29 Σεπ. 2019

Tί είναι η «συγκίνηση» και τί την προκαλεί

Εφηβεία εξ αναβολής  

Πριν 3 μέρες παρακολούθησα για πρώτη φορά σε κινηματογραφικό εκράν το ντοκιμαντέρ της κόρης μου Νεφέλης (και 3 ακόμη νέων παιδιών), με θέμα τον Βαγγέλη Γερμανό.

Θα ήταν πολύ τετριμμένο να αναφερθώ στη συγκίνησή μου –ποιός γονιός δεν επηρεάζεται συναισθηματικά από τα έργα των παιδιών του;… 

Θα προσπαθήσω, λοιπόν, να σας πω τα ιδιαίτερα στοιχεία της συγκίνησής μου, πέραν του φανερού δεσμού καρδιάς που φυσικά έχω με τα παιδιά μου και βεβαίως ανάμεσά τους τη Νεφέλη μου!

Η δεκαετία του 1980 ήταν για τη γενιά μας καταλυτική, για όλη τη ζωή μας, δηλαδή,  όσων από μας συγκαταλέγονται σήμερα στη "ζώνη" των 60. Προηγουμένως είχαμε ζήσει μια εφηβεία μέσα σε δικτατορία, που για τους νέους ήταν σαν μια φυλακή. Από τα υποχρεωτικά κουρέματα στο σχολείο, μέχρι τα (εξατάξια) γυμνάσια  αρρένων-θηλέων (που απαγόρευαν σχεδόν απολύτως κάθε θέα στο άλλο φύλο, ακριβώς την εποχή που ο αισθησιασμός της ερωτικής υποδαύλισης ανθίζει μέσα στον άνθρωπο), αυτό που έμενε ήταν μια εντύπωση καταπίεσης. Καταπίεσης ασφυκτικής, που ενώ σαν νεαροί και κορίτσια καταλαβαίναμε ότι είχε εξ αρχής σχεδιαστεί προς συλλογική εφαρμογή, κατέληγε σε προσωποποιημένη καταγραφή για τον καθένα από μας. Δεν περιορίζονταν ταυτόχρονα όλοι νέοι από το χουντικό ακροδεξιό αυταρχισμό, αλλά ο καθένας από μας ξεχωριστά. Με δεδομένη μάλιστα την ανυπαρξία φανερού κινήματος για τη δημοκρατία, μέσα στην επταετία, εκεί δηλαδή όπου θα μπορούσαμε να ακουμπήσουμε τις ελπίδες μας για ελευθερία, ο αγώνας αποφυλάκισής μας από τα δεσμά αυτά, έμοιαζε να ήταν τελείως προσωπική μας υπόθεση, αν και σε μικρές ομάδες πηγαίναμε στη μοναδική διαθέσιμη διασκέδαση της εποχής, τις ταβέρνες, για να τραγουδήσουμε Θεοδωράκη –έπαιζα κιθάρα και ήμουν «απαραίτητος» στις παρέες της εποχής.

Παρ’ ό,τι όλ’ αυτά σήμερα, ιδίως για τους σημερινούς νέους, μοιάζουν να έρχονται από πολύ παλιά, από μια Ελλάδα παλιότερων αιώνων, αυτή ήταν τότε η ζωή της συγκεκριμένης γενιάς μου. Βιασμένη γενιά, που ξέσπαγε μόνο στις τυφλές μικροεξεγέρσεις των επεισοδίων στο κέντρο της Αθήνας επειδή η χούντα απαγόρευσε την προβολή της ταινίας Γούντστοκ, μέχρι και την «ωρίμανσή» της στη Νομική και το Πολυτεχνείο.

Όλ’ αυτά, ως ανάσες σε εμπειρίες ελευθερίας, ήταν ένα πλαίσιο με λίγες δυνατότητες μέσα του να εκφραστεί ο φυσικός ρζοσπαστισμός των νέων. Κι αυτή η ιδιότυπη παρανομία της προσωπικής αντίστασης του καθένα μας και μετά την πτώση της χούντας άφησε πίσω της μια μελαγχολία για τα χρόνια της εφηβείας μας, που θεωρούσαμε πως χάθηκαν για πάντα.

Το κλίμα που περιγράφω, εμβολίασε την πρώτη μεταδικατορική μας κοινωνική έκρηξη με μια μονοθεματική συνθήκη: Την πολιτική δραστηριότητα ως κύριου (αν όχι του μόνου) μέσου εκδημοκρατισμού του εξατομικευμένου βίου για τον καθένα μας. Έτσι, πίσω απ’ την πολιτική κρύφτηκαν αισθησιασμοί και αισθήματα, τρυφερότητες και γλυκύτητες, που δεν έχουν σχέση με τις πολιτικές βαρβαρότητες.

Ευτυχώς αυτό κράτησε λίγο, γιατί από το 1981 και μετά έπνευσε ένα άνεμος ανατροπής. Ένας άνεμος που προαναγγελλόταν βεβαίως από νωρίτερα, αλλά χρειάστηκε ένα πολιτικό υποκείμενο για να τον κάνει να πνεύσει δροσερά στα μυαλά των Ελλήνων.

3 στοιχεία κρατώ από τη ματιά μου εκείνης της εποχής:

-ότι δεν υπήρχε ακόμη η απειλή του έιτζ (με συνέπεια τα βράδια της αλητείας μας να ζευγαρώνουμε ακατάσχετα με διαφορετικούς συντρόφους κάθε φορά, μ’ ένα άγχος λες και κάθε φορά μας θα ήταν η τελευταία),

-ότι η πολιτική πέρασε  σιγά-σιγά στις πραγματικές της διαστάσεις για άτομα που πια ήμασταν κάπου στα 30, και

-ότι τότε ακριβώς, σαν ένα νέο κίνημα μιας καθυστερημένης εφηβείας μας, γεννήθηκε το αίτημα της «αυτονομίας» μας, πάλι ξεχωριστά για τον καθένα από μας. Σαν ένας δεύτερος απελευθερωτικός γύρος, λες, από τα υπολείμματα καταπιέσεων, που ως τότε δεν είχαμε καταφέρει να αποδιώξουμε πλήρως από μέσα μας. 

Την ίδια χρονιά, το 1981, κυκλοφόρησαν «Τα μπαράκια» του Βαγγέλη Γερμανού. Και, αίφνης, αυτά τα μπαράκια ήμασταν εμείς! Φεύγαμε με καρπούζια και νέους συντρόφους  από το γραφείο ή για θερινές διακοπές, θέλαμε πολύ ο ένας τον άλλον, διαβάζαμε μανιασμένα Μπουκόφσκι και περιγελούσαμε μέχρις δακρύων τους κνίτες. Τρέχαμε με ντεμοντέ μαγιό στη Βουλιαγμένη τα μεσάνυχτα για να πλατσουρίσουμε στο πάρτι του Λουκιανού. Βγαίναμε από το Decadence και μπουκάραμε στη Ράτκα, κι αργότερα στο Green Door στα σκαλάκια. Κρατάγαμε την κοιλιά μας απ’ τα γέλια για τους γιάπηδες, που άρχισαν τότε να πρωτοεμφανίζονται, σαν απελπισμένο αντίβαρο στην τότε κυριαρχία μας.                      

Αυτά -και άλλα- είδα στο ντοκιμαντέρ της Νεφέλης μου! Τα δικά μου πράγματα, τις δικές μου διαδρομές, τα δικά μου κορίτσια, τα δικά μου φευγιά και τα ταξίδια.

Εύχομαι σε κάθε άνθρωπο να ζήσει κάποια φορά στον βίο του την εμπειρία, να μιλάνε τα παιδιά του γι’ αυτόν, όπως την έζησα εγώ!

Με νοτισμένα μάτια βγαίνοντας από την αίθουσα προβολής, είδα κάποιους νέους (ήταν η πλειοψηφία του κοινού) να με κοιτάνε περίεργα. Θα αναρωτήθηκαν πού βρέθηκε στο ντοκιμαντέρ χώρος για τέτοια. Σίγουρα, για ευσυγκίνητο μεσήλικα θα με πήραν…   

Όμως η Νεφέλη ξέρει! Κι αυτό έχει σημασία!