4 Ιουν. 2021

To τσιμέντο, η αποτρίχωση και άλλες ιστορίες

Αισθητικός ολοκληρωτισμός

Γινόμαστε μάρτυρες τους τελευταίους μήνες μιας γενικευμένης επίθεσης στο αισθητικό πεδίο, δηλαδή μιας εξ ορισμού και με απόλυτη αυστηρότητα κριτηρίων προσωπικής υπόθεσης, με καταδρομικού τύπου μέσα, ευθέως αφορώντα σε ζητήματα θέασης του χώρου και των περιεχομένων του καθώς και της αλληλεπίδρασης ανάμεσά τους, από την καθαρά ανθρώπινη σκοπιά.

Το θέμα αυτό, έρχεται ως απόηχος, αλλά και ως ισχυρό επιβεβαιωτικό νεύμα μιας βιούμενης  κατάστασης, από ένα κλίμα πραγμάτων, που διαμορφώνουν αυτό που ονομάζουμε «δημόσιος χώρος». Και αναδύεται ολοκάθαρα από λόγια και έργα δημόσιων παραγόντων, είτε μέσα από επίσημες αναφορές με τον βαρύγδουπο ήχο μιας πολιτικής δήλωσης, είτε από την ελαφρότερη (αλλά «βαρειά επικοινωνιακή βιομηχανία») των κοινωνικών δικτύων. Επίμαχο σημείο αυτών των καταδρομών σε βάρος της αισθητικής μας, αξιολογικές κρίσεις εντυπωσιακά περιστοιχιζόμενες από τη «δικτατορία» των επαϊόντων και των κάθε λογής ειδικών, που μπορεί να τεκμαίρεται βασίμως από την επιστημονική ή άλλη ιδιότητά τους η υποδοχή τους ως «γνώστες» της εκάστοτε κρινόμενης υπόθεσης, αλλά φυσικά ως προς την εξατομίκευση των αισθημάτων που παράγονται από μια εικόνα ή μια ενεργοποιημένη κατά περίπτωση αίσθηση εκάστου εξ ημών, δεν μπορεί να τους πέφτει λόγος. Όχι για λόγους «δημοκρατίας» (αυτό ανάγεται σε ζήτημα λειτουργίας και λειτουργικότητας συλλογικών διαδικασιών), αλλά για το αυτονόητο, αναφαίρετο και μοναδικό απόκτημα της «μοναδικής ματιάς» που φέρει κάθε άνθρωπος στα συμβαίνοντα και τους χώρους της καθημερινής ζωής του.

Ωστόσο, είναι επίσης βάσιμος εδώ ο αντίλογος σε όσα λέγω, επί τη βάσει της θέσης ότι στα ζητήματα δημόσιου ενδιαφέροντος φυσικά μόνο «πολιτικές εξηγήσεις» μας οφείλονται ως πολίτες, και όχι αναφορές αισθητικού φορτίου, που όπως ήδη είπα είναι εξατομικευμένες και όχι δημόσιες περιπέτειες. Αλλ’, όμως, εδώ ακριβώς αρχίζει και το πρόβλημα, με την άποψη αυτή περί οφειλόμενων σε μας ως πολίτες αποκλειστικά «πολιτικών εξηγήσεων» σε τέτοιες υποθέσεις, επειδή ακριβώς όποιος υπερασπίζεται αυτή τη θέση εξ ίσου και αυτομάτως τεκμαίρεται και ο ίδιος εισπράττων την πολιτική διαδικασία, ως λειτουργία απολύτως αποστερημένη από αισθητικές επιρροές. Κάτι που εγώ, από την άλλη μεριά του φράχτη, θεωρώ παντελώς αδύνατο, και εάν και όποτε ανιχνεύεται κάτι τέτοιο, αποκαλύπτει και επικαλύπτει το φαινόμενο της «άγονης πολιτικής», που αλλιώς έχουμε ονοματίσει ως «επικοινωνία» τεχνικών μεσων μεταξύ ανθρώπων, αντί της ανταλλαγής ουσιωδών μηνυμάτων μεταξύ των ίδιων ανθρώπων.

Έτσι η υπόθεση της επίστρωσης τσιμεντένιων διαδρομών πάνω στην Ακρόπολη, έχει καταστεί επίλεκτο παράδειγμα τέτοιας υπόθεσης. Πολύ περισσότερο διότι εδώ έχουμε να κάνουμε με το ούτως ή άλλως ευφημιστικά ονομαζόμενο υπουργείο Πολιτισμού, δηλαδή με το μέρος εκείνου του αυστηρού και άτεγκτου εξουσιαστικού μηχανισμού που λέμε «κράτος», το οποίο είναι επιφορτισμένο απαρεγκλίτως με την ευθύνη προάσπισης της συλλογικής αισθητικής ταυτότητάς μας, η οποία φυσικά θα ήταν παράδοξο να αντίκειται στη γενική αξιολογική εντύπωση που παράγει μια παρέμβαση σ’ ένα μνημείο αυτής της σημασίας, ακόμη κι αν οι ειδικοί την προκρίνουν.

Εν ολίγοις, εδώ το θέμα ποτέ δεν ήταν αν υπάρχουν εδραίες επιστημονικές αιτιολογήσεις για το τσιμέντωμα, αλλά το ποιά είναι η απάντηση στο ερώτημα «σου αρέσει η Ακρόπολη μετά την τσιμεντόστρωση, ναι ή όχι». Γιατί σε όσους ζουν στη σκιά του βράχου δεν αρέσει!

Αλήθεια, τόσο δύσκολο είναι να δηλωθεί από την υπουργό Πολιτισμού τί απαντά σ’ αυτό το ερώτημα; ...Και φυσικά οφείλει να το πράξει αυτό και η ως τώρα αρνησιδικία της συνιστά πολιτικό ζήτημα, απόλυτης αδυναμίας της να υπηρετήσει τον ρόλο της ως πολιτικός εκπρόσωπος της συλλογικής αισθητικής μας. Αισθητικής, που εν προκειμένω εκφεύγει της εξατομικευμένης αξιολόγησης των πραγμάτων και μεταβάλλεται σε ανάγκη ο ρόλος του εκάστοτε υπουργού Πολιτισμού να καθίσταται σύνθετο γύμνασμα θεματοφυλακής του ελάχιστου ανεκτού αισθητικού ορίου των επιχειρούμενων παρεμβάσεων, αλλιώς οι παρεμβάσεις αυτές μεταπίπτουν σε πολιτική αήθεια.         

Το ζήτημα περιπλέκεται και προσλαμβάνει πρωτοφανείς διαστάσεις επειδή ακριβώς ένα σημείο δισχιλιετούς συμβολικής λειτουργίας του ως στοιχείο ενοποιητικό της προσλαμβανόμενης ως ταυτότητας των ανθρώπων που έζησαν εδώ, μεταμφιέζεται και υποτιμάται σε τρέχον πολιτικό «κόλπο» ξεσκίζοντας εγκαρσίως το ως σήμερα απαρασάλευτο συνεκτικό πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό αποτύπωμα του μνημείου. Πράγματι πρόκειται για υπουργό Πολιτισμού που θα μείνει στην ιστορία, για τους λάθος λόγους.     

Επίσης, η περιπλοκή του ζητήματος βαθαίνει και αρχίζει να γίνεται μαρτυρικό τερτίπι της υπουργού, από τη στιγμή που ο κύκλος των επαϊόντων και των ειδικών εμπεριέχει και διαμετρικά αντίθετες απόψεις από εκείνες που επιστράτευσε ο «κρατικός Πολιτισμός» για να μας πείσει και να μας «αποδείξει» ότι η τσιμεντόστρωση είναι η σωστή μέθοδος για να υπηρετηθεί και η παράλληλη αιτιολογία διευκόλυνσης πρόσβασης στο μνημείο  και συνανθρώπων μας, ατόμων με ειδικές ανάγκες. Διότι, εδώ, πάλι το ζήτημα ποτέ δεν ήταν αν χρειαζόταν αυτή η παρέμβαση, αλλά το εάν η ζημία (αισθητική και πρακτικά μνημειακή) επιβάρυνσης της Ακρόπολης από την παρέμβαση αυτή, μπορεί να συμψηφίζεται ικανοποιητικά από το όφελος που παράγεται από την τσιμεντόστρωση. Αν όχι, η τσιμεντένια παρέμβαση δεν θα έπρεπε ποτέ να έχει επιχειρηθεί, τουλάχιστον πριν προηγηθεί εξαντλητικός γύρος αναζήτησης εναλλακτικών μεθόδων τεχνικά διαθέσιμων για τον σκοπό. Αλλιώς η επίκληση των ατόμων με κινητικά ή άλλα προβλήματα ως δήθεν αιτίων της «αναγκαίας» κατά τούτο ζημίας που προκλήθηκε στο μνημείο, συνιστά και αήθεια στο καθαρά ανθρώπινο επίπεδο, αφού εδώ ο σκοπός δεν αγιάζει τα μέσα, αλλ’ αντιθέτως, τα μέσα αγιάζουν τον σκοπό. Κι αυτό το τελευταίο είναι επίσης καίριο ζήτημα επιβεβαίωσης της ανάγκης η πολιτική να ασκείται καθ’ υποχρέωση και στο αισθητικό πεδίο, διαφορετικά η πολιτική από «έργο υπέρ του ανθρώπου» υποβιβάζεται σε «τεχνικές αντί των ανθρώπων».           

Ακόμη, δεν είναι άνευ σημαντικού πρακτικού και συμβολικού βάρους η αναφορά δεκάδων εξ ορισμού συγκαταλεγομένων στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο επιστημόνων, που ως βυζαντινολόγοι ζητώντας να σταματήσει το άλλο εξαιρετικά αμφιλεγόμενο σχέδιο μετακίνησης αρχαιοτήτων από το σταθμό Βενιζέλου του υπό κατασκευή μετρό της Θεσσαλονίκης, το παραλληλίζουν ως εύρος προκαλούμενης ζημίας, αλλά και ως ένδειξη πολιτισμικής βαραβαρότητας, με τον βομβαρδισμό της Ακρόπολης από τον Μοροζίνη. Μια παρομοίωση στην οποία -φρονώ- καθόλου τυχαία προσφεύγουν  οι βυζαντινολόγοι, για να αναφερθούν υπόρρητα στις τσιμεντένιες λεωφόρους επί του ιερού βράχου των Αθηνών. ...Και πώς να είχαν «δικαίωμα» οι δεκάδες κορυφαίοι βυζαντινολόγοι, πώς να τολμούσαν να μιλήσουν για την Ακρόπολη με άλλον τρόπο, ει μη μόνο συμβολικά, όταν η «ειδίκευση» των κρατικών συμβούλων που υποστηρίζουν, καλύπτουν και προσυπογράφουν το τσιμεντάρισμα βοά την αυθεντία, αντί να την αποδεικνύει. Αποφευκτέα, δηλαδή, τέτοια αντιπαράθεση από την αφρόκρεμα των επιφανών βυζαντινολόγων παγκόσμιας αποδοχής, διότι η αυθεντία για να δικαιούται αυτήν την ιδιότητα, οφείλει πριν απ’ όλα να αμφισβητεί εγγενώς και διαρκώς τις ίδιες τις βεβαιότητές της.      

Τέλος, εκεί που τα πάντα καταρρέουν για την υπουργό στο ζήτημα της Ακρόπολης είναι στο σημείο όπου παγκόσμιοι οργανισμοί δεδομένου κύρους και αναγνώρισης επίσης δηλώνουν ότι η παρέμβαση που έγινε «δεν τους αρέσει», υπερασπιζόμενοι την Ακρόπολη ως αυτό που στην  πραγματικότητα είναι: ένα μνημείο όλων των ανθρώπων. Καθιστώντας έτσι το γκρι του σκυροδέματος απορριπτέο καθ’ όλα υλικό, μη ανεκτό  συνοδό οψίμως στοιχείο της λευκότητας του πεντελικού μαρμάρου. Η χρωματική ασέλγεια αποκτά έτσι την πραγματική αισθητική βαρβαρότητα που συνεπάγεται, αφού μάλιστα η πανανθρώπινη αντίρρηση για το «άδικο έργο» πάνω στην Ακρόπολη μετατρέπει την Ελλάδα αντί για χώρα κληρονόμο των αισθητικών αξιών του παγκόσμιου μνημείου, σε φυσικό αυτουργό του βιασμού σε βάρος των ίδιων αξιών από τους τύποις θεματοφύλακές τους, εμάς τους έλληνες πολίτες δηλαδή, στο όνομα της υπουργού μας.

Υπάρχει, όμως, στο τέλος της ημέρας το ακραίας αήθειας ζήτημα που τίθεται και σε αυστηρότατη συνάρτηση με το προσωπικό αισθητικό μέρος του καθένα μας στην όλη υπόθεση που αφορά στα «τσιμέντα του Παρθενώνα», τα οποία φυσικά θα έπρεπε να είχαν μείνει ανέγγιχτα ως τα «μάρμαρα του Παρθενώνα» και τίποτ’ άλλο. Και το ζήτημα αυτό είναι η ανομολόγητη «υποχρεωτικότητα» που μας επιβάλλεται για να μας αρέσουν τα τσιμέντα ...ακόμη κι αν δεν μας αρέσουν! Με τον ίδιο τρόπο και τα μέσα με τον οποίο αστεία πρόσωπα των καιρών μας με δημόσιο λόγο, επιβάλλουν την αποτρίχωση ως μόνη ανεκτή διαχείριση της γυναικείας (και όχι μόνον) τριχοφυΐας, σ’ ένα σκηνικό μέσα στο οποίο αιφνιδίως το θέμα του τσιμεντώματος της Ακρόπολης δεν είναι άλλο από μια παρέμβαση «μνημιακού μποτέ»...

Έτσι εμείς οι ακαλλιέργητοι χοντροκομμένοι χωριάτες που με γλαφυρότητα περιέγραψε ο Γκάτσος υποχρεούμεθα να μας αρέσει το σκυρόδεμα, επί ποινή αποτρίχωσης βασανιστικής.                

«Εκεί που φύτρωνε φλισκούνι κι άγρια μέντα

κι έβγαζε η γη το πρώτο της κυκλάμινο

τώρα χωριάτες παζαρεύουν τα τσιμέντα

και τα πουλιά πέφτουν νεκρά στην υψικάμινο.

 

Κοιμήσου Περσεφόνη

στην αγκαλιά της γης

στου κόσμου το μπαλκόνι

ποτέ μην ξαναβγείς.

 

Εκεί που σμίγανε τα χέρια τους οι μύστες

ευλαβικά πριν μπουν στο θυσιαστήριο

τώρα πετάνε αποτσίγαρα οι τουρίστες

και το καινούργιο πάν να δουν διυλιστήριο.

 

Κοιμήσου Περσεφόνη

στην αγκαλιά της γης

στου κόσμου το μπαλκόνι

ποτέ μην ξαναβγείς.

 

Εκεί που η θάλασσα γινόταν ευλογία

κι ήταν ευχή του κάμπου τα βελάσματα

τώρα καμιόνια κουβαλάν στα ναυπηγεία

άδεια κορμιά σιδερικά παιδιά κι ελάσματα.

 

Κοιμήσου Περσεφόνη

στην αγκαλιά της γης

στου κόσμου το μπαλκόνι

ποτέ μην ξαναβγείς».