Μολυβάκι

30 Νοε. 2020

Τι (δεν) έκανε ο Τσίπρας στην αντιπολίτευση

(Μερος Α΄: Οι εκλογές του 2019

και πως απετράπη η διάλυση) 

Οι εκλογές ήρθαν, πέρασαν και άφησαν τον ΣΥΡΙΖΑ σε κατάσταση πολιτικής αφασίας. Η παταγώδης αποτυχία του να εκταμιεύσει στην κάλπη του 2019 τη μεγάλη προσπάθεια και τα σημαντικά αποτελέσματα της διακυβέρνησης 2015-’19 καθώς και η δυσάρεστη έκπληξη που δοκίμασε από τη διαπίστωση ότι προεκλογικά περισσότερο μέτρησε η «προγραμματική» παρουσίαση του «πόσο κακός ήταν» όταν κυβερνούσε, αντί της οφειλόμενης από όλα τα κόμματα προγραμματικής αναφοράς στην αγωνιωδώς επιζητούμενη πορεία της μεταμνημονιακής Ελλάδα, σήμερα γνωρίζουμε ότι εξηγεί αυτήν την πολιτική αφασία.

Γνωρίζουμε επίσης πως η ίδια είναι το θεμελιώδες αίτιο του «κενού πολιτικής» που χαρακτήρισε τον ΣΥΡΙΖΑ και μετεκλογικά από τη θέση της αντιπολίτευσης.        

Απλά για λόγους συμβολικής αναπαράστασης του πρόσφατου τότε κλίματος υπενθυμίζω εδώ τα βασικά δεδομένα από την περίοδο 2015-’19, με τρία παραδείγματα: α. Ελλάδα εκτός μνημονίου μετά από 9 έτη και με ρυθμισμένο χρέος, Ελλάδα με σαφέστατα ενισχυμένη διεθνή θέση ένεκα της συμφωνίας των Πρεσπών,  Ελλάδα με τα ελληνοτουρκικά υπό απόλυτο έλεγχο.

(Σημ.: Ασφαλώς σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις διεδραμάτισαν τα μέσα ενημέρωσης κατηγορίας «λίστα Πέτσα» για τη διαμόρφωση του πολιτικού κλίματος -προεκλογικού και μετεκλογικού. Όμως, η κρατούσα και σήμερα μέσα στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ερμηνευτική των πολιτικών εξελίξεων απλούστευση πως «όλα τα έκαναν τα κανάλια», εκτός από πολιτικά αφελής είναι και η εξήγηση του γιατί τόση αντιπολιτευτική ανεπάρκεια.

Είναι καιρός να αναφερθεί και να γίνει ευρύτερα αντιληπτό ως μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση ότι τα μίντια δεν είναι ο κεντρικός αιτιολογικός παράγων για την εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ το 2019, ούτε για τη μετεκλογική αμηχανία του (που συνεχίζεται ως σήμερα). Τα μίντια, στην πραγματικότητα, ως ήσσων ερμηνεία για τη διαμόρφωση των τότε συσχετισμών πολιτικών δυνάμεων, αυτό που κυρίως έκαναν ήταν η επίδρασή τους στις εξελίξεις να βαρύνει υπέρμετρα, ένεκα του οριακού εκλογικού αποτελέσματος του Ιουλίου 2019: Η διαφορά των 6 μονάδων επί τοις εκατό δεν αναιρεί τον αδήριτο χαρακτήρα της αριθμητικής αλήθειας, ότι θα αρκούσε μια εκλογική αντιμετάθεση ενός μικρού 3% του εκλογικού σώματος (τόσο οριακού ποσοστού, που με βάση τον εκλογικό νόμο εάν ήταν κόμμα δεν θα είχε καν κοινοβουλευτική εκπροσώπηση), για να είχε κερδίσει τις εκλογές ο Τσίπρας.

Και εκτιμώ ότι ασφαλώς η δημοκρατικά δύσμορφη παρέμβαση των προκατειλημμένων μέσων ενημέρωσης ήταν παράγων που άρκεσε για επηρεάσει τέτοιου εύρους μερίδα των εκλογέων, ώστε να διασφαλιστεί η εκλογική επικράτηση της δεξιάς παράταξης, ιδίως υπό τη συνθήκη της σύμπραξης στους κόλπους της -και με λάφυρο την απόκτηση και νομή της εξουσίας- από τη νεοφιλελεύθερη ως την νεοναζιστική της πτέρυγα.    

Έτσι, μπορώ να κατανοήσω γιατί τόσος θυμός στον ΣΥΡΙΖΑ για τα ομολογουμένως απαράδεκτα ως προς την πληροφόρηση που πλασάρουν και θεσμικά ανοίκειας συμπεριφοράς μέσα «πέτσινης» ενημέρωσης. Δεν μπορώ, όμως, την ίδια ώρα να καταλάβω και να ανεχτώ γιατί τόσο επιφανειακό «βόλεμα» του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης στην εκδοχή ότι «όλα τα έκαναν τα κανάλια» (και συνεχίζουν να τα κάνουν), όταν πολλές άλλες αστοχίες συνέβαλαν τόσο στο να επιφέρουν καίρια πλήγματα σε μια εκ των πραγμάτων αποδεικνυόμενη  αποτελεσματική διακυβέρνηση και με θετικό συνολικό πρόσημο ως αποτύπωμα της στον δημόσιο βίο μας, και όταν και μετεκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ πελαγοδρομεί αντιπολιτευτικά από μια ηπιότερη των περιστάσεων και των πολιτικών αναγκών του τόπου, ως μια αναποτελεσματικά σκληρή φραστικά αντιπαράθεση σε μια κυβέρνηση που κοινός τόπος είναι πλέον η εντύπωση ότι βλάπτει τη χώρα).

Προς αναζήτηση, λοιπόν, των άλλων και σημαντικότερων παραγόντων -αντί των μίντια- που επέτρεψαν ένεκα αστοχιών του ΣΥΡΙΖΑ να ευνοηθεί υπέρμετρα η εξ αρχής διαφαινόμενη και από πολλές πλευρές από νωρίς προαναγγελλόμενη ως «επικίνδυνη» διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, ακολουθούν μερικές σκέψεις.

1. Όλος ο πολιτικός σχεδιασμός του ΣΥΡΙΖΑ για την προετοιμασία των εκλογών του 2019, υπέφερε αφόρητα (κι αυτό έγινε οδυνηρά αντιληπτό μετά τις ευρωεκλογές) από την αλαζονική αίσθηση στην ηγεσία του κόμματος ότι κατά κάποιο τρόπο, ό,τι και γινόταν, θα ξανακερδίζονταν οι εκλογές. Φυσικά, δεν είναι μόνο ότι εθελοτυφλούσαν για όσα κατέγραφαν οι δημοσκοπήσεις. (Επί τη ευκαιρία, είναι καιρός να σημειωθεί και να ανατραπεί ένας άλλος μύθος της εποχής, ότι «οι δημοσκοπήσεις πέτυχαν το εκλογικό αποτέλεσμα» του 2019, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποκατασταθεί όσο μπορούσε η ουρανομήκης αστοχία των προβλέψεών τους για το δημοψήφισμα. Η αλήθεια είναι ότι οι δημοσκοπήσεις ούτε στις εκλογές του 2019 τα πήγαν πολύ καλά. Σε όλες σχεδόν τις προεκλογικές μετρήσεις η υποεκπροσώπηση του ΣΥΡΙΖΑ στα «δείγματα» των εταιρών δημοσκοπήσεων είναι κραυγαλέα και έφτασε μέχρις του σημείου ακόμη και στο exit poll να υποεκτιμάται η εκλογική επίδοση του κόμματος κατά 4-5% σε σχέση με το τελικό αποτέλεσμα. Και πρέπει να λεχθεί εδώ ότι απόκλιση αυτής της τάξης δεν είναι ασυνήθιστη! Εκείνο που είναι ασυνήθιστο και δημιουργεί ερωτηματικά είναι πως -παρά την παταγώδη προβλεπτική αστοχία των δημοσκοπήσεων το 2015- τα προφανώς και αναμφίβολα λανθασμένα «δείγματα» των εταιρειών διατηρήθηκαν χωρίς ουσιαστικές αναδιαρθρώσεις, με αποτέλεσμα την διαιώνιση του φαινομένου υποεκπροσώπησης του ΣΥΡΙΖΑ επί 4 χρόνια αργότερα και την ανιχνευόμενη συνέχιση του ίδιου φαινομένου ακόμη και στις σημερινές μετρήσεις. Επειδή συμβαίνει να γνωρίζω από πρώτο χέρι πολλούς επικεφαλής εταιρειών δημοσκοπήσεων στην Ελλάδα, έχω επίγνωση του γεγονότος ότι η επιστημονική κατάρτισή τους είναι υψηλότατου επιπέδου. Απομένει, λοιπόν, το παράδοξο να πρέπει να ερμηνευτεί η επίμονη αστοχία τους να υποεκτιμούν την επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ με άλλες εξηγήσεις αντί του επιστημονικού σφάλματος. …Έχω μερικές σκέψεις επ’ αυτού, που δεν αφορούν σε πολιτικά κίνητρα, αλλά δεν είναι της παρούσης να διεξέλθουμε αυτό το θέμα…)

Όμως, αν για τις δημοσκοπήσεις που υποεκτιμούσαν την επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ ανέφερα τα παραπάνω, τί να πω για τις δημοσκοπήσεις που συμβουλευόταν τότε ως εγκυρότερες και περισσότερης εμπιστοσύνης ο ίδιος ο Τσίπρας και υπό την συμπαράσταση πρωτοκλασσάτων στελεχών του κόμματός του; Αν γκρίνιαξα όσο γκρίνιαξα πιο πάνω για τις υποεκπροσωπήσεις του ΣΥΡΙΖΑ στα δημοσκοπικά «δείγματα», τί θα έπρεπε να καταμαρτυρήσω για τις μετρήσεις και τους ανθρώπους που τις διενεργούσαν, που ενημέρωναν τον πρόεδρο του κυβερνώντος ακόμη τότε κόμματος ότι δεν υπήρχε υπεροχή της ΝΔ ή ακόμη και ότι ο ΣΥΡΙΖΑ  είχε περάσει μπροστά;

Για την ιστορία και για να γίνει πιο ορατό πως αυτή γράφεται, θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι με βάση αυτές τις γελοίες -όπως αναμφίβολα έχει αποδειχτεί πλέον σήμερα- μετρήσεις, χαράχτηκε η πολιτική στρατηγική του κόμματος για τις ευρωεκλογές και τις γενικές εκλογές, που κατέληξαν στην καθαρή ήττα του 2019. Αν λοιπόν στον ΣΥΡΙΖΑ θα μέμφονταν τις άλλες εταιρείες δημοσκοπήσεων επειδή υποεκτιμούσαν την επιρροή του, τί θα έπρεπε να κάνουν για τις εταιρείες δημοσκοπήσεων τις «δικές» του, που τις εμπιστεύονταν, για τα εγκληματικά λάθη τους; Ακούσατε από τότε τίποτα αυτοκριτικού σκοπού, για τις θηριώδεις αστοχίες που οδήγησαν το κόμμα  στη δυσμενέστατη θέση που περιήλθε το καλοκαίρι του 2019; Εγώ δεν άκουσα!!!

2. Με το παραπάνω στοιχείο εξηγείται ποιά ήταν και πώς προέκυψαν τα κίνητρα Τσίπρα, όταν ελάμβανε την απόφαση να προκηρύξει πρώτα τριπλές εκλογές (δημοτικές-περιφερειακές-ευρωεκλογές)  τον Μάιο του 2019, υπό τη σκέψη ότι λίγες εβδομάδες αργότερα πάνω στο καλό -όπως ανέμενε- αποτέλεσμα των πρώτων τριπλών εκλογών θα δομούσε το θετικό για εκείνον κλίμα που θα έφερνε την νίκη στην κεντρική κάλπη.

Η πελώρια αυτή πολιτική αστοχία προκάλεσε τη διπλή ήττα του 2019! (Αν και πρέπει να προστεθεί εδώ ότι το δεύτερο μέρος της επιδίωξης του διαπολιτικής προέλευσης αντι-ΣΥΡΙΖΑ μετώπου, δηλαδή ο στόχος να αποδιαρθρωθεί δομικά ο ΣΥΡΙΖΑ ως κεντρική πολιτική έκφραση της προοδευτικής -δημοκρατικής παράταξης και της αριστεράς, ώστε να επιστρέφαμε στην τόσο βολική για τις ελίτ εκπροσώπηση της ίδιας παράταξης από το «δίδυμο» απολύτως δεξιών υπολειμμάτων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. και της πολιτικά άγονης αριστεράς του ΚΚΕ, απέτυχε με το απρόσμενο 32%).

Ωστόσο, ούτε γι’ αυτά έχει ακουστεί πειστική αυτοκριτική από μεριάς ΣΥΡΙΖΑ. Αντίθετα, όταν ήρθε το θετικά αναπάντεχο για την παράταξη 32%, πολλοί ήταν «οι πατεράδες της επιτυχίας», προς επίρρωση της γνωστής παροιμίας.

Επίσης, πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι ακόμη και μετά το σοκ της ήττας στις τριπλές εκλογές, δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι πρωτοκλασσάτοι εκ των στελεχών στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ που διεφώνησαν με την απόφαση Τσίπρα για εκλογές μετά από 4-5 εβδομάδες (σε ευθυγράμμιση με το Σύνταγμα και την προφανή δυσαρμονία κάλπης με την παράταξη που κυβερνούσε). Όσοι το έκαναν ζητούσαν ο Τσίπρας να «παίξει» με τους θεσμούς, παρατείνοντας τη διακυβέρνησή του για 3 μήνες ακόμη και οι εκλογές να προκηρύσσονταν για τον Οκτώβριο του 2019. Από πολύ κοντά είδα και τελώ εν γνώσει ότι ο Τσίπρας πιέστηκε ασφυκτικά για εκείνη την επιλογή του, ενώ αμφισβητήθηκε αηθέστατα (παρ’ ό,τι η επιλογή του ήταν  θεσμικά επιβεβλημένη), με απώτερο σκοπό των διαφωνούντων να τού χρεωθεί η εκλογική ήττα που θα ερχόταν σε λίγο και η οποία τότε φαινόταν ότι θα προσελάμβανε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις. Ήθελαν εκείνα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ μικρότερο κόμμα αλλά υπό τον έλεγχό τους, όπως τους καταλογίζουν σήμερα ορισμένοι, ή απλά έσφαλαν και υποτιμούσαν τη σημασία της θεσμικά άψογης επιλογής Τσίπρα; Δεν το γνωρίζω! Όμως, αυτά συνέβησαν τότε και καθένας έχει τις εκτιμήσεις του.

Φυσικά ο Τσίπρας δεν υπέκυψε τότε στον ακήρυχτο εσωκομματικό πόλεμο που στόχευε σ’ εκείνον και οι εκλογές έγιναν κανονικά τον Ιούλιο (με τον Τσίπρα να μάχεται σχεδόν μόνος) με τη γνωστή έκβαση!

Πολλοί, από εκείνα τα γεγονότα, κρατούν την ήττα. Γνώμη δική μου είναι ότι ο Τσίπρας τότε με εκείνην την  απόφασή του διέσωσε την προοπτική του ΣΥΡΙΖΑ ως φορέα-πλαισίου ισχυρού εναλλακτικού μοντέλου προοδευτικής διακυβέρνησης της μεταμνημονιακής Ελλάδας, υπό τη νέα διευρυμένη και ανοιχτή σημερινή πολιτική του ταυτότητα. Αντίθετα, εκτιμώ ότι εάν ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Τσίπρας  για 3 μήνες ακόμη «σούρνονταν» στην κυβέρνηση, η απαξίωσή του στα μάτια των πραγματικά προοδευτικών εκλογέων θα ήταν αναπόφευκτη. Νομίζω πως ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχανε με αρκετά μεγαλύτερη διαφορά τις γενικές εκλογές του 2019 και θα δημιουργούνταν οι συνθήκες κατακερματισμού και συν τω χρόνω αποσύνθεσης της «πολιτικής ουσίας» που συνιστά το σημερινό παραταξιακό DNA. Και μόνο γι’ αυτό ο Τσίπρας είναι ο σωστός επικεφαλής του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και ο μόνος που μπορεί να εγγυηθεί την προοπτική του.

Φυσικά, την ίδια ώρα, ενώ στον Τσίπρα θα πρέπει να καταλογιστεί η αστοχία της επιλογής των τριπλών εκλογών του Μαΐου 2019 (ανεξαρτήτως του ότι η απόφασή του υπήρξε προϊόν παραπλάνησής των γελοίων δημοσκοπήσεων που του παρουσιάζονταν, παραπλάνηση εκούσια ή ακούσια, δεν το γνωρίζω), στη συνέχεια όλα χρεώθηκαν σ’ εκείνον, ενώ τα άλλα στελέχη του κόμματος κρύφτηκαν πίσω του. Ο κόσμος της προοδευτικής και δημοκρατικής παράταξης με το ηρωικό -υπό τις συνθήκες που επετεύχθη- 32% των γενικών εκλογών διέσωσε την υπόθεση προοδευτικής διακυβέρνησης της χώρας ως ρεαλιστικό ενδεχόμενο και ταυτόχρονα διέσωσε και τον ίδιον τον Τσίπρα ως προσωπικής ηγετικής περίπτωσης. Γι’ αυτό και μεταξύ του Τσίπρα και των προοδευτικών, δημοκρατικών και αριστερών πολιτών έχει πλέον δομηθεί η διαλεκτική άρρηκτη σχέση ηγεσίας-πολιτών, που εγγυάται τη συνέχεια του άκρως ενδιαφέροντος εγχειρήματος, με ευρύτερη ευρωπαϊκή σημασία, όπως έχω υποστηρίξει εδώ και καιρό.

Τα υπόλοιπα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που τον πίεζαν για αντιθεσμικές και πιθανότατα καταστροφικές επιλογές όχι μόνο αυτοκριτική δεν έχουν κάνει, αλλά αντίθετα έχουν ήδη καταλάβει τις πρώτες θέσεις του νέου ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία.

Δεν διαμαρτύρομαι! Διαπιστώνω! Άλλωστε, πεποίθησή μου είναι ότι απλά είναι ζήτημα χρόνου η οπτική μου να δικαιωθεί στο εγγύς μέλλον.                     

 ________________________________________        

(Στο επόμενο Β΄ Μέρος, η προγραμματική φτώχεια του ΣΥΡΙΖΑ και ορισμένα στοιχεία πολιτικής τακτικής)

 

 

 

 

27 Νοε. 2020

Το χρέος και η ανάκαμψη

στην ευρωπαϊκή οικονομία

Η πολιτική συζήτηση δεν έχει καν ξεκινήσει στην ΕΕ και την ίδια ώρα καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια από τις Βρυξέλλες να αποφευχθεί τέτοιος διάλογος. Όμως, στα τραπεζικά επιτελεία, στη Φρανκφούρτη αλλά και σ’ όλες τις κεντρικές τράπεζες των χωρών-μελών, το θέμα έχει τεθεί και οι πρώτες προτάσεις πέφτουν στο τραπέζι, προκαλώντας μάλιστα και σοβαρές αντιδράσεις. 

Ο λόγος για την αναζήτηση λύσεων στη μεγάλη κλιμάκωση του χρέους της ευρωζώνης, που με τις άμεσες και βαθιές επιπτώσεις της πανδημίας στην οικονομία φαίνεται να ενεργοποιεί την πρώτη σοβαρή αντίδραση για την ανάσχεση του κύματος διεύρυνσης του χρέους του δημόσιου τομέα, πρόβλημα που εδώ και καμιά 20ετία υπνώττει στα νομισματοπιστωτικά συστήματα της καπιταλιστικής δύσης και σήμερα πλήττει σφοδρά την ευρωπαϊκή οικονομία.

Η μεγάλη διαφορά της ευρωζώνης σε σύγκριση με το επίσης μεγάλο πρόβλημα εξωτερικού χρέους στις ΗΠΑ, είναι η νομισματική αυτονομία της Fed σε σχέση με την ΕΚΤ. Η έκδοση πληθωριστικού δολαρίου, ως βασικού μέσου αντιμετώπισης της κρίσης που ξέσπασε το 2008 με αφορμή την κατάρρευση της Lehman Brothers, συνέβαλε ουσιαστικά στην καλύτερη αντίδραση της αμερικανικής οικονομίας σε σύγκριση με την ευρωπαϊκή. Ένα από τα χαρακτηριστικότερα στοιχεία-αποδείξεις της διαφοράς στη διαχείριση της κρίσης του 2008 είναι ότι στις ΗΠΑ οι συνέπειές της έγιναν πρωτογενώς αισθητές ως πρόβλημα ιδιωτικού χρέους. Στην ευρωζώνη, αντιθέτως, με την πρωτοκαθεδρία στην προσπάθεια «να σπρωχτεί κάτω απ’ το χαλί» το πιστωτικό αδιέξοδο των γερμανικών, γαλλικών, ιταλικών και ισπανικών τραπεζών (αλλά και των βρετανικών, παρ’ όλο που το Ηνωμένο Βασίλειο τυπικά δεν είχε εξάρτηση από την ΕΚΤ), το ζήτημα ταχύτατα μετετράπη σε υπόθεση δημόσιου χρέους και πέρασε ταχύτερα απ’ ό,τι στις ΗΠΑ στην πραγματική οικονομία.

Ταυτόχρονα, την περασμένη δεκαετία με την ευρωζώνη αυτο-παγιδευμένη στη «δίδυμη ασφυξία» (που για καπιταλιστική οικονομία είναι στη κυριολεξία θανατηφόρα) αποφυγής έκδοσης νομίσματος και ταυτόχρονα πανάκριβου ευρώ στις διεθνείς ισοτιμίες, όλοι οι πόροι διαχείρισης της κρίσης προήλθαν από ιδιωτικό δανεισμό προς τον δημόσιο τομέα, που οδήγησε στον καταναγκασμό σκληρής εξισορροπητικής δημοσιονομικής λιτότητας, σκοτώνοντας τη ζήτηση, δηλαδή το αναπτυξιακό οξυγόνο της ευρωπαϊκής οικονομίας. Κενό, το οποίο φυσικά οι γερμανικές εξαγωγές που ενισχύθηκαν δεν πέτυχαν επαρκώς να ανασχέσουν. Φυσικά, σήμερα εμείς εκ των υστέρων έχοντας πλήρη εικόνα του πού βρισκόμαστε, φαίνεται εύκολο να κάνουμε τέτοιες διαπιστώσεις. Όμως, η αλήθεια είναι ότι η οικονομική βασιμότητα των ισχυρισμών του αντι-μνημονιακού ρεύματος κατά της δημοσιονομικής λιτότητας, από την αρχή έθιγε την ασυμβατότητα της οικονομικής πολιτικής Σόιμπλε με τις θεωρητικές αναφορές του κεϋνσιανισμού σχετικά με τα μέσα χειρισμού κρίσεων σαν εκείνης του 2008, όπως εκδηλώθηκε στην Ευρώπη. Δηλαδή, δεν τα λέμε σήμερα (όσοι τα λέμε) αυτά. Τα λέγαμε από την αρχή!

Από την άλλη μεριά, η συνειδητή και πλουσιοπάροχα αμειφθείσα προσπάθεια της «ομάδας Σόιμπλε» μέσω των μέσων ενημέρωσης και σε πανευρωπαϊκή κλίμακα να εμφανίσουν τις απόψεις του αντι-μνημονιακού ρεύματος ως απόρροια κυρίως ενός κοινωνίστικου κινήματος υπό τον χύδην απαξιωτικό χαρακτηρισμό ως «λαϊκισμού», δηλαδή δήθεν μιας άποψης χωρίς αιτιολογικό έρμα για τη διαφωνία της ακολουθούμενης οικονομικής πολιτικής, μπορεί  να στήριξε πολιτικά τον τότε υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας, δεν απέτρεψε όμως τις βαθύτερες συνέπειες εκείνων των επιλογών στην ευρωπαϊκή οικονομία. Οικονομία, που σήμερα με την πανδημία στην ακμή της αντιλαμβάνεται με τραγικό τρόπο πόσο εσφαλμένη και ίσως μοιραία υπήρξε η οικονομική πολιτική της περασμένης δεκαετίας. Το τελευταίο σχέδιο στήριξης της ευρωπαϊκής οικονομίας που εγκρίθηκε μετά πολλών βασάνων το περασμένο καλοκαίρι, χαρακτηρίζεται από τη σχιζοφρενή και ενοχική επιλογή έμμεσης έκδοσης πληθωριστικού ευρώ, με τις πολιτικές δημοσιονομικής λιτότητας να μην αποσύρονται αλλά απλά να αναστέλλονται προσωρινά, απειλώντας να επανέλθουν δριμύτερες στο μέλλον. Είναι απορίας άξιο: Δεν μπορούν ή δεν είναι στις προσλαμβάνουσες των ευρωπαίων οικονομικών αξιωματούχων να κατανοήσουν ότι το πρόσφατο σχέδιο στήριξης της ευρωπαϊκής οικονομίας ένεκα της πανδημίας είναι ένα σχέδιο αλληλοσυγκρουόμενων μεταξύ τους επιλογών;

Έτσι, σήμερα, όλα δείχνουν πως γίνεται ευρύτερα κατανοητό ότι με την οικονομική πολιτική Σόιμπλε 2010-2019 η Γερμανία μπορεί να κέρδισε χρόνο (και να ενισχύθηκε η επιρροή της στο εσωτερικό της ΕΕ), αλλά η Ευρώπη συνολικά έχασε πολύ χρήμα!               

Σήμερα αυτά είναι γνωστά και ομολογούνται άλλωστε από τα πλέον έγκυρα χείλη. Τελευταία ηχηρά παραδείγματα ομολογίας της βλάβης που προξένησαν τα μνημόνια η αναφορά του Μπάρακ Ομπάμα στο βιβλίο του και η δήλωση Στουρνάρα (μεταξύ πολλών άλλων αντίστοιχων διαπιστώσεών του) ότι «…Από δε την πλευρά των πιστωτών, κυριάρχησαν συχνά οι εσφαλμένες εκτιμήσεις, οι εμμονές και η καχυποψία και υπήρχε έντονη η διάθεση μικροδιαχείρισης των προαπαιτούμενων δράσεων» και ότι «…Οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές αποδείχθηκαν υψηλότεροι από ότι είχε αρχικά προβλεφθεί από τους διεθνείς οργανισμούς, επιδεινώνοντας την ύφεση».

Μα καλά, ο κ. Στουρνάρας δεν ήταν τότε υπουργός Οικονομικών και μετέπειτα διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας, όταν συνέβαιναν όλ’ αυτά; Τα έβλεπε και δεν μίλαγε; Αν ναι, γιατί δεν έκανε το καθήκον του απέναντι την ελληνική οικονομία; Αν δεν τα έβλεπε, δηλαδή, συνήργησε εξ ανεπάρκειας στη μεγάλη «αστοχία», δεν οφείλει σήμερα εξηγήσεις στους Έλληνες πολίτες, αντί των κυνικών ετεροχρονισμένων διαπιστώσεων του σφάλματος; Και πως μπορεί και σήμερα να παραμένει διοικητής στην Τράπεζα της Ελλάδας; Είναι δυνατό να επιχειρείται από «θαυμαστές» του κ. Στουρνάρα, ακόμη και σήμερα και μετά απ’ αυτές τις παραδοχές, ο αδιανόητος συμψηφισμός ότι μεγαλύτερο κακό έκανε ο …Βαρουφάκης στην ελληνική οικονομία, απ’ όσο έκανε ο κ. Στουρνάρας; Πλήρης απώλεια λογικής ή χυδαιότατος κυνισμός;
Με τα σημερινά δεδομένα και τις συνθήκες, για να έχουμε γόνιμο διάλογο σχετικά με την καλύτερη μέθοδο χειρισμού της οικονομικής κρίσης λόγω της πανδημίας (δηλαδή, κάτι σαν το «δεύτερο κύμα» της κρίσης 2010-2019 στην ευρωζώνη) οφείλουμε να αναθεωρήσουμε βασικά στοιχεία των ως σήμερα παραδοχών που απέτυχαν να ανασχέσουν το «πρώτο κύμα» του προβλήματος. Πόσο λίγη σωφροσύνη μπορεί να ανιχνεύεται σε όποιον επιμένει στις λάθος λύσεις στα ίδια προβλήματα;

Σήμερα, με συμβολικό χρονικό ορόσημο την είσοδο στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, γίνεται ολοένα και σαφέστερο ότι το χρέος, ως στοιχείο αξιολόγησης μιας οικονομίας, έχει πάψει να εκτιμάται αποκλειστικά σε συνάρτηση με την εκτιμώμενη αξιοπιστία «αντικρισιμότητάς» του στις διεθνείς αγορές χρήματος. Συνεπώς και η χρονική διάρκεια παραχώρησης του κεφαλαίου δανεισμού (με αύξηση των επιτοκίων όσο περισσότερος είναι ο χρόνος παραχώρησής του) δεν είναι πια είναι κρίσιμο στοιχείο, όσο ήταν. Μ’ άλλα λόγια, στο πλαίσιο γενικών αποτιμήσεων των οικονομιών, όπου τον πρώτο λόγο έχουν οι οίκοι αξιολόγησης, λιγότερο «μετράει» η λεγόμενη στην Ελλάδα «βιωσιμότητα» (αν και πιο δόκιμος θα ήταν ο όρος «εξυπηρετησιμότητα») του χρέους μιας χώρας. Η σημερινή εικόνα μοιάζει σαν μια παραποιημένη εκδοχή  της υπό συνθήκες «perpetuity» διάστασης των κρατικών ομολόγων, τα οποία τόση οργή είχαν προκαλέσει στους Έλληνες οικονομικούς αναλυτές των «προγόνων της λίστας Πέτσα εγχώριων μέσων ενημέρωσης, όταν ο Γιάνης Βαρουφάκης έριξε στο τραπέζι τα perpetual bonds ως λύσης για το εκτιμώμενο ως «μη βιώσιμο» τότε ελληνικό χρέος.

Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα σήμερα! Παρ’ ό,τι το ελληνικό χρέος σήμερα είναι μεγαλύτερο ως ποσοστό επί του ΑΕΠ απ’ όσο πριν μερικά χρόνια επί μνημονίων, τότε ο εξωτερικός δανεισμός ήταν για τη χώρα μας απαγορευμένος, ενώ σήμερα δανειζόμαστε στις «μικρές σειρές» των εξαμηνιαίων ή ετήσιων ομολόγων μας ακόμη και με αρνητικό επιτόκιο! Μερικοί αναλυτές το εξηγούν με το ότι το ελληνικό εξωτερικό χρέος είναι κατά μεγάλο μέρος προς δημόσιους φορείς και όχι προς ιδιώτες! Αλλά αυτό υπήρχε από την εποχή ήδη του πρώτου μνημονίου και παρ’ όλ’ αυτά έπρεπε να περάσουν 8 χρόνια για να μπορέσει η Ελλάδα να «βγει στις αγορές». Και χρειάστηκε απολύτως και η ρύθμιση του χρέους που συμφωνήθηκε επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, για να ανοίξει ο δρόμος. Εκείνο λοιπόν που άλλαξε είναι οι πολιτικές αποφάσεις για το θέμα του χρέους στην ΕΕ. Από το πρώτο μνημόνιο ως το 2019 έπρεπε να τιμωρηθεί η Ελλάδα για να παραδειγματιστούν οι άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στο πλαίσιο του αδιανόητου και δημοκρατικά απολύτως ανομιμοποίητου γερμανικού οικονομικού πατερναλισμού στην ευρωζώνη. Σήμερα, που το βάθος της κρίσης ένεκα πανδημίας επιτάσσει αλλαγή της ακολουθητέας οικονομικής πολιτικής (επί ποινή καταστροφής -αν τυχόν ο ευρωπαϊκός βορράς επέμενε στο σφάλμα 2010-2019) όλα επιτρέπονται: Ακόμη και η Ελλάδα να δανείζεται με πολύ φθηνά επιτόκια!

Άλλωστε, ποιό ελληνικό εξωτερικό χρέος προς δημόσιους φορείς και όχι προς ιδιώτες; Και παλιότερα -όπως είπαμε- υπήρχε αυτό, και τα μνημόνια 2 και 3 απέδειξαν ότι δεν ήταν εκείνο που έπεισε τις αγορές (το αντίθετο μάλιστα, κάποια στιγμή το χρέος προς δημόσιους φορείς με βάση τα συμβαίνοντα στην Ελλάδα μάλλον επιβάρυνε τις αναπτυξιακές προσδοκίες της χώρας, παρά τις ενίσχυσε). Η πολιτική απόφαση να σταματήσει η εικόνα εξάρτησης της Ελλάδας (ως δουλοπαροικίας χρέους, κατά τον γνωστό χαρακτηρισμό) από τους δανειστές και εταίρους της ήταν που έλειπε και μόλις αυτό επετεύχθη με την επιτυχή ολοκλήρωση του  3ου μνημονίου, η εικόνα άλλαξε!

Η επίκληση της Ελλάδας εδώ ως παραδείγματος προς αποφυγή, δεν γίνεται για να εκτονώσουμε τον θυμό μας για όσα μας επιβάρυναν ένεκα των σήμερα ομολογούμενων με τον πιο κυνικό τρόπο ως σφαλμάτων της μνημονιακής επιλογής. Η Ελλάδα εδώ πρέπει να επιστρατεύεται, απλά γιατί τώρα που το πρόβλημα γίνεται  πανευρωπαϊκό, η προτίμηση στην τελείως αντίθετη με την ελληνική περίπτωση μέθοδο της δημοσιονομικής χαλάρωσης, αντί της δημοσιονομικής περιστολής, υπογραμμίζει διπλά την αστοχία 2010-2019, με επίλεκτο θύμα την Ελλάδα!

Για να γίνει πιο εύκολα κατανοητό, θα επικαλεστώ την αθροιστική ύφεση γύρω στο 25% των μνημονιακών ετών, στην οποία τώρα έρχεται να προστεθεί η επί πλέον φετινή ύφεση το λιγότερο άλλου 10% λόγω της πανδημίας. Στα σοβαρά, τώρα, είναι οι ίδιοι οίκοι αξιολόγησης που έκριναν επί μία δεκαετία την Ελλάδα ως μη αξιόπιστο προορισμό δανεισμού, με ύφεση τότε σε μέση ετήσια βάση της τάξης του 2,5-3%, και σήμερα την αναβαθμίζουν με ύφεση 10% σε ένα έτος; Ακόμη και με τις πιο αισιόδοξες εκτιμήσεις για ανάπτυξη 5% το 2021 η Ελλάδα θα έπρεπε να πετυχαίνει ίδια ανάπτυξη της τάξης του 5% τα επόμενα 7 χρόνια στη σειρά, για να επανέλθει το ΑΕΠ της στα επίπεδα προ του 2008. Πρόκειται για γελοιότητες! Η ζημιά που έγινε στην ελληνική οικονομία και προηγήθηκε του δεύτερου κύματος της κρίσης στην οικονομία λόγω της πανδημίας, είναι ανήκεστη και η περίπτωση θα μείνει στην παγκόσμια ιστορία ως η κορυφαία αστοχία οικονομικής πολιτικής σε περίοδο ειρήνης. 

Άλλωστε, τα ομόλογα μεγάλου χρόνου (ακόμη και 100ετή) που έχουν αρχίσει να εκδίδουν ευρωπαϊκές χώρες απομυθοποιούν πλέον απολύτως το ζήτημα του χρέους, ως σημαντικό μέρος της δυνάμει αναπτυξιακής ταυτότητας της οικονομίας μιας χώρας για τις προσεχείς δεκαετίες του 21ου αιώνα. Και είναι επίσης ανάγκη να τελειώνει κάπου εδώ και ο μύθος περί της δήθεν αναπτυξιακής συμβολής των λεγόμενων «μεταρρυθμίσεων» στον σημερινό αγώνα ανάνηψης της ευρωπαϊκής οικονομίας, που επίκειται, όταν με το καλό θα ελέγξουμε ουσιαστικά την πανδημία με ξεκάθαρους υγειονομικούς όρους και εγκαταλείποντας την επικίνδυνη πρακτική εμβολιασμού των οικονομιών (και όχι του πληθυσμού)  με πρόωρα ανοίγματα, που αποδεικνύεται πως παράγουν τα επόμενα κύματα της πανδημικής έξαρσης. Φυσικά και χρειάζονται μεταρρυθμίσεις! Αυτές, όμως, θα πρέπει να αφορούν σε επανεξέταση του μοντέλου κατανομής του πλούτου καθώς και της παραγωγικής δομής του κοινωνικού κράτους, μαζί με τον ενεργότερο ρόλο του δημόσιου τομέα στην εποπτεία του καταναλωτικού προτύπου και των επενδυτικών προτεραιοτήτων μιας χώρας και σε συνδυασμό με την επιστράτευση της τεχνολογίας για την καλύτερη κοινωνική οργάνωση των οικονομιών. Δεν μπορούν πια να λογίζονται ως «μεταρρυθμίσεις» το να λιγουρεύονται κάποιοι ιδιώτες να βάλουν στο χέρι κλάδους που τελούν υπό αναγκαίο δημόσιο έλεγχο. Το μοντέλο αυτό δοκιμάστηκε κατά κόρον εδώ και 30 χρόνια, και απέτυχε παταγωδώς. Έχει αποδειχτεί ότι το αθροιστικό του κόστος είναι μεγάλο και κατά κανόνα καταλήγει σε ακριβότερες και χειρότερες υπηρεσίες για τους πολίτες.

Είναι γελοιότητα να μας μοστράρεται σήμερα, σαν καθρεφτάκια σε ιθαγενείς, το σχέδιο Πισσαρίδη  ως δήθεν μεγάλη τομή και στο περιεχόμενό του να μην υπάρχει η παραμικρή αναφορά στον αναπτυξιακό ρόλο του δημόσιου τομέα και στην ανάγκη δραματικής αναπροσαρμογής του συστήματος κατανομής του πλούτου που παράγει μια οικονομία. Δεν μπορεί να αισιοδοξούμε ότι θα τα πάμε καλά στο μέλλον, με τα νεοφιλελεύθερα ξεπερασμένα όπλα των παιδιών του Σικάγο! 

Σήμερα, λοιπόν, αυτό που συζητείται στην ΕΚΤ είναι οι τρόποι απομείωσης του χρέους στην Ευρώπη. Και εξετάζονται δύο βασικές λύσεις-εναλλακτικά σενάρια:

- Το πρώτο είναι η διαγραφή χρέους, τουλάχιστον για τις πρόσθετες δαπάνες που προέκυψαν από τις ανάγκες αντιμετώπισης της πανδημίας (πρόταση που διακινεί ο Ιταλός πρωθυπουργός Τζουζέπε Κόντε). Η πρόταση αυτή στηρίζεται στη φιλοσοφικής αφετηρίας άποψη ότι το δημόσιο χρέος που θα διαγραφεί, δεν είναι άλλο από συμβολή του ιδιωτικού τομέα στον κοινό αγώνα υγειονομικής θωράκισης των πολιτών και των κοινωνικών δραστηριοτήτων τους κατά του κορονοϊού.  

- Το δεύτερο είναι η παραπομπή του σημερινού δημόσιου χρέους βαθιά σε μελλοντικό χρόνο, με ανοιχτό το ενδεχόμενο οιονεί επανεξέτασής του κάποια στιγμή στο μέλλον και σε καλύτερες συνθήκες.

Και τα δύο σενάρια αποσκοπούν σε μηδενισμό των αρνητικών συνεπειών της παραμέτρου «χρέος» για τις οικονομίες, η οποία χρησιμοποιήθηκε ως σύγχρονη μέθοδος προτεκτορατοποίησης των αδύναμων χωρών από τις ισχυρότερες χώρες. Ποιά χρεία άλλων αποδείξεων έχουμε άλλωστε ανάγκη, όταν σε πολύ πρόσφατη έρευνα καταγράφτηκε καθαρά ότι η επιφύλαξη των λεγόμενων «φειδωλών χωρών» της ΕΕ για περισσότερες επιδοτήσεις,  αντί για διακρατικό δανεισμό, στο πλαίσιο του τελευταίου σχεδίου στήριξης της ευρωπαϊκής οικονομίας, δεν οφειλόταν στις οικονομικές ανησυχίες τους, αλλά στον φόβο ότι με περισσότερες επιδοτήσεις θα κατέγραφαν μεγαλύτερες απώλειες σε επιρροή κατά τη διαδικασία λήψης των ευρωπαϊκών αποφάσεων!

Βεβαίως, δεν μπορώ να προβλέψω το θα συμβεί. Γνωρίζω, όμως, ότι η συζήτηση άνοιξε, μετά από μια χαμένη γενιά νεοφιλελεύθερων επιλογών, που έχουν οδηγήσει την καπιταλιστική οικονομία (φυσικά βοηθούσης και της πανδημίας) στο χείλος του γκρεμού. Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στον δρόμο…          

 

 

 

 

21 Νοε. 2020

Η δημοκρατία

δεν είναι αναπτυξιακή παράμετρος

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται τις τελευταίες μέρες η κρίση που ξέσπασε με το βέτο που έθεσε η Ουγγαρία (και με τη συνδρομή της Πολωνίας) για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Μια κρίση, που θα μπορούσε να μετεξελιχτεί σε σοβαρή περιπέτεια για την συνοχή της ΕΕ και με παράπλευρη βαρύτατη συνέπεια την καθυστέρηση υλοποίησης του σχεδίου ανάκαμψης της ευρωπαϊκής οικονομίας, στο οποίο μετά από πολύ κόπο κατέληξαν το περασμένο καλοκαίρι οι ευρωπαίοι ηγέτες στην προσπάθεια ανάνηψης από τα μεγάλα πλήγματα που επέφερε η πανδημία στην ευρωζώνη.    

Η παρούσα κρίση αποτελεί ολοφάνερο σύμπτωμα μιας προϊούσας αποδιάρθρωσης των κεντρικών συνεκτικών στοιχείων του ευρωπαϊκού ενοποιητικού οράματος, με τη βαθμιαία την τελευταία 20ετία απομάκρυνση από τις ιδρυτικές αρχές της αλληλεγγύης και της επιδίωξης σύγκλισης των οικονομιών, σε συνδυασμό με την αποστασιοποίηση από τη διαδικασία ώσμωσης διαφορετικών μεταξύ τους πολιτισμικών συστημάτων αλλά και ιστορικών παραδόσεων των προς ενοποίηση χωρών και εθνοτήτων. Η εγκατάλειψη αυτών των στοιχείων και η συν τω χρόνω μετάπτωση από υπερεθνική ένωση εθελοντικής προσχώρησης σε μια σύμπραξη επί μέρους κρατικών εξουσιών, με ηγεμονεύουσες  αναφορές στο γερμανικό μεταψυχροπολεμικό πολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό μοντέλο, μετέτρεψε την ΕΕ από το οραματικό προσδόκιμο των γενεών που ορκίζονταν στο όνομά της, σε πολιτικό διαχειριστή της μετάβασης στη σημερινή -μεταλλαγμένη, θά ‘λεγε κανένας- σκληρή γραφειοκρατία των Βρυξελλών. Με παράλληλες αυτοαναφορικές και αυτοπροσδιοριστικές συνομολογήσεις σε νέα πρότυπα ευρωπαϊκής ηγεσίας και ταυτοτικής αναπροσαρμογής, με πιο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ίσως απ’ όλα το παράδειγμα του χαρτοφυλακίου για τον «ευρωπαϊκό τρόπο ζωής», που έχει ανατεθεί εις χείρας του Έλληνα αντιπροέδρου της Κομισιόν, Μαργαρίτη Σχοινά.

Αν προσέξει κανένας τη γκάμα αντιδράσεων στην πρωτοβουλία της σημερινής Κομισιόν για το χαρτοφυλάκιο αυτού του περιεχομένου και αναγόρευσή του μάλιστα σε πυρήνα κατανόησής του ως θεματοφύλακα της επιδιωκόμενης ως κοινής «ευρωπαϊκής ταυτότητας», θα καταγράψει το βάθος και την πολυπλοκότητα των διαφορετικών τρόπων πρόσληψης του όρου μεταξύ των ευρωπαίων πολιτών και των πολιτικών αντιπροσωπεύσεών τους. Κι αυτό, σε μια απτή αποδεικτική απεικόνιση των αιτίων που κάνουν την ΕΕ να χάνει μεγάλο μέρος της ελκτικής γοητείας που ασκούσε στους πληθυσμούς  ως τα τέλη του προηγούμενου αιώνα και της μετάλλαξής της πλέον σήμερα σ’ έναν «μηχανισμό υποχρεωτικοτήτων» για τις χώρες-μέλη, ελάχιστης δημοκρατικής νομιμοποίησης, που μάλλον βαραίνουν τις ευρωπαϊκές πολιτικές ηγεσίες εκάστη στις σχέσεις με τους πολίτες που εκπροσωπεί,  παρά συμβάλλουν στη διαδικασία δημοκρατικής ωρίμανσης και κοινωνικής συνοχής σε περιβάλλον ευημερίας.

Η οικονομική κρίση του 2010 και η συνέχειά της με θρυαλλίδα τον κορονοϊό, παράλληλα, έχει συμβάλλει στην αποσιώπηση των πολιτικών αποδομητικών παραγόντων του ευρωπαϊκού ενοποιητικού σκοπού, όπως οι παράγοντες αυτοί σκιαγραφήθηκαν εν συντομία ως εδώ, κάνοντας την κρίση εμπιστοσύνης που περνάει η ΕΕ σήμερα, να φαίνεται πως οφείλεται κατά κύριο λόγο ή και απολύτως σε οικονομικούς λόγους, ενώ δεν είναι. Η ίδια η απόπειρα αντιπαράθεσης των εκφραστών της σημερινής νοοτροπίας που κυριαρχεί στην ΕΕ απέναντι σ’ όσους αντιδρούν στην εν εξελίξει απομείωση των όρων θεσμικής δημοκρατικής συγκρότησης της Ένωσης, με τον γενικό καταγγελτικό όρο-χαρακτηρισμό τους ως «λαϊκιστές» με πεδίο αναφοράς τη χειμαζόμενη ευρωπαϊκή οικονομία, αποτελεί απόδειξη της αδυναμίας των γραφειοκρατών των Βρυξελλών τόσο να ερμηνεύσουν τα βαθύτερα αίτια της κρίσης εμπιστοσύνης προς τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, όσο και να αναζητήσουν τις δέουσες λύσεις έναντι του φαινομένου. Παρά ταύτα, πληθώρα αποδεικτικών στοιχείων αποκαλύπτουν ότι το πρόβλημα είναι κατά βάση υπόθεση δημοκρατικού ελλείμματος στη συγκρότηση της ΕΕ. Και ίσως τα αίτια σημερινής μετάλλαξης της Ένωσης από υπερεθνικός μηχανισμός «δημοκρατικού αυτοσκοπού» σε αντίστιξη με το αμερικανικής κοπής παγκόσμιο μοντέλο «οικονομικού  αυτοσκοπού», σε φορέα χρηματο-οικονομικών και όχι πολιτικών προτεραιοτήτων, συνεπεία της αποτυχίας κατάρτισης ευρωπαϊκού συντάγματος στο πλαίσιο της παλιότερης προσπάθειας ντ’ Εστέν, να είναι επαρκή ως εξήγηση του παρόντος αδιεξόδου.

Φυσικά, επιβαρυντικά, λειτούργησαν και οι χειρισμοί κατά τη διάρκεια της κρίσης που ξέσπασε στην ΕΕ το 2010 (οι οποίοι ως συνέπεια αυτής της αποτυχίας κατάρτισης ευρωπαϊκού συντάγματος και απόδοσης της πρωτοκαθεδρίας για την προαγωγή του ενοποιητικού σκοπού στην οικονομία και το ευρώ, αντί της θεσμικής  συγκρότησης του μοντέλου ευρωπαϊκής δημοκρατίας), με συμπεριφορές ευρωπαίων αξιωματούχων μειωτικές και διαλυτικού αποτελέσματος για την ευρύτερη ευρωπαϊκή συνοχή προς χώρες-μέλη και ολόκληρους πληθυσμούς. Είναι όνειδος, ακόμη και σήμερα, τελούντες εν γνώσει και επιγνώσει του δημοκρατικού (αλλά τελικά και οικονομικού) σφάλματος των μνημονίων, ένας …πρώην αμερικανός πρόεδρος  να αποφασίζει να πει την αλήθεια για τη διασωστική μέθοδο 2010-1019 και την ίδια στιγμή στις Βρυξέλλες να δυσκολεύονται τόσο πολύ να το συνομολογήσουν. Κι ακόμη, τα στελέχη που πρωτοστάτησαν στην αποδεικνυόμενη σήμερα ως εσφαλμένη διασωστική μέθοδο 2010-2019 (π.χ. Κλάους Ρέγκλινγκ, Κριστίν Λαγκάρντ, Γενς Βάιντμαν, Γιάννης Στουρνάρας, και πολλοί άλλοι…) να καλούνται να υλοποιήσουν μια τελείως διαφορετικού προσανατολισμού διασωστική μέθοδο της ευρωπαϊκής οικονομίας επί πανδημίας, όπως αυτή εγκρίθηκε το περασμένο καλοκαίρι με έμμεσο κόψιμο πληθωριστικού ευρώ. Ένα από τα ισχυρότερα χαρακτηριστικά του νεποτικού πολιτικού φαινόμενου στις ελίτ, είναι να αλλάζουν εξ ανάγκης οι πολιτικές αλλά τα πρόσωπα να παραμένουν τα ίδια. 

Σήμερα, λοιπόν, με το ουγγαρέζικο βέτο, η ΕΕ εισέρχεται σε πρωτόγνωρη περιδίνηση. Και είναι αυτή περιδίνηση δημοκρατικού προβληματισμού, παρ’ όλο που η επικίνδυνη αρνησικυρία του Όρμπαν κινδυνεύει παράλληλα να επιφέρει νέο σημαντικό πλήγμα στη δοκιμαζόμενη από τον κορονοϊό ευρωπαϊκή οικονομία, λόγω των καθυστερήσεων υλοποίησης του ευρωπαϊκού σχεδίου οικονομικής ανάνηψης του περασμένου καλοκαιριού.

Διαφεύγει ίσως της προσοχής ως δευτερεύον ότι η Ουγγαρία με «εθνικό» νόμισμα το φιορίνι, και όχι με ευρώ, και με αποδεδειγμένα λαϊκίστικη ηγεσία (αποδεικνυόμενο αυτό από τη στάση της χώρας στο προσφυγικό και την άρνηση να αποδεχτεί το μέρισμα φιλοξενίας προσφύγων που της αναλογεί, και όχι από κίνητρα οικονομικά) και όχι ως «λαϊκισμός» (όπως αποδόθηκε χύδην ο χαρακτηρισμός σε όσους αντιστάθηκαν στη λογική και το κοινοτικό ήθος των μνημονιακών «διασώσεων»), ενώ καταπατά δημοκρατικά δικαιώματα των πολιτών της, επιστρατεύει προς τεκμηρίωση αιτιολόγησης του ορμπανικού βέτο το «δημοκρατικό» της δικαίωμα να καταπατά πολιτικές ελευθερίες, υπό την εσωτερική πολιτική νομιμοποίηση που φέρει ο πρωθυπουργός της!

Η αντίφαση είναι εξαιρετικά αποκαλυπτική της αναποτελεσματικότητας που διέπει τους σημερινούς ευρωπαϊκούς κανόνες, με τις δύο αντίπαλες ευρωπαϊκές εξουσίες (εκείνη των Βρυξελλών, από τη μία μεριά, και την ουγγρική, από την άλλη) αμφότερες να διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους ότι μοχθούν για την προάσπιση των αρχών της δημοκρατίας.

Δεν ξέρω αν ο Όρμπαν διαθέτει χιούμορ (δεν το θεωρώ προσιδιάζον χαρακτηριστικό των πολιτικών λαϊκιστών), αλλά αναμφίβολα η σημερινή κατάσταση στην ΕΕ με το ουγγρικό βέτο φέρει στοιχεία τραγικής κωμωδίας. Εξ ίσου κωμικοτραγικό είναι ένας λαϊκιστής και με στοιχεία αντιδημοκρατικής διακυβέρνησης στο ιστορικό του ευρωπαίος ηγέτης να παίζει με ασύγγνωστη ελαφρότητα με τον απολύτως επείγοντα χαρακτήρα της ανάγκης ενεργοποίησης του σχεδίου ανάνηψης της ευρωπαϊκής οικονομίας, και να αντιδρά στους μύδρους των Βρυξελλών για την ανευθυνότητά του, «αλά Μέρκελ». Δηλαδή σ’ όσους  αγωνιούν να αντιτείνει την αφ’ υψηλού «λύση»: "Οι συνομιλίες θα πρέπει να συνεχισθούν και στο τέλος θα φθάσουμε σε μια συμφωνία, έτσι συμβαίνει συνήθως"!!!

Οι γραφειοκράτες των Βρυξελλών μπορεί τώρα να οργίζονται με τα καμώματα Όρμπαν, αλλά ίδια ήταν η συμπεριφορά τους όταν πίεζαν την Ελλάδα μέχρις ασφυξίας ώστε να υποχρεωθεί να υπογράψει το αντιπαραγωγικό μνημόνιο το 2010 για να αποφύγει τη χρεοκοπία. Το επανέλαβαν με την Ελλάδα και το 2015, με ανάλογες ασφυκτικές πιέσεις μετά την αναγγελία ότι η χώρα θα διενεργήσει δημοψήφισμα, για να υποχρεωθεί η τότε κυβέρνηση να προσφύγει σε capital controls. Το συντήρησαν όλη την περίοδο της αρχικής έκρηξης του προσφυγικού, αρνούμενοι να αναλάβουν κάθε χώρα μέρος του βάρους της κρίσης που ξέσπασε με τον πόλεμο στη Συρία, αφήνοντας την Ελλάδα μόνη και πολιτικά ευπρόσβλητη στους λαϊκισμούς της ακροδεξιάς και των χρυσαυγητών. Ακόμη και σήμερα στις αφόρητες εκβιαστικές πιέσεις της Τουρκίας σε βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου οι ίδιοι γραφειοκράτες μας συνιστούν «να κάνουμε υπομονή», αντί να επιβάλλουν κυρώσεις, υποβαθμίζοντας κατάφωρα τη σημασία του γεγονότος ότι το ζήτημα είναι κυριαρχικά υπαρξιακό για τους Έλληνες.

Και δεν είναι μόνο η Ελλάδα θύμα αυτών των ανοίκειων πρακτικών. Συνολικά οι μεσογειακοί πληθυσμοί συκοφαντήθηκαν από κορυφαίους ευρωπαίους αξιωματούχους ως τεμπέληδες και περίπου άρπαγες του ιδρώτα των πλούσιων βορειοευρωπαίων.

Και την ίδια ώρα, οι κυρώσεις κατά του Λουκασένκο αλλά και της Ρωσίας για την υπόθεση Ναβάλνι (δραματικά μικρότερης σημασίας και  βάρους υποθέσεις σε σύγκριση με την ανοιχτή αμφισβήτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων χωρών-μελών από τρίτη χώρα-μη μέλος), εγκρίνονται με συνοπτικές διαδικασίες.

Η εντύπωση ότι στην ΕΕ υπάρχουν κάποιες χώρες-μέλη  που είναι «λίγο πιο ίσες» από τις υπόλοιπες, χτίστηκε και συνέβαλε καταλυτικά στην αποδόμηση πειστικότητας του ευρωπαϊκού  ενοποιητικού οραματισμού όλ’ αυτά τα χρόνια με τέτοιες ανοίκειες πρακτικές, τις οποίες σήμερα υιοθετεί ο ορμπανισμός. Η ευρωπαϊκή ελίτ αντί να επιδείξει ανεκτικότητα και ενσωματωτική πολιτική ευπροσηγορία στις ιδιαιτερότητες των συστατικών μερών του μεγάλου εγχειρήματος, τηρεί ακαμψία προς τήρηση μεθόδων που η ίδια επέλεξε ως δήθεν αντιπροσωπευτικές των διαθέσεων των ευρωπαίων πολιτών, ενώ είναι γνωστό ότι η δυσαρέσκεια για την ΕΕ εντείνεται και η αδιαφορία για τις κοινές ευρωπαϊκές υποθέσεις διευρύνεται ανάμεσα στους πολίτες της ηπείρου. .

Ποιός λησμονεί αναφορές της ίδιας ελίτ ότι «η Ελλάδα μπήκε χαριστικά στην ευρωζώνη» (και το πληρώσαμε πανάκριβα αυτό με υιοθέτηση του ενιαίου νομίσματος σε πανάκριβη ισοτιμία), ενώ την ίδια στιγμή προφανέστατα ανέτοιμες χώρες, θεσμικά, οικονομικά και πολιτικά, εντάσσονταν με κριτήρια της πλάκας στην ΕΕ, για να κάνουν οι γραφειοκράτες της νέας εποχής της Ένωσης το ανόητο και επικίνδυνο -όπως αποδεικνύεται σήμερα- «πάρτι διευρύνσεων» και μόνο και μόνο για να χτιστούν οι εντυπώσεις ότι η «γερμανική Ευρώπη» δήθεν μεγαλουργεί (ακόμη κι αν το Βερολίνο μαζί με την Ουάσιγκτον υπήρξαν  οι επισπεύδουσες δυνάμεις του τελευταίου πολέμου σε ευρωπαϊκό έδαφος); Μήπως η Ουγγαρία, που σήμερα για λογαριασμό της θέτει το βέτο ο Όρμπαν, δεν είναι μία από τις χώρες που άρον-άρον και με αστείες διαδικασίες ελέγχου των αναγκαίων προϋποθέσεων εντάχθηκαν στην ΕΕ, για να προληφθεί η υποψία επηρεασμού της (καθώς και των άλλων χωρών του πρώην ανατολικού συνασπισμού) από τη ρωσική επιρροή; Και μήπως και οι εντάξεις των βαλτικών δημοκρατιών «στο πόδι» (με κύριο σκοπό την ενδυνάμωση του φιλογερμανικού «λόμπι», ως δήθεν επείγουσας ευρωπαϊκής ανάγκης), δεν ενίσχυσαν την εντύπωση μιας διεύρυνσης από σκοπιμότητες και όχι από πειστικά κίνητρα ενίσχυσης του ενοποιητικού σκοπού προς όφελος όλων, δεν ήταν ένα μέρος του παζλ αιτίων της σημερινής ενωσιακής περιδίνησης, με έσχατο περιστατικό την απόπειρα επανασυγγραφής της ευρωπαϊκής ιστορίας, με την ΕΣΣΔ εμφανιζόμενη ως δήθεν συμπληρωματικό στοιχείο του ναζισμού;

Ίσως το κακό ξεκίνησε με την ανεπίτρεπτα μονομερή προς όφελος της Γερμανίας ενθυλάκωση των αποθεμάτων του εκτός ΕΣΣΔ ανατολικού στρατοπέδου μετά την  κατάρρευση του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», μολονότι όλη η δύση και φυσικά και οι ευρωπαϊκές χώρες του δυτικού συνασπισμού σήκωσαν αδιαμαρτύρητα το βάρος της γερμανικής αμυντικής θωράκισης έναντι της απειλής του Συμφώνου της Βαρσοβίας στο ιστορικό μεταπολεμικό διακύβευμα ελέγχου του Βερολίνου. Αναμφίβολα, η κληρονόμηση από τη Γερμανία κατά συντριπτικό μέρος του καθόλου ευκαταφρόνητου ανατολικογερμανικού πλούτου και της προνομιακής επιρροής στα Βαλκάνια και τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης, που τροποποίησαν αισθητά τις εσωτερικές ισορροπίες στην ΕΕ τις δύο τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα, είχαν σαν αποτέλεσμα  την αποδυνάμωση της  Γαλλίας και της Βρετανίας, αλλά και τη μεταφορά του γεωπολιτικού κέντρου βάρους της δυτικής Ευρώπης από τη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και τη βόρειο Αφρική, σ’ ένα όψιμο νεοψυχροπολεμικό σκηνικό, με πρώτο λόγο στη Γερμανία. Σ’ αυτό το σκηνικό δεν φαίνεται τόσο άφρων η σκέψη ότι μεγάλη ισχύς συγκεντρωμένη στα χέρια των Γερμανών ποτέ δεν απέβη προς όφελος της Ευρώπης, ως ενιαίας οντότητας.      

Ολ’ αυτά, μοιάζει να συνέχονται αιτιολογικά με τη σημερινή αποδυνάμωση των πραγματικών ενοποιητικών ευρωπαϊκών στοιχειών, με σοβαρό κόστος ήδη την απώλεια του Ηνωμένου Βασιλείου. Μπορεί ως πρόσχημα για τις τάσεις ρευστοποίησης της ΕΕ να επιστρατεύεται το ευρώ και η οικονομία, το προσφυγικό ή ο,τιδήποτε άλλο, στο αιτιολογικό υπογάστριο της εντεινόμενης κρίσης συνοχής της ΕΕ διαγιγνώσκονται γεωπολιτικές δυνάμεις, που άλλωστε παλαιόθεν αποτελούν την θεμελιώδη κινητήρια δύναμη της ιστορίας.

Γιατί τα γνήσια συνεκτικά στοιχεία της ευρωπαϊκής διαδικασίας ενοποίησης ασφαλώς δεν είναι η επικράτηση του νεο-αντικομμουνιστικού ιδεολογήματος, που έδωσε δυνάμεις στην ακροδεξιά και στις νεοναζιστικές και νεοφασιστικές δυνάμεις. Ούτε είναι η διαμάχη για το ποιός θα έχει «το πάνω χέρι» στην ενοποιητική πορεία κατά τον 21ο αιώνα, όπως έδωσε τον τόνο την τελευταία εικοσαετία η βερολινέζικη νομενκλατούρα. Αντίθετα μ’ αυτά, οραματικά παραμένουν αναντικατάστατα το ζητούμενα της αέναης δημοκρατικής αναβάθμισης και ωρίμανσης, της σύγκλισης των οικονομιών και των επίπεδων εισοδήματος των ευρωπαίων πολιτών καθώς και της σύγκλησης των πολιτισμών της γηραιάς ηπείρου.       

Θεωρώ κορυφαίες πολιτικές αποτυχίες της ΕΕ, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, δύο σημεία:

- Την αδυναμία επεξεργασίας σχεδίου προσέγγισης με τη Ρωσία (ενώ ήδη από τη δεκαετία του 1970 οι προοδευτικές ευρωπαϊκές δυνάμεις έθεσαν τέτοιο θέμα και μάλιστα με μακροπρόθεσμη οραματική προσδοκία τον απεγκλωβισμό της Ευρώπης από την ανάγκη της αμερικανικής οπλικής ομπρέλας) με συνέπεια τη σημερινή παγίδευση σ’ ένα νεο-ψυχροπολεμικό περιβάλλον, και  

- Την απροθυμία υποδοχής της ευρωπαϊκής αριστεράς ως «νέου αίματος πολιτικής» και ευκαιρίας ανανέωσης των αρχών διακυβέρνησης χωρών-μελών, παρ’ όλο που μετά τον παλιότερο ιταλικό ιστορικό συμβιβασμό και τις σημερινές εμπειρίες στην Πορτογαλία και κυρίως την Ελλάδα, έχει επιβεβαιωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ο «ευρωπαϊσμός» τους, ως θεμελιώδους και βασικής αρχής του πολιτικού αυτοπροσδιορισμού τους.  

Αντί, λοιπόν, για κινήσεις ενσωμάτωσης και εμπλουτισμού της ευρωπαϊκής δημοκρατικής κουλτούρας με τις νέες θεάσεις στον κόσμο που αλλάζει, σε διεθνή αναγωγή με το χτίσιμο μιας μεγάλης ευρωπαϊκής συμμαχίας «από τον Ατλαντικό ως και πέρα από τα Ουράλια» και σε εσωτερικές πολιτικές διαδικασίες με ισότιμη υποδοχή γνήσια ανανεωτικών δυνάμεων ως πραγματικές εφεδρείες τρέχουσας διαχείρισης των χωρών-μελών και της ίδιας της ενοποιητικής ιδέας (δηλαδή με κινήσεις που θα άλλαζαν τον κόσμο σήμερα, και όχι αύριο), μια κλασσική νομενκλατούρα «παίζει άμυνα» και μας γυρνάει μερικές δεκαετίες πίσω, απλά για να μη χάσουν τα μέλη της πρόσβαση στην εξουσία και τα αγαθά της.

Δεν ξέρω αν ο «ευρωπαϊκός τρόπος ζωής» θα ήταν μια λύση στα αδιέξοδα που ανέφερα ή αν πρόκειται για ένα «λιγούρικο» και όψιμο κακέκτυπο του «αμερικάνικου τρόπου ζωής»!    

Ασφαλώς δεν είναι αυτή η Ευρώπη που θέλουμε! Και δεν φταίνε οι τυχοδιωκτισμοί του Όρμπαν γι’ αυτό.  

 

 

 

 

12 Νοε. 2020

Καπιταλισμός: Τέλος εποχής

για ό,τι ξέραμε

Το λεγόμενο «δεύτερο κύμα» της πανδημίας πλήττει πλέον με συντριπτικά επεκτατικά αποτελέσματα ολόκληρη την ανθρωπότητα! Η εξέλιξη του δράματος διαφοροποιείται από την πρώτη περίοδο της παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης κατά το στοιχείο ότι η εξάπλωση του κακού εκτυλίσσεται με μεγάλες κλιμακώσεις περίπου παγκόσμιας αναλογίας, ενώ αρχικά καταγράφονταν σοβαρές διαφοροποιήσεις από χώρα σε χώρα. Και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι ενώ αρχικά φαινόταν πολλά από την εξάπλωση της πανδημίας να εξαρτώνται από τον διαφορετικό τρόπο αντίδρασης σε κάθε χώρα, σήμερα αποδεικνύεται ότι ο κορονοϊός διαθέτει τη δυναμική υπέρβασης των επί μέρους πολιτικών χειρισμού του προβλήματος και εξαπλώνεται κατά βάση με παρόμοιους ρυθμούς σ’ ολόκληρη την υφήλιο.

Όμως, εκείνο που πραγματικά θα μείνει ανεξίτηλο και για πολύ χρόνο στη συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας και ανεξάρτητα από την εξέλιξη της μεγάλης υγειονομικής περιπέτειας, είναι ότι τίποτα στην παγκόσμια οικονομία δεν θα είναι από ‘δω και πέρα ίδιο με ό,τι γνωρίζουμε από την εποχή που τελείωσε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και εντεύθεν.  Γιατί οι επιπτώσεις του λεγόμενου «δεύτερου κύματος» στην οικονομία, μόλις τώρα αρχίζουν να γίνονται αντιληπτές και να εκδηλώνονται σε πρακτικά αποτελέσματα.  

Αν αναλογιστεί κανένας τα διεθνή οικονομικά μοντέλα που έτυχαν συγκεκριμένης και πρακτικής γενικευμένης εφαρμογής τις περασμένες δεκαετίες, δεν θα βρει παρά δύο απ’ αυτά: το κρατικό μοντέλο του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού, και το κεϋνσιανό μεταπολεμικό καπιταλιστικό μοντέλο της προσφοράς και της ζήτησης.

-Το πρώτο μοντέλο κατέρρευσε ήδη από τη δεκαετία του 1990, κάτω από την αδυναμία του να υπηρετήσει πειστικά το αιτούμενο για ανάπτυξη με ανθρώπινο πρόσωπο και δημοκρατική νομιμοποίηση, ώστε το κοινωνικό κράτος και η κοινωνική δικαιοσύνη να είναι εγγυημένα στοιχεία οργάνωσης των κρατικών συστημάτων όπου γης.

-Το δεύτερο μοντέλο, με τις αλλεπάλληλες κυκλικές κρίσεις και με δραματικές αναδιανομές του πλούτου σε βάρος των ασθενέστερων επί δεκαετίες, διασωληνώθηκε και επιβίωσε ως σήμερα (από το 1990 και μετά στηριζόμενο κυρίως στα αποθέματα που κληρονόμησε από τον καταρρεύσαντα «υπαρκτό σοσιαλισμό»), για να βρεθεί μπροστά στην απογυμνωτική αποκάλυψη των σαθρών όριων του, όπως αποκάλυψε η πανδημία.

Θα είναι αυτό το τέλος του καπιταλισμού; Αναμφίβολα όχι! Άλλωστε σε θεωρητικό και επιστημονικά τεκμηριωμένο επίπεδο δεν υπάρχουν άλλα διαθέσιμα εναλλακτικά μοντέλα οικονομικής οργάνωσης των κοινωνιών του 21ου αιώνα, από τον κεϋνσιανισμό και τον επιστημονικό σοσιαλισμό. Οι θεμελιακές αρχές και των δύο παραμένουν ζητούμενα: στον μεν καπιταλισμό με την αξίωση να καταφέρει να αποφεύγει τις συνεχείς κυκλικές κρίσεις που παράγει (και που συνήθως τις ξεπερνάει με αναδιανομές του πλούτου σε βάρος των ασθενέστερων κλονίζοντας την κοινωνική συνοχή), στον δε επιστημονικό σοσιαλισμό με την απομυθοποίηση της αφελούς πεποίθησης ότι η επέλευση μιας κοινωνικά δικαιότερης οργάνωσης των οικονομιών είναι νομοτέλεια και μόνος ρόλος της πολιτικής αριστεράς κάθε λογής είναι ο ρόλος  επιταχυντή του αναπόφευκτου.

Νομίζω, όμως, πως αυτό είναι το οριστικό τέλος του νεοφιλελευθερισμού! Φυσικά οι υποστηρικτές του δεν θα εξαφανιστούν ως διά μαγείας και θα χρειαστεί χρόνος γι’ αυτό. …αλλά η ομόθυμη αναγνώριση του αυξημένου ρόλου και λόγου του δημόσιου τομέα στην εξυγίανση των οικονομιών με αφορμή την ανάγκη νέου ξεκινήματος μετά τον έλεγχο της πανδημίας και όποτε αυτός ο έλεγχος έλθει (αναγνώριση που έρχεται ακόμη και από μεριάς μέχρι πρότινος φανατικών υποστηρικτών του νεοφιλελεθερισμού), είναι το μήνυμα που πρέπει να κρατήσουμε. 

Έχω την εντύπωση πως η οικονομική πραγματικότητα που ακολουθεί, για να είναι οι οικονομίες, παραγωγικές και αναπτυξιακά βιώσιμες κατά τη μετα-πανδημική περίοδο, οφείλει να εγκαταλείψει τις ως σήμερα κακές συνήθειες του καπιταλισμού σε δύο κυρίως επίπεδα:

-Τη δημοκρατική απονομιμοποίηση στις διαδικασίες λήψης των οικονομικών αποφάσεων (από τη δεκαετία του 2.000 και εντεύθεν ο καπιταλισμός δείχνει να πάσχει ως προς τη δημοκρατική νομιμοποίηση των επιλογών του, τόσο όσο έπασχε ο λεγόμενος «υπαρκτός σοσιαλισμός» κατά την κατάρρευσή του), και   

-Tην οργάνωση των νομισματικών λειτουργιών του (με την ανεξέλεγκτη εισβολή ιδιωτών στα τραπεζικά συστήματα, χωρίς στοιχειώδεις εγγυητικές διασφαλίσεις του δημόσιου χαρακτήρα της χρηματο-οικονομικής «πίστης»).

Εικάζω ότι η επίλυση των δομικών αιτιολογικών παραγόντων της σημερινής κρίσης, τους οποίους επιδεινώνει η πανδημία, θα έρθει με απελευθερωτικό και σχεδόν αυτόματο τρόπο, ρυθμίζοντας το σήμερα αντιλαμβανόμενο ως άνευ επιδεχόμενο λύση πρόβλημα συσσώρευσης δυσθεώρητου χρέους, δημόσιου και ιδιωτικού. Ήδη, η σημερινή εξέλιξη δανεισμού με αρνητικά επιτόκια, ακόμη και από χώρες με πρόδηλη αναξιοπιστία (όπως, για παράδειγμα, η Ελλάδα με δημόσιο χρέος πάνω από το 200% του ΑΕΠ) συνιστά μια έμπρακτη και εμβληματική μετακίνηση σε νέους κανόνες, τους οποίους και τα τραπεζικά συστήματα δεν μπορούν  να παραβλέψουν, όσον αφορά τις μελλοντικές επιλογές τους, τόσο σε επίπεδο δυνάμει πελατολογίου τους όσο και δανειακών επιτοκίων.

Την ίδια ώρα, με τις κεντρικές τράπεζες να διατηρούν και να επεκτείνουν τα ήδη εκτεταμένα προγράμματα αυξημένης ρευστότητας (που κάνουν τον μέχρι πρότινος πανίσχυρο και σε πλήρη εφαρμογή δομικό «σοϊμπλισμό» στους δημοσιονομικούς περιορισμούς να μοιάζει τόσο ξεπερασμένος και αντιπαραγωγικός), ουσιαστικά κόβεται αφειδώς πληθωριστικό χρήμα, ως κύριο μέσο αναπτυξιακής ανάταξης των δυτικών οικονομιών, με την παραδοσιακή κεϋνσιανική μέθοδο αύξησης της ζήτησης και τόνωσης του πληθωρισμού.

Παράλληλα, πληροφορίες που έρχονται δειλά στην επιφάνεια, αναφέρουν ότι στην ΕΕ ήδη εξετάζεται το ενδεχόμενο αναθεώρησης του πολύ πρόσφατου σχεδίου διάσωσης που έχει εγκρίνει η ΕΕ, για να εμπλουτιστεί με γενναιότερες επιδοτήσεις, ώστε να γίνει αποτελεσματικότερη η στήριξη της ευρωπαϊκής οικονομίας, στην προσπάθεια αντιμετώπισης των συνεπειών της πανδημίας. Αν το πολυδιαφημισμένο σχέδιο διάσωσης της ευρωπαϊκής οικονομίας, που ενέκρινε μόλις το περασμένο καλοκαίρι η ΕΕ, φαίνεται τόσο σύντομα ξεπερασμένο ώστε ήδη να κουβεντιάζεται η αναθεώρησή του, τότε είτε η πανδημία και οι συνέπειές της στην οικονομία είναι δραματικά χειρότερες από τις ως τώρα προβλεπόμενες, είτε η ως σήμερα σθεναρή πολιτική αντίσταση στις χαλαρές οικονομικές πολιτικές ενός νεο-κεϋνσιανικού μοντέλου έχει υποχωρήσει ουσιαστικά, είτε απλά συμβαίνουν ταυτόχρονα και τα δύο προηγούμενα, σε μια αδιανόητη μέχρι πριν λίγο επιτάχυνση των εξελίξεων στη διεθνή οικονομία.

Ταυτόχρονα, τα καλά νέα από την ήττα Τραμπ στις ΗΠΑ και τη διαφαινόμενη εγκατάλειψη του συντηρητικού αμερικανικού νεο-προστατευτισμού στο παγκόσμιο εμπόριο, εκ των πραγμάτων επιταχύνουν τις εξελίξεις.  

Όπως και να ‘ναι, ακόμη και μέχρι πρότινος σταθεροί υποστηρικτές της πολιτικής των δημοσιονομικών περιορισμών (ως δήθεν μέσου υπέρβασης της κρίσης του 2008, που σήμερα αποδεικνύεται παντελώς αποτυχημένο) ρέπουν πλέον ανοιχτά σε κοινωνικά δικαιότερες και πολύ πιο δημοκρατικά νομιμοποιημένες απόψεις οικονομικής πολιτικής. Με τελευταίο παράδειγμα τον Γερμανό σοσιαλδημοκράτη υπουργό Οικονομικών, Όλαφ Σολτς, αυριανό υποψήφιο καγκελάριο του SPD (το κόμμα που υποστήριξε μετά μανίας όλα αυτά τα χρόνια την περιοριστική οικονομική πολιτική του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε). Μόλις πριν λίγες μέρες ο κ. Σολτς διακήρυξε επίσημα τη θέση για σημαντική αύξηση στη φορολόγηση των πλουσιότερων, για την εξασφάλιση πόρων χρηματοδότησης της προσπάθειας ανάνηψης της οικονομίας.  

Όχι, δεν ήρθε η συντέλεια για την οικονομική πολιτική της ΕΕ της τελευταίας 25ετίας. Λογική εξέλιξη επιβιωτικής μετακίνησης σ’ ένα μικτό μοντέλο κρατικής οργάνωσης των οικονομιών είναι! Και όσοι κινηθούν ταχύτερα προς αυτό το νέο μοντέλο, τόσο από καλύτερους όρους θα δώσουν τη μάχη ανάνηψης των οικονομιών τους, αφού και όταν θα έχει τεθεί η πανδημία υπό έλεγχο. 

 

 

 

 

8 Νοε. 2020

ΗΠΑ: Ένα μικρό πρώτο βήμα

στη σωστή κατεύθυνση

Με την απομάκρυνση του πιο υποτιμητικού παρά ποτέ για την υπερδύναμη προέδρου από τον Λευκό Οίκο, αναμφίβολα έγινε ένα πολύ σημαντικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση για ολόκληρη τη δύση.

Τα ίχνη του κακού στην παγκόσμια σκηνή από την εκδίωξη του ακροδεξιού προέδρου από την ηγεσία παραμένουν πολλά και βαθύτατα και θα χρειαστεί πολύς χρόνος και κόπος για να αποκατασταθούν αυτονόητης κρισιμότητας για την ανθρωπότητα υποθέσεις στις πραγματικές διαστάσεις τους καθώς και στους αναπόδραστους στόχους υπηρέτησής τους. Από τον έλεγχο των πυρηνικών εξοπλισμών και την ελευθερία στο διεθνές εμπόριο και τις οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις, έως τον εσωτερικό εκδημοκρατισμό στις χώρες του δυτικού μοντέλου και την κλιματική αλλαγή, υπάρχει πολλή δουλειά να γίνει και ασφαλώς ο Τζο Μπάιντεν θα είναι πολύ απασχολημένος την επόμενη περίοδο. Κι όλ’ αυτά υπό το βάρος της πανδημίας, που δυστυχώς κατέστη το τραγικό αποδεικτικό στοιχείο της δομικής παρακμής, στην οποία οδηγήθηκε η χώρα τα τελευταία χρόνια.

Αν κανένας επιζητούσε μια κάποια αδρότερη προσδοκία από την εξ ορισμού υποκείμενη σε περιορισμούς αποτελεσματικότητας προεδρία Μπάιντεν, σε ό,τι αφορά την παγκόσμια σημασία της, θα τολμούσα να τη σκιαγραφήσω ως εξής: Στόχος είναι η όσο το δυνατό ταχύτερη επιστροφή των ΗΠΑ στις κατευθυντήριες γραμμές της προεδρίας Ομπάμα, σε δύο επίπεδα:

- την επανάληψη της βήμα-βήμα και αργά εξελικτικής (αλλά, πάντως υπαρκτής και επιβεβαιωμένης) πορείας περιορισμού του διεθνούς επεμβατισμού των ΗΠΑ, που ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 2.000 αλλά δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, και

- την αποφόρτιση του ακραία ανισόρροπου ταξικού μοντέλου στο εσωτερικό των ΗΠΑ, που επί Ομπάμα έκανε μερικά δειλά βήματα (π.χ. Obamacare) αλλά φυσικά σε καμιά περίπτωση δεν ανέτρεψε την εικόνα μιας κοινωνίας παράλογα οργανωμένης ως προς την κατανομή του πλούτου στο εσωτερικό της, με αποτέλεσμα ένα υποφώσκοντα διχασμό εκτόνωσης σε διάφορα επίπεδα, συχνά με αιματηρά αποτελέσματα.

(Σχετικά μ’ αυτό το δεύτερο επίπεδο μια επεξηγηματική παρατήρηση: Η εσωτερική κοινωνική δομή στις ΗΠΑ, έχει μεγάλη σημασία ως ζήτημα καίριου επηρεασμού  του παγκόσμιου κοινωνικού φαινομένου, απλά διότι η δυτική υπερδύναμη συνιστά εν τοις πράγμασι  μοντέλο για όλον τον κόσμο. Αν ο παγκόσμιος καπιταλισμός δεν αποκαταστήσει τάχιστα την εξισορρόπηση δομικά σε επιλογές κατανομής του πλούτου στοιχειώδους κοινωνικής δικαιοσύνης και εμμείνει στον καταστροφικό νεοφιλευθερισμό της τελευταίας 30ετίας, που παρήγαγε τους έσωθεν κλονισμούς του δυτικού δημοκρατικού μοντέλου, τότε οι τριγμοί θα ενταθούν με δυσοίωνα αποτελέσματα. Πιθανόν τότε -ο μη γένοιτο- να δούμε τον παραλογισμό μιας ανθρωπότητας που στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης θα ενοποιείται ολοένα και περισσότερο διεθνώς σε οικονομικές και παραγωγικές διαδικασίες, αλλά την ίδια ώρα θα διχάζεται ολοένα και περισσότερο στο εσωτερικό κάθε χώρας)

Παρέλκει εδώ να πω ότι το οικονoμικό DNA της μητρόπολης του καπιταλισμού άγει σε επιλογές αντιμετώπισης της σημερινής οικονομικής κρίσης με την προσφυγή στη μέθοδο της εκτεταμένης χρηματο-οικονομικής χαλάρωσης, για την ανάσχεση της ύφεσης μέσω τόνωσης της κατανάλωσης. Κι αυτό είναι ένα θετικό προηγούμενο, σε αντίστιξη με τις περιοριστικές επιλογές και τις δημοσιονομικές στενότητες του «σοϊμπλισμού» , στις οποίες δυστυχώς εμμένει η ευρωπαϊκή πολιτική συντήρηση ακόμη και σήμερα, παρά τον υφεσιακό εφιάλτη της πανδημίας.

Στο πλαίσιο των παραπάνω σκέψεων, πρέπει εδώ να λεχθεί ότι τον κοινωνικό διχασμό δεν τον εκόμισε δομικά ο απελθών αμερικανός πρόεδρος, ούτε είναι δικό του δημιούργημα αυτό το κακό, αλλά εκείνος είναι που επέτεινε το πρόβλημα (και με την πανδημία το έφτασε στα έσχατα όριά του), αξιοποιώντας την ταξική διάρθρωση που παρέλαβε από τους προηγούμενους. Και τούτο το στοιχείο είναι και ένας κρίσιμα επεξηγηματικός παράγων του ίδιου του παρακμιακού αμερικανικού υποδείγματος και αιτιολόγησης του γιατί φτάσαμε στο σημείο να εκλεγεί ένας πρόεδρος της «θεραπείας με κατάποση χλωρίνης»!

Αυτά ως εδώ και ως «αμεσότητες» με τις προκλήσεις που καλείται να χειριστεί ο Τζο Μπάιντεν.

Όμως, το μεγάλο στοίχημα για τον νέο αμερικανό πρόεδρο και κυρίως για τους δημοκρατικούς δεν είναι όλ’ αυτά. Είναι εάν θα αποτολμήσουν τις βαθιές αλλαγές πολιτικής συγκρότησης της παράταξής τους, ιδεολογικές και σε επίπεδο αρχών, ή εάν θα συνεχίσουν να ακολουθούν τον μοιραίο δρόμο ραγδαίας αποδυνάμωσης και βαθμιαίας απαξίωσης που έχει πάρει η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία τα τελευταία χρόνια. Δηλαδή μια πορεία (αν)αντιστοίχισης  ως προς την πολιτική τοποθέτηση που το δυτικό δημοκρατικό μοντέλο επιφυλάσσει  σ’ αυτόν τον «χώρο», ως εκφραστή των αξιών της κοινωνικής δικαιοσύνης, της ειρηνικής συνύπαρξης των λαών και του πολιτισμικού πλουραλισμού. Ένα πλαίσιο αξιών που η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, δυστυχώς, δείχνει να χάνει από τις επιλογές της όλο και περισσότερο όσο περνάει ο χρόνος, μετατρεπόμενη στον πιστότερο υπηρέτη ενός συστήματος, που ολοφάνερα κάνει κακό και είναι ανάγκη να εγκαταλειφθεί το συντομότερο. Και το παρελθόν Μπάιντεν δεν  κομίζει τις καλύτερες εντυπώσεις σχετικά μ’ αυτά.

Όπως στην Ευρώπη το άνοιγμα πρόσβασης της πολιτικής αριστεράς σε ευκαιρίες διακυβέρνησης είναι αυτήν την περίοδο ο φορέας της ελπίδας των πληθυσμών για έναν ειρηνικό και με ανθρώπινο πρόσωπο 21ο αιώνα, έτσι και στις ΗΠΑ οι δημοκρατικοί πρέπει να ανοίξουν τον δρόμο στις προοδευτικές πολιτικές και τη νέα γενιά που μπορεί να κάνει τη διαφορά. Και σ’ αυτό το επίπεδο οφείλει να συμβάλλει η προεδρία Μπάιντεν. Αν όχι, φοβάμαι ότι στη σειρά των προσεχών αμερικανικών εκλογών ολοένα και περισσότερο λιγότερη σημασία θα έχει ποιος από τους δύο υποψήφιους πρόεδρους θα εκλεγεί.