Μολυβάκι

19 Ιουν. 2021

Nέες γελοιότητες για την Ελλάδα

με το Ταμείο Ανάκαμψης

Η εκδήλωση για το Ταμείο Ανάκαμψης στην Αθήνα, έλαβε χώρα μεσα σε πανηγυρικό κλίμα για την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, λίγες μέρες μετά το ανάλογο πανηγυρτζίδικο κλίμα των εκδηλώσεων για την ένταξη της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ και σήμερα ΕΕ. Τα «καθρεφτάκια προς ιθαγενείς» της συμπαθούς τούτης γωνιάς του πλανήτη μας, που εμείς αντιλαμβανόμαστε ως τη χώρα μας, ξαναμοιράστηκαν απλόχερα για να προσπαθήσουν να εμφυσήσουν αισιοδοξία στους ταλαιπωρημένους από τη μακρά κρίση και την πανδημία έλληνες, με απώλειες ως σήμερα περισσότερους από 12.000 συμπολίτες μας.

Με μια διαφορά: Ότι οι εκδηλώσεις για την είσοδο της Ελλάδας στην ΕΟΚ ήταν μια εορταστική εκδήλωση, επετειακού περισσότερο χαρακτήρα και προφανώς απολύτως απαράγωγη να ενισχύσει έστω και στο ψυχολογικό πεδίο τους ανθρώπους γύρω μας να ξεπεράσουν τη βιούμενη δυστοπία της παρατεταμένης οικονομικής ανέχειας και της υγειονομικής κρίσης και μάλιστα σε συνθήκες της χείριστης μετά τη μεταπολίτευση διακυβέρνησης. Αντίθετα, τα φώτα, οι προβολείς και ο ντόρος για Ταμείο Ανάκαμψης σχετικά με την Ελλάδα υποτίθεται πως είναι μια άμεση και πρακτική βοήθεια για να ξεπεράσουν οι πολίτες αυτήν τη δύσκολη περίοδο.

Επίσης, σημειώνω εδώ ότι η Ελλάδα με την παρούσα κυβέρνηση αρχίζει πλέον να συστηματοποιείται στα ειωθότα της ΕΕ, ως η βολική χώρα-μέλος για επικοινωνιακές πρεμιέρες διαφόρων κινήσεων της ελίτ των Βρυξελλών και της συντηρητικής πολιτικής ομάδας της ΕΕ, για να εκκινούνται προγράμματα μεγάλης περιεκτικότητας «πολιτικού σανού» προς την ευρύτερη ευρωπαϊκή κοινή γνώμη. Προγράμματα, που φυσικά ελάχιστη πραγματική βαση έχουν, στη συνέχεια τροποποιούνται επί τα χείρω δραματικά και καταλήγουν σε απογοητευτικές εκδοχές της αρχικής βερσιόν που δημοσιοποίησε το εν Ελλάδι πανηγύρι εξαγγελίας τους. Θυμηθείτε τον ατυχή Βέμπερ να εφορμά ενδόξως για την κατάκτηση της προεδρίας της Κομισιόν στο πλευρό του Κυριάκου Μητσοτάκη ...και την κατάληξη αυτών των εορταστικών εκδηλώσεων...

Όμως, πρέπει να υπογραμμίσω ότι η Ελλάδα ως σκηνικό πρεμιέρας για τις φιλόδοξες ευρωπαϊκές πρεμιέρες, μάλλον δεν επιλέγεται για λόγους πολιτικής ουσίας ή έστω για λόγους συμβολικούς, ένεκα της ιστορίας και της γεωπολιτικής πανευρωπαϊκής σημασίας της χώρας. Νομίζω πως αυτό που μας κάνει πρόσφορους επιλεκτικούς στόχους ώστε να φιλοξενούνται εδώ τέτοια επικοινωνιακά σχέδια, δεν είναι κάτι άλλο από τη βεβαιότητα και την εξασφάλιση που έχουν οι ευρωπαίοι εταίροι μας ότι παρ’ ημίν κανένα κακό ή έστω κριτικό σχόλιο δεν θα ακουστεί γι' αυτούς. Οι διοργανωτές εκδηλώσεων των Βρυξελλών και εταίροι μας γνωρίζουν πολύ καλά ότι εδώ στην εποχή του νεο-μητσοτακισμού δεν θα ακούσουν καμιά κριτική ακόμη και για τις πιο επιβεβαιωμένες αστοχίες τους, και γι’ αυτους δεν θα απευθυνθούν παρά μόνο λιβανίσματα προς τον ευρωπαϊκό πατερναλισμό (έναντι όλων των αδύναμων χωρών-μελών, και της Ελλάδας), ο οποίος μάλιστα στην περίπωση της χώρας μας την περασμένη δεκαετία εδώ «έπαιξε τα ρέστα του» ...και χάσαμε εμείς οι έλληνες!

Είναι μ’ άλλα λόγια, η απολύτως προσβλητική για όλους μας στάση εξαρτώμενης χώρας, που κάνει την Ελλάδα να προσφέρεται ως εναρκτήριος τόπος για τέτοιες καμπάνιες, με τη σημερινή ελληνική κυβέρνηση κατ’ ουσίαν άκριτο χειροκροτητή ακόμη και των μεγαλύτερων αστοχιών του ευρωπαϊκού κατεστημένου. Άλλωστε, πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από τη στάση των ίδιων δυνάμεων που σήμερα κυβερνούν την Ελλάδα απέναντι στο μνημονιακή φάρσα ως δήθεν «σχεδίου διάσωσης» της οικονομίας μας δεν θα μπορούσε να υπάρξει.

Και προσέξτε: Δεν εννοώ τη λεκτική σχετικά με το μνημόνιο έστω ως «αναγκαίο κακό»! Εννοώ το τότε  αφήγημα των σημερινών κυβερνητών της χώρας ότι «ακόμη κι αν δεν υπήρχε το μνημόνιο εμείς οι έλληνες θα έπρεπε να το έχουμε εφεύρει από μόνοι μας». Καθώς και το αλησμόνητο «Γερούν γερά», την ώρα που μια ελληνική κυβέρνηση με διαφορετική και έντονα κριτική στάση απέναντι στις ευρωπαϊκές αστοχίες που απέβησαν σε βάρος όλων μας, εκείνοι στρατεύονταν ανοιχτά στο πλευρό ...των Βρυξελλών!

Μήπως αυτή η σκαστή αστοχία της ελληνικής «διάσωσης» δεν συμπεριλαμβάνεται στα ζητήματα που θα έπρεπε να τύχουν ευρύτατου σχολιασμού κατά την πανηγυρική εκκίνηση του Ταμείου Ανάκαμψης στην Αθήνα, ως κατ’ εξοχήν επίκληση παραδείγματος προς αποφυγή για τα όσα θα γίνουν προς στήριξη της οικονομίας των χωρών-μελών στο προαναγγελλόμενο ως «μεταπανδημικό σκηνικό»; Κι αν οι εκπρόσωποι των Βρυξελλών θα ήθελαν να αποφύγουν αυτές τις δυσάρεστες υπομνήσεις των κοινωνικών βαρβαροτήτων που προκάλεσαν οι αστοχίες τους στην Ελλάδα, μήπως εξέλιπε η υποχρέωση της οποιασδήποτε ελληνικής κυβέρνησης να τα υπενθυμίζει, έστω και υπό τον τύπο υπομνητικού φόρου τιμής στα όσα εμείς οι έλληνες υποστήκαμε επί μία δεκαετία;         

Για παράδειγμα, εγώ θα απαιτούσα από τη σημερινή ελληνική κυβέρνηση, αντί να κρυφοκοιτάζει ο έλληνας πρωθυπουργός στον μικροπολιτικό «αιφνιδιασμό» των πρόωρων εκλογών τον ερχόμενο Οκτώβριο και αντί να λιβανίζει με κολακείες πριν λίγες ώρες τους κομιστές της θλιβερής για την υπέροχη ενοποιητική διαδικασία της Ευρώπης πατερναλιστικής βερολινέζικης νοοτροπίας εκπροσώπους, να ασκεί σκληρή και δίκαιη κριτική σε μια σειρά θέματα:       

- Γιατί κυρία φον ντερ Λάιεν έχουμε έναν χρόνο (τον ερχόμενο μήνα συμπληρώνεται ένα έτος από την αρχική ανακοίνωση του Ταμείου Ανάκαμψης), που περιμένουμε την οικονομική βοήθεια που έχετε αποφασίσει και ανακοινώσει ότι θα χορηγήσετε; Έτσι εννοείτε εσείς την άμεση και επαρκή  στήριξη των χωρών-μελών, για να αντιμετωπίσουν την καταστροφή της πανδημίας; Είσαστε ικανοποιημένη, κυρία πρόεδρε της Κομσιόν, για την αποτελεσματικότητά σας (αν δεν είναι συνειδητή καθυστέρηση) όταν έρχεστε στην Αθήνα 11 μήνες μετά, για να μας πείτε ότι από τον πακτωλό των 32 δισ. που είχατε εξαγγείλει για την Ελλάδα εγκρίνατε για μας κάτι παραπάνω από 700 εκατ. (που κι αυτά σε κάνα δίμηνο θα έρθουν αν όλα πάνε καλά);   

- Είσαστε  νομίζετε σε θέση να θριαμβολογείτε (και ο Κυριάκος Μητσοτάκης να σας αποθεώνει -μαζί με τον εαυτό του βεβαίως-βεβαίως) με τις ανεπίτρεπτες ανοησίες του επικεφαλής του ESM (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Στήριξης), Κλάους Ρέγκλινγκ; Που του δώσατε πριν 12 μήνες  240 δισ. ευρώ για τις άμεσες υποτίθεται δαπάνες στήριξης των ευρωπαϊκών οικονομιών κατά της πανδημίας, και εκείνος δεν έχει ως σήμερα διαθέσει ούτε 1 ευρώ σε χώρα-μέλος ως τώρα; Και δεν έχει διαθέσει ούτε 1 ευρώ, διότι σε συμφωνία με τις Βρυξέλλες οι όροι υπό τους οποίους θα παραχωρούνταν προς τις χώρες-μέλη πιστώσεις απ’ αυτό το υποτίθεται άμεσης πρόσβασης πακέτο στήριξης, είναι λεόντειοι και με νεο-μνημονιακές φιλοδοξίες, με αποτέλεσμα πρακτικά όλες τις χώρες-μέλη να απέφυγαν να λάβουν πόρους απ’ αυτήν την πηγή και εκ κατακλείδι 240 δισ. ευρώ να μένουν στο «ντουλάπι» του κ. Ρέγκλινγκ, σε εποχή που η ευρωπαϊκή οικονομία χρειαζόταν περισσότερο παρά ποτέ ρευστότητα καθ’ όλη την περίοδο των λοκντάουν.

- Δεν έχετε, κυρία πρόεδρε της Κομισιόν, καμιά αίσθηση της τεράστιας ευθύνης σας, για την ανεπίτρεπτη αναφορά Ρέγκλινγκ ότι τα 240 δισ. ευρώ που τού εμπιστευτήκατε για άμεση στήριξη της οικονομίας των χωρών-μελών, τελικά το μόνο που έκαναν ήταν κατά την αναφορά του προέδρου το ESM να ...καθησυχάσουν τις αγορές; Αλήθεια, θεωρείτε πως κάνατε επαρκώς τη δουλειά σας όταν οι ευρωπαίοι πολίτες πιέζονταν μέχρις οικονομικής και κυριολεκτικής ασφυξίας λόγω των λοκντάουν, κι εσείς αντί να τους προσφέρετε το οξυγόνο της ρευστότητας «καθησυχάζατε τις αγορές»;   

- Και δεν καταλαβαίνετε ότι ακόμη και για λόγους βαρύτατων συμβολισμών είναι ασέβεια προς τους έλληνες πολίτες που «τσακίσατε ...για να τους διασώσετε» να βάζετε το eurogroup να μας ανακοινώνει θριαμβευτικά ότι εγκρίνει για την Ελλάδα μερικές εκατοντάδες εκατ. ευρώ, από τα 32 δισ. (δηλαδή το 2,5% του ποσού που αναλογεί στην Ελλάδα από το Ταμείο Ανάκαμψης!!!), με 11 μήνες καθυστέρηση; Και προσέξετε, όχι χωρίς όρους, αλλά υπό την «άγρια προειδοποίηση» που μας επιστρέφει στην εποχή των σκληρών μνημονιακών ακροτήτων, ότι τον Σεπτέμβριο θα μας ...«αξιολογήσουν» και πάλι! Στην Ελλάδα ήρθατε να τα πείτε αυτά; Δεν αντιλαβάνεστε ότι για τους έλληνες πολίτες αυτό σημαίνει επιστροφή στις μνημονιακές πρακτικές; Και υπό το πρόσθετο βάρος, ότι οι σκληρότεροι όροι του μεταμφιεσμένου σε «ελληνικό πρόγραμμα» νεο-μνημονιακού σκοπού, δεν επιβάλλονται από το μνημόνια αλλά είναι υποτίθεται δική μας προτίμηση -στην πραγματικότητα, φυσικά, του χειροκροτητή σας πρωθυπουργού μας, ανθ’ ημών; Αυτά τα νεο-μνημονιακά μέτρα επαινείτε εσείς και οι αξιολογητές σας, κυρία φον ντερ Λάιεν, χαιρετίζοντας το πτωχευτικό υπέρ τραπεζών, που εξαθλιώνει μεγάλο αριθμό ελληνικών νοικοκυριών, το «εργασιακό της ντροπής» κ.λπ., αν δεν το καταλάβατε!

- Δεν γνωρίζετε ότι επειδή καθυστερείτε επί τουλάχιστον 11 μήνες την οικονομική βοήθεια του Ταμείου Ανάκαμψης (προς όλες τις χώρες-μέλη αλλά και προς την Ελλάδα) εμείς εδώ για να βρούμε πρόσβαση σε ρευστότητα δανειζόμαστε (από τις «αγορές που καθησυχάσατε») διευρύνοντας το δημόσιο χρέος μας; Και ότι η Ελλάδα δανείζεται με εξωτερικό χρέος 200% του ΑΕΠ της με επιτόκια της τάξης μεσοσταθμικά του 1%, ενώ την ίδια ώρα η Γερμανία δανείζεται από τις ίδιες αγορές με αρνητικό επιτόκιο, δηλαδή βγάζει λεφτά από ό,τι δανείζεται; (Όπως έβγαζε και απο την διακίνηση ελληνικών ομολόγων την εποχή των μνημονίων!) Στα σοβαρά θα έρθετε αύριο (όπως υπαινιχτήκατε) να μας ρυθμίσετε το χρέος μας, δηλώνοντας ότι σε τέτοιες συνθήκες μας βοηθάτε; Ούτε σε καθυστερημένους ιθαγενείς δεν θα άρμοζαν τέτοια «καθρεφτάκια», κυρία πρόεδρε της Κομισιόν! Και, παρακαλω, μην διανοηθείτε να μας πείτε ότι αυτούς τους 11 μήνες που καθυστερείτε μας βοηθάτε μεσω της ΕΚΤ με ρευστότητα προς τις ελληνικές τράπεζες, διότι γνωρίζετε άριστα ότι η ρευστότητα αυτή κατευθύνεται στην εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών στην Ελλάδα και ψίχουλα φτανουν στα ελληνικά νοικοκυριά και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις μας που βυθίζονται, υπό την  πτωχευτική μάλιστα δαμόκλειο σπάθη που θεσμοθέτησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης! Και, προσέξετε, μιλάτε για τη ρευστότητα της ΕΚΤ, ενώ την ίδια ώρα ασκούνται ασφυκτικές πιέσεις προς την ίδια από ισχυρές χώρες-μέλη να περιορίσει και να σταματήσει τα προγράμματα ρευστότητας.                 

Μήπως τα λέει αυτά που λέγω κανένας φανατικός αντιευρωπαϊστής, κυρία πρόδρε της Κομισιόν; Δεν έχετε πληροφορηθεί τις δηλώσεις του Γάλλου υπουργού Οικονομικών, Λε Μερ, που εδώ και μήνες ασκεί αυστηρή κριτική για τις καθυστερήσεις σας στο Ταμείο Ανάκαμψης; Δεν έχετε ακούσει τίποτα για τις δηλώσεις του Ιταλού πρωθυπουργού Ντράγκι (σημειωτέον τέως διοικητή της ΕΚΤ) που σας μέμφεται ανοιχτά για τη διαχείριση του Ταμείου Ανάκαμψης ως τώρα; Και καλά, αυτούς δεν τους ακούτε! Δεν διαβάζετε ούτε τη στη μητρική γλώσσα σας εκδιδόμενη Suddeutsche Zeitung, που για τις περιοδείες σας στις χώρες-μέλη επ’ ευκαιρία του Ταμείου Ανάκαμψης σχολίασε προχθές ότι βγήκατε να «μοιράσετε επιταγές» για να αυτοπροβληθείτε; (Βρέθηκε μια γερμανική εφημερίδα -και μάλιστα συντηρητική- να το πει. Ο έλληνας πρωθυπουργός εκείνη την ώρα χειροκροτούσε και προετοιμαζόταν για τις πρόωρες εκλογές του, τον ερχόμενο Οκτώβριο)

Αλλά η μέγιστη συμβολική αήθειά σας, κυρία πρόεδρε, ήταν ότι λάβατε μέρος σε προσβλητική για τους έλληνες φιέστα προχθές (προσβλητική για όλους τους λόγους που εξέθεσα ως εδώ), που έλαβε χώρα στη  αρχαία αγορά, Πιο «αγοραίο» αρνητικό συμβολισμό δύσκολα θα μπορούσε κανένας να διανοηθεί! Όπως σας διέφυγε ότι στο αθηναϊκό μνημείο όπου δέσποζε ως σήμερα η συγκλονιστική ηθική λιτότητα του απλού κότινου ελαίας, ο οικοδεσπότης χειροκροτητής πρωθυπουργός μας, είχε λίγο μετά τη φιέστα προς τιμή σας προγραμματίσει πυροτεχνήματα. Λέμε στην εποχή μας τη λέξη «πυροτέχνημα» συμβολίζοντας κάτι που λειτουργεί σαν εύκολος εντυπωσιασμός. Πόσο βαθιά αντίστιξη με την ήρεμη πανανθρώπινη και αιώνια αξία των όσων κομίζει η σκιά του Παναθηναϊκού Σταδίου!          

 

 

 

 

15 Ιουν. 2021

Η αδύναμη Ελλάδα

και πως φτάσαμε ως εδώ

σε 2 χρόνια

Με την ολοκλήρωση των εργασιών της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ επιβεβαιώθηκε πέραν πάσης πλέον αμφιβολίας ότι ο γεωπολιτικός ρόλος της Ελλάδας έχει συρρικνωθεί δραματικά τελευταία, έχοντάς μας καταστήσει τον ασήμαντο παράγοντα των ιστορικών εξελίξεων που λαμβάνουν χώρα στην ευρύτερη ανατολική Μεσόγειο. Παρ’ ό,τι θα φαινόταν ότι αυτή δεν είναι μια αρνητική εξέλιξη συνδεδεμένη απολύτως με μια συγκεκριμένη διακυβέρνηση, τα στοιχεία περί άλλων μαρτυρούν, αποκαλύπτοντας ότι τα τελευταία δύο χρόνια είναι που έχει προκύψει η ραγδαία επιδείνωση του ειδικού βάρους μας στην περιοχή, ως απόρροια μιας εξωτερικής πολιτικής που αναδύεται από την ιδεολογικοπολιτική κατανόηση των πραγμάτων την οποία πρεσβεύει η κυβερνητική παράταξη υπό την ηγεσία του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Η Ελλάδα αυτή την εξαιρετικά κρίσιμη για τις εκάστοτε επόμενες γενιές δυσκολία την έχει ξαναζήσει. Παλιότερα ζήσαμε τις βαριές συνέπειες της εξαρτημένης Ελλάδας και χρειάστηκε να επικυρωθεί η πολιτική ηγεμονία παρατάξεων με ξεκάθαρο  αντιεξαρτησιακό προσανατολισμό, ως μέρος μιας γενικότερης πολιτικής αντίληψης των πραγμάτων, για να ενισχυθεί η Ελλάδα και να φτάσει με όρους ισοτιμίας με τις υπόλοιπες χώρες της περιοχής στο τέλος του προηγούμενου αιώνα. Την εποχή μιας νέας εξάρτησης της χώρας μας, δηλαδή, βιώνουμε σήμερα. Μιας εξάρτησης προσαρμοσμένης στα δεδομένα των καιρών μας, αλλά ανάτυπο μιας επαρχιώτικης συντηρητικής θέασης στα γεγονότα του κόσμου που αλλάζει με ραγδαίους ρυθμούς, η οποία επιφυλάσσει στη χώρα μας και στους κατιόντες της γενιάς μας, τη μοιρολατρική υποταγή στην αναπότρεπτη ηγεμονία των ισχυόντων συσχετισμών δυνάμεων, με εθελούσια πλήρη υποβάθμιση της προστιθέμενης αξίας των ειδικών χαρακτηριστικών χωρών με μεγάλο πρακτικό και συμβολικό βάρος για τη διαμόρφωση της τελικής γεωπολιτικής εικόνας σε μια περιοχή, όπως εν προκειμένω η Ελλάδα για την ανατολική Μεσόγειο.

Είναι πολύ αρνητικό σημείο για την Ελλάδα ότι αυτή η ραγδαία γεωστρατηγική υποβάθμισή μας (και όχι μόνο ως χώρας του δυτικού μέρους του παγκόσμιου σκηνικού, αλλά ευρύτερα) την τελευταία διετία, παγιώνεται σε μια περίοδο που οι θαλάσσιες επικράτειες ως τμήμα κατανόησης του όρου «γεωπολιτική ισχύς» για κυρίαρχες χώρες «μετράνε» πολύ. Για να το πω με αμεσότερο τρόπο: Ακριβώς σ’ ένα πεδίο διαμόρφωσης των διεθνών συχετισμών δύναμης (δηλαδή τις ΑΟΖ και την ενδυνάμωση του ρυθμιστικού βάρους του διεθνούς δικαίου της θάλασσας, που οι ΗΠΑ προτίθενται πια να προσυπογράψουν μετά από δεκαετίες που το αρνούνταν), δηλαδή σ’ ένα πεδίο όπου η Ελλάδα φέρει σημαντικό πλεονέκτημα σε σύγκριση με όλες τις υπόλοιπες χώρες της περιοχής μας, κάνουμε βήματα προς τα πίσω, αντί να ενισχύουμε τη θέση μας!

Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι όλες οι υπόλοιπες χώρες της ίδιας περιοχής (η Ιταλία, η Λιβύη, η Αίγυπτος, το Ισραήλ, η Τουρκία, ακόμη και η Κυπρος) σε συνδυασμό με την πολιτική των υδρογονανθράκων και των αγωγών, που επηρεαζει τις ισορροπίες στην ανατολική Μεσόγειο, είτε έχουν διατηρήσει το γεωπολιτικό βάρος τους είτε το έχουν αυξήσει, και μόνο η Ελλάδα έχει οπισθοχωρήσει.

Η απόλυτη ταύτιση αυτών των για την Ελλάδα δυσμενέστατων εξελίξεων οριοθετείται χρονικά με απόλυτο τρόπο από το δεύτερο μισό του 2019, καθιστώντας αναντίρρητα για καθε λογικό παρατηρητή τον Κυριάκο Μητσοτάκη το μοιραίο πρόσωπο του κακού. Αντίθετα, η εικόνα μιας Ελλάδας που βελτίωνε με μεθοδευμένο τρόπο τη διεθνή ισχύ της, με την πολιτική των αγωγών και της εμπλοκής της σε μεγάλα πρότζεκτ φυσικού αερίου, την ρύθμιση των εκκρεμοτήτων της στα Βαλκάνια με τη συνθήκη των Πρεσπών, προς όφελος της σταθερότητας στην περιοχή της χερσονήσου του Αίμου, τη σχεδιασμένη  βήμα προς βήμα επέκταση των χωρικών υδάτων της, κι όλ’ αυτά χωρίς καμιά σοβαρή ενέργεια αμφισβήτησης των κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων μας από άλλη χώρα, όπως συμβαίνει σήμερα, αυτή η εικόνα της Ελλάδας πριν το 2019, δείχνει το βάθος των διαφορών, δυστυχώς και των σε βάρος μας συνεπειών από την παρούσα διακυβέρνηση.                     

Ένα άλλο σημείο τραγικής απόδειξης της συρρίκνωσης σήμερα του ελληνικού γεωπολιτικού ειδικού βάρους στην ανατολική Μεσόγειο είναι το Κυπριακό. Διότι σήμερα και με την κυβέρνηση και την πρωθυπουργία του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι που δύναται να θέτει θρασύτατα η Τουρκία ζήτημα «λύσης δύο κρατών», που δεν μπορούσε να θέτει ως τώρα! (Και, φυσικά, έτσι απομυθοποιείται -δυστυχώς με συνέπειες για το Κυπριακό- και η ερμηνεία που μας έδιναν τόσο καιρό οι της ελληνικής εξάρτησης «ρήμασι πειθόμενοι» πολιτικοί κύκλοι στην Ελλάδα, που διατείνονταν ότι ήταν η Κυπριακή Δημοκρατία που ευθυνόταν για την παράταση του αδιεξόδου στο Κυπριακό. Ότι δήθεν ευθυνόταν δηλαδή η Λευκωσία και η Αθήνα επειδή απέρριπταν λύσεις προτεκτορατοποίησης της Κυπριακής Δημοκρατίας και ρυθμίσεις σε βάρος της ελληνοκυπριακής κοινότητας, στο πλαίσιο της παραδοσιακής φιλοτουρκικής στάσης του δυτικού παράγοντα, που σήμερα επεναξετάζεται. Και αντί η ελληνική πλευρά να ωφελείται απ’ αυτό, με την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη είναι η τουρκική που το κάνει! Διότι, βεβαίως, ποτέ το θέμα στο σημείο αυτό δεν θα μπορούσε να ήταν τί απέρριψε η ελληνική πλευρά, αλλά το πότε η τουρκική πλευρά κέκτηται την ισχύ να προτείνει «λύση δύο κρατών» κατά πλήρη παράβλεψη των αποφάσεων του ΟΗΕ: και αυτή η πολύ αρνητικη για την ελληνική πλευρά εξέλιξη προκύπτει -και αυτή με τη σημερινή κυβέρνηση).              

Τέλος, υπάρχει και ένα ακόμη σημείο υπογράμμισης της συρρίκνωσης της ελληνικής γεωπολιτικής ισχύος στην περιοχή μας: Οι διμερείς συμφωνίες με άλλες χώρες για την οριοθέτηση των ΑΟΖ!  

Διότι εδώ -πάντα με τη σημερινή κυβέρνηση- με όσες χώρες η Ελλάδα σύναψε διμερείς συμφωνίες (Ιταλία και Αίγυπτος), στις συμφωνίες αυτές η χώρα μας συναίνεσε σε παραχωρήσεις προς την άλλη πλευρά, πέραν του γενικού κανόνα περί «μέσης γραμμής», δηλαδή έδωσε ελληνικό «χώρο» στην Ιταλία και στην Αίγυπτο. Στην Ιταλία επιπροσθέτως η Ελλάδα παραχώρησε και διευρυμένα δικαιώματα αλιείας.

Την ίδια ώρα οι δυσκολίες για ανάλογη συμφωνία με την αδύναμη Αλβανία διατηρούνται (αν και αυτές προέρχονται από παλιότερα, δεδομένο που, η Ελλάδα όμως με την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και ανεξάρτητα τούτου όφειλε να έχει δρομολογήσει βελτίωση της θέσης της).

Επίσης, την ίδια ώρα συμφωνίες της Ελλάδας με την Τουρκία και τη Λιβύη για την οριοθέτηση θαλάσσιων ζωνών είναι πρακτικά αδύνατες, με τη χώρα μας αδύναμη να επιβάλλει την ακύρωση συμφωνιών τρίτων χωρών μεταξύ τους επί ελληνικών ζωνών, συμφωνιών σαφώς εκτός πλαισίου διεθνούς δικαίου.

Ακόμη χειρότερα: Στο σημείο αυτό η Ελλάδα άγεται σε τροχιά άτυπης ανάθεσης της ρύθμισης των διαφορών μας με την Τουρκία και τη Λιβύη για τις ΑΟΖ, στον διεθνή παράγοντα, εν είδει ενός σύγχρονου ιδιότυπου προτεκτοράτου!

Δηλαδή, η συνολική διεθνής εικόνα της Ελλάδας στο θέμα των ΑΟΖ τη διετία  που κυβερνάει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, είναι εκόνα αδύναμης χώρας να προστατεύσει στοιχειωδώς τα συμφέροντά της. Αυτή είναι η αλήθεια! Και δυστυχώς η εικόνα αυτή αναδύεται επικυρωτικά τόσο από τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ, όσο και από τη διεθνή διάσκεψη για τη Λιβύη, όπου η χώρα μας απαξιώθηκε δραματικά -παρ’ ό,τι αμέσως και κρίσιμα εμπλεκόμενη με τη διεθνή πτυχή του λιβυκού ζητήματος- με τη μη πρόσκλησή της στη διάσκεψη!    

Τα αποδίδω λοιπόν στον Κυριάκο Μητσοτάκη ολ’ αυτά! Όχι γιατί είμαι εμμονικός, όπως συστηματικά με κατηγορούν οι άσπονδοι φίλοι του «ΚΙΝΑΛ υπηρεσίας», που όποτε θίγω τα κακώς κείμενα του σημερινού πρωθυπουργού σπεύδουν αναρμοδίως ως τύποις υποστηρικτές άλλης παράταξης από τη Ν.Δ. να υποστηρίξουν τον σημερινό πρωθυπουργό. Αρκεί να ξαναδιαβαστούν όσα ανέφερα ως εδώ στο παρόν κείμενο, για να διαπιστωθεί αν τα ανωτέρω αναφερόμενα είναι αυθαίρετες παρατηρήσεις ενός εμμονικού ή γεγονότα!   

Όμως η τυχόν προσέγγιση στη σημερινή ανάλυσή μου με την καχυποψία της προκατάληψής μου, άρα της θόλωσης των συμπερασμάτων μου, δεν είναι δόκιμη και για έναν ακόμη λόγο: Ότι οι αναφορές μου στον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν γίνονται ως πρόσωπο, αλλά ως πολιτικό υποκείμενο φορέα μιας ιδεολογικής πολιτικής αντίληψης, που υιοθετεί θέσεις, τις οποίες στην αρχή του κειμένου ονομάτισα ως «εξάρτηση» της Ελλάδας απο εξωγενείς παράγοντες, ως βασικής και απαράβατης παραδοχής στη διαμόρφωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Δε χρειάζονται πολλά λόγια για τους στοιχειωδώς κατέχοντες τα γεγονότα της τελευταίας 20ετίας, για να κατανοηθεί ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι εδώ ως συνεχιστής της αντίληψης του Κώστα Σημίτη για την εξωτερική πολιτική της χώρας (και όχι μόνο, αλλα ας περιοριστούμε προσώρας εδώ). Ο σημερινός πρωθυπουργός είναι συνεχιστής της πολιτικής που οδήγησε στις συμφωνίες της Μαδρίτης και του Ελσίνκι, που ήδη ακόμη και από συντηρητικούς πολιτικούς (ανάμεσά τους και η κυρία Ντόρα Μπακογιάννη) σήμερα θεωρούνται προβληματικές.

Έτσι εξηγείται και η επιλεκτική προτίμηση των σημιτικών εκσγχρονιστών στον Κυριάκο Μητσοτάκη (και όχι μόνο στην εξωτερική πολιτική, ξαναλέω). Έτσι εξηγείται, επίσης, γιατί οι ίδιοι σημιτικοί εκσυγχρονιστές έσπευδαν εκείνη την ημέρα στις εσωκομματικές κάλπες άλλου κόμματος από εκείνο που δήλωναν ότι υποστηρίζουν, ...για να ψηφίσουν τον Κυριάκο Μητσοτάκη να εκλεγεί πρόεδρος της ΝΔ! Όπως αντίστοιχη εξήγηση τεκμαίρεται και για την αντίστροφη πρόσκληση υποστηρικτών του Ανδρέα Λοβέρδου προς οπαδούς της ΝΔ να πάνε στις κάλπες του ΚΙΝΑΛ για να τον εκλέξουν πρόεδρο.

Η πολιτική της σημερινής κυβέρνησης είναι ευθεία συνέχεια μιας πολιτικής που εγκαινιάστηκε τη δεκαετία του 1990, και η οποία ως 5η φάλαγγα στο εσωτερικό του τότε ΠΑΣΟΚ, ανέλαβε την ευθύνη να εκδιώξει τα πρόσωπα και  τις ιδεολογικοπολιτικές θέσεις των αντιεξαρτησιακών ελληνικών πολιτικών δυνάμεων από την ηγεσία της χώρας και του πολιτικού οργανισμού που δέσποζε τότε στην Ελλάδα,  και να τα υποκαταστήσουν από πρόσωπα και δυνάμεις που δρουν στο πλαίσιο της αντίληψης ότι η έννοια των συμφερόντων της χώρας, επικαθορίζεται από την κοσμοπολίτικης κοπής  συμπερίληψη των ενδιαφερόντων του οπωσδήποτε νοούμενου διεθνούς παράγοντα ως του κύριου συστατικού μέρους της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, αντί το μέρος αυτό να αφορά στην προαγωγή των αμιγώς ελληνικών συμφερόντων. Οι ίδιες δυνάμεις πρόσωπα και φορείς, κινήθηκαν συντεταγμένα και έλαβαν πρωτοβουλιακή θέση στις πολιτικές εξελίξεις, κατά το δημοψήφισμα του 2015, φυσικά στρατευόμενοι στο πλευρό των μνημονιακών.

Αυτή η μοιραία και με μεγάλο ήδη κόστος για μας -όπως εξήγησα- εξωτερική πολιτική της χώρας, όπως και η ευρύτερη πολιτική για τη χώρα και τους πολίτες, θα ηττηθεί και θα εγκαταταλειφθεί στο πλαίσιο της γενικότερης προοδευτικής στροφής, ως μέρος ενός κινήματος πολιτικής αλλαγής που χρειάζεται η χώρα και οι πολίτες περισσότερο παρά ποτέ.              

 

 

 

 

11 Ιουν. 2021

Ο μικροφασισμός της καθημερινότητας

και η πολιτική νομιμοποίησή του

Ευτυχώς, οι εμβολιασμοί προχωρούν, αργά ή γρήγορα, και επιτελούν τον σκοπό της κατά το δυνατό καλύτερης θωράκισής μας απέναντι στα πανδημικά κύματα. Και μπροστά σ’ αυτό το αναφίβολα θετικό γεγονός δεν θα είχε πολλή σημασία να ασχοληθεί κανένας με τους ρυθμούς που εμβολιάζονται οι πολίτες, δεδομένων των πεπερασμένων δυνατοτήτων παραγωγής και τροφοδοσίας με εμβόλια.

Ωστόσο, εδώ και μήνες (από την αρχή δηλαδή που με οργανωμένο τρόπο το κράτος παρέχει στους πολίτες του το δικαίωμα πρόσβασης σε εμβόλια) διακινείται με ασύγγνωστη ελαφρότητα στον δημόσιο βίο μας η λεκτική της επίσης οργανωμένης από το κράτος απόπειρας εισαγωγής ανεπίτρεπτων για δημοκρατία διακρίσεων σε διάφορα πεδία, ανάμεσα στ' άλλα μεταξύ εμβολιασμένων και ανεμβολίαστων.

Φυσικά πρέπει να τονιστεί εδώ ότι το πρόβλημα της εξατομικευμένης αλλά άκρως πολιτικής -άρα συλλογικών επιτώσεων- λειτουργίας πολιτών που κουνάνε το δάχτυλο απολύτως αναρμοδίως προς όποιον διαφωνεί με τις δικές τους προσωπικές απόψεις, δεν είναι τωρινό, ούτε εκδηλώθηκε επ’ αφορμή της πανδημίας και των εμβολιασμών. Οι «δαχτυλόφρονες» και «δαχτυλοφόροι» συμπολίτες μας υπάρχουν εδώ και καιρό ανάμεσά μας και το φαινόμενο αυτής της συμπεριφοράς τους, είναι ολοκάθαρη εκδήλωση της (αργής αλλά υπαρκτής) τάσης εκμηδενισμού ανάμεσά μας, κάθε αντιλαμβανόμενης υποχρέωσης ανοχής μας ως πολίτες απέναντι στη διαφορετικότητα. Δηλαδή είναι σύμπτωμα μιας κοινωνίας που ρέπει προς τον εξοβελισμένο από την ίδια τη φύση μικρονοϊσμό της ομοιομορφίας, ως δήθεν κοινωνικού επιτεύγματος δήθεν αναπτυγμένων κοινωνιών του 21ου αιώνα. Ενώ, αντίθετα, στην πραγματικότητα δεν είναι άλλο από επιβεβαίωση επιστροφής μας, προς τους ολοκληρωτισμούς που αιματοκύλισαν τον πλανήτη, υπό τα απεχθή ιδεολογικά σχήματα του φασισμού και του ναζισμού, που όμως επανεμφανίστηκαν την τελευταία 20ετία.

Το πρόβλημα θα ήταν απλά ζήτημα κοινωνικής επιμόρφωσης ακκιζομένων ως δήθεν εγγράμματων και έξυπνων συμπολιτών μας, που μέσα μια από ολοκάθαρα μικροαστική αντίληψη περί της εξουσίας και του τρόπου ενάσκησής της στον μικρόκοσμό τους, αυτοαναγορεύονται σε αμείλικτους τιμητές των πάντων, κραδαίνοντας ανοήτως το μόνο όπλο που στην πραγματικότητα διαθέτουν: το δάχτυλό τους! Όταν, όμως, αυτή η στάση και η συμπεριφορά καθαγιάζεται και εν κατακλείδι υιοθετείται και από το οργανωμένο κράτος, δηλαδή γίνεται «Πολιτική», τότε το πράγμα σοβαρεύει. Και σοβαρεύει, διότι σε εξατομικευμένο επίπεδο μεν ο καθένας από μας δύναται να αποκρούει με ευκολία τη «δαχτυλοκρατία των συνταγματαρχών» της καθημερινότητάς μας, σε επίπεδο αποφάσεων του οργανωμένου κράτους δε οι επιλογές αφορούν οριζοντίως σ’ όλους μας. Κι αυτό δεν είναι ανεκτό!

Έτσι, αν και οι αναφορές των «εγγράμματων» και «έξυπνων» συμπολιτών μας που προανέφερα απέναντι σε συμπολίτες τους που δεν έχουν εμβολιαστεί, είτε εξ επιλογής είτε λόγω έλλειψης διαθεσιμότητας εμβολίων, υπάρχουν εδώ και καιρό, το οργανωμένο κράτος στην Ελλάδα μόνο τελευταία έχει εισβάλλει σε τέτοιες συμπεριφορές και επιλογές μικροφασισμού στην καθημερινότητά μας. Και δυστυχώς το οργανωμένο κράτος το κάνει, υπό τη συγκεκριμένη κυβέρνηση και υπό τη συγκεκριμένη ηγεσία της, με αφορμή τους εμβολιασμούς και το σχετικό πιστοποιητικό.

Δηλαδή, ειδικά στο ζήτημα της πανδημίας όπου θα έπρεπε να κυριαρχεί ως απόλυτη επιλογή της πολιτικής τάξης η κατά το δυνατόν πλήρης ισοτιμία προσβάσεων στις διαθέσιμες άμυνες κατά του κορονοϊού και η ισοτιμία αυτή -ιδίως ως την πλήρη πραγμάτωσή της- να έχει κατανοηθεί ως το βασικό όπλο μας εναντίον του, επιλέγεται αντ’ αυτού πολιτικά να μας κουνάει πλέον το δάχτυλο η κυβέρνηση, και όχι ένας εκ των κατά τεκμήριο ανόητων συμπολιτών μας εκ των «συνταγματαρχών» της διπλανής πόρτας, υπό τον γελοίο ρόλο του ένστολου (εδώ αντί για «στολή» διάβαζε «δάχτυλο») επιτηρητή της καθημερινότητάς μας.

Φυσικά, το άτοπο της εισαγωγής διακρίσεων εκεί όπου δεν υπάρχει για αντικειμενικούς λόγους ισοτιμία ευκαιριών θωράκισης όλων των πολιτών κατά του κορονοϊού, θα έπρεπε να ήταν αυτονόητα σαφές για λόγους δημοκρατικών αρχών. Όμως, το κακό είχε ξεκινήσει εδώ και καιρό, με σαφείς κατηγορίες διά στόματος υπουργών και κρατικά επιδοτούμενων καναλιών ότι δήθεν ευθύνονται οι πολίτες για την εξάπλωση της πανδημίας κατά κύματα. Κορυφαία στιγμή αυτής της πολιτικής συμπεριφοράς ο δημόσιος ξυλοδαρμός πολίτη από μπάτσο (ως εκπρόσωπο της κρατικής προσπάθειας υγειονομικής θωράκισής μας εν προκειμένω) στην πλατεία της Νέας Σμύρνης, περιστατικό που -ευτυχώς- μέσα στην ακρότητά του σηματοδότησε και το τέλος αυτής της μικροφασιστικής δυστοπίας. 

Τώρα, όμως, το κακό επανέρχεται, γενικεύεται και κακοφορμεί, διότι αποκτά νομιμοποίηση από το στόμα του ίδιου του πρωθυπουργού της χώρας. Ναι, ήταν ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης που προ ημερών μιλώντας δημόσια απετόλμησε να προτρέψει δημόσια επιχειρηματίες της εστίασης να υποκαταστήσουν τον μπάτσο της πλατείας Νέας Σμύρνης, εγκαθιστώντας σύστημα εμβολιακού face control στα μαγαζιά τους!

Και την ίδια ώρα, ο ίδιος πρωθυπουργός θεωρεί πως έχει εξαντλήσει ως επικεφαλής κυβέρνησης το χρέος του σε συντεταγμένη πληροφόρηση των πολιτών για τον εμβολιασμό, ενώ ως οργανωμένη καμπάνια προς τους πολίτες επ’ αυτού διά των μέσων ενημέρωσης δεν έχει υπάρξει άλλη από ένα αραιά παιγμένο στα κανάλια σποτάκι όπου οι γλυκύτατοι Γιώργος Κωνσταντίνου και Μάρω Κοντού μας προτρέπουν να εμβολιαστούμε.

Η συνολική δαπάνη για καμπάνιες του κράτους σχετικά μ’ αυτό παραμένει σε μηδενικό σχεδόν επίπεδο και αντί τα περίπου 25 εκατ. ευρώ που μοιράστηκαν στα κανάλια και τα λοιπά μέσα ενημέρωσης να είχαν διατεθεί για τον σκοπό αυτό, μετετράπησαν σε λύτρα εξαγοράς πολιτικής στήριξης υπέρ της κυβέρνησης.

Για να γίνει πιο κατανοητή η έκταση του εγκλήματος να αποφεύγει εξ επιλογής το κράτος να ενημερώσει με συντεταγμένες καμπάνιες τους πολίτες για τον εμβολιασμό, και αντ’ αυτού να κάνει διακαναλική μικροπολιτική, ας προσεχτεί ότι η συνολική δαπάνη της φετεινής καμπάνιας του ΕΟΤ για τη διεθνή μιντιακή προβολή του ελληνικού τουρισμού είναι περίπου 6 εκατ. ευρώ, ενώ η δαπάνη της αντίστοιχης καμπάνιας του κράτους για τους εμβολιασμούς δεν ξεπερνά τις μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ! Ο συνδυασμός της αυθαίρετης χρηματοδότησης με 25 εκατ. ευρώ ευνοϊκά διακείμενων προς την κυβέρνηση μέσων ενημέρωσης, δήθεν ως αναγκαία καμπάνια υπέρ των εμβολιασμών, προφανώς αναρμοδίως, με την ταυτόχρονη αποφυγή άμεσης καμπάνιας του δημοσίου για το ίδιο θέμα, συγκροτεί μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα περίπτωση ποινικού ενδιαφέροντος, σχετικά με τις ευθύνες για τις συνέπειες της επιλογής της παρούσας κυβέρνησης να μην κάνει την αναγκαία και οφειλόμενη εκ μέρους της ενημέρωση για το ζήτημα.

Αντί της εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους στο ζήτημα αυτό, πρωθυπουργός και κυβερνών κόμμα διακινούν την ανεπίτρεπτη -ιδίως όσο παραμένει η έλλειψη διαθεσιμότητας εμβολίων για όσους θα το επιθυμούσαν- φρασεολογία των «προνομίων», τρομάρα τους!

Ακόμη χειρότερο: έχουν τόσο θράσος ώστε τολμούν να υπονοούν οριζόντιους υποχρεωτικούς εμβολιασμούς! Δηλαδή, η πλήρης νομιμοποίηση από ένα κυβερνητικό νεύμα στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο πρακτικών, ανάλογων με εκείνες της υποχρεωτικής θεραπείας με ορμόνες του δύστυχου Τούρινγκ, που εξωθήθηκε σε αυτοκτονία, επειδή έτσι επέβαλε η κρατούσα τότε επιστημονική και ηθική «κανονικότητα» ως τη μοίρα των ομοφυλοφύλων!

Και όντας η Ευρώπη η πρώτη στον δυτικό κόσμο περιφέρεια όπου επανεμφανίζονται μέσα στον 21ο αιώνα στρατόπεδα συγκέντρωσης, με ό,τι συμβολισμούς και κινδύνους συνεπάγεται το γεγονός για τη δημοκρατία ως το «πολίτευμα του μέλλοντος», έχει ιδιαίτερη σημασία ότι η Ελλάδα είναι στην πρωτοπορία αυτής της δυστοπίας. Με εγκλείστους σήμερα σ’ αυτά τα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης πρόσφυγες και μετανάστες, και όχι εβραίους, όπως τότε. Και με επισημοποίηση πλέον από την παρουσα ελληνική κυβέρνηση του χαρακτήρα τους ως στρατόπεδα συγκέντρωσης «κοινωνικών αποβλήτων», όπως τότε, με την θεσμοθέτησή τους ως «κλειστά». Και με τις ανάλογες κυβερνητικές συμπεριφορές να επιχειρούν να εμφανίσουν ως προϊόν επιθυμίας της κοινής γνώμης την ακρότητα ...«στρατοπέδων συγκέντρωσης για ανεμβολίαστους»!  Μη συγκλονίζεστε: αυτή είναι η τάση που αναδύεται ως επιθυμία μεγάλου μέρους υποστηρικτών του Κυριάκου Μητσοτάκη. Και αυτή την τάση (με μικροπολιτικά κίνητρα, όπως τό έκανε με τη συμμαχία του με τους Βουκεφάλες στην περίπτωση της συμφωνίας των Πρεσπών) πριμοδοτεί και νομιμοποιεί πολιτικά ο πρωθυπουργός με τις δηλώσεις του, αντί να την καταδικάζει απερίφραστα, όπως οφείλει, θέσει και ευθύνη του. 

Arbeit macht frei, σε χώρα που η βουλή της ψηφίζει το νομοσχέδιο Χατζηδάκη, σε αντίθετη κατεύθυνση από όλες τις υπόλοιπες χώρες-μέλη της ΕΕ.

Όμως, τα πράγματα με την προτροπή του Κυριάκου Μητσοτάκη προς τους επιχειρηματίες της εστίασης να μεταμφιεστούν σε «μπάτσους της ταβέρνας και του ρεστοράν», είναι ακραία στάση μικροφασιστικής νοοτροπίας και έτσι πρέπει να την αντιμετωπίζουμε.      

Για δύο λόγους:

- Διότι στις ίδιες επιχειρήσεις πριν μερικά χρόνια κανένας δεν διανοήθηκε -και ορθά-  να επιβάλλει πλήρη απαγόρευση εισόδου στους καπνίζοντες, όπως προτρέπεται "εκ της κυβερνήσεως" να γίνει σήμερα.

- Κυρίως, όμως, διότι αυτά τα ζητήματα είναι ανεύθυνο και τελικά επικίνδυνο να επαφίεται η ρύθμισή τους σε ιδιωτικά «γούστα». Κι αυτό μόνο ένας απολύτως ανόητος και ανεύθυνος (δηλαδή πολύ επικίνδυνος) πρωθυπουργός δεν το καταλαβαίνει! Είναι αδιανόητο ένας πρωθυπουργός να μην καταλαβαίνει ότι με την προτροπή του αυτή δημιουργείται εύφορο έδαφος για πιθανές συμπλοκές αύριο μεταξύ του σουβλατζή και του πελάτη (όχι του ανεμβολίαστου, εκείνου που θα αρνηθεί δικαιωματικά να υποστεί τον έλεγχο αναρμόδιου προσώπου, σχετικά με το εάν είναι εμβολιασμένος ή όχι)! Αν επιθυμεί και πράγματι πιστεύει ο Κυριάκος Μητσοτάκης ότι αυτή η προτροπή είναι η δέουσα ρύθμιση, πρωθυπουργός είναι, ας το θεσμοθετήσει! Δεν το κάνει, όμως, στο πλαίσιο μιας κουτοπόνηρης πολιτικής αντίληψης, γνωρίζοντας ότι τέτοια ρύθμιση είναι τόσο εξόφθαλμα αντισυνταγματική, ως αντιβαίνουσα σε θεμελιώδη ατομικά δικαιώματα, που θα καταπέσει εν μία νυκτί.

Προτιμάει έτσι να φλερτάρει με το ενδεχόμενο συμπλοκών μεταξύ πολιτών, με όλες τις συνέπειες τούτου, όπως εξήγησα πιο πάνω. Και το κάνει με εγκληματική μικροπολιτική σκοπιμότητα, για να νομιμοποιήσει τη «φιλοσοφία των προνομίων», που πρεσβεύει ως πολιτική στάση -ιδεολογικά φορτισμένη- της παράταξης και των κοινών που εκπροσωπεί. Διακινδυνεύοντας να μετατρέψει γενικευμένα την εστίαση σε κάτι σαν «πόρτα» παραλιακού μπουζουκάδικου, με τους μπράβους της και με τα όλα της. Μια "Ελλάδα της νύχτας" -μέρα μεσημέρι.                                   

Το κάνει ακόμη για να κολακέψει όλους αυτούς τους μικροφασίστες της διπλανής πόρτας, που εν τοις πράγμασι αποτελούν το επίλεκτο σώμα των «κενταύρων» του, εν έτει 2021.  

Η εικόνα και η μαζικότητα των θετικών σχολίων από τύποις μορφωμένους και δημοκράτες πολίτες (ανάμεσα τους -δυστυχώς- και κάποιοι που κατά τα άλλα δηλώνουν «αριστεροί») ως αντίδραση σε όσα απαράδεκτα είπε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και σας εξέθεσα πιο πάνω, είναι ανατριχιαστική και αποτυπώνει το βάθος του προβλήματος και τις συνέπειες της συγκεκριμένης πρωθυπουργίας! 

...(Και μην ξεχνάτε: Εμβολιαστείτε εξάπαντος υπό τις οδηγίες των γιατρών)...        

 

 

 

 

8 Ιουν. 2021

Το ταξικό ζήτημα στην εποχή μας

(Με αφορμή την παρέμβαση Αντ. Λιάκου-Μυρσίνης Ζορμπά στην Εφημερίδα των Συντακτών (https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/297122_poio-soma-tairiazei-stin-aristera)

Ο Λιάκος και η Ζορμπά, στην ανάλυσή τους, που εξ ορισμού προσλαμβάνει (και όχι μόνο λόγω της συγκυρίας) εμβληματικό βάρος για τις πολιτικές εξελίξεις και τον ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, εντοπίζουν την περίπλοκη κατάσταση που διαμορφώνεται μέσα στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης επικεντρώνοντας σε 2 σημεία: α. Τον ρόλο του κόμματος  ως εργαλείο πολιτικής και β. Τον ρόλο της «αριστεράς» ως κινήματος πολιτικής αλλαγής. 

Και στα δύο σημεία η κριτική των Λιάκου-Ζορμπά είναι ουσιαστική, τεκμηριωμένη και προφανώς αρυόμενη από την εμπεδωμένη σε ευρέα πολιτικά κοινά και κοινωνικές δυνάμεις αίσθηση του «αναγκαίου» σχετικά με τις ανατροπές που απαιτούνται στην ελληνική πολιτική πραγματικότητα για να ακολουθήσουν εξελίξεις πρακτικού και παραγωγικού οφέλους για τη χώρα και τους πολίτες, καθώς πλησιάζουμε στη συμπλήρωση του πρώτου τετάρτου του 21ου αιώνα. Άλλωστε, αυτή η «αναγκαιότητα» σκιαγραφείται εμπεριστατωμένα σ’ όλο το κείμενο των δύο συγγραφέων, είτε υπόρρητα ως «σκοπός πολιτικής» στο πλαίσιο της ταυτοτικής αριστεράς, είτε ρητά και κατηγορηματικά σε αντιδιαστολή με την πολιτική που παράγει η σημερινή δεξιά διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. 

Εξ ίσου καίριες είναι οι διαπιστώσεις του ίδιου κειμένου σχετικά με το φαινόμενο μιας («σκηνικής» περισσότερο, παρά ουσιαστικής, ως προς τον βαθμό παρέμβασής της ως μέρος της εξουσίας μιας δομημένης πολιτκής ελίτ) νομενκλατούρας του κόμματικού ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Οι διαπιστώσεις αυτές -κι αυτό πρέπει να σημειωθεί εδώ- αποτελούν αντανάκλαση μιας εικόνας, που είναι πολύ περισσότερο αισθητή στον μέσο πολίτη ανεξαρτήτως παραταξιακής προτίμησης, απ’ όσο νομίζουν ότι είναι οι συριζαίοι κομματικοί γραφειοκράτες. Είναι, δηλαδή, ευκρινής πια η παραγόμενη εντύπωση στους πολίτες ότι η κομματική ηγεσία στο μεγαλύτερο μέρος της επιτελεί το έργο της πολύ περισσότερο στο πλαίσιο μιας «εσωκομματικής δικτατορίας των τομεαρχών», παρά ως ως ευθύνη και μέσο «παραγωγής πολιτικής». Λειτουργεί, δηλαδή, ως ένας μηχανισμός αναπαραγωγής πολιτικών στερεοτύπων που ευθύνονται πλήρως για την ήττα του 2019 και με πρόδηλο παράλληλο στόχο τη διαιώνιση της ίδιας γραφειοκρατίας, ως πρόσωπα και ως αντίληψη πολιτικής, εκχυδαΐζοντας εκ των πραγμάτων το αίτημα πολιτικής αλλαγής που τέμνει την ουσιαστική αιτιώδη σχέση του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ με τα πολιτικά κοινά που ο ίδιος διατείνεται πως αντιπροσωπεύει, για να είναι αναγκαίος στο κομματικό σύστημα της εποχής μας.                             

Φυσικά, ο Λιάκος και η Ζορμπά δεν χαρίζουν δικαιολογίες στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την αποτυχία του εγχειρήματος «μαζικοποίησης», που ανελήφθη με πανηγυρικό τόνο στο πλαίσιο της ευρύτερης απόπειρας διεύρυνσης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αλλά ανεκόπη και ανεστάλη  λόγω της πανδημίας. Οι συγγραφείς δεν είναι αυστηροί με την αξιωματική αντιπολίτευση κατά τούτο επειδή δεν καταγράφουν την ιδιοτυπία των πολιτικών συνθηκών σε περίοδο πολιτικής καραντίνας υγεινομικών κινήτρων, αλλά επειδή επικεντρώνουν στο βασικό διακύβευμα της διευρυντικής διαδικασίας, που δεν είναι η πύκνωση του κομματικού στρατεύματος, αλλά ο εμπλουτισμός του ριζοσπαστικού κινηματικού στοιχείου της όλης υπόθεσης. Με αποτέλεσμα ακόμη και σήμερα αντί για την ενεργοποίηση μαζών σε προϊούσα προοδευτική ριζοσπαστικοποίηση το διευρυντικό εγχείρημα να περιορίζεται σε ασήμαντες μεταγραφές και σε μια «αριθμητική περί μελών».  

Μ’ άλλα λόγια εδώ δεν διατυπώνεται μομφή προς τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ γιατί δεν ευοδώθηκε η κομματική μαζικοποίηση (που, άλλωστε, είναι φανερό ότι για τον Λιάκο και τη Ζορμπά δεν θεωρείται ουσιώδες σημείο των προβληματισμών που θέτουν με την ανάλυσή τους, εμμένοντας στην ουσιώδη κατ’ αυτούς διεύρυνση σε επίπεδο κινημάτων της κοινωνίας των πολιτών), αλλά ασκείται σκληρή κριτική για τη δεύτερη διεύρυνση των κινημάτων -αντί των μεταγραφών και της πύκνωσης των οργανώσεων του κόμματος- μια διεύρυνση, δηλαδή, που δεν ξεκίνησε ποτέ! 

Όμως, οι συγγραφείς για την τεκμηρίωση των διαπιστώσεών τους νομίζω πως κάνουν δύο σοβαρά σφάλματα: 

1. Το πρώτο αναφέρεται στην αλλοίωση πρόσληψης του ταξικού φαινομένου, που ορθά οι συγγραφείς περιγράφουν (πάντα σε συνάρτηση με την «παραδοσιακή αριστερά» και συγκεκριμένα με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ) ως στρατηγική επιλογή της «κινηματικής αριστεράς» (και σε αντίστιξη με την προηγούμενη), με συνέπεια την εκδήλωση του κομματικού φαινομένου στον αριστερό χώρο ως υποκατάστατου του ταξικού στο κοινωνικό πεδίο κατά τον 20ο αιώνα.  

Ο Λιάκος και η Ζορμπά προχωρούν έτσι για να τεκμηριώσουν τις θέσεις τους, σε μια αναθεώρηση της σημασίας του παράγοντα ταξικής διαστρωμάτωσης των κοινωνιών, παγίου αιτιολογικού στοιχείου των παραγόμενων κοινωνικών αντιθέσεων και άρα κρίσιμης επεξηγηματικής σημασίας παράγοντα για την ερμηνεία ριζοσπαστικοποίησης σε κάθε εποχή των κοινωνικών κινημάτων, υποκαθιστώντας την με απροσδιόριστες ούτω αναφέρομενες «ομάδες πολιτών» και εξ ίσου κοινωνικά ασαφή αναφερόμενα ως «νέα κοινωνικά κινήματα» ή «ποικίλες δικτυώσεις της κοινωνίας των πολιτών». Αναφορές που είναι σαφές ότι δεν μπορούν να υποκαταστήσουν έστω μερικώς την αφετηριακή υιοθέτηση του μοντέλου καταγραφής του ταξικού διαχωρισμού στο εσωτερικό των κοινωνιών, ως προϋπόθεσης κατανόησης των κοινωνικών αντιθέσεων και άρα ως απαράβατου όρου για την κατάρτιση πολιτικής στρατηγικής ανατροπών από μεριάς της σύγχρονης αριστεράς.   

2. Το δεύτερο σφάλμα αναφέρεται στην παρουσίαση της διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη ως εκδήλωσης μιας επεξεργασμένης πολιτικής στρατηγικής του δεξιού ριζοσπαστισμού και μιας σχεδιασμένης επιλογής ανασυγκρότησης της πολιτικής εξουσίας με σαφείς κοινωνικές στοχεύσεις. Αυτή η πολιτική εξουσία, σημειώνουν ο Λιάκος και η Ζορμπα, ήλθε ως επιθετική αλλαγή της ελληνικής κοινωνίας, των διαστρωματώσεών της, της κινητικότητας, της ταυτότητας των νέων, των συμπεριφορών και των στάσεων.                 

Ως αποτέλεσμα, ενώ οι συγγραφείς ορθά επισημαίνουν ότι «...η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι μια κυβέρνηση που παραπαίει...», και ότι «...ο ελληνικός αστισμός ανασυγκροτείται και αυτό εκφράζει αυτή η κυβέρνηση με ένα μεγάλο άνοιγμα...», από την άλλη οι ίδιοι προτρέπουν να μην αντιλαμβανόμαστε τη διακυβέρνηση Κυριάκου Μητστάκη ως άθροισμα πολιτικών τάσεων, δηλαδή από τους μακεδονομάχους ώς τους εκσυγχρονιστές, αλλά να την αντιλαμβανόμαστε κυρίως ως μπλοκ εξουσίας με κοινωνικά ερείσματα, πολιτική διαχείριση, με μέσα επικοινωνίας και κυρίως με στρατηγική. 

Φυσικά εδώ περνάμε στο πεδίο των εκτιμήσεων, όπου η χρήση του όρου «σφάλμα» για μια διαφωνία μου, θα μπορούσε να ήταν άκρατος δογματισμός. Όμως, η αντίφαση ανάμεσα στη διαπίστωση ότι η διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη είναι τμήμα μιας πολιτικής «στρατηγικής» και στην προτροπή να την αξιολογούμε ως «μπλοκ εξουσίας», είναι υπαρκτή. Απλά διότι η πολιτική «στρατηγική», ιδίως εδώ, οπου ο Λιάκος και η Ζορμπά την εντοπίζουν ως επεξεργασμένο πολιτικό σχέδιο της άρχουσας ταξης στην Ελλάδα,  δεν μπορεί ταυτόχρονα να εμπεριέχει ως μέρος της το μέσο σύμπηξης ενός «μπλοκ εξουσίας», δηλαδή μιας κατά βάση τυχοδιωκτικής σύμπραξης συμφερόντων.

Εκτός αν...  

...Εκτός αν με τον όρο πολιτική «στρατηγική» οι συγγραφείς εδώ εννοούν την εγχώρια αστική τάξη, ως εγγενώς φέρουσα το χαρακτηριστικό μιας τυχοδιωκτικής σχέσης με τη νομή της εξουσίας, πράγμα το οποίο -εφ’ όσον ισχύει- καθιστά αχρείαστη οποιαδήποτε επεξεργασμένη πολιτική στρατηγική. Ιδιως από μεριάς της άρχουσας τάξης!    

Κατά τη δική μου εντύπωση, η διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη στο επίπεδο πολιτικής στρατηγικής της σκιαγραφείται πλήρως και πειστικά ως ένα από τα καθεστώτα του σε φάση αποδρομής πια τραμπικού μοντέλου στον δυτικό κόσμο, ο οποίος πράγματι αγωνιά να διαμορφώσει μια πολιτική στρατηγική για την άρχουσα τάξη του κλονιζόμενου παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Η καταγραφή τέτοιου πολιτικού χαρακτήρα για τη διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, στον αντίποδα της κατανόησής της ως μέρος μιας πολιτικής στρατηγικής της άρχουσας τάξης στην Ελλάδα του σήμερα, θαρρώ πως είναι σημαντική, γιατί η πρώτη από τη δεύτερη  εκδοχή διαφέρουν πολύ μεταξύ τους, ως προς την (απολύτως αναγκαία κατά τα άλλα και σε μεσο-μακροπρόθεσμη βάση) διαμόρφωση εναλλακτικής πολιτικής στρατηγικής από μεριάς της αριστεράς.  

- Στην πρώτη περίπτωση, της προσέγγισης Λιάκου-Ζορμπά, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ οφείλει να έχει καταρτίσει εξ αρχής μια πλήρη εναλλακτική πολιτική στρατηγική της αριστεράς, για να διεκδικήσει την πολιτική αλλαγή σε ορίζοντα δεκαετίας. 

- Στη δεύτερη περίπτωση, ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, και ανεξαρτήτως του βαθμού ωρίμανσης του εναλλακτικού στρατηγικού σχεδίου του, οφείλει να επιχειρήσει την άμεση εκδίωξη και με κάθε μέσο του μπλοκ εξουσίας περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Και το οφείλει αυτό στους πολίτες ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, έστω και χωρίς πλήρες μεσο-μακροπρόθεσμο σχέδιο πολιτικής, διότι μια τυχοδιωκτική διακυβέρνηση έχει μεγάλο κόστος για τη χώρα αλλά και για τους πολίτες, για να δικαιούται η σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση την πολυτέλεια της αντιπαράθεσης με τη δεξιά με όρους αντιπαράθεσης «σχεδίων για τη χώρα» -ιδίως αν ο στρατηγικός πολιτικός αντίπαλος αποστερείται τέτοιου σχεδίου. Άλλωστε, σ’ αυτή τη δεύτερη περίπτωση, η αξιωματική αντιπολίτευση δέον να συμπεριλάβει την εκδίωξη του μπλοκ εξουσίας (που σήμερα πορεύεται με πρωτοφανείς εσωτερικές διενέξεις και πρόδηλες εσωτερικές αντιφάσεις «σκοπών πολιτικής», π.χ. η διχογνωμία στην κυβέρνηση και το κυβερνητικό κόμμα για την ατζέντα στον ελληνοτουρκικό διάλογο), ως μέρος του γενικότερου σχεδίου πολιτικής αλλαγής που κομίζει, ακριβώς επειδή έτσι δίνεται ευκαιρία και διευκολύνονται οι «ομάδες πολιτών», τα «νέα κοινωνικά κινήματα» και οι «ποικίλες δικτυώσεις της κοινωνίας των πολιτών» (που ζητούν ο Λιάκος και η Ζορμπά), να μπούν στη συζήτηση της πολιτικής αλλαγής, ως ισότιμοι διαμορφωτές με τη σημερινή συριζαϊκή νομενκλατούρα.  

Ωστόσο, από τα όσα αναφέρουν ο Λιάκος και η Ζορμπά αξίζει να κρατήσουμε το πιο γόνιμο και περισσότερο παραγωγικό πολιτικά μέρος της παρέμβασής τους: Τη διαπίστωση της ανάγκης να αλλάξει πρώτα ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ως κόμμα και ως προς τον τρόπο που ο ίδιος κατανοεί τον εαυτό του ως πολιτικός οργανισμός!  

Μια αλλαγή την οποία έχει επαγγελθεί το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης στα πολιτικά κοινά που διατείνεται ότι αντιπροσωπεύει και την οποία ισχυρίζεται ότι ξεκίνησε με το διευρυντικό εγχείρημα, ...αλλά σήμερα τεκμαίιρεται πολλαπώς ότι έχει αποτύχει παταγωδώς ως προς την πραγμάτωσή της. Τόσο, ώστε να εγείρονται βάσιμες αμφιβολίες για το εάν αυτό το διευρυντικό εγχείρημα ξεκίνησε ποτέ στην πραγματικότητα, τουλάχιστον ως ειλικρινής επιδίωξη της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ -χωρίς το ΠΣ. 

Και μάλιστα, από την προσέγγιση Λιάκου-Ζορμπά αξίζει να κρατήσουμε και την επάλληλη διαπίστωσή τους, ότι ακριβώς το να αλλάξει ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ τον εαυτό του, είναι προϋπόθεση και αναγκαία συνθήκη για την πολιτική αλλαγή! 

Προλαβαίνει να το κάνει αυτό το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης για να δώσει με αξιώσεις την πολιτική μάχη με επίδικο ζήτημα και κεντρικό διακύβευμά της την πολιτική αλλαγή ή -αν ηττηθεί- την επιστροφή στο παρελθόν (επιστροφή στην «προτεραία κατάσταση» επαγγέλλεται ήδη το μπλοκ εξουσίας περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη); Και πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό;     

Μερικές δικές μου σκέψεις σε επόμενη ανάλυση... 

 

 

 

 

28 Μαϊ. 2021

Γελοία παράσταση

προς τιμή των ιθαγενών

Μια θλιβερή πολιτική παράσταση έλαβε χώρα πριν μερικές ώρες στη χώρα μας με την ευκαιρία της 40ης επετείου από την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ και μετέπειτα και ως σήμερα ΕΕ.

Η ελληνική κυβέρνηση και η ευρωπαϊκή ηγεσία σχεδόν στο σύνολό τους επιβεβαίωσαν το οραματικό και πολιτικό αδιέξοδο στο οποίο πρακτικά έχουν περιέλθει η ίδια η ΕΕ στις σχέσεις της με τα συστατικά κράτη-μέλη της και συγκεκριμένα και κατά λυπηρή πρωτοκαθεδρία οι ελληνοευρωπαϊκές σχέσεις. Πιο τρανή απόδειξη αυτού του αδιεξόδου από το γεγονός ότι το πολιτικό αποτύπωμα των εορταστικών εκδηλώσεων υπήρξε δραματικά διχαστικό ως προς το περιεχόμενο και την μέθοδο απεύθυνσής του προς τους έλληνες πολίτες, δεν θα μπορούσε να υπάρξει.

Και πριν τεκμηριώσω όσα λέγω θεωρώ αναγκαίο να επαναλάβω εδώ κάτι που έχω διασαφηνίσει κι άλλες φορές: παραμένω πιστός υποστηρικτής του ευρωπαϊκού ενοποιητικού αυτοσκοπού και πιστεύω με όλες τις δυνάμεις μου ότι το εγχείρημα παραμένει ιδρυτικά «ευγενές» (ως διακηρυγμένος  σκοπός άμβλυνσης αντιθέσεων μεταξύ καταστροφικών για την ήπειρο εθνικισμών, που προκάλεσαν υπό το ναζιστικό και φασιστικό προσωπείο πολέμους  με εκατομμύρια νεκρούς), αλλά και οραματικά ισχυρό και ελπιδοφόρο για τους πληθυσμούς της Ευρώπης. Όχι, όμως με τέτοιο τρόπο!

Αφήνω ότι η επέτειος χρησιμοποιήθηκε απροσχημάτιστα από τον έλληνα πρωθυπουργό για να ποινικοποιήσει πολιτικά απόψεις στρεφόμενος κατά ιδεολογιών, κομμάτων και παρατάξεων, αντί να αξιοποιήσει την επέτειο για να αμβλύνει αντιθέσεις ανάμεσά μας.

Αφήνω ότι η Πρόεδρος της Δημοκρατίας (με γνωστό πόσο σέβομαι τον θεσμό στο πρόσωπό της και αποφεύγω να σχολιάσω διαφορές αναφορές και πράξεις της, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων), κατά την ομιλία της περίπου χειρίστηκε, εκούσα-άκουσα, όσους συμπολίτες μας διατηρούν επιφυλάξεις και σκεπτικισμό για το ενοποιητικό εγχείρημα, περίπου κάτι σαν «προβληματικούς πολίτες», ενώ όφειλε να τους αντιμετωπίσει ως αναπόσπαστο μέρος μιας ούτως ή άλλως μακροπρόθεσμης  και εκ των πραγμάτων αμφιλεγόμενης υπόθεσης, με την ελπίδα όλων μας να έχει ευτυχή κατάληξη.

Αφήνω τη θλιθερή εντύπωση της κολακείας με «καθρεφτάκια προς καθυστερημένους ιθαγενείς», που άφησαν οι αναφορές φον ντερ Λάιεν, με υποσχέσεις για πιστώσεις από το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο όχι μόνο καθυστερεί ανεπίτρεπτα ενώ οι οικονομίες στενάζουν υπό την πανδημία, αλλά και δεν πρόκειται για «δώρα» προς την πτωχή Ελλάδα  αλλά είναι υποχρέωση της ΕΕ προς τα κράτη-μέλη.

Αφήνω ότι η ευρωπαϊκή ηγεσία ανέχτηκε τις αήθειες του έλληνα πρωθυπουργού, αντί να τηρήσει σαφείς αποστάσεις από τις ακραία διχαστικές απόψεις του, υπηρετώντας την ουσία του ευρωπαϊκού ενοποιητικού σκοπού, την οποία ο Κυριάκος Μητσοτάκης μετέτρεψε σε φθηνό ενδοπολιτικό και μικροπολιτικό ζήτημα.   

Αφήνω ότι και οι εκ των υστέρων αντιδράσεις επιβεβαιώνουν ότι η στάση του έλληνα πρωθυπουργού έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και από μεριάς παρατάξεων πέραν της πολιτικής αριστεράς.

Αφήνω ότι το εν γένει σκηνικό του γιορτασμού της επετείου απέπνεε την εικόνα σχέσεων πολλαπλώς εξαρτώμενου κρατικού παράγοντα, της Ελλάδας εν προκειμένω, από υπερεθνικό οργανισμό, την ΕΕ, αντί να υπογραμμίζει την ισοτιμία του κράτους-μέλους.

Αφήνω, τέλος, ότι ο γιορτασμός της επετείου, αντί να ήταν ευκαιρία για περισυλλογή και προβληματισμό τόσο στην Αθήνα όσο και στις Βρυξέλλες, ακριβώς ένεκα του ότι αφορούσε σε κράτος-μέλος που προκάλεσε θύελλα  γεγονότων ευρύτερου ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος επί σχεδόν μία δεκαετία, μετέπεσε σε προακατασκευασμένο επικοινωνιακό υμνητικό πανηγυράκι υπερ των κυβερνώντων.

Εκείνο που θα μείνει στην ιστορία ως παράδειγμα προς αποφυγή για τη θέση και το κύρος της Ελλάδας εντός της ΕΕ, δηλαδή είναι «κακή κληρονομιά» για τις επόμενες γενιές, είναι ότι η ελληνική πολιτειακή και πολιτική ηγεσία, δεν είχε ούτε μία λέξη να πει για:

-την αποδεδειγμένα πλέον και με απόλυτη ευθύνη της ΕΕ «καταστροφική διάσωση» της ελληνικής οικονομίας 2010-2019, που μείωσε το ΑΕΠ της χώρας μας κατά 25%, εκτόξευσε το εξωτερικό χρέος της σε διαστημικά επίπεδα και μας κατέστησε «προστατευόμενο μέρος» του ενοποιητικού σκοπού, αντί για ισότιμο κράτος-εταίρο, φτωχοποίησε μεγάλο αριθμό ελλήνων, και με μόνο λόγο για την καταστροφή αυτή να μην «ταλαιπωρηθεί» δημοσιονομικά ο συσσωρευμένος πλούτος των πλούσιων χωρών-μελών της ΕΕ, και

-την τεράστια ανοχή της ΕΕ, πρακτικά και σε επίπεδο επιρροής στις διεθνείς ισορροπίες, απέναντι στις ακραίες αμφισβητήσεις θεμελιωδών κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας από χώρα μη μέλος, δηλαδή την Τουρκία.

Ελληνικές πολιτικές ηγεσίες που δεν αντιλαμβάνονται στοιχειωδώς το χρέος τους να αναφερθούν σ’ αυτά, όχι μόνο γιατί απηχούν εμπεδωμένες απόψεις τεράστιου αριθμού συμπολιτών μας, αλλά κυρίως διότι εντάσσονται στο αυτονόητο πλαίσιο υποχρεώσεων  οποιασδήποτε ελληνικής πολιτικής ηγεσίας να προάγει με πράξεις και αναφορές της τα συμφέροντα της χώρας ,είναι ανάξιες και ελάχιστου αναστήματος.

Ασφαλώς μετά το γελοίο αυτό πανηγύρι οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι με μια ανάσα ανακούφισης από την «αναγκαστική επίσκεψη στους βαρβάρους», θα μπήκαν στο αεροπλάνο και θα επέστρεψαν για να συνεχίσουν τη δουλειά τους: να επιβάλλουν επειγόντως κυρώσεις στον δικτάτορα Λουκασένκο, ενώ οι τουρκικές έρευνες σε ελληνική και κυπριακή ΑΟΖ θα ξεχνιούνται και η Τουρκία θα προναγγέλλει ανενόχλητη και νέες έρευνες στις ίδιες περιοχές.