29 Οκτ. 2022

Μερικές σκεψεις για τον δημόσιο διάλογο και την πολιτική

Η ενηλικίωση των κοινωνικών δικτύων

Η ενηλικίωση των κοινωνικών δικτύων είναι μια διαδικασία που αναμφίβολα συνδέεται άρρηκτα με τον βαθμό ωρίμανσης και ποιότητας του δημόσιου διαλόγου. Ο Ρουβίκωνας διαβαίνεται όταν οι κοινωνίες ελλείψει άλλου επαρκούς μέσου δημόσιας ανταλλαγής απόψεων (π.χ. λόγω χρεοκοπίας της παραδοσιακής λειτουργίας των μέσων ενημέρωσης (ΜΜΕ) και της αδυναμίας τους να προσαρμοστούν στις ψευδαισθήσεις εξατομίκευσης που προσφέρουν τα κοινωνικά δίκτυα), μεταπηδούν στην φαντασιακή κατάσταση της προσδοκίας ότι τα κοινωνικά δίκτυα πρέπει να παράγουν αποτελέσματα «αντί των ΜΜΕ», και επειδή ακριβώς κυριαρχεί η εντύπωση ότι τα ΜΜΕ δεν έχουν πλέον λόγο ύπαρξης ως θεσμοί αρθρωμένων δημοκρατικών συστημάτων.        

Ένα κρίσιμο σημείο για να συνεχίσουμε τη συζήτηση αυτή, είναι να γίνει αντιληπτό ότι η τεχνητή και απολύτως ψευδαισθητική κατανόηση της «δημοσιότητας» ως ατομικής περιπέτειας (ενώ νοηματικά και ουσιαστικά οι δύο λειτουργίες και καταστάσεις, η δημοσιότητα και η εξατομίκευση, είναι αντίπολα), οδηγεί σ’ ένα «πλάσμα διαλόγου». Τα κοινωνικά δίκτυα διαθέτοντας τη δυνατότητα πλήρους ελέγχου της τεχνολογικής βάσης των λειτουργιών τους (και επομένως επειδή δεν απειλούνται να απολέσουν μέρος της εξουσίας που κατέχουν), δεν εχουν δυσκολία να παραχωρήσουν στους χρήστες τους αυτή την ψευδαίσθηση διαλόγου, που στο πολιτικό επίπεδο ισοδυναμεί με πολιτική εξαπάτηση. Από την άλλη, τα ΜΜΕ (ακριβώς ως «μαζικά μέσα») αδυνατούν τελείως να προσφέρουν «ιδιωτικότητα» έστω ως πλασματική κατάσταση, διότι εάν το έκαναν θα έπαυαν να είναι «ΜΜΕ».

Ίσως το λεπτό συμβολικό σημείο είναι το πόσο «μόνοι» νομίζουμε και αισθανόμαστε πως είμαστε όταν πληροφορούμεθα τα συμβαίνοντα στον δημόσιο βίο:

- Στα μεν ΜΜΕ η λειτουργία της πληροφόρησης (ακόμη και στην TV, που (ανα)μεταδίδει εικόνα και άρα είναι το πιο ξένο Μέσο για την ενεργοποίηση της νοητικής διεργασίας αξιολόγησης -άρα και της ενεργητικής ανταπόκρισης στις υποχρεώσεις ενός πολίτη), θεωρείται αναγκαία προϋπόθεση για να σχηματίσεις γνώμη. Και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο τα ΜΜΕ είναι αναγκαία στις δημοκρατίες. Ώριμες συλλογικές αποφάσεις από μεριάς της κοινής γνώμης (μπορούν να) λαβάνονται από πληροφορημένους πολίτες και όχι από παραπλανημένους πολίτες.

(Επί τη ευκαιρία, να υπογραμμιστεί με έμφαση στο σημείο αυτό, ότι ένας από τους βασικούς λόγους περιέλευσης των ΜΜΕ σε κατάσταση διευρυνόμενης συν τω χρόνω ανυποληψίας, είναι ακριβώς επειδή αποπειράθηκαν να υποκαταστήσουν τη λειτουργία εξατομικευμένης αξιολόγησης στην οποία προβαίνει ένας πολίτης όταν ενημερώνεται για τις δημόσιες υπόθεσεις, προσφέροντας στους αναγνώστες/ ακροατές/τηλεθεατές τους «έτοιμες γνώμες». Διότι, φυσικά, άλλο πράγμα ο σχολιασμός της είδησης για να συμπληρωθεί η (επι)γνώση πάνω στην ίδια την είδηση ώστε να διευκολύνονται ώριμες αποφάσεις της κοινής γνώμης ως αθροίσματος ώριμων πολιτών, και άλλο η αρθρογραφία προετοιμασμένων απόψεων με πρόδηλο σκοπό να ποδηγετηθεί ο πολίτης σε κατά βάση άκριτες αποδοχές προκατειλημμένων αποφάσεων, στη λήψη των οποίων ο ίδιος κατά κανένα τρόπο δεν συμμετείχε, ούτε δύναται να τις νομιμοποιεί ως δήθεν συνειδητή επιλογή του.   

- Στα κοινωνικά δίκτυα, από την άλλη μεριά, είναι οριακά σχετιζόμενο με τη λειτουργία της δημοκρατικής πληροφόρησης για τις δημόσιες υποθέσεις το τί αναρτήθηκε. Ακόμη και για αναρτήσεις από επίσημους φορείς ή και πρόσωπα του δημόσιου βίου,  θεωρητικά και πρακτικά δεν μπορεί να θεωρείται εξασφαλισμένο για κάθε πολίτη το δικαίωμα και η δυνατότητα ισότιμης πρόσβασης όλων των πολιτών σε αυτής της φύσης αναρτήσεις «πληροφόρησης». Και τούτο, απλούστατα διότι τα ΜΜΕ προσφέρονται σ’ όλους χωρίς κανένα περιορισμό, ενώ τα κοινωνικά δίκτυα φέρουν στη φύση των λειτουργιών τους περιορισμούς τεχνικούς, πολιτισμικούς,  ηλικακούς, εισοδηματικούς, μορφωτικούς, ακόμη και περιορισμούς  ψηφιακού αναλφαβητισμού, παράγοντας εκ των πραγμάτων «μερική πληροφόρηση», που δεν μπορεί να θεωρηθεί πολιτικά νομιμοποιημένη ως μέσο επαρκούς ενημέρωσης των πολιτών ως συλλογικότητας.

Σε κάθε περίπτωση, ενημέρωση από δημόσιους φορείς μέσω των κοινωνικών δικτύων είναι δημοκρατικά αποτελεσματική, μόνον όταν συνιστά προαναγγελία, που στη συνέχεια πρέπει να επιβεβαιωθεί από επίσημες ανακοινώσεις. Η αρχή αυτή τελευταία έχει ενισχυθεί και αποκτήσει χαρακτήρα υποχρεωτικής προϋπόθεσης, επειδή ακριβώς έχουν κατ’ επανάληψη επιβεβαιωθεί κακόβουλες επεμβάσεις σε λογαριασμούς κοινωνικών δικτύων ακόμη και δημόσιων φορέων, που μεταδίδουν ψευδείς πληροφορίες.

Κάτω απ’ αυτή την οπτική τα κοινωνικά δίκτυα μόνον υποβοηθητικό ρόλο μπορούν να διεκδικούν στην πληροφόρηση μιας δημοκρατικά συντεταγμένης και οργανωμένης πολιτείας και σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να διεκδικούν (πολλώ μάλλον να έχουν) ρόλο «αντικαταστάτη» των ΜΜΕ.

Όλα τα παραπάνω σε καμιά περίπτωση δεν προσφέρουν δικαίωμα στις εταιρείες που κατέχουν τις τεχνικές βάσεις λειτουργίας των κοινωνικών δικτύων, να αποφαίνονται σχετικά με τη «νομιμότητα» της δημοσίευσης ενός χρήστη (οποιουδήποτε χρήστη, ακόμη και ενός δημόσιου προσώπου χρήστη) και να αποφασίζουν εκείνες αν θα «κατέβει» μια ανάρτηση, ή όχι! Να είμαστε σαφείς ως προς αυτό! Τα κοινωνικά δίκτυα προσφέρουν την τεχνική υποδομή και μόνο για τη διενεργεια δημόσιου διαλόγου. Απ’ αυτό ζουν και ευδοκιμούν, ή όχι, ως δραστηριότητα. Σε καμιά περίπτωση «δεν διεξάγουν εκείνα τον δημόσιο διάλογο»! Και φυσικά αποστερούνται  παντός δικαιώματος να αξιολογούν εκείνα το περιεχόμενο του όποιου διαλόγου γίνεται μέσα απ’ αυτά. Κάθε απαγόρευση, επομένως, ή περιορισμός του δικαιώματος κάθε χρήστη τους να λέει ό,τι θέλει, δεν είναι πρακτική συνάδουσα με μια δημόσια  δημοκρατική συζήτηση, αλλά αποτελεί ανεπίτρεπτο περιορισμό στην ελεύθερη πρόσβαση σε μέσα διεξαγωγής  τέτοιας συζήτησης. (Δεν παρέλκει να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι φυσικά υπάρχουν εξαιρέσεις αυτού του άκαμπτου δημοκρατικού κανόνα απόλυτης ελευθερίας πρόσβασης στον δημόσιο διάλογο. Πρόκειται για εξαιρέσεις που αφορούν όμως και στα ΜΜΕ! Για παράδειγμα, η περίπτωση εμφανέστατης διασποράς ψευδών πληροφοριών, που θα μπορούσαν να θέσουν σε απειλή την κοινωνική ειρήνη και την ασφάλεια των πολιτών. Όμως, η εφαρμογή τέτοιων περιορισμών εναπόκειται στην ενεργοποίηση των σχετικώς εξουσιοδοτημένων προς τούτο εποπτικών κρατικών οργάνων και μόνον (εισαγγελείς, ραδιοτηλεοπτικά συμβούλια, διάφορα όργανα εποπτείας του δημόσιου χώρου κ.λπ.) να ασκηθεί, ή όχι! Και βεβαίως οι αποφάσεις των εταιρειών-πλατφορμών να κατεβάζουν ή να λογοκρίνουν αναρτήσεις ερήμην οποιασδήποτε νομιμοποίησης εποπτικών κρατικών οργάνων δεν είναι συμβατή με δημοκρατική λειτουργία, ακόμη κι αν τέτοιες λογοκρισίες ασκούνται στο όνομα της δημοκρατίας.

Και πόθεν αντλείται αρμοδιότητα δημόσιας πληροφόρησης πλην της εταιρικής δραστηριότητας (που φυσικά δεν υπόκειται σε κανένα περιορισμό εκτός από τις παραβιάσεις της συμβατικής νομιμότητας); Όπως και στα ΜΜΕ έτσι και στα κοινωνικά δίκτυα η παροχή πληροφόρησης στους πολίτες ασκείται κατά παραχώρηση (στα συμβατικά ηλεκτρονικά ΜΜΕ, πλην Τύπου) κατόπιν αδειοδότησης ή με ανοχή του κράτους, ως αντιπροσώπου της οργανωμένης κοινωνίας των πολιτών. Στην Ελλάδα τέτοια πληροφόρηση χαρακτηρίζεται ως «δημόσια λειτουργία». Αξίζει να σημειωθεί ότι η διαφοροποίηση της μεταχείρισης του Τύπου ως προς αυτό οφείλεται στο ότι τα ηλεκτρονικά ΜΜΕ ασκούν τη λειτουργία τους με δεδομένους τεχνικούς περιορισμούς (π.χ. το εύρος ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων είναι περιορισμένο και δεν μπορεί να εκπέμψει απεριόριστος αριθμός καναλιών, γι’ αυτό και διεξάγεται διαγωνιστική διαδικασία υπό κρατικό συντονισμό, ώστε να επιλέγονται οι καλύτεροι).  

Σημειωτεόν ότι η διαγωνιστική διαδικασία στα ηλεκτρονικά ΜΜΕ δεν αφορά αποκλειστικά το τεχνικό μέρος (όπως εκτέθηκε αμέσως προηγουμένως), αλλά εκτείνεται και σε δύο ακόμη πεδία: Την ποιοτική αξιολόγηση του προγράμματος που υπόσχεται να εκπέμψει το κανάλι που αιτείται να λάβει άδεια και το προσωπικό που δεσμεύεται να απασχολήσει.

Τώρα που έχουμε τελική και ολοκληρωμένη εικόνα των πραγμάτων, ας καταλήξουμε σε μερικές βασικές διαπιστώσεις:

- τα κοινωνικά δίκτυα ασκούν και αυτά «δημόσια λειτουργία», αν είναι να προσλαμβάνονται ως μέσα πληροφόρησης της κοινής γνώμης στις δημοκρατίες,

- με βάση το προηγούμενο, τα κοινωνικά δίκτυα υπόκεινται επίσης (όπως τα ΜΜΕ) σε εποπτικό και ρυθμιστικό έλεγχο από μεριάς του κράτους-εκπροσώπου των πολιτών. Ήδη στην Ελλάδα, η εποπτεία και ο ρυθμιστικός ελεγχος των κοινωνικών δικτύων έχει κατά νόμο ανατεθεί στο Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης,

- το φαινόμενο των fake news υπάρχει και στα ΜΜΕ και δεν σχετίζεται καθόλου με την τεχνική πλατφόρμα των κοινωνικών δικτύων, αντίθετα, το φαινόμενο της δημόσιας ψευδολογίας (με σπεσιαλίστα του είδους την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη) λαμβάνει χώρα είτε στα κλασσικά ΜΜΕ είτε στα κοινωνικά δίκτυα επειδή ανιχνεύεται και στα δύο «μέσα» κοινό κίνητρο: η μαζική εξαπάτηση της κοινής γνώμης για λόγους αποκόμισης βραχυπρόθεσμου πολιτικού οφέλους. (Με πιο χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση, ίσως, τη βαθύτατη ψευδολογία Κυριάκου Μητσοτάκη ότι η απελθούσα κυβέρνηση Αλέξη Τσίρπα είχε αντάλλαξει το όνομα «Μακεδονία» με τη μη περικοπή των συντάξεων).

Πότε θα ενηλιωθούν λοιπόν τα κοινωνικά δίκτυα; Μα, φυσικά, όταν χειραφετηθούν από τον έλεγχο των ιδιοκτητών της τεχνικής  πλατοφόρμας επί της οποίας το καθένα απ’ αυτά «εκπέμπει» επικοινωνία και προσφέρει «πλάσμα» δημόσιου διαλόγου! Όπως τα παραδοσιακά ΜΜΕ (Τύπος, ραδιόφωνο, τηλεόραση), για τα οποία «χρυσή εποχή» ήταν (κάπου στην περιοδο 1980-2000) η εντύπωση προς τους πολίτες ότι δεν ανήκαν στις ιδιοκτησίες τους, αλλ’ ανήκαν μόνο στην κοινωνία και την υπηρέτηση της λειτουργίας της πληροφόρησης, έτσι και στα κοινωνικά δίκτυα η ενηλικίωσή τους θα έρθει όταν πειστεί η κοινή γνώμη ότι ενημερώνουν όχι «υπέρ κάποιων» (πολιτικοί, επιχειρηματίες, εταιρείες, διαφημιζόμενοι πελάτες κ.λπ.), αλλά «για κάποιους» (τους πολίτες, εν προκειμένω).