Μολυβάκι

19 Σεπ. 2021

Η παγκοσμιοποιημένη αμηχανία των Βρυξελλών

Οι κουρασμένες και καθυστερημένες ευρωπαϊκές αντιδράσεις ενόχλησης από τη συμφωνία AUKUS (Australia-United Kingdom-United States) για την περιοχή του Ινδικού Ωκεανού και του Ειρηνικού Ωκεανού, επιβεβαιώνουν αυτό που από καιρό πολλοί υποστηρίζουμε: ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εδώ και 20 χρόνια (δηλαδή περίπου από την απόφαση προαγωγής του ενοποιητικού προτάγματός της με όχημα αποκλειστικά το ενιαίο νόμισμα και εντεύθεν), έχει χάσει έδαφος στις παγκόσμιες εξελίξεις. Έδαφος που δύσκολα πια θα αναπληρωθεί κατά τις επόμενες δεκαετίες.

Περισσότερο ενδεικτική στιγμή αυτης της έκδηλης ανημπόριας, ως της επίσημης αντίδρασης της ΕΕ, η ρητή ομολογία του προφανέστατα ανεπαρκούς Μπορέλ: «Δεν είχαμε (ως ΕΕ) ενημερωθεί για την τριμερή συμφωνία AUKUS»! Δήλωση, που σε κάθε περίπτωση δείχει ότι στις Βρυξέλλες αντιλαμβάνονται την παγκοσμιότητα των παραμέτρων που διαμορφώνουν το διεθνές σκηνικό ως άθροισμα μιας σειράς από γινάτια και όχι ως απόρροια μιας ρεαλιστικής αποτύπωσης των ισχυόντων συσχετισμών δύναμης. Ο κ. Μπορέλ, επιφανέστατος εκπρόσωπος μιας ευρωπαϊκής νομενκλατούρας μοιραίων μετριοτήτων, ασφαλώς δεν κατανοεί καν ότι δουλειά του δεν είναι να μας ανακοινώνει το αυτονόητο και αυτό που όλοι ξέρουμε (δηλαδή ότι η ΕΕ μένει πίσω στις παγκόσμιες εξελίξεις), αλλά, αντίθετα, δουλειά του είναι να μας δώσει εξηγήσεις γιατί συμβαίνει αυτό…

Παράλληλα, η μόνη παγκοσμίως υπολογίσιμη χώρα στην ΕΕ, δηλαδή η Γαλλία, προχωρώντας αυτόνομα σε σειρά σημαντικών κινήσεων αντίδρασης στην AUKUS (με σημαντικότερη την προειδοποίηση του Παρισιού προς ΗΠΑ και Βρετανία ότι η αγνόηση της γαλλικής δύναμης στον Ειρηνικό και τον Ινδικό θα έχει συνέπειες στη συνοχή του ΝΑΤΟ), επιβεβαιώνει πλήρως αυτό που ήδη εντόπισα: Η ΕΕ ως γεωπολιτική ολότητα και διεθνής οντότητα δεν μπορεί να θεωρείται σοβαρός παγκόσμιος «παίκτης».

Την ώρα που ο κόσμος αλλάζει δραματικά η εξωτερική πολιτική των Βρυξελλών εξαντλείται σε τεταρτεύουσας σημασίας διεθνείς υποθέσεις: τη Λευκορωσία και τον Ναβάλνι. Για τις οποίες, βεβαίως, καλώς αντιδρά έντονα η ΕΕ, αλλά πόρρω απέχουν του θεωρηθούν σοβαρές παρεμβάσεις στην παγκόσμια σκηνή. Αντίθετα, οι ευρωπαϊκές κινήσεις στο μόνο θέμα που συνιστά υπόθεση παγκόσμιου ενδιαφέροντος στην εγγύς περιοχή, δηλαδή τη νοτιανατολική Μεσόγειο, παραμένουν δέσμιες του φόβου της Τουρκίας λόγω του προσφυγικού-μεταναστευτικού και του ξεπερασμένου φιλοτουρκισμού του Βερολίνου, και μάλιστα σε βάρος του πιστότερου εταίρου της ΕΕ, της Ελλάδας, χώρας-μέλους και δη και υπό συνθήκες νεοεξαρτησιακής πρόσδεσης.

Παράλληλα, επίσης, η προεκλογική ατζέντα στη Γερμανία, ηγέτιδα δύναμη της ΕΕ, επισφραγίζει ακριβώς την πρόσδεση του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος σε μια παρακμιακή οπτική για το μέλλον: τα κόμματα στο γερμανικό πολιτικό σκηνικό προεκλογικά συνεχίζουν μονότονα να διασταυρώνουν τα ξίφη τους για την παράταση της περιοριστικής δημοσιονομικής πολιτικής, ή όχι, και το προσφυγικό-μεταναστευτικό, μακριά από οποιαδήποτε σοβαρή αναφορά σε μια ενδιαφέρουσα και βιώσιμη διεθνή στρατηγική. Κάτι φληναφήματα του Σολτς για μια νέα «οστπολιτίκ», φυσικά θα προκαλούσαν τα μειδιάματα του Βίλι Μπραντ! Πώς να διαμορφωθεί σε τέτοιες συνθήκες σύγχρονη διεθνής στρατηγική της ΕΕ, με τη Γερμανία επίμονο βαρίδι και με εμμονές επί της ακολουθητέας ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής;

Τέλος, επί πλέον προς επίρρωση της ανεπάρκειας της ΕΕ, το γεγονός ότι το «μαύρο πρόβατο» της υπόθεσης, η Βρετανία, αποδεικνύεται ισχυρότερος διεθνής παράγων από τις Βρυξέλλες. Τις Βρυξέλλες, οι οποίες για το Brexit εξάντλησαν τη διαπραγματευτική δεινότητα των στελεχών τους σε τιμωρητικές διαβουλεύσεις σχετικά με τους δασμούς και τις τελωνειακές διελεύσεις στη Β. Ιρλανδία και τη Σκωτία, παραβλέποντας τις βαρύτατες για την Ευρώπη γεωπολιτικές συνέπειες της αποχώρησης των βρετανών και αποφεύγοντας κάθε διάλογο σχετικά μ’ αυτή τη μείζονα υπόθεση. Διερωτώμαι: Στη διαπραγμάτευση για το Brexit δεν κρίθηκε από τους εκπροσώπους των Βρυξελλών άξια λόγου η επιζήτηση μιας συμφωνίας ΕΕ-Βρετανίας σε επίπεδο γεωπολιτικής και στρατιωτικής συνεργασίας; Η αγνόηση μιας πυρηνικής δύναμης και με αντικειμενικά παγκόσμιο ρόλο -λόγω της αποστωμένης πλην ακόμη υπαρκτής βρετανικής κοινοπολιτείας, είναι ένδειξη της ισχύος της ΕΕ, ή μήπως απόδειξη της ένδειάς της ακόμη και να καταγράψει τις παγκόσμιες εξελίξεις -πολλώ μάλλον να τις παρακολουθήσει; Διερωτώμαι ακόμη: Δεν είχε η ΕΕ τη ισχύ να ζητήσει και να λάβει τη δέσμευση του Λονδίνου ότι σε περιπτώσεις κινήσεων με ολοφάνερα παγκόσμιες συνέπειες θα παρέχεται αλληλοενημέρωση, ώστε τουλαχιστον ο κ. Μπορέλ να μην έμενε σαν το κακομαθημένο παιδί που κανένας δεν του δίνει σημασία;   

Σε τέτοιες συνθήκες το «επανδρυτικό» αίτημα για την ΕΕ είναι το απόλυτο πρόταγμα για την επόμενη περίοδο. Είναι φανερό ότι η ΕΕ έχει εξαντλήσει κάθε δυναμική που θα μπορούσε να προσδώσει στον ενοποιητικό σκοπό το ενιαίο νόμισμα. Χωρίς αμφιβολία, η ενωμένη Ευρώπη χρειάζεται ως γεωπολιτικό οξυγόνο ένα «ντεκαβάζ» στη στρατηγική της. Εκταμιεύοντας ό,τι θετικό πρόσφερε το ευρώ και βουτώντας στα βαθιά μιας διεργασίας ουσιαστικής πολιτικής ενοποίησης. Τόσο στα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, όσο και στα ζητήματα δημοκρατίας (και μακριά από τις ανοησίες φον ντερ Λάιεν-Σχοινά περί "ευρωπαϊκού τρόπου ζωής"). Θα χρειαστούν ίσως 2-3 δεκαετίες για να το πετύχει, αλλά χωρίς αυτό η παρακμή θα επιβεβαιωθεί.

Δεν είμαι αισιόδοξος ότι θα το κάνουν, αλλά είμαι αναγκασμένος να το εντοπίσω ως αναγκαιότητα του κοινού μέλλοντός μας…   

 

 

 

 

12 Σεπ. 2021

Tι αφήνει πίσω της η Άγγελα Μέρκελ 

Όποιος κι αν εκλεγεί καγκελάριος στη Γερμανία, παραλαμβάνει μια μεγάλη χώρα σε κρίσιμη στιγμή, τόσο λόγω των συνεπειών της πανδημίας, όσο και λόγω της ολοφάνερης κρίσης στρατηγικής που διαπερνάει το σύνολο των πολιτικών οργανισμών της ευρωπαϊκής χώρας.

Φυσικά το φαινόμενο ισχυρών χωρών και κοινωνιών σε στρατηγικό αδιέξοδο, δεν είναι μοναδικό στον πλανήτη. Σχεδόν το σύνολο των χωρών της G7 (δηλαδή της οικονομικής ηγεσίας του πλανήτη και με πεδίο αναφοράς τη λεγόμενη «Δύση» και τις αξίες της, βρίσκεται σε περιδίνηση. Και όχι μόνο οικονομική, αλλά θεσμικά πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική. (Μόνη ίσως εξαίρεση η Βρετανία, αλλά περισσότεριο για λόγους αφηγηματικής παρουσίασης της συγκυρίας του Brexit από τη σημερινή ηγεσία της, δείχνει να έχει σχετικά συγκεκριμένο σχέδιο για το μέλλον της: την αναπροσαρμογή της σε πορεία αυτονόμησης από την ΕΕ, δηλαδή ένα ζήτημα μικρής θέασης προς το μέλλον).  

Στον αντίποδα, χώρες εκτός του γενικού πλαισίου αποδοχής του δυτικού μοντέλου, όπως η Κίνα, η Ρωσία και η Ινδία, είτε λόγω της ασφυκτικής κοινωνικής ανάγκης στο εσωτερικό τους και για να «ανακαλύψουν» λύσεις στήριξης των πολιτών τους (δόκιμες ή καινοφανείς, δημοκρατικές ή υπό περιορισμούς, αυτή δεν είναι μια κουβέντα της αρμοδιότητας και των προθέσεων του παρόντος κειμένου -και άλλωστε η ίδια η εξέλιξη θα δείξει τα τελικά αποτελέσματα σε μερικές δεκαετίες) φαίνονται πιο σίγουρες για τις μεσοπρόθεσμες επιδιώξεις τους.                 

Σ’ αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινάει και ολοκληρώνεται η συζήτηση σχετικά με την ιστορικού βάθους προσπάθεια αξιολόγησης της απερχόμενης καγκελαρίου. Συνέβαλε στην προσπάθεια για την αναγκαία ανανέωση των αρχών και των αξιών του δυτικού μοντέλου, ή όχι; Εκεί νομίζω πως θα κριθεί από τους ιστορικούς η Άγγελα Μέρκελ! Και όχι, βέβαια, από το εάν αύξησε υπέρ της χώρας της το πλεόνασμα στο πλαίσιο της ευρωζώνης, ιδίως εάν για να το πετύχει αυτό, διεύρυνε -όπως αποδεκικνυεται εκ του αποτελέσματος- το χάσμα με τις άλλες χώρες της ΕΕ. Τέτοια θεώρηση, δυστυχώς κυρίαρχη όλη την περίοδο της κρίσης του 2010-‘20 και παρ’ ημίν, συνιστά αυταπαραίτηση από την ίδια την συζήτηση σχετικά με την αξιολόγηση της κυρίας Μέρκελ, σε ό,τι αφορά του ευρύτερους πλανητικούς ρόλους που φαντασιώνονται οι γερμανοί και οι ηγεσίες τους.

Η Άγγελα Μέρκελ ήρθε σε μια στιγμή που η νεοφιλελεύθερη απάτη άρχισε να δείχνει πόσο προβληματική είναι, ως νέο μοντέλο για τις δυτικές κοινωνίες, όπως αρχικά και εκ προσθέσεως και πριν από δεκαετίες σερβιρίστηκε στους πολίτες του δυτικού ημισφαιρίου. Έχει ιδιαίτερη θαρρώ σημασία ότι η Άγγελα Μέρκελ ήρθε εκτοπίζοντας και την πολιτική απάτη της λεγόμενης «σοσιαλδημοκρατίας» των Μπλερ, Σρέντερ, Πρόντι, Σημίτη και των άλλων παιδιών, που στην Ευρώπη έκαναν τη «βρώμικη δουλειά» να προσφέρουν προκάλυψη στην πολιτική συντήρηση να επιτείνει τα θεσμικά, ταξικά και πολιτισμικά αδιάξοδα του δυτικού μοντέλου, με δήθεν πολιτικά προοδευτικό μανδύα. Η Μέρκελ, λοιπόν, ήρθε ως η ορίτζιναλ εκπρόσωπος της ευρωπαϊκής δεξιάς, με τον ολοφάνερο στόχο να αποτρέψει την κρίση που από τότε έστελνε τα σημάδια της. Και απέτυχε παταγωδώς στον σκοπό της!

Υπογραμμίζω ότι η ανθρωπότητα προσέβλεπε -αν και ανομολόγητα- σε μια αναγέννηση των δυτικών αξιών με επίκεντρο την Ευρώπη και με άξονα ένα νέο γερμανικό ρόλο αποσυνδεδεμένο από τους περιορισμούς, τις μνήμες και τα βάρη του του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της μεταπολεμικής περιόδου. Μετά την αποκάλυψη της «σοσιαλδημοκρατικής» φαινάκης της δεκαετίας του 1990, η ελπίδα ότι στην Ευρώπη, πρώτη μητέρα του δυτικού μοντέλου, θα αναβαπτιζόταν βιώσιμα το σύστημα και με την ως τότε «υπό παρακολούθηση» Γερμανία να έχει τον πρώτο λόγο σ’ αυτή την προσπάθεια (και με τη Γαλλία, που ως τότε εκείνη προσέφερε νέα δυναμική στην ευρωπαϊκή προοπτική, να αποδεικνύεται αδύναμη να το επαναλάβει) έδωσε σημαντικό χρόνο και μεγάλες ευκαιρίεςστον διεθνή καπιταλισμό. Αλλά η σημερινή κατάληξη είναι γνωστή...         

Μιάμισι δεκαετία μετά την πρώτη εκλογή της η Άγγελα Μέρκελ παραδίδει τους ευρωπαϊκούς πολτικούς θεσμούς τραυματισμένους από τις επιρροές της ακροδεξιάς αντιδημοκρατικής οπτικής, καθώς και από την αντιμεταναστευτική και αντιπροσφυγική δυναμική, που έχει εμφυσηθεί από την ευρωπαϊκή συντήρηση στις κοινωνίες της ηπείρου. Αφήνει  μια Ευρώπη, που παρά τις «ευκαιρίες» της «αραβικής άνοιξης» και του τέλους του αμερικανόπνευστου «πολέμου κατά της τρομοκρατίας», βλέπει τον διεθνή λόγο της να συρρικνώνεται, αντί να ενισχύεται (συνεκτιμωμένου και του Brexit). Κληροδοτεί τις επόμενες γενιές με μια σχεδόν μόνιμη οικονομική κρίση, υπό το πρόσθετο βάρος της επιδεινούμενης ανασφάλειας και των πολιτικών κινδύνων που αναδύονται απ’ αυτή την ολοένα και δυσμενέστερη για τους αδύναμους ήδη ακραία άδικη κατανομή του πλούτου. Μας προικοδοτεί, τέλος μ’ ένα  χαίνον παραγωγικό αδιέξοδο για ολόκληρη την Ευρώπη, αφού όσο περνάει ο καιρός αποκλίνουν οι προτεραιότητες ανάμεσα στις χώρες-μέλη της ΕΕ, σχετικά με την ένταξη καθε μίας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας.

Αυτή δεν είναι παρακαταθήκη μεγάλης ηγεσίας!

Οφείλω να της αναγνωρίσω τις δύο μεγάλες προσπάθειες που έκανε τα τελευταία χρόνια να αλλάξει την από νωρίτερα διαφαινόμενη ως εξαιρετικά πιθανή αποτυχία της.                    

1. Την προσπάθειά της να μεταβάλλει την αντιμεταναστευτική και αντιπροσφυγική πολιτική στην οποία τελικά έχει καταλήξει σήμερα η ΕΕ. Το έκανε με την υψηλής πολιτικής αναγνώρισης επίγνωση ότι η είσοδος νέων πληθυσμών στις γερασμένες ευρωπαϊκές κοινωνίες θα ωφελούσε. Και τούτο, επειδή η ιστορική εμπειρία έχει δείξει ότι ο οικονομικός ισολογισμός της μετανάστευσης διευρύνει σημαντικά την παραγωγικότητα μιας κοινωνίας, η οποία στο τέλος του λογαριασμού αντί να διανέμει ως εισόδημα το παραγόμενο ΑΕΠ σε περισσότερους (δηλαδή αντί να συνεπάγεται λίγοτερο εισόδημα για τους πολίτες) διευρύνει θεαματικά την παραγωγικότητα και τελικά το μέσο εισόδημα των πολιτών αυξάνεται.

2. Την απόπειρα να διακόψει -ή τουλάχιστον να περιορίσει- τις μνημονιακής έμπνευσης περιοριστικές οικονομικές πολιτικές την περίοδο της κρίσης του 2010, με επίκεντρο την περίπτωση του ελληνικού πτωχευτικού φαινομένου.  

Και στα δύο αυτά σημεία, όμως, η Μερκελ μετά από μια περίοδο σύντομης ταλάντευσης ως προς τις αποφάσεις της, τελικά επέλεξε να είναι μια γερμανίδα πολιτικός, και όχι μια ευρωπαϊκή ηγετική προσωπικότητα. Υπέκυψε μάλλον εύκολα στις εσωτερικών γερμανικών προτεραιοτήτων απαιτήσεις των Σόιμπλε και Ζεεχόφερ. Με μόνο σκοπό να κερδίσει ξανά τις προηγούμενες εκλογές το CDU-CSU.

Το αποτέλεσμα που έχει προκύψει από αυτές τις επιλογές της Άγγελα Μέρκελ δεν την δικαιώνει! «Πούλησε πολύ φθηνά το πολιτικό τομάρι της», για μια τελευταία περίοδο στην καγκελαρία, ιδιαίτερα αναποτελεσματική και άχαρη, παρά τη στήριξη του SPD στη δεξιά πολιτική της.

Η Μέρκελ θα μείνει στην ιστορία, εικάζω, ως η πολιτικός των μεγάλων χαμένων ευκαιριών και όχι των μεγάλων αποφάσεων. 

 

 

 

 

7 Σεπ. 2021

Ο Τσίπρας και ο ρόλος του

Λίγες μόλις εβδομάδες μετά την ορκωμοσία του Κυριάκου Μητσοτάκη ως πρωθυπουργού, σε μια συνάντηση, στην οποία παρών ήταν και ένας «δικός μου άνθρωπος», διεμήνυσα στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ την άποψη ότι ο Αλέξης Τσίπρας σκόπιμο θα ήταν να επιζητήσει προσωπικά για την επόμενη περίοδο την οικοδόμηση ενός προφίλ που θα ταίριαζε σε μια προσωπικότητα με διεθνές κύρος, αντί να ρίξει το βάρος στην εσωκομματική υπόθεση του συνεδρίου ανασυγκρότησης του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που τότε μόλις εδρομολογείτο και με μεγάλες φιλοδοξίες.

Το μήνυμα αυτό εστάλη μέσω προσώπου, πολιτικού στελέχους του στενού περιβάλλοντος Τσίπρα, το οποίο αργότερα για μια σειρά λόγους που δεν είναι της παρούσης έπεσε σε δυσμένεια. Τότε, όμως, το πρόσωπο αυτό είχε μεγάλη επιρροή και όπως διαπίστωσα λίγο αργότερα διεκόμισε με συνέπεια και προσοχή αυτή την πρότασή μου προς τον Αλέξη Τσίπρα.

Φυσικά, δεν γνωρίζω εάν η πρόταση αυτή έφτασε στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης ως εισήγηση του προσώπου που την μετέφερε. Και δεν με ενδιέφερε άλλωστε αυτό. Γνωρίζω, όμως, ότι πρόταση αυτή δεν υιοθετήθηκε (όπως κατενόησα εξ ιδίων στη συνέχεια από τις εξελίξεις που ακολούθησαν) και ο Αλέξης Τσίπρας βούτηξε βαθιά στα νερά της προσυνεδριακής διαδικασίας. Όπως επίσης γνωρίζω ότι εκείνη η επιλογή Τσίπρα έχει αποδειχτεί λάθος και τον μετέτρεψε από πολιτικό πρόσωπο πρώτης γραμμής που παράγει πρωτογενώς και με αμεσότητα πολιτική για τη χώρα και τους πολίτες, σε εσωτερικό παράγοντα -έστω αρχηγικού βεληνεκούς- ενός κόμματος στην αντιπολίτευση -έστω στην αξιωματική αντιπολίτευση.    

Βεβαίως, η πανδημία τότε δεν είχε ακόμη ξεσπάσει και δεν υποτιμώ τη σημασία του γεγονότος ότι εάν ο κορονοϊός δεν είχε ενσκήψει ίσως αποδεικνυόταν καλή επιλογή η ενασχόληση Τσίπρα με τα εσωκομματικά του συνεδρίου, απ’ όσο η επιλογή για το χτίσιμο του διεθνούς κύρους του (…αν και δεν πιστεύω και πολύ σ’ αυτή τη θέση, ανεξαρτήτως πανδημίας, τουλάχιστον αν μιλάμε για τη μεσοπρόθεσμη παρουσία του σε ηγετικά πολιτικά πόστα στην Ελλάδα).    

Όπως και να ‘ναι, σήμερα η εντυπωσιακή απαξίωση της πρωθυπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη (την οποία και προέβλεπα ως φυσική συνέπεια της ολοφάνερης σε μένα ακαταλληλότητάς του για σοβαρά πράγματα –υπουργός, ονόματος ένεκεν και μόνο, και πολύ του πήγαινε), δημιουργεί νέα δεδομένα. Ο Τσίπρας χωρίς την προστιθέμενη αξία μιας διεθνούς προσωπικότητας, δηλαδή, καλείται να διαδραματίσει τον εκ της θέσης του θεσμικό ρόλο ως αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, μ’ άλλα λόγια να επέχει θέση προσώπου-εναλλακτικής λύσης για την ηγεσία της χώρας, αντί του απαξιωμένου πρωθυπουργού!

Το κάνει;

Το προσπαθεί μετά βεβαιότητος! Φοβούμαι πως με ανάλογη βεβαιότητα δεν το επιτυγχάνει στον βαθμό που θα μπορούσαν να το κάνουν οι προσωπικές ηγετικές του ιδιότητες.

Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω αν το επιτελείο Τσίπρα κατανοεί ότι η επικοινωνιακή σημασία του «προσώπου-εναλλακτικής λύσης για την ηγεσία της χώρας», δηλαδή του Τσίπρα, αφορά σε λεκτική, θέσεις, ακόμη και στο body language μιας άλλης οπτικής στα προβλήματα της χώρας και των πολιτών της. Για το κόμμα, είμαι σίγουρος πως αυτό δεν είναι κατανοητό. Γι’ αυτό άλλωστε, με τα προβλήματα της Ελλάδας χαίνοντα και σε πορεία αέναης επιδείνωσής τους λόγω του νεο-μητσοτακισμού, τα κομματικά στελέχη αντί να εκφέρουν ουσιώδη δημόσιο λόγο «άλλης πολιτικής», εξαντλούνται σε σκιαμαχίες σχετικά με την εσωκομματική νομιμοποίηση των προγραμματικών θέσεων του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ διά του αναβληθέντος ένεκα της πανδημίας συνεδρίου. Αδυνατώντας να καταγράψουν ότι αυτή είναι μια προβληματική απολύτως εκτός των αναγκών της συγκυρίας και τελείως έξω από τις λύσεις που θα ανέμενε από μια εναλλακτική πολιτική ο λαός, που στην κυριολεξία υποφέρει σε πολλά επίπεδα. Από την αβίωτη καθημερινότητά του (δηλαδή, τη θέαση σε μια επόμενη μέρα χειρότερη από την αποφράδα που έφυγε), έως την ολοσχερή αυτοπαραίτηση ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας από κάθε ουσιαστική συζήτηση περί μέλλοντος. Και χώρες που βολεύονται -είτε λόγω μιας μοιρολατρικής σχέσης με το μέλλον τους τηρώντας στάση αναμονής, είτε λόγω ένδειας ηγεσίας με ρόλο καταλύτη για την πρόσληψη της συλλογικής υπόστασής ενός πληθυσμού- είναι μοιραίο να μείνουν πίσω και να τεθούν σε τροχιά παρακμής, ιδίως αν ολόκληρος ο κόσμος εκείνη την ώρα αλλάζει ραγδαία.        

Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο Αλέξης Τσίπρας είναι ώρα να αναλάβει τις προσωπικές ευθύνες του και να μην το αναβάλλει περισσότερο. Το οφείλει στους πολίτες!

Μ’ άλλα λόγια, ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης χωρίς την προικοδότηση από ένα διεθνές κύρος που απέφυγε να οικοδομήσει όταν το μπορούσε, είναι αναγκασμένος σήμερα να δρομολογήσει συγκεκριμένες  διεργασίες και κινήσεις από την κορυφή ως τα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας, για την απομάκρυνση του ακραία καταστροφικού Κυριάκου Μητσοτάκη από την ηγεσία της χώρας, και την αντικατάστασή του από το μόνο πολιτικό πρόσωπο που θα μπορούσε «να κάνει τη δουλειά»: Τον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα!

Στοιχειώδης επαφή με την ελληνική ιστορική πολιτική εμπειρία άγει με ασφάλεια στη διαπίστωση ότι αυτό το χρέος του Τσίπρα δεν αφορά σε καμιά περίπτωση σ’ ένα κόμμα σαν τον σημερινό ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αλλά σε μια παράταξη με ριζοσπαστικό χαρακτήρα μαζικού κινήματος βάσης, ως μόνου πολιτικού οργανισμού εν προκειμένω που θα μπορούσε να εγγυηθεί τις ανατροπές που χρειαζόμαστε, είτε ως προϋποθέσεις συλλογικής επιβίωσής μας, είτε ως απαράβατους όρους για να είναι δυνατή η εκκίνηση του διαλόγου περί ελληνικού μέλλοντος. Ανάλογη γνώση των ιστορικών πραγμάτων οδηγεί στη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι όταν τέτοια αναγκαία μαζική παράταξη πολιτικής ανατροπής ελλείπει, όπως συμβαίνει στην Ελλάδα σήμερα, το μόνο που μπορεί να την υποκαταστήσει είναι ένας ηγέτης βεληνεκούς! Κι εδώ ακριβώς προκύπτει η αυξημένη ευθύνη του Αλέξη Τσίπρα.                                      

Φυσικά, κανένας πολιτικός ηγέτης δεν έχει εξασφαλισμένη εκ των προτέρων την επιτυχία και την πραγμάτωση των συλλογικών προσδοκιών που αφορούν στο πρόσωπό του. Ούτε και ο Τσίπρας! Η δικαίωση από την ιστορία είναι πολύ συνθετότερη υπόθεση και πολύ πιο ουσιώδης διεργασία, από ένα επικοινωνιακό σχέδιο κάποιου επιτελείου, όπως σήμερα της νεο-μητσοτακικής ομάδας.

Για να μπορέσει, δηλαδή, ο Τσίπρας να παίξει τον ρόλο που αντιστοιχεί στις προσδοκίες που αφορούν στο πρόσωπό του και στον θεσμικό  ρόλο που διαδραματίζει, χρειάζεται να συμβούν δύο πράγματα:

1. Να θέσει και να διεκδικήσει ο ίδιος ευθέως και αμέσως το προσωπικό διακύβευμα που αναλαμβάνει, με επίδικο στόχο να αλλάξει όσο το δυνατό πιο γρήγορα το προδιαγεγραμμένο ως θλιβερό μέλλον της Ελλάδας υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αντί να αρκεστεί (όπως κάνει σήμερα) στην εν εξελίξει προϊούσα φθορά μιας ανίκανης, νεποτικής και τελικά επικίνδυνης διακυβέρνησης. Εν συντομία, να εγκαταλείψει αμέσως ο Αλέξης Τσίπρας τη σημερινή πολιτική του προτίμηση, σε μια αντιπολιτευόμενη στάση αναμονής, που άλλως πως ονομάζουμε «πολιτική του ώριμου φρούτου». (Άλλωστε, πολιτική «ώριμου φρούτου» δεν αφορά παρά σε εναλλαγές προσώπων και μηχανισμών εντός του κρατούντος συστήματος εξουσίας και ποτέ σε ανατροπή του ίδιου του συστήματος).          

2. Να ηγηθεί απ’ ευθείας (ανεξαίρετο χαρακτηριστικό οποιουδήποτε ηγέτη σημαντικού διαμετρήματος) του κινήματος των πολιτών, που ως σήμερα παραμένει δέσμιο του κομματικού συστήματος, του οποίου μέρος έχει καταστεί και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.      

Για να συμβούν τα δύο προηγούμενα, ο Αλέξης Τσίπρας θα πρέπει να σταματήσει να διαπραγματεύεται με το ίδιο κόμμα του, δηλαδή με το απαράτους στελεχών που σήμερα χειρίζονται την κομματική ρουτίνα για δικό τους όφελος και για τα δικά τους μικρά συμφέροντα διαφύλαξης, εμπέδωσης και  διεύρυνσης των εξουσιών και προνομίων τους.

Αν παρατηρήσει κανένας τα πρωτογενή πολιτικά χαρακτηριστικά της υπόθεσης που περιγράφω, θα ανακαλύψει συγκλονιστικές ομοιότητες με τις ανάγκες της εποχής της μεταπολίτευσης και την προσωπικότητα του Ανδρέα Παπανδρέου.

Θα επιχειρήσει αυτό το οφειλόμενο σ’ όλους μας άλμα πολιτικής του ωρίμανσης ο Αλέξης Τσίπρας; Κι αν το επιχειρήσει θα τα καταφέρει;

Δεν το γνωρίζω! Άλλωστε, όπως σημείωσα προηγουμένως, προκαταβολικά κανένας πολιτικός ηγέτης δεν μπορεί να ξέρει την έκβαση της προσωπικής του αναμέτρησης με την ιστορία.

Αυτό, όμως, που γνωρίζω με βεβαιότητα, είναι ότι αν δεν διεκδικήσει ο Τσίπρας ό,τι αναλογεί στο πρόσωπό του και τις προσδοκίες που αφορούν σ’ αυτόν, τότε ποτέ δεν θα επιχειρηθεί το άλμα αυτό.

Ο Αλέξης Τσίπρας, λοιπόν, δεν έχει παρά να διαλέξει ανάμεσα σε 2 επιλογές: Να δοκιμάσει τις δυνάμεις του στην αναμέτρηση με την ιστορία, ή να γίνει (εκών-άκων) ένα πιόνι αναπαραγωγής του πολιτικού συστήματος που θα μπορούσε να δοκιμάσει να ανατρέψει, αλλά ...δεν το αποπειράθηκε ποτέ.  

 

 

 

 

3 Σεπ. 2021

Μετά τον Μίκη...

Έτρεφα τη -φρούδα, όπως αποδείχτηκε- ελπίδα ότι ο θάνατος του Μίκη θα έμενε στο ίδιο το γεγονός της απώλειας. Όπως αρμόζει σε πρόσωπα που το έργο τους έχει νικήσει τον ανθρώπινο χρόνο. Όμως η απώλεια, από μόνη της ένα ακραίου συμβολισμού γεγονός τέλους εποχής, λόγω του κενού που προκύπτει και δεν επιδέχεται αναπλήρωση, κατέπεσε και σε τερέν πολιτικής αντιπαράθεσης.  

Παρ ό,τι, όπως είπα, δεν το ανέμενα, -ίσως δεν το ευχόμουν, περισσότερο- η πολιτική συζήτηση για τον ύστατο αναχωρητή αυτής της γενιάς δεν με εξέπληξε. Κάπου εκεί, δηλαδή, ανάμεσα στον θυμό της πεζότητας που προσδίδει η ρέουσα πολιτική σε κατ’ εξοχήν υποθέσεις πνεύματος, και στην απορία του «γιατί όλ’ αυτά, όταν υπάρχουν τόσα πολλά σημαντικότερα και μεγαλύτερα εδώ», με υπομονή παρακολούθησα την αντιπαράθεση.

- Οργιζόμουν με αναφορές αμετροεπείς από αναρμοδίους (και η αναρμοδιότητα εδώ κατέστη τεκμαρτή στο πεδίο της αισθητικής ταυτότητας των αμετροεπών).

- Χαμογελούσα ειρωνικά για ανιστόρητους παραλληλισμούς εποχών ξενων ανάμεσά τους.

- Απαντούσα, μονολογώντας φυσικά, σε ανοίκειες τιμές που επιδαψίλευσαν ξένοι με το έργο του εκλιπόντος.

- Απέστρεφα το βλέμμα και τον νου από τις αυταπόδεικτα ανόητες περιγραφές ζώντων, στην ουσία άσχετων με τον Μίκη και με μόνο τελικο ανoμολόγητο σκοπό να γίνουν «κάτι μεγαλύτερο, απ’ ό,τι στην πραγματικότητα είναι» οι περιγράφοντες. (Τό ‘πε και η Λασκαρίνα!...).

...και έξαφνα, κατάλαβα τί συνέβαινε και ησύχασα!

Δεν ήταν μια μεταθανάτια ασέβεια αυτή η δημόσια συζητηση. Η σε αμπαλάζ και περιεχόμενο επιπέδου σούπερ μάρκετ δημόσια συζήτηση στα κοινωνικά δίκτυα για το ζήτημα, δεν είναι που θίγει την απώλεια. Απώλεια, που για όσους βίωσαν «στα περβόλια μεσ’ στους ανθισμένους κήπους, αν σε πάρω χάρε στο κρασί» όλη την ιστορία δεκαετιών μέσα σε 2,5 λεπτά της ώρας, είναι μια ρωγμή ανακοπής της εξέλιξης και «παγώματος» σ’ένα ανθρώπινο έργο που ποτέ δεν πρέπει (ή δεν μπορεί) να αλλάξει.           

Κανονικά, λοιπόν, γίνεται αυτή συζήτηση. Τέτοιος δημόσιος διάλογος αρμόζει στην περίσταση αυτού του χαμού. Και στο πρόσωπο που εξέλιπε, αυτό ακριβώς προσήκει.

Γιατί όλοι μας φαίνεται να μην έχουμε καταλάβει ότι ο Μίκης δεν έκανε πολιτική με τη μουσική του. Αντίθετα! Με την πολιτική δημιουργούσε μουσική.   

Τώρα, λοιπόν, που έφυγε, όπου κι αν έχει πάει πια, θα τρίβει τα χέρια του, θα απολαμβάνει και θα αισθάνεται ως δικαίωσή του να κουβεντιάζουμε πολιτικά για εκείνον.     

Αυτή την υπέροχη παγίδα μας έστησε ο Μίκης και πέσαμε μέσα ομοθύμως σ’ αυτήν όλοι. Αυτό δα έλειπε, να αποχωρεί από τα μάταια εγκόσμια ο Μίκης Θεοδωράκης και η συζήτηση να μην είναι πολιτική.

 

 

 

 

27 Αυγ. 2021

...Μια ακομη κακή χρόνια...

Άσχημα τελειώνει το καλοκαίρι και χειρότερα ξεκινάει η νέα πολιτική σεζόν, με τη Βουλή νωρίς-νωρίς να βιώνει όλο και χειρότερες και όλο και πιο κάτω ως προς την ποιότητα του δημόσιου βίου μας στιγμές, διά πρωθυπουργικών χειλέων. Φυσικά ουδέποτε άλλοτε διανοήθηκε έλληνας πρωθυπουργός να συγκρίνει φέρετρα με καμένα στρέματα!

Την ίδια ώρα, όσα ανακοινώθηκαν ως δέσμη κυβερνητικών μέτρων κατά της πανδημίας, προοιωνίζονται ακόμη μεγαλύτερη βύθιση στην ήττα του οργανωμένου κράτους από την υγειονομική περιπέτεια που διερχόμαστε, με ταυτόχρονη περαιτέρω κύληση σε αντιδημοκρατικές πρακτικές που διχάζουν τους πολίτες, με μόνο κίνητρο του κακού τακτικισμούς της κυβέρνησης για να διασωθεί πολιτικά ο κλονιζόμενος ολοφάνερα επικίνδυνος πρωθυπουργός και η περί αυτόν πολιτική, επιχειρηματική και μιντιακή ομάδα.

Το σχόλιο αυτό εξ επιλογής γράφτηκε σήμερα, για να έχει προηγηθεί η συζήτηση στη Βουλή και να έχει σχηματιστεί κατά το δυνατόν εικόνα σχετικά με την επάρκεια και τη σοβαρότητα θέσεων των κομμάτων, αλλά και ξεκάθαρη εικόνα του πολιτικού ήθους που αποπνέει ο δημόσιος λόγος του πρωθυπουργού, του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης και των άλλων πολιτικών αρχηγών. Και η εικόνα για τον πρωθυπουργό αναδύεται με όρους πρωτοφανούς χυδαιότητας και -ευτυχώς- σε ηχηρότατη και απόλυτη απομόνωσή του από όλο το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα. Μοναχική διαδρομή Έλληνα πρωθυπουργού, από τις ελάχιστες -αν όχι η μόνη- σε συνθήκες δημοκρατικής λειτουργίας των θεσμών, προς ένα κρεσέντο αλλεπάλληλων και διαιωνιζόμενων χυδαιοτήτων, που ασφαλώς του επιφυλάσσει την θλιβερή θέση στο ηγετικό πολιτικό προσωπικό της χώρας, ως ο χειρότερος επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας μας, από καταβολής της Ελληνικής Δημοκρατίας.       

Παράλληλα, μέσα στη λάσπη και την χυδαία καθημερινότητα που επιβάλλει η μιντιοκρατία του νεο-μητσοτακισμού, γεννάται αυτονοήτως και το ερώτημα: Γιατί δεν πείθει η Βουλή; Γιατί δεν πείθει και δεν δίνει διεξόδους ο κατ’ εξοχήν θεσμός της δημοκρατίας μας, που προώρισται να υπερασπίζεται το δημόσιο συμφέρον και να παράγει θετικές λύσεις στα αδιέξοδα -σαν το σημερινό- που δημιουργούν ανάξιοι πρωθυπουργοί -σαν τον σημερινό; Για ποιόν λόγο το βήμα της εθνικής αντιπροσωπίας, αντί για τόπος επαναφοράς του πολιτικού αρχηγού, που ηγείται της συμπολίτευσης, σε όρους ελάχιστων προϋποθέσεων ήθους και ελάχιστης απαιτούμενης σοβαρότητας ως προς τον δημόσιο λόγο και την εν γένει εμφάνιση και παρουσία του, λειτουργεί σήμερα ως σκαλοπάτι καθόδου και επιτάχυνσης της εκτροπής του προς τη χυδαιότητα, τις αήθειες και σε τελευταία ανάλυση την αποδόμηση των δημοκρατικών θεσμών;  

Με δεδομένη την πλήρη απομόνωση της κυβέρνησης στο ζήτημα των πυρκαγιών, δηλαδή ένα ζήτημα πρόδηλου εθνικού ενδιαφέροντος όπου αυτονόητα (θα όφειλε να) είναι κεντρικό ζητούμενο η ευρύτερη δυνατή συναίνεση των πολιτικών δυνάμεων, είναι πολιτικά αναποτελεσματική η κοινοβουλευτική διαδικασία και δεν προκύπτει καμιά πρακτική επίδραση στις εξελίξεις, όπως επιθυμεί η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών, για έναν και μόνο λόγο: η κυβέρνηση ταμπουρώνεται πάνω σε μια πολιτικά virtual νομιμοποίηση από μια οριακή συμπολίτευση, απόρροια εκλογικού συστήματος ενισχυμένης αναλογικής. Πρόκειται για την πασίδηλη επιβεβαίωση ότι τα εκλογικά συστήματα συστήματα ενισχυμένης αναλογικής στην εποχή μας είναι απολύτως ξεπερασμένα, ως μέθοδος αντιπροσώπευσης του λαϊκού παράγοντα.

Και γι’ αυτό και η κριτική περί «soft αντιπολίτευσης», σε τέτοιες συνθήκες οφείλει να ασκείται με μέτρο.   

Ας δουμε τώρα και το πανδημικό αδιέξοδο στο οποίο μας έχει άγει ο νεο-μητσοτακισμός.  

Τα μη επιδεχόμενα αμφισβήτηση δεδομένα, σχετικά με την πανδημία, ως τώρα, είναι:

α. Τα εμβόλια δεν άγγιξαν τους ποσοτικούς στόχους κάλυψης του πληθυσμού που είχαν τεθεί, κυρίως ένεκα της μη επάρκειας διαθέσιμων εμβολίων, και όχι -όπως διακινείται από καθαρή πολιτική σκοπιμότητα- ότι ευθύνονται γι’ αυτό όσοι δεν επιθυμούν να εμβολιαστούν.

β. Δεδομένου ότι τα ποσοστά εμβολιασμού στις αναπτυγμένες χώρες δεν έχουν αγγίξει τους στόχους που είχαν τεθεί από τους κυβερνώντες, παράγεται το λογικό και ως τώρα αναπάντητο ερώτημα: Γιατί δεν πιάστηκαν οι στόχοι; Η έλλειψη επάρκειας διαθέσιμων εμβολίων οφείλεται σε αδυναμία των εταιρειών που τα παράγουν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, ή σε πολιτικά κίνητρα ηγεσιών που για να φανούν ότι «τα καταφέρνουν» έθεσαν υπεραισιόδοξους στόχους; Θα υπάρξει πολιτικός ή επιχειρηματικός καταλογισμός γι’ αυτή την αστοχία, ως προς τους στόχους εμβολιασμού του γενικού πληθυσμού, ιδίως υπό το φως της παραδοχής των ίδιων των κυβερνήσεων ότι τα εμβόλια είναι σχεδόν η πανάκεια για την αντιμετώπιση της πανδημίας; Αν οι κυβερνήσεις, που επέλεξαν αυτή την ανάδειξη του εμβολίου σε πανάκεια στον μεγάλο αγώνα της ανθρωπότητας κατά της πανδημίας, αδυνατούν να υπηρετήσουν τον σκοπό που οι ίδιες έθεσαν σ’ αυτόν τον αγώνα, τότε πως να καθησυχαστούν οι πληθυσμοί ότι οι ηγεσίες διαχειρίζονται με τη δέουσα υπευθυνότητα και προσοχή το ζήτημα και να ακούσουν τις προτροπές των πολιτικών ελίτ;   

γ. Τα εμβόλια, όμως, για τα οποία φυσικά παραμένει γενικευμένη είναι η προτροπή να πάνε να τα κάνουν οι πολίτες, απέτυχαν και στον άλλον στόχο, που οι εταιρείες και οι κυβερνώντες διατείνονταν ότι θα επετύγχαναν: δεν μπορούν να αποτρέψουν την εξάπλωση του κορονοϊού. Ναι, τα εμβόλια προσφέρουν ως σήμερα το τεράστιας αξίας αποτέλεσμα της ελαφράς νόσησης με covid-19. Αλλά την επεκταση της πανδημίας δεν μπορούν ως σήμερα να την ανακόψουν. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για την πανάκεια, όπως εμπνεύστηκαν πολιτικές και εταιρικές ελίτ για να φανεί ότι πέτυχαν και τήρησαν τις υποσχέσεις τους απέναντι στους πολίτες. Ήδη το γαϊτανάκι των επαναληπτικών δόσεων εμβολίων δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον ευνοϊκό για τον κορονοϊό, εντός του οποίου χωρίς να έχει επιτευχθεί ένα επαρκές -πάντα κατά τους στόχους των κυβερνώντων- ποσοστό εμβολιαστικής κάλυψης του γενικού πληθυσμού, οι ήδη πλήρως εμβολιασμένοι θα αρχίσουν να «ξεμένουν» από κάλυψη χωρίς ενισχυτικές δόσεις. Δηλαδή, φαύλος κύκλος. Γι’ αυτό από την αρχή όφειλαν οι κυβερνώντες αντί να μας «πουλάνε» ψηφοθηρική επιτυχία κατά της πανδημίας, να λένε την αλήθεια και να λαμβάνουν δέσμη μέτρων -πέραν του απαραίτητου εμβολίου- για να μας προστατεύσουν. Και δεν το έκαναν. Και, δυστυχώς, συνεχίζουν να μην το κάνουν, αποφεύγοντας την υποχρέωσή τους για διαρκή, αληθή και επίμονη ενημέρωση των πολιτών με καμπάνιες, και αντ’ αυτού, δαιμονοποιούν επιφυλάξεις ακόμη και βάσιμες σχετικά με τα εμβόλια, «παίζοντας με τη φωτιά» της αντιδημοκρατικής προσφυγής σε ακραίους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, που αντι να αποδυναμώνουν την αντιβολιαστική ουτοπία, της προσφέρουν διά του πολιτικού ετεροπροσδιορισμού των οπαδών της, γόνιμο έδαφος για μεσαιωνικές πρακτικές, αλά διαδηλώσεις κατά της συμφωνίας των Πρεσπών (τις οποίες, θυμίζεται, οι κυβερνώντες ως αντιπολίτευση, τότε διοργάνωναν).        

δ. Η ψαλίδα ανάμεσα στις αναπτυγμένες και τις φτωχές χώρες σε ό,τι αφορά τα ποσοστά εμβολιασμού του γενικού πληθυσμού συνεχίζει να ανοίγει, ενώ είναι αναμφισβήτητο ότι το ως σήμερα μοντέλο αποκλεισμών  και περιορισμών στη μετακίνηση ανθρώπων από χώρα σε χώρα αδυνατεί παντελώς να διασφαλίσει  έστω τοπική αποτροπή της εξάπλωσης του κορονοοϊού.

ε. Αντιπαρέρχομαι τις μικροπολιτικές αλλά απολύτως επικίνδυνες ψηφοθηρικές ανοησίες, που οδηγούν σε δύο μέτρα και δύο σταθμά απέναντι στους πολίτες, σχετικά με την (ούτως ή άλλως αντιδημοκρατική, όπως προωθείται) υποχρεωτικότητα των εμβολιασμών: Επαγγέλματα και κοινωνικές ομάδες που πολιτικά τοποθετούνται στην αντίπερα πολιτική όχθη του νεο-μητσοτακισμού (υγειονομικοί, εκπαιδευτικοί κ.λπ.) δαιμονοποιούνται ότι δήθεν έχουν την ευθύνη για την αποτυχία των εμβολιαστικών στόχων που έθεσε η κυβέρνηση, ενώ φιλικά προς τη δεξιά πολιτικά κοινά (εκκλησιαζόμενοι, σώματα ασφάλειας κ.λπ.), εξαιρούνται της υποχρεωτικότητας, χωρίς καμιά εξήγηση, όπως μας οφείλεται ως πολίτες. Χαρακτηριστικό είναι ότι εκπαιδευτικοί υποχρεούνται τιμωρητικά σε υποχρεωτικά τεστ ιδίοις εξόδοις για να μπουν στις τάξεις, ενώ οι μαθητές τους, που επίσης μεταδίδουν τον ιό, όχι.  Όπως επίσης εξ ίσου γελοίο είναι ότι οι ανεμβολίαστοι εργαζόμενοι στην εστίαση θα πρέπει να κάνουν δυο τεστ την εβδομάδα για να μπορούν να εργάζονται, δεν θα μπορούν, όμως, να μπαίνουν σε αντίστοιχα καταστήματα ως πελάτες...

στ. Ανάμεσα στις ψηφοθηρικές και επικίνδυνες κυβερνητικές πρακτικές κατά της πανδημίας, ξεχωρίζω μία, που θεωρώ μείζονα: Την ανήθικη επιλογη να προαναγγέλεται από κυβερνητικά χείλη ότι θα τεθουν οι ανεμβολίαστοι έχοντες ανάγκη νοσηλείας λόγω ασθένειας με covid-19, εκτός ΕΣΥ. Λες και επί ενάμισι χρόνο τώρα οι ακυρώσεις χειρουργίων και η αδυναμία παροχής νοσηλείας από δημόσια νοσοκομεία σε ασθενείς εκτός covid-19 οφειλόταν στους ανεμβολίαστους και όχι στο σοβαρό πλήγμα που επέφερε η κυβέρνηση στις δημόσιες υποδομές υγείας, πλήγμα το οποίο παρα την πανδημία καθόλου δεν προσπάθησε η ίδια κυβέρνηση να διορθώσει. Έτσι, το σύνθημα του Κυριάκου  Μητσοτάκη περί «ελευθερίας», εάν εμβολιαστούμε, έχει ήδη καταλήξει σε επιλεκτικούς περιορισμούς σε βάρος ομάδων πολιτών, είτε κατά όσων τάσσονται συνειδητά κατά του εμβολιασμού, είτε κατά όσων διατηρούν επιφυλακτική στάση για τα εμβόλια. Ο νεο-μητσοτακισμός αδυνατεί, δηλαδή, να μας εξηγήσει ότι εμβολιασμός ασφαλέστατα συμβάλλει μεν καταλυτικά κατά της πιθανότητας να ασκούνται πιέσεις στα συστήματα Υγείας λόγω του κορονοϊού, την ίδια ώρα δε και όσο περνάει ο χρόνος τα διαθέσιμα εμβόλια δεν μπορούν να ανακόψουν την εξαπλωση της πανδημίας λόγω των μεταλλάξεων, ενώ άλλες μεθοδοι πρόληψης (π.χ. λοκντάουν) και θεραπείας (π.χ. συγκεκριμενοποιημένες αγωγές κατά της covid-19), είτε εγκαταλείπονται είτε μένουν σε δεύτερη προτεραιότητα.

ζ. Εδώ τίθεται και το άλλο μεγάλο ζήτημα μεγάλων κυβερνητικών ευθυνών για τη μικρή αποτελεσματικότητα του αγώνα κατά της πανδημίας: Την από την αρχή της επέλευσης της κατάρας του κορονοϊού συνειδητότατη επιλογή του νεο-μητσοτακισμού για όσο το δυνατόν λιγότερα τεστ, για να καταγράφει επικοινωνιακά η σημερινή κυβέρνηση δήθεν επιτυχία στον αγώνα εντύπωσεων περί λίγων κρουσμάτων και δήθεν καλύτερες επιδόσεις σε σύγκριση με άλλες χώρες. Επικοινωνιακή πομφόλυγα , η οποία φυσικά ταχύτατα έσκασε «στα μούτρα μας» με τις επικίνδυνες γελοιότητες του Κυριάκου Μητσοτάκη με το ηλιοβασίλεμα στη Σαντορίνη (που, δυστυχώς, δύσκολα θα αποτραπεί και φέτος). Ενώ, ο ΠΟΥ αλλά και όλοι οι υγειονομικοί οργανισμοί και φορείς ζητούσαν (και συνεχίζουν να ζητούν) όσο το δυνατόν περισσότερα δωρεάν τεστ, για να ιχνηλατείται καλύτερα η διείσδυση του κορονοϊού στον γενικό πληθυσμό.  

η. Άφησα τελευταίο ως μη έχον άμεσα σχέση με την υγιειονομική υπόθεση, το ταξικό ζήτημα με την πανδημια. Δηλαδή, το αδιανόητο γεγονός, που επικυρώνουν οι πιο υπεύθυνες και έγκυρες μελέτες, ότι ο κορονοϊός είναι η αιτία για ακόμη βιαιότερη ανακατανομή του πλούτου σε βάρος των ασθενέστερων!  Αλήθεια, πώς να πειστούν τα εισοδηματικά πιεζόμενα έως εξαθλίωσης κοινά από τις υγειονομικές εξαγγελίες των κυβερνώντων, όταν βιώνεται στις οικογένειές τους η εξώθησή τους στο κοινωνικό περθώριο;  

Kατόπιν όλων αυτών και σε τελευταία ανάλυση, η προσαρμογή της υγειονομικής πολιτικής του οργανωμένου κράτους στην κομματική ανάγκη των κυβερνώντων, είναι εκείνο που αναδεικνύεται ως το μείζον πρόβλημα σε ό,τι αφορά τη στάση των πολιτών απέναντι στην πανδημία, ως οργανωμένη συλλογική αντίδραση στην επέλαση του κορονοϊού. Κι αν αυτό δεν αλλάξει, το κακό θα παραταθεί.

Τελειώνω με μια αναφορά στο ζήτημα του Πολάκη.

Ο Πολάκης -και ορθά τον αντιμετωπίζει ο Τσίπρας- δεν θα απομονωθεί επειδή το ζητούν οι «πεφωτισμένοι συριζαίοι», όπως τους υποβάλλεται από επικοινωνιακά εξαπτέρυγα του νεο-μητσοτακισμού (αλήθεια, πόσο θυμίζει το «Ποτάμι» των «πεφωτισμένων» όλο αυτό το σκηνικό!) H άποψη Πολάκη πολιτικά θα ηττηθεί, όταν αξιολογηθούν και απομονωθούν οι αστοχίες του με ψυχραιμία, απορρέουσα από μια σφαιρική κρατική πολιτική ουσιαστικής ενημέρωσης των πολιτών για τον κορονοϊό. Αλλά, ως τότε, η θέση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και προσωπικά του Τσίπρα από τη αρχή ήταν και παραμένει κρυστάλλινη: ναι στον εμβολιασμό, χωρίς υπεκφυγές και επιφυλάξεις.  

Επίσης, ως τότε όσοι δηλώνουν υποστηρικτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και με ψύλλου πήδημα διαπιστώνουν ότι ο Πολάκης ευθύνεται δήθεν για το πολιτικό προπατορικό αμάρτημα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ αλλά και για την εξάπλωση της πανδημίας, απλά δεν κάνουν κάτι άλλο από να επιλέγουν το «γήπεδο» που καλλιεργούν οι στημένες επικοινωνίες των νεο-μητσοτακικών. Κι αυτό το παιχνιδάκι δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο!  

Στο κάτω-κάτω, αρέσει-δεν αρέσει, είναι σαφές ότι ο Πολάκης είναι μέρος του πολιτικού προσωπικού του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Σ’ όποιον είναι αυτό τόσο δυσάρεστο και πιστεύει ότι ο ίδιος και οι προσωπικές απόψεις του προσβάλλονται τόσο καίρια όσο διατείνεται πως συμβαίνει αυτό, είναι καιρός να αλλάξει κομματική προτίμηση. Υπάρχουν οι απόψεις του καθαρού φιλοεμβολιαστή Σκέρτσου, τις οποίες μπορούν κάλλιστα να υποστηρίξουν. Δεν μπορεί, όμως, σε μέρα στην οποία ο Σκέρτσος υπαινίσεται ανερυθρίαστα ότι οι ανεμβολίαστοι δεν θα νοσηλεύονται από το ΕΣΥ, αυτό το ακραία αντιδημοκρατικό παραλήρημα να περνάει έτσι και να γίνεται από τοίχους που δηλώνουν φιλικοί προς το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης ό,τι και να είπε ο Πολάκης.

Ο εξυπνακισμός και ο αφ’ υψηλού πολιτικός ρατσισμός μιας μειοψηφικής μερίδας «αριστερής αριστοκρατίας» (αυτό που ένας μεγαλος πολιτικός αρχηγός κάποτε είχε χαρακτηρίσει ως «αριστερά των σαλονιών»), πάντα ήταν ένας διανοουμενισμός της επιφάνειας, που έπληττε την προοδευτική πολιτική παράταξη. Αρκετά μ’ αυτά! Η Ελλαδα στενάζει εδώ και δύο χρόνια κάτω από μια κυβέρνηση που καταστρέφει συθέμελα τον τόπο και προσβάλλει βάναυσα καθε δημοκρατικά νοητή έννοια του λεγόμενου «δημόσιου συμφέροντος». Δεν μπορεί να αλλάξει αυτή η απόλυτη πολιτική προτεραιότητα της ανάγκης να απομακρυνθεί το ταχύτερο αυτή η ολέθρια ομάδα από την κυβέρνηση, και στη θέση της να γίνει προτεραιότητα του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ η πολυτελής απαίτηση σημερινών «αριστερών των σαλονιών» ότι πρέπει να ηττηθεί πολιτικά η άποψη Πολάκη μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ως δήθεν προτάγματος  του προοδευτικού κινήματος και ως δήθεν προϋπόθεσης για να απομακρυθεί ο νεο-μητσοτακισμός από τα πράγματα. Μην τρελαθούμε και τελείως! Ο φιλελευθερισμός παλαιόθεν υπήρξε γοητευτικός για ένα κομμάτι της αριστοκρατικής αριστεράς , όπως αποδεικνύει το εκσυγχρονιστικό ίχνος του σημιτισμού στην Ελλάδα.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν θα φύγει το ταχύτερο, όπως τίθεται σήμερα με όρους επιβιωτικής προτεραιότητας για την Ελλάδα και τους έλληνες, επειδή θα ικανοποιηθεί το αντι-πολακικό γινάτι μιας μερίδας πολιτών, που δηλώνουν υποστηρικτές του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Και νομίζω πως δεν χρειάζεται να το εξηγήσω περισσότερο αυτό...