Μολυβάκι

25 Μαϊ. 2019

Οι ευρωεκλογές

και η προοδευτική συνεργασία 

Καθώς ανοίγουν οι κάλπες για τις ευρωεκλογές, σ’ όλο το πολιτικό πεδίο στην Ε.Ε. αναδεικνύεται από τη συντριπτική πλειοψηφία των ευρωπαίων πολιτών η υπογράμμιση της ανάγκης να απωθηθούν οι εντεινόμενες ακροδεξιές πιέσεις στο εσωτερικό των κοινωνιών μας. Παράλληλα, διαμορφώνεται ένα ευρύτατο μέτωπο προοδευτικών δυνάμεων, για να ηττηθούν πολιτικά οι συντηρητικές πολιτικές που ακριβώς εξέθρεψαν την ενδυνάμωση αυτών των ακροδεξιών δυνάμεων, αλλά ταυτόχρονα ευθύνονται και για τις ακραία νεο-φιλελεύθερες οικονομικές πολιτικές στην ευρωζώνη, που βάθυναν την κοινωνική κρίση και παρήγαγαν το ρεύμα του ευρωσκεπτικισμού, που απειλεί το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.     

Η ωρίμανση των συνθηκών αυτού του αντιδεξιού πανευρωπαϊκού μετώπου, δεν ήρθε ούτε εύκολα ούτε γρήγορα. Αντίθετα, χρειάστηκε να αμφισβητηθεί η ευρωπαϊκή πορεία ολόκληρων χωρών-μελών της Ε.Ε. και μία μεγάλη απ’ αυτές, μάλιστα, η Βρετανία να χαθεί, για να ενεργοποιηθούν τα ισχυρά αντιδεξιά πολιτικά ανακλαστικά που βλέπουμε σήμερα να διαμορφώνουν τις εξελίξεις.

H υποχώρηση των μακρόχρονων και σοβαρών ιδεολογικοπολιτικών  διαφορών  ανάμεσα σε σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και κόμματα της αριστεράς στην Ευρώπη και η κίνηση προς μια πολιτική συμμαχία που θα μπορούσε να εγγυηθεί  τη δημοκρατική επανίδρυση της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, καθώς και την αναζωογόνηση του ενοποιητικού προτάγματος, ήρθε ως απόρροια των απειλών που ευκρινώς πλέον αναδύονται, αν τυχόν συνεχιστεί η ίδια δεξιά πολιτική που κυριαρχεί στην ήπειρο εδώ και μια εικοσαετία. Για να υπάρξει αυτή η ώσμωση, χρειάστηκε να συμβούν δύο βασικά πράγματα:             

1. Να αρθούν οι σεχταριστικές απόψεις που επί δεκαετίες  ταλαιπωρούν την ευρωπαϊκή και ευρύτερη αριστερά, αποστερώντας της παρεμβατικό ρόλο που θα μπορούσε να έχει, είτε προς διαφύλαξη κοινωνικών πολιτικών που δέχτηκαν απηνή επίθεση από την ευρωπαϊκή δεξιά, είτε προς απόκρουση του φαινομένου ενδυνάμωσης της ακροδεξιάς.

2. Να εισέλθουν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα της Ευρώπης στον κύκλο αμφισβήτησης σε πρώτη φάση και απόρριψης στη συνέχεια των νεο-φιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών που άλλα ανέχτηκαν και άλλα συνέπραξαν για την επιβολή τους στην ευρωζώνη. 

Η σημερινή υπαναχώρηση και σε κάποιες περιπτώσεις άρον-άρον απόσυρση ολόκληρων βασικών αξόνων οικονομικής πολιτικής νεο-φιλελεύθερης κοπής (π.χ. η επιλογή περιορισμού του κοινωνικού κράτους για ανακατεύθυνση των πόρων χρηματοδότησής του σε ιδιωτικές επενδύσεις) από μεριάς ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων, δηλώνει ευκρινώς τη «στροφή» πολιτικής. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις (όπως για παράδειγμα στη Γερμανία) οι εξελίξεις πιστοποιούν ότι αυτή η στροφή άργησε τόσο, ώστε να κινδυνεύει και η ίδια η πολιτική υπόσταση του SPD.

Παράλληλα, η βιαιότητα των πολιτικών του νεο-φιλελευθερισμού πρωτίστως σε χώρες που δοκιμάστηκαν σκληρά από την οικονομική κρίση (αλλά όχι μόνο σ’ αυτές), εξαφάνισαν μεγάλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα -η Ελλάδα με το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και η Γαλλία με το Parti Socialiste είναι δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα! Γιατί σ’ αυτές τις δύο χώρες; Νομίζω διότι και στην Ελλάδα και στη Γαλλία η δεξιά στροφή των δύο κομμάτων όταν κυβερνούσαν και η υιοθέτηση σκληρού οικονομικού νεο-φιλελευθερισμού από μεριάς τους (Σημίτης στην Ελλάδα, Φρανσουά Ολάντ στη Γαλλία), περισσότερο απ’ ό,τι σε άλλα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, δίνουν την εξήγηση. Ακόμη εδώ θα χώραγε η περιγραφή ως εξήγηση για την προϊούσα αλλά τελικά μακρά απαξίωση του βρετανικού Εργατικού Κόμματος, συνεπεία της πολιτικής του Τόνι Μπλερ.

Από την άλλη πλευρά, η έγκαιρη αριστερή στροφή σε ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα όχι μόνο τα διέσωσε, αλλά τα κατέστησε και ρυθμιστές του σημερινού σκηνικού, όπως στη Βρετανία το Εργατικό κόμμα του Κόρμπιν, στην Ισπανία το PSOE του Σάντσεθ και στην Πορτογαλία το PS του Κόστα. Δραματική αλλά απολύτως συμβολικής κρισιμότητας η περίπτωση του ολλανδικού Εργατικού Κόμματος, το οποίο κερδίζει τις ευρωεκλογές στη χώρα ανατρέποντας όλα τα προγνωστικά. Για να πετύχουν αυτόν το άθλο οι Ολλανδοί σοσιαλδημοκράτες, χρειάστηκε να απαλλαγούν από το πανευρωπαϊκό σύμβολο του συντηρητικού ευρωπαϊκού νεο-φιλελευθερισμού τα κρίσιμα χρόνια της κρίσης στην ευρωζώνη, δηλαδή έπρεπε να αποστασιοποιηθούν απ’ όσα πρέσβευε όλ’ αυτά τα χρόνια στο eurogroup ο εκπρόσωπός τους Γερούν Ντάισελμπουμ.                  

Όπως και να ‘ναι, για πρώτη φορά μετά την κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού» στην Ευρώπη, σοσιαλδημοκρατία και αριστερά ενώνουν δυνάμεις για να σταματήσουν τη νεο-φιλελεύθερη κατρακύλα που παράγει την κοινωνική βάση κλονισμού της Ε.Ε. και να ανακόψουν την ενδυνάμωση των ακροδεξιών. Θετικό πρόσθετο στοιχείο σ’ αυτά, η διαφαινόμενη ριζοσπαστικοποίηση αρκετών οικολογικών και κεντρώων κομμάτων. Με αποτέλεσμα, τα πρώτα, τα οικολογικά και περιβαλλοντικά κόμματα  (κυρίως ένεκα του δραματικού τόνου που προσλαμβάνουν οι εξελίξεις στο πεδίο της Κλιματικής Αλλαγής) να εγκαταλείπουν τον εν πολλοίς «νατουραλιστικό» πολιτικό χαρακτήρα τους και να προσχωρούν σε προοδευτικές απόψεις. Και τα δεύτερα, δηλαδή τα κεντρώα κόμματα, να μετακινούνται από τη σχεδόν δεδομένη την τελευταία δεκαετία θέση τους στο δεξιό τμήμα του πολιτικού φάσματος αριστερότερα.  

Η ευρύτητα του προοδευτικού μετώπου που διαμορφώνεται πια απτά στην Ε.Ε. (γεγονός που πολιτικά αναμένεται να εκφραστεί σαφέστερα και μετά τις ευρωεκλογές  κατά τη διαδικασία επιλογής του διαδόχου του Ζαν Κλοντ Γιούνκερ στην ηγεσία της κομισιόν) προοιωνίζεται ένα θετικό σκηνικό για την Ευρώπη τις προσεχείς δύο δεκαετίες. Σ’ αυτές τις δεκαετίες ίσως άλλωστε παιχτεί και το τελευταίο χαρτί της βιωσιμότητας του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος.

Σε κάθε περίπτωση, ο επείγων χαρακτήρας και η διάρρηξη των προκαταλήψεων στις σχέσεις μεταξύ ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και αριστεράς είναι θεμέλια προϋπόθεση της επιτυχίας του μεγάλου και κρίσιμου εγχειρήματος. Ταυτόχρονα, η αποβολή των έσχατων συντηρητικών προκαταλήψεων για την ευρωπαϊκή αριστερά, (π.χ. η οριστική τοποθέτηση του αντι-κομμουνισμού στο χρονοντούλαπο της ιστορίας), εγγυώνται και την ιδεολογική προσεγγιστική βάση του εγχειρήματος, ως ένα στοιχείο μεγάλης συμβολικής δημοκρατικής αξίας.

Όσα ευρωπαϊκά κόμματα θα μπορούσαν να συμμετάσχουν σ’ αυτή τη μεγάλη ευρωπαϊκή συμμαχία, της οποίας η επιτυχημένη συνέχεια είναι μεγάλης κρισιμότητας για την ίδια την Ε.Ε., και δεν το κάνουν, μοιραία οδηγούνται στο περιθώριο. Όχι γιατί στην προοδευτική ευρωπαϊκή πολιτική συμμαχία δεν υπάρχει χώρος για μικρότερα σχήματα –το αντίθετο μάλιστα, αλλά διότι στο δίλημμα μεταξύ Ευρώπης της δεξιάς και του νεο-φιλελευθερισμού και Ευρώπης του αιτήματος προοδευτικής «επανίδρυσής» της, δεν χωράνε αμφιθυμίες.

Οι περιπτώσεις του ΚΙΝ.ΑΛ. στην Ελλάδα και του SPD στη Γερμανία, είναι ενδεικτικές. Στη Γερμανία, έστω και την ύστατη ώρα, (αυτή που στην Ελλάδα από τη δεξιά αντιπολίτευση χαρακτηρίζεται ως προεκλογικός λαϊκισμός του Τσίπρα και στη Γερμανία από την κυβερνώσα δεξιά το ίδιο για το SPD), το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα 3 μέρες πριν τις ευρωεκλογές ανακοίνωσε αυξήσεις στις χαμηλότερες συντάξεις και μονομερή εφαρμογή του φόρου Τόμπιν επί των χρηματοοικονομικών συναλλαγών για την ενίσχυση χρηματοδότησης του ασφαλιστικού συστήματος της χώρας.

Στην Ελλάδα το ΚΙΝ.ΑΛ., αντιθέτως, σε μια από τα ενοχικότερες στιγμές της δεξιάς πολιτικής παρείσφρησης στο παραταξιακό DNA, υπερψήφισε τα μέτρα ελάφρυνσης Τσίπρα, …καταδικάζοντάς τα! Λες και οι εκλογείς θα θυμούνται ενώπιον της ευρωκάλπης ποιά κόμματα «σήκωσαν το χεράκι» στη Βουλή και όχι ποιά κόμματα καταδίκασαν τις ελαφρύνσεις Τσίπρα προς τους ασθενέστερους…  

 

 

 

22 Μαϊ. 2019

H νέα ελληνική εξωτερική πολιτική

(Μέρος Γ΄ - Η διπλωματία των υδρογονανθράκων

και των αγωγών)

(…συνέχεια από το προηγούμενο Μέρος Β΄ - Η διπλωματία της Τεχνολογίας και της Κλιματικής Αλλαγής)

Για την νέα ελληνική εξωτερική πολιτική στο θέμα των υδρογονανθράκων και των αγωγών, δεν θα είχε κανένας πολλά να πει, αφού η πολιτική αυτή ξεδιπλώνεται ήδη και ο καθένας μας βιώνει κιόλας τις επιδράσεις της. Η αναβάθμιση του γεωστρατηγικού ρόλου της Ελλάδας και της Κύπρου, αναγνωρίσιμη διά γυμνού οφθαλμού, μαρτυρεί την αλήθεια. Με επίκεντρο, μάλιστα, τις εξελίξεις στην κυπριακή ΑΟΖ, το παγκόσμιο ενδιαφέρον στρέφεται στην υπόθεση με σπάνια ένταση, παρ ό,τι άλλα μεγάλα διεθνή γεγονότα κυριαρχούν στην επικαιρότητα (Συρία, Λιβύη, διένεξη στον Περσικό Κόλπο κ.λπ.).    

Όμως, στο σημείο αυτό, για να αναδυθεί από τον άγονο δημόσιο λόγο στην Ελλάδα (κυρίως με ευθύνη της δεξιάς αντιπολίτευσης) η σημασία της νέας ελληνικής εξωτερικής πολιτικής (την οποία μάχονται οι αντισυγκεντρώσεις των μακεδονομάχων αυτή τη στιγμή, ως μόνη διακριτή εναλλακτική πρόταση εξωτερικής πολιτικής της δεξιάς αντιπολίτευσης), πρέπει να υπογραμμίσουμε το εξής: Ο ελληνισμός στην ανατολική Μεσόγειο, ως γενέθλιο τόπο του, είναι η πρώτη φορά από την επανάσταση του 1821, που διεκδικεί λόγο και ρόλο σε συνθήκες ισοτιμίας και κυριαρχίας, μετά από 2 αιώνες διεθνούς ρόλου για την Ελλάδα, ως υποτελούς σε διεθνείς γεωπολιτικές σκοπιμότητες παράγοντα. Πρόκειται για βήμα απολύτως ιστορικού βάρους για τον ελληνισμό! 

υσικά η σημερινή κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν είναι εκείνη στην οποία ανήκουν όλα τα εύσημα για τη νέα ελληνική εξωτερική πολιτική. Προηγήθηκαν και άλλες ελληνικές κυβερνήσεις που συνέβαλαν στη μεγάλη αυτή αλλαγή! Ωστόσο, από την άλλη, προηγήθηκαν και άλλες ελληνικές κυβερνήσεις, που μεριμνά τους είχαν να ανακόψουν την πορεία προς την παγίωση της σημερινής νέας ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Μετά τον Ανδρέα Παπανδρέου, θυμάμαι τα Ίμια, ως κορυφαία ενδεικτική λογική μιας εξωτερικής πολιτικής συμφιλιωμένης με τον ρόλο μιας διεθνώς ανίσχυρης χώρας. Ανακαλώ στη μνήμη μου τις εγχώριες ειρωνείες για την ελληνική ανάμιξη στην «πολιτική των αγωγών», όταν για πρώτη φορά τέθηκε το θέμα. Κι άλλωστε, η ίδια η είσοδος της Ελλάδας στη μνημονιακή εποπτεία, τί άλλο ήταν από ανάσχεση προς αυτήν την νέα ελληνική εξωτερική πολιτική; (Κι αυτό είναι άσχετο με το εάν μπορούσε να γίνει το 2010 κάτι άλλο εκτός της μνημονιακής δέσμευσης, που είναι τελείως διαφορετική συζήτηση). Και τί άλλο από καθοριστικό ενδεχόμενο ανάσχεσης της πορείας προς τη σημερινή νέα ελληνική εξωτερική πολιτική ήταν η απόπειρα να «περάσει» το σχέδιο Ανάν για το Κυπριακό; (Για το οποίο σχέδιο Ανάν, έχω κι άλλοτε εκφράσει το προβληματισμό μου, σχετικά με το τι θα συνέβαινε σήμερα με τις εξελίξεις στην κυπριακή ΑΟΖ, αν τυχόν αυτό το σχέδιο είχε τότε υιοθετηθεί και δεν το απέτρεπε ο μακαρίτης Τάσσος Παπαδόπουλος)

Για τους ανωτέρω λόγους, και για μια σειρά άλλους συμβολικού και πρακτικά πολιτικού χαρακτήρα, δεν ήταν «οικονομική πολιτική» η ολοκλήρωση του 3ου μνημονίου και η απεμπλοκή έκτοτε από τις μνημονικές δεσποτείες, αλλά ήταν κίνηση «εξωτερικής πολιτικής», όπως προσπάθησα και σ’ άλλα σημεία αυτής της σειράς αναλύσεων να δείξω. Διανοηθείτε να ήταν σήμερα η Ελλάδα υπό μνημονιακή εποπτεία και να έπρεπε να χειριστεί τις τουρκικές διεκδικήσεις κατά της ελληνικής ΑΟΖ στην περιοχή του Καστελόριζου! Ξέρετε ποια θα ήταν η υπόδειξη των δανειστών-θεσμών, αφού ως οικονομικού ενδιαφέροντος πτυχή και μόνο θα αντιλαμβάνονταν οι πιστωτές μας το θέμα; Ένας άρον-άρον συμβιβασμός με την Άγκυρα  για να επιταχυνθούν τα έσοδα από την εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων, προς διασφάλιση των πιστωτών μας. Κι έτσι ένα ζήτημα που καθαρά συγκαταλέγεται στην εξωτερική πολιτική της Ελλάδας, θα είχε εκπέσει σε φόρμα οικονομολογικών προταγμάτων.

Όλ' αυτά τα δυσάρεστα και επιβλαβή για τα ελληνικά συμφέροντα ενδεχόμενα σήμερα έχουν αποκρουστεί! Και δύσκολα τα ίδια αυτά τα ενδεχόμενα θα τεθούν εκ νέου.

Στο θέμα της ελληνικής διπλωματίας των υδρογονανθράκων και των αγωγών, παρ’ ό,τι όλα φαίνεται να κρίνονται στην κυπριακή ΑΟΖ και την ελληνική ΑΟΖ στο νησιωτικό σύμπλεγμα της Μεγίστης (Καστελόριζο), πρέπει να προσεχτεί ιδιαίτερα ένα σημείο: Η ελληνική εξωτερική πολιτική για τους υδρογονάνθρακες και τους αγωγούς δεν περιορίζεται στην νοτιοανατολική Μεσόγειο! Αντίθετα, εκτείνεται σόλο το μήκος της ελληνικής μεθοριακής γραμμής, από την Ήπειρο, στο Ιόνιο, μέχρι την Αλεξανδρούπολη  στο Αιγαίο και την γραμμή σύνδεσης των ΑΟΖ Ελλάδας-Κύπρου.

Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης για πλήρη αξιοποίηση του μεγάλου ειδικού γεωπολιτικού βάρους της χώρας μας στα Βαλκάνια, τη Μεσόγειο και την Ευρώπη, τοποθετείται αυτή η ταυτόχρονη (και καθόλου τυχαία) ελληνική παρέμβαση σε γεωτρητικές δραστηριότητες σ’ όλα τα πελάγη μας, σε διακρατικές συμφωνίες για τις διελεύσεις αγωγών φυσικού αερίου αλλά και σε διμερείς συνεννοήσεις προς επίλυση παγιωμένων διαφορών με χώρες που συνορεύουν με την πατρίδα μας. Δηλαδή, δεν πρόκειται για μια αποσπασματική και μεμονωμένη κίνηση της ελληνικής διπλωματίας, στα ελληνο-αλβανικά, το μακεδονικό ή τα ελληνο-τουρκικά. Αντίθετα, είναι μια συνεκτική γραμμή υπηρέτησης του ενδυναμωμένου ρόλου του ελληνισμού στον κόσμο του αιώνα μας.

Κλείνω αυτή τη σειρά αναλύσεων με μια ευχή: Η σημασία και το βάρος αυτής της νέας ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, της οποία η κρισιμότητα για μια καλύτερη Ελλάδα στον 21ο αιώνα είναι ολοφάνερη, να κατανοηθεί και να γίνει αποδεκτή το συντομότερο και από όσο το δυνατόν περισσότερους Έλληνες, μακριά από τις μικρότητες του πολιτικώς τρέχοντος στοιχείου. Η εσωτερική μας ενότητα πάνω σ’ αυτά, είναι η καλύτερη εγγύηση ότι αυτοί μεγάλοι σκοποί θα υπηρετηθούν και θα προαχθούν αποτελεσματικά. 

 

 

 

20 Μαϊ. 2019

H νέα ελληνική εξωτερική πολιτική

(Μέρος Β΄ - Η διπλωματία της Τεχνολογίας

και της Κλιματικής Αλλαγής)

(…συνέχεια από το προηγούμενο Μέρος Α΄ - Από την οικονομική διπλωματία στην ανάκτηση κυριαρχίας)

Η πρόσβαση των χωρών του νέου κόσμου κατά τον 21ο αιώνα στην Τεχνολογία και στο δικαίωμα για ποιοτικό φυσικό περιβάλλον, αποτρέποντας τις ολέθριες συνέπειες της Κλιματικής Αλλαγής, φαίνεται πως είναι τα κλειδιά του μέλλοντός  μας.

Αναμφίβολα στα κλειδιά αυτά ΔΕΝ συμπεριλαμβάνονται ζητήματα που σήμερα κυριαρχούν στη διεθνή ατζέντα: Το χρέος, οι «μεταρρυθμίσεις», τα ελλείμματα, η ανταγωνιστικότητα και άλλα ανάλογα πεδία πολιτικής (αν και όλα οικονομικά στοιχεία) που επίμονα θέτει ο δυτικός καπιταλισμός. Ακόμη κι αν αυτά επιλύονταν σήμερα ως διά μαγείας, χωρίς επιτυχή διαχείριση των δύο μεγάλων ζητημάτων του επελαύνοντος κόσμου (και του χρόνου) όλα σε λίγες δεκαετίες θα είναι πιθανώς «τελειωμένα». Ουδέ καν η ανακοπή του προσφυγικού είναι το μεγάλο θέμα της εποχής. Οι μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών ιστορικά συνέβαλαν στην καλυτέρευση των πραγμάτων στις κοινωνίες υποδοχής. Η Τεχνολογία και η Κλιματική Αλλαγή, αντίθετα, είναι, αναπόφευκτης σημασίας για όλους μας, όσο από τον χειρισμό των δύο αυτών στη συνέχεια θα εξαρτηθούν απολύτως τα βασικά δεδομένα του βίου των επόμενων γενεών.

Την ίδια ώρα, τα μεγέθη, οικονομικά και λογιστικά (φανερά και αφανή) πιστοποιούν διά γυμνού οφθαλμού ότι ο διεθνής καπιταλισμός με τη σημερινή μορφή του και ως νεο-φιλελευθερισμός, δεν σώζεται! Φυσικά, η ωρίμανση και η απόκτηση συναίσθησης της διαπίστωσης και των συνεπειών της είναι νωρίς να έλθουν. Για παράδειγμα, το να αποκτήσει ο πλανήτης την ετοιμότητα να προχωρήσει σε συνολική αλληλοδιαγραφή του παγκόσμιου χρέους, ως μόνης διόδου στην πιθανότητα διάσωσης των νομισματοπιστωτικών συστημάτων ανά την υφήλιο, θα αργήσει να τεθεί επί τάπητος. Ως τότε, χώρες που για τον οποιονδήποτε λόγο και με οποιοδήποτε μέσο επιτυγχάνουν απομειώσεις του δανειακού παραλογισμού στη δίνη του οποίου έχουν εμπλακεί, θέτουν τις βάσεις για καλύτερη συνέχεια. Για να το κάνεις, ως χώρα στις σημερινές συνθήκες, μόνο με «παράδοξες» διακυβερνήσεις μπορεί να το διεκδικήσεις και να καταφέρεις να το πετύχεις. («Παράδοξες», φυσικά, για τις παγιωμένες αντιλήψεις όσων οδήγησαν την Ευρώπη στη σημερινή εικόνα των αυξημένων πιθανοτήτων για ένα δυστοπικό μέλλον της ηπείρου, με τους ναζισμούς και την πολιτική μίσους αλλά και μαζικής και γενοκτονικής καταστροφής όσων θεωρούμε «αντιπάλους» μας, να απειλούν να επιστρέψουν στα πράγματα).  

Μια τέτοια «παράδοξη» διακυβέρνηση είναι του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. της περιόδου 2015-2019!    

Έτσι εξηγείται και το ένα μέρος του μίσους που εκχέεται από τις αντιδράσεις της δεξιάς αντιπολίτευσης για τις ακατανόητες και απολύτως απορριπτέες για την ίδια κινήσεις, όπως του δημοψηφίσματος, της επιμονής για ρύθμιση του ελληνικού χρέους και της αποβολής του ΔΝΤ από το decision making για την ελληνική οικονομία. Η δεξιά αντιπολίτευση τα θεώρησε εξ αρχής όλ’ αυτά -και αμφιβάλλω αν και σήμερα το έχει δει διαφορετικά- ως αποφάσεις οικονομικής πολιτικής, ενώ συνιστούν καθαρή «εξωτερική πολιτική». Δηλαδή, δεν είναι μόνο «διαφωνία πολιτικής» μεταξύ Τσίπρα-δεξιάς αντιπολίτευσης, είναι ταυτόχρονα και πλήρης «αδυναμία πρόσληψης» από μεριάς της ίδιας αντιπολίτευσης ότι υπάρχει «άλλος δρόμος». Πώς αλλιώς θα μπορούσε να αντιπαρατεθεί η δεξιά αντιπολίτευση σε κάτι που δεν αντιλαμβάνεται ως «δυνατή πολιτική», αν όχι προσφεύγοντας σε πόλεμο κατά των «θηρίων» και με θρησκευτικού μένους εντάσεις; (Και έτσι, εν μέρει, απαντάται και το ερώτημα ποιός διχάζει και ποιούς).      

Μιλώντας για τα ελληνικά πράγματα και τη νέα εξωτερική πολιτική που χρειάζεται η  χώρα μας, μη διαφύγει στο σημείο αυτό της προσοχής μας ο διεθνής πειθαναγκασμός  ότι η αντιμετώπιση του σεναρίου μαζικής αλληλοδιαγραφής δημόσιου χρέους σε παγκόσμια κλίμακα θεωρείται σήμερα «παραλογισμός» και «επιστημονική φαντασία», μόνο και μόνο επειδή κάτι τέτοιο θα έπληττε πανίσχυρους ιδιώτες με πλανητική εμβέλεια και λόγο. Διότι, αν περί δημόσιων οικονομικών τέτοια συζήτηση, ποιός δεν θα μπορούσε να διακρίνει ότι απελευθερώνοντας τεράστια μέρη του παραγόμενου ΑΕΠ στις περισσότερες χώρες του κόσμου -ανάμεσά τους και πολλές μεγάλες- από καταβολές αποπληρωμών χρέους και ανακατευθύνοντας τα σε δημόσιες επενδύσεις (κατά προτίμηση στην «ουδέτερη» Τεχνολογία και σε μέριμνες αποτροπής της Κλιματικής Αλλαγής) θα βρισκόμαστε μπροστά στη «βιομηχανική επανάσταση του 21ου αιώνα»;                           

Πόσο και πώς ασχολείται ο δημόσιος λόγος στην Ελλάδα με την Τεχνολογία και την Κλιματική Αλλαγή εν όψει μάλιστα των ευρωεκλογών; Και πόσο και πώς ασχολείται μ’ αυτά η Ε.Ε. του κοινού μέλλοντός μας, όπως φάνηκε από το προ ημερών debate των επικεφαλής των ευρωπαϊκών κομμάτων;     

Στην Ευρώπη και σε ό,τι αφορά την Τεχνολογία, ας το πούμε ευθέως, καθόλου! Αποπνικτική ένδεια οραματισμού! Όλα εξαντλούνται σε εμπορικές πολιτικές! Όπως φάνηκε από το debate των επικεφαλής των ευρωπαϊκών κομμάτων, παγιδευμένη η Ε.Ε. στη δίνη των προστατευτικών εμπορικών απομονωτισμών του Τραμπ, αντιδρά με τον ίδιον τρόπο επιτείνοντας το κακό. Η εποχή που η Nokia και η Ericsson επέβαλαν τις εξελίξεις στον κλάδο παρήλθε! Δεν είναι τυχαίο ότι πρόκειται για τεχνολογίες που γεννήθηκαν και κατέλαβαν τον πλανήτη, προερχόμενες από μικρές χώρες που επένδυσαν στην Τεχνολογία, την ώρα που οι ευρωπαίοι μεγάλοι συσσώρευαν πλεονάσματα (Γερμανία) ή ενέτειναν τον εξωτερικό δανεισμό τους (Γαλλία). Το παράδειγμα δείχνει τον δρόμο, αλλά όλοι το αποστρέφονται. Κι όμως! Παρασυρόμενη η Ε.Ε. στη δίνη του απομονωτισμού των αντι-μέτρων, είναι σαν προσχωρεί κι αυτή σ’ ένα οικονομικό πόλεμο περί της «πατέντας», ο οποίος έχει ήδη κερδηθεί από την Κίνα και απλώς κάνουμε ότι δεν το καταβαίνουμε. Διερωτώμαι, γιατί η ιστορικά διεισδυτικότερη ευρωπαϊκή ματιά στα πράγματα, τη φορά αυτή δείχνει αδύναμη να κατανοήσει ότι οι απομονωτισμοί του Τραμπ συνιστούν την πρώτη ισχυρή ένδειξη κόπωσης της γεωπολιτικής ισχύος των Η.Π.Α., μετά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Και η συμπόρευση με τις φθίνουσες δυνάμεις, προοιωνίζεται ήττα. Πώς, άλλωστε, στην παγκοσμιοποίηση θα μπορούσε ποτέ να ήταν επαρκής η μέριμνα προστασίας της πνευματικής και εταιρικής ιδιοκτησίας και τα copyrigths;

Έτσι, δηλαδή με τις κατά βάση ηθικολογικού τύπου αναφορές Τραμπ στις κινεζικές πρακτικές υφαρπαγής της δυτικής τεχνολογίας (παρ’ όλο που τούτο είναι εν πολλοίς αληθές), το μόνο που προάγεται στη διεθνή ατζέντα είναι το «πόσο» τιμάται η Τεχνολογία και όχι το «ποιά» Τεχνολογία και «για ποιούς», που είναι το μέγα ζητούμενο των αυριανών εξελίξεων. Η Κίνα χωρίς να χρειάζεται να επενδύει στην Τεχνολογία, απλώς την χρησιμοποιεί. Μόνος τρόπος των δυτικών να διατηρήσουν την πρωτοκαθεδρία στον κλάδο της Τεχνολογίας και δι’ αυτής ενισχυμένο διεθνή ρόλο (και αποφεύγοντας να το διεκδικήσει η Ε.Ε. χάνει μια μοναδική ευκαιρία γίνει παγκόσμια ηγέτιδα δύναμη στη  εκατονταετηρίδα που τρέχει) είναι επενδύσεις και μόνον επενδύσεις, ώστε κάθε στιγμή που ένα νέο τεχνολογικό επίτευγμα θα υφαρπάζεται από τον οποιονδήποτε το επιχειρεί, την ίδια εκείνη στιγμή αυτό το επίτευγμα θα είναι ξεπερασμένο. Στην ανατολική Ασία ήδη εμφανίζουν καλύτερα ανακλαστικά απ’ όσο δείχνουμε εμείς οι ευρωπαίοι: Η μεγάλη διένεξη μεταξύ δύο κολοσσιαίων εταιρειών τεχνολογίας της περιοχής, της Huawei και της Samsung, ήδη λήγει και απομακρύνεται από τις μακρές δικαστικές περιπέτειες της υπόθεσης, οδεύοντας σε πλήρη συμβιβασμό και συνεργασίες.

Και στην Ελλάδα, τι γίνεται;

Η χώρα μας έχει  εισέλθει σε μια ραγδαία προσαρμοστική επιτάχυνση των διαδικασιών ενασχόλησής της με τον κλάδο. Οι επενδύσεις στη διαστημική τεχνολογία, είναι γνωστές. Την ίδια ώρα, προχωρεί με επιταχυνόμενους ρυθμούς η επέμβαση της Ελλάδας στη λεγόμενη «διπλωματία των δορυφόρων».

Ταυτόχρονα, ολοκληρώνεται η απελευθέρωση μέρους του φάσματος ψηφιακών συχνοτήτων που χρησιμοποιούνται για εκπομπές ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων προς διάθεση τις τηλεπικοινωνίες. (σ.σ.: Και αξίζει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι η Ελλάδα έμενε για χρόνια πολύ πίσω σ’ αυτό με ευθύνη των κυβερνήσεων που απήλθαν, παρ ό,τι πρόκειται για άκαμπτη ευρωπαϊκή υποχρέωση της χώρας προς πλήρη ολοκλήρωση ως το 2021. Γιατί; Μόνο και μόνο επειδή έτσι επέβαλαν τα συμφέροντα του γνωστού κύκλου εκδοτών και καναλαρχών, που επεδίωξαν -μέσω του κλεισίματος της ΕΡΤ, αλλ’ όχι μόνο- να ήταν εκείνοι (και όχι το ελληνικό δημόσιο) που για λογαριασμό και προς όφελός τους θα εισέπρατταν το ακριβό αντάλλαγμα από τις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας για τις ψηφιακές συχνότητες που πρέπει να παραχωρηθούν στις τηλεπικοινωνίες. Μ’ άλλα λόγια, θα εισέπρατταν οι ιδιώτες εκδότες-καναλάρχες αντάλλαγμα αξίας δισεκατομμυρίων για παραχώρηση …δημόσιας περιουσίας. Δηλαδή περιουσίας που δεν τους ανήκει αλλά ανήκει σ’ όλους τους Έλληνες. Για να το κλείνουμε, με όσο το δυνατόν λιγότερα λόγια -γιατί μεγάλο αυτό το θέμα και εδώ περί εξωτερικής πολιτικής ο λόγος- μέχρι να ξεκινήσει η διακυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. η Ελλάδα για τις υπηρεσίες της κομισιόν στις Βρυξέλλες στους κλάδους της Τεχνολογίας και των  Τηλεπικοινωνιών εθεωρείτο τριτοκοσμική χώρα. Με το ξανάνοιγμα και την επαναλειτουργία του Εθνικού Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου -που η Ν.Δ. έδωσε μανιασμένο αγώνα να μην επαναλειτουργήσει και επί των ημερών του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη- και την ουσιαστική ενεργοποίηση της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών η κανονικότητα στην Ελλάδα έχει αποκατασταθεί πλήρως. Παράλληλα, με την επαναλειτουργία της ΕΡΤ (στην οποία νομίμως ανήκει η διαχείριση των ραδιοτηλεοπτικών συχνοτήτων ως θεματοφύλακας της δημόσιας περιουσίας) και την νόμιμη αδειοδότηση των καναλιών πανελλήνιας εμβέλειας με παραχώρηση συγκεκριμένων συχνοτήτων για τις εκπομπές τους, η λεηλασία δημόσιου πλούτου απετράπη οριστικά. Κι αφήνω τις επενδύσεις δισεκατομμυρίων (της Google για παράδειγμα, αλλά όχι μόνο) που είχαν επιλέξει την Ελλάδα ως κέντρο της τεχνολογικής επανάστασης που σχεδιαζόταν, αλλά αποχώρησαν έντρομοι όταν διαπίστωσαν ότι για να κάνουν τη δουλειά τους έπρεπε πρώτα να πληρώσουν «λύτρα» σε μια αδίστακτη ομάδα ιδιωτών-πειρατών, που ήταν θρονιασμένοι στις δημόσιες συχνότητες και το ελληνικό κράτος δεν έκανε τίποτα για τους εκδιώξει, τους προστάτευε κιόλας; Με το αζημίωτο; Ίσως δεν μάθουμε ποτέ…)        

Όλ’ αυτά που ανέφερα ως εδώ -και δεν είναι τα μόνα- για τις εξελίξεις στον κλάδο της Τεχνολογίας στην Ελλάδα την τελευταία πενταετία, δεν είναι μια κλαδική οικονομική παρέμβαση. Είναι μέρος μιας πολιτικής επιλογής που ανάγεται στα ενδιαφέροντα και τις τεχνικές της διεθνούς διπλωματίας, στο πλαίσιο της επιδίωξης να μην είναι η Ελλάδα απούσα από τη μεγάλη ατζέντα του μέλλοντος. Κι αυτή είναι ακριβώς η νέα ελληνική εξωτερική πολιτική!

(Σημ.: Ανακαλώ στη μνήμη μου τα ειρωνικά σχόλια «προοδευτικών» φίλων μου, στο μοτίβο «εδώ η Ελλάδα με το 3ο μνημόνιο και τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να την καταστρέφει δεν έχει να φάει, οι δορυφόροι του μπας-κλας Παππά μας μάραναν». Σοβαροί τεχνοκράτες προειδοποιούσαν όσους τότε ειρωνεύονταν, να είναι πιο προσεκτικοί, διότι αν δεν αποκτούσε η Ελλάδα τον δικό της δορυφόρο μέσα σε συγκεκριμένο χρόνο προβλεπόμενο σχετικά από διεθνείς συμβάσεις, το δικαίωμά της για πρόσβαση στη διαστημική μπάντα θα χανόταν υπέρ γειτονικών χωρών. Την Ιταλία και την Τουρκία! Και μ’ αυτές θα έπρεπε στη συνέχεια η Ελλάδα να συναλλάσσεται, αν δεν είχε δικό της δορυφόρο, αφού κατά τις διεθνείς συμβάσεις που ισχύουν, πρόσβαση για κάθε χώρα στη μπάντα αυτή εφάπαξ διεκδικείται και αποκτάται. Κι αν δεν διεκδικηθεί και δεν αποκτηθεί στον ορισμένο χρόνο, στον επόμενο γύρο για να έχει μια χώρα πρόσβαση στην ίδια μπάντα υποχρεούται να απευθυνθεί στις γειτονικές χώρες που διαθέτουν δορυφόρο και με σύμβαση μαζί τους και καταβάλλοντας ανταλλάγματα να κάνει τη δουλειά της. Διερωτώμαι, αν δεν είναι αυτό νέα ελληνική εξωτερική πολιτική και είναι οι αντισυγκεντρώσεις των μακεδονομάχων, τότε οι λέξεις χάνουν απολύτως το νόημά τους…)      

(Στο επόμενο Γ΄ μέρος, η διπλωματία των υδρογονανθράκων και των αγωγών)

 

 

 

18 Μαϊ. 2019

H νέα ελληνική εξωτερική πολιτική

(Μέρος Α΄ - Από την οικονομική διπλωματία

στην ανάκτηση κυριαρχίας)

Με τις γραφίδες των αναλυτών, όλων των κομματικών αποχρώσεων, να εξαντλούν τις αναφορές τους στην κυπριακή ΑΟΖ, όλα μοιάζει να κρίνονται από την έκβαση της γεώτρησης στα οικόπεδα 6 και 7. Έτσι, έχω τη βεβαιότητα, παράγεται μια μονοσήμαντη εικόνα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, ακριβώς τη στιγμή που τα πράγματα μαρτυρούν περί αλλαγών σημαντικού βάθους σε επιλογές που για την Αθήνα είναι σταθερές εδώ και δεκαετίες. Με τις ευρωεκλογές να επίκεινται, η έλλειψη εικόνας για την πραγματική  διεθνή θέση της Ελλάδας, η απουσία ακόμη και κάποιας «εντύπωσης» για το πως η χώρα μας αντιλαμβάνεται την ευρωπαϊκή της υπόσταση, εισπράττεται από τους πολίτες ένα μεγάλο «κενό πολιτικής» στο σημείο αυτό.     

Με τον ελλειπτικό αυτόν τρόπο θέασης της σημερινής ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, όμως, παγιώνεται η ψευδής εντύπωση μιας μηχανικού τύπου διπλωματικής κίνησης της Ελλάδας, ενώ στην Ευρώπη και τον κόσμο συμβαίνουν πολύ σημαντικά πράγματα, που η στάση μας απέναντί τους αλληλεπιδρά πολύ περισσότερο απ’ όσο έχουμε συνηθίσει να πιστεύουμε. Ένα απλό πρόχειρο παράδειγμα, είναι η διπλωματία της Κλιματικής Αλλαγής, στο πλαίσιο της οποίας αναθεωρούνται πάγιες αρχές των γεωπολιτικών ισορροπιών της Μεσογείου (και όχι μόνο), στην επαναδιαμόρφωση των οποίων η Ελλάδα -και λόγω υδρογονανθράκων- έχει πλέον βαρύνοντα λόγο.      

Η εκτεταμένη «ξηρασία» στον πολιτικό λόγο της δεξιάς αντιπολίτευσης στην Ελλάδα (η περισσότερο άγονη παρά ποτέ αντιπολίτευση, απ’ όσο τουλάχιστον εγώ θυμάμαι τον εαυτό μου έχοντας αίσθηση των συμβαινόντων στον δημόσιο βίο μας) έχει συμβάλλει, με μέσο τον ορυμαγδό των fake news, στην αποστέωση του ανοιχτού πολιτικού διαλόγου για τα μείζονα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, τα επονομαζόμενα εθνικά και τα ευρύτερα.

Η «ελαφρά» δημόσια συζήτηση για την ελληνική εξωτερική πολιτική έρχεται, μάλιστα, ακριβώς τη στιγμή που σ’ ολόκληρη την Ε.Ε. και σ’ όλο το φάσμα πολιτικών δυνάμεων που απαντώνται στην ήπειρο διαπιστώνεται ένδεια ουσιαστικής άποψης για μια συγκροτημένη ευρωπαϊκή στρατηγική του 21ου αιώνα. Τούτο αναδύθηκε απολύτως ως εντύπωση από το προχθεσινό debate των επικεφαλής των ευρωπαϊκών κομμάτων, εν όψει των ευρωεκλογών. Από τις επιφανειακές και προδήλως πρόχειρες θέσεις του κ. Βέμπερ, μέχρι την αμηχανία της ευρωπαϊκής αριστεράς του κ. Κούε, ήταν ολοφάνερη η απουσία «στρατηγικής ματιάς» για την Ευρώπη και τον ρόλο της στον κόσμο. Ακόμη και στις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις του κ. Τίμερμανς και της κυρίας Βεστάγκερ, το «κενό προτεινόμενης ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής» ήταν σαφές, στον πρώτο με την μάλλον «νευρικού τύπου» άποψη που εξέφρασε για τις ευρω-αμερικανικές και τις ευρω-ρωσικές σχέσεις, και στη δεύτερη με την εμμονική προσέγγιση (ως φιλελεύθερης) στην οικονομία ως επαρκούς δήθεν μέσου για την ευρωπαϊκή διπλωματία της εποχής μας.

Σε τέτοιες συνθήκες, η διαμόρφωση νέας εξωτερικής πολιτικής για την Ελλάδα, καθίσταται υπαρξιακό ζήτημα για τον ελληνισμό.     

Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, ψύχραιμα να τα δούμε αυτή τη συζήτηση για τη «νέα ελληνική εξωτερική πολιτική» επί του πεδίου της πραγματικότητας.

Η «πολιτικοποίηση» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: Από τη δεκαετία του ’90, και με το ζήτημα των παγκόσμιων συσχετισμών δύναμης λελυμένο -κατά την αφελή τουλάχιστον προσέγγιση των νικητών του «ψυχρού πολέμου»- η κυριαρχία της γεωπολιτικής και στρατιωτικής πτυχής της διπλωματίας υποχώρησε και σε σημαντικό μέρος υποκαταστάθηκε από την οικονομική διπλωματία. Καθαρό σύμπτωμα αυτής της εξέλιξης είναι η παγκοσμιοποίηση, που αφορά φυσικά κυρίως σε οικονομικά και όχι σε γεωπολιτικά και στρατιωτικά μεγέθη. Και καταλυτική απόδειξη του πόσο ανερμάτιστη ήταν η κατά Φουκουγιάμα ψευδαίσθηση περί του «τέλους της Ιστορίας» (αφού στο πλαίσιο αυτής της αφήγησης η Δύση και ο καπιταλισμός θα έπρεπε να είχαν ήδη «κερδίσει» οποιονδήποτε αντίπαλο και μάλιστα εσαεί και άπαξ διά παντός), είναι πόσο ταχέως και ηχηρά η παγκοσμιοποίηση κλυδωνίζεται από τους νέους πολέμους του 21ου αιώνα και την εντυπωσιακή εισβολή της Κίνας στο σκηνικό, καθώς και από την ανόρθωση μεγάλου μέρους του διεθνούς κύρους της Ρωσίας.

Όπως και να ‘ναι, στην περίπτωση της Ελλάδας η συμπερίληψη της χώρας μας στο απατηλό ταξίδι της παγκοσμιοποίησης, διήλθε κατά το ένα μέρος, το πρώτο, από την ένταξη στο ευρώ, υπό τους απολύτως δυσμενείς για την οικονομία μας όρους που συνομολόγησε ο Κώστας Σημίτης, και κατά το άλλο μέρος, το δεύτερο, υπό τις δουλείες του διεθνούς περιβάλλοντος της παγκόσμιας κρίσης. Δηλαδή με την πατρίδα μας, στο δεύτερο αυτό μέρος, αντί να απολαμβάνει των όποιων απελευθερωτικών πλεονεκτημάτων της παγκοσμιοποίησης στην οικονομία και τις αγορές, να βρίσκεται υπό την ασφυκτική δεσποτεία των δανειστών, και μάλιστα με επιλογές σε λανθασμένη κατεύθυνση.

Υπό την οπτική αυτή, η αποκατάσταση του συντριπτικά μεγάλου μέρους της ελληνικής κυριαρχίας στις διαδικασίες λήψης των οικονομικών αποφάσεων που αφορούν σ’ εμάς, με την επιτυχή ολοκλήρωση του 3ου μνημονίου και την αποβολή του ΔΝΤ του να έχει αποφασιστικό λόγο στις αποφάσεις αυτές, δεν είναι απλά «μια ακόμη οικονομική απόφαση» (ακόμη κι αν δεν ελήφθη αποκλειστικά από μας). Είναι απόρροια μιας σύνθετης ελληνικής διπλωματικής κίνησης, πολιτικής και όχι οικονομικής, που πέτυχε να αποκαταστήσει, στο σημαντικότερό τμήμα της, την ισότιμη και ισορροπημένη σχέση της Ελλάδας με τους δανειστές της. Άνευ αυτής της διπλωματίας, μ’ άλλα λόγια χωρίς την ανάκτηση του κύρους της χώρας, δεν θα μπορούσε να είναι νοητή προοπτική ανάνηψης της ελληνικής οικονομίας. Και πρόκειται για μεγάλη επιτυχία της παρούσας κυβέρνησης, ιδίως αφού η επιτυχία αυτή συνοδεύτηκε από ρύθμιση του ελληνικού χρέους (για την οποία η απελθούσα ελληνική κυβέρνηση Σαμαρά επισήμως δήλωνε ότι δεν την επιθυμούσε ως μη αναγκαία)  

Στο σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία να υπογραμμιστεί το συναγόμενο συμπέρασμα, γιατί -παρ’ ό,τι ο κόσμος αλλάζει- οι εναπομένοντες ρέκτες της οικονομικής διπλωματίας ως ατμομηχανής των πολιτικών αποφάσεων (επιλογής στα σπλάχνα της οποίας οι ίδιοι εξετράφησαν και σιτίστηκαν πλουσιοπάροχα επί δεκαετία και πλέον), αδυνατούν και να αντιληφθούν καν αυτήν την άλλη οπτική: δηλαδή την ανάγκη υποταγής των οικονομικών αποφάσεων στις πολιτικές, και όχι το αντίστροφο (όπως από τη διακυβέρνηση Σημίτη επιβλήθηκε και έκτοτε ισχύει στην Ελλάδα, με την προσπάθεια να αλλάξει αυτό το status να βρίσκεται σήμερα σε πλήρη εξέλιξη)                                           

Χώρα που επιφυλάσσει αναξιοπρεπή μεταχείριση στους ίδιους τους πολίτες της, δεν μπορεί να χαίρει παγκόσμιας αναγνώρισης και να διαθέτει διεθνές κύρος. Η Ελλάδα, ό,τι και να φωνασκούσαν ο Σόιμπλε και ο κύκλος του για να δικαιολογήσουν τις λάθος επιλογές τους απέναντι στη χώρα μας και ό,τι και επικαλούνταν οι ελληνικές κυβερνήσεις -συμπεριλαμβανομένης και του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-  για την υιοθέτηση των μνημονίων, περισσότερο κύρος, διεθνή σεβασμό και ισχύ απώλεσε από τη συμπεριφορά της απέναντι στους Έλληνες κατά την κρίση, σε σύγκριση με τις απώλειές από την εικόνα της «στις αγορές». Μόνον, που η κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. κατάφερε και το σταμάτησε (την ώρα που οι τεχνοκράτες των οικονομιών την συμβούλευαν να πράξει αντιθέτως, προσχωρώντας εθελουσίως σ’ ένα 4ο μνημόνιο. Μπορεί να αναλογιστεί και να εκτιμήσει καθένας μας πόσο μικρότερη διεθνή αναγνώριση θα είχε και με πόσο λιγότερο σεβασμό θα αντιμετωπιζόταν σήμερα η Ελλάδα από τη διεθνή κοινότητα, εάν τυχόν είχε ακολουθήσει τις υποδείξεις Στουρνάρα και Σημίτη!)

Τονίζω (και παρακαλώ να δοθεί ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτό) ότι, κατόπιν αυτών, δεν ήταν μόνο η πολιτική σκοπιμότητα το κίνητρο Σουρνάρα και Σημίτη, όταν πρότειναν στην Ελλάδα παράταση της μνημονιακής δεσποτείας. Υποβάλλοντας τέτοια πρόταση, ως κατά τη γνώμη τους δέουσα βάση για την Ελλάδα του 21ου αιώνα, είναι σαφές ότι οι δύο αυτοί πολιτικοί παράγοντες ως βασικοί εκπρόσωποι της ελληνικής συντήρησης, δεν έκαναν μόνον «πολιτική διά της οικονομίας», αλλά εξέφραζαν και την πίστη τους στις απολύτως ξεπερασμένες για τις μέρες μας νόρμες του νεο-φιλελευθερισμού, ως δήθεν επαρκούς εφοδίου για μια χώρα (την οποιαδήποτε) για να διαθέτει από ‘δω και πέρα ρόλο, αναγνώριση και επιρροή στον κόσμο και τη διεθνή διπλωματική αρένα.    

Και ολοκληρώνοντας την αναφορά μου στο σημείο αυτό, είναι ανάγκη να υπογραμμίσω και κάτι ακόμη: Η στάση της δεξιάς σημερινής αντιπολίτευσης, προεκλογική αλλά και γενικότερη, στα ζητήματα της οικονομικής πολιτικής για την Ελλάδα που θα ακολουθήσει, υπόκεινται στον ίδιο περιορισμό, που πιο πάνω εντόπισα με επίκεντρο τη στάση Στουρνάρα-Σημίτη και την επίμονη προτροπή αυτών των δύο για σύναψη 4ου μνημονίου ως σκηνικού του ελληνικού οικονομικού μέλλοντος, προτροπή που παραμερίστηκε από την κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

Δεν χρειάζεται πολύς κόπος για να διακρίνει κανένας ότι ο συνδυασμός της προτεινόμενης από τη δεξιά σημερινή αντιπολίτευση πολιτικής, στην οικονομία με προτίμηση σε νεο-φιλελεύθερες προτάσεις, και στην εξωτερική πολιτική με την απόρριψη της συμφωνίας των Πρεσπών (ιδίως με τον τρόπο και την επιχειρηματολογία που τεκμηριώθηκε αυτή η απόρριψη), συγκροτούν πλαίσιο αντιλήψεων για την προσλαμβανόμενη από την ίδια αντιπολίτευση διεθνή θέση και ρόλο της Ελλάδας, που άγει σε «παλιές απαντήσεις» και κάθε άλλο παρά απαντά στα ερωτήματα της εποχής μας.               

(Στα επόμενα μέρη, η ελληνική διπλωματία της Κλιματικής Αλλαγής και της Τεχνολογίας και η διπλωματία των υδρογονανθράκων και των αγωγών)

 

 

 

12 Μαϊ. 2019

Τι θέλουν οι Τούρκοι

στην κυπριακή ΑΟΖ;

(Χάρτες)

Η Άγκυρα δεν επιθυμεί να τα «δώσει όλα» για μια γεώτρηση και μάλιστα στα δύο συγκεκριμένα οικόπεδα, που σύμφωνα με τις ως τώρα έρευνες έχουν τις λιγότερες πιθανότητες εντός των ορίων τους να βρίσκονται σοβαρά κοιτάσματα υδρογονανθράκων σε οποιαδήποτε μορφή. Αντίθετα, έχει κάθε λόγο να επικεντρωθεί στα οικόπεδα 4 και 5 της κυπριακής ΑΟΖ, διότι πρόκειται ακριβώς για τη θαλάσσια περιοχή που διεκδικεί από την Ελλάδα και την Κύπρο, εάν ίσχυε η απολύτως αβάσιμη κατά το διεθνές δίκαιο άποψη της Τουρκίας ότι το νησιωτικό σύμπλεγμα της Μεγίστης (Καστελόριζο), δεν μπορεί να εισφέρει δικαιώματα ΑΟΖ στην Ελλάδα...

...βασικό σημείο της τουρκικής στρατηγικής για την ανάσχεση των ραγδαία εκτυλισσόμενων σε βάρος της εξελίξεων στην ανατολική Μεσόγειο είναι η ανακοπή τους. Η Άγκυρα επιχειρεί να σταματήσουν οι εξελίξεις με τους υδρογονάνθρακες και την ανασχεδίαση των γεωπολιτικών δεδομένων στην περιοχή, επί τη βάσει των οποίων η Τουρκία πλέον έχει δευτερεύοντα ρόλο.

Σκοπός της είναι το θέμα της κυπριακής ΑΟΖ να καταστεί ένα περίπλοκο διεθνές ζήτημα, η ρύθμιση του οποίου θα ερχόταν -αν ερχόταν- μέσα από μακροχρόνιες διαβουλεύσεις, με την προσδοκία ότι μελλοντικά οι συσχετισμοί δυνάμεων στην ανατολική Μεσόγειο θα έχουν αλλάξει προς όφελός της, σε σύγκριση με την εξαιρετικά αρνητική για τα συμφέροντά της σημερινή εικόνα.

Με πιάνει σύγκρυο αναλογιζόμενος πως θα ήταν τα πράγματα, αν τυχόν είχε υιοθετηθεί το σχέδιο Ανάν για το Κυπριακό. Δεν θέλω να επεκταθώ, αλλά τα συμπεράσματα προκύπτουν νομίζω διά γυμνού οφθαλμού

(Όλη η ανάλυση και οι χάρτες εδώ: https://www.circogreco.gr/2019/05/11/tourkia-kypriaki-aoz/)