Μολυβάκι

25 Οκτ. 2021

Η πολιτική διεύρυνση

είναι διαδικασία διαρκείας  

Το περασμένο Σάββατο πραγματοποιήθηκε η συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης (ΚΑΕ) του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, η οποία ενέκρινε τις διαδικασίες με τις οποίες το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα οδηγηθεί στο 3ο συνέδριό του 24-27 Φεβρουαρίου 2022.  

Τα παρακάτω είναι μέρος της τοποθέτησής μου στη συνεδρίαση της ΚΕΑ. Πρόκειται για κείμενο που γράφτηκε εκ των υστέρων αφού τα όσα είπα εκφωνήθηκαν από στήθους.

"Συντρόφισσες και σύντροφοι,  

Ξεκινώ με την ανάγκη καθαρής στάσης του καθενός μέλους του οργάνου μας ξεχωριστά, απέναντι στο θέμα που ορίζει την ατζέντα της σημερινής συνεδρίασης, που δεν είναι άλλο από το «πώς θα πάμε στο συνέδριό μας». 

Συμφωνώ  με την πρόταση του Δ. Τζανακόπουλου, που ως γραμματέας του κόμματος περιέγραψε επακριβώς τις διαδικασίες ως το συνέδριο! 

Οφείλω να πω ότι δεν είναι μία συμφωνία τυπική, αλλά μια συμφωνία μου επί της πολιτικής ουσίας.  

Ας περάσουμε τώρα στα πιο λεπτά σημεία του ζητήματος.  

1. Εχω την υποχρέωση να δηλώσω πως διαφωνώ  απόλυτα με τις αναφορές πολλών εντός και εκτός ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, που μέμφονται τον πρόεδρο Αλέξη Τσίπρα ότι δεν παιρνει σαφή θέση υπέρ είτε της άποψης ότι ισότιμο λόγο στο κόμμα από ‘δω και πέρα πρέπει έχουν δυνάμεις που εντάχθηκαν την τελευταία 3ετία, είτε υπέρ ενός πλεονεκτήματος της «παλιάς φρουράς» του ΣΥΡΙΖΑ. Αντιτίθεμαι στην εμπλοκή μας σε τέτοιο δίλημμα, διότι γνώμη μου είναι ότι δουλειά μιας ώριμης ηγεσίας πολιτικού φορέα δεν είναι να παίρνει θέση υπέρ της μίας ή της άλλης άποψης, αλλά αντίθετα να συνθέτει. Αν μια κομματική ηγεσία έπαιρνε θέση υπέρ της μίας ή της άλλης άποψης, τότε ο Αλέξης Τσίπρας δεν θα ήταν πρόεδρος όλων, αλλά ομαδάρχης.   

2. Εγώ βρίσκομαι εδώ ως μέλος της ΚΕΑ, μέσω της «Γέφυρας». Και στη «Γέφυρα» εντάχτηκα έχοντας λάβει διαβεβαίωση ότι η πολιτική ισοτιμία μας έναντι των παλιότερων μελών του κόμματος ήταν εγγυημένη. Είμαι σήμερα ισότιμο μέλος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ; Απάντηση: Όχι σύντροφοι, δεν είμαι! Είμαι «ριγμένος» κατά το κοινώς λεγόμενο. Δεν πειράζει, όμως. Ανεξαρτήτως εγγυήσεων που δεν τηρήθηκαν, θα ήμουν αφελής αν αντιλαμβανόμουνα την διευρυντική διαδικασία στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ως διεργασία άμεσου αποτελέσματος και όχι ως διαρκή και εξελικτική κίνηση. Ή αν έδινα υπερβολική αξία σε εγγυήσεις που ούτε πολιτικό βάθος έχουν αλλ' ούτε και ανταποκρίνονται ρεαλιστικά στην ουσιαστική διεργασία ομογενοποίησης πολιτικών στοιχείων, που είναι υπόθεση που κρίνεται υπό όρους ιστορικής ανάγκης και όχι ως τρέχον ζήτημα του δημόσιου βίου μας. 

3. Η ίδια η διευρυντική διαδικασία στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, ως κόμματος της αριστεράς, δεν μπορεί να είναι νοητή ως «στιγμιαία» πολιτική διεργασία. Είναι και τακτικό σφάλμα ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ να εκπέμπει προς τους πολίτες ότι η διεύρυνση του κόμματος είναι μια προεκλογική κίνηση. Ανακαλώ στη μνήμη μου την εμπειρία από τη «Συμμαχία» του 1977, που συγκροτήθηκε πριν τις εκλογές και στη συνέχεια εξαφανίστηκε. Αυτό δεν μπορεί να είναι το μήνυμα που εκπέμπουμε προς τους πολίτες. Αντίθετα, η διεύρυνση για μας πρέπει να είναι διηνεκής και αέναη επιδίωξη και στόχος. Μάλιστα, για να δοθεί έμφαση σ’ αυτό, προτείνω στο σχέδιο πολιτικής απόφασης που θα τεθεί υπόψη του συνεδρίου μας για έγκριση, να συμπεριληφθεί η διευρυντική διαδικασία ως πάγιος πολιτικός σκοπός μας, υπό την ταυτοτική μας παραταξιακή υπόσταση ως κόμμα της αριστεράς.   

4. Οφείλουμε σήμερα εδώ στη συνεδρίασή μας να εκφράσουμε την καθαρή αντίστιξή μας με τις πρακτικές του ημι-φραξιονισμού και της τακτικής «κόμμα μεσα στο κόμμα», που σήμερα είναι υπαρκτές και ενεργές μεσα στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ. Τα κόμματα είναι συλλογικές πολιτικές οντότητες. Είναι όμως μια συλλογικότητα, που οφείλει να προέρχεται από ατομικές απόψεις ελεύθερων και αυτόνομων μελών και στελεχών. Αν πρόκειται να προκαταλαμβάνονται αποφάσεις με προετοιμασμένες και προκατασκευασμένες ομαδοποιήσεις για να διαμορφώνονται και να ασκούνται πιέσεις στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων στα κομματικά όργανα, απ' αυτό οφείλουμε να αποστασιοποιηθούμε.       

5. Κλείνω με με μια πρόταση, γιατί με ενδιαφέρει ο θετικός απόηχος της κατακλείδας στην τοποθέτησή μου: Εκτός από τις δύο καμπάνιες που πρότεινε ο γραμματέας στο πλαίσιο του συνεδρίου μας (σ.σ. μία καμπάνια για κατώτατο μισθό στα 800 ευρώ και μία καμπάνια εγγραφής νέων μελών), προτείνω και μια τρίτη καμπάνια: Μία καμπάνια αποκλειστικά προς τους νέους!  

Συντρόφισσες και σύντροφοι, στα δυσμάς του κοινωνικού και του πολιτικού βίου μου  απεχθάνομαι την ιδέα ότι εγώ και η γενιά μου θα επικαθορίσουν τις αποφάσεις της γενιάς που ακολουθεί. Θα ήταν κάτι που οφείλω να πράξω ό,τι δυνατό για να αποφύγω αυτή την αδικία και την προκατάληψη σε βάρος της φυσικής ροής των γενεών.

 

 

 

 

22 Οκτ. 2021

Η μεγάλη εθνική ήττα

που έφερε ο Κυριάκος Μητσοτάκης

Με δύο σοβαρές πολιτικές εξελίξεις στο προσκήνιο, δηλαδή την ενεργοποίηση των διαδικασιών εκκαθάρισης του ενημερωτικού ζόφου που έχουν προκαλέσει οι «λίστες Πέτσα» και την παρουσία του Γ. Παπανδρέου στη μάχη για την ηγεσία του ΚΙΝΑΛ, πέρασε σε δεύτερο φόντο το κρισιμότερο ζήτημα για την Ελλάδα: Η εκδήλωση από πολύ νωρίς των δυσμενέστατων μακροπρόθεσμων συνεπειών που συνεπάγονται για τη χώρα μας οι κυβερνητικοί χειρισμοί, αμφοτέρων Κυριάκου Μητσοτάκη και Νίκου Δένδια, στην ελληνο-γαλλική και την ελληνο-αμερικανική συμφωνία.

Το θέμα περνάει στα ψιλά της ειδησεογραφίας, παρ’ ό,τι ήδη με επίσημη διευκρίνιση της γαλλικής διπλωματίας έγινε πλέον ή σαφές ότι καμιά ουσιαστική υποστήριξη ως αποτέλεσμα των συμφωνιών αυτών δεν μπορεί να προσδοκά η Ελλάδα στο απόλυτης προτεραιότητας για τα γεωπολιτικά συμφέροντά μας ζήτημα της ΑΟΖ της χώρας στην ανατολική Μεσόγειο, με στόχο την ανάσχεση της αισθητά κλιμακούμενης εδώ και δύο έτη τουρκικής επιθετικότητας σε βάρος μας στην περιοχή αυτή. Ακόμη χειρότερα, οι διασαφηνίσεις της γαλλικής διπλωματίας προσφέρουν  πρόσφορο έδαφος στα γεράκια του ερντογανικού εσμού να διατείνονται ότι υπάρχει δήθεν ασάφεια στο διεθνές δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας σχετικά με τις θαλάσσιες ζώνες και τα πάσης φύσης δικαιώματα των χωρών  επ’ αυτών.

Και το απόλυτο εκ του αποτελέσματος αρνητικό στοιχείο αυτής της εξέλιξης επισσωρεύεται ως «σχολή σκέψης» για τη λογική που διέπει τις υφιστάμενες διεθνείς διαφορές στην εποχή μας, διμερείς και πολυμερείς, και σε άλλα πεδία γεωπολιτικής και στρατηγικού χαρακτήρα γενικότερα προτεραιότητας για την Ελλάδα: όπως για παράδειγμα το δήθεν ασαφές των προβλέψεων του διεθνούς δικαίου που διέπει τα δικαιώματα μιας χώρας επί του αναφαίρετου δυνητικού προνομίου της να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα ως τα 12 ναυτικά μίλια. Διότι αν τα κυριαρχικά και εκμεταλλευτικά δικαιώματα μιας χώρας σε θαλάσσιες ζώνες θεωρείται κατά τη γαλλική προσέγγιση ότι είναι σεβαστά μόνον εφ’ όσον αυτά έχουν ασκηθεί  στο σύνολό τους και ότι η για τον οποιονδήποτε λόγο μη ενάσκησή τους αίρει τον δυνητικό χαρακτήρα των δικαιωμάτων αυτών και μάλιστα προς όφελος άλλων χωρών (της Τουρκίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας ενδιαφέρεται να έχει διεθνή ρόλο στην περιοχή μας -της Γαλλίας συμπεριλαμβανομένης), τότε πραγματικά -για να το πούμε λαϊκά- «χάνεται η μπάλα» για το διεθνές δίκαιο και τα όσα οφέλη έλκει απ’ αυτό η Ελλάδα.       

Την ώρα αυτή, και σε απόλυτη εφαρμογή των συνεπειών της εξωτερικής πολιτικής Κυριάκου Μητσοτάκη-Νίκου Δένδια την τελευταία διετία, η Τουρκία με επίσημη επιστολή της προς τον ΟΗΕ και σε ευθυγράμμιση με την οπτική που εγκαθιδρύει το διευκρινιστικό πλαίσιο της γαλλικής διπλωματίας με αφορμή την ελληνο-γαλλική συμφωνία, έκανε φανερό ότι όχι μόνο θα συνεχίσει τις προκλήσεις σε βάρος ελληνικών εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων σε ελληνική ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο, αλλ’ ότι επί πλέον ότι η Ελλάδα είναι που τελεί εν αδίκω, όταν και όποτε επιχειρεί να προασπίσει τα δικαιώματα της επί της δικής ΑΟΖ!

Οι τουρκικοί αυτοί ισχυρισμοί δεν είναι η πρώτη φορά που ακούγονται και γι’ αυτό το ανησυχητικό στοιχείο εδώ δεν είναι η επανάληψή τους στη ρητορική της Άγκυρας. Το ανησυχητικό εδώ είναι ότι κατόπιν της ελληνο-γαλλικής συμφωνίας και της διασαφήνισης της γαλλικής διπλωματίας, τρίτη χώρα (και μάλιστα σύμμαχος και φίλη, χώρα-μέλος της ΕΕ και του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, με την οποία συνάψαμε αμυντική συμφωνία) δηλώνει ότι αμυντικές κινήσεις της Ελλάδας για την προάσπιση των όποιων δικαιωμάτων της επί της ΑΟΖ της σε απάντηση επιθετικών κινήσεων της Τουρκίας, δεν θεωρούνται και τελικά δεν είναι νομιμοποιημένες από τις προβλέψεις του διεθνούς δικαίου και ως σύμμαχος, αυτή η τρίτη χώρα, αυτοεξαιρείται της υποχρέωσης υποστηρικτικής αμοιβαιότητας προς την Ελλάδα –η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, δεσμεύεται στο πλαίσιο (ποιάς άραγε;) αμοιβαιότητας να παράσχει υποστηρικτική στήριξη στη Γαλλία ...στην αφρικανική ζώνη του Σαχέλ! Πρόκειται για τεράστια «επιτυχία» του Κυριάκου Μητσοτάκη!         

Για να γίνει απολύτως ευκρινές το μέγεθος της ήττας που προκαλεί στα ελληνικά γεωπολιτικά συμφέροντα ο σημερινός πρωθυπουργός ας κάνουμε έναν παραλληλισμό με τις κυπρο-τουρκικές σχέσεις.  Προ ημερών  η Λευκωσία απέστειλε στην Άγκυρα για πολλοστή φορά επιστολή, με την οποία επίσημα ζητεί την έναρξη διμερών διαβουλεύσεων για τον ορισμό της ΑΟΖ μεταξύ των δύο χωρών, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο. Μιλάμε για δύο χώρες, μέλη του ΟΗΕ και αναγνωρισμένες από το σύνολο της παγκόσμιας κοινότητας. Η Τουρκία για λόγους σχετιζόμενους με το παράνομο (σύμφωνα με αποφάσεις του ΟΗΕ) και μη αναγνωρισμένο από τη διεθνή κοινότητα τουρκο-κυπριακό κρατικό μόρφωμα, αρνείται κάθε συζήτηση με την Κυπριακή Δημοκρατία, επειδή η ίδια δεν την αναγνωρίζει ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος. Την ίδια ώρα η Κυπριακή Δημοκρατία προχωρεί σε θαλάσσιες έρευνες σε περιοχές που καθ’ οιανδήποτε ανάγνωση και ερμηνεία των όρων του ισχύοντος διεθνούς δικαίου βρίσκονται εντός της ΑΟΖ της. Αν, λοιπόν, η γαλλική λογική προσέγγισης στις κυπρο-τουρκικές σχέσεις εφαρμοστεί κατ’ αναλογία με τα προβλεπόμενα στην ελληνο-γαλλική συμφωνία, τότε η Κύπρος δεν νομιμοποιείται να διεξάγει έρευνες στην ΑΟΖ της, επειδή η άρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει ως τώρα επιτρέψει (και ούτε και μελλοντικά θα το κάνει) την ανακήρυξη της κυπριακής ΑΟΖ! Αλήθεια, ο έλληνας πρωθυπουργός έχει συναίσθηση σε τί ήττα έχει οδηγήσει την Ελλάδα, ή απλά αδυνατεί να καταγράψει τις επιπτώσεις της διακυβέρνησής του για τη χώρα μας, τους πολίτες της και τις επόμενες γενιές;  

Αν κανένας διαγνώσει τα πραγματικά όρια των παραπάνω δεδομένων δεν θα καθυστερήσει να αντιληφθεί ότι η Ελλάδα είναι η πρώτη χώρα στον κόσμο η οποία εθελουσίως (και όχι π.χ. υπό την πίεση μιας στρατιωτικής ήττας, που μόνο τέτοιας φύσης εξέλιξη θα αιτιολογούσε αυτούς τους χειρισμούς)  έχει παραχωρήσει δικαιώματά της σε θαλάσσιες ζώνες στον διεθνή παράγοντα, για τα διαχειριστεί ανθ’ αυτής -προς όφελος τίνος, άραγε, πάντως όχι υπέρ της χώρας μας; Για να είμαστε και απολύτως συγκεκριμένοι, όλ’ αυτά άγουν μετά βεβαιότητος στο συμπέρασμα ότι ένα ιδιότυπο γεωπολιτικό status διεθνούς κηδεμονίας διαμορφώνεται σε θαλάσσιες ζώνες ελληνικών κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων στην ανατολική  Μεσόγειο, κάτι που είναι μοναδικό παγκοσμίως. Όλες οι κυρίαρχες χώρες του πλανήτη προστατεύουν εξ ιδίων και χωρίς να οφείλουν να ρωτήσουν κανέναν άλλον τα κυριαρχικά και όποια άλλα δικαιώματά τους που ορίζονται από το ισχύον διεθνές δίκαιο. Η Ελλάδα, όχι!     

Θα μπορούσε η Ελλάδα εθελουσίως και ένεκα εξαιρετικών περιστάσεων να προχωρήσει σε παραχώρηση μέρους της κυριαρχίας της σε κάποια υπερκρατική οντότητα (και όχι βεβαίως σε κάποια άλλη χώρα), για λόγους προαγωγής των εν γένει συμφερόντων της. Υπό δύο όρους:

-          τον όρο της περιορισμένης χρονικής διάρκειας τέτοιας παραχώρησης, με τον χρόνο ισχύος της ρητά προβλεπόμενο, και

-          τον όρο ότι θα συνέτρεχε έγκριση προς τούτο από τις εσωτερικές πολιτικές διαδικασίες στη χώρα μας. Αυτά δεν είναι αρμοδιότητες ενός πρωθυπουργού, και απαιτείται ευρύτερη και ισχυρή συναίνεση των εγχώριων πολιτικών δυνάμεων, για να ανατραπούν γραμμές της ελληνικής εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής, τις οποίες ακολούθησαν απαρέγκλιτα όλες ανεξαιρέτως οι κυβερνήσεις της Ελλάδας τα τουλάχιστον τελευταία 47 χρόνια, από την πτώση της χούντας ως σήμερα. 

Στην περίπτωση του Κυριάκου Μητσοτάκη όχι μόνο δεν ισχύει κανένας εκ των πιο πάνω απαράβατων όρων, αλλά ο ίδιος ο πρωθυπουργός ανερυθρίαστα υποστηρίζει την εν λόγω σοβαρή την ήττα της Ελλάδας και τολμά να εμπαίζει ευθέως τους έλληνες πολίτες μπροστά στα μάτια τους, με το ανεκδιήγητο αφήγημα ότι «προάγονται τα ελληνικά συμφέροντα»! Διερωτώμαι  -και μιλώ μετά λόγου γνώσεως- στο στενό περιβάλλον του ελληνα πρωθυπουργού, ακόμη και το οικογενειακό, όπου συγκαταλέγονται πρόσωπα που κατανοούν πλήρως τις συνέπειες της ήττας που έχει φέρει ο Κυριάκος Μητσοτάκης, τα πρόσωπα αυτά γιατί σιωπούν; Δεν αντιλαμβάνονται ότι και οι δικές τους ευθύνες είναι τεράστιες; Αλλά και στη ΝΔ ως κόμμα, υπάρχουν πρόσωπα που έχουν πλήρη συναίσθηση της βλάβης που έχει προκληθεί σε βάρος των συμφερόντων της Ελλάδας από τις κινήσεις του σημερινού πρωθυοργού. Ως πότε αυτά τα πρόσωπα θα σιωπούν;      

Η «ιστορικότητα» των παραχωρήσεων αυτών, που δυστυχώς όπως ανέφερα πριν ήδη καταγράφεται ως επίπτωση μοιραία σε βάρος της Ελλάδας και των συμφερόντων της, θα γίνει ευκρινέστερη -φοβάμαι πολύ- σε μακροπρόθεσμη βάση, όταν για παράδειγμα σε τυχόν έρευνες στον βυθό (συμβαίνει ήδη) ή και όταν εκδηλωθούν αλιευτικές δραστηριότητες, μεταξύ άλλων, τουρκικών πλοίων σε ελληνική ΑΟΖ, η Ελλάδα δεν θα δικαιούται να αντιδράσει κινητοποιώντας τον πολεμικό στόλο της για να προασπίσει τα δικαιώματά της, από ευθείες και άμεσες παραβιάσεις. Τυχόν τέτοια αντίδραση της Ελλάδας, μετά τη γαλλική διευκρινιστική παρέμβαση, θα θεωρείται καταχρηστική αντίδραση της Ελλάδας στις σε βάρος της απειλές και τις παραβιάσεις δικαιωμάτων της, που κατά τα άλλα σαφώς προβλέπονται από τη διεθνή έννομη τάξη.

Πολύ περισσότερο και πολύ χειρότερα, όταν τα ελληνικά μαχητικά θα απογειώνονται για να αναχαιτίσουν τουρκικές παραβιάσεις της ζώνης των 10 μιλίων ανακηρυγμένου εναέριου ελληνικού χώρου, τα ελληνικά μαχητικά καταχρηστικά θα θεωρειται ότι ασκούν το απολύτως κατοχυρωμένο δικαίωμα της χώρας μας να αμύνεται απέναντι σε οποιαδήποτε επιβουλή, διότι υπάρχει (πάντα κατα τη γαλλική λογική) αμφιβήτηση της νομιμότητας του ελληνικού δικαιώματος να επεκτείνει τον εναέριο χώρο της στα 10 μίλια, επειδή, λέει, δεν συμπίπτουν τα 10 μίλια με τα 6 μίλια ανακηρυγμένων ελληνικών χωρικών υδάτων. Και την ίδια στιγμή θα βρίσκεται σε ισχύ το casus belli που έχει κηρύξει η Τουρκία κατά της Ελλάδας, εάν η χώρα μας ασκήσει το αναφαίρετο δικαίωμά της να επεκτείνει τα χωρικά μας ύδατα στα 12 μίλια. Πρόκειται, δηλαδή, για ερμηνεία «σουρωτήρι» των προβλέψεων του διεθνούς δικαίου, όπου το μόνο που παραβλέπεται είναι τα ελληνικά συφέροντα.                                                          

Για την είμαστε ακριβείς, η στάση ήττας στην οποία έχει οδηγηθεί η Ελλάδα από τη κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη-Νίκου Δένδια, είναι ευθεία και εκ του αποτελέσματος εφαρμογή της παρ’ ημίν άποψης περί «μαξιμαλιστικής» ελληνικής θέσης σε ό,τι αφορά τα κυριαρχικά και εκμεταλλευτικά δικαιώματα της χώρας μας στις θαλάσσιες ζώνες της στην ανατολική Μεσόγειο, και όχι μόνο. (Και, προσέξτε: δεν μιλάμε για τη θαλάσσια περιοχή του Καστελόριζου, όπου κάποια επιφύλαξη για το πλήρες δικαίωμα της Ελλάδας στη νησιωτική ΑΟΖ του συμπλέγματος της Μεγίστης θα ήταν ανεκτή, ούτε μιλάμε για την υφαλοκρηπίδα των νησιών του Αιγαίου, θέμα για το οποίο η Ελλάδα έχει σαφώς δηλώσει την πρόθεσή της κοινής προσφυγής στο Διεθνές Δικαστήριο για την εκκαθάριση των όποιων ασαφειών. Μιλάμε για το δικαίωμα της Ελλάδας να κάνει θαλάσσιες και υποθαλάσσιες έρευνες πέραν της ζώνης των 6 μιλίων (ελληνικά χωρικά ύδατα) ανατολικά της Κρήτης! Αυτό θέτει σε αμφισβήτηση η διασαφήνιση της γαλλικής διπλωματίας!!!)       

Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η φιλολογία περί «μαξιμαλιστικών» βλέψεων επί της ΑΟΖ της Ελλάδας στην ανατολική (με παντελώς ανεδαφικούς υπαινιγμούς περί δήθεν «εθνικιστικών» κινήτρων της Αθήνας), έχει υιοθετηθεί πλήρως και επαναλαμβάνεται σε κάθε ευκαιρία από την τουρκική εξωτερική πολιτική.

Οι επιπτώσεις της «επιτυχίας» Δένδια με την παραχώρηση σε άλλη χώρα (στις ΗΠΑ) συνεκμετάλλευσης ελληνικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στους αμερικανούς εσαεί, δεν χρειάζεται να αναλυθούν πολύ και έχουν ήδη επισημανθεί από πολλούς. Δυό μόνο σχόλια επ’ αυτού:

1. Είναι όνειδος για την Ελλάδα το επιχείρημα Δένδια ότι δήθεν η στάθμευση αμερικανικών δυνάμεων σε ελληνικά στρατόπεδα θωρακίζει αμυντικά την Ελλάδα. Η ιστορία, αντιθέτως, έχει δείξει ότι δεν προκύπτει κάτι τέτοιο από την ανάμιξη των ΗΠΑ  στις διμερείς ελληνοτουρκικές διαφορές. Τα Ίμια είναι πολύ πρόσφατα για  να τα λησμονεί ο Νίκος Δένδιας. Επίσης, βρετανικές βάσεις -και μάλιστα με πλήρη εδαφική κυριαχία των βρετανών σ’ αυτές- υπήρχαν στην Κύπρο το 1974 και δεν απετράπη η τουρκική στρατιωτική εισβολή του Αττίλα στο νησί. Ο Νίκος Δένδιας κουτοπόνηρα προσπαθεί να εμβρυουλκήσει συμπερασματικά από την ελληνο-αμερικανική συμφωνία ότι ο αμυντικός εξοπλισμός  των νησιών του ανατολικού Αιγαίου από την Ελλάδα δεν είναι παράτυπος και αντίκειται στις προβλέψεις της συνθήκης της Λοζάνης, όπως επίμονα υποστηρίζει η Τουρκία. Αυτά, όμως, δεν διακανονίζονται με κουτοπονηρίες και έμμεσες συναγωγές συμπερασμάτων από συμφωνίες που ρυθμίζουν άλλα θέματα, όπως η τελευταία ελληνο-αμερικανική συμφωνία. Αντίθετα, με τέτοιες κινήσεις εμπλέκεται και η χώρα μας στην ατζέντα που προωθεί η Άγκυρα και εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον της διεθνούς κοινότητας ένα ζήτημα που η Ελλάδα δεν έχει κανένα συμφέρον να ανοίξει. Στο κάτω-κάτω η Τουρκία έχει δικαίωμα να προσφύγει σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα και να ζητήσει τη δικαίωση της θέσης της. Η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο να εμπλακεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο σ’ αυτή τη συζήτηση.  

2. Η ελληνο-αμερικανική συμφωνία, για τη σύναψη της οποίας επισπεύδων παράγων ήταν ο Νίκος Δένδιας, επισημοποιεί τις «δύο γραμμές» εξωτερικής πολιτικής που συγκρούονται μέσα στη σημερινή ελληνική κυβέρνηση: από τη μια τη φιλο- ευρωπαϊκή, φιλο-γαλλο-γερμανική του Κυριάκου Μητσοτάκη, και από την άλλη τη φιλο-αμερικανική του Νίκου Δένδια. Είναι κατάντια για τη χώρα μας, γιορτάζοντας τη 200η επέτειο της ανεξαρτησίας μας να επιστρέφουμε σε πολιτικά μοντέλα αλά γαλλικό, γερμανικό, βρετανικό και ρωσικό κόμμα, που έζησε η Ελλάδα ως απολύτως αδύναμη χώρα αμέσως μετά την απελευθέρωσή μας.                  

Στο διά ταύτα: Στην εξωτερική πολιτική δεν αρκεί να συμπεραίνουμε και να αρκούμεθα στις διαπιστώσεις μας. Αντίθετα, εξωτερική πολιτική κυρίαρχου κράτους είναι νοητή ως διαρκής μέριμνα προάσπισης των δικαιωμάτων του. Η ελληνο-γαλλική συμφωνία είναι ανάγκη να ανατοποθετηθεί και να τροποποιηθούν τα σημεία της που πλήττουν τα ελληνικά συμφέροντα. Και η αρχή πρέπει αμέσως να γίνει με την ενεργοποίηση της απαράγραπτης υποχρέωσης της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης να ζητήσει από το Παρίσι σαφή αναθεώρηση της ερμηνευτικής διασαφήνισης, στην οποία προχώρησε η γαλλική διπλωματία σχετικά με την ελληνο-γαλλική αμυντική συμφωνία.

Η αντιπολίτευση από μεριάς της οφείλει -αν δεν το κάνει η σημερινή κυβέρνηση- να δεσμευτεί ότι θα επαναδιαπραγματευτεί εξ αρχής το σημείο αυτό με τη Γαλλία και μέχρι την οριστική ακύρωση ισχύος της γαλλικής διασαφήνισης, στην οποία προχώρησε η διπλωματία του Παρισιού.

 

 

 

 

17 Οκτ. 2021

Ο θάνατος της πολιτικής πρόβλεψης

Κίνητρο των όσων θα αναφέρω σήμερα δεν είναι η εξεταστική επιτροπή για τις δημοσκοπήσεις και τις λίστες Πετσα, που πρότεινε ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αποδέχτηκε ολόκληρη η αντιπολίτευση και σύρθηκε σε αποδοχή της πρότασης και ο κοινοβουλευτικός βραχίονας της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, δηλαδή η εν Βουλή Νέα Δημοκρατία. Αυτό είναι ένα τρέχον θέμα πολιτικού περιεχομένου! Δηλαδή η ατζέντα του δημόσιου διαλόγου από καιρό είχε προϊδεάσει ότι θα ξέσπαγε τέτοιο θέμα. Mάλιστα είναι μάλλον η υποτονική αντιπολίτευση που ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ο λόγος, για τον οποίο τέτοια συζήτηση, που από καιρό όφειλε να έχει τεθεί υπό όρους κοινοβουλευτισμού και σε στενή συνάρτηση με το μέγα πρόβλημα της χαμηλής ποιότητας της δημοκρατίας μας επί της παρούσης πρωθυπουργίας, μόλις σήμερα ενεργοποιείται.

Φυσικά αιτιώδης συνάφεια πρόδηλη υφίσταται μεταξύ των εξελίξεων στην Αυστρία και την παραίτηση Κουρτς και τον εδώ δημόσιο διάλογο σχετικά με τις διαφάνεια στις χρηματοδοτήσεις των μέσων ενημέρωσης αλλά και εν γένει των μηχανισμών διεκεπεραίωσης της λεγόμενης επικοινωνιακής πολιτικής των κομμάτων ενώπιον των πολιτών. Όμως δεν χρειαζόταν καμιά έμμεση νομιμοποίηση από τις εξελίξεις σε κάποια άλλη χώρα-μέλος της ΕΕ του αιτήματος να σπάσει επιτέλους στην Ελλάδα το χρονίζον δημοκρατικό απόστημα της κατευθυνόμενης από πολιτικά και επιχειρηματικά κέντρα ενημέρωσης και παραπληροφόρησης ενώπιον των πολιτών. Το απόστημα, που είναι κοινό μυστικό ανάμεσά μας ότι όχι μόνον υφίσταται αλλά και έχει κακοφορμήσει, προσλαμβάνοντας διαστάσεις καρκινώματος, υπό συγκεκριμένες πολιτικές και κυβερνητικές συνθήκες, με τη σημερινή πρωθυπουργία να έχει διαδραματίσει καταλυτικό ρόλο για την παγίωσή του μέσα στο κομματικό και γενικότερα το πολιτικό μας σύστημα.

Καμιά παραίτηση Κουρτς δεν χρειαζόταν, λοιπόν, για να ξεκινήσουμε επιτέλους τη μεγάλη προσπάθεια αποκατάστασης στοιχειωδών κανόνων διαφάνειας στους μηχανισμούς ενημέρωσης των πολιτών και ισοτιμίας των κομμάτων στις διαδικασίες πληροφόρησης της κοινής γνώμης για τις θέσεις και τις δραστηριότητές τους. Μάλιστα, εικάζω ότι αυτό είναι το πρώτο μόλις βήμα και θα ακολουθήσει σειρά άλλων κινήσεων της αντιπολίτευσης, με πρώτιστη την υποχρέωση προς τούτο της αξιωματικής αντιπολίτευσης εν προκειμένω. Για παράδειγμα, δεν θα μπορούσα να φανταστώ άλλη συνέχεια από αλλεπάλληλες επισκέψεις της αντιπολίτευσης στις εισαγγελικές αρχές συντεταγμένα και με σκοπό την προσκόμιση του τεράστιου όγκου στοιχείων και ενδείξεων που μαρτυρούν το βάθος και την έκταση του προβλήματος, ώστε να διευκολυνθεί η δικαιοσύνη να αναλάβει δράση. Αλλίμονο, αν όλη αυτή η προσπάθεια περιοριστεί σε μια κοινοβουλευτική παράσταση με τα γνωστά στημένα δεδομένα υπέρ της συμπολίτευσης την εποχή του νεο-μητσοτακισμού! Η προσπάθεια αυτή καλώς ξεκινάει από τη Βουλή, αλλά κακώς-κάκιστα αν περιοριστεί εκεί και δεν απλωθεί και κυριαρχήσει στον δημόσιο διάλογο την προσεχή περίοδο και μέχρι τις επόμενες εκλογές! Και το αναφέρω από τώρα: Αν ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ χειριστεί το θέμα αυτό ως ένα από τα πολλά της τρέχουσας πολιτικής διαδικασίας και μετά τη συζήτηση περί συγκρότησης εξεταστικής επιτροπής στη Βουλή, όλη αυτή η υπόθεση καταλήξει να επιστρέψει στην πολιτική καθημερινότητα ως το αγαπημένο αντικείμενο των κοινωνικών δικτύων (όπως ήταν ως σήμερα) και καθόλου ως το μείζον ζήτημα πολιτικής, η αξιωματική αντιπολίτευση θα εχει πλέον συνδράμει διά παραλείψεως στην εμπέδωση του κακού.                 

Ας επιστρέψω, όμως, στο κίνητρο του σημερινού κειμένου μου: Κίνητρό μου είναι η παρέμβαση των εταιρειών δημοσκοπήσεων στην υπόθεση αυτή. (Για περισσότερα σχετικά μ’ αυτό δείτε εδώ: https://www.circogreco.gr/2021/10/13/oi-etairies-dimoskopiseon-sto-plevro-tis-kyvernisis-ergaleiopoiisi-idioton-sto-onoma-tis-politikis-antiparathesis/).

Πρόκειται για μια παρέμβαση που δεν θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον από οποιοδήποτε άλλο ζήτημα πολιτικού περιεχομένου, στο οποίο οι σχετιζόμενοι φορείς παρεμβαίνουν δημοσίως για να υποστηρίξουν τα συμφέροντά τους. Δηλαδή, ως συνηθισμένη και απολύτως θεμιτή πρακτική σε μια δημοκρατία τέτοια παρέμβαση, δεν θα είχε κατι κάποιος να πει για αυτή, αν…

…Αν οι εταιρείες δημοσκοπήσεων στην παρέμβασή τους δεν προσέφευγαν και σε υποδείξεις περί ορθών μεθόδων πολιτικής πρακτικής!

Συγκεκριμένα, στην κατακλείδα της δημόσιας παρέμβασής τους οι εταιρείες δημοσκοπήσεων αναφέρουν επί λέξει: «Ο πολιτικός διάλογος πρέπει να είναι ευθύς και να ασχολείται με την ουσία των πραγμάτων. Η εργαλειοποίηση ιδιωτών στο όνομα της πολιτικής αντιπαράθεσης δεν συμβάλλει στο δημοκρατικό γίγνεσθαι και θίγει αναίτια αμέτοχους τρίτους».

Πέραν της αήθειας να παραδίδονται μαθήματα πολιτικής ορθότητας από φορείς ιδιωτικών ενδιαφερόντων (που φυσικά για το μόνο για το οποίο μεριμνούν είναι η προαγωγή των συμφερόντων τους -και στις δημόσιες παρεμβάσεις τους ας περιοριστούν σ’ αυτό!), εδώ αναδύεται ένα μεγάλο πολιτικό ζήτημα και αναφύεται ένα καίριο πρόβλημα δημοκρατίας:

- Το μεγάλο πολιτικό ζήτημα είναι η υιοθέτηση της πασίγνωστης κυβερνητικής ατζέντας περί επιθέσεων πολιτικών κύκλων σε ιδιωτικά συμφέροντα. Λες και τα κόμματα οφείλουν εξηγήσεις στον οποιονδήποτε ιδιώτη επιχειρηματία (όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση οι εταιρείες δημοσκοπήσεων) για να διαμορφώσουν τις θέσεις τους, με την πολιτική ανεξαρτησία και τη θεσμική αυτονομία που (οφείλει να) εξασφαλίζει το δημοκρατικό πολίτευμα στους φορείς αντιπροσώπευσης των πολιτών!

- Το καίριο δημοκρατικό πρόβλημα είναι πώς άραγε έχει παραχωρηθεί σε φορείς ιδιωτικών συμφερόντων το δικαίωμα να επιχειρηματολογούν ανεμπόδιστα υπέρ μεθοδεύσεων που εν τοις πράγμασι παραβαίνουν συνταγματικές και άλλες ρυθμίσεις του πολιτεύματός μας, για την αποτελεσματική εποπτεία της πολιτείας επί των μηχανισμών πληροφόρησης της κοινής γνώμης.

Αλήθεια, οι εταιρείες δημοσκοπήσεων δεν γνωρίζουν ότι είναι θεσμοθετημένη η εποπτική και ελεγκτική αρμοδιότητα του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου (ΕΡΣ) επί των εταιρειών δημοσκοπήσεων και των πρακτικών τους; Δεν ξέρουν ότι η αρμοδιότητα αυτή παραχωρήθηκε στο Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο (που δουλειά του είναι η εποπτεία και ο έλεγχος των ιδιωτικών ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης) επειδή τεκμαίρεται θεματική επιχειρηματικά συνάφεια (και συνεπώς και σε επίπεδο δυνητικής σύμπτωσης συμφερόντων σχέση)  μεταξύ ιδιωτικών μέσων ενημέρωσης και δημοσκοπικών εταιρικών φορέων;

Λένε οι εταιρείες δημοσκοπήσεων στην παρέμβασή τους ότι λειτουργούν με κανόνες δεοντολογίας, που οι ίδιες εισήγαν. Ναι -και καλά έκαναν για λογαριασμό τους που έθεσαν κανόνες δεοντολογίας ανάμεσά τους- αλλά μήπως αγνοούν ότι δεν αρκούν τέτοιοι κανόνες και ότι η ισχύουσα σήμερα νομοθεσία δια του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου (αρχής με συνταγματική κατοχύρωση, μάλιστα) επιβάλλει ρεόντως, συνεχώς και ανεξαιρέτως δημόσια εποπτεία και έλεγχο στις εταιρείες δημοσκοπήσεων;

Δεν γνωρίζουν οι εταιρείες δημοσκοπήσεων ότι η προσήκουσα εποπτεία και έλεγχος επί των πρακτικών τους ομολογημένα δεν ασκείται εδώ και χρόνια από το ΕΡΣ; Δεν κατανοούν ότι η εκ παραλείψεως αποφυγή αυτής της καίριας εποπτικής και ελεγκτικής αρμοδιότητας της πολιτείας, σε καμιά περίπτωση δεν συνεπάγεται δημόσια αναγνώριση και παραδοχή ότι ενεργούν ορθά, ενώ αντίθετα ως σύμπτωμα επισσωρεύεται στο ήδη ιδιαίτερα βεβαρυμένο δημόσιο σκηνικό που αφορά στις εταιρείες του χώρου τους; Δεν ξέρουν ότι η αντιπολίτευση έχει κατ’ επανάληψη θέσει στη Βουλή το θέμα της θεσμικής αταξίας που παράγεται από την απουσία οποιουδήποτε δημόσιου ελέγχου επί των δημοσκοπήσεων, όπως αυτός έχει θεσπιστεί; Παραβλέπουν ότι εδώ και πολλούς μήνες έχει εγερθεί θέμα στη Βουλή με μια εταιρεία δημοσκοπήσεων, την Opinion poll συγκεκριμένα, και διά νέας παραλείψεως (του προεδρείου της Βουλής και με συντρέχουσα κυβερνητική ευθύνη), δεν έχει «ανοίξει μύτη»; Και, εντάξει, τα όργανα της πολιτείας δεν κάνουν τη δουλειά τους, αλλά οι ίδιες οι εταιρείες δημοσκοπήσεων που θριαμβολογούν για τους κανόνες δεοντολογίας που έχουν θέσει, έλαβαν άραγε εξ ιδίων κάποια πρωτοβουλία για να εκκαθαριστεί  το σκηνικό σχετικά με την Opinion poll και να λάμψει η διαφάνεια στον χώρο τους, αν αυτός κατηγορείται αδίκως; Αν πράγματι επιθυμούν οι εταιρείες δημοσκοπήσεων διαφάνεια στα του οίκου τους, δεν θα όφειλαν οι ίδιες να ζητήσουν την ενεργοποίηση του ΕΡΣ για να καταπέσει κάθε τυχόν κακόπιστη υπόνοια σε βάρος τους;     

Και για όλα τα παραπάνω που αγνοούν και αντί να επιζητούν οι ίδιες οι εταιρείες δημοσκοπήσεων την εκκαθάριση του χώρου δραστηριοτήτων τους, θρασύνονται να μας κάνουν μαθήματα πολιτικής κανονικότητας; Αλήθεια;    

Η μεγάλη αυτή δημοκρατική αήθεια λαμβάνει μάλιστα χώρα, ενώ οι υπερασπιστές των καημένων των ιδιωτικών συμφερόντων που τους επιτίθενται τα «κακά κόμματα» θέτοντας στη δημόσια ατζέντα την περίπτωσή τους, δεν εχουν  και το καλύτερο ιστορικό στην ίδια τη δουλειά τους. Μήπως η απόλυτη αστοχία ευρημάτων τους στο δημοψήφισμα έχει ξεχαστεί; Μήπως η συστηματική υποεκπροσώπηση του κόμματος της σήμερα αξιωματικής αντιπολίτευσης στα ερευνητικά δείγματά τους ακόμη και στις τελευταίες εκλογές δεν καταγράφτηκε; Μια υποεκπροσώπηση που κατέληξε στο αμίμητο περιστατικό ότι στις τελευταίες εκλογές ακόμη και στα exit poll το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να δίνεται στη ζώνη κάτω του 30%, ενώ η πραγματική εκλογική επίδοση του ίδιου κόμματος ήταν καθαρά άνω της ζώνης του 30%. Έχουν έκτοτε οι εταιρείες δημοσκοπήσεων αναπροσαρμόσει τα ερευνητικά δείγματά τους, ως οφείλουν, για να αποφεύγουν τέτοιες αστοχίες στις σημερινές προβλέψεις τους; Ή μήπως νομίζουν πως διαφεύγει της προσοχής της κοινής γνώμης ότι σήμερα στην Ελλάδα εξελίσσεται σε «παγκόσμια πρώτη» το μοναδικό δημοσκοπικό φαινόμενο να διευρύνεται καθαρά η δυσαρέσκεια για την κυβέρνηση …αλλά το κυβερνόν κόμμα να αυξάνει την εκλογική επιρροή του;

Το «τσαλαβούτημα» των εταιρειών δημοσκοπήσεων στην κυβερνητική ατζέντα περί επίθεσης της πολιτικής αριστεράς και της προοδευτικής παράταξης σε ιδιωτικά συμφέροντα, είναι σοβαρό σφάλμα πολιτικής τάξης. Σφάλμα, που είτε το καταλαβαίνουν οι εταιρείες δημοσκοπήσεων είτε όχι, άγει σε βασιμότητα την υπόνοια για το περιεχόμενο και την δημοκρατική ομαλότητα (και όχι κανονικότητα) στις σχέσεις των εταιρειών δημοσκοπήσεων με την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Σύμφωνα με πληροφορίες που έχω στη διάθεσή μου, υπάρχει δυσαρέσκεια ορισμένων εταιρειών δημοσκοπήσεων για την τελευταία αυτή παρέμβαση, που είναι και το κίνητρο -όπως είπαμε- για το σημερινό κείμενό μου. Στις εταιρείες δημοσκοπήσεων, δηλαδή, υπάρχει εκ των ένδον συναίσθηση της αήθειας που εκδηλώθηκε.

Ευτυχώς! Διότι οι δημοσκοπήσεις είναι χρήσιμο εργαλείο πολιτικής ανάλυσης και υπ’ αυτή την οπτική συμβάλλουν στη βελτίωση της προβλεπτικής διάστασης των δημόσιων υποθέσεων, ως μέρος μιας διαδικασίας αέναης επιδίωξης του πολιτικού πεδίου και των κομμάτων που το απαρτίζουν να επιζητούν συνεχώς να είναι καλύτερα, δημοκρατικότερα και πιο κοντά στους πολίτες. Αλλιώς, θα είμαστε πολύ κοντά στη θανάτωση της αξιοπιστίας κάθε πολιτικής πρόβλεψης.             

 

 

 

 

14 Οκτ. 2021

Το τέλος του ΚΙΝΑΛ 

Η αποχώρηση της προέδρου του ΚΙΝΑΛ από την «ανάμετρηση των 4» για την εκλογή ηγεσίας στο κόμμα διαμορφώνει νέο σκηνικό στο ευρύτερο πολιτικό σύστημα. Βασική αιτία γι’ αυτό η παρουσία της απλής αναλογικής ως του εκλογικού συστήματος της επόμενης κάλπης, ακόμη κι αν η συντηρητική παράταξη επιχειρήσει να «κάψει» την απλή αναλογική με διπλές εκλογές.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Για δύο λόγους:

- Διότι κατ’ ανάγκη θα ευνοηθούν διαβουλεύσεις διακομματικής βάσης, στο προσκήνιο της συνταγματικής επιταγής για την εξασφάλιση της δεδηλωμένης, ως απαράβατης προϋπόθεσης για τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης. Η διακομματική διαβούλευση, σημειωτέον, συνιστά το ωριμότερο τέκνο της δημοκρατικής διαδικασίας μεταπολεμικά στην Ευρώπη (και όχι μόνο), δηλαδή εδώ και 75 χρόνια, ως πολιτικής διαδικασίας διαλόγου μεταξύ κομμάτων, με σκοπό την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διεύρυνση των κοινωνικών ακροατηρίων που συμμετέχουν στις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων. Πρόκειται, δηλαδή, για την πιο καίρια συνεισφορά του δυτικού δημοκρατικού μοντέλου στα πολιτικά συστήματα της εποχής. Και δεν είναι τυχαίο ότι η συντηρητική παράταξη στην Ελλάδα  απεχθάνεται την απλή αναλογική και την ίδια την πολιτική κουλτούρα της διακομματικής διαβούλευσης, λόγω του ότι διατηρεί ως κομματικό σχήμα αίσθηση δικαιωματικής προτεραιότητας στο αιτούμενο διακυβέρνησης, το οποίο βεβαίως καμιά διάθεση δεν έχει να «μοιραστεί» με κανέναν άλλον. Η πρόδηλη προσπάθεια της σημερινής νεο-μητσοτακικής Νέας Δημοκρατίας να διαιωνίσει την κουλτούρα του εσωτερικού διχασμού στη χώρα μας, επισφραγίζει την προέλευσή της από τη νοοτροπία του κατ’ αυτήν δικαιωματικού πλεονεκτήματός της να κυβερνάει.                             

- Διότι ακόμη κι αν η εγχώρια συντηρητική παράταξη αποπειραθεί τη δραπέτευση από την απλή αναλογική με διπλές εκλογές, όταν θα ανοιξουν οι «δεύτερες κάλπες» αυτού του σεναρίου θα έχει προηγηθεί γύρος διακομματικών διαβουλεύσεων, που θα επηρεάσει σημαντικά τη διαμόρφωση του συσχετισμού δυνάμεων εντός του κομματικού συστήματος στην Ελλάδα.

Με τις παραπάνω διαπιστώσεις εξηγείται γιατί ήταν ιστορικό το σφάλμα της απερχόμενης προέδρου του ΚΙΝΑΛ να στηρίξει την απλή αναλογική ως σταθεροποιούμενου εκλογικού συστήματος στην Ελλάδα, με το ίδιο το ΚΙΝΑΛ σε προνομιακή θέση και κατ’ εξοχήν ωφελούμενο κόμμα από ένα εκλογικό σύστημα απλής αναλογικής.           

Ο χειρισμός του ΚΙΝΑΛ επί προεδρίας Γεννηματά σε ό,τι αφορά τις σχέσεις του με τα άλλα κόμματα, επιβεβαιώνει την «ιστορικότητα» του σφάλματος Γεννηματά να απορρίψει την απλή αναλογική και μαρτυρεί επιβεβαιωτικά την παγιωμένη ανασφάλεια του κόμματος σχετικά με τον ρόλο του στις πολιτικές εξελίξεις. Διότι, απλούστατα, δεν έχει καμιά σημασία να ομνύεις στην αυτονομία του μικρού και «δευτερεύοντος» κόμματός σου, αν δεν έχεις διασφανίσει επαρκώς την πολιτική γραμμή σου, ώστε να συνιστάς δυνάμει κυβερνητικό εταίρο στη βάση πολιτικών προγραμματικών συγκλίσεων, και όχι στη βάση της «διασωστικής μυθολογίας» για τη χώρα, όπως περισσότερο από κάθε άλλο κόμμα υποστηρίζει το ΚΙΝΑΛ για να αιτολογήσει την παρά πολιτική φύσει (δηλαδή εκτός κάθε προγραμματικού αυτοσεβασμού) στάση του εδώ και μια δεκαετία. (Σημ.: Δεν είναι άνευ σημασίας, αντίθετα είναι απολύτως ενδεικτικό, ότι ακριβώς η αιτιολόγηση από το ΚΙΝΑΛ της απόφασής του να απορρίψει την απλή αναλογική επιστράτευσε την επάλληλη «διασωστική μυθολογία» περί των συνεπειών της ακυβερνησίας).  

Και κάπως έτσι εξηγείται πως είναι δυνατό η ίδια η αναζήτηση της ευθύνης για τον απορφανισμό του κληρονόμου του ΠΑΣΟΚ από τη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτικών κοινών του, να αποδίδεται από το ίδιο το ΚΙΝΑΛ στα κόμματα που υποδέχτηκαν όσα πολιτικά κοινά του δραπέτευσαν από την ενοχική  «διασωστική μυθολογία» του, ενώ είναι σαφές ότι πρόκειται για μαζικές μετακινήσεις πολιτικών κοινών, λόγω δυσαρέσκειας κομματικής αντιπροσώπευσης από τον ως τότε φορέα τους. Διότι, φυσικά, ένα κόμμα πολιτικά δικαιώνεται από την εν τοις πράγμασι επιβεβαίωση μεσοπροθέσμως της πολιτικής του γραμμής ως ορθής ενώπιον των πολιτών και όχι από «πολιτικά κόλπα» υπέρ ή κατά οποιασδήποτε άλλης κομματικής οντότητας.

Μ’άλλα, λόγια το ΚΙΝΑΛ θα ήταν ρυθμιστής αν είχε συναινέσει στην απλή αναλογική και αν είχε διασαφηνίσει την πολιτική του γραμμή, ώστε να είχε γίνει ευκρινές το πολιτικό πρόσημο της στάσης του στη συγκυρία. Αντίθετα, χωρίς σταθερή απλή αναλογική και με ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο συνεργασίας του είτε με την πολιτική συντήρηση είτε με την προοδευτική παράταξη, παγιώνεται η καταγραφή του ως «συμπληρωματικού κόμματος», του οποίου τις αποφάσεις θα λαμβάνει η εκάστοτε ηγετική νομενκλτούρα του. Το φαινόμενο ηγεμονίας της κομματικής γραφειοκρατίας στο απώτατο όριό του! Και σε καμιά περίπτωση αυτό το εξ ορισμού προσλαμβανόμενο από τα πολιτικά κοινά ως τυχοδιωκτικό χαρακτηριστικό, δεν θεραπεύεται από δηλώσεις περί εγγυημένης αυτονομίας του ως θέσει ευκαιριακού κυβερνητικού εταίρου. Τουναντίον, αν είναι να υποβοηθιέται με τέτοια «κόλπα» μια άλλη κομματική οντότητα, τότε ελλείπει ο λόγος και ο ρόλος ύπαρξης του συμπληρωματικού εταίρου και ευνοούνται οι μείζονες κομματικοί σχηματισμοί του εκάστοτε σκηνικού.     

Αυτό είναι το πρώτο και το μεγαλύτερο πρόβλημα που αφήνει πίσω της η Φώφη Γεννηματά!

Η επιβεβαίωση των παραπάνω και η ενοχική στάση όλων των κομματικών παραγόντων του ΚΙΝΑΛ απέναντι στο από τις κοινωνικές αντιθέσεις οξυνόμενο και ένεκα τούτου πιεστικό ερώτημα εκκαθάρισης του πολιτικού προσήμου της γραμμής του ΚΙΝΑΛ, ως προοδευτικού ή συντηρητικού κόμματος, αναδύεται δραματικά από ένα γεγονός: ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ από τους υποψήφιους προέδρους του, δεν προτείνει με ποιο κόμμα προκρίνει διαβούλευση και πιθανή συνεργασία, ενώ όλοι είναι λαλίστατοι σχετικά με το ποιο κόμμα δεν πρέπει να επιζητηθεί συνεργασία. Βεβαίως, ο ετεροπροσδιορισμός της κομματικής γραμμής στην πολιτική είναι χρήσιμο εργαλείο εκκαθάρισης της ταυτοτικής κομματικής υπόστασης των σχηματισμών. Από μόνος του, όμως, μόνο σε τυχοδωκτικούς χειρισμούς ηγεσιών άγει και όχι σε ιδεολογικο-πολιτική καθαρότητα, που είναι το στοιχείο εκ των ων ουκ άνευ για την επιβεβαίωση της «χρησιμότητας» ενός κόμματος επί της πολιτικής ουσίας.         

 

 

 

 

7 Οκτ. 2021

Ο ύστερος πατριωτισμός

και ο ΣΥΡΙΖΑ

Θέμα της σημερινής ανάλυσης το πρόσχημα του ύστερου πατριωτισμού ως στοιχείου μιας σύγχρονης ελληνικής αριστερής πολιτικής. Είναι μια βουτιά στα βαθιά νερά μιας συζήτησης που γίνεται εδώ και λίγο καιρό σχετικά με το αν ο ΣΥΡΙΖΑ διαθέτει πατριωτικά ανακλαστικά στη χάραξη της γραμμής του για την ελληνική εξωτερική πολιτική και τα ελληνοτουρκικά, ή όχι. Μιας συζήτησης που απέκτησε εσχάτως νέα δυναμική, εξ αφορμής της ελληνο-γαλλικής συμφωνίας. Και επειδή το θέμα είναι εξαιρετικά λεπτό και σύνθετο, τόσο σε ό,τι αφορά τα πολιτικά συστατικά μέρη του όσο και σε σχέση τη βαρύτητά του για την εν γένει προαγωγή των συμφερόντων της χώρας, κάνω έκκληση η ανάλυση αυτή να διαβαστεί όσο γίνεται πιο μακριά από φανατισμένες και προαποφασισμένες απόψεις του κάθε αναγνώστη. Άλλωστε, την ανακάλυψη της αλήθειας δηλώνουμε άπαντες ότι επιζητούμε στο κοινό πεδίο ανίχνευσης του περιεχομένου και της σημασίας του όρου «συμφέροντα της χώρας», ως πεδίου ενότητας των πολιτών της Ελλάδας και όχι ως ευκαιρίας διχασμού μας, όπως παραδοσιακά και για λόγους ξεκάθαρα «ιδεολογικούς» πράττει η ακροδεξιά.  

Στο θέμα μας, λοιπόν, με δύο εισαγωγικές αναγκαίες διασαφηνίσεις, κάτι που θεωρώ όρο κατανόησης της βάσης όλης της συζήτησης                     

Διασαφήνιση 1η: Άλλο η προαγωγή των γενικών συμφερόντων της χώρας στο παγκόσμιο σκηνικό ως βασικό και μη επιδεχόμενο συμψηφισμούς με διάφορες άλλες διεθνείς υποθέσεις κριτήριο, και άλλο οι ενδιάμεσες ανάγκες υποστήριξης μιας τακτικής προσπάθειας για την ανάσχεση και την εξουδετέρωση των επιθετικών πρακτικών της Τουρκίας κατά της χώρας μας.      

Ο πατριωτισμός, καλώς ή κακώς, δεν χωράει σ’ αυτή τη συζήτηση. Θα ήταν αδιανόητο η στρατηγική για τον όποιον ρόλο και τη θέση της Ελλάδας στην παγκόσμια σκηνή (ζήτημα στενά συνδεόμενο με την εκάστοτε συγκυρία του διεθνούς συσχετισμού δυνάμεων) να επικαθοριζόταν από τις διμερείς διαφορές με την Τουρκία (η φύση και η προέλευση των οποίων έχει ιστορικό και σχεδόν παγιωμένο χαρακτήρα). Αν με ανακλαστικά διαφορετικά από τη θέση που περιγράφτηκε στην προηγούμενη πρόταση προσεγγίζουμε και σχολιάζουμε τέτοια θέματα, τότε μηχανίστικα θα καταλήγαμε στον παραλογισμό ότι τυχόν παρουσία ελληνικού στρατού στο Σαχέλ είναι πατριωτικό ζήτημα, ενώ φυσικά δεν είναι. Το αντίθετο μάλιστα! Και ελπίζω να είμαι σαφής!   

Διασαφήνιση 2η: Όσο λαϊκισμός είναι η θέση της βολουνταριστικής αριστεράς ότι τα λεφτά αντί να πηγαίνουν για όπλα καλύτερα να πηγαίνουν για σχολεία (λες και η Ελλάδα -η σημερινή και η παλιότερη- κείται στον ιστορικό και γεωπολιτικό χάρτη εν κενώ),  άλλο τόσο λαϊκισμός είναι το (ψευδο)δίλημμα «ή ψηφίζεις την ελληνο-γαλλική συμφωνία, ή -αν την καταψηφίζεις- δεν έχεις πατριωτικά κίνητρα ως πολιτική παράταξη».

Θαρρώ πως το μόνο αντιπατριωτικό εν προκειμένω είναι η αποσιώπηση του γεγονότος ότι η χώρα για να βγει κατόπιν εορτής από τη δυσμενή σε βάρος μας σημερινή θέση στα ελληνο-τουρκικά και αφού ξεκάθαρα απέτυχε ο Κυριάκος Μητσοτάκης και φυσικά και ο υπουργός του Νίκος Δένδιας να αποτρέψουν την τρέχουσα και έμπρακτη τουρκική  αμφισβήτηση  κατά ελληνικών κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων στη Μεσόγειο και το Αιγαίο, εξαναγκάζεται τώρα σε λεόντειες συμφωνίες εγκλωβισμού της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής σε γεωπολιτικά πεδία στα οποία η χώρα μας δεν διατηρεί ουδέ καν μακρινό και δευτερεύον ενδιαφέρον. Το να παρακάμπτονται οι συνέπειες των επί της ουσίας ανεμπόδιστων ερευνών τουρκικών πλοίων 6 μίλια από τις ακτές της Κρήτης… Να παραβλέπονται οι επιπτώσεις της τουρκο-λιβυκής συμφωνίας για κοινή ΑΟΖ των δύο χωρών σε περιοχές θαλάσσιας ζώνης δυνητικών ελληνικών εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων… Να αποκρύπτεται ότι η Ελλάδα απέτυχε παταγωδώς να καταστήσει τις τουρκικές επιθετικές ενέργειες σε βάρος μας υπόθεση άμεσου ενδιαφέροντος της ΕΕ, ώστε να ασκηθεί επί του πραγματικού η αρχή της αμυντικής αλληλεγγύης και να επιβληθούν σοβαρές κυρώσεις κατά της Τουρκίας, ανάλογες με το βάρος του ζητήματος ότι χώρα-μέλος υφίσταται την επιθετική συμπεριφορά χώρας-μη μέλους… Το να θέτουμε τη συζήτηση για την ελληνο-γαλλική συμφωνία αποφεύγοντας να δούμε τα παραπάνω στοιχεία, αυτό είναι αντι-πατριωτικό! Δηλαδή, αντιπατριωτικό είναι ότι για να διασωθεί πολιτικά στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό μια ανάξια να διαφυλάξει τα συμφέροντα της χώρας πρωθυπουργία και διακυβέρνηση, προσποιούμαστε πως δεν ξέρουμε την αιτία του κακού.

(Μια παρατήρηση στο σημείο αυτό: Αντιλαμβάνομαι απολύτως τη λογική ότι ακόμη και αν έβλαψε στα ελληνο-τουρκικά το συμφέρον της Ελλάδας εξ ανεπαρκείας μια κακή κυβέρνηση και ένας χειρότερος πρωθυπουργός, θα οφειλόταν να υπερψηφιστεί η ελληνο-γαλλική συμφωνία για να ανασχεθούν οι συνέπειες της μοιραίας στάσης του νεο-μητσοτακισμού. Σωστά! Αρκεί να τηρείται μια βασική προϋπόθεση: Η ελληνο-γαλλική συμφωνία να αίρει μέρος τουλάχιστον των επιπτώσεων από τις τουρκικές έρευνες 6 μίλια από τις ακτές της Κρήτης, από την τουρκολιβυκή συμφωνία για κοινή ΑΟΖ των δύο χωρών και από την απαράδεκτη «άψογη στάση» και αντικειμενικά φιλοτουρκική συμπεριφορά της ΕΕ σε ό,τι αφορά τις επιθετικές ενέργειες κατά της χώρας μας. Όμως, ΟΥΤΕ ΕΝΑ από τα παραπάνω σημεία δεν θίγει η ελληνο-γαλλική συμφωνία! Αντίθετα, μάλιστα, η εξαίρεση των θαλάσσιων εκμεταλλευτικών ζωνών στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο από τις προβλεπόμενες στη συμφωνία αμοιβαιότητες στρατιωτικής αλληλεγγύης επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα επιδείνωσης της ελληνικής θέσης στα ελληνοτουρκικά, που δημιούργησε και μας κληροδοτεί ο νεο-μητσοτακισμός, διατηρείται και τείνει να παγιωθεί ως αντιλαμβανόμενο από τη διεθνή κοινότητα συστατικό μέρος των ελληνοτουρκικών διαφορών, καμπτομένου του βασικού αιτίου της διμερούς διένεξής μας με τη γειτονική χώρα, που δεν είναι άλλο από τις άνομες τουρκικές διεκδικήσεις σε βάρος ελληνικών δικαιωμάτων, κυριαχικών και εκμεταλλευτικών.

Ας δούμε την πτυχή αυτή, συγκρίνοντάς την με την και πάλι κατόπιν εορτής σύναψη διμερών συμφωνίας της Ελλάδας με την Ελλάδα και την Αίγυπτο για τον καθορισμό ελληνο-ιταλικής και ελληνο-αιγυπτιακής ΑΟΖ. Εκείνες οι συμφωνίες διαφέρουν από την σημερινή ελληνο-γαλλική κατά το ότι αίρουν τις συνέπειες της τουρκο-λιβυκής συμφωνίας για την ΑΟΖ. Και γι’ αυτό το να διαφωνούσε κανένας με την ελληνο-ιταλική και την ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία θα ήταν αντι-πατριωτική στάση. Φυσικά, και στην περίπτωση των δύο αυτών διμερών συμφωνιών της Ελλάδας για την ΑΟΖ εντοπίστηκε ότι για να διασωθεί ό,τι μπορούσε να διασωθεί από τη ανικανότητα της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη, η χώρα μας ευρισκόμενη σε δυσμενή θέση αναγκάστηκε να παραχωρήσει τόσο στην Ιταλία όσο και στη Αίγυπτο θαλάσσιες ζώνες και εκμεταλλευτικα δικαιώματα της (π.χ. στην Ιταλία για την αλιεία) μεγαλύτερα της λεγόμενης «ίσης γραμμής». Αναγκαστήκαμε δηλαδή να παραχωρήσουμε καθ’ οιονδήποτε τρόπο νοούμενη δυνητική ελληνική επικράτεια στην Ιταλία και την Αίγυπτο.

Παρά ταύτα, ναι, η υποστήριξη της ελληνο-ιταλικής και της ελληνο-αιγυπτιακής συμφωνίας ήταν πατριωτική ευθύνη να υποστηριχθούν, διότι συνέβαλαν στην ανάσχεση των συνεπειών σε βάρος της χώρας μας από την τουρκο-λιβυκή συμφωνία για την ΑΟΖ. Αυτή τη βασική αναλογία με την ελληνο-ιταλική και την ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία για τις ΑΟΖ δεν εξασφαλίζει η παρούσα ελληνο-γαλλική συμφωνία μια για τον λόγο αυτόν δεν «χωράει» συζήτηση περί πατριωτικού καθήκοντος σχετικά με την τελευταία συμφωνία Αθήνας-Παρισιού. Ελπίζω και εδώ να είμαι σαφής!)                  

Ας έρθουμε και σε μια άλλη πτυχή του ζητήματος: Ο καλώς νοούμενος πατριωτισμός εμπεριέχει αυτονόητα τη βασική αρχή της διεθνο-πολιτικής πρακτικής στη διπλωματία, να μη αναμιγνύεται μια χώρα σε υποθέσεις άλλων χωρών, σχετιζόμενων με άλλα πεδία γεωπολιτικής διαφοράς, μη συνδεόμενα με τα δικά της συμφέροντα.

Η αρχή αυτή έχει μεγάλη σημασία, διότι συμβάλλει στην αμοιβαιότητα αναγνώρισης του ότι κάθε χώρα έχει το δικό της πλέγμα συμφερόντων να προαγάγει και οι αποφάσεις κάθε χώρας επ’ αυτού (εφ’ όσον έχουν ληφθεί  ως προϊόν δημοκρατικών αποφάσεων στο εσωτερικό της, δηλαδή εκφράζουν τις διαθέσεις των πολιτών της) θα πρέπει να είναι σεβαστές από τη διεθνή κοινότητα, αρκεί να μη παραβιάζονται δικαιώματα άλλων χωρών προβλεπόμενα από το ισχύον διεθνές δίκαιο.     

Ας δούμε τώρα δύο ειδικές περιπτώσεις που σχετίζονται με το ζήτημα που πραγματευόμαστε.

α. Η πρώτη περίπτωση αφορά στον φίλο Δ. Παγαδάκη και άρθρο του στο «Πρώτο Θέμα» εδώ: https://www.protothema.gr/blogs/dimitris-pagadakis/article/1168262/politiki-tis-ododokremas/

Ο Δ. Παγαδάκης στο άρθρο του ασχολείται με την αμορφωσιά του Τσίπρα, όπως έχει διαμορφωθεί μέσα από σχεδιασμένη κίνηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στο πλαίσιο της γενικότερης προσπάθειας πολιτικής απαξίωσης του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Και ως εδώ, δεν υπάρχει κανένα ζήτημα που να σχετίζεται με το περιεχόμενο της παρούσας ανάλυσής μου. Αναφορές στα κοινωνικά δίκτυα είναι και ως εκεί. Όμως, ο αρθρογράφος διαπράττει το ολίσθημα να μπαίνει και στα χωράφια απαξίωσης της στάσης Τσίπρα στο πεδίο της γεωπολιτικής, αναφέροντας ότι ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ ως πρωθυπουργός είχε εγκρίνει εκπροσωπώντας την Ελλάδα τις επιχειρήσεις της ΕΕ στο Σαχέλ. Γράφει συγκεκριμένα: «…ο τέως Έλληνας πρωθυπουργός, στην Άτυπη Σύνοδο των ηγετών της ΕΕ στις Βρυξέλλες, συμφωνούσε ότι το Σαχέλ αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα. Όχι μόνο εν γένει για την ΕΕ, αλλά και για κάθε ένα από τα κράτη μέλη της. Άρα και την Ελλάδα. Παρών επίσης στο Στρασβούργο, ενστερνίστηκε τα συμπεράσματα συνόδου του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την έναρξη στρατιωτικό- αστυνομικής επιχειρησιακής λειτουργίας κοινής δύναμης σε αυτή τη πολύπαθη περιοχή που μαστίζεται από την πείνα και την τρομοκρατία...».

Αυτό που δεν γράφει είναι ότι τότε εμαίνετο ο πόλεμος στη Συρία, το προσφυγικό ήταν μεγάλο ζήτημα για την ΕΕ και φυσικά και την Ελλάδα. Καμιά σχέση δηλαδή δεν έχει η τότε στάση Τσίπρα για τις εξελίξεις στην Αφρική στη ζώνη του Σαχέλ, με τη σημερινή συμμετοχή της Ελλάδας σε επιχειρήσεις που δεν είναι παρεμβάσεις επί τη βάσει αποφάσεων της ΕΕ και για το συγκεκριμένο προσφυγικό ζήτημα, αλλά αφορούν την απόπειρα ανακατανομής ζωνών επιρροής από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, και εν προκειμένω ανακατανομής ζωνών επιρροής μεταξύ χωρών του δυτικού άξονα και σχετικά με την προσπάθεια της Γαλλίας να αντιδράσει στην αμερικανο-βρετανο-αυστραλιανή συμφωνία AUKUS, μέρος της οποίας είναι η ακύρωση παραγγελίας γαλλικών υποβρυχίων από την Αυστραλία. Διερωτώμαι: Δεν αντιλαμβάνεται το γεωπολιτικώς άτοπο της σύγκρισης που κάνει ο αρθρογράφος; Ή το αντιλαμβάνεται και το αποσιωπά, απλά για να ασκηθεί πίεση στην αντιπολίτευση να υπερψηφίσει μια συμφωνία, την ελληνο-γαλλική, που εμπλέκει την Ελλάδα σε γεωπολιτικά ζητήματα τα οποία καθόλου δεν αφορούν σ’ αυτή; Δεν καταλαβαίνει ο αρθρογράφος, του οποίου τη γενική σοβαρότητα και εγκυρότητα ουδόλως αμφισβητώ, ότι αντιπατριωτικό εδώ είναι να διαστρέφονται δεδομένα συστατικά στοιχεία σε σοβαρά ζητήματα που αφορούν στα μεγάλα συμφέροντα της χώρας και, αντίθετα, απολύτως πατριωτική στάση είναι να εντοπίζεται ότι η Ελλάδα σύρεται σε λεόντεια σε βάρος της συμφωνία άσχετη με τα συμφέροντα της Ελλάδας στο Σαχέλ, που συνήφθη με ελαφρότητα κατά την εκτίμηση ακόμη και φιλικά διακείμενων προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη παραγόντων (π.χ. Βενιζέλος), και μόνον επειδή οι επικίνδυνοι χειρισμοί του πρωθυπουργού και της κυβέρνησής του έχουν φέρει την Ελλάδα σε δυσχερή θέση έναντι της Τουρκίας στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο και ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσπαθεί απεγνωσμένα να εμφανίσει μια επιτυχία για την καταστροφή που έχει προκαλέσει στα συμφέροντα της Ελλάδας; Και το κάνει αυτό ο πρωθυπουργός ακόμη κι αν τα κύρια συστατικά μέρη της ελληνο-γαλλικής συμφωνίας όχι μόνο δεν ωφελούν τη χώρα μας μας, αλλά ταυτόχρονα καθόλου δεν συμβάλλουν στην ανάσχεση της βλάβης που εχει προκληθεί την τελευταία  διετία σε βάρος μας στα ελληνο-τουρκικά;

Η εξωτερική μας πολιτική και τα λεγόμενα εθνικά μας θέματα δεν προσφέρονται για τόσο άστοχες και απρόσεκτες αναφορές!

Άλλωστε το άτοπο της αναφοράς του Δ. Παγαδάκη τεκμαίρεται και σ’ ένα άλλο επίπεδο: Δεν μπορεί ο ίδιος να μην έχει πει ούτε λέξη για την αποτυχία Μητσοτάκη-Δένδια να θεωρηθεί η Ελλάδα διάδικο ενδιαφερόμενο μέρος για να συμμετέχει στη διεθνή διάσκεψη για τη Λιβύη που οργάνωσε η Γερμανία, αλλά αίφνης το Σαχέλ να είναι ζήτημα που αφορά σε ανάγκες υπηρέτησης του ελληνικού πατριωτισμού.                                

β. Η δεύτερη περίπτωση αφορά στον επίσης φίλο Γ. Λακόπουλο, και σε άρθρο του στο «Ανοιχτό παράθυρο» εδώ: https://www.anoixtoparathyro.gr/%ce%b1%ce%bd-%ce%bf-%cf%84%cf%83%ce%af%cf%80%cf%81%ce%b1%cf%82-%ce%b4%ce%b5%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%cf%88%ce%b7%cf%86%ce%af%cf%83%ce%b5%ce%b9-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%b5%ce%bb%ce%bb%ce%b7%ce%bd/?fbclid=IwAR05H6HWLHLz0Tl_SyLe3WlqM2qws8QY5kHv-vxhAy2nCrwV6fN9x_zkBOg

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν πρέπει να πει «όχι» στη συμφωνία, υποστηρίζει ο αρθρογράφος. Το στηρίζει (κατά το ουσιαστικό μερος της επιχειρηματολογίας του) στο ότι ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ δεσμεύεται να στηρίζει τέτοιες συμφωνίες ως μέρος μια οιονεί κρατούσας αντίληψης της πλειοψηφίας των πολιτών για τα οπωσδήποτε εννούμενα συμφέροντα της Ελλάδας. Αυτό που δεν αναφέρει ο αρθρογράφος (που επικαλείται προς επίρρωση των λεγομένων του ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου όντας στην αντιπολίτευση υπερψήφιζε τις αμυντικές δαπάνες στον κρατικό προϋπολογισμό), είναι ότι οι τότε κρατικοί προϋπολογισμοί (όπως και όποιος άλλος μεταγενέστερος) ήταν εσωτερικές αποφάσεις του ελληνικού κράτους και του πολιτικού συστήματος που το αντιπροσώπευε, και όχι διεθνείς δεσμεύσεις που αναλαμβάνει η χώρα μας έναντι τρίτων μερών (συγκεκριμένα της Γαλλίας).

Θα κλείσω με μια πολιτική αναφορά επί του τρέχοντος πολιτικού σκηνικού. Θεωρώ ότι η συζήτηση περί πατριωτισμού σχετικά με τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και σε συνάρτηση με τα παραπάνω συγκεκριμένα ζητήματα, και όχι ως γενική ταυτοτική υπόθεση της ελληνικής αριστεράς, δεν προκλήθηκε, ούτε γίνεται τυχαία. Θεωρώ σκόπιμη και προσχεδιασμένη από πολιτικά κέντρα την προσπάθεια διασποράς τεχνηέντως δαιμονίων στο εσωτερικό της προοδευτικής παράταξης, με όχημα τη συζήτηση περί πατριωτισμού.

Φυσικά και υπάρχει «πατριωτικό έλλειμμα» στην αριστερά και ειδικά τον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, αλλά αυτό αφορά ένα απολύτως μειοψηφικό μέρος του χώρου και του κόμματος, που δρα με ακτιβιστικού τύπου πρακτικές και δεν αφορά τις επίσημες θέσεις των πολιτικών φορέων και του ευρύτερου χώρου της αριστεράς, που έχουν διαμορφωθεί με ορίζοντα την προοπτική ανάληψης των ευθυνών διακυβέρνησης της χώρας, άρα ανταποκρίνονται αποτελεσματικά στην ανάγκη κριτηρίων πατριωτισμού κατά τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής.