31 Αυγ. 2019

Η βαθμιαία μετάπτωση της Ενημέρωσης από ποιοτικό δημοκρατικό βήμα σε αντιδημοκρατικό θεσμό εξουσίας

Η «φιλοσοφία των ΜΜΕ» και η Δημοκρατία

Η συζήτηση αυτή δεν έχει ανοίξει τώρα. Εδώ και δεκαετίες διατυπώνεται σε επίπεδο προβλέψεων ο προβληματισμός σχετικά με τον κίνδυνο τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης να μετεξελίσσονταν από αγαθό εμβάθυνσης και ποιοτικής αναβάθμισης της δημοκρατίας, σε κατάρα ενστάλαξης πλασματικής εντύπωσης της πραγματικότητας στην κοινή γνώμη, προκειμένου να προαχθούν συμφέροντα κύκλων εξουσίας.

Ο φόβος αυτός, σήμερα, έχει περίπου επιβεβαιωθεί! Και αφορά σε προσχεδιασμένη από σκοπιμότητες κέντρων εξουσίας παροχή «ενημέρωσης»  στους πολίτες σε παγκόσμια μάλιστα κλίμακα και με την υποβοηθητική του κακού αμεσότητα των κοινωνικών δικτύων. Πρόκειται, δηλαδή, για ένα «πυρηνικό» πολιτικό όπλο, στον βαθμό που στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία οι πολίτες διαθέτουν την ψήφο τους εκεί όπου έχουν την εντύπωση ότι εκπροσωπούνται καλύτερα, με βάση την «εικόνα αληθείας» που κυρίως έχουν σχηματίσει από την αφήγηση που τους παρέχουν τα μέσα ενημέρωσης. Καμιά πολιτική, οικονομική και μιντιακή εξουσία δε θα απέφευγε -αναγνωρίζοντας ότι είναι καθαρά αντιδημοκρατικό- αυτό το «πυρηνικό» πολιτικό όπλο, για να επέμβει στη διαμόρφωση της πλασματικής λαϊκής βούλησης, προσχηματοποιώντας απολύτως τις νομιμοποιήσεις πολιτικής αντιπροσώπευσης. Άλλωστε, πρόκειται για πλήγμα στον  «πυρήνα» της ίδιας της δημοκρατικής διαδικασίας (που προϋποθέτει απολύτως την απαράβατη ισχύ του κανόνα «γνωρίζω τί ψηφίζω», ως θεμελιώδους εγγύησης του ίδιου του νομιμοποιητικού πολιτικού σκοπού αντιπροσώπευσης). Κι απ’ αυτή τη ματιά είναι πυρηνικό πολιτικό όπλο στην κυριολεξία, χωρίς εισαγωγικά.

Όλες, λοιπόν, οι εξουσίες, πάσης μορφής και παντός πεδίου δραστηριοτήτων, έχουν σήμερα υποπέσει στο αμάρτημα της προσεκτικά προετοιμασμένης -όρα κατασκευασμένης- ειδησεογραφίας και έχουν μεταβληθεί σε αφηγητές περί της αλήθειας, ενώ δεν είναι αυτή η «δουλειά» τους και η δημοκρατία απαιτεί απολύτως αυτή τη «δουλειά» να την κάνουν άλλοι, και όχι οι χρήστες των εξουσιών. Και όλοι συμμετέχουν σ’ αυτό το μεγάλο παιγνίδι σχεδιασμένου επηρεασμού της κοινής γνώμης, απλούστατα διότι όποιος δεν το παίξει βυθίζεται στην αφάνεια και την ενημερωτική ανυπαρξία.

Το φαινόμενο εντοπίζεται πεντακάθαρα, από την πολιτική ως το ποδόσφαιρο και από την οικονομία ως την Κλιματική Αλλαγή. 

…Και πλέον αυτό το κακό ομολογείται ανοιχτά (αποκαλύπτοντας πλέον τα ανέντιμα κίνητρα αυτών των πρακτικών), σε μια ένδειξη ακραίου πολιτικού αμοραλισμού!

Οι αντιδράσεις για τη θλιβερή ενημερωτική πραγματικότητα του μέσου πολίτη στην εποχή μας, όπως ήδη είπα, ξεκίνησαν πριν δεκαετίες. Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 δύο Γάλλοι ευρωβουλευτές με έκθεσή τους στο τότε ευρωκοινοβούλιο επεσήμαναν τον κίνδυνο για τη δημοκρατία, που συνεπαγόταν το φαινόμενο μαζικής διείσδυσης ιδιωτών επιχειρηματιών άλλων κλάδων σε επιχειρήσεις μέσων ενημέρωσης. Τα μέτρα που ελήφθησαν, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια και επιβεβαιώνεται σήμερα με τις ανοιχτές πλέον απειλές κατά της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας,  ήταν απολύτως ατελέσφορα. Λίγο αργότερα, η περίπτωση Μπερλουσκόνι στην Ιταλία απέδειξε πόσο κακό δρόμο είχαν λάβει οι εξελίξεις.

Στην Ελλάδα, ο καλός για την εποχή του Νόμος 2328/95 (γνωστός ως νόμος- Βενιζέλου) θέσπισε δύο βασικά μέτρα ως εμπόδιο για την εμφανιζόμενη αλλοίωση των δημοκρατικών πραγμάτων από την αρνητική επέμβαση των μέσων ενημέρωσης σε λειτουργίες του πολιτεύματος, η οποία ήδη εκδηλωνόταν ανοιχτά: α. απαγόρευσε οι ιδιοκτήτες μέσων ενημέρωσης  να είναι προμηθευτές του δημοσίου (για να αποτρέπονται ευνοϊκές αναθέσεις από τα πολιτικά κέντρα λήψης αποφάσεων προς επιχειρηματίες διαφόρων κλάδων, που ταυτόχρονα κατείχαν και επιχείρηση μέσων ενημέρωσης), και β. επέβαλε τον περιορισμό να μην μπορούν επιχειρηματίες μέσων ενημέρωσης να κατέχουν εταιρείες και στους 3 τομείς επιχειρήσεων του κλάδου (Τύπος-Ραδιόφωνο-Τηλεόραση), αλλά μόνο σε δύο εξ αυτών (για να αποτρέπεται  το φαινόμενο συγκέντρωσης πολλών επιχειρήσεων με έργο την πληροφόρηση των πολιτών, εις χείρας ολίγων. Αυτό το δεύτερο μέτρο ήρθε κατ’ αναλογία με την τότε προσπάθεια της Ε.Ε. να αποτρέψει ακριβώς αυτό το εντεινόμενο φαινόμενο διεθνώς συγκέντρωσης πολλών επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης, εις χείρας ολίγων -την ενημερωτική ολιγαρχία, δηλαδή).    

Για τα συμβαίνοντα επί του θέματος στην Ελλάδα οφείλω να καταλογίσω την αστοχία να παραχωρηθεί εξ αρχής στους  παραδοσιακούς εκδότες του Τύπου ένα τηλεοπτικό κανάλι πανελλήνιας εμβέλειας. Ωστόσο, πρέπει να λεχθεί (και μιλώ μετά λόγου γνώσεως διότι τα παρακολούθησα από κοντά και μεταγενέστερα τα εφήρμοσα ως μέλος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης) ότι εκείνο το κανάλι πανελλήνιας εμβέλειας παραχωρήθηκε τότε στους εκδότες (ΔΟΛ-Λαμπράκης, Έθνος-Μπόμπολας, όμιλος Μεσημβρινής-Βαρδινογιάννης, Καθημερινή-Αλαφούζος, Ελευθεροτυπία-Τεγόπουλος, από ποσοστό 20% εξ ίσου εις έκαστον) καλή τη πίστει και με την πεποίθηση ότι οι εκδότες και οι δημοσιογράφοι των έντυπων μέσων ενημέρωσης θα εγγυόντουσαν την ελευθερία στην ενημέρωση και την πληροφόρηση των πολιτών. Θα εξασφάλιζαν, δηλαδή, ότι ο κίνδυνος επηρεασμού της ενημέρωσης των πολιτών από συμφέροντα οποιαδήποτε φύσης (κίνδυνος που εκόμιζαν τα ιδιωτικά ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης), δεν θα επιβεβαιωνόταν. Το όνομα εκείνου του καναλιού ήταν MEGA CHANNEL.

Αυτό που δεν προβλέφτηκε, παρά τα αγαθά -όπως είπα- κίνητρα της απόφασης να δοθεί ένα κανάλι πανελλήνιας εμβέλειας στους παραδοσιακούς εκδότες, ήταν η αντιστροφή του φαινομένου συγκέντρωσης πολλών επιχειρήσεων μέσων ενημέρωσης, εις χείρας ολίγων. Και εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ελληνική παγκόσμια πρωτοτυπία. Ενώ σ’ όλον τον πλανήτη επιχειρηματίες άλλων κλάδων εξαγόραζαν μαζικά εταιρείες μέσων ενημέρωσης, στην Ελλάδα οι επιχειρηματίες του κλάδου ενημέρωσης άρχισαν να εξαγοράζουν μαζικά επιχειρήσεις άλλων κλάδων! Ο βαθμιαίος παραμερισμός του βάρους εγκυρότητας ιστορικών εγχώριων μέσων ενημέρωσης και του ειδικού σημασιολογικού και ηθικού έρματος της πένας των δημοσιογράφων τους, από τον επιχειρηματικό επεκτατισμό της ιδιοκτησίας τους, αντέστρεψε την εικόνα από εγγύηση για τη δημοκρατία σε κερκόπορτα παραβίασής της. Και πολλοί δημοσιογράφοι έσπευσαν να μετάσχουν της διαπλοκής με το αζημίωτο.    

Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε το εκτεταμένο πολιτικό φαινόμενο της λεγόμενης «διαπλοκής», το οποίο επέβαλε αποφάσεις στην πολιτική, την οικονομία, την παιδεία, τον αθλητισμό, πληθώρα άλλων τομέων, και φυσικά και στην ενημέρωση, διαμορφώνοντας ένα σφιχτό κλοιό γύρω από τη δημοκρατία και τα κέντρα λήψης των αποφάσεων αυτής της χώρας. Όσοι πολιτικοί τόλμησαν να αποπειραθούν την άσκηση μιας στοιχειώδους και συνταγματικά προαπαιτούμενης εποπτείας της εν λόγω διαπλοκής, επλήγησαν ανηλεώς!

Όσοι συμπαραστάθηκαν στη διαπλοκή ευνοήθηκαν απ’ αυτήν μέχρις προκλητικών παρεμβάσεών της σε καθαρές πολιτικές και δημοκρατικές διαδικασίες. Και αυτή η διαπλοκή, ως πανίσχυρο σύστημα εξουσίας, επικαθόρισε σχεδόν απολύτως τις λειτουργικές διαδικασίες της δημοκρατίας επί δεκαετίες και μόνο πριν 2 χρόνια με τις απονομές αδειών στα κανάλια πανελλήνιας εμβέλειας από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, αποκαταστάθηκε πολιτικά σε σημαντικό μέρος η εποπτική αρμοδιότητα επί των καναλιών. Και αποκαταστάθηκε ως δυνατότητα του πολιτεύματος να εποπτεύει, να εντοπίζει και να λαμβάνει μέτρα αποτροπής για τις τυχόν άτυπες δημοκρατικές εκτροπές που προκαλούν οι εξουσίες των ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης, συνεπικουρούμενων πλέον από τα social media.

2 σημεία ακόμη από τη σύντομη και εξ ορισμού αποσπασματική ιστορία της «φιλοσοφίας των μέσων ενημέρωσης», που εδώ προσπαθώ να περιγράψω:

α. Ο άλλος ισχύον περιορισμός ευρωπαϊκής κοπής για την αποτροπή συγκέντρωσης μέσων ενημέρωσης εις χείρας ολίγων, ήταν να μη μπορεί ένας ιδιοκτήτης καναλιού πανελλήνιας εμβέλειας να κατέχει μετοχικό  μερίδιο που να υπερβαίνει το 25%. Περιττό να πω ότι η ρύθμιση αυτή από την αρχή κιόλας κατέστη απολύτως ατελέσφορη και κατέπεσε ηχηρά, αφού η «δημοκρατία των off shore» ξεκίναγε τότε την ένδοξη πορεία της, ως ατύπως εγκεκριμένος από τον διεθνή καπιταλισμό μηχανισμός απόκρυψης ιδιωτικών κεφαλαίων, νόμιμων και «μαύρων». Έτσι, το ίδιο πρόσωπο κρυπτόμενο πίσω από διαφορετικές εταιρείες off shore μπορούσε να κατέχει πλήρως ένα κανάλι, ενώ εμείς οι δύσμοιροι μέλη του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου (και οι συνάδελφοί μας στα αντίστοιχα συμβούλια όλης της Ευρώπης) ήταν πρακτικά αδύνατο να εφαρμόσουμε τον νόμο που ζητούσε ονομαστικοποίηση μετοχών «μέχρι φυσικού προσώπου».

β. Το δεύτερο σημείο αφορά στην περίφημη υπόθεση του «βασικού μετόχου», δηλαδή  την κατ’ εφαρμογήν πρόβλεψης του ελληνικού συντάγματος θέσπιση διάταξης από τον τότε υπουργό Προκόπη Παυλόπουλο για τη διαφάνεια στην ιδιοκτησία των ελληνικών μέσων ενημέρωσης, που -όπως είπα- είχε πλήρως καταπέσει συνεπεία της διεθνούς κυριαρχίας της «δημοκρατίας των off shore». Το αμείλικτο λόμπινγκ των καναλαρχών στην ΕΕ, πέτυχε τότε την ακύρωση του νόμου Παυλόπουλου για τον «βασικό μέτοχο» με ευρωπαϊκή πίεση.

(σ.σ.: Επειδή καλό είναι να μη μένουμε στη στεγνή αποτύπωση του σκηνικού σ’ ένα πεδίο -εν προκειμένω των media- και υπό την οπτική ότι η δημοκρατία δεν είναι ασύνδετες μεταξύ τους λειτουργίες αλλά, αντίθετα,  επάλληλες και αλληλο-εξαρτώμενες διαδικασίες, θέλω να πω το εξής: Η «συμπάθεια» του Τσίπρα και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στον Προκόπη Παυλόπουλο έχω την βεβαιότητα ότι έλκει την πολιτική καταγωγή της από τη στάση του σημερινού Προέδρου της Δημοκρατίας -και τότε υπουργού- στο θέμα του «βασικού μετόχου». Καμία σχέση δεν έχει κατά τη γνώμη μου με τις γελοίες σημερινές και απολύτως ανερμάτιστες αναφορές περί της δήθεν άδηλης συνεργασίας Τσίπρα-Καραμανλή. Προς επίρρωση της άποψής μου επικαλούμαι το γεγονός ότι όλοι οι αντίπαλοι του κ. Προκόπη Παυλόπουλου και φυσικά και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. υπήρξαν -και παραμένουν- διαπρύσιοι υποστηρικτές της διαπλοκής που επεδίωξε ανεπιτυχώς να αλώσει ο τελικώς ανακληθείς νόμο Παυλόπουλου για τον «βασικό μέτοχο» και που χρειάστηκε να περάσουν άλλα 10 χρόνια για πληγεί αυτή η διαπλοκή κατάστηθα, από τις απονομές νόμιμων και μετά από δεκαετίες ανομίας αδειών από το  Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης επί διακυβέρνησης Τσίπρα).  

Το περιστατικό του «βασικού μετόχου» και η ήττα της προσπάθειας να ελεγχθεί η διαπλοκή είναι κεντρικό της στη συνέχεια πλήρους εκτροπής των πανίσχυρων πλέον «μιντιάδων» (και αφού ήδη είχαν διεισδύσει  σε πληθώρα άλλων επιχειρηματικών κλάδων -από τη ναυτιλία και τον τουρισμό ως την ενέργεια και τις κατασκευές), σε καθαρά αντιδημοκρατικές πρακτικές διαπλοκής, με τις άλλες επιχειρήσεις τους να εξασφαλίζουν τη μερίδα του λέοντος ως προμηθευτές του δημοσίου.  Και αυτό -όπως επίσης είπα- παρετάθη για πολύ χρόνο και διήρκεσε μέχρι πριν δύο περίπου χρόνια, όταν δηλαδή συγκροτήθηκε τότε κατά νόμο το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης και απένειμε νόμιμες άδειες στα κανάλια.         

Περισσότερο, όμως, απ’ όλ’ αυτά, και με τις αρνητικές συνέπειες όσων περιέγραψα να έχουν εμπεδωθεί και με την Ευρωπαϊκή Ένωση να κάνει μόλις τα πρώτα ουσιαστικά  βήματα της για την απόκρουση των συνεπειών της «δημοκρατίας των off shore» που πλήττουν καίρια και την ίδια, σήμερα εισερχόμαστε στο πιο επικίνδυνο πεδίο της μετα-δημοκρατικής θεσμικής εκτροπής: Στις μέρες μας επιχειρείται βίαια επίθεση των ίδιων κέντρων στον συλλογικό πολιτισμό των ανθρώπων. Από την ψευδόμενη και κατασκευασμένη καθημερινότητα της ενημέρωσης των fake news, βυθιζόμαστε πια στην προσπάθεια -προσχεδιασμένης, λέω εγώ- απόπειρας αποστέωσης κάθε συλλογικής έννοιας και λειτουργίας. Δηλαδή δέχεται επίθεση η συλλογική πολιτική υπόστασή μας ως πολίτες εντός δημοκρατίας, αφού ακριβώς αυτή η συλλογική πολιτική μας υπόσταση αλέθεται σε ελάχιστα και πολιτικά ασήμαντα τεμάχια της ψευδαίσθησης ότι εξατομικευμένα ο καθένας μας δήθεν παράγει κάποιο ουσιώδες πολιτικό αποτέλεσμα, μέσα από τους «τοίχους» μας στα social media και με τον αφτιασίδωτο κομπασμό μας να μαρτυρεί αδιάψευστα περί της ανοησίας των λεγομένων μας ως μονάδων, εκεί που θα έπρεπε να δρα η συλλογική μας υπόσταση ως πολιτών.

Έτσι, πνιγμένη από τα fake news και τις κενολογίες των κοινωνικών δικτύων, αντί να είναι η δημοκρατία ο θεσμικός πυρήνας γύρω από τον οποίο δομούνται οι διαδικασίες και οι λειτουργίες του πολιτεύματος ως συστήματος συλλογικής κοινωνικής οργάνωσης, μεταπίπτει η δημοκρατία σε διά-μεσο ανάμεσα στα συμφέροντα και τις εξουσίες που διαχειρίζονται.   

Το κακό διενεργείται από το «δια-δίκτυο», όπου λαμβάνει χώρα η ανθρώπινη «δι-επαφή», παράγοντας την «δι-επικοινωνία» των νοημόνων όντων-πολιτών και δημιουργώντας τη «δι-αίσθηση» μιας «δια-πραγματικότητας» από «δια-λόγους» μεταξύ «δι-ανθρώπων». Ό,τι «δια-μεσολαβεί» μεταξύ όλων αυτών συνιστά την πανίσχυρη εξουσία του 21ου αιώνα.

Η ευθύνη για την αντιμετώπιση αυτής της «παγκόσμιας χούντας» δεν μπορεί να αναζητηθεί αλλού, παρά μόνο στους ίδιους τους πολίτες!

Πώς θα γίνει αυτό; Θα το συζητήσουμε κάποια άλλη φορά…