Μολυβάκι

7 Μαϊ. 2021

Η ουσιαστική απόπειρα

αναστήλωσης του καπιταλισμού

ξεκίνησε από τις πατέντες

Λίγες ώρες πριν γραφτούν αυτές οι γραμμές ο διοικητής της κεντρικής τράπεζας των ΗΠΑ Fed, Τζερόμ Πάουελ, σε μια πολυσήμαντη παρέμβασή του επισήμανε τους κινδύνους που αναδύονται από την πρακτική παραχώρησης πολλών δισ. δολ. από ιδιώτες επενδυτές σε μετοχές, εταιρικά ομόλογα και κρυπτονομίσματα, διοχετεύοντας εν μέσω πανδημίας και οικονομικής κρίσης τεράστιο πλούτο σε εταιρείες "λευκής επιταγής", που ονομάζονται SPAC. Η λεκτική μπορεί να διαφέρει αλλά η ουσία βρίσκεται στο ότι ο κεντρικός εκπρόσωπος του αμερικανικού δημοσίου σε ζητήματα νομισματοπιστωτικής πολιτικής, ουσιαστικά μιλάει για τις νέες «φούσκες» που δομούν οι ιδιώτες επενδυτές, στη Μέκκα των καπιταλιστικών κερδοσκοπικών συστημάτων.

Το περιστατικό συμπίπτει με την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προειδοποίηση παραγόντων του παγκόσμιου οικονομικού σκηνικού, που από μεριάς τους προειδοποιούν για τις «τουριστικές φούσκες» του φετινού καλοκαιριού, με πιθανές σοβαρότατες συνέπειες για τις οικονομίες των χωρών που στηρίζονται στο τουριστικό «προϊόν» και με αρνητικές συνεπαγωγες επιπτώσεις στον υγειονομικό τομέα εν μέσω πανδημίας.

Και λίγες μερες νωρίτερα ο αμερικανός πρόεδρος με προσωπική αναφορά του ζήτησε την άρση του συστήματος της λεγόμενης «πατέντας» για τα εμβόλια κατά του κορονοϊού. Κάνοντας έτσι θρύψαλα ένα από το βασικά σημεία νομιμοποίησης των υπερκερδών που επί δεκαετίες συσσωρεύουν ιδιώτες, εδώ και μερικά χρόνια με προφανείς και μεγάλες συνέπειες για τις κοινωνίες, τόσο σχετικά με τη δίκαια κατανομή του πλούτου στο εσωτερικό τους, που παράγει δημοκρατικές αποσταθεροποιήσεις, όσο και με τη συστηματική γενική απαξίωση του λεγόμενου «κοινωνικού κράτους», ως της μεγαλύτερης ίσως κατάκτησης του δυτικού δημοκρατικού μοντέλου.

Τί συμβαίνει λοιπόν; Έγιναν αίφνης οι κορυφαίοι ταγοί του καπιταλισμού σοσιαλιστές; Οι ως σήμερα συνεπέστεροι πολιτικοί εκπρόσωποι της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στην οικονομία, και δη και σε αντίπαλη σχέση με τον οικονομικό ρόλο του δημόσιου τομέα, ξαφνικά ανακάλυψαν τα καλά του μαρξιστικού τρόπου ανάγνωσης και ανάλυσης των οικονομικών διαδικασιών και των ταξικών αντιπαλοτήτων, ως χρήσιμη μέθοδο αναζήτησης των βέλτιστων λύσεων, σ’ ένα παγκόσμιο μοντέλο που στις μέρες μας σαφώς κλονίζεται;

Η συζήτηση ετούτη και τα ερωτήματα που εκπηγάζουν απ’ αυτή, είναι μεγάλη, μόλις ξεκίνησε στις ουσιαστικές πτυχές της και θα εξελιχθεί τα επόμενα πολλά χρόνια, ως ότου καταλήξει ο κόσμος μας στις νέες σταθερές που θα ορίσουν τον 21ο αιώνα. Πάντως, ας πούμε μόνον εδώ ότι ποτέ στην ιστορία δεν έχει παρατηρηθεί το φαινόμενο οι υποστηρικτές βασικών θεωριών πολιτικής και οικονομίας που δοκίμασαν μάλιστα οι ίδιοι εμπράκτως τις σύνταγές τους στις κοινωνίες της εποχής τους, δεν μεταπήδησαν ως διά μαγείας στις αντίπερα όχθες ιδεών των καιρών τους. Εδώ, επομένως, δεν υπάρχει κάτι άλλο από μια ανταπόκριση των σημερινών πολιτικών ηγεσιών, στις απαιτήσεις των ολοφάνερων αναγκών του σήμερα. Δεν είναι, δηλαδή, μια αντιπαράθεση κάποιων ιδεολογικών συστημάτων, αλλά απλή προσχώρηση πολιτικών ηγεσιών στο αήττητο μέτωπο της λογικής! Όσο κι αν πιστεύει κανένας σ’ ένα σύστημα ιδεών, όταν η πραγματικότητα μαρτυρεί ηχηρά τα σφάλματα αυτών των ιδεών στην πρακτική εφαρμογή τους, τότε πώς να συνεχίσεις να επιμένεις στις λάθος λύσεις; Αν το κάνεις, η εγκατάλειψή σου από τα κοινωνικά κοινά είναι αναπόφευκτη και απλά γίνεται ζήτημα χρόνου με προαναγγελθείσα έκβαση την ήττα σου.

Ας αφήσουμε λοιπόν τη μεγάλη συζήτηση για αργότερα, σε άλλες αναλύσεις, που θα είναι πολλές στη συνέχεια, και θα παραταταθούν για πολύ καιρό.  Ας μείνουμε, επομένως, μόνο στο γιατί ο θέσει «αρχηγός» του παγκόσμιου καπιταλισμού, ζητάει τώρα την άρση του συστήματος των πατεντών στα εμβόλια κατά του κορονοϊού.                            

Ελπίζω, λοιπόν, να έγινε φανερό από τα όσα ανέφερα παραπάνω ότι εδώ δεν πρόκειται για μια σοσιαλιστική στροφή του Μπάιντεν, αλλά για την προσχώρησή του στο αυτονόητο: Αν οι πολιτικές ηγεσίες πράγματι επιθυμούν την υγειονομική θωράκιση των κοινωνιών απέναντι στην πανδημία (και αναμφίβολα το επιθυμούν), τότε οι πατέντες στα εμβόλια δεν βοηθούν στον σκοπό, αλλά εμποδίζουν! Και το εμπόδιο αυτό πρέπει να παρακαμφθεί.  

Ωστόσο, παραμένει ένα σημείο αδιασαφήνιστο: Πώς γίνεται κάποιες πολιτικές ηγεσίες αλλά και μεγάλα πολιτικά κοινά που στοιβάζονται πίσω τους, να συνεχίζουν να αρνούνται την προσχώρηση στο παγκόσμιο εμβολιακό μέτωπο της λογικής; Πόσο ιδεοληπτικές και μοιραίες για τις επόμενες γενιές είναι οι ομάδες πολιτικών και πολιτών, που προσποιούνται ότι η εποχή του αυτονόητου δεν έχει φτάσει, αν και όλα είναι πια πεντακάθαρα; Τί ευθύνη και απέναντι κυρίως στα παιδιά στα εγγόνια τους αναδέχονται όλοι αυτοί, εμμένοντας στο σφάλμα, αν και γνωρίζουν την πραγματικότητα;

Κλείνοντας, λοιπόν, εδώ αυτό το σύντομο σχόλιο, να επισημάνω ότι η άρση των πατεντών στα εμβόλια κατά του κορονοϊού είναι το σημαντικότερο βήμα της ανθρωπότητας προς την οριζόντια υγειονομική θωράκιση των ανθρώπων. Θωράκιση, που είτε θα είναι οριζόντια και με όρους επιδίωξης ισοτιμίας ως προς την πρόσβαση όλων μας στα εμβόλια, είτε, αν όχι, δηλαδή αν διατηρηθεί το σύστημα της πατέντας, παγίως οι πληβείοι ανεμβολίαστοι ένεκα της μη πρόσβασής τους σε εμβόλια, αν και θα επιθυμούσαν, θα ξαναφέρνει το κακό έξω από την πόρτα μας.          

 

 

 

 

30 Απρ. 2021

Η απομυθοποίηση της θεωρίας

ότι η «ακινησία» βλάπτει

Δεν χρειάστηκαν πολλές ώρες για να διαφανεί ότι η επανεκκίνηση του απ’ ευθείας διακοινοτικού διαλόγου στο Κυπριακό δεν μπορεί να ευδοκιμήσει στις παρούσες συνθήκες. Έτσι, όλα κατέληξαν στο αυτονόητο αποτέλεσμα επανάληψης των εργασιών του ad hoc σχήματος της διαβούλευσης των 5+1 παραγόντων (εφεξής 5μερής) σε 2-3 μήνες.

Για τους στοιχειωδώς ενήμερους σχετικά με το Κυπριακό, δηλαδή το μακροβιότερο -και ίσως συνθετότερο-  διεθνές πρόβλημα σ’ όλον τον κόσμο, η εξέλιξη ήταν περίπου απολύτως προβλέψιμη.  Γι’ αυτό και δεν εκφράστηκε έκπληξη για τις εξελίξεις από καμιά πλευρά. Η ίδια η 5μερής, λοιπόν, δεν επιδέχεται «βαριές» αναλυτικές προσεγγίσεις, αφού στην ουσία επρόκειτο για το πρώτο μόλις βήμα από μια νέα διαδικασία υπό τον ΟΗΕ προς επιζήτηση λύσης. Για τον ίδιο λόγο μεγαλύτερη σημασία έχει να δούμε τα πράγματα στο φόντο των εξελίξεων.

Αρχίζοντας από μια εισαγωγική παρατήρηση: Το Κυπριακό είναι πρόβλημα που «κουβαλάει» μαζί του όλα τα δεινά από τις αστοχίες της πολιτικής της δύσης στην περιοχή μας, εδώ και σχεδόν έναν αιώνα. (Αναφέρομαι στη μικρασιακή καταστροφή, ως συμβολικό και πρακτικό περιστατικό οριστικής οριοθέτησης των στρατηγικών γεωπολιτικών στόχων εκατέρωθεν του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου, από μεριάς της Τουρκίας και του ελληνικού στοιχείου). Ως πρόβλημα με τόσο βαρύ παρελθόν αστοχιών το Κυπριακό, δεν πρόκειται ιστορικά να εξελιχθεί και να καταλήξει όπου καταλήξει με όρους μικροπολιτικής, προς εσωτερική κατανάλωση στους πληθυσμούς στους οποίους αφορά. Χαρακτηριστικό που προφανώς κυριαρχεί στην τουρκική δημόσια ζωή, αλλά εσχάτως έχει παρεισφρήσει και στα ελληνικά πράγματα.

Στο φόντο των εξελίξεων σχετικά με το Κυπριακό, λοιπόν, έχει σημασία να εντοπίσουμε ότι τελευταία πληθαίνουν οι αναφορές εγχώριων πολιτικών παραγόντων παρ’ ημίν, που τηρούν μια αναθεωρητική προσέγγιση απέναντι στις κεντρικές συνιστώσες του προβλήματος, ως υπόθεσης μεγάλου παγκόσμιου ενδιαφέροντος: ότι δηλαδή πρόκειται για ζήτημα στρατιωτικής εισβολής και παράνομης κατοχής εδαφών χώρας, ανεξάρτητης, κυρίαρχης, μέλους του ΟΗΕ και της ΕΕ, από τρίτη χώρα. (Σημ.: Ναι, αλλά η Τουρκία είναι εγγυήτρια δύναμη, θα πει κανένας καλοπίστως σκεπτόμενος. Και πρέπει να επαναληφθεί, να υπογραμμιστεί εδώ αυτό που έχω ξαναπεί πριν λίγο καιρό -δείτε στο http://www.molyvi.com/424087502/7010311/posting/%CE%B7-%CE%BD%CE%AD%CE%B1-%CF%83%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%BA%CF%85%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C. Πρέπει να  ξεκαθαριστεί, λοιπόν, ότι στις συνθήκες της Ζυρίχης και του Λονδίνου, τις ιδρυτικές δηλαδή συνθήκες της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο πλαίσιο των οποίων επίσης απονεμήθηκε το καθεστώς των εγγυητριών χωρών στην Ελλάδα, την Τουρκία και τη Βρετανία, από ΠΟΥΘΕΝΑ δεν τεκμαίρεται νόμιμο δικαίωμα από κάποια εκ των ίδιων εγγυητριών χωρών, να εισβάλλουν στρατιωτικά  στο ιδρυθέν νέο ανεξάρτητο κράτος, ως μέσου ενάσκησης των δικαιωμάτων τους που απορρέουν από το καθεστώς της εγγυήτριας χώρας).

Ο εγχώριος ελληνικός αναθεωρητισμός σχετικά με τις πάγιες συνιστώσες του Κυπριακού (επαναλαμβάνω, ως διεθνούς προβλήματος στρατιωτικής εισβολής και παράνομης κατοχής εδαφών χώρας, ανεξάρτητης, κυρίαρχης, μέλους του ΟΗΕ και της ΕΕ, από τρίτη χώρα), το αμέσως παραπάνω σημείο θέτει υπό αίρεση, αποδίδοντας «τεκμήρια δικαιότητας», ή εν πάση περιπτώσει κάποιας δικαιολόγησης, για την τουρκική εισβολή του Αττίλα κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και πρόκεται για θέση που εκφράζεται  απροσχημάτιστα, εκθέτοντας προς τεκμηρίωση αυτών των δικαιολογιών σχετικά με την τουρκική εισβολή, τις ελληνικές και ελληνοκυπριακές «πειρατικού τύπου» ενέργειες από τα καθ’ ομολογία -και ιστορικά αποδεδειγμένα ως τέτοια- πρακτορευμένα καθεστώτα της ελληνικής δικτατορίας των συνταγματαρχών και του ανδρείκελλου με το γκλομπ, Νίκου Σαμψών.

Να το ξεκαθαρίσουμε οριστικά λοιπόν: Ό,τι και να έκαναν οι πρακτορευμένοι από συμφέροντα ξένων παραγόντων έλληνες δικτάτορες και ο γελοίος  κύπριος δικτατορίσκος, ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΔΙΚΑΙΩΜΑ  η Τουρκία να εισβάλλει στρατωτικά στην Κυπριακή Δημοκρατία και έκτοτε να κατέχει παρανόμως το περισσότερο από 32% των εδαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας!

Η ανωτέρω βάση του Κυπριακού ούτε μπορεί να αναθεωρηθεί, ούτε μπορεί να τροποποιηθεί έκτοτε!  Κανένας αναθεωρητισμός και με οποιαδήποτε τεκμηρίωση δε  μπορεί να μετατρέψει το Κυπριακό, νοούμενο ως διεθνές πρόβλημα, από υπόθεση στρατιωτικής εισβολής και παράνομης κατοχής εδαφών, σε ζήτημα διακοινοτικής συνεννόησης. Αυτή η διακοινοτική συνεννόηση με όρους ισοτιμίας, ασφαλώς είναι πτυχή που σχετίζεται και αφορά σε μέριμνες καλύτερης εξασφάλισης της βιωσιμότητας οποιασδήποτε λύσης τυχόν υπάρξει, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν είναι η επιζήτηση αυτής της διακοινοτικής συνεννόησης, που ορίζει το Κυπριακό ως διεθνές πρόβλημα. Γι’ αυτό και  σε τέτοιο πλαίσιο δεν είναι νοητή ως «λύση» του Κυπριακού, οποιαδήποτε ρύθμιση θα επέβαλε έμμεση και πολύ περισσότερο άμεση αναγνώριση του κρατικού μορφώματος των κατεχομένων!

Αυτά ως εδώ, για να διασφανιστεί ο αναθεωρητισμός που από ελληνικής πλευράς έχει εμφανιστεί τελευταία στον δημόσιο βίο μας από επώνυμους πολιτικούς παράγοντες, σε τί συνίσταται.

Δεν γνωρίζω τί συνδέει τον ελληνικό αναθεωρητισμό που εντόπισα προηγουμένως με τον διακηρυγμένο αναθεωρητισμό του Ερντογάν σχετικά με τη συνθήκη της Λοζάνης και τις διεκδικήσεις της Τουρκίας σε βάρος κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως την 35η παράλληλο και τις ΑΟΖ των δύο χωρών στην ανατολική Μεσόγειο.  Πιθανολογώ ότι πρόκειται περί μιας «νευρικού τύπου» ρυμούλκησης των αναθεωρητικών της ελληνικής πλευράς σε μια νέα τακτική ανοχής απέναντι σε τουρκικές διεκδικήσεις, στο πλαίσιο μιας ανιστόρητης θέσης, ότι με εκατέρωθεν υποχωρήσεις θα μπορούσε μελλοντικά να υπάρξει σταθερότητα στα ελληνοτουρκικά, κατά παράβλεψη του ολοφάνερου γεγονότος ότι μόνο η μία πλευρά, η τουρκική, εγείρει διεκδικήσεις έναντι της άλλης, της ελληνικής.  

Όμως, αυτό που έχει σημασία, είναι ότι ο ελληνικός αναθεωρητισμός στα ελληνοτουρκικά και το Κυπριακό, όλο το προηγούμενο διάστημα προσπάθησε επίμονα να τεκμηριώσει το δόγμα ότι η λεγόμενη «ακινησία» βλάπτει τα ελληνικά και τα κυπριακά συμφέροντα. Οι ίδιοι κύκλοι επανέφεραν το μύθευμα περί της χαμένης δήθεν ευκαιρίας του σχεδίου Ανάν, παραμερίζοντας το οφθαλμοφανές  δεδομένο, ότι εάν τυχόν το σχέδιο Ανάν είχε περάσει, τίποτα από τα όσα έχει σήμερα πετύχει η Κυπριακή Δημοκρατία στο ζήτημα εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων και αναβάθμισης της γεωπολιτικού βάρους της στην περιοχή, δεν θα είχαν  αφήσει οι τουρκοκύπριοι να κερδηθεί.

Οι ιδιοι ελληνικοί αναθεωρητικοί κύκλοι, είναι ενδιαφέρον ότι έστερξαν από νωρίς να προαναγγείλουν ως «ναυάγιο» την 5μερή και να επιστρατεύσουν τον ίδιο χαρακτηρισμό μετά την ολοκλήρωση των συνομιλιών της Γενεύης. Παρ’ όλο που η νέα διαδικασία της 5μερούς ανακοινώθηκε επίσημα από τον Αντόνιο Γκουτέρες ότι θα επαναληφθεί σε 2-3 μήνες και στην ίδια απορριπτική βάση κάθε σκέψης περί "2 κρατών" και επί των συμπερασμάτων του Κραν Μοντανά, δηλαδή επιζητώντας πολιτική ισοτιμία των δύο κοινοτήτων, στο πλαίσιο ενιαίου κράτους και στη γραμμή αποτίναξης του ξεπερασμένου καθεστώτος των εγγυητριών δυνάμεων.

Ως επίλογο θέλω να επαναλάβω εδώ  ότι εγώ ευγνωμονώ την «ακινησία» που δαιμονοποιούν οι αναθεωρητικοί κάθε λογής και κινήτρων. Διότι αυτό που εκείνοι ονομάζουν «ακινησία» είναι που από τα τετελεσμένα του Αττίλα έχει σήμερα καταστήσει το Κυπριακό διεθνές πρόβλημα εισβολής και κατοχής. Η «ακινησία» είναι που έχει παγιδεύσει την Τουρκία σε μια μακρά διαδικασία πολυμερούς διαλόγου υπό διεθνείς διαμεσολαβήσεις, παρ’ όλο που το αρχικό τουρκικό σχέδιο ήταν ταχεία εισβολή και κατοχή  και στη συνέχεια επιβολή της θεωρίας της Άγκυρας ότι δήθεν «το Κυπριακό λύθηκε  με τον Αττίλα», δηλαδή με τον de facto διχασμό της Κυπριακής Δημοκρατίας. Και η «ακινησία» είναι που απέτρεψε την «κινητικότητα» του σχεδίου Ανάν, η πρόβλεψη του οποίου για παραχώρηση δικαιώματος «βέτο» στους τουρκοκυπρίους για οποιαδήποτε απόφαση της Κυπριακής Δημοκρατίας, εάν τυχόν είχε γίνει αποδεκτή, κάθε κίνηση εκμετάλλευσης κυπριακών υδρογονανθράκων θα σταματούσε εν τη γενέσει της.

Σε 2-3 μήνες η Τουρκία θα συρθεί και πάλι σ’ έναν διάλογο  που από την εισβολή του Αττίλα και μετά, κάθε φορά προσπαθεί να αποφύγει χωρίς ποτέ να το έχει κατορθώσει. Και σύρεται κατ’ ανάγκη γνωρίζοντας ότι εάν τυχόν αποχωρήσει από το τραπέζι της διαπραγμάτευσης όπου το Κυπριακό τίθεται ως ζήτημα εισβολής και κατοχής, τότε μοιραία θα καταντήσει χώρα-παρίας ενώπιον της διεθνούς νομιμότητας.   

 

 

 

 

24 Απρ. 2021

Μπορεί ο κόσμος να ξαναγίνει

ό,τι ήταν πριν τον κορονοϊό; 

Τα θύματα από τη νόσο covid-19 ανά την υφήλιο (και δυστυχώς έπεται μακρά συνέχεια) ήδη ανέρχονται σε εκατομμύρια, νούμερο που καθιστά τον ευφημισμό θεώρησης της πανδημίας ως «πόλεμο», κάθε άλλο παρά από μια υπερβολή πολιτικής κοπής. Ο συνολικός αριθμός των θυμάτων από πολέμους και άλλες βίαιες συγκρούσεις την περασμένη χρονιά υπολείπεται των νεκρών από τον κορονοϊό, αποδεικνύοντας του λόγου το ασφαλές.

Ωστόσο, έχω την εντύπωση ότι αν κανένας δεν μπορεί να αποδώσει μομφή σε πολιτικές ηγεσίες για τον παραλληλισμό πανδημίας-πολέμου, είναι αναγκασμένος να το κάνει στο στοιχείο, κατά το οποίο οι ίδιες ηγεσίες χειρίζονται την υγιειονομική περιπέτεια και τις βαθύτατες αρνητικές συνέπειές της στις κοινωνίες ως αγωνιώδες  πολιτικό «γύμνασμα» επιστροφής σε όλα τα κακά που είχε ο κόσμος πριν τον κορονοϊό. Λες και το στοίχημα της ανθρωπότητας (με εξαίρεση βεβεως την υγιειονομική πτυχή του ζητήματος, που εξαντλείται στην ανάγκη να είναι οι άνθρωποι όσο το δυνατόν καλύτερα προστατευμένοι  από τη νόσο) δεν είναι να βαδίσει πάνω σε νέες λύσεις για τα προβλήματα που έφερε στο φως η πανδημία, αλλά να γυρίσει πίσω σ’ αυτά όσο μπορεί πιο γρήγορα.

Έτσι όλη η ρητορική σχετικά με τις πανδημικές προσδοκίες και τις επαγγελίες των πολιτικών ηγεσιών προς τα πολιτικά κοινά όπου Γης ολοκληρώνεται στο πόσο σύντομα θα βαδίσουμε ... προς τα πίσω. Φυσικά, αποτελεί ασύγγνωστο μηδενισμό μια όλως δι’ όλου απορριπτική ματιά σε ό,τι συνέβη την τελευταία 20ετία. Υπάρχουν κρίσιμες και σημαντικές επιτυχίες, θετικές για την ανθρωπότητα. Για παράδειγμα, η μαζική πρόσβαση των ανθρώπων σε επιτεύγματα της τεχνολογίας, είναι ένα βήμα αναντικατάστατης αξίας. Όπως μεγάλη είναι η σημασία του γεγονότος ότι από την κατάρρευση του στρατοπέδου του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού» και εντεύθεν αποφύγαμε πολέμους ευρείας κλίμακας.

Ωστόσο, θα ήταν παράδοξος εθελοτυφλισμός (ή συντεταγμένη πολιτική σκοπιμότητα, καθοδηγούμενη ασφαλώς από αναλόγως συντεταγμένα επιχειρηματικά συμφέροντα) να προσποιούμαστε όλοι ότι η πανδημία δεν αποκάλυψε δραματικά τις αστοχίες του συστήματος που δέσποσε στον κόσμο πριν ξεσπάσει η πανδημία. Η αρρωστημένα εξαρτώμενη από δανεισμό οικονομία και η απαξίωση των δημόσιων συστημάτων υγείας είναι δύο παραδείγματα.

Έτσι, αν μέμφομαι την παραδοσιακή αριστερά για τον μηδενισμό της απέναντι στο ως σήμερα σύστημα (με το οπλοστάσιο επιχειρημάτων για την τεκμηρίωση αυτής της θέσης να αναδύεται από το «για όλα φταίει ο καπιταλισμός -το ΚΚΕ τώρα «δικαιώνεται»), άλλο τόσο κατηγορώ τη δεξιά για την εμμονική στήριξή της σε ολοφάνερα αποτυχημένα μοντέλα. Προφανώς με κεντρικό πρόταγμα για την ίδια όχι την επιζήτηση ενός μέλλοντος καλύτερου για όλους, αλλα την αναπαραγωγή  του συστήματος που τής προσέδωσε τον ηγεμονικό ρόλο που κατέχει τις 2 τελευταίες δεκαετίες και την επιδίωξη διαιώνισης των προνομίων της που απορρέουν απ’ αυτή την ηγεμονία της.  

Αρκεί να υπενθυμίσω ότι πριν την πανδημία οι οικονομίες κινούνταν σε ρυθμούς με ασθμένουσες αναπτυξιακές αποδόσεις οριακά θετικού προσήμο, με την δημιουργικά παραγωγική βάση τους να είναι αποκαλυπτικά αναιμική των μικρών ορίων της και ολοένα και περισσότερο εξαρτώμενη από συσσώρευση νέου χρέους, αντί η συμβολή της όποιας παραγωγικότητας να είναι προς αποφόρτιση του. Αυτή είναι η αγωνία όσων επείγονται να γυρίσουμε στην προτεραία κατάσταση προ πανδημίας; Μπορεί να υπάρχει αισιοδοξία για το αύριο των παιδιών μας, όταν το μόνο παράθυρο που τους ανοίγουμε στο μέλλον είναι μια χωλή καθημερινότητα ημιαπασχόλησης, κακοπληρωμένων αμοιβών, εγκληματικά ανεπαρκών συστημάτων δημόσιας υγείας, ποιοτικής παιδείας για λίγους και διαρκούς αγωνίας λόγω των απειλών για τοπικές ή ευρύτερες συγκρούσεις; Κι αν δεν αλλαξουμε αυτά μετά την πανδημία, τότε ποιό μαθημα θα επιβεβαιώνεται ότι έχουμε πάρει από την παγκόσμια υγειονομική δοκιμασία που περνάμε;                          

Να είμαι, όμως, σαφής! Σε καμιά περίπτωση δεν συμφωνώ με την αντίληψη ορισμένων  ισχυρών πόλων του σημερινού συστήματος, ότι η πανδημία είναι «ευκαιρία»! Αντίθετα, η πανδημία είναι καταστροφή και μόνο καταστροφή. Και θεωρώ σημείο-κλειδί, ως ερμηνεία του πόθεν  η άγονη στάση της διεθνούς συντήρησης απέναντι στα όσα αποκάλυψε η πανδημία ως αστοχίες του κυριάρχου συστήματος, τη «θεωρία της ευκαιρίας» ως οδηγό για τη μεταπανδημική εποχή. Αλλίμονο, αν οι αναδυόμενες αναγκαίες αλλαγές που θα πρέπει να υπάρξουν στη συνέχεια, προσλαβάνονται ως «ευκαιρία» και όχι ως ανάγκη!  

(Για να αποδείξω πόσο εμμονική -και τελικά εσφαλμένη και επικίνδυνη- είναι η θέση ότι «όλα πρέπει να ξαναγίνουν όπως ήταν πριν την πανδημία», ως συλλογικό στόχο μας περί μέλλοντος, θα χρησιμοποιήσω 2 παραδείγματα:

α. Πρώτο παράδειγμα είναι η προσπάθεια υπερασπισμού ακόμη και σήμερα της θέσης ότι τα μνημόνια υπήρξαν επιτυχημένο μοντέλο «διάσωσης» υπερχρεωμένων οικονομιών! Η αθροιστική ύφεση της μνημονιακής περιόδου, που στην Ελλάδα υπερέβη το ¼ του ΑΕΠ της χώρας και η απογείωση του χρέους από ποσοστό της τάξης 130% του ΑΕΠ σε 180% στο τέλος των μνημονίων (και παρά το κούρεμα-PCI και την απομείωση που συμφωνήθηκε στο 3ο μνημόνιο) μαρτυρούν τον παραλογισμό της ίδιας εμμονής. Και μιλώ μόνο για τους αριθμούς που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση, αφήνοντας την παράμετρο πλήρους δανειακού εξανδραποδισμού της παραγωγικής βάσης της ελληνικής οικονομίας όσον αφορά τις πηγές χρηματοδότησής της, από διακρατικές συμφωνίες υπό τη διαρκή αίρεση συναίνεσης ξένων κοινοβουλίων, σ’ ένα αδιανόητα δυσκίνητο και αντιπαραγωγικό χρηματοδοτικό μοντέλο τόσο για τον δανειζόμενο όσο και για τους δανειστές. Όπως παραμερίζω και τις ανοησίες των πολιτικών προσχημάτων περί «μεταρρυθμίσεων», όταν στην παγκόσμια καπιταλιστική πρακτική είναι εμπεδωμένο ότι μεταρρυθμιστικές απόπειρες ευδοκιμούν σε συνθήκες χρηματοδοτικής άνεσης και σε επενδυτικό περιβάλλον που ευνοεί την ανάληψη επενδυτικού ρίσκου, αντί της πλασματικής σιγουριάς από δανεισμό. Ίσως, μάλιστα, είναι τυχαίο αλλά καίρια και συμβολικά κρίσιμο ότι οι ίδιοι που τότε ασπάστηκαν το αφήγημα ότι «τα μνημόνια είναι ευκαιρία» και σήμερα εισηγούνται  τη «θεωρία της ευκαιρίας» ως οδηγό για τη μεταπανδημική εποχή.

β. Δεύτερο παράδειγμα (πάντα των ίδιων συστημικών κύκλων, των πολιτικών εκπροσώπων τους και των υποστηρικτών τους) είναι η άρνηση τους σήμερα ακόμη και «να μπούν στη συζήτηση» περί απομείωσης του αναγκαστικού χρέους που παρήχθη επί πανδημίας.

(Το ίδιο έκαναν οι ίδιοι και την εποχή των μνημονίων. Στην Ελλάδα ο τότε πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, και ο τότε επικεφαλής του συνεργαζόμενου κυβερνητικά με τη ΝΔ εναπομένοντος ΠΑΣΟΚ Βαγγέλης Βενιζέλος, στα προεκλογικά προγράμματά τους τον Ιανουάριο του 2015 δήλωναν ότι δεν χρειαζόταν απομείωση του ελληνικου χρέους (που οι ίδιοι «φόρτωσαν» ως το 175% του ελληνικού ΑΕΠ) και δεσμεύονταν ότι δεν θα το ζητήσουν από τις χώρες-δανειστές μας. Ευτυχώς οι Έλληνες πολίτες αποφάσισαν διαφορετικά και με την απομείωση του ελληνικού χρέους από την επόμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επιτεύχθηκε μερική διαχείριση του προβλήματος. Κυρίως, όμως, αυτό που επετεύχθη ήταν η ιστορικής αξίας απόφαση της ΕΕ -που ως τότε αρνείτο πεισματικά- «να μπει στη συζήτηση» η ρύθμιση του χρέους ως μέσο χειρισμού του ελληνικού οικονομικού  προβλήματος, που ως τότε όλα σχετικά μ’ αυτό είχαν εναποτεθεί στα μνημόνια. Με ανατριχίλα αντιλαμβάνεται κανένας σήμερα, ότι η καταστροφή, για την Ελλάδα του σημερινού χρέους στο 205,5% του ΑΕΠ μας, θα ήταν αναπόφευκτη αν είχαν εισακουστεί οι Σαμαράς-Βενιζέλος και δεν είχε προηγηθεί η απομείωση του ελληνικού χρέους που εξασφάλισε ο ΣΥΡΙΖΑ).

Έστω, όμως, ότι μετά το 2010 η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα-μέλος της ευρωζώνης με πρόβλημα χρέους (που δεν ήταν) και έτσι τότε δύσκολα θα συναινούσαν και άλλες χώρες-μέλη σε πρακτικές απομείωσης δημόσιων χρεών (παρ’ όλο που το εισηγούνταν ανοιχτά και επίσημα θεσμοί-στυλοβάτες του προπανδημικού καπιταλισμού, όπως το ΔΝΤ). Σήμερα, με γενικευμένο το πρόβλημα του χρέους, φυσικά λόγω των αστοχίων του προ πανδημίας οικονομικού μοντέλου, που η πανδημία εξετροχίασε, και με άλλες χώρες να ανοίγουν τη συζήτηση για απομείωση των αναγκαστικών δημόσιων χρεών που συσσωρεύτηκαν λόγω πανδημίας, η Ελλάδα τί λογο έχει να αρνείται «να μπει σ’ αυτή τη συζήτηση»; Ποιά είναι τα κίνητρα όσων υποστηρίζουν αυτήν την αυτοτιμωρητική αυτοεξαίρεση από το αυτονόητο, αν όχι ότι οι ίδιοι έχουν αυτοαναγορευτεί αναρμοδίως σε παιδαγωγοί της χώρας, των πολιτών της και των επόμενων γενεών, με βαρύτατες αρνητικές συνέπειες για όλους μας; Και ποιά πολιτική ηγεσία δικαιούται να αφαιρεί απερίσκεπτα αναγκαίους πόρους από τις ερχόμενες γενιές; Και, τελικά, πόσο όμοια είναι η στάση αυτή με το «Γερούν γερά» των ίδιων, όταν η όποια τότε κυβέρνηση της χώρας διαπραγματευόταν την απομείωση του χρέους όλων των Ελλήνων, ζητώντας από τους δανειστές μας να μη σβήσουν ούτε 1 ευρώ οφειλών μας; Είναι υπερβολή ο όρος «5η φάλαγγα» για όλους αυτούς;

Βεβαίως το πρόβλημα δεν είναι πια ελληνικό, αλλά διεθνές και γενικευμένο! Η επίκληση των ελληνικών περιστατικών εδώ δεν γίνεται επειδή είμαστε στην Ελλάδα και μιλάμε ελληνικά, αλλά διότι, αρέσει-δεν αρέσει σε ορισμένους, στη χώρα μας κρίθηκαν πάρα πολλά για τη σημερινή αποδεικτική εμπέδωση (γενικά αποδεκτή πλέον στην Ευρώπη και όλους σχεδόν τους επίσημους φορείς του παγκόσμιου καπιταλισμού) ότι τελικά έχει δίκιο ο Κέινς και όχι ο Σόιμπλε, καθώς και ότι οι οικονομικές αστοχίες αντιμετωπίζονται με επεκτατικές νομισματικές πολιτικές και όχι με δημοσιονομικούς περιορισμούς.                    

Έτσι, τούτων λεχθέντων νομίζω πως επιβεβλημένη απολύτως μετά την πανδημία είναι η επανεξέταση των κλισαρισμένων πριν ακόμη έρθει ο κορονοϊός καταστροφικών καπιταλιστικών παραδοχών, στα ακόλουθα κυρίως σημεία:

-την άμεση αποκατάσταση του ρυθμιστικού και -εφ’ όσον απαιτείται, όπως στη σημερινές συνθήκες- παραγωγικά αναπτυξιακού ρόλου του δημόσιου τομέα στην οικονομία,

-την ενσωμάτωση των υποδομών κοινωνικής θωράκισης των κοινωνιών στις αναπτυξιακές δραστηριότητες του μέλλοντος,

-την προέλευση και κατανομή των πόρων χρηματοδότησης των οικονομιών από δημόσια ταμεία (ιδίως λόγω του αναγκαστικού χαρακτήρα του δανεισμού επί πανδημίας), και όχι από αποθέματα ιδιωτών αποκτηθέντα και συσσωρευμένα προ κορονοϊού, και με προσφυγή κυρίως στο ισχυρό καπιταλιστικό όπλο της έκδοσης πληθωριστικού χρήματος,   

-την αναθεώρηση του απαξιωτικού για τον ρόλο του δημόσιου τομέα αφηγήματος και τον μεγάλο διάλογο που θα πρέπει να γίνει για τα όρια των δραστηριοτήτων ιδιωτών σε πεδία και μεσα οικονομικής πολιτικής,

-τη μεγάλη μακροπρόθεσμη παγκόσμια επένδυση στην ίση παιδεία για όλους,

-την αναθεώρηση του ολοφάνερα περιελθόντος σε αδιέξοδο σημερινού μοντέλου στη σχέση παραγωγής-προστασίας του περιβάλλοντος,

-την τιθάσευση περαιτέρω συσσώρευσης χρέους, που εκτός από αντιπαραγωγικό και αντιαναπτυξιακό δεδομένο μετατρέπεται πλέον και σε καίριο αίτιο εμβάθυνσης των διακρατικών και κοινωνικών ανισοτήτων, οξύνοντας το πολιτικό πρόβλημα ελλείμματος δημοκρατίας, και

-την αναζωογονητική για τις κοινωνίες εμβάπτιση της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας σε νέες διαδικασίες αμεσότερης και πληρέστερης αποτύπωσης της λαϊκής βούλησης με τη συνδρομή της τεχνολογίας και δημόσιων δικτύων, που οφείλουμε στις επόμενες γενιές να κληρονομήσουμε όσο το δυνατό πιο απελευθερωμένες από τις σημερινές δουλείες των ελεγχόμενων και εποπτευόμενων από μη δημοκρατικά νομιμοποιημένες διαδικασίες και λειτουργίες κοινωνικών δικτύων.

Χωρίς αυτά, διερωτώμαι, μπορεί κανένας στα σοβαρά να διατείνεται ότι μετά το τέλος της πανδημίας (που ακόμη αργεί, όσο και να εκβιάζουν οι σημερινές πολιτικές ηγεσίες τις κοινωνίες με καταναγκαστικές επιλογές δήθεν θωράκισης κατά του κορονοϊού, που ήδη αποδείχτηκαν ελπίδες φρούδες) θα έχουμε μπει σε μια νέα εποχή;         

 

 

 

 

18 Απρ. 2021

Το ΚΙΝΑΛ παίζει

το τελευταίο του «χαρτί» 

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται ο εσωκομματικός πόλεμος στο ΚΙΝΑΛ, με τη Φώφη Γεννηματά και τον Ανδρέα Λοβέρδο να ενώνουν τα ξίφη τους για την ηγεσία και τους Παύλο Γερουλάνο και Νίκο Ανδρουλάκη να παρακολουθούν από απόσταση. Η διατήρηση του κόμματος σε δημοσκοπικά ποσοστά αισθητά κάτω του 10%, σε τέτοιες συνθήκες, ενισχύει αντικειμενικά τη δυσαρέσκεια κατά της προέδρου, «δίνοντας φτερά» στην υποψηφιότητα Λοβέρδου, την οποία άλλωστε ανοιχτά  υποστηρίζει και ένα μικρό αλλά όχι αμελητέο για τόσο χαμηλά επίπεδα εκλογικής επιρροής ποσοστό εκλογέων που ταλαντεύονται ανάμεσα στη ΝΔ και το ΚΙΝΑΛ.

Παρ’ ό,τι από πλευράς συνεργατών της Φώφης Γεννηματά διαμηνύεται από καιρό τώρα ότι είναι νωρίς να ανοίξει τέτοια συζήτηση, το θέμα έχει πλέον τεθεί και ακόμη και στενοί συνεργάτες της προέδρου διαμαρτύρονται ότι δεν μπορεί να μένουν αναπάντητες οι αναφορές Λοβέρδου, γιατί έτσι φαίνεται ως αδυναμία της προέδρου αυτή η σιωπή. Παράλληλα, κατά της Φώφης Γεννηματά καταλογίζεται και η αστοχία επιλογής του Γιώργου Καμίνη ως του «νούμερο 2» προσώπου στο κόμμα, που η πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ είχε προσπαθήσει να επιβάλλει στις τελευταίες εκλογές. Η σκέψη ότι ο πρώην δήμαρχος Αθήνας θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα alter ego της προέδρου διαμορφώνοντας ένα ισχυρό δίδυμο ηγεσίας έχει αποτύχει πλήρως, αναγνωρίζουν σήμερα ακόμη και στενοί συνεργάτες της Φώφης Γεννηματά.

Σ’ αυτό το παζλ ετερόκλιτων πολιτικών και προσωπικών σκοπιμοτήτων είναι φανερό πως δεν μπορεί να δομηθεί σοβαρό κόμμα. Μάλιστα, όσο η απαξίωση της κυβέρνησης και προσωπικά του Κυριάκου Μητσοτάκη επιτείνεται., τόσο θα ενισχύονται οι τάσεις ρευστοποίησης της μερίδας ψηφοφόρων που στις τελευταίες εκλογές ψήφισαν ΚΙΝΑΛ. Δεν είναι χωρίς σημασία ότι η ταυτοτική πολιτική αναφορά των σημερινών πολιτικών κοινών, προς τα οποία απευθύνεται το κόμμα, διέπεται καταλυτικά από το στοιχείο «χρησιμότητας» της ψήφου για την παραγωγή πολιτικών  εξελίξεων. Και σήμερα το ΚΙΝΑΛ ακόμη και απέναντι στους ψηφοφόρους του φαίνεται να εκπροσωπεί απολύτως τον χαρακτήρα της «χαμένης ψήφου».

Για να ολοκληρωθεί η εικόνα οφείλεται αναφορά στην παρουσία και τον ρόλο του Γιώργου Παπανδρέου μέσα στο ΚΙΝΑΛ, που ως τώρα τηρώντας προσεκτικές αποστάσεις από οποιαδήποτε αναφορά ανάμιξης στο εσωκομματικό ζήτημα, λειτουργεί περισσότερο ως συνεργαζόμενος πόλος, παρά ως ενσωματωμένο μέρος του ΚΙΝΑΛ. Ο έμπειρος Γ. Παπανδρέου φαίνεται να κατανοεί ότι τυχόν εμπλοκή του στο εσωκομματικό πεδίο διενέξεων, θα τον μετέτρεπε σε διάδικο τμήμα μιας πολιτικής ατζέντας που ούτε την κοινωνία ούτε και τον ίδιον ενδιαφέρει.

Σε τέτοιο σκηνικό έχει ενδιαφέρον να επισημανθεί η διαφορά πολιτικής τακτικής που εφαρμόζεται από τα άλλα κόμματα απέναντι στο ΚΙΝΑΛ.

- Η από μεριάς του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης εντεινόμενη αποστασιοποίηση από τα εσωκομματικά του ΚΙΝΑΛ αποτελεί την επιτομή της στρατηγικής «από τα κάτω» περικύκλωσης των εκλογικών κοινών του. Δεν είναι χωρίς σημασία ότι η στρατηγική αυτή βρίσκεται στον αντίποδα της ως τις τελευταίες εκλογές τακτικής προσεταιρισμού στελεχών, που άλλωστε ξεκίνησε ήδη από την εποχή των μνημονίων. Είναι προφανές ότι θεωρείται πως η «από τα πάνω» περικύκλωση έχει ολοκληρώσει τον σκοπό της και δεν έχει νόημα η συνέχισή της.

- Στην άλλη πλευρά, η ολοένα και δραστηριότερη ανάμιξη της ΝΔ στα εσωκομματικά του ΚΙΝΑΛ (τελευταίο παράδειγμα οι επιθέσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη και υπουργών κατά της Φώφης Γεννηματά στη Βουλή) επιβεβαιώνει ότι διατηρείται η τακτική του κυβερνώντος κόμματος να το αντιμετωπίζει ως εκλογική και εν γένει πολιτική εφεδρεία του. Απ’ αυτή την οπτική είναι εδραίες οι διαπιστώσεις περί παγίωσης της «συντηρητικής στροφής» του ΚΙΝΑΛ, αφού χωρίς στροφή με τέτοια πολιτικά χαρακτηριστικά δεν θα μπορούσε να εικαζόταν ως ρεαλιστική η θέση περί «εφεδρείας της ΝΔ» που προωθεί η ηγετική ομάδα της κυβέρνησης και το μπλοκ εξουσίας περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, για το ΚΙΝΑΛ απ’ όλα -κι αυτό είναι προσωποποιημένη ευθύνη της Φώφης Γεννηματά- είναι η αδυναμία του να λειτουργήσει πολιτικά, πείθοντας ότι τηρεί αποστάσεις από ετερόκλιτα συμφέροντα που αθροίζονται συνεκτικά γύρω από τον σημερινό μηχανισμό ενάσκησης εξουσίας στην Ελλάδα. Κάτι τέτοιο δεν δηλώνεται από καμιά ηγεσία, ούτε διαλαλείται από μέσα ενημέρωσης αποδεδειγμένα υπονομευμένης αξιοπιστίας για να πείσει, αλλα αναδύεται ως εντύπωση από τη συνολική στάση κάθε κόμματος απέναντι στις τρέχουσες εξελιξεις της δημόσιας ζωής. Γι’ αυτό και η συλλογική αίσθηση ότι η ΝΔ και το ΚΙΝΑΛ εκπροσωπούν κύκλους συμφερόντων (επιχειρηματικών, μιντιακών και άλλων) είναι δεδομένη, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα κόμματα. Αυτή η πρόσδεση σε τέτοιο πολιτικό όχημα «διεξαγωγής» της πολιτικής παράγει κατά τη γνώμη μου το μεγαλύτερο πρόβλημα υπαρξιακού και ιδελογικοπολιτικού φορτίου στο ΚΙΝΑΛ και τη Φώφη Γεννηματά, απ’ οποιοδήποτε άλλο.         

Τέλος, το ΚΙΝΑΛ παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον επειδή είναι το μόνο κόμμα (μαζί με το ΚΚΕ) που με τη χρήση του ιστορικού τίτλου «ΠΑΣΟΚ», συνεχίζει να διακινεί την απόπειρα παρουσίασης πεπαλαιωμένων πολιτικών προτύπων ως δήθεν επαρκή απάντηση  στα προβλήματα της Ελλάδας του 21ου αιώνα. Αν στο ΚΚΕ αυτό είναι προϊόν ιδεολογικών προσχημάτων, στο ΚΙΝΑΛ για μεγάλο μέρος των ανθρώπων του (που ποτέ δεν είχαν σχέσεις αρχών με τις γνήσιες καταβολές των 3 πολιτικών γενεών καταγωγής του ΠΑΣΟΚ) δεν είναι ζήτημα ιδεολογίας, αλλά είναι ζήτημα κατανόησης της πολιτικής ως ένα συγκεκριμένο μοντέλο ενάσκησης της κρατικής εξουσίας.

Και, σήμερα, στην εποχή της συντριβής των βεβαιοτήτων που είχε ο κόσμος από το σύστημα που δέσποσε μεταπολεμικά επί δεκαετίες, οι λύσεις δεν μπορεί να αναζητούνται σε μοντέλα εξουσιών, αλλά μόνο σε καινούριες αρχές των πραγμάτων. Σε τέτοιες αρχές, που ακόμη δεν είναι στο στάδιο ουσιαστικής δρομολόγησής τους αλλά μόνο τη μπογιά της επιφάνειας των δεδομένων «ξύνουν», και αξιοποιώντας εμπειρίες από μεγάλες δοκιμές αλλαγών που έχουν προηγηθεί, θα μπορούσε να γεννηθεί ένα ουσιαστικό εγχείρημα ανατροπής του αδιεξόδου, όπου έχουμε παγιδευτεί. Σε τέτοια βάση πολιτικών αιτημάτων και για τους λόγους που εξήγησα, το ΚΙΝΑΛ βεβαίως αδυνατεί να αρθρώσει λόγο και να έχει ρόλο.

Η επόμενη φάση του ΚΙΝΑΛ ασφαλώς είναι η τελευταία πράξη του δράματος προϊούσας απαξίωσης του πολιτικού προγόνου του, την οποία όφειλε το ίδιο το ΚΙΝΑΛ να έχει αποφύγει και αντ’ αυτού όχι μόνο διέπραξε την αήθεια αλλά και κατέστη αυτουργός της. Και όταν λέγω «τελευταία πράξη» εννοώ τη μετάβαση στη φάση συνειδητοποίησης από τα εναπομένοντα περιθωριακά κοινά του ότι το πολιτικό τέλος του ΚΙΝΑΛ είναι αναπόφευκτο.       

Το μόνο που απομένει να διαφανεί είναι αν η Φώφη Γεννηματά θα μείνει με τον «μουτζούρη» ανα χείρας. Είναι ίσως το καταλληλότερο πρόσωπο προς τούτο. Και το διαπιστώνω με λύπη μου. Διότι αναμφίβολα μπορούσε να είχε αποφύγει τέτοιο δρόμο.

 

 

 

 

16 Απρ. 2021

Ένα μάθημα προς την ελληνική

και την ευρωπαϊκή πολιτική τάξη

H επίσκεψη Δένδια στην Τουρκία (κατέληξε να) είναι ένα σοβαρό μάθημα για την ελληνική και την ευρωπαϊκή πολιτική τάξη. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο όφελος για την Ελλάδα και είναι εξ ίσου σημαντικό με το άλλο όφελος για μας που παρήχθη από την επίσκεψη αυτή: ότι το μάθημα παρέδωσε Έλληνας πολιτικός.

Σε τί έγκειται ο διαπαιδαγωγητικός χαρακτήρας των όσων έπραξε ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών; Σε 3 πράγματα:

1. Απέδειξε ότι τα παραδοσιακά τουρκικά «κόλπα» -όπως το πρόσφατο sofa gate- επιδέχονται απάντηση που εξαερώνει επί της ουσίας τον ιστορικά αποσταθεροποιητικό ρόλο της γειτονικής χώρας στην περιοχή.

2. Ανέδειξε (και ταυτόχρονα καίρια αποδόμησε) τον πυρήνα του εν πολλοίς κατασκευασμένου διμερούς πλαισίου διαπραγμάτευσης, που αφορά στο σκηνικό που αγωνιωδώς προσπάθησε να στήσει η γραφειοκρατία των Βρυξελλών εμφορουμένη από τη μόνη «αξία» που αντιλαμβάνεται η υπό ασφυκτικό γερμανικό έλεγχο «ομάδα του ανεπαρκέστατου Μπορέλ» (και με την ανοχή μεσογειακών χωρών-μελών): τη νομισματική και οικονομική ισχύ και ό,τι την εδραιώνει και τη δυναμώνει, υπό την άγονη θεώρηση ότι το τουρκικό ζήτημα για την Ευρώπη έχει ως βάση του τις οικονομικές σχέσεις και συγκυριακά το προσφυγικό, ενώ είναι ολοφάνερο ότι πρόκειται για βαθύτατη και με μεγάλο παρελθόν -αλλά όπως φαίνεται και μέλλον- σύγκρουση γεωπολιτικών συμφερόντων. Υπ’ αυτή την οπτική το ευρωπαϊκό μύθευμα-κατασκεύασμα ότι τα ελληνοτουρκικά είναι ινάτια δύο καθυστερημένων χωρών, που η ευρωπαϊκή διπλωματική μανιέρα μεσολαβεί για να τις χωρίσει από τον καυγά τους, κατέπεσε πλήρως! Είναι πια πλέον ή σαφές ότι  υπάρχουν τουρκικές διεκδικήσεις σε βάρος ελληνικών δικαιωμάτων και αυτό είναι που παράγει την αποσταθεροποίηση στην ανατολική Μεσόγειο. ...Φανερό εξ αρχής ήταν αυτό αλλά η υπεθνύμισή του υπό τις παρούσες συθνήκες έχει μεγάλη σημασία.  

(Μια δευτερεύουσα αλλά επίσης κρίσιμη συνέπεια του «μαθήματος» -στο ίδιο αντικείμενο- είναι η διασαφήνιση ότι οι ευρωτουρκικές διαφορές δεν εχουν ως βαση τους τον ρατσιστικού προτάγματος αντιτουρκισμό των ευρωπαίων ακροδεξιών (Κουρτς, Βέμπερ κ.λπ.), αλλά οφείλονται σε άνομες και κατά πλήρη παραβίαση του γράμματος και του πνεύματος του διεθνούς δικαίου τουρκικές διεκδικήσεις κατά χωρών-μελών της ΕΕ. Ο υπαρκτός αντιτουρκισμός από μεριάς του ελληνικού στοιχείου, με όσα είπε ο Έλληνας ΥΠΕΞ, απομυθοποιήθηκε ως δήθεν μέρος μιας αποκλειστικά εθνικιστικών κινήτρων ελληνικής στάσης (εσφαλμένη κατανόηση των πραγμάτων, στην οποία έχει προσχωρήσει και η παραδοσιακή αριστερά στην Ελλάδα, ως δήθεν επαρκούς ερμηνείας των αιτίων της ελληνοτουρκικής διένεξης). Εδώ υπάρχει επιτιθέμενος (Τουρκία) και προασπιζόμενος τα δικαιώματά του πόλος (η Ελλάδα και η Κύπρος), και αυτή η βάση του ζητήματος δεν αναιρείται από παλιότερες  παρεμβάσεις εθνικιστικών και πρακτορευμένων ελληνικών παραγόντων, των οποίων άλλωστε η δραστηριότητα  ιστορικά έχει αποδειχτεί ότι έπληξε τα ελληνικά συμφέροντα αντί να τα προάγει).                    

3. Αποκάλυψε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η σημερινή ευρωπαϊκή διαμεσολάβηση στη βάση της προτροπής για παραπομπή των διμερών διαφορών (κατά την Ελλάδα μίας και μόνης διαφοράς) σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο έχει απορριφτεί από τουρκικής πλευράς ως μέθοδος λύσης (κι αυτή είναι παλαιόθεν στρατηγική επιλογή της τουρκικής διπλωματίας), κι αν σήμερα η Τουρκία προσποιείται ότι δήθεν αποδέχεται τέτοια βάση για τον διμερή διάλογο το κάνει μόνο και μόνο τακτικά για να διαφύγει της μεγάλης απομόνωσης, στην οποία την έχουν παγιδεύσει οι εσωτερικών σκοπιμοτήτων ερντογανικές εξαλλότητες. (Ας κάνουν τον κόπο οι ενδιαφερόμενοι να ακούσουν με προσοχή το μέρος εκείνο των δηλώσεων Τσαβούσογλου, όπου ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας εξηγεί αναλυτικά ότι δεν πρέπει να βάλουμε ανάμεσά μας κανένα διεθνές δικαιοδοτικό όργανο και να καθίσουμε οι δύο σ’ ένα τραπέζι «να τα βρούμε». Η δήλωση αυτή του Τσαβούσογλου καθιστά εκ των πραγμάτων ήδη την τελευταία απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ για τις εξελίξεις στην ανατολική Μεσόγειο ξεπερασμένη και οιονεί απορριφθείσα από την τουρκική πλευρά και επομένως η γερμανο-ευρωπαϊκή διαμεσολάβηση είναι πλέον άνευ αντικειμένου).     

Κάτι τελευταίο πέραν των 3 ανωτέρω σημείων: Η αντίδραση του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών στις απαιτήσεις της Τουρκικής πλευράς, «τελειώνει» επί της ουσίας και την προσπάθεια Σημίτη να προστρέξει στην υποστήριξη των αναθεωρητικών της πάγιας ελληνικής εξωτερικής πολιτικής θέσεων του Κυριάκου Μητσοτάκη να ανοίξει όλη τη βεντάλια των τουρκικών απατήσεων σε βάρος της Ελλάδας ως δυνάμει ατζέντα διαλόγου των ελληνοτουρικών διαφορών σήμερα. Ο κίνδυνος αυτός απετράπη οριστικά! Από ‘δω και πέρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποχρεούται πλέον να κατανοήσει και να εφαρμόσει απαρέγκλιτα τη γραμμή της μίας και μόνης διαφοράς προς επίλυση με την Τουρκία, και με μόνο μέσο την προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο.