Μολυβάκι

23 Οκτ. 2019

Ανεκόπη η προσπάθεια αλλοίωσης

του εκλογικού σώματος

Τώρα που φαίνεται να καταλήγει η Βουλή σε μια περίπου διακομματική συμφωνία για την ψήφο των αποδήμων και επειδή πολλά δακρύβρεχτα άκουσα τις τελευταίες μέρες για το πόσο καλοί είναι οι συμπατριώτες μας που ζουν στο εξωτερικό, λίγοι αριθμοί για να φανούν οι πραγματικές πολιτικές προθέσεις, καθώς και το ποιό κόμμα «κέρδισε ή έχασε» πολιτικά ή εκλογικά σ’ αυτήν την υπόθεση.   

1. Αρχική πρόθεση της κυβέρνησης (όπως αποκαλύφτηκε από κυβερνητικά στοιχεία που προέκυψαν σε ανύποπτο χρόνο και δεν επιδέχονται αμφισβήτηση) ήταν με τη ρύθμιση που πρότεινε να διευρυνθεί το εκλογικό σώμα κατά περίπου 3,5-4 εκατ. εκλογείς. Τελικά, με τις υποχωρήσεις που αναγκάστηκε να κάνει, η διεύρυνση του εκλογικού σώματος υπολογίζεται σε 350.000 εκλογείς, ενώ οι ειδικοί εκλογολόγοι εκτιμούν ότι τελικά στις κάλπες βουλευτικών θα προσέλθουν 120.000-200.000 εκλογείς, που χωρίς τη ρύθμιση που φαίνεται να προωθείται δεν θα ψήφιζαν στις εκλογές.

2. Υπάρχει κάποια εικόνα του συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ των νέων εκλογέων; Μόνο για τις ευρωεκλογές υπάρχει, αφού σ’ αυτές επιτρέπεται σε εκλογείς άλλων χωρών-μελών της ΕΕ να ψηφίζουν στο εξωτερικό. Ποιά είναι η εικόνα; Στις τελευταίες ευρωεκλογές η Νέα Δημοκρατία με διαφορά 18,61% από τον ΣΥΡΙΖΑ, αναδείχθηκε πρώτο κόμμα στην ψήφο των Ελλήνων του εξωτερικού, σύμφωνα με τα τελικά αποτελέσματα.

Συγκεκριμένα, η Νέα Δημοκρατία συγκέντρωσε 33,89% και ο ΣΥΡΙΖΑ 15,28%.

Τρίτο κόμμα αναδείχθηκε το ΚΚΕ με 14,09% και ακολουθεί το Κίνημα Αλλαγής με 8,58%. Το Ποτάμι κατάφερε να συγκεντρώσει 4,95%,  η Χρυσή Αυγή 3,58% και το ΜέΡΑ25 3,25%. (Εδώ όλα τα αποτελέσματα της ψήφου εξωτερικού στις ευρωεκλογές: https://ekloges.ypes.gr/current/e/home/districts/57/)

Δηλαδή ευνοημένοι η ΝΔ (που απογείωσε τη διαφορά της από το δεύτερο κόμμα) και ιδιαίτερα το ΚΚΕ. ΚΙΝΑΛ στα ίδια. Και ΣΥΡΙΖΑ ο πολύ χαμένος!

Στοιχεία για τους αποδήμους από άλλες ηπείρους δεν υπάρχουν. Γι αυτό, απ’ αυτό το σημείο ας κρατήσουμε μόνον ότι ο αρμόδιος υφυπουργός για τον απόδημο ελληνισμό της κυβέρνησης Μητσοτάκη, είναι εκδότης περιοδικού που στα ενδιαφέροντά του εικονιζόταν το 2013 και ο δικτάτορας Παπαδόπουλος, παρουσιαζόμενος κάτι ως αδικημένο πολιτικό πρόσωπο.  

Συμπεράσματα:

α. Η απόπειρα δραματικής αλλαγής του εκλογικού σώματος από την κυβέρνηση δεν προχωρεί.

β. Αυτό που φαίνεται να προωθείται ως τελική ρύθμιση ευνοεί κυρίως το ΚΚΕ (στις προτάσεις του οποίου σύρθηκε η κυβέρνηση για να μη μείνει μόνη με το ΚΙΝΑΛ).  

γ. Πολιτικά (και όχι άμεσα εκλογικά) με τη ρύθμιση που προωθείται ευνοείται η ΝΔ (που θα είναι επιτυχία της και ανεξαρτήτως των υποχωρήσεων που έκανε να υπερψηφιστεί διάταξη με περισσότερες από 200 ψήφους). Επίσης, η ΝΔ προσδοκά εκλογικές απώλειες για τον ΣΥΡΙΖΑ κερδίζοντας έτσι εμμέσως και στο εκλογικό πεδίο.

δ. Το ΚΙΝΑΛ ευνοείται πολιτικά λόγω των απωλειών που θα έχει ο ΣΥΡΙΖΑ.

ε. Ο ΣΥΡΙΖΑ χάνει πολιτικά και εκλογικά, αν και πέτυχε να ανατρέψει την κεντρική προσπάθεια της κυβέρνησης Μητσοτάκη να αλλάξει το εκλογικό σώμα αλλοιώνοντας τη σύνθεση του κατά 35%, σε σχέση με το πως είναι σήμερα. Τελικά η αλλαγή του εκλογικού σώματος με την προωθούμενη ρύθμιση περιορίζεται σε πρόσθεση σ’ αυτό περίπου 3,5% νέων εκλογέων.   

------------------------------------

(H φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο είναι από δημοσίευση του 2013 σε περιοδικό του σημερινού υφυπουργού απόδημου ελληνισμού στην κυβέρνηση Μητσοτάκη)

 

 

 

21 Οκτ. 2019

O Ζάεφ, ο Μακρόν

και η …εμβάθυνση 

Η απόφαση της ΕΕ να απορρίψει την ενταξιακή πορεία για τη Β. Μακεδονία και την Αλβανία, έστω και ως προϊόν ενός τριπλού βέτο (Γαλλία, Ολλανδία, Δανία) και όχι ως συλλογικής προτίμησης των χωρών-μελών, νομίζω πως έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον! Όχι μόνον από την οπτική ότι συμβάλλει στην αποσταθεροποίηση των Βαλκανίων! Ταυτόχρονα διότι επίσης αποκαλύπτει την εγγενή πλέον αδυναμία (ίσως και απροθυμία)  της ΕΕ να καταλήγει σε αποφάσεις προϊόν συμβιβασμών των εταίρων της, για τις οποίες τόσο υπερηφανευόταν ως σήμερα. Και μάλιστα, συμβιβασμών υπό την παραδοχή ότι η ενότητα των ευρωπαϊκών χωρών είναι βασική επιλογή διασφάλισης παγκόσμιου λόγου, στην εποχή που ολοένα και περισσότερο κατευθυνόμαστε στον τριπολισμό ΗΠΑ-Ρωσίας-Κίνας. (σ.σ.: Έναν τριπολισμό που μοιάζει να απομένει μόνη πρόοδος στους παγκόσμιους συσχετισμούς δυνάμεων, μετά την κατάρρευση του διπολισμού των «σφαιρών επιρροής» του περασμένου αιώνα. …Αλλά γι’ αυτό θα συζητήσουμε κάποια άλλη φορά…)  

Τί συνέβη, λοιπόν, με το βέτο των 3 υπό τον Μακρόν;

Κοιτάζοντας, κατ’ αρχάς, το βαλκανικό ζήτημα, δυο λόγια, για να κατανοηθεί καλύτερα η υπόθεση:

- Σημείο Α: Ας είμαστε ειλικρινείς! Η ένταξη Β. Μακεδονίας και Σκοπίων ουδέποτε ετέθη εσχάτως στην Ε.Ε. με βασικό κριτήριο τη δημοκρατική και οικονομική ωρίμανση των δύο χωρών.  Ως παρέμβαση γεωπολιτικής σταθεροποίησης σε ζώνη πρωτογενούς και άμεσου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ετέθη, υπό το φως της αστάθειας που κυριαρχεί στην περιοχή. Και τούτο, επιπροσθέτως, σε μια συγκυρία όπου η αποσταθεροποίηση επιτείνεται στην ίδια περιοχή αυτήν την περίοδο, λόγω προσφυγικού και περιπλοκών που αναδύονται επ’ αυτού από τη στάση ήδη χωρών-μελών της ΕΕ (Βίζεγκραντ), αλλά και λόγω τουρκικής και ρωσικής επεμβατικής διάθεσης σε πληθυσμούς των δύο χωρών, της Β. Μακεδονίας και της Αλβανίας.

Άλλωστε, μήπως η ένταξη των χωρών του Βίζεγκραντ και της Βαλτικής έγιναν υπό καλύτερες προϋποθέσεις; Σήμερα η αντιπροσφυγική (και αντικειμενικά διαλυτική για την ευρωπαϊκή συνοχή) στάση των χωρών αυτών που εντάχτηκαν τελευταίες την ΕΕ, καθώς και οι αλλεπάλληλες προστριβές της ΕΕ με τον ορμπανισμό και την Πολωνία για ζητήματα δημοκρατίας, όσο και η επιμονή των βαλτικών χωρών-μελών της ΕΕ να εξισώσουν ανιστόρητα τους ναζί με τη Ε.Σ.Σ.Δ., αποδεικνύει την ανωριμότητα των χωρών του Βίζεγκραντ και της Βαλτικής να αναδεχτούν το όφελος που προκύπτει για την ΕΕ, ως απόρροια αυτής ακριβώς της δύναμής της να καταλήγει σε μείζονες συμβιβασμούς (όσο κι αν συχνά αυτοί οι συμβιβασμοί μας φαίνονται -και είναι- ανεπαρκείς επιλογές, σε μια περίοδο που η ανάγκη τολμηρότερων αποφάσεων βοά).

Σε τελευταία ανάλυση, η δομική επιλογή της ευρωπαϊκής ενοποίησης να προχωρεί με συμβιβασμούς των συστατικών χωρών-μερών της, που προϋποθέτει αποστασιοποίηση για κάθε χώρα-εταίρο από τη στενή πρόσληψη της έννοιας του συμφέροντός της σε επιλογές ευρύτερης αποδοχής, ήδη παραβιάζεται βάναυσα από την ξεκάθαρα μονομερή στάση του Βίζεγκραντ να αρνείται για λογαριασμό των χωρών που το συνθέτουν την υποδοχή του μερίσματος προσφύγων που τους αναλογεί, πλήττοντας ευθέως τα συμφέροντα άλλων χωρών-μελών.  Όμως, αν η εκβιαστική και αντικειμενικά βλαπτική για την ευρωπαϊκή συνοχή στάση των χωρών του Βίζεγκραντ στο προσφυγικό γίνεται ανεκτή από τη σημερινή ηγεσία της ΕΕ, πόσο πειστικό είναι να απορρίπτεις την ένταξη της Β. Μακεδονίας ως δυνάμει αποσταθεροποιητική της ευρωπαϊκής ενότητας και λόγω δημοκρατικής ανωριμότητας της υπό ένταξη βαλκανικής χώρας;             

Τέλος, ποιά δημοκρατική ωρίμανση, ως ενταξιακός όρος; Η λογιζόμενη ως ωριμότερη δημοκρατία την Ευρώπη, το Ηνωμένο Βασίλειο, αποχωρεί οσονούπω από την ΕΕ…

- Σημείο Β: Όμως, εδώ πρέπει να κατανοηθεί το ακόλουθο, γιατί αποτελεί τον πυρήνα της μεγάλης αστάθειας που απειλείται να ενεργοποιηθεί στα Βαλκάνια, από την απόρριψη ένταξης της Β. Μακεδονίας. Ο βόρειος μικρός γείτονάς μας προσήλθε στη συμφωνία των Πρεσπών ακριβώς υπό την παραδοχή ότι θα συμβιβαζόταν (δηλαδή θα κατέγραφε και απώλειες στην υπό στενή έννοια αντιλαμβανόμενη υπόθεση του συμφέροντός του ως μεμονωμένης χώρας) για να προαχθεί μια ευρύτερη γεωπολιτική ανάγκη, που εξελικτικά θα ευνοούσε και την ίδια τη Β. Μακεδονία, δηλαδή η συμβολή στη σταθεροποίηση των Βαλκανίων! Ποια είναι η απώλεια των βόρειων γειτόνων μας από τον συμβιβασμό της συμφωνίας των Πρεσπών;  Απάντηση: Η εγκατάλειψη ιδία βουλήσει της κατάκτησής της ότι εκατοντάδες χώρες στον κόσμο την αναγνώριζαν ως τις Πρέσπες ως σκέτη «Μακεδονία». Σαφές;

Αν, όμως, μια χώρα σαν τη Β. Μακεδονία που έχει σύμφωνα με την παραπάνω συλλογιστική προσφέρει ισχυρό και αδιάψευστο δείγμα γραφής της πρόθεσής της να αναδεχτεί τη συμβιβαστική-συνυπαρκτική πτυχή του πυρήνα φιλοσοφίας του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος, μένει έξω, την ώρα που οι ορμπανισμοί στην ΕΕ όχι μόνο γίνονται ανεκτοί αλλά και εντείνονται, πώς να προχωρήσει η ιστορία σε θετική κατεύθυνση; Ομολογώ πως κι εγώ αν ήμουν πολίτης της μικρής χώρας στα βόρεια σύνορά μας, θα προβληματιζόμουν σοβαρά προς την κατεύθυνση εγκατάλειψης των δεσμεύσεων που ανέλαβα στη συμφωνία των Πρεσπών!

Γι’ αυτό κινδυνεύει να τιναχτεί πλήρως στον αέρα η βαλκανική πολιτική της ΕΕ καθώς και το σύνολο της αναθεωρημένης πολιτικής διεύρυνσης.

- Σημείο Γ: Παρ’ ό,τι η Αλβανία είναι ξεχωριστή περίπτωση, και από τις δύο χώρες που απορρίφτηκαν από την ένταξη είναι εκείνη που η απόρριψή της είναι καλά τεκμηριωμένη (έλλειμμα δημοκρατίας, κακή οικονομία, διαφθορά, παραβίαση δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας και άλλα…), υπάρχουν και παράπλευρες πτυχές στην περίπτωσή της.    

Ποιές; Πριν και πάνω απ’ όλα ότι τυχόν ένταξή της θα αποτρέψει οριστικά και αμετάκλητα κάθε ενδεχόμενο επιβεβαίωσης του ακραία επικίνδυνου για τη σταθερότητα των Βαλκανίων σεναρίου της λεγόμενης «μεγάλης Αλβανίας»! Αν η Αλβανία εντασσόταν στον παρόντα γύρο διεύρυνσης, κάθε περίπτωση προσάρτησης του Κοσσυφοπεδίου θα αποτρεπόταν. Τώρα, και κατόπιν της απόρριψης ένταξης της Αλβανίας στην παρούσα φάση, θα πρέπει απλά να ελπίζουμε ότι η επόμενη αίτηση ένταξης των Τιράνων δεν θα γίνει με την προσάρτηση του Κοσσυφοπεδίου να έχει ήδη επισυμβεί, και τις πιθανότατα θερμές συνέπειες αυτής της προσάρτησης να έχουν ήδη αιματοκυλήσει τη χερσόνησο. Αυτός είναι και ο βασικότατος λόγος για τον οποίο η Ελλάδα θα μπορούσε να ανεχτεί και τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων της ελληνικής μειονότητας στην Αλβανία, με τη βεβαιότητα ότι την επόμενη της ένταξης υπό τις εγγυήσεις της ΕΕ ότι τα δικαιώματα αυτά θα προστατεύονταν πολύ αποτελεσματικότερα, απ’ όσο η εν πολλοίς ατελέσφορη ως σήμερα προστασία τους στο πλαίσιο των διμερών ελληνοαλβανικών σχέσεων.     

Δεν πρέπει να θεωρείται τυχαίο ότι η τυχοδιωκτική βαλκανική πολιτική Ράμα, δεν υπήρξε και πολύ ένθερμη για την ένταξη στην παρούσα φάση. Και η απόρριψη της ένταξης της Αλβανίας στην παρούσα φάση, ακριβώς αυτό που αφήνει ανοιχτό (ενώ με την ένταξη κάτι τέτοιο θα αποκλειόταν) είναι η προσάρτηση του Κοσσυφοπεδίου και η πρακτική ενεργοποίηση του σεναρίου της «μεγάλης Αλβανίας». Γι’ αυτό και στα Τίρανα η απόρριψη της ένταξης στην ΕΕ στην παρούσα φάση, δεν αντιμετωπίζεται εν πολλοίς ως πλήγμα για τη χώρα, αλλά ως «ευκαιρία».

- Σημείο Δ (τελευταίο): Και καλά, οι ευρωπαίοι (έστω ο Μακρόν από μεριάς του) δεν τα καταλαβαίνουν όλ’ αυτά;

Κι εδώ ερχόμαστε στο κέντρο του σημερινού ευρωπαϊκού δράματος! Διότι στις Βρυξέλλες είναι κοινό μυστικό ότι η επίκληση της δημοκρατικής ωρίμανσης και η σκέψη για μεγαλύτερη εμβάθυνση πριν ενταχτούν νέες χώρες στην ΕΕ, είναι ένα πρόσχημα και μόνον του Γάλλου προέδρου!

Ο Μακρόν είναι γνωστό πως προσήλθε στην παρούσα σύνοδο κορυφής κουβαλώντας μαζί του δύο μεγάλες ήττες του: Την αδυναμία του να επιβάλλει (λόγω άρνησης του Βερολίνου) χαλαρότερη οικονομική και νομισματική πολιτική στην ευρωζώνη, και την απόρριψη της υποψηφιότητας της εκλεκτής του για τη θέση του επιτρόπου της Γαλλίας στη νέα Κομισιόν, της κυρίας Σιλβί Γκουλάρντ. Ο Γάλλος πρόεδρος προσήλθε, λοιπόν, στην παρούσα  σύνοδο κορυφής με βασικό μέλημά του να απαντήσει στις δύο ήττες του.

Αλήθεια, επίσης, είναι ότι ο ίδιος νωρίτερα, για να δείξει τη δυσαρέσκειά του στο Βερολίνο λόγω της άρνησης των Γερμανών να συναινέσουν σε χαλαρότερη οικονομική και νομισματική πολιτική, είχε «μπλοκάρει» τον εκλεκτό της χριστιανοδημοκρατικής-χριστιανοκοινωνικής γερμανικής δεξιάς (CDU/CSU) για την προεδρία της νέας Κομισιόν, ανακόπτοντας την εκλογή του κ. Μάνφρεντ Βέμπερ στην ηγεσία της νέας Κομισιόν. Η αντίθεση Μακρόν στις επιλογές του Βερολίνου, ασφαλώς δεν ευχαρίστησε τους Γερμανούς συντηρητικούς και υπερ-συντηρητικούς, που τού «την επέστρεψαν» στο ευρωκοινοβούλιο (όπου πλειοψηφούν) απορρίπτοντας την υποψηφιότητα της κυρίας Γκουνάρ. Και ο Γάλλος Μακρόν πρόεδρος συνέχισε τη βεντέτα μεταξύ των δύο ισχυρότερων κρατών της ΕΕ, τιμωρώντας τη στρατηγική επιλογή της Γερμανίας στην παρούσα περίοδο, για ταχεία ένταξη της Β. Μακεδονίας και της Αλβανίας στην ΕΕ, με την απόρριψή της.  

Μόνον που εδώ δεν είναι παιγνίδι ανταγωνισμού ηγεμονίας δύο ιδιότροπων παιδιών, αλλά υπόθεση ολόκληρων πληθυσμών και γεωπολιτικής σταθερότητας σε μια επικίνδυνη ζώνη, όπως είναι τα Βαλκάνια.

Η αντιμετώπιση των σοβαρών και οξυμμένων  προβλημάτων που αντιμετωπίζει η σημερινή ΕΕ, φυσικά δεν μπορεί να  γίνεται έτσι.

Το τονίζω διότι πάρα πολλά μπορούσε ως σήμερα να καταλογίσει κανένας στην ΕΕ, από την άλλη, όμως, η σταθερή συγκρότηση του γαλλο-γερμανικού άξονα ήταν μια εγγύηση της παγίωσης των όρων υπό τις οποίες λαμβάνονταν οι αποφάσεις και όποιος ήθελε να ενταχθεί στο κλαμπ το έκανε τελών εν γνώσει των πραγμάτων. Σήμερα φαίνεται πως ο άξονας έχει διαρραγεί  -και μάλιστα για ανόητους λόγους. Κι αυτό είναι προαναγγελία ακόμη εντονότερης αποσαθρωτικής τάσης της ΕΕ.

Οι λαοί της ηπείρου βεβαίως δε μπορούν να υπόκεινται σε καμώματα και γελοιότητες που θέτουν σε διακύβευση την ίδια την ύπαρξη των πατρίδων τους. Και το πράγμα φαίνεται γίνεται ακόμη χειρότερο, διότι αντί για άμεση αντίδραση προς αντιστροφή των επικίνδυνων προχθεσινών αποφάσεων της συνόδου κορυφής της ΕΕ, βλέπω να επαναλαμβάνεται η γνωστή αφασική αντίδραση των ευρωπαίων επιτελών με τις γνωστές προτροπές για υπομονή και άλλα τοιαύτα διαπαιδαγωγητικά, που πλέον εξοργίζουν τους λαούς αντί να τους καθησυχάζουν.      

 

 

 

19 Οκτ. 2019

Κέρδισε, ή έχασε,

ο Ερντογάν στη Συρία;

Παρακολουθώντας την ειδησεογραφία όπως μεταδίδεται από τα διαθέσιμα μέσα ενημέρωσης (όχι κατ’ ανάγκη μαζικής) κρατώ την εντύπωση, που μεταδίδουν πολλά εγχώρια μέσα, για νίκη του Ερντογάν μετά τις εξελίξεις στην πολύπαθη Συρία.

Η γενική περιγραφή αυτής της νίκης τεκμηριώνεται σε 3 στοιχεία, τα οποία επικαλούνται οι Έλληνες αναλυτές: α. ότι οι Κούρδοι της Συρίας ηττήθηκαν, β. ότι η τουρκική στρατιωτική επιχείρηση υπήρξε επιτυχής, και γ. ότι ο Ερντογάν ενισχύθηκε στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο.

Νίκησε, όμως, ο Ερντογάν, ή έχασε;

Ας τα δούμε με τη σειρά!

Για να ξεκινήσουμε με το τελευταίο στοιχείο και με τα εύκολα, υποθέτω πως στο προκείμενο τουρκική νίκη ή ήττα τεκμαίρεται από την ενίσχυση του διεθνούς ρόλου της χώρας, πριν και πάνω απ’ όλα. Έπονται τα θέματα εσωτερικού πολιτικού ενδιαφέροντος. Υπ’ αυτή την οπτική, δεν είναι κριτήριο νίκης του Ερντογάν στη Συρία ότι ενίσχυσε την -σχετικά- αποδυναμωμένη εσχάτως θέση του στο τουρκικό πολιτικό σκηνικό.  

Απομένουν τα άλλα.

α. Το κουρδικό ζήτημα είναι ιστορικά και γεωπολιτικά πολύ συνθετότερη υπόθεση, απ’ όσο εμφανίζεται να είναι με πεδίο αναφοράς τις τελευταίες εξελίξεις στη Συρία. Είναι γνωστό -και απλά το υπενθυμίζω εδώ για λόγους πληρέστερης κατανόησης όσων θα αναφέρω- ότι οι Κούρδοι υπολογίζονται σε περίπου 25 εκατ. ανθρώπους που ζουν διασπαρμένοι σε 4 σημερινές χώρες: Τουρκία, Συρία, Ιράκ και Ιράν. Η εντύπωση ότι οι Κούρδοι ηττήθηκαν στη Συρία, απλουστεύει αφελώς τα δεδομένα. Ο εξοπλισμός των Κούρδων από τις Η.Π.Α. όλα αυτά τα χρόνια της συριακής κρίσης (της οποίας ουδέποτε το κουρδικό υπήρξε αφορμή και πολύ περισσότερο αίτιο), έλαβε χώρα ως εγγύηση του αμερικανικού παράγοντα προς το κουρδικό στοιχείο ότι θα απολάμβανε κάποιας προστασίας από τις ορδές των τζιχαντιστών, που ενεργοποιήθηκαν στη Συρία προκαλώντας τον πόλεμο. (Δεν είναι της παρούσης να αναφερθούμε στην πολιτική και διεθνή παράμετρο του τζιχαντισμού -ίσως κάποια άλλη φορά- γι’ αυτό ας περιοριστούμε στο κουρδικό ζήτημα). 

Έτσι, αν θεωρήσουμε ότι οι τελευταίες εξελίξεις στη Συρία με την τουρκική στρατιωτική εισβολή είναι ένα από τα σκηνικά του τέλους της πολύνεκρης διεθνούς περιπέτειας στη χώρα, τότε οι Κούρδοι εξέρχονται απ’ αυτήν την περιπέτεια έχοντας επιβιώσει και ενισχύσει τη θέση τους στη μεταπολεμική Συρία. Αποσχιστική αυτονομία των Κούρδων της Συρίας ουδέποτε υπήρξε ως ένα εκ των σεναρίων της συριακής πτυχής του κουρδικού και για τον λόγο αυτόν δεν μπορεί η μη επαλήθευση αυτού που ποτέ δεν συζητήθηκε να εμφανίζεται ως ήττα τους.

Στο σημείο αυτό έχει σημασία να κατανοηθεί ότι το κουρδικό δεν φέρει ακόμη χαρακτηριστικά ιστορικής και γεωπολιτικής ωρίμανσης, ώστε να τίθεται επί τάπητος η προοπτική δημιουργίας κουρδικού ανεξάρτητου κράτους. Αρέσει-δεν αρέσει, αυτή είναι η αλήθεια (και εμένα προσωπικά δεν μου αρέσει). Αυτό που εξετάζεται είναι ένα διεθνώς συμφωνημένο καθεστώς αυτονομίας των Κούρδων στις 4 χώρες όπου είναι εγκατεστημένοι. Ωστόσο, από την αιματηρή αστοχία της αραβικής άνοιξης και εντεύθεν, φαίνεται πως δοκιμάζεται και μια άλλη εκδοχή αυτής της αυτονομίας: Αντί μιας αυτονομίας που ως σήμερα θα εθεωρείτο πρόπλασμα ενός μελλοντικού κουρδικού κράτους οψέποτε θα ωρίμαζαν οι συνθήκες, «τεστάρεται» μια νέα κουρδική αυτονομία, στο πλαίσιο της οποίας οι Κούρδοι θα έχουν ενεργότερο ρόλο και σημαντικότερο λόγο στις εσωτερικές πολιτικές υποθέσεις των 4 χωρών εγκατάστασής τους. Η δοκιμή αυτή στο Ιράκ δεν πήγε άσχημα και απέδωσε καρπούς. Κύριο στοιχείο της νέας αυτής προσέγγισης στο κουρδικό ζήτημα (για την οποία φυσικά υπάρχουν γενικά τεράστιες επιφυλάξεις) ότι οι χώρες που φιλοξενούν Κούρδους πολύ ευκολότερα θα δέχονταν έναν διάλογο για ένα καθεστώς αυτονομίας τους, αντί ενός διαλόγου στο περιθώριο του οποίου θα υπήρχε η μελλοντική εικόνα ενός ανεξάρτητου κουρδικού κράτους, με τις εδαφικές και άλλες συνέπειες της υπόθεσης.    

β. η τουρκική υπαναχώρηση, από την πλήρη άρνηση Ερντογάν να κάνει διάλογο με τους Κούρδους «τρομοκράτες», στην εκεχειρία (έστω με τη μεσολάβηση του αμερικανικού παράγοντα), αποτελεί σοβαρότατη και στρατηγικής σημασίας ήττα της Τουρκίας στο παγκόσμιο σκηνικό. Για πρώτη φορά στη μετα-οθωμανική Τουρκία οι Κούρδοι γίνονται αντικείμενο διαλόγου της Άγκυρας (έστω εμμέσως) για διευθετήσεις σε εκκρεμότητες διεθνούς ενδιαφέροντος. Φυσικά, η εξέλιξη είναι σοβαρότατο βήμα ανοίγματος του διεθνούς διαλόγου σχετικά με τη τύχη των Κούρδων της Τουρκίας. Και όσο άμυνα και «να παίξει» από ‘δώ και πέρα η Άγκυρα για το άνοιγμα αυτού του διαλόγου, το θέμα τέθηκε: Πλέον οι Κούρδοι στη σημερινή Τουρκία «υπάρχουν» και υφίσταται θέμα σχετικά με τη μεταχείρισή τους!

(σ.σ.:  Εδώ θα ήθελα να μοιραστούμε και μια ανησυχία μου: Θεωρώ πιθανό η κατανόηση της πρακτικής και συμβολικής σημασίας της τελευταίας παρατήρησής μου, να μπορεί να καταλήξει σε μια αθέτηση των δεσμεύσεων που ανέλαβε στο πλαίσιο της συμφωνηθείσας εκεχειρίας από μεριάς της Άγκυρας. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε επανάληψη των τουρκικών επιχειρήσεων στη Συρία, με τις συνέπειες που όλοι αντιλαμβανόμαστε. Εύχομαι να μην επιβεβαιωθώ).

Όμως οι τελευταίες εξελίξεις στη Συρία σε συνάρτηση με το Κουρδικό και την τουρκική στρατιωτική εισβολή αποκτούν πρόσθετη σημασία και για τις ευρύτερες διεθνείς εξελίξεις στην περιοχή, ως συστατικό μέρος του μεσανατολικού. Τα νέα δεδομένα είναι κυρίως τρία στοιχεία:

1. Η πρόδηλη βαθμιαία απο-ισλαμοποίηση του αραβικού στοιχείου, ως ταυτοτικού στοιχείου των Αράβων στις παγκόσμιους συσχετισμούς δυνάμεων. (Και το φαινόμενο διαπερνά τον αραβικό στοιχείο και σε περιοχές πέραν της Μέσης Ανατολής). Έτσι, αποφορτίζεται το Ισραήλ ως το ένα εκ των δύο συστατικών μερών της μεσανατολικής ιστορικής αντίθεσης. Με τη σειρά του, έτσι αποδυναμώνεται και ο τουρκικός ρόλος ως δυτικός τοποτηρητής στην περιοχή και η Τουρκία παγιδεύεται εξ ιδίων -και με τεράστια προσωπική ευθύνη του Ερντογάν- σε μια εσωτερική εν πολλοίς  εξελικτικά άγονη πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ ισλαμιστών και κοσμικών παραγόντων, που επίσης συρρικνώνει το διεθνή ρόλο της.  

2. Η διαφαινόμενη παγίωση της εξουσίας Άσαντ στη Συρία (καθεστώτος με παραδοσιακή κοσμική ταυτότητα από την εποχή ήδη του Μπάαθ).  

3. Η οριστικοποίηση του αναβαθμισμένου παρεμβατικού  λόγου της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή, με χαρακτηριστικά «ζωτικού χώρου» για τη Μόσχα. (Η ιστορική πείρα δείχνει ότι όποτε οι Ρώσοι κάλυψαν γεωπολιτικό κενό που άφησαν οι Αμερικανοί, η υποκατάσταση αυτής της ηγεμονίας δεν απέδωσε. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το Αφγανιστάν. Όμως, οι Ρώσοι παρέμειναν στις περιοχές αυτές πολύ χρόνο και αποσύρθηκαν με βαριές απώλειες).

Με την πιο πάνω συνοπτική περιγραφή του υπό αναδιαμόρφωση σύνθετου λαβυρίνθου στην περιοχή με επίκεντρο τη Συρία, και λαμβανομένου πάντα υπόψη ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις δεν κυλούν με «μιντιακά» ανακλαστικά αλλά με όρους ωρίμανσης των παραμέτρων τους, ας θέσουμε ξανά τα ερώτημα: Κέρδισε, ή έχασε, ο Ερντογάν στη Συρία;

 

 

 

17 Οκτ. 2019

Ελληνική διπλωματική αφωνία

από την κυβέρνηση Μητσοτάκη

Η τουλάχιστον περίεργη αλλά ολοφάνερη απουσία της Ελλάδας από τις σοβαρές εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα στην ανατολική Μεσόγειο φαίνεται να παγιώνεται στο μετεκλογικό σκηνικό, με σχεδόν δραματικό τρόπο.

Τον δραματικό τόνο σ’ αυτήν την αφωνία προσδίδει το γεγονός ότι ακριβώς αυτήν την περίοδο διακυβεύεται η συνέχεια για το σύνολο σχεδόν των λεγόμενων εθνικών θεμάτων της Ελλάδας, από το Κυπριακό, τα ελληνοτουρκικά και την ΑΟΖ μας, ως τους υδρογονάνθρακες και την πλεονεκτική θέση που είχε ως τώρα εμπεδώσει η χώρα στα Βαλκάνια. Επίσης, παρά το ότι η Ελλάδα έχει διαμορφώσει την τελευταία 3ετία ένα καινούριο σκηνικό εξαιρετικά σημαντικών τριγωνικών πολυμερών σχέσεων στην ανατολική Μεσόγειο με την Κύπρο, το Ισραήλ και την Αίγυπτο (εξέλιξη που επαναχαράσσει την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική στην περιοχή με πρωτεύοντα λόγο για τη χώρα μας) η σημερινή κυβέρνηση διαχειρίζεται αυτό το κρίσιμο διπλωματικό πλεονέκτημα με τα ανακλαστικά ενός παράδοξου αυτοπεριορισμού της σημασίας του σε οικονομικές συνεργασίες, ενώ είναι φανερή  η προτεραιότητα της διπλωματικής αξίας του και το ευρύτερο γεωπολιτικό ειδικό βάρος του.

Αξίζει, ακόμη, να σημειωθεί η αμήχανη στάση της σημερινής κυβέρνησης στο προσφυγικό, που απορρέει βεβαίως από την επιδείνωσή του λόγω της τουρκικής εισβολής στη Συρία, αλλά που επιπροσθέτως φορτίζεται από την ακροδεξιά επιμονή υπουργών του Μητσοτάκη να υιοθετούν ολοένα και περισσότερο τη λεκτική Βελόπουλου περί «λαθρο-μεταναστευτικού» και όχι «προσφυγικού», για λόγους λαϊκίστικης εσωτερικής κατανάλωσης.

Ακόμη, πρόδηλη είναι η κυβερνητική παλινωδία στο μακεδονικό, παρ’ ό,τι η κυβέρνηση παρέλαβε τα πράγματα σε εξαιρετικά ευνοϊκές συνθήκες για την εικόνα και τον ρόλο της χώρας στην περιοχή και ευρύτερα. Την ίδια ώρα η Ελλάδα πελαγοδρομεί στους χειρισμούς της απέναντι στην ενταξιακή προοπτική της Αλβανίας, με την ελληνική μειονότητα απούσα από τα ενδιαφέροντα της ελληνικής διπλωματίας.                

Η εν γένει εμφάνιση Μητσοτάκη στην πρόσφατη κρίσιμη γενική συνέλευση του ΟΗΕ υπήρξε κατά ευρύτερη παραδοχή απογοητευτική, τόσο σε ό,τι αφορά τις συναντήσεις του πρωθυπουργού με άλλους ηγέτες, όσο και ως απόδοση σε διπλωματικό επίπεδο. Και ειδικά στη συνάντηση του Έλληνα πρωθυπουργού με τον Τούρκο πρόεδρο Ερντογάν παραμένει τουλάχιστον ασαφές εάν η Αθήνα έθεσε ανοιχτά το θέμα των ευθέων τουρκικών παραβιάσεων κατά των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ΑΟΖ. Επίσης, παρ’ ό,τι το Κυπριακό κατά τις ημέρες που ελάμβανε χώρα η γενική συνέλευση του ΟΗΕ βρισκόταν σε πολύ κρίσιμη στιγμή με ανοιχτές τις προοπτικές επανέναρξης των συνομιλιών σε 3μερή βάση (ΟΗΕ-Ελληνοκύπριοι-Τουρκοκύπριοι), όπως και τελικά ευτυχώς συνέβη (αντί της 5μερούς βάσης των συνομιλιών, που επιζητούσε η Τουρκία με συμμετοχή της ίδιας και της χώρας μας), η Αθήνα σιώπησε ηχηρά. Λογύδρια σε αστείες μαζώξεις για να κομπάζει ανοήτως ο κ. Μητσοτάκης ότι η Ελλάδα επί της κυβέρνησής του έχει καλές οικονομικές προοπτικές θεωρήθηκαν και ήταν εκτός τόπου και χρόνου των συμφερόντων της διεθνούς κοινότητας στην παρούσα γενική συνέλευση του Οργανισμού, όπου εξετάστηκαν η Κλιματική Αλλαγή και τα μεγάλα διεθνή ζητήματα της εποχής.          

Παράλληλα, με την Ελλάδα να έχει περίπου ανακοινώσει πριν μήνες επίσημα την πρόθεσή της να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια στο Ιόνιο (θέμα που προκάλεσε ευρεία δημόσια συζήτηση όταν ανακοινώθηκε από την τότε ελληνική κυβέρνηση), ως κίνησης κρίσιμης για την προαγωγή των εξορύξεων υδρογονανθράκων, έως τώρα η ελληνική κυβέρνηση σιωπά, λες και το θέμα δεν υφίσταται. Διερωτώμαι, δεν φιλοτιμήθηκε κανένας σ’ αυτή την κυβέρνηση να μας ενημερώσει ; Ή μήπως το θέμα είναι ασήμαντο και προηγείται ο ουρανοξύστης στο Ελληνικό; 

Στο τέλος του μακρού καταλόγου (παρά τον σύντομο βίο της σημερινής κυβέρνησης) των ανεπαρκειών, των αστοχιών και των αφωνιών της εξωτερικής πολιτικής Μητσοτάκη, οι γνωστές ανοησίες Πιπίνη και αναγνώρισης του Γκουαϊδό από τη Ελλάδα ως νόμιμου προέδρου της Βενεζουέλας, σε μια κίνηση της χώρας μας που προκάλεσε διεθνή θυμηδία για το άκαιρο και τον γελοίον του πράγματος. Περισσότερο, όμως, και πάνω απ’ όλα αυτό που ανησυχεί είναι ότι αυτή η αφωνία, η άγνοια και η ασχετοσύνη φαίνεται να παγιώνονται ως στιλ πολιτικής αλλά και ως περιεχόμενο της ελληνικής διπλωματικής κίνησης. Φαίνεται αυτή να σταθεροποιείται ως η ελληνική εξωτερική πολιτική για όσο αυτή η κυβέρνηση θα έχει τις τύχες της χώρας στα χέρια της.

Το δίδυμο των υπουργών που ασκούν εξ αρμοδιότητας το μείζον μέρος της εξωτερικής μας πολιτικής, ο υπουργός Εξωτερικών, Νίκος Δένδιας, και ο υπουργός Άμυνας, Νίκος Παναγιωτόπουλος, και οι δύο και ο καθένας ξεχωριστά είναι ωσεί παρόντες στο σκηνικό. Κι αν δεν "γράφουν" στην Ελλάδα, όλοι κατανοούμε τί γίνεται στον διεθνή χώρο. Και τούτο, τη στιγμή που οι υπουργοί Εξωτερικών όλων των χωρών οργώνουν την υφήλιο για να λάβουν μέρος σε συσκέψεις, fora και συνεδριάσεις, που ασχολούνται με τις κρισιμότατες εξελίξεις που, μάλιστα, αφορούν στην περιοχή μας και εμμέσως ή αμέσως σχετίζονται με τα ελληνικά συμφέροντα. Οι Έλληνες υπουργοί πουθενά!  Τελευταία εμφάνιση του Έλληνα υπουργού Άμυνας, η απόφασή του να μη στείλει F-16 στη στρατιωτική παρέλαση για την επέτειο της Κυπριακής Δημοκρατίας, κίνηση που μόνον ανασφάλεια έφερε στους Ελληνοκύπριους πολίτες, ακριβώς τη στιγμή που τα κυριαρχικά δικαιώματά τους παραβιάζονται βάναυσα από τον τουρκικό διεθνή ταραξία. (Και η δυσάρεστη για τους Κυπρίους έκπληξη από την απουσία των F-16 στην παρέλαση, δεν διασκεδάστηκε μερικές μέρες αργότερα από τη συμμετοχή ελληνικών μαχητικών σε στρατιωτική άσκηση λίγες μέρες αργότερα).

Ακόμη και σήμερα η Ελλάδα παραμένει ουσιαστικά βουβή και άφωνη μπροστά στην τουρκική εισβολή στη Συρία, όταν όλες οι χώρες της υφηλίου (με μόνη την εξαίρεση Όρμπαν) καταδικάζουν ρητά τον Ερντογάν.

Σύμφωνα με ορισμένες πληροφορίες που διακινούνται σε διπλωματικούς κύκλους, το μαύρο και επικίνδυνο για τα συμφέροντα της χώρας αυτό σκηνικό, εκπηγάζει από το Μέγαρο Μαξίμου. Τα Μέγαρο Μαξίμου, το οποίο επιμένει να  διαχειρίζεται την εξωτερική πολιτική της χώρας μας ερήμην της συγκροτημένης ελληνικής διπλωματίας, που λειτουργεί με την ευθύνη χάραξης της μακροπρόθεσμης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στο υπουργείο Εξωτερικών, πέραν των εσωτερικών εκλογικών κύκλων. Το ίδιο ισχύει και με την αμυντική πολιτική της Ελλάδας. Κι αφήνω την ΕΥΠ, που δυστυχέστατα εξ ηγεσίας τεκμαίρεται ανεπαρκής και απούσα.

Φυσικά, δεν μπορώ να γνωρίζω αν οι παραπάνω πληροφορίες περί αυτονόμησης του πρωθυπουργικού γραφείου από τις διπλωματικές διαδικασίες τις αρχές και τους κανόνες έχουν βάση. Δεν το ξέρω και -τελικά- δεν έχει και σημασία!

Ξέρω, όμως, μετά βεβαιότητας ότι αυτή η εικόνα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής   δεν μπορεί να συνεχιστεί. Αντίθετα, πρέπει άμεσα να σταματήσει.

Ο κ. Δένδιας είναι έμπειρος και καθαρός πολιτικός και αντιλαμβάνεται απολύτως, είμαι βέβαιος, το πρόβλημα. Οφείλει να αναλάβει αμέσως πρωτοβουλίες ενεργοποίησης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής γιατί δεν πρέπει να χαθεί άλλος χρόνος, που για τη Ελλάδα συνεπάγεται σοβαρό κόστος. Αν δεν μπορεί ή δεν του επιτρέπεται να κάνει τη δουλειά που ορίζει το πεδίο αρμοδιότητας του χαρτοφυλακίου του, γνωρίζει και κατανοεί πλήρως τί οφείλει να πράξει.

Η Ελλάδα δεν μπορεί στην παρούσα εξαιρετικά βαρύνουσα συγκυρία να συνεχίσει να χάνει διπλωματικό  έδαφος και να καταγράφει απώλειες στο πλαίσιο του κρισιμότατου ζωτικού γεωπολιτικού λόγου που της αναλογεί και σήμερα προφανώς αδυνατεί να αρθρώσει.

 

 

 

13 Οκτ. 2019

Τουρκία ή Συρία;

- Το μεγάλο δίλημμα της Ευρώπης

Η αδυναμία της Ευρώπης να πετύχει καταδίκη της τουρκικής εισβολής στη Συρία με απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του Ο.Η.Ε., λόγω του βέτο που έθεσαν Η.Π.Α. και Ρωσία, σηματοδοτεί την εντυπωσιακή υποτίμηση του διεθνούς λόγου της γηραιάς ηπείρου. Η από κοινού πρωτοβουλία που ανέλαβαν οι ευρωπαϊκές χώρες, μόνιμα και μη μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας, απορρίφτηκε ύστερα από το βέτο που έθεσαν από κοινού τόσο οι Η.Π.Α. όσο και η Ρωσία, με διαφορετική φυσικά επιχειρηματολογία εκάστη εκ των δύο αυτών χωρών.

Βεβαίως, δεν είναι αυτή καθ’ αυτή η απόρριψη του εξαιρετικά ισορροπημένου  ευρωπαϊκού ψηφίσματος που θέτει επί τάπητος την ραγδαία συρρικνούμενη βαρύτητα του διεθνούς λόγου της Ε.Ε.. Αντίθετα, η αλληλο-εξουδετέρωση  Η.Π.Α. και Ρωσίας στον ανταγωνισμό μεταξύ των δύο αυτών χωρών, που θα μπορούσε κανένας να πει ότι είναι φυσική συνέχεια και συνέπεια παθογενειών της εποχής του Ψυχρού Πολέμου,  συνηθέστατα οδηγεί το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. σε ανάλογες άγονες «αφωνίες» επί μεγάλων διεθνών ζητημάτων, με τη μία από τις δύο αυτές χώρες να θέτει βέτο σε ψηφίσματα που εισηγείται η άλλη.

Εδώ, όμως, το πρόβλημα είναι άλλο και πολύ μεγαλύτερο! Και έγκειται στο ότι η δυτική Ευρώπη και ανεξαρτήτως γεωπολιτικής ισχύος, που από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά διαρκώς μειώνεται, φαίνεται να χάνει και τον ρυθμιστικό και καίρια διαμεσολαβητικό ρόλο της, σε υποθέσεις παγκόσμιας σημασίας, ακόμη και όταν τα πράγματα εξελίσσονται πολύ άσχημα.

Το κοινό βέτο Η.Π.Α.-Ρωσίας δεν υπήρξε τόσο αποτέλεσμα μιας ουσιαστικής διαφωνίας τους στο κείμενο του ευρωπαϊκού ψηφίσματος, αλλά περισσότερο μήνυμα προς την Ε.Ε. ότι δεν μπορεί να έχει κανέναν λόγο στις εξελίξεις στη Συρία από ‘δω και πέρα. Παρ’ ό,τι, μάλιστα, η θέση περί ανακοπής της τουρκικής στρατιωτικής εισβολής στη Συρία είναι περίπου επί της ουσίας κοινή σ’ όλες τις χώρες του δυτικού συνασπισμού αλλά και στη Μόσχα, με την απόρριψη του ευρωπαϊκού ψηφίσματος γίνεται πλέον ή σαφές ότι το συριακό ζήτημα δεν μπορεί πλέον μετά από τόσα χρόνια πολέμου και μετά από διεθνοποίησή του -που διπλωματικά τουλάχιστον διαμορφώνεται ως παγκόσμιο ζήτημα- να τύχει διαχείρισης μέσω των επί μέρους πτυχών του, αλλά απαιτείται διευθέτησή του με πολύ ευρύτερες θεάσεις των συνεπειών του, απ’ ό,τι σαν μια τουρκο-κουρδική διαφορά, με παρεμπίπτοντα αμερικανο-ρωσικά ενδιαφέροντα .

Για να γίνει σαφέστερο τί εννοώ, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι επικρατεί κάποιου είδους εκεχειρία στη στρατιωτική σύγκρουση, φαίνεται αφελής η ελπίδα ότι αυτό θα αρκούσε για μια ουσιαστική εκτόνωση της συριακής κρίσης, χωρίς μονιμότερες αναφορές στην επίλυση του κουρδικού (έστω και με παραπομπές σε μακροπρόθεσμες μελλοντικές επιλογές).

Έτσι, το ευρωπαϊκό ψήφισμα για τη Συρία που απορρίφτηκε άνευ επαίνων, αποκαλύπτει την ανεπάρκεια σχεδιασμού και στρατηγικής για την ευρωπαϊκή εξωτερική πολιτική, ακριβώς επειδή η γηραιά ήπειρος απέτυχε να ανοίξει τη συζήτηση μεταξύ των δύο κωφευόντων συνομιλητών (Η.Π.Α. και Ρωσία) για μια μονιμότερη λύση στο συριακό, ενώ είναι ορατό ότι τόσο η Μόσχα όσο και η Ουάσιγκτον δεν θα το απέρριπταν.

Μ’άλλα λόγια, αν δε τεθεί επί τάπητος -και μόνο η δυτική Ευρώπη θα μπορούσε να το προσεγγίσει έτσι- το ερώτημα παγίωσης επί τέλους της διεθνούς θέσης της Τουρκίας στην περιοχή και συνεχιστεί η επίδειξη ανοχής απέναντι στην πρόδηλα αναθεωρητική διάθεση της Άγκυρας έναντι των ισχυουσών διεθνών συνθηκών, η διεθνής αποσταθεροποίηση θα συνεχιστεί, θα ενταθεί και θα επεκταθεί! Με συνέπειες τις αντιλαμβανόμαστε όλοι!

Κι όμως! Η δυτική Ευρώπη φαίνεται ακόμη παγιδευμένη σε μια ανοχή έναντι της Τουρκίας, παρ’ όλο που δεν κρύβονται οι αρνητικές συνέπειες σε βάρος της και σε πολλά μέτωπα.

Ο σημερινός αντίλογος στην παραπάνω διαπίστωση είναι δύο επιχειρήματα που ακούγονται καθαρά στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Ποια είναι αυτά: α. ο φόβος ότι ο Ερντογάν θα εξαπολύσει ορδές προσφύγων προς τη δυτική Ευρώπη, και β. ότι ο Άσαντ είναι ένα ανελεύθερο καθεστώς για να έχει λόγο στη μεταπολεμική Συρία.

Νομίζω πως και τα δύο αυτά συνιστούν την ηχηρότερη απόδειξη της διπλωματικής αμηχανίας των ευρωπαίων!

Διότι:

- το πρώτο, εξετάζοντάς το λογικά και πέραν της ακροδεξιάς ιδεοληψίας των ευρωπαϊκών συντηρητικών κομμάτων, περισσότερο εκλαμβάνεται απειλητικά ως απόρροια ανεπαρκειών της φοβικής ευρωπαϊκής μεταναστευτικής πολιτικής (δήθεν γενετική, πολιτισμική και πληθυσμιακή αλλοίωση των χωρών της δυτικής Ευρώπης, όταν το δημογραφικό την ίδια ώρα σοβεί και καμιά σοβαρή ένδειξη ουσιαστικής αντιμετώπισής του δεν υπάρχει), παρά της πραγματικής επίπτωσης από την υποδοχή προσφύγων, με σοβαρή μέριμνα κατανομής τους μεταξύ των χωρών της περιοχής. (Θυμίζω ότι η μικρή Ελλάδα τη δεκαετία του 1990 ενσωμάτωσε θετικά περί το 1 εκατ. πρόσφυγες από τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης όταν τα καθεστώτα του λεγόμενου  υπαρκτού σοσιαλισμού κατέρρεαν. Τούτου δοθέντος, μπορεί ολόκληρη η Ευρώπη να τρέμει τα 3,5 εκατ. πρόσφυγες, με τα οποία την εκβιάζει ο Ερντογάν;)  

- το δεύτερο, αφορά στα «υπόλοιπα» της απολύτως ανεπιτυχούς «αραβικής άνοιξης», η οποία αντί να ανοίξει τις δημοκρατικές «ευκαιρίες» για τις χώρες της Βόρειας Αφρικής και του αραβικού παράγοντα, όπως υποσχόταν, κατέληξε να είναι μια γενικευμένη αποσταθεροποιητική θρυαλλίδα σ’ όλο μήκος της ευρω-αφρικανικής και ευρω-ασιατικής μεθορίου. Διερωτώμαι: αν δεν παραμεριστεί στην παρούσα φάση το θέμα του (εν πολλοίς προσχηματικού και με άλλα γεωπολιτικά ευρωπαϊκά κίνητρα) εκδημοκρατισμού της Συρίας, για να προηγηθούν τα ζητήματα του κουρδικού και της συμμόρφωσης της Τουρκίας στη διεθνή νομιμότητα, πώς μπορεί από μεριάς Ευρώπης να συνεχίζει να τίθεται ως προτεραιότητα το θέμα της τύχης του Άσαντ, ακόμη κι αν αυτό καταλήγει σε οφθαλμοφανές σοβαρότατο κόστος για τα ευρωπαϊκά συμφέροντα και σε εξελίξεις με κόστος χιλιάδες ανθρώπινες ζωές;

Το θέμα, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, δεν έχει πολλούς τρόπους να ειδωθεί από πλευράς της Ευρώπης. Η κατ’ ουσίαν μονοθεματική για τα ευρωπαϊκά δεδομένα γερμανική προσδοκία της κατανάλωσης των 80 εκατ. Τούρκων, που παραβλέπει την κατά κράτος ευρωπαϊκή γεωπολιτική ήττα στο συριακό σ’ όλα τα υπόλοιπα μέτωπα, έχει χρεοκοπήσει ως κοινή ευρωπαϊκή στάση προάγουσα τα συμφέροντα όλων μας.

Η στάση αυτή πρέπει να αντικατασταθεί από μια νέα σαφή οριοθέτηση των ευρω-τουρκικών σχέσεων, ως συνεννόηση πόλων με αντίρροπα συμφέροντα, αντί της αποδεδειγμένα εσφαλμένης αφήγησης ότι με τη σημερινή τουρκική πολιτική υπάρχει πεδίο επαφής προς αμοιβαίο όφελος. Με τη σημερινή ευρωπαϊκή διπλωματική αμηχανία στη μεσανατολική ζώνη και την παράταση της ανοχής απέναντι στα τουρκικά ινάτια, η Ευρώπη θα συνεχίσει να πλήττεται και να χάνει έδαφος, την ώρα που ο νεο-οθωμανισμός θα παγιώνεται.

Δεν απομένουν παρά δύο ακόμη πτυχές σ’ αυτήν την υπόθεση που θα έπρεπε να δούμε.

- Η πρώτη είναι η διακινούμενη απειλή από κοινού Τραμπ-Ερντογάν (καθόλου τυχαία αυτή η σύμπτωση) ότι χιλιάδες τζιχαντιστές θα συρρεύσουν στις χώρες μας, αν τυχόν σκληρύνει η ευρωπαϊκή στάση απέναντι στην Τουρκία. Τούτο, όμως, είναι θέμα περισσότερο «επικοινωνιακού» βάρους, παρά ουσίας. (Ήδη, οι τζιχαντιστές από την αρχή της συριακής κρίσης επικοινωνιακά αξιοποιούσαν τις βαρβαρότητες των αποκεφαλισμών σε περιοχές που είχαν καταφέρει να ελέγξουν. Και ακόμη και σήμερα οι πιεζόμενοι από την τουρκική εισβολή Κούρδοι της Συρίας εν πολλοίς «επικοινωνιακά» απευθύνονται στην ευρωπαϊκή κοινή γνώμη, με τις πληροφορίες περί δραπέτευσης τζιχαντιστών από κέντρα κράτησής τους στη ζώνη που ελέγχουν). Το θέμα της βίας από μεριάς τζιχαντιστών στην Ευρώπη είναι ανάγκη να τύχει ευρωπαϊκού χειρισμού ως γενικό θέμα ασφάλειας και λήψης μέτρων προστασίας από τυχόν τρομοκρατικές ενέργειες, και όχι ως θέμα αναδυόμενο από τον θρησκευτικό χαρακτήρα που φέρει η σχέση χριστιανισμού-ισλαμισμού. Πολύ περισσότερο όταν τα περιστατικά βίας και τρομοκρατικών ενεργειών από ακροδεξιούς επαναλαμβάνονται στη Γερμανία, νωρίτερα στην Ελλάδα και αλλού. Τυχόν συνέχιση χειρισμού της τζιχαντιστικής απειλής ως ζητήματος που απορρέει από θρησκευτικές διαφορές, θα επιτείνει το πρόβλημα, αντί να το αμβλύνει.

- Η δεύτερη είναι το ερώτημα: Πώς η Ευρώπη θα πιέσει αποτελεσματικά την Τουρκία, χωρίς η πρώτη να διαθέτει τα στρατιωτικά μέσα να το κάνει; Όμως (και παρ’ ό,τι οι ευρωπαίοι κάθε άλλο παρά αμελητέα στρατιωτική ισχύ διαθέτουν -άλλο ζήτημα η συρρίκνωση της ισχύος αυτής σε σύγκριση με το παρελθόν), αλίμονο αν επιλεγόταν η ένοπλη πίεση για να συμμορφωθεί η Τουρκία, σε μια στάση υπηρέτησης του διεθνούς δικαίου. Τυχόν θερμή ευρωπαϊκή αντίδραση στη Συρία και την ανατολική Μεσόγειο (όπου και η ευρω-τουρκική διένεξη για τους υδρογονάνθρακες στην κυπριακή ΑΟΖ), είναι φανερό ότι θα ευνοούσε την τουρκική τακτική αφού θα κατέληγε σε μια πολυμερή διεθνή διαβούλευση, ενώ εδώ πρόκειται για διμερή υπόθεση Κύπρου-Τουρκίας. (Σημ.: Και είναι λάθος που κάνουν πολλοί σήμερα, και ενώ η Τουρκία θα επιθυμούσε τέτοια εξέλιξη και προσπαθεί να ωθήσει τα πράγματα εκεί, να συνδέεται το Κυπριακό, που είναι ένα εξ ορισμού διεθνές ζήτημα, με το διμερές ζήτημα παραβιάσεων κυριαρχικών δικαιωμάτων μιας χώρας από μιαν άλλη).

Δηλαδή, οι ευρωπαϊκές πιέσεις προς την Τουρκία θα αρκούσαν απολύτως και θα ήταν παραγωγικές, αν ήταν οικονομικές (κυρώσεις, αναστολή οικονομικών συμφωνιών που ισχύουν κ.λπ. και πολιτικές, δηλαδή με πλήρη διπλωματική απομόνωση της Τουρκίας. Στερώντας της, μ’ άλλα λόγια, εμπράκτως ζωτικό χώρο απεύθυνσης στη διεθνή κοινότητα για να διακινεί τις ανήκουστες διεκδικήσεις της. 

Μα, κι αν η Τουρκία καταλήξει στην αγκαλιά της Ρωσίας; Έχω την εντύπωση πως το τεράστιο κόστος της Δύσης δεκαετίες τώρα από τον άγονο φιλο-τουρκισμό, δείχνει πως μάλλον θα έβλαπτε παρά θα ευνοούσε τη Μόσχα, εάν προεκυπτε τέτοια εξέλιξη. Και οι Ρώσοι μοιάζει να το κατανοούν αυτό, πολύ περισσότερο απ’ όσο οι αφέλειες των δυτικοευρωπαίων.