17 Ιουν. 2019

Η σύγχρονη διαμάχη υλιστών-ιδεαλιστών

Η καθυστερημένη ρεβάνς του σοσιαλισμού

Οι πιο αγχίνοες αναγνώστες της φιλοσοφίας, αφού περάσουν από το πρώτο στάδιο της γνωριμίας μαζί της (δηλαδή υπερκεράσουν τον εντυπωσιασμό από τη σοφία του φιλοσόφου που μελετούν), σιγά-σιγά μετακινούνται από την αγωνία αν «είναι σωστή η θεωρία» της οποίας έγιναν κοινωνοί, στην αμφιβολία αν ο (κάθε) φιλόσοφος «έθεσε το σωστό ερώτημα», πριν αρχίσει να συγκροτεί την απάντησή του.

Φυσικά, η σκέψη δεν αστυνομεύεται από τους επιγόνους των σοφών, όσο κι αν  έχουν καλές προθέσεις όσοι έπονται. Ωστόσο, η πολύ πρώιμη για την ιστορία της φιλοσοφίας -αλλά απολύτως έκτοτε αξεπέραστη- αναφορά, δηλαδή η προειδοποίηση «εν οίδα ότι ουδέν οίδα», δεν ανέκοψε τη (φυσική;) ροπή της ανθρώπινης σκέψης να θέτει συνήθως το λάθος ερώτημα. Μ’ άλλα λόγια, αντί μετά το τέλος του δρόμου για τη σκέψη  ενός φιλοσόφου (δηλαδή μετά τον θάνατό του), να διαλύεται η «σχολή» και οι μαθητές να «χάνονται» στον αχνό της αμφιβολίας των πεποιθήσεων που και οι ίδιοι ασπάστηκαν, αφήνοντας το πρωτογενές ερέθισμα της επόμενης φιλοσοφικής σκέψης παρθένο και ανεπηρέαστο, οι μαθητές ξεχύνονται σε ομάδες «συνέχισης» της σκέψης του μέντορά τους (λες και μπορεί να υπάρξει τέτοια συνέχεια με τον ίδιον απόντα), είτε για την επιβεβαιώσουν είτε για να την αποδομήσουν. Κάπως έτσι τα λάθος ερωτήματα, αν ήταν εξ αρχής λάθος, διαιωνίζονταν παγιδεύοντας την ανθρώπινη σκέψη σ’ ένα αυτο-αναπαραγόμενο αδιέξοδο. 

Είναι σωστό το ερώτημα περί του Είναι και του Χρόνου, το μεταφυσικό ανθρώπινο δράμα της ανέκλητης αβεβαιότητας; Ή, μήπως, μας παγιδεύει οριστικά στο λάθος;   

Οι έξυπνες ντρίπλες του Φρόυντ να εμφανιστεί ως αντίπαλος του μεταφυσικού ερωτήματος και να ασχοληθεί με τις νοητικές τεχνικές που το θέτουν ως αναπόφευκτο μέρος της ανθρώπινης φύσης, δεν πέτυχαν να το εξαρθρώσουν. Αμφίβολο, κιόλας, αν επιζητούσαν κάτι τέτοιο. Όπως και να ‘ναι, όμως, μετά από 2 αιώνες εξαντλητικού διαλόγου ανάμεσα στους «υλιστές» και τους «ιδεαλιστές», σήμερα φαίνεται να τίθεται σε νέα βάση η φιλοσοφική προβληματική.

Αξίζει στο σημείο αυτό να εκθέσω τη γνώμη μου, ότι το «εν οίδα ότι ουδέν οίδα» για πολλούς αιώνες μετά την εκστόμισή του έκανε τη «δουλειά» του! Παρ’ ό,τι οι μαθητές του Σωκράτη δεν έλειψαν, όλοι είχαν μάλλον κατανοήσει ότι η διδαχή της οποίας είχαν την τύχη να γίνουν κοινωνοί, δεν επέτρεπε στο ηθικό επίπεδο, την προσπάθεια να συνεχιστεί η σκέψη του δασκάλου τους. Έτσι, έθεσαν εξ αρχής δικά τους, νέα ερωτήματα και προσπάθησαν να τα απαντήσουν, με μεγάλη επιτυχία μάλιστα μερικοί απ’ αυτούς.

Τούτη είναι η ευλογία της προειδοποίησης αυτής προς τον άνθρωπο (που με τον Σωκράτη τίθεται από τη Μιλησιακή σχολή και εντεύθεν για πρώτη φορά στο κέντρο της φιλοσοφικής σκέψης. Η ίδια η διατύπωση του φιλοσόφου που επικαλούμαι εδώ παραπέμπει στη διάκριση μεταξύ της ερμηνείας του κόσμου των προσωκρατικών ως αποτέλεσμα παρατήρησης των φυσικών φαινομένων, δηλαδή της εμπειρίας-αθροίσματος επαναλαμβανόμενων γεγονότων από τη μία, και τη «γνώση», από την άλλη, δηλαδή την πέρα  της παρατηρητικής λειτουργίας ερμηνευτική  αγωνία, που μόνον ο ανθρώπινος νους μπορεί να θέσει σε λειτουργία, και επιβεβαιώνει τον ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα της σκέψης του Σωκράτη και της αγωνιώδους επιθυμία του να αποτρέψει το φαινόμενο «μετά απ’ αυτόν να μιλούν γι’ αυτόν» και κάθε άνθρωπος να αρχίσει «να μιλά» για τον εαυτό του). Αυτό, όμως, δεν διήρκεσε παρά μόνο μέχρι τη στιγμή που ο Χριστιανισμός εισβάλλει στην ανθρώπινη σκέψη και την υποτάσσει στη διδασκαλία του.

Δεν υπάρχει πρόθεση να αμφισβητηθεί εδώ η αγαθή προαίρεση του θρησκευτικού «ζητήματος», ως συμβολής σ’ έναν συνυπρακτικό ανθρώπινο ρόλο. Τουναντίον, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι ο Χριστιανισμός συνέβαλε στον εκπολιτισμό των σχέσεων μεταξύ ανθρώπων. Ωστόσο, αυτός ο εκπολιτισμός μετασχημάτισε την ανθρώπινη αγωνία απελευθέρωσης, από διεργασία εξατομικευμένης συνειδητοποίησης (δηλαδή ουσιώδη διαδρομή προς τη γνώση), σε συλλογική μέθοδο. Κι αυτό αναμφίβολα είναι μέτρο περιορισμού της ελευθερίας, ακόμη κι αν οι συνέπειές του προκύπτουν εκουσία (;) τη βουλήσει του «πιστού». Άλλωστε, ο ομολογιακός χαρακτήρας των θρησκειών από την εποχή του Ιερού Αυγουστίνου, δεν είναι άλλο από αυτο-εγκλωβισμός των «πιστών» στα όρια που το σύστημα πεποιθήσεων που ασπάζονται θέτει -κάτι σαν συρματόπλεγμα στο ξέφραγο αμπέλι του ανθρώπινου νου.

Οι ιδεαλιστικές περιπέτειες που έπονται, έκτοτε, με τον εσωτερικό καλλωπισμό και τους ενδότερους διακανονισμούς εντός του περιφραγμένου οικοπέδου ασχολούνται, και τίποτα περισσότερο.

Η αντιπαράθεση στον ιδεαλισμό που εκκινεί με το υποδόριο ερώτημα που θέτουν οι υλιστές εδώ και περίπου δύο αιώνες, δηλαδή το ερώτημα αν είναι δίκαιος και για όλους το ίδιο ο τρόπος οργάνωσής μας μέσα στο κοινωνικό «οικόπεδο» που καταφέραμε να «αποκτήσουμε» και ως ιδιοκτήτες του να διαχειριζόμαστε, είναι αυτό που συνιστά τον πλήρη ορισμό του όρου «επανάσταση», ως πολιτικού ορισμού στις μέρες μας. Δηλαδή, «επανάσταση» δεν είναι να κάνουμε δίκαιο τον κόσμο εντός του θρησκειο-κεντρικά οργανωμένου κοινωνικού «οικοπέδου» μας (ο οποίος εξ ιδρυτικής προαίρεσης δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι «δίκαιος» ως υποκείμενος στις συνέπειες της αδικίας των αυτο-περιορισμών που έχουμε συνομολογήσει όσοι συμβιώνουμε μέσα στο «χωράφι της Ιστορίας» των τελευταίων 15 αιώνων). Επανάσταση είναι να ρίξουμε τον φράχτη και να βαδίσουμε προς την ποιότητα αυτεπίγνωσης που θα έκανε τα κάγκελα του "οικοπέδου" αχρείαστα. Γι’ αυτό και -τελικά- ποτέ δεν ήταν «επανάσταση» του υπαρξιακού απελευθερωτικού βάθους την ανάγκη του οποίου αντιλαμβανόμαστε σήμερα, ο σοσιαλισμός, ως πολιτικό (και όχι ως φιλοσοφικό) κίνημα. Οι έκτυπες μορφές του (σοσιαλισμού) ως σύστημα αναδιοργανωτικών σκοπών επί το κοινωνικώς δικαιότερον εντός της «περίφραξης» που προανέφερα, πάσχουν, άλλωστε, επειδή με αναλογίες ιδεολογικού οργανωτισμού αποπειράθηκαν να χειριστούν τις μάζες τις οποίες διατείνονταν ότι σκόπευαν να χειραφετήσουν με τις γνωστές μοιραίες συνέπειες. 

Πριν μερικές παραγράφους, εδώ, είπα ότι «…σήμερα φαίνεται να τίθεται σε νέα βάση η φιλοσοφική προβληματική». Εννοώ, δηλαδή, ότι η Ιστορία με την εμπειρία πλέον των σοσιαλισμών «μίας χρήσεως», δηλαδή υλιστικών κατ’ αρχήν κινήτρων που εξετράπησαν σε ιδεαλισμό εσωτερικών αναδιοργανωτικών ορίων, θέτει το ερώτημα στην πραγματική του βάση. Δεν είναι τυχαίο ότι η ιδεαλιστική νεο-εγελιανή ματιά, αυτό που επιστρατεύει τις τελευταίες δεκαετίες και αποδίδει ως «αμάρτημα» στους υλιστές, είναι ότι υποτιμούν την εξατομικευμένη διαδικασία απελευθερωτικής ωρίμανσης του  ανθρώπου, μέσω της φυλάκισης του στους ιδεολογικούς και πολιτικούς εξισωτισμούς της σοσιαλιστικής επαγγελίας. Πώς να απελευθερωθείς ατομικά, αν είσαι μέλος μιας κοινωνικής συλλογικότητας, είναι το ερώτημα που εντέχνως θέτουν τον τελευταίο καιρό οι ιδεαλιστές, με την θρασύτητα που τους επιτρέπεται από την εμπεδωμένη επικράτηση του νεο-φιλελευθερισμού και της διεθνούς πολιτικής δεξιάς.   

Εδώ, όμως, βρίσκεται το μεγαλύτερο δόκανο που -ακουσίως, αλλ’ όχι τυχαία- έστησε η μαρξική φιλοσοφική προαίρεση στον ιδεαλισμό, τον μεγάλο αντίπαλό της: Με τον ατομισμό στο έπακρο τροφοδοτημένο ως δήθεν μέσου  προσωπικής απελευθέρωσης,  αλλά την ίδια ώρα παγιδευμένο ασφυκτικά στις δουλείες του καταναλωτισμού και της ψυχοσωματικής εξάρτησης που εκείνος συνεπάγεται, μόνο με συλλογική αντίδραση και αλληλοϋποστηρίξεις μπορεί να αποκτά νόημα η ίδια η επιζήτηση που εξατομικευμένου απελευθερωτικού προτάγματος. Το ζήτημα αποκτά δραματική εγκυρότητα, όταν -όπως συμβαίνει σήμερα- το αδιέξοδο αγγίζει ανοιχτά τα όρια της επερχόμενης γενικευμένης φυσικής και περιβαλλοντικής καταστροφής, δηλαδή δεν είναι μεταφυσικά αλλά πρακτικά υπαρξιακό για τον άνθρωπο.  

Σε τέτοιες συνθήκες, η ανανοηματοδότηση της «ιερής νομιμοποίησης» που ως σήμερα απένειμαν οι θρησκειολογικές εξουσίες στο μεταφυσικό ερώτημα μεταφέρει εκ των πραγμάτων τις ανθρώπινες απελευθερωτικές αγωνίες από την «ηθική» ατζέντα των ιδεαλιστών, στον υπαρξιακό προταγματικά επιβιωτικό «λόγο» των υλιστών.

Γι’ αυτό ο σοσιαλισμός (ως σύστημα ιδεών και όχι ως οικονομικό μοντέλο) είναι οι ελπίδες του μέλλοντός μας. Αρκεί να τις αποδαιμονοποιήσουμε και να τις σεβαστούμε.