ποτέ, να τεκμαίρεται, λέει, ότι δεν υπήρξε το ξέπλυμα μαύρου χρήματος. Δηλαδή, όποιος μιλάει σήμερα για τέτοιο ξέπλυμα «μαύρου χρήματος» στις υποθέσεις με τις γνωστές λίστες, δεν είναι πλέον παρά ένας αντικανονικός πολίτης.      

Ας δούμε και τα αντίστροφα της υπόθεσης!

Κανονικότητα -φυσικά μετά την επιστροφή των νοικοκυραίων στην εξουσία και τη διακυβέρνηση- είναι να ασχολείσαι με το «τί θα συνέβαινε εάν» τυχόν είχαν εφαρμοστεί πολιτικές των αντικανονικών της προηγούμενης κυβέρνησης, και να παραβλέπεις τί συνέβη και τί συμβαίνει και σήμερα στην πραγματικότητα!

Μερικά παραδείγματα:

- Να προσμετράται ως δήθεν υπαρκτό δημοσιονομικό κόστος για την Ελλάδα η συζήτηση περί εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ, που ουδέποτε συνέβη, ενώ το απολύτως διαπιστωμένο, μετρήσιμο και ομολογημένο ακόμη και από το ΔΝΤ κόστος των μνημονίων για την ελληνική οικονομία, να έχει καταστεί κανονική «διάσωση» από νοικοκυραίους πολιτικούς.

- Να θεωρείται ως υπαρκτό δημοσιονομικό κόστος από παρελθούσα διακυβέρνηση (αυθαίρετα και ατεκμηρίωτα οριζόμενο σε εύρος από 85 ως 200 δισ. ευρώ, και ενώ και μόνον οι αποκλίσεις των εκτιμήσεων καθιστούν γελοία όλη αυτή τη συζήτηση), ενώ η διαπιστωμένη και μετρήσιμη απώλεια από το «κούρεμα» ομολόγων του ελληνικού δημοσίου που διακρατούσαν οι ελληνικές τράπεζες (με συνέπεια ανακεφαλαιοποιήσεις τραπεζών δημοσία δαπάνη, δηλαδή με συγκεκριμένο δημοσιονομικό κόστος ύψους περί τα 30 δισ. ευρώ) να ανακηρύσσεται «όφελος» για την ελληνική οικονομία.

- Να επιβεβαιώνεται ως μέρος της ισχύουσας κανονικότητας ότι δήθεν βρισκόμαστε στο 4ο μνημόνιο και ότι δήθεν το όνομα Μακεδονία ανταλλάχτηκε από προηγούμενη κυβέρνηση με την ΕΕ με τη μη περικοπή των συντάξεων, ενώ ήταν απολύτως γνωστό στους ψηφοφόρους ότι πρόκειται για αποδεδειγμένα ψέματα της τότε αντιπολίτευσης, και, παρά ταύτα, ο αποδεδειγμένα ψευδόμενος να εκλέγεται πρωθυπουργός. Κανονικότητα, λοιπόν, να υπερψηφίζουν οι πολίτες τους ψευδολόγους γνωρίζοντας ότι ψεύδονται , …επειδή το κίνητρό των νοικοκυραίων ψηφοφόρων ήταν να αποκατασταθεί η κανονικότητα όπως εκείνοι την αντιλαμβάνονται και να εκδιωχτούν οι αντικανονικοί που ως τότε κυβερνούσαν, και ασχέτως του ότι  οι αντικανονικοί αποδείχτηκαν πολύ αποτελεσματικότεροι από τους νοικοκυραίους, ακόμη και στις θεωρούμενες ως κανονικές πολιτικές.

- Ένα τελευταίο παράδειγμα: Με σχετική αναφορά μέλους του σημερινού υπουργικού συμβουλίου κανονικότητα είναι πλέον να έχει καταστεί αντικανονικό (με υπαινιγμούς ακόμη και περί της ανάγκης ψυχοπαθολογικής αξιολόγησης όσων πολιτών το κάνουν) να αποτίεται φόρος τιμής στη μνήμη όσων αγωνίστηκαν κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών.  

Σταματώ τον κωμικοτραγικό κατάλογο εδώ, γιατί δεν έχει τέλος!

Βεβαίως, δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά για τον καταλυτικό ρόλο των μέσων ενημέρωσης, ως βασικών θεματοφυλάκων των δικαιωμάτων των νοικοκυραίων. Άλλωστε νοικοκυρεμένες επιχειρήσεις είναι και αυτά τα μέσα ενημέρωσης, και αντικανονική ανακηρύχτηκε πανηγυρικά από τα ίδια κάθε προσπάθεια να εφαρμοστεί η συνταγματική και λοιπή νομιμότητα, που διέπει τη λειτουργία τους, ως «δημόσιας λειτουργίας» που ασκείται κατά παραχώρηση και υπό την εποπτεία του κράτους, όπως ορίζει ρητά η ισχύουσα ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία. Συμπτωματικά, φανατικός υποστηρικτής τους, ο σημερινός κανονικός πρωθυπουργός, και όχι εκείνος ο άλλος, ο επικεφαλής των αντικανονικών!    

Πρόκειται, επομένως, για ένα συντεταγμένο μπλοκ εξουσίας, το οποίο συναθροίζεται πίσω από ένα πρόσωπο και μια πολιτική παράταξη που κυβερνά σήμερα τη χώρα. Και όχι για μια δημοκρατική κανονικότητα αναδυόμενη από τη νομιμοποίηση της κάλπης, αρμοδιότητα της οποίας δεν είναι να παραδίδει τη διακυβέρνηση σε μπλοκ εξουσίας, αλλά σε κόμματα και πολιτικές παρατάξεις, με συγκεκριμένες προγραμματικές αναφορές.     

Τί μένει;

Νομίζω πως τα πράγματα έχουν αρχίσει να προσλαμβάνουν πολύ επικίνδυνες πιθανότητες πλήρους διαστροφής από τη δημοκρατική κανονικότητα. Διότι, ως γνωστόν, μόνες αδιαπραγμάτευτες αρχές πολιτικής αλήθειας στην εποχή μας, η δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Και, φυσικά, αυτά παραβιάζονται κατά συρροή από τους ρέκτες της παρούσας κανονικότητας!

Διότι, αντικανονικό είναι να κλείνεται το σχολείο της πακιστανικής κοινότητας στην Αθήνα από τον κανονικότατο δήμαρχο της πρωτεύουσας. (Για να φέρω μόνον ένα παράδειγμα συμβολικό, εκείνο της απαράβατης αρχής ότι το δικαίωμα παιδιών στη μόρφωση, πέραν εθνικότητας και χρώματος δέρματος, καταλύει οποιαδήποτε άλλη «κανονικότητα» μπορεί να μηχανεύεται ο οποιοσδήποτε για τους δικούς του λόγους).

Μ’ άλλα λόγια, και τελικά, κανονικότητα δεν είναι μια ουδέτερη πολιτικά κατάσταση, εύπλαστη στις διαθέσεις μιας εξουσίας, της οποιασδήποτε (πολλώ μάλλον ενός μπλοκ εξουσίας με ευκρινή πλέον συντεταγμένα συμφέροντα που υπηρετεί πιστά η παρούσα διακυβέρνηση)! Κανονικότητα είναι η δημοκρατία και ο απόλυτος σεβασμός της.

Αλλ’ ούτε νοικοκύρης είναι ένας πολιτικά ουδέτερος πολίτης, εκείνος ο «καλός άνθρωπος» που εκδιώκει με βίαιες πράξεις πρόσφυγες από ξενοδοχεία στην περιοχή του, για να μην απειληθεί το «νοικοκυριό» του!

Η δημοκρατία είναι, δηλαδή, που απειλείται, μαζί με τον ολοφάνερο κίνδυνο παραβίασης μαζικά ανθρώπινων δικαιωμάτων, από τα έργα και τις ημέρες της παρούσας κανονικότητας του κυβερνώντος μπλοκ εξουσίας.

Και επειδή η δημοκρατία και η υπεράσπισή της είναι υποχρέωση και του τελευταίου πολίτη, να είμαστε ‘ξηγημένοι: Κάθε πράξη και δραστηριότητα που αποσκοπεί στην αποτροπή των απειλών κατά της δημοκρατίας και της πεντακάθαρα συντεταγμένης προσπάθειας παραβίασης των ανθρώπινων δικαιωμάτων από μεριάς του κυβερνώντος μπλοκ εξουσίας, είναι σήμερα η δημοκρατική κανονικότητα. Και δεν είναι οι βιαιότητες των νοικοκυραίων και οι αρπαχτές στο δημόσιο συμφέρον από συστατικά μέρη του ίδιου μπλοκ εξουσίας.

(H φωτογραφία είναι από τις πρόσφατες μεγάλες διαδηλώσεις στη Χιλή. Η φωτεινή επιγραφή διακηρύσσει: Δεν θα επιστρέψουμε στην κανονικότητα, γιατί η κανονικότητα ήταν το πρόβλημα") 

 

 

14 Οκτ. 2019

Ο πρωθυπουργός-γκόμενος

Υπάρχουν 4 δυνατοί λόγοι από τους οποίος θα μπορούσε να αποδεικνύεται ότι η περίφημη ατάκα με τον Μητσοτάκη ως γκόμενο ήταν προϊόν πολιτικής συσκευασίας:

1. Ότι υπήρχε γενικευμένη αγαμία τότε (θυμίζω κυβερνούσε ο ΣΥΡΙΖΑ) και οι επικοινωνιολόγοι-σανολόγοι του σημερινού πρωθυπουργού σκέφτηκαν να δώσουν στους πολίτες ένα κίνητρο αισθητικής αναβάθμισης της μέσης ελληνικής ματιάς στην πολιτική.

2. Ότι πράγματι είναι γκόμενος και ο χείμαρρος αναγνώρισης αυτής της ιδιότητας του από τον γυναικείο πληθυσμό απλώς αξιοποιήθηκε για τη μετάδοση της αλήθειας στους πολίτες, ως εγγενούς χαρακτηριστικού του εν αναμονή πρωθυπουργού.

3. Ότι εκείνος είναι τόσο καλός οικογενειάρχης, που παρ’ ό,τι είναι γκόμενος και αυτό δεν κρύβεται, ανθίσταται και υπερασπίζεται τις αρχές του (προάσπιση της παραταξιακής ιδεολογίας συγκεκριμένα στο ιστορικό τρίπτυχο, Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια).

4. Ότι μετά τη χιλιοστή-διακοσιοστή-εικοστή-τρίτη φορά που είχε ζητήσει εκλογές χωρίς να το καταφέρει, δεν άντεξε ο άνθρωπος και ξεχύθηκε ασυγκράτητος στους δρόμους για να ικανοποιήσει τις φυσικές ανάγκες του, με συνέπεια το τρυφερό ενσταντανέ που όλοι ζήσαμε. Και οι επιτελείς του απλώς εκμεταλλεύτηκαν τη στιγμή ώστε να μας προϊδεάσουν για το τί μας περίμενε, αν κέρδιζε τις εκλογές –όπως και έγινε.   

Η πολιτική επιστήμη, ασφαλώς θα ασχοληθεί εμπεριστατωμένα με την υπόθεση, αφού οι εξελίξεις φέρνουν το θύμα του γκόμενου ξανά στο προσκήνιο, ως ηρωίδα μιας απολύτως άκαυλης στιγμής, όπου το μίσος περίσσεψε. (Και ως γνωστόν, όπου κυριαρχεί το μίσος, το σεξ δεν μπορεί να εμφιλοχωρήσει, ει μη μόνον ως βιασμός).

Σε κάθε περίπτωση και αναμένοντας την πολιτική επιστήμη να δώσει τις απαντήσεις της, εμείς οι γαμούμενοι οφείλουμε υπομονή και κατανόηση!

Ο πραγματικός γκόμενος (ως αντικείμενο γνήσιου θαυμασμού) οφείλει να μην επιτρέπει στους θαυμαστές του να μπερδεύουν το ερωτικό στοιχείο με το πολιτικό. Κι έτσι έκανε ο σημερινός πρωθυπουργός-γκόμενος! Απέπεμψε το θύμα της γκομενικής του γοητείας με το σαφές πολιτικό μήνυμα: Μη μπερδεύεις, καλή μου, το ότι με γουστάρεις, με την ψευδαίσθηση ότι επειδή σε μάγεψα θα έκανα τα στραβά μάτια σε μια πολιτική διαφωνία μας. Ως σωστός γκόμενος ξεκαθάρισε αστραπιαία ότι εάν άφηνε την πολιτική άποψη να εισβάλλει στο γκομενικό ζήτημα, το πούρο ερωτικό στοιχείο θα δεχόταν ένα πλήγμα.

Δεν γνωρίζω πόσο θα κρατήσει ακόμη αυτή η θελκτική αντρίλα ως κίνητρο πολιτικής. Κατά έναν παράδοξο τρόπο, μάλιστα, από πείρα γνωρίζω ότι ένας πρωθυπουργός-γκόμενος όσο περισσότερο παρατείνεται η διακυβέρνηση υπό τις οδηγίες του, τόσο περισσότερο ξεσηκώνεται γκομενικά. Τόσος λόγος άλλωστε έχει γίνει για τη σχέση της εξουσίας με τη λίμπιντο.       

Γνωρίζω, όμως, -κι εγώ ως απλός γαμούμενος (=απλός πολίτης)- ότι πολύ νωρίς αυτό το σεξ θα πρέπει να ανανεωθεί για να μακροημερεύσει. Κάτι που όλοι ευχόμαστε, όπως δείχνουν όλες οι δημοσκοπήσεις. Ποιος, άλλωστε, θα απευχόταν μια αυτο-ανανεούμενη γκομενική υποδομή στις πολιτικές διαδικασίες;

Για να εμβολιαστεί, λοιπόν, με νέες ορμές ο πρωθυπουργός (συγγνώμη, ο γκόμενος μας) είτε θα πρέπει να εμπλουτιστεί ο κατάλογος των θυμάτων της γοητείας του με νέα πρόσωπα, είτε θα πρέπει να δείξουμε κατανόηση. Αν δεν αντέχουμε και η υπομονή μας εξαντλήθηκε, ας θυσιαστούν κάποιες κυρίες στην ανάγκη!               

 

 

 

29 Σεπ. 2019

Εφηβεία εξ αναβολής  

Πριν 3 μέρες παρακολούθησα για πρώτη φορά σε κινηματογραφικό εκράν το ντοκιμαντέρ της κόρης μου Νεφέλης (και 3 ακόμη νέων παιδιών), με θέμα τον Βαγγέλη Γερμανό.

Θα ήταν πολύ τετριμμένο να αναφερθώ στη συγκίνησή μου –ποιός γονιός δεν επηρεάζεται συναισθηματικά από τα έργα των παιδιών του;… 

Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να σας πω τα ιδιαίτερα στοιχεία της συγκίνησής μου, πέραν του φανερού δεσμού καρδιάς που φυσικά έχω με τα παιδιά μου και βεβαίως ανάμεσά τους τη Νεφέλη μου!

Η δεκαετία του 1980 ήταν για τη γενιά μας καταλυτική, για όλη τη ζωή μας, δηλαδή,  όσων από μας συγκαταλέγονται σήμερα στη "ζώνη" των 60. Προηγουμένως είχαμε ζήσει μια εφηβεία μέσα σε δικτατορία, που για τους νέους ήταν σαν μια φυλακή. Από τα υποχρεωτικά κουρέματα στο σχολείο, μέχρι τα (εξατάξια) γυμνάσια  αρρένων-θηλέων (που απαγόρευαν σχεδόν απολύτως κάθε θέα στο άλλο φύλο, ακριβώς την εποχή που ο αισθησιασμός της ερωτικής υποδαύλισης ανθίζει μέσα στον άνθρωπο), αυτό που έμενε ήταν μια εντύπωση καταπίεσης. Καταπίεσης ασφυκτικής, που ενώ σαν νεαροί και κορίτσια καταλαβαίναμε ότι είχε εξ αρχής σχεδιαστεί προς συλλογική εφαρμογή, κατέληγε σε προσωποποιημένη καταγραφή για τον καθένα από μας. Δεν περιορίζονταν ταυτόχρονα όλοι νέοι από το χουντικό ακροδεξιό αυταρχισμό, αλλά ο καθένας από μας ξεχωριστά. Με δεδομένη μάλιστα την ανυπαρξία φανερού κινήματος για τη δημοκρατία, μέσα στην επταετία, εκεί δηλαδή όπου θα μπορούσαμε να ακουμπήσουμε τις ελπίδες μας για ελευθερία, ο αγώνας αποφυλάκισής μας από τα δεσμά αυτά, έμοιαζε να ήταν τελείως προσωπική μας υπόθεση, αν και σε μικρές ομάδες πηγαίναμε στη μοναδική διαθέσιμη διασκέδαση της εποχής, τις ταβέρνες, για να τραγουδήσουμε Θεοδωράκη –έπαιζα κιθάρα και ήμουν «απαραίτητος» στις παρέες της εποχής.

Παρ’ ό,τι όλ’ αυτά σήμερα, ιδίως για τους σημερινούς νέους, μοιάζουν να έρχονται από πολύ παλιά, από μια Ελλάδα παλιότερων αιώνων, αυτή ήταν τότε η ζωή της συγκεκριμένης γενιάς μου. Βιασμένη γενιά, που ξέσπαγε μόνο στις τυφλές μικροεξεγέρσεις των επεισοδίων στο κέντρο της Αθήνας επειδή η χούντα απαγόρευσε την προβολή της ταινίας Γούντστοκ, μέχρι και την «ωρίμανσή» της στη Νομική και το Πολυτεχνείο.

Όλ’ αυτά, ως ανάσες σε εμπειρίες ελευθερίας, ήταν ένα πλαίσιο με λίγες δυνατότητες μέσα του να εκφραστεί ο φυσικός ρζοσπαστισμός των νέων. Κι αυτή η ιδιότυπη παρανομία της προσωπικής αντίστασης του καθένα μας και μετά την πτώση της χούντας άφησε πίσω της μια μελαγχολία για τα χρόνια της εφηβείας μας, που θεωρούσαμε πως χάθηκαν για πάντα.

Το κλίμα που περιγράφω, εμβολίασε την πρώτη μεταδικατορική μας κοινωνική έκρηξη με μια μονοθεματική συνθήκη: Την πολιτική δραστηριότητα ως κύριου (αν όχι του μόνου) μέσου εκδημοκρατισμού του εξατομικευμένου βίου για τον καθένα μας. Έτσι, πίσω απ’ την πολιτική κρύφτηκαν αισθησιασμοί και αισθήματα, τρυφερότητες και γλυκύτητες, που δεν έχουν σχέση με τις πολιτικές βαρβαρότητες.

Ευτυχώς αυτό κράτησε λίγο, γιατί από το 1981 και μετά έπνευσε ένα άνεμος ανατροπής. Ένας άνεμος που προαναγγελλόταν βεβαίως από νωρίτερα, αλλά χρειάστηκε ένα πολιτικό υποκείμενο για να τον κάνει να πνεύσει δροσερά στα μυαλά των Ελλήνων.

3 στοιχεία κρατώ από τη ματιά μου εκείνης της εποχής:

-ότι δεν υπήρχε ακόμη η απειλή του έιτζ (με συνέπεια τα βράδια της αλητείας μας να ζευγαρώνουμε ακατάσχετα με διαφορετικούς συντρόφους κάθε φορά, μ’ ένα άγχος λες και κάθε φορά μας θα ήταν η τελευταία),

-ότι η πολιτική πέρασε  σιγά-σιγά στις πραγματικές της διαστάσεις για άτομα που πια ήμασταν κάπου στα 30, και

-ότι τότε ακριβώς, σαν ένα νέο κίνημα μιας καθυστερημένης εφηβείας μας, γεννήθηκε το αίτημα της «αυτονομίας» μας, πάλι ξεχωριστά για τον καθένα από μας. Σαν ένας δεύτερος απελευθερωτικός γύρος, λες, από τα υπολείμματα καταπιέσεων, που ως τότε δεν είχαμε καταφέρει να αποδιώξουμε πλήρως από μέσα μας. 

Την ίδια χρονιά, το 1981, κυκλοφόρησαν «Τα μπαράκια» του Βαγγέλη Γερμανού. Και, αίφνης, αυτά τα μπαράκια ήμασταν εμείς! Φεύγαμε με καρπούζια και νέους συντρόφους  από το γραφείο ή για θερινές διακοπές, θέλαμε πολύ ο ένας τον άλλον, διαβάζαμε μανιασμένα Μπουκόφσκι και περιγελούσαμε μέχρις δακρύων τους κνίτες. Τρέχαμε με ντεμοντέ μαγιό στη Βουλιαγμένη τα μεσάνυχτα για να πλατσουρίσουμε στο πάρτι του Λουκιανού. Βγαίναμε από το Decadence και μπουκάραμε στη Ράτκα, κι αργότερα στο Green Door στα σκαλάκια. Κρατάγαμε την κοιλιά μας απ’ τα γέλια για τους γιάπηδες, που άρχισαν τότε να πρωτοεμφανίζονται, σαν απελπισμένο αντίβαρο στην τότε κυριαρχία μας.                      

Αυτά -και άλλα- είδα στο ντοκιμαντέρ της Νεφέλης μου! Τα δικά μου πράγματα, τις δικές μου διαδρομές, τα δικά μου κορίτσια, τα δικά μου φευγιά και τα ταξίδια.

Εύχομαι σε κάθε άνθρωπο να ζήσει κάποια φορά στον βίο του την εμπειρία, να μιλάνε τα παιδιά του γι’ αυτόν, όπως την έζησα εγώ!

Με νοτισμένα μάτια βγαίνοντας από την αίθουσα προβολής, είδα κάποιους νέους (ήταν η πλειοψηφία του κοινού) να με κοιτάνε περίεργα. Θα αναρωτήθηκαν πού βρέθηκε στο ντοκιμαντέρ χώρος για τέτοια. Σίγουρα, για ευσυγκίνητο μεσήλικα θα με πήραν…   

Όμως η Νεφέλη ξέρει! Κι αυτό έχει σημασία!

 

 

 

31 Αυγ. 2019

Η «φιλοσοφία των ΜΜΕ» και η Δημοκρατία

Η συζήτηση αυτή δεν έχει ανοίξει τώρα. Εδώ και δεκαετίες διατυπώνεται σε επίπεδο προβλέψεων ο προβληματισμός σχετικά με τον κίνδυνο τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης να μετεξελίσσονταν από αγαθό εμβάθυνσης και ποιοτικής αναβάθμισης της δημοκρατίας, σε κατάρα ενστάλαξης πλασματικής εντύπωσης της πραγματικότητας στην κοινή γνώμη, προκειμένου να προαχθούν συμφέροντα κύκλων εξουσίας.

Ο φόβος αυτός, σήμερα, έχει περίπου επιβεβαιωθεί! Και αφορά σε προσχεδιασμένη από σκοπιμότητες κέντρων εξουσίας παροχή «ενημέρωσης»  στους πολίτες σε παγκόσμια μάλιστα κλίμακα και με την υποβοηθητική του κακού αμεσότητα των κοινωνικών δικτύων. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα «πυρηνικό» πολιτικό όπλο, στον βαθμό που στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία οι πολίτες διαθέτουν την ψήφο τους εκεί όπου έχουν την εντύπωση ότι εκπροσωπούνται καλύτερα, με βάση την «εικόνα αληθείας» που κυρίως έχουν σχηματίσει από την αφήγηση που τους παρέχουν τα μέσα ενημέρωσης. Καμιά πολιτική, οικονομική και μιντιακή εξουσία δε θα απέφευγε -αναγνωρίζοντας ότι είναι καθαρά αντιδημοκρατικό- αυτό το «πυρηνικό» πολιτικό όπλο, για να επέμβει στη διαμόρφωση της πλασματικής λαϊκής βούλησης, προσχηματοποιώντας απολύτως τις νομιμοποιήσεις πολιτικής αντιπροσώπευσης. Άλλωστε, πρόκειται για πλήγμα στον  «πυρήνα» της ίδιας της δημοκρατικής διαδικασίας (που προϋποθέτει απολύτως την απαράβατη ισχύ του κανόνα «γνωρίζω τί ψηφίζω», ως θεμελιώδους εγγύησης του ίδιου του νομιμοποιητικού πολιτικού σκοπού αντιπροσώπευσης). Κι απ’ αυτή τη ματιά είναι πυρηνικό πολιτικό όπλο στην κυριολεξία, χωρίς εισαγωγικά.

Όλες, λοιπόν, οι εξουσίες, πάσης μορφής και παντός πεδίου δραστηριοτήτων, έχουν σήμερα υποπέσει στο αμάρτημα της προσεκτικά προετοιμασμένης -όρα κατασκευασμένης- ειδησεογραφίας και έχουν μεταβληθεί σε αφηγητές περί της αλήθειας, ενώ δεν είναι αυτή η «δουλειά» τους και η δημοκρατία απαιτεί απολύτως αυτή τη «δουλειά» να την κάνουν άλλοι, και όχι οι χρήστες των εξουσιών. Και όλοι συμμετέχουν σ’ αυτό το μεγάλο παιγνίδι σχεδιασμένου επηρεασμού της κοινής γνώμης, απλούστατα διότι όποιος δεν το παίξει βυθίζεται στην αφάνεια και την ενημερωτική ανυπαρξία.

Το φαινόμενο εντοπίζεται πεντακάθαρα, από την πολιτική ως το ποδόσφαιρο και από την οικονομία ως την Κλιματική Αλλαγή. 

…Και πλέον αυτό το κακό ομολογείται ανοιχτά (αποκαλύπτοντας πλέον τα ανέντιμα κίνητρα αυτών των πρακτικών), σε μια ένδειξη ακραίου πολιτικού αμοραλισμού!

Οι αντιδράσεις για τη θλιβερή ενημερωτική πραγματικότητα του μέσου πολίτη στην εποχή μας, όπως ήδη είπα, ξεκίνησαν πριν δεκαετίες. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 δύο Γάλλοι ευρωβουλευτές με έκθεσή τους στο τότε ευρωκοινοβούλιο επεσήμαναν τον κίνδυνο για τη δημοκρατία, που συνεπαγόταν το φαινόμενο μαζικής διείσδυσης ιδιωτών επιχειρηματιών άλλων κλάδων σε επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης. Τα μέτρα που ελήφθησαν, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια και επιβεβαιώνεται σήμερα με τις ανοιχτές πλέον απειλές κατά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας,  ήταν απολύτως ατελέσφορα. Λίγο αργότερα, η περίπτωση Μπερλουσκόνι στην Ιταλία απέδειξε πόσο κακό δρόμο είχαν λάβει οι εξελίξεις.

Στην Ελλάδα, ο καλός για την εποχή του Νόμος 2328/95 (γνωστός ως νόμος- Βενιζέλου) θέσπισε δύο βασικά μέτρα ως εμπόδιο για την εμφανιζόμενη αλλοίωση των δημοκρατικών πραγμάτων από την αρνητική επέμβαση των μέσων ενημέρωσης σε λειτουργίες του πολιτεύματος, η οποία ήδη εκδηλωνόταν ανοιχτά: α. απαγόρευσε οι ιδιοκτήτες μέσων ενημέρωσης  να είναι προμηθευτές του δημοσίου (για να αποτρέπονται ευνοϊκές αναθέσεις από τα πολιτικά κέντρα λήψης αποφάσεων προς επιχειρηματίες διαφόρων κλάδων, που ταυτόχρονα κατείχαν και επιχείρηση μέσων ενημέρωσης), και β. επέβαλε τον περιορισμό να μην μπορούν επιχειρηματίες μέσων ενημέρωσης να κατέχουν εταιρείες και στους 3 τομείς επιχειρήσεων του κλάδου (Τύπος-Ραδιόφωνο-Τηλεόραση), αλλά μόνο σε δύο εξ αυτών (για να αποτρέπεται  το φαινόμενο συγκέντρωσης πολλών επιχειρήσεων με έργο την πληροφόρηση των πολιτών, εις χείρας ολίγων. Αυτό το δεύτερο μέτρο ήρθε κατ’ αναλογία με την τότε προσπάθεια της Ε.Ε. να αποτρέψει ακριβώς αυτό το εντεινόμενο φαινόμενο διεθνώς συγκέντρωσης πολλών επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης, εις χείρας ολίγων -την ενημερωτική ολιγαρχία, δηλαδή).    

Για τα συμβαίνοντα επί του θέματος στην Ελλάδα οφείλω να καταλογίσω την αστοχία να παραχωρηθεί εξ αρχής στους  παραδοσιακούς εκδότες του Τύπου ένα τηλεοπτικό κανάλι πανελλήνιας εμβέλειας. Ωστόσο, πρέπει να λεχθεί (και μιλώ μετά λόγου γνώσεως διότι τα παρακολούθησα από κοντά και μεταγενέστερα τα εφήρμοσα ως μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης) ότι εκείνο το κανάλι πανελλήνιας εμβέλειας παραχωρήθηκε τότε στους εκδότες (ΔΟΛ-Λαμπράκης, Έθνος-Μπόμπολας, όμιλος Μεσημβρινής-Βαρδινογιάννης, Καθημερινή-Αλαφούζος, Ελευθεροτυπία-Τεγόπουλος, από ποσοστό 20% εξ ίσου εις έκαστον) καλή τη πίστει και με την πεποίθηση ότι οι εκδότες και οι δημοσιογράφοι των έντυπων μέσων ενημέρωσης θα εγγυόντουσαν την ελευθερία στην ενημέρωση και την πληροφόρηση των πολιτών. Θα εξασφάλιζαν, δηλαδή, ότι ο κίνδυνος επηρεασμού της ενημέρωσης των πολιτών από συμφέροντα οποιαδήποτε φύσης (κίνδυνος που εκόμιζαν τα ιδιωτικά ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης), δεν θα επιβεβαιωνόταν. Το όνομα εκείνου του καναλιού ήταν MEGA CHANNEL.

Αυτό που δεν προβλέφτηκε, παρά τα αγαθά -όπως είπα- κίνητρα της απόφασης να δοθεί ένα κανάλι πανελλήνιας εμβέλειας στους παραδοσιακούς εκδότες, ήταν η αντιστροφή του φαινομένου συγκέντρωσης πολλών επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης, εις χείρας ολίγων. Και εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ελληνική παγκόσμια πρωτοτυπία. Ενώ σ’ όλον τον πλανήτη επιχειρηματίες άλλων κλάδων εξαγόραζαν μαζικά εταιρείες μέσων ενημέρωσης, στην Ελλάδα οι επιχειρηματίες του κλάδου ενημέρωσης άρχισαν να εξαγοράζουν μαζικά επιχειρήσεις άλλων κλάδων! Ο βαθμιαίος παραμερισμός του βάρους εγκυρότητας ιστορικών εγχώριων μέσων ενημέρωσης και του ειδικού σημασιολογικού και ηθικού έρματος της πένας των δημοσιογράφων τους, από τον επιχειρηματικό επεκτατισμό της ιδιοκτησίας τους, αντέστρεψε την εικόνα από εγγύηση για τη δημοκρατία σε κερκόπορτα παραβίασής της. Και πολλοί δημοσιογράφοι έσπευσαν να μετάσχουν της διαπλοκής με το αζημίωτο.    

Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε το εκτεταμένο πολιτικό φαινόμενο της λεγόμενης «διαπλοκής», το οποίο επέβαλε αποφάσεις στην πολιτική, την οικονομία, την παιδεία, τον αθλητισμό, πληθώρα άλλων τομέων, και φυσικά και στην ενημέρωση, διαμορφώνοντας ένα σφιχτό κλοιό γύρω από τη δημοκρατία και τα κέντρα λήψης των αποφάσεων αυτής της χώρας. Όσοι πολιτικοί τόλμησαν να αποπειραθούν την άσκηση μιας στοιχειώδους και συνταγματικά προαπαιτούμενης εποπτείας της εν λόγω διαπλοκής, επλήγησαν ανηλεώς!

Όσοι συμπαραστάθηκαν στη διαπλοκή ευνοήθηκαν απ’ αυτήν μέχρις προκλητικών παρεμβάσεών της σε καθαρές πολιτικές και δημοκρατικές διαδικασίες. Και αυτή η διαπλοκή, ως πανίσχυρο σύστημα εξουσίας, επικαθόρισε σχεδόν απολύτως τις λειτουργικές διαδικασίες της δημοκρατίας επί δεκαετίες και μόνο πριν 2 χρόνια με τις απονομές αδειών στα κανάλια πανελλήνιας εμβέλειας από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, αποκαταστάθηκε πολιτικά σε σημαντικό μέρος η εποπτική αρμοδιότητα επί των καναλιών. Και αποκαταστάθηκε ως δυνατότητα του πολιτεύματος να εποπτεύει, να εντοπίζει και να λαμβάνει μέτρα αποτροπής για τις τυχόν άτυπες δημοκρατικές εκτροπές που προκαλούν οι εξουσίες των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης, συνεπικουρούμενων πλέον από τα social media.

2 σημεία ακόμη από τη σύντομη και εξ ορισμού αποσπασματική ιστορία της «φιλοσοφίας των μέσων ενημέρωσης», που εδώ προσπαθώ να περιγράψω:

α. Ο άλλος ισχύον περιορισμός ευρωπαϊκής κοπής για την αποτροπή συγκέντρωσης μέσων ενημέρωσης εις χείρας ολίγων, ήταν να μη μπορεί ένας ιδιοκτήτης καναλιού πανελλήνιας εμβέλειας να κατέχει μετοχικό  μερίδιο που να υπερβαίνει το 25%. Περιττό να πω ότι η ρύθμιση αυτή από την αρχή κιόλας κατέστη απολύτως ατελέσφορη και κατέπεσε ηχηρά, αφού η «δημοκρατία των off shore» ξεκίναγε τότε την ένδοξη πορεία της, ως ατύπως εγκεκριμένος από τον διεθνή καπιταλισμό μηχανισμός απόκρυψης ιδιωτικών κεφαλαίων, νόμιμων και «μαύρων». Έτσι, το ίδιο πρόσωπο κρυπτόμενο πίσω από διαφορετικές εταιρείες off shore μπορούσε να κατέχει πλήρως ένα κανάλι, ενώ εμείς οι δύσμοιροι μέλη του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου (και οι συνάδελφοί μας στα αντίστοιχα συμβούλια όλης της Ευρώπης) ήταν πρακτικά αδύνατο να εφαρμόσουμε τον νόμο που ζητούσε ονομαστικοποίηση μετοχών «μέχρι φυσικού προσώπου».

β. Το δεύτερο σημείο αφορά στην περίφημη υπόθεση του «βασικού μετόχου», δηλαδή  την κατ’ εφαρμογήν πρόβλεψης του ελληνικού συντάγματος θέσπιση διάταξης από τον τότε υπουργό Προκόπη Παυλόπουλο για τη διαφάνεια στην ιδιοκτησία των ελληνικών μέσων ενημέρωσης, που -όπως είπα- είχε πλήρως καταπέσει συνεπεία της διεθνούς κυριαρχίας της «δημοκρατίας των off shore». Το αμείλικτο λόμπινγκ των καναλαρχών στην ΕΕ, πέτυχε τότε την ακύρωση του νόμου Παυλόπουλου για τον «βασικό μέτοχο» με ευρωπαϊκή πίεση.

(σ.σ.: Επειδή καλό είναι να μη μένουμε στη στεγνή αποτύπωση του σκηνικού σ’ ένα πεδίο -εν προκειμένω των media- και υπό την οπτική ότι η δημοκρατία δεν είναι ασύνδετες μεταξύ τους λειτουργίες αλλά, αντίθετα,  επάλληλες και αλληλο-εξαρτώμενες διαδικασίες, θέλω να πω το εξής: Η «συμπάθεια» του Τσίπρα και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στον Προκόπη Παυλόπουλο έχω την βεβαιότητα ότι έλκει την πολιτική καταγωγή της από τη στάση του σημερινού Προέδρου της Δημοκρατίας -και τότε υπουργού- στο θέμα του «βασικού μετόχου». Καμία σχέση δεν έχει κατά τη γνώμη μου με τις γελοίες σημερινές και απολύτως ανερμάτιστες αναφορές περί της δήθεν άδηλης συνεργασίας Τσίπρα-Καραμανλή. Προς επίρρωση της άποψής μου επικαλούμαι το γεγονός ότι όλοι οι αντίπαλοι του κ. Προκόπη Παυλόπουλου και φυσικά και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. υπήρξαν -και παραμένουν- διαπρύσιοι υποστηρικτές της διαπλοκής που επεδίωξε ανεπιτυχώς να αλώσει ο τελικώς ανακληθείς νόμο Παυλόπουλου για τον «βασικό μέτοχο» και που χρειάστηκε να περάσουν άλλα 10 χρόνια για πληγεί αυτή η διαπλοκή κατάστηθα, από τις απονομές νόμιμων και μετά από δεκαετίες ανομίας αδειών από το  Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης επί διακυβέρνησης Τσίπρα).  

Το περιστατικό του «βασικού μετόχου» και η ήττα της προσπάθειας να ελεγχθεί η διαπλοκή είναι κεντρικό της στη συνέχεια πλήρους εκτροπής των πανίσχυρων πλέον «μιντιάδων» (και αφού ήδη είχαν διεισδύσει  σε πληθώρα άλλων επιχειρηματικών κλάδων -από τη ναυτιλία και τον τουρισμό ως την ενέργεια και τις κατασκευές), σε καθαρά αντιδημοκρατικές πρακτικές διαπλοκής, με τις άλλες επιχειρήσεις τους να εξασφαλίζουν τη μερίδα του λέοντος ως προμηθευτές του δημοσίου.  Και αυτό -όπως επίσης είπα- παρετάθη για πολύ χρόνο και διήρκεσε μέχρι πριν δύο περίπου χρόνια, όταν δηλαδή συγκροτήθηκε τότε κατά νόμο το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και απένειμε νόμιμες άδειες στα κανάλια.         

Περισσότερο, όμως, απ’ όλ’ αυτά, και με τις αρνητικές συνέπειες όσων περιέγραψα να έχουν εμπεδωθεί και με την Ευρωπαϊκή Ένωση να κάνει μόλις τα πρώτα ουσιαστικά  βήματα της για την απόκρουση των συνεπειών της «δημοκρατίας των off shore» που πλήττουν καίρια και την ίδια, σήμερα εισερχόμαστε στο πιο επικίνδυνο πεδίο της μετα-δημοκρατικής θεσμικής εκτροπής: Στις μέρες μας επιχειρείται βίαια επίθεση των ίδιων κέντρων στον συλλογικό πολιτισμό των ανθρώπων. Από την ψευδόμενη και κατασκευασμένη καθημερινότητα της ενημέρωσης των fake news, βυθιζόμαστε πια στην προσπάθεια -προσχεδιασμένης, λέω εγώ- απόπειρας αποστέωσης κάθε συλλογικής έννοιας και λειτουργίας. Δηλαδή δέχεται επίθεση η συλλογική πολιτική υπόστασή μας ως πολίτες εντός δημοκρατίας, αφού ακριβώς αυτή η συλλογική πολιτική μας υπόσταση αλέθεται σε ελάχιστα και πολιτικά ασήμαντα τεμάχια της ψευδαίσθησης ότι εξατομικευμένα ο καθένας μας δήθεν παράγει κάποιο ουσιώδες πολιτικό αποτέλεσμα, μέσα από τους «τοίχους» μας στα social media και με τον αφτιασίδωτο κομπασμό μας να μαρτυρεί αδιάψευστα περί της ανοησίας των λεγομένων μας ως μονάδων, εκεί που θα έπρεπε να δρα η συλλογική μας υπόσταση ως πολιτών.

Έτσι, πνιγμένη από τα fake news και τις κενολογίες των κοινωνικών δικτύων, αντί να είναι η δημοκρατία ο θεσμικός πυρήνας γύρω από τον οποίο δομούνται οι διαδικασίες και οι λειτουργίες του πολιτεύματος ως συστήματος συλλογικής κοινωνικής οργάνωσης, μεταπίπτει η δημοκρατία σε διά-μεσο ανάμεσα στα συμφέροντα και τις εξουσίες που διαχειρίζονται.   

Το κακό διενεργείται από το «δια-δίκτυο», όπου λαμβάνει χώρα η ανθρώπινη «δι-επαφή», παράγοντας την «δι-επικοινωνία» των νοημόνων όντων-πολιτών και δημιουργώντας τη «δι-αίσθηση» μιας «δια-πραγματικότητας» από «δια-λόγους» μεταξύ «δι-ανθρώπων». Ό,τι «δια-μεσολαβεί» μεταξύ όλων αυτών συνιστά την πανίσχυρη εξουσία του 21ου αιώνα.

Η ευθύνη για την αντιμετώπιση αυτής της «παγκόσμιας χούντας» δεν μπορεί να αναζητηθεί αλλού, παρά μόνο στους ίδιους τους πολίτες!

Πώς θα γίνει αυτό; Θα το συζητήσουμε κάποια άλλη φορά…   

 

 

 

20 Ιουλ. 2019

Περιστατικό από μια δίκη του 1956 

Το ανυπότακτο στοιχείο της αριστεράς είναι πριν απ’ όλα αισθητική του βίου των προοδευτικών ανθρώπων.

Ήταν κάπου στις αρχές του 1956, όταν ο συγγραφέας Μενέλαος Λουντέμης έχοντας ήδη περάσει οχτώ χρόνια στην εξορία για τις αριστερές του ιδέες, μεταφέρεται στην Αθήνα για να δικαστεί. Κατηγορείται για εσχάτη προδοσία, που επισύρει την ποινή του θανάτου, για όσα γράφει στο βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» και συγκεκριμένα στο διήγημα «Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό». Η δίκη, όπως γίνεται κατανοητό, είναι πολύ σημαντική καθώς εκείνο που επιχειρείται να χειραγωγηθεί με τις κατηγορίες και το υπό κατηγορία πρόσωπο είναι το ανυπότακτο πνεύμα ελεύθερων συνειδήσεων, σε συνθήκες πραγματικής βίας σε βάρος των προοδευτικών πολιτών από το κράτος της μετεμφυλιακής δεξιάς.

Ανάμεσα στους μάρτυρες υπεράσπισης ο Κώστας Βάρναλης, ο κομμουνιστής ποιητής που προσέρχεται υπέρ του αγωνιστή συγγραφέα, δύο πρόσωπα δηλαδή, που ήταν εκείνα που πρωτοπόρησαν μετατρέποντας την υψηλή αισθητική σε όπλο της αριστεράς.     

Ο Βάρναλης είναι στο έδρανο του μάρτυρα και γίνεται ο παρακάτω διάλογος:

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: «Είναι ένοχος ο κατηγορούμενος;»

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Ένοχος; Όχι! Για να ‘ναι ένοχος ένας συγγραφέας πρέπει να δίνει αρνητικές απαντήσεις στις τρεις παρακάτω ερωτήσεις:

Πρώτον: Ζώντας σε μια κοινωνία αδικίας με ποιους θα πάει; Με τους αδικητές ή με τους αδικημένους;

Δεύτερο: Αν ο λαός πέσει στα δεσμά της τυραννίας με ποιους θα συνταχθεί; Με τον τυραγνισμένο ή με τον τύραννο;

Και τρίτο και τελευταίο: Αν η Πατρίδα πάει σ’ εθνική σκλαβιά ποιους θα βοηθήσει; Τους κατακτητές ή τους κατακτημένους; Δηλαδή με τους κιοτήδες θα πάει ή με τα παλικάρια;

Γνωρίζω τον κατηγορούμενο από έφηβο. Τον γνωρίζω σαν συγγραφέα, και σαν Έλληνα. Και σας δηλώνω κατηγορηματικά: Και στις τρεις ερωτήσεις ο κατηγορούμενος έδωσε αυτές τις απαντήσεις. Δεν είναι ένοχος».

ΔΙΚΑΣΤΗΣ: «Εις ένα από τα υπό κατηγορίαν κείμενά του και συγκεκριμένα εις το υπό τον τίτλον “Οι λύκοι ανεβαίνουν στον ουρανό” o συγγραφεύς –διά να σώσει την τρυφεράν Ειρηνούλαν από την βουλιμίαν των αφεντικών της- την παραδίδει εις τας χείρας των εργατών».

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Καλά κάνει».

ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Δε θα μπορούσε, έξαφνα, να την παραδώσει εις χείρας εκείνων οίτινες είναι εντεταλμένοι για την φρούρησιν της τιμής των…»

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Ποιανών. Των χωροφυλάκων;»

ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Βεβαίως».

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Όχι! Θα την πουλούσαν στο μπουρδέλο».

ΣΥΝΕΔΡΟΣ: «Κύριε Βάρναλη…»

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Τη γνώμη μου δε ζητήσατε; Τη γνώμη μου είπα. Ξέρω, εσείς έχετε άλλην γνώμη. Αλλά δεν είσθε σεις ο μάρτυρας».

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (διακόπτει): «Κύριε Βάρναλη, πιστεύετε πως ο κατηγορούμενος συμφωνεί με αυτό το είδος υπεράσπισης που του κάνετε;»

ΒΑΡΝΑΛΗΣ: «Ρωτήστε τον εσείς. Αν συμφωνεί μαζί σας, τότε εγώ φεύγω».

ΠΡΟΕΔΡΟΣ: «Τίποτε άλλο κ. Βάρναλη. Μπορείτε ν’ αποσυρθείτε».

ΒΑΡΝΑΛΗΣ (πριν φύγει από το εδρανο): «Κοιτάξτε μην τύχει και τον αθωώσετε “λόγω αμφιβολιών’”! Αν οι νόμοι σας καταδικάζουν αυτές τις αρετές καταδικάστε τον! Δεν έχει κανένα ελαφρυντικό. Κανένα! Σας το λέω εγώ!»

Όταν ρωτήθηκε σχετικά με τον τρόπο υπεράσπισής του, ο Λουντέμης φυσικά πήρε το μέρος του Βάρναλη.

Όταν ο Λουντέμης αναφάρθηκε το δράμα του παιδιού του την περίοδο που ο ίδιος βρισκόταν στη Μακρόνησο, ο πρόεδρος παρατήρησε: «Απορώ …πώς δεν υπογράψατε μια δήλωση για να σώσετε από τη δοκιμασία εσάς και το παιδί σας…».

Και ο Λουντέμης απάντησε: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να σταθεί ο άνθρωπος στα δυο του πόδια. Δεν θα τον γυρίσω πάλι πίσω, στα τέσσερα, εγώ!»

Για την ιστορία ο Λουντέμης καταδικάστηκε σε απαγόρευση κυκλοφορίας των βιβλίων του. Μετά τη δίκη αυτοεξορίστηκε στο Βουκουρέστι, ενώ η στρατιωτική δικτατορία του αφαίρεσε την ελληνική ιθαγένεια. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1976 και πέθανε το 1977.

(Την κατάθεση του Βάρναλη έχει περιγράψει ο ίδιος ο Λουντέμης στο βιβλίο του ''Ο Κονταρομάχος'')

(Με στοιχεία από διάφορες πηγές)

(Στη φωτογραφία αριστερά ο Βάρναλης και δεξιά ο Λουντέμης)