Μολυβάκι

17 Απρ. 2019

Το νέο προοδευτικό μέτωπο τον 21ο αιώνα

στην Ελλάδα και την ΕΕ

Με κεντρικό πολιτικό εφόδιο το επιχείρημα απόκρουσης της ομολογουμένως θρασείας ακροδεξιάς οι αριστερές και προοδευτικές δυνάμεις στην Ελλάδα και την Ευρώπη ετοιμάζονται να δώσουν την κρίσιμη μάχη των επικείμενων ευρωεκλογών.

Η προσήλωση στον σκοπό να ηττηθούν τα νεοναζιστικά και νεοφασιστικά κινήματα στην Ε.Ε. καθώς και η ακροδεξιά, και μαζί τους οι δρώσες κομματικές προεκτάσεις τους (φαινόμενο το οποίο ιδίως για την Ευρώπη συνιστά ιστορικό όνειδος, αφού στο βωμό αυτών των απόψεων κατά τους δύο παγκοσμίους πολέμους στον 20ο αιώνα θυσιάστηκαν 60 εκατ. ψυχές –κι ακόμη δεν έχουν συμπληρωθεί 80 έτη από τη μεγαλύτερη σφαγή που γνώρισε η ανθρωπότητα) είναι ιερή! Αφορά στην ανάγκη να ανακοπεί η διεστραμμένη ανάγνωση της Ιστορίας και να εξοντωθεί προκαταβολικά και οριστικά κάθε απόπειρα να δοκιμαστεί ξανά στην υφήλιο η συνταγή των ρατσιστικών και κτηνωδών πολιτικών ιδεολογιών και μεθόδων, που ως δήθεν προοπτική μέλλοντος τούτου του κόσμου αιματοκύλησε τον πλανήτη.  

Όμως, η αριστερά, με τη γνωστή αφελή προσέγγισή της στα δεδομένα που  συγκροτούν το πλαίσιο του δυτικού δημοκρατικού μοντέλου και ενοχικά φορτωμένη από τις αντιδημοκρατικές πραγματικότητες της εποχής του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού», μοιάζει να εξαντλεί κάθε πολιτικό κίνητρό της σ’ αυτές τις ευρωεκλογές στην ήττα της ακροδεξιάς. Λες και θα μπορούσε ποτέ να ήταν αρκετός ο εκλογικός περιορισμός των νεοφασιστών και των άτυπων κομματικών  εκπροσωπήσεών τους σ’ όλες τις χώρες της Ε.Ε., για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα στις δομικές αιτίες του. Που δεν είναι άλλες, από την ιδεολογική αναβίωση αυτών των αιμοσταγών πολιτικών θεωριών και την ενδυνάμωση και εμπέδωση των θηριωδών πρακτικών που αυτές συνεπάγονται, σε μια περίπου εγκαθιδρυμένη «μαύρη» καθημερινότητα στη σημερινή Ευρώπη των αδιάκοπων ρατσιστικών περιστατικών -γιατί έτσι είναι πια τα πράγματα στις περισσότερες πόλεις της ηπείρου μας, κι ας ξορκίζουμε μεταφυσικά το κακό ανάμεσά μας προσποιούμενοι ότι είναι μακριά από μας.

Φυσικά, η ήττα της ευρωπαϊκής ακροδεξιάς και των -αλλού καλυμμένων και αλλού απροκάλυπτων- ολοκληρωτικών απόψεων νέου τύπου-συνοδοιπόρων της, είναι το πρώτο και αναγκαίο βήμα. Ωστόσο, μέγα ζητούμενο για τις πολιτικές πειστικότητες της ευρωπαϊκής αριστεράς και της προοδευτικής παράταξης, σ’ ολόκληρη την Ε.Ε., παραμένει το μετά τις ευρωεκλογές σκηνικό, ακόμη κι αν ο εκλογικός σκοπός περιθωριοποίησης των ακροδεξιών θα επιτυγχανόταν απολύτως.

Τί θα γίνει την επομένη των ευρωεκλογών; Θα συνεχίσουμε την πορεία μας στην Ευρώπη -και την Ελλάδα- σε μια δυστυχώς παγιωμένη ως «τρέχουσα» καθημερινότητα ενός «κλεφτοπόλεμου» με τους ακροδεξιούς και τους νεοφασίστες και τους συμπαραστάτες τους; Θα εθιστούμε ακόμη περισσότερο στη -συνήθως εκ των υστέρων και μάλλον ενοχική- αντίδραση στις δολοφονικές ενέργειες, τους ξυλοδαρμούς και τις αντικοινωνικές εκδηλώσεις σε βάρος προσφύγων και κάθε είδους απόκληρων και «διαφορετικών» από τη δική μας αποπνικτική ομοιογένεια, ως δήθεν επαρκή; Θα παρατείνουμε την πολιτικά γραφική (αν και αναγκαία, για να μη παρεξηγηθώ…) πρακτική των αντιφασιστικών συγκεντρώσεων, πότε-πότε, αμέσως μετά την ολοκλήρωση των οποίων οι νεοναζιστές ανενόχλητοι θα συνεχίζουν το κτηνώδες έργο τους; Και θα τα παίξουμε όλα για όλα στη δίκη της Χρυσής Αυγής (που, φυσικά, ανεξαρτήτως των εδώ αναφορών, πρέπει ταχέως να ολοκληρωθεί καταλήγοντας σε ρητή ποινικοποίηση όχι μόνο των πρακτικών αλλά και της ίδιας της ύπαρξης του επικίνδυνου για τη δημοκρατία μορφώματος), αγνοώντας ότι σ’ όλη την υπόλοιπη Ευρώπη την πολιτική απονομιμοποίηση των αντίστοιχων μορφωμάτων διαδέχονται ακροδεξιά σχήματα δήθεν προσαρμοσμένα στα όρια των δυτικών δημοκρατικών πολιτευμάτων, ενώ στα σπλάχνα τους (επανα)κυοφορούν το αυγό του φιδιού και ενώ ήδη σε κάποιες περιπτώσεις τέτοια «δημοκρατικά κόμματα» συγκυβερνούν; Και πώς θα αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά και με όρους ιστορικής υπέρβασής του το εντεινόμενο πρόβλημα της βίας σε βάρος των γυναικών (χαρακτηριστικό σύμπτωμα κοινωνιών που διοχετεύουν τη βιαιότητα στο εσωτερικό τους σε βάρος των αδυνάμων), που πλέον δεν περιορίζεται σε ασιατικές και αφρικανικές χώρες;

Παρέλκει, φυσικά, να πω εδώ ότι όλ’ αυτά συνιστούν μία από τις πλέον πρόδηλες ανεπάρκειες της σημερινής ευρωπαϊκής αριστεράς, να δώσει αποτελεσματικές απαντήσεις σε προβλήματα των καιρών μας! Ο αδιανόητα επιφανειακός τρόπος που εμείς ως αριστεροί «βολευόμαστε» σ’ αυτήν την ελλειπτική των πραγματικών πολιτικών αναγκών της συγκυρίας στάση έναντι της ακροδεξιάς και των νεοφασιστών (άδηλων ή και εκπεφρασμένων) συμπαραστατών της, συμβάλλει αντικειμενικά σε αλλοίωση των δεδομένων του προβλήματος, αποκρύπτοντας ότι για όλη αυτήν την εμπέδωση του κλίματος ανομολόγητης ανοχής απέναντι στα φαινόμενα αναβίωσης των νεο-ολοκληρωτισμών, ως απειλητικής δυνάμει καθημερινότητάς μας, υπάρχει πολιτικό αίτιο που φέρει ονοματεπώνυμο ευθυνών: Η ευρωπαϊκή δεξιά!

Θα αρκούσε να παραθέσει κανένας ελάχιστα στοιχεία για να αποδειχτεί ότι η σημερινή θρασεία ευρωπαϊκή ακροδεξιά, δεν προέκυψε εκεί και ως έτυχε, αλλ’, αντιθέτως, η ενδυνάμωση και αποθράσυνσή της προκύπτει ως ευθεία συνέπεια του τρόπου με τον οποίο η παραδοσιακή ευρωπαϊκή δεξιά υποθάλπει και συμβάλλει στην εμπέδωση του νεο-ολοκληρωτικού και ρατσιστικού πολιτικού φαινομένου στην Ε.Ε.. Δηλαδή, είναι οι πολιτικές της ευρωπαϊκής δεξιάς που, από την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού και εντεύθεν, προσέφεραν προϊόντος του χρόνου το πολιτικό, κοινωνικό και ιδεολογικό έρμα για την ανάπτυξη του νεο-ολοκληρωτισμού στην Ευρώπη.

Διότι:

- Τί άλλο από ιδεολογικά συγκεκαλυμμένος ακροδεξιός ρατσισμός ήταν οι απόψεις για την οικονομική κρίση στην ευρωζώνη, που διετύπωσαν την άποψη και επέβαλαν τα γνωστά μέσα χειρισμού της, ότι τα αίτιά της ανιχνεύονται στη συνύπαρξή των βορείων ευρωπαίων με τους «τεμπέληδες και ανεπρόκοπους» μεσογειακούς ευρωπαίους που φύσει και θέσει λυμαίνονται τους κοινοτικούς προϋπολογισμούς;

- Τί άλλο από αντικειμενικά ενισχυτικό για τους ακροδεξιούς είναι να ανέχεται  ανάμεσά τους η ευρωπαϊκή παραδοσιακή δεξιά ακραία ρατσιστικές και αντι-προσφυγικές πολιτικές κυβερνήσεων και κομμάτων από χώρες-μέλη; (…Και όχι μόνο δεν τους αποβάλλουν, αλλά τους καλοπιάνουν κιόλας για λίγα «ψηφουλάκια» κατά τη διαδικασία ανάδειξης του προσώπου που θα διαδεχτεί τον Ζακ Κλοντ Γιούνκερ στην προεδρία της Κομισιόν;)  

- Τι άλλο από ακροδεξιά ήταν η πολιτική κυβερνήσεων χωρών-μελών, η οποία για να αποκρουστεί η ρωσική διείσδυση στην Ουκρανία ευνόησε τη συμμαχία της Ε.Ε. με τον νεο-ναζιστικό «δεξιό τομέα»;      

- Τι άλλο από ακροδεξιά είναι τα φληναφήματα παραδοσιακών δεξιών παρατάξεων και άλλων συντηρητικών δυνάμεων στην Ευρώπη και την Ελλάδα, ότι δήθεν κάποιος απροσδιόριστος «νεο-κομμουνισμός» μας απειλεί, όταν έχει ηττηθεί αμετάκλητα το μοντέλο του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού»; Και τι άλλο από προέκταση της ακροδεξιάς ενδυνάμωσης -ελέω της υπόθαλψής της από συντηρητικές δυνάμεις- είναι η επανεμφάνιση (και επαναδραστηριοποίηση) νοσταλγών της δικτατορίας στην Ελλάδα, λίγες μόνο μέρες πριν τη μαύρη επέτειο της 21ης Απριλίου;          

- Τί άλλο από ακροδεξιά είναι η συνεργασία σε ήδη κυβερνήσεις ή και σε φιλοδοξούσες αυριανές κυβερνήσεις με πούρα ακροδεξιές παρατάξεις και πρόσωπα με βεβαρυμμένο νεο-ναζιστικό και νεο-φασιστικό ιστορικό και απόψεις, όπως στην Αυστρία, την  Ισπανία και την Ελλάδα;

- Και τί άλλο από φασίστες μπορεί να είναι όσοι για να πλήξουν μια κυβερνώσα παράταξη (καλή ή κακή, θα το κρίνουν οι κάλπες, έτσι γίνεται στις δημοκρατίες), επιστρατεύουν τον τραμπουκισμό και τις αντισυγκεντρώσεις, ως μέσων δήθεν δημοκρατικά ανεκτών, διατυπώνουν δημόσιο λόγο ακραία νεο-αντι-κομμουνιστικό και δεν διστάζουν να μετέλθουν μέσα, όπως το πέταγμα μολότοφ σε σπίτια αριστερών πολιτικών με τα παιδιά μέσα, ή -και παλιότερα- με δημόσιους ξυλοδαρμούς βουλευτών;

Μ’ άλλα λόγια, χωρίς ιδεολογική και πολιτική ήττα της ευρωπαϊκής δεξιάς και χωρίς την αφαίρεση της ηγεμονίας από τα χέρια της συντηρητικής παράταξης στην ήπειρό μας, δεν απομακρύνεται το γενεσιουργό απόστημα-αίτιο για την εκδήλωση του φαινομένου ενίσχυσης της ακροδεξιάς. Και χωρίς πειστική, οριστική και τελεσίδικη αποστασιοποίηση της ευρωπαϊκής συντηρητικής παράταξης από τις ιδεολογίες και τις πρακτικές αυτές, το ενδεχόμενο αναβίωσης των αιμοσταγών μεθόδων του ολοκληρωτισμού θα απειλεί εσαεί τις αυριανές κοινωνίες. Σε τέτοιο περιβάλλον, με τις δηλητηριώδεις επιπτώσεις του πράγματος να διαπερνούν τους πολίτες, κάθε φορά που οι συνθήκες θα γεννούν τα προβλήματα της ιστορικής εξέλιξης και της συγκυρίας, η ακροδεξιά θα καιροφυλακτεί για να αδράξει την ευκαιρία να χύσει ξανά το δηλητήριό της στο πολιτικό DNA των κοινωνιών.

Σήμερα θρυαλλίδες ήταν η εξαθλίωση μεγάλων κοινωνικών ομάδων της μεσαίας κυρίως τάξης (που ιστορικά έχει αποδειχτεί πιο ευεπίφορη να συναινέσει σε ολοκληρωτισμούς), λόγω της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης της σύγχρονης καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης. Καθώς και το προσφυγικό κύμα από τις ασιατικές και αφρικανικές χώρες, την ώρα που οι πόλεμοι για τις νέες παγκόσμιες  κυριαρχίες και η διευρυνόμενη ανισότητα κατανομής του πλούτου σε βάρος των φτωχότερων κρατών στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, σπρώχνουν τα καραβάνια των «ανθρώπων χωρίς αύριο» σ’ ένα από τα μεγαλύτερα μεταναστευτικά ρεύματα στην ιστορία.  

Έτσι, χωρίς ουσιαστικές πολιτικές ανατροπές, που στην παρούσα φάση πρακτικά σηματοδοτούνται από την ήττα της ευρωπαϊκής και διεθνούς δεξιάς και την ενίσχυση των προοδευτικών και αριστερών πολιτικών δυνάμεων, η ακροδεξιά δεν μπορεί να ηττηθεί -ας μην κρύβουμε την αλήθεια από τους ίδιους τους αυτούς μας!

Όμως, για να γίνει αυτό, δεν αρκεί η καταγγελία της ακροδεξιάς! Χρειάζεται οι κοινωνίες και η νέα γενιά να ελπίσουν ξανά ότι αυτή η σημερινή «μαύρη» εικόνα είναι αντιστρέψιμη και ότι υπάρχει ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Αυτή είναι η δουλειά της αριστεράς και η Ιστορία τής την έχει αναθέσει απολύτως!    

Αυτή η πολιτική ανατροπή, είναι φανερό, δεν θα έρθει από μόνη της, αν δεν αρθρωθούν βιώσιμες εναλλακτικές εισηγήσεις υποκατάστασης του αντικειμενικά διχαστικού κοινωνικού λόγου της συντηρητικής πολιτικής παράταξης και της καταστροφικής (για τις οικονομίες και τις κοινωνίες) συνταγής του νεοφιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου. Οι πολίτες, και ιδίως οι νέες γενιές, είναι ανάγκη να πιστέψουν ότι το μέλλον μας δεν είναι αναπότρεπτα προδιαγεγραμμένο στη γκρίζα περιοχή που πρεσβεύει η σημερινή δεξιά παράταξη. Η ίδια η προσδοκία για κάτι καλύτερο αρκεί για να ενεργοποιήσει τις δυνάμεις ανατροπής που χρειαζόμαστε για ένα ελπιδοφόρο μέλλον των ανθρώπων του 21ου αιώνα. Έτσι οι πολίτες και οι νέοι θα οραματιστούν και πάλι πώς θα οικοδομήσουν δικαιότερες, ειρηνικές και δημοκρατικές κοινωνίες, σε αντίστιξη με τις σημερινές. 

Μαζί, θα απομονώσουν και θα εξουδετερώσουν και τις δήθεν προοδευτικές προσεγγίσεις των «ήδη ηττημένων» απόψεων, όπως του αναρχισμού, στη σημερινή πλήρως ανερμάτιστη και εκ των πραγμάτων υποστηρικτική προς τη δεξιά ηγεμονία παρέμβασή του -αν και περιθωριακή- στο πλαίσιο της ανιστόρητης αφήγησης ότι η επιζήτηση μιας προοδευτικής εναλλακτικής πολιτικής παρέλκει, και μόνον οι ατελέσφορες συμβολικές πυρκαγιές των μολότοφ κατά του αστικού κράτους, μπορούν να νοηματοδοτήσουν τον ριζοσπαστισμό της νέας γενιάς -απλώς ως εκδήλωση της τυφλής αντίθεσής τους σε ό,τι αισθάνονται ότι τους περιορίζει.

Σ’ όλ’ αυτά ο ρόλος της αριστεράς είναι απολύτως αναγκαίος και μη επιδεχόμενος αντικατάσταση από κάποια άλλη γνωστή «πρόταση πολιτικής».           

Όμως, εδώ ανιχνεύεται και η άλλη γνωστή ιστορική ανεπάρκεια της αριστεράς: η ένδεια προγραμματικού λόγου! Μια ανεπάρκεια, που συχνά η αριστερά παγιδεύεται σ’ αυτήν και επιχειρεί να την υποκαταστήσει με κενολογίες προγραμματικών απευθύνσεων προς τους πολίτες, οι οποίοι προσδοκούν απ’ αυτήν τελεσφόρες διεξόδους από την «μαύρη» καθημερινότητα, όπου τους έχει εγκλωβίσει τις τελευταίες δεκαετίες η δεξιά. Έτσι, η αριστερά αυτοπαγιδεύεται σε ήσσονες πολιτικούς ρόλους, ενώ το ιστορικό καθήκον της είναι η «ηγεμονία των ανατροπών». Μ’ άλλα λόγια, η αριστερά δείχνει να παραβλέπει ότι καταλύτης της παρουσίας της στα δημόσια πράγματα δεν είναι ένα πλήρες «πρόγραμμα μετάβασης» σε μια άλλη κοινωνία (κυρίως οριζόμενη ως σοσιαλιστικού προσήμου) -την οποία, άλλωστε, αδυνατεί να περιγράψει επακριβώς, ακριβώς διότι δεν είναι ένα άκαμπτο μοντέλο οργάνωσης των κοινωνιών, αλλ’, αντιθέτως, μια μέθοδος χειρισμού της εκάστοτε συγκυρίας, εις τρόπον ώστε να διασφαλίζονται διηνεκώς η δημοκρατία, η δίκαια οργάνωση των κοινωνιών και η ειρηνική συνύπαρξη των λαών και των πολιτισμών.                

Δηλαδή, η αριστερά (συνεχίζει να) αδυνατεί να αντιληφθεί ότι ο δικός της προγραμματικός λόγος κινηματικό και από τα κάτω χαρακτήρα έχει, εν τη γενέσει των εξελίξεων, ως μόνη προοδευτική ματιά στην εξέλιξη της Ιστορίας. Και δεν είναι σχέδιο διαιώνισης των αδιεξόδων που έχουν παραχθεί ως σήμερα, καταρτισμένο από επαΐοντες τεχνοκράτες. (Μια απλή ματιά στον δημόσιο διάλογο της εποχής σχετικά με τον αναντικατάστατο ρόλο των τεχνοκρατών στις διαδικασίες λήψης των πολιτικών αποφάσεων, ακόμη και παραβιάζοντας θεμελιώδεις δημοκρατικούς κανόνες, θα έπειθε σχετικά με το σε ποια ακριβώς σημεία και για ποιούς συνιστά σήμερα «απειλή των πραγμάτων» η αριστερά της ανατροπής)

Υπάρχει, άραγε, κάποιος τρόπος για να καλύψει αυτήν την αδυναμία της η πολιτική αριστερά; Θαρρώ πως ναι! Αρκεί να «δανειστεί» τις «πρακτικές διακυβέρνησης» της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, κατά την περίοδο 1980-1995. Δηλαδή, μια πολιτική διαχείριση ορισμένων χωρών στην Ευρώπη, που μπόρεσαν να εγκιβωτίσουν μέσα στις δυτικές καπιταλιστικές κοινωνίες δίκαιους κοινωνικούς θεσμούς ιδιαίτερα εξελιγμένους και να προχωρήσουν όσο ποτέ άλλοτε σε ρυθμίσεις διασφάλισης των ατομικών ελευθεριών -κι όλ' αυτά με ταυτόχρονη ανακατανομή του πλούτου προς όφελος των ασθενέστερων.

Στο σημείο αυτό, ίσως, βρίσκεται η μεγάλη προστιθέμενη πολιτική αξία της κυοφορούμενης  σύμπραξης αριστεράς-σοσιαλδημοκρατίας στην Ευρώπη. Και τυχόν επιβεβαίωσή της μετά τις ευρωεκλογές σε απτές πολιτικές φόρμες, αναμφίβολα θα έθετε τις βάσεις για την ουσιαστική αλλαγή που χρειάζεται η ήπειρος και ο κόσμος μας.       

Ενάμισι μήνα πριν τις ευρωεκλογές, το άνοιγμα αυτού του διαλόγου και πέραν του καθαρά εκλογικού στόχου υποστήριξης του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία στην ευρωπαϊκή κάλπη, νοηματοδοτεί τον λόγο ύπαρξης και δράσης της «Γέφυρας-Πρωτοβουλίας Πολιτών». Λόγο ύπαρξης, που αναμφίβολα μετά τις ευρωεκλογές θα δραστηριοποιηθεί περαιτέρω, με την είσοδο στον πολιτικό «σκληρό πυρήνα» του μεγάλου διαλόγου που έρχεται  για τη στρατηγική ήττα της δεξιάς στην Ελλάδα.  

 

 

 

13 Απρ. 2019

Ο ΣΥΡΙΖΑ, ο Κόκκαλης και η διαπλοκή

«Ες δε τα έσχατα νοσήματα αι έσχαται θεραπείαι ες ακριβείην κράτισται» (Ιπποκράτης)

Μεγάλο μέρος της αποδομητικής πολεμικής που ασκεί η αντιπολίτευση -μείζονα και ελάσσονα, Ν.Δ. και ΚΙΝ.ΑΛ.- σε βάρος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για το ψηφοδέλτιό του στις ευρωεκλογές επικεντρώνεται στην υποψηφιότητα του κ. Πέτρου Κόκκαλη!

Αν κατανοώ καλά το πνεύμα (και το κατανοώ!) των αναφορών Ν.Δ. και ΚΙΝ.ΑΛ., πρόκειται για αναφορές, σύμφωνα με τις οποίες ο Πέτρος Κόκκαλης είναι επιφανές πρόσωπο της διαπλοκής στην Ελλάδα, και, επομένως, από την ώρα που φιλοξενείται στο ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., συνάγεται εξ αυτού ότι το κυβερνών κόμμα σχετίζεται με τη διαπλοκή. 

Το παρόν κείμενο, λοιπόν, το γράφω και το απευθύνω σε φίλους προοδευτικών  και αριστερών πεποιθήσεων, που άκουσαν και αποδέχτηκαν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο την αποδομητική πολεμική που ασκούν Ν.Δ. και ΚΙΝ.ΑΛ. σε βάρος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με επίκεντρο την υποψηφιότητα του Πέτρου Κόκκαλη στο ευρωψηφοδέλτιο του κυβερνώντος κόμματος, δυσαρεστούμενοι από την υποψηφιότητα αυτή, και τους ζητώ να το διαβάσουν προσεκτικά!

Αν μεν η κριτική που ασκείται από τα δύο κόμματα κατά του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για την υποψηφιότητα Κόκκαλη αφορά στο ότι ο ίδιος είναι πλούσιος και αταίριαστος με την πολιτική του κυβερνώντος κόμματος, παρέλκει να ασχοληθούμε σοβαρά προς αντίκρουσή της. Η θεωρία ταύτισης της ταξικής ένταξης εκάστου πολίτη με την επιλογή της ψήφου του και τις πολιτικές προτιμήσεις του είναι τόσο πεπαλαιωμένη και «κουκουέδικη», που δεν μπορεί ούτε καν να ακούγεται σήμερα, ει μη μόνο από χείλη τόσο «παλιών» προσώπων και φορέων, όσο η γενιά που έχει ήδη απέλθει.    

Από την άλλη, θα έχουν δίκιο τα κόμματα της αντιπολίτευσης -μείζονος και ελάσσονος, Ν.Δ. και ΚΙΝ.ΑΛ.-  να ισχυρίζονται ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι κόμμα που σχετίζεται με τη διαπλοκή, αν πράγματι ο κ. Πέτρος Κόκκαλης είναι προμηθευτής του δημοσίου σε κάποια δουλειά του μεγάλου κύκλου των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του, προσωπικά του ίδιου ή της οικογένειάς του, του πατέρα του συμπεριλαμβανόμενου. (Εγώ δεν έχω γνώση προσωπικά αν ο κ. Πέτρος Κόκκαλης είναι σήμερα προμηθευτής του δημοσίου σε κάποια δραστηριότητα, αντιλαμβάνομαι όμως πλήρως ότι αυτό είναι κάτι που εύκολα μπορεί να διερευνηθεί και να διαπιστωθεί).    

Φυσικά, ΝΔ και ΚΙΝΑΛ έχουν κάθε πολιτικό λόγο να διατείνονται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ διά του κ. Πέτρου Κόκκαλη είναι πλέον ένα κόμμα διαπλοκής, με δεδομένο και αποδεδειγμένο το πλούσιο δικό τους παρελθόν στο «σπορ». Άλλωστε ο συμψηφισμός επί τα χείρω, είναι γνώριμη πρακτική των ελληνικών πολιτικών κομμάτων, παλαιόθεν. Μάλιστα τα δύο συγκεκριμένα κόμματα από την πρώτη κιόλας ώρα που αποσύρθηκαν από τη συγκυβέρνηση που από κοινού άσκησαν την περίοδο 2012-2014, αφού έχασαν τις εκλογές δύο συνεχόμενες φορές από τον ΣΥΡΙΖΑ, έδειξαν ιδιαίτερη επιμέλεια στην προσπάθεια να εμφανίσουν το σήμερα κυβερνών κόμμα ως φορέα διαπλοκής, κάτι που δεν έχουν κατορθώσει να καταπέσει ως εντύπωση για τις δικές τους μέρες και τα έργα διακυβέρνησης. Η προσπάθεια των δύο κομμάτων, ΝΔ και ΚΙΝΑΛ, να εμφανίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ στο πλευρό τους ως διαπλεκόμενο κι αυτόν, ομολογουμένως δεν υπήρξε και πολύ επιτυχημένη ως τώρα, …αλλά ποτέ δεν είν’ αργά. Στο κάτω-κάτω, αν ως κόμμα δεν μπορείς να αποκρούσεις πειστικά μια μομφή πολιτικού χαρακτήρα που σου αποδίδεται, η ευκολότερη αντίδρασή σου θα ήταν να προσπαθήσεις να εμφανίσεις το κόμμα-αντίπαλό σου, που ως τώρα δεν βαρύνεται από την ίδια μομφή, ότι είναι κι εκείνο «κάτι σαν κι εσένα».       

Στο πλευρό όλων αυτών, όμως, πολίτες προοδευτικών και αριστερών αντιλήψεων, έχουν κάθε δίκιο να είναι δυσαρεστημένοι από τον ΣΥΡΙΖΑ και την υποψηφιότητα του κ. Πέτρου Κόκκαλη, αν συνάγουν τη διαπεπλεγμένη σχέση από την επιχειρηματική «ιστορία» του κ. Σωκράτη Κόκκαλη. Διότι, όπως είναι καλά γνωστό σ’ όλους, οι εταιρείες του σε προγενέστερη περίοδο υπήρξαν στρατηγικοί προμηθευτές του τότε δημόσιου ΟΤΕ.

Δίκιο θα έχουν, επίσης, πολίτες προοδευτικών και αριστερών αντιλήψεων, «να φωνάζουν» για εμπλοκή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε φαινόμενα διαπλοκής, ιστορικά διακριβωνόμενη από την ενασχόληση του κ. Σωκράτη Κόκκαλη με τον αθλητισμό και συγκεκριμένα με την ΠΑΕ Ολυμπιακός. Ιδίως, όταν επίσης είναι γνωστό ότι η μέθοδος συντεταγμένης εργαλειοποίησης μια μεγάλης και ιστορικής αθλητικής ομάδας στο πλευρό κύκλων επιχειρηματικών συμφερόντων για να επιχειρείται η άσκηση επιρροής σε πολίτες, εμφανίστηκε με κάποια ιδιάζοντα χαρακτηριστικά επί προεδρίας Σωκράτη Κόκκαλη!

Κι όλ’ αυτά, επί των ημερών του ιδιότυπου νεποτισμού της διακυβέρνησης του Κώστα Σημίτη!

Πώς να μην οργίζονται, λοιπόν, με τον ΣΥΡΙΖΑ οι ίδιοι πολίτες προοδευτικών και αριστερών αντιλήψεων;

Εγώ πάλι -και διορθώστε με αν σφάλλω-  έχω την εικόνα ότι οι εταιρείες συμφερόντων Κόκκαλη εδώ και καμιά δεκαπενταετία (και βάλε) δεν ενδιαφέρονται για τις τηλεπικοινωνίες στην Ελλάδα. Άλλωστε, και να ενδιαφερόντουσαν, ο κλάδος έχει ιδιωτικοποιηθεί πλήρως εδώ και πολλά χρόνια και οι προμηθευτές του με ιδιώτες ιδιοκτήτες πλέον συναλλάσσονται. Μεταξύ των οποίων, μάλιστα, τον καθοριστικό ρόλο έχει η επιχείρηση άμεσου γερμανικού κρατικού ενδιαφέροντος, η Deutsche Telekom. Αν, λοιπόν, ο όμιλος επιχειρήσεων Κόκκαλη αποφάσισε να επαναδραστηριοποιηθεί στις τηλεπικοινωνίες στην Ελλάδα, με ιδιώτες θα έχει να κάνει και όχι με το δημόσιο. (Επί πλέον, έχω την εντύπωση ότι ο όμιλος Κόκκαλη διατηρεί ιστορικά καλές σχέσεις με τον γερμανικό παράγοντα και δεν έχω καμιά γνώση ότι αυτές οι ιστορικά καλές σχέσεις έχουν διαταραχτεί). Όπως επίσης, οι εταιρίες του ομίλου Κόκκαλη που ασχολούνται με τον στοιχηματισμό επίσης αφορούν σε κλάδο που έχει πλήρως ιδιωτικοποιηθεί. 

Υπάρχει κάποιος άλλος επιχειρηματικός κλάδος στον οποίο έχουν δραστηριότητα τα μέλη της οικογένειας Κόκκαλη και φιλοδοξούν διά της σχέσης τους με το κυβερνών κόμμα να αποκτήσουν προνομιακή πρόσβαση σε κάποιον τομέα ως προμηθευτές του δημοσίου; Δεν το γνωρίζω, …αλλά και στο σημείο αυτό είμαι βέβαιος πως αυτό είναι κάτι που επίσης πολύ εύκολα μπορεί να διερευνηθεί και να διαπιστωθεί.

Γνωρίζω, επίσης, ότι ο Σωκράτης Κόκκαλης έχει εδώ και πολλά χρόνια ολοσχερώς αποσυρθεί από την επιχειρηματική ενασχόλησή του με τον κλάδο των μέσων ενημέρωσης, όπου παλιότερα είχε παρέμβαση με κεντρικό «όχημα» τον ραδιοφωνικό σταθμό Flash 96,1, τον οποίο διοικούσε η τότε σύζυγός του. Επίσης, ο κ. Σωκράτης Κόκκαλης δεν είχε παρά μόνον περιστασιακή επιχειρηματική ανάμιξη σε σοβαρές εκδοτικές δραστηριότητες. Και όταν κάποια στιγμή αποφάσισε να προσπαθήσει να αποκτήσει τηλεοπτικό σταθμό, υποχώρησε όπως-όπως, όταν η πανίσχυρη «γερουσία της μιντιακής διαπλοκής» του έστειλε «μηνύματα» να μην το κάνει, και ο ίδιος αποχώρησε τότε από το υπό δημιουργία κανάλι του στην κυριολεξία έντρομος -αφήνοντας, θυμάμαι, τον συμπαθή δυστυχή Παύλο Τσίμα, που είχε προσλάβει για να του «στήσει» το κανάλι, στα κρύα του λουτρού!

(Αναγκαία αναδρομή στο σημείο αυτό: Πρόκειται, θυμίζω, για την πασίγνωστη «γερουσία της μιντιακής διαπλοκής», η οποία:

- η ίδια, νωρίτερα, είχε οδηγήσει τον Ανδρέα Παπανδρέου στο ειδικό δικαστήριο με τη γνωστή αποδεδειγμένη πλέον σκευωρία. (Και το έκανε επειδή είχε θεωρήσει τον  τότε πρωθυπουργό ως υπαίτιο του ότι είχαν εμφανιστεί άλλοι εκδότες που απετόλμησαν να αμφισβητήσουν την πλήρη ηγεμονία της «γερουσίας» αυτής),

- η ίδια, αργότερα, ετοίμασε τα ειδικά δικαστήρια για τον μετέπειτα πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή με τις υποθέσεις του Βατοπεδίου και των υποκλοπών. (Και το έκανε για να τιμωρήσει τον τότε πρωθυπουργό ένεκα της πρωτοβουλίας του να προωθήσει το γνωστό νομοσχέδιο με τον «βασικό μέτοχο», προσπαθώντας, δηλαδή, να θέσει τους «νταβατζήδες» υπό έλεγχο). Μια πολιτική παγίδα, δηλαδή, από την οποία ο Κ. Καραμανλής «δραπέτευσε» με το «κόλπο» του κλεισίματος της Βουλής για θερινές διακοπές, για να μην ξανανοίξει ποτέ και να προκηρυχτούν οι πρόωρες εκλογές του 2009,

- η ίδια, αντιπάλεψε μανιασμένα τον Γ. Παπανδρέου, λόγω της πρόθεσής του τότε πρωθυπουργού να συγκρουστεί με τη διαπλοκή, και τελικά τον ανέτρεψε, με την αδιανόητης έκτασης εκστρατεία απαξίωσής του και την μανιασμένη στήριξη των ανατροπέων του,

- η ίδια, έδωσε τον υπέρ των συμφερόντων της ύστατο αγώνα κατά του νόμου και της διαδικασίας αδειοδότησης των καναλιών, που τελικά η ψήφιση και η εφαρμογή του από την κυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. την έπληξε κατάστηθα,

- η ίδια, αγωνίστηκε -κι ακόμη και σήμερα προσπαθεί, με τις ισχυρές δυνάμεις που ακόμη διατηρεί, παρά την εξάρθρωση κατά την τελευταία διακυβέρνηση κρίσιμων πεδίων που είχε υπό τον έλεγχό της- να μείνει εκείνη στην εξουσία (παλινορθώνοντας τους πολιτικούς συμμάχους  και συμπαραστάτες της), παίζοντάς τα όλα για όλα στο πρόσωπο του νεο-μητσοτακισμού στις επικείμενες εκλογές.

Ποιοί ωφελήθηκαν από τη «γερουσία της μιντιακής διαπλοκής»; Όπως όλοι γνωρίζουμε, δύο περίοδοι διακυβέρνησης ευνοήθηκαν μέχρις πρόκλησης απ’ αυτήν: Η περίοδος διακυβέρνησης Σημίτη και η περίοδος διακυβέρνησης Σαμαρά! Και στις δύο αυτές περιόδους, η περίφημη «γερουσία της μιντιακής διαπλοκής» όχι μόνο έμεινε ανενόχλητη, αλλά και ενισχύθηκε πολύ. Μόνο 2 ενδεικτικά παραδείγματα, γιατί αλλιώς θα χρειαζόμασταν έναν τόμο για να περιγράψουμε την σκανδαλώδη εύνοια: 1. Ποιός ξεχνάει ότι μέχρι και ως πολιτικός διοικητής του Αγίου Όρους διορίστηκε κεντρικό πρόσωπό της «γερουσίας» αυτής, κατά την περίοδο 1996-2001; 2. Και ποιός δικαιούται να παραβλέπει ότι το 2013 με το κλείσιμο της ΕΡΤ, επιχειρήθηκε να μείνουν οι ιδιώτες καναλάρχες εν τοις πράγμασι μόνοι διαχειριστές της δημόσιας περιουσίας των ψηφιακών συχνοτήτων, με μεγάλο όφελος για εκείνους, όταν οι Έλληνες υπέφεραν από τις βάρβαρες μνημονιακές περικοπές;

…Α, υπάρχουν και παρατάξεις της αντιπολίτευσης που έχουν ευνοηθεί και υποστηρίζονται από τους διαδόχους  της ίδιας «γερουσίας της μιντιακής διαπλοκής»! Ποιές; Η Ν.Δ. του Κυριάκου Μητσοτάκη και το ΚΙΝ.ΑΛ. της Φώφης Γεννηματά)         

Για να ολοκληρώσουμε το ιστορικό κομμάτι του σημερινού άρθρου, να προστεθεί ότι και από τα αθλητικά πράγματα έχει προ πολλών ετών αποσυρθεί η οικογένεια Κόκκαλη, με τελευταία πράξη του δράματος τη μεταβίβαση της ΠΑΕ Ολυμπιακός στον κ. Β. Μαρινάκη, μαζί με τον φορέα ιδιοκτησίας του γηπέδου «Γεώργιος Καραϊσκάκης», στο οποίο, όμως, η πλευρά Κόκκαλη -εξ όσων γνωρίζω- διατήρησε το 50% για καθαρά εγγυητικούς επιχειρηματικούς και  οικονομικούς λόγους και όχι ως ένδειξη διατήρησης σχέσης με τον αθλητισμό. (Παρεμβατικής εννοώ σχέσης με την άσκηση επιρροής σε διαδικασίες λήψης αποφάσεων σε κάποιον επιχειρηματικό  κλάδο, για να προκύπτει η διαπλοκή. Τις ελληνικές τηλεπικοινωνίες και τον στοιχηματισμό εν προκειμένω, εννοώ, από τις οποίες, όμως, όπως ήδη είπαμε, το δημόσιο έχει αποσυρθεί). 

Πάντα κατά τα όσα έχουν δημοσίως ακουστεί, η πλήρης απόσυρση της οικογένειας Κόκκαλη από τον φορέα ιδιοκτησίας του γηπέδου «Γεώργιος Καραϊσκάκης» δεν ολοκληρώθηκε, επειδή η άλλη πλευρά, η πλευρά Μαρινάκη, δεν ικανοποίησε τους όρους της σύμβασης με την πλευρά Κόκκαλη για τμηματική μεταβίβαση στην πρώτη του συνόλου της ιδιοκτησίας του γηπέδου «Γεώργιος Καραϊσκάκης». Κι έτσι σήμερα η πλευρά Κόκκαλη βρέθηκε να διατηρεί ακόμη στα χέρια της το 50%  του φορέα ιδιοκτησίας του γηπέδου «Γεώργιος Καραϊσκάκης».

Αυτά γνωρίζω, και με βάση αυτά αναφέρω ό,τι αναφέρω!       

…Ας δούμε όμως και μια άλλη όψη! Η υποψηφιότητα του κ. Πέτρου Κόκκαλη εκ των πραγμάτων συγκρούεται με τον συνδυασμό του νυν δημάρχου Πειραιά, Γιάννη Μώραλη, ξανά υποψήφιου για το αξίωμα, υπό τις ευλογίες του κ. Β. Μαρινάκη. Μάλιστα, ο κ. Κόκκαλης, που σήμερα είναι υποψήφιος ευρωβουλευτής με τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία (που κατεβάζει άλλον υποψήφιο δήμαρχο στον Πειραιά), ήταν μέχρι πρότινος και δημοτικός σύμβουλος στον συνδυασμό του κ. Μώραλη, από τον οποίο παραιτήθηκε με ηχηρές δηλώσεις αποστασιοποίησης. Ο κ. Μώραλης με τη σειρά του ήταν και στενός συμπαραστάτης του κ. Μαρινάκη στην ΠΑΕ Ολυμπιακός,  ξανά του κ. Β. Μαρινάκη.

Του κ. Μαρινάκη, που εξαγόρασε τον ΔΟΛ (συμπεριλαμβανομένου και του MEGA), δηλαδή τη ναυαρχίδα της «γερουσίας της μιντιακής διαπλοκής» που αναφέραμε πιο πάνω.

- Του ίδιου, που μέσω της μιντιακής εταιρείας του Alter Ego έχει σήμερα τις εφημερίδες ΤΟ ΒΗΜΑ και ΤΑ ΝΕΑ, το ενημερωτικό site in.gr και άλλα site, αλλά νομίζω και κάποια αθλητικά έντυπα,

- Του ίδιου, που μεταξύ των όσων αγόρασε μαζί με τον ΔΟΛ, ήταν και ο ραδιοφωνικός σταθμός VIMA-FM, που όμως τον έκλεισε, αλλά το δικαστήριο δεν του επιτρέπει να τον κηρύξει υπό πτώχευση, αφήνοντας ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο να πρόκειται, όπως αναφέρεται από κάποιες πλευρές, περί δολίας πτώχευσης,

- Του ίδιου, που εμφανίστηκε να εξαγόρασε άλλον ραδιοφωνικό σταθμό, στον οποίο ακούστηκε ότι έδωσε το όνομα Thrylos-FM,

- Του ίδιου που αναφέρεται ότι σχετίζεται με άλλες εφημερίδες και συγκροτήματα μέσων ενημέρωσης,

- Του ίδιου που διεκδικεί άδεια καναλιού πανελλήνιας εμβέλειας.  (Και τη διεκδικεί, παρ’ ό,τι εξαγόρασε με τίμημα δεκάδων εκατ. ευρώ την εταιρεία ιδιοκτήτη του MEGA CHANNEL, καναλιού πανελλήνιας εμβέλειας, αλλά δεν διεκδίκησε νομιμοποίηση της άδειας αυτής, αφήνοντας το MEGA να «πεθάνει»),

- Του ίδιου, που ελέγχει την εταιρεία διανομής Τύπου «Άργος», την οποία απέκτησε (κι αυτήν) από τη «γερουσία της μιντιακής διαπλοκής», και η οποία σήμερα ελέγχεται από την Επιτροπή Ανταγωνισμού, εξ όσων γνωρίζω, για τυχόν παραβίαση των κανόνων του ανταγωνισμού,

- Του ίδιου, που δραστηριοποιείται επιτυχώς στην ναυτιλία,

- Του ίδιου, που συνεργάτες του στις ναυτιλιακές δραστηριότητές του φέρονται εμπλεκόμενοι σε υποθέσεις του κοινού ποινικού δικαίου και ενώ μάρτυρες κατηγορίας αυτών των υποθέσεων δολοφονούνται,

- Του ίδιου, που υποστηρίζει με τα έντυπά του μανιασμένα ΝΔ και ΚΙΝΑΛ και πλήττει σκληρά (αν και συχνά με fake news) τον ΣΥΡΙΖΑ, …του οποίου υποψήφιος είναι πλέον στις ευρωεκλογές ο κ. Πέτρος Κόκκαλης,

- Του ίδιου, που πρόσφατα με προσωπική δήλωσή του στην ιστοσελίδα της ΠΑΕ Ολυμπιακός, εξαπέλυσε ευθεία επίθεση στην κυβέρνηση και τη δικαιοσύνη, με πρωτοφανείς αναφορές καθαρού πολιτικού περιεχομένου, όπως για παράδειγμα ότι λόγω κάποιας εναντίον του δίωξης «…το κράτος δικαίου καταλύεται και η δημοκρατία υπονομεύεται». (Αναφορές που εμφανίζουν εντυπωσιακή ομοιότητα, με αναφορές πολιτικών  προσώπων, τα οποία καθ’ οιονδήποτε τρόπο σχετίστηκαν με την υπόθεση Novartis και επίσης είναι ορκισμένοι αντίπαλοι της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ),

- Του ίδιου, που παρ’ ό,τι διαθέτει και προσωπική ιστοσελίδα στην οποία εκτίθενται δραστηριότητές του, δεν χρησιμοποίησε αυτή την ιστοσελίδα, ούτε και εξέδωσε ένα απλό προσωπικό δελτίο τύπου για τη δημοσιοποίηση της προσωπικής δήλωσής του κατά της σημερινής κυβέρνησης και της δικαιοσύνης, αλλά χρησιμοποίησε την ιστοσελίδα της ΠΑΕ Ολυμπιακός, σε μια πρόδηλης σκοπιμότητας κίνηση σύνδεσης των προσωπικών του υποθέσεων με την ιστορική ομάδα και την ΠΑΕ, για να επηρεάσει τη στάση των οπαδών της ομάδας προς όφελός του,

- Του ίδιου, που στο προσωπικό του site εμφανίζεται να είναι το ισχυρό πρόσωπο και στη βρετανική ποδοσφαιρική ομάδα Nottingham Forest,

- Tου ίδιου, που στο προσωπικό του site, στο τμήμα που αναφέρεται στον Ολυμπιακό, έχει αναρτήσει εικόνα από τις εξέδρες του γηπέδου «Γεώργιος Καραϊσκάκης», στην οποία οι οπαδοί της ομάδας σχηματίζουν σύνθημα, προφανώς προετοιμασμένο με μεγάλη επιμέλεια, το οποίο αναφέρει: We rule this land=Εμείς κυβερνάμε αυτόν τον τόπο,

- Tου ίδιου, που στο προσωπικό του site, στο τμήμα που αναφέρεται στον Πειραιά, εμφανίζεται ο ίδιος να εκφωνεί κάποιον λόγο από βήμα του Δήμου Πειραιωτών,

- Του ίδιου, που παραμένει βεβαίως το ισχυρό πρόσωπο στην ΠΑΕ Ολυμπιακός. Tην ΠΑΕ, οπαδοί της οποίας φέρονται αναμιγνυόμενοι σε βίαια περιστατικά κατά αθλητικών παραγόντων και σε άλλες υποθέσεις του κοινού ποινικού δικαίου...

…Και σταματώ εδώ, γιατί εδώ είναι το ζουμί της υπόθεσης!

Διότι, από τα σημεία που ως εδώ ανέφερα, προκύπτει σαφέστατα η επιστράτευση της επιρροής που έχει η ιστορική ομάδα στους οπαδούς της, ώστε οι οπαδοί αυτοί να λαμβάνουν στις πολιτικές εξελίξεις θέση κατά της κυβέρνησης. Μ’ άλλα λόγια, σ’ αυτό το απίστευτο κουβάρι  αλληλοδιαπλεκόμενων συμφερόντων, επιχειρηματικών, μιντιακών, αθλητικών και πολιτικών, ο λαοφιλέστερος ποδοσφαιρικός σύλλογος έχει εμπλακεί κι αυτός και οι οπαδοί του στο παιγνίδι. Συμμετέχοντας σ’ ένα αμείλικτο παιγνίδι εξουσίας, με πολιτικούς στόχους! Με καθαρές αναφορές σε ζητήματα με μεγάλες πολιτικές και θεσμικές συνέπειες και όλη τη χώρα να παρακολουθεί  τα πράγματα, ανήμπορη να αντιδράσει. Από αδυναμία ή από φόβο!

Αν, λοιπόν, θα μπορούσε αυτός ο πανίσχυρος κύκλος συμφερόντων και εξουσίας, φυσικός συνεχιστής του έργου της «γερουσίας της μιντιακής διαπλοκής», να επιχειρηθεί να τεθεί ένα όριο στη δύναμή του, και στον σκοπό αυτό μπορεί να συμβάλλει το μόνο πρόσωπο-κέντρο που διατηρεί κάποια ισχυρά πειστική σχέση με τους οπαδούς του Ολυμπιακού, δηλαδή ένα πρόσωπο από την οικογένεια Κόκκαλη, συγκεκριμένα ο κ. Πέτρος Κόκκαλης, τότε έπραξε καλώς το κυβερνών κόμμα που συμμάχησε μαζί του, ή όχι; Γιατί αυτό είναι εδώ το κρίσιμο ερώτημα! Συμβάλλει η υποψηφιότητα Κόκκαλη με τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία  στην εξάρθρωση του φαινομένου πολιτικής εργαλειοποίησης ενός μαζικότατης αναφοράς αθλητικού οργανισμού, ή όχι; Και στο ερώτημα και την απάντηση που ο καθένας μας δίνει σ’ αυτό, επίσης συμπεριλαμβάνεται και συνεκτιμάται και η επιχειρηματική ιστορία της οικογένειας Κόκκαλη, αλλά και η τυχόν σημερινή σχέση της, ή όχι, με φαινόμενα διαπλοκής.  

Γιατί, σ’ όλα τα μήκη και τα πλάτη της υφηλίου οι πολιτικές εξουσίες πάντα είχαν και έχουν επιχειρηματικές και εκδοτικές φιλίες, συμμαχίες και προτιμήσεις. Θα αρκούσε, όμως, να ρίξει κανένας μια ματιά στις προφανέστατες διαφορές μεταξύ εκδοτών και επιχειρηματιών που δρουν στο πλαίσιο της πάγιας πρακτικής σχέσεων επιχειρηματιών με τα κέντρα λήψης των αποφάσεων, με τους εκδότες και επιχειρηματίες που διεκδικούν λόγο στις πολιτικές εξελίξεις.

 

 

 

8 Απρ. 2019

Συνέδριο ΚΙΝΑΛ:

Το οριστικό τέλος του ΠΑΣΟΚ 

Με το συνέδριο του ΚΙΝ.ΑΛ., τυπικά ολοκληρώθηκε -αν και μεγάλη καθυστέρηση και τεράστιες ενδοπαραταξιακές δημοκρατικές αβαρίες,- η διεργασία συγκρότησης ενός νέου κόμματος και η οριστική μετάβαση από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. σ’ έναν άλλο πολιτικό σχηματισμό.

Το όλο θέμα δεν θα είχε άλλο πολιτικό ενδιαφέρον, πέραν της ίδιας αυτής της διεργασίας ως τρέχουσας πολιτικής εξέλιξης, αν δεν συνέτρεχαν δύο παράλληλες συνθήκες:

1. Το ΠΑ.ΣΟ.Κ. δεν ήταν ένα απλό κόμμα της μεταπολίτευσης, αλλά η παράταξη που επικαθόρισε δεσμευτικά τη χώρα, σ’ όλα τα επίπεδα (δημοκρατική ωρίμανση, πολιτικός εκδημοκρατισμός, θεσμική συγκρότηση, προοδευτική αναδόμηση της ελληνικής οικονομίας, δικαιότερη κατανομή του πλούτου, τεράστια βήματα στις μικροκλίμακες των ατομικών δικαιωμάτων, νέα πολιτιστική ταυτότητα κ.α.), για τη μετάβαση στον 21ο αιώνα, υπό καλύτερους για την Ελλάδα όρους, στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών και γενικότερα διεθνών συσχετισμών δύναμης, εξασφαλίζοντας την ανεξαρτησία της. 

2. Το τέλος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. συμπίπτει (αν δεν ήταν εκείνο που πρώτο προανήγγειλε) την πανταχόθεν παραδεδεγμένη πλέον βαθύτατη ιδεολογική κρίση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και, επομένως, η εξάχνωση της πάλαι ποτέ κραταιάς παράταξης στην Ελλάδα προσελκύει πανευρωπαϊκό ενδιαφέρον και έχει ευρύτερες συνέπειες στους πολιτικούς συσχετισμούς δυνάμεων στην Ε.Ε..

Κάτω απ’ αυτές τις δύο συνθήκες, η διεργασία «εγκατάλειψης» του ΠΑ.ΣΟ.Κ. (πέραν των πρακτικών και καθόλου ιδεολογικοπολιτικών λόγων που επίσης συνέβαλαν στην εξέλιξη αυτή) δεν έχει έρθει ανώδυνα. Η ταυτοτική παραταξιακή καταγραφή και η συλλογική πρόσληψη του Κινήματος, ως δεδομένης ηγέτιδας δύναμης στο πολιτικό σκηνικό, επηρέασε και ακόμη επηρεάζει το ΚΙΝ.ΑΛ.. Η ματιά αυτή, εξηγεί πλήρως τον παρόντα «μικρο-μεγαλισμό» του σχήματος, του οποίου ο δημόσιος λόγος, αντί να ανταποκρίνεται και να αφορά στη σημερινή περιθωριακή επιρροή του (δηλαδή, να προσδιορίζει ως βασικό πρόταγμά του την πολιτική συμμαχιών), «τσαλαβουτάει» σε μεγαλοστομίες του τύπου «εμείς θα εγγυηθούμε…» (κάτι, ο,τιδήποτε, π.χ. την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας), αντί μιας ρεαλιστικής προσέγγισης (που θα νοηματοδοτούσε ισχυρά και έναν νέο πολιτικό ρόλο του, αποκαθιστώντας την πειθώ που θα εξέπεμπε σε όποια κοινά απευθύνεται).                    

Σ’ αυτό το σημείο, ο Β. Βενιζέλος υπήρξε πολύ πιο ρεαλιστής από την επίγονό του ως διαχειριστής της συνέχειας του ΠΑ.ΣΟ.Κ., όταν επί προεδρίας του προσδιόριζε τον στρατηγικό πολιτικό ρόλο του Κινήματος από ‘δω και πέρα ως «ρυθμιστή του πολιτεύματος». Δηλαδή, μια παρεμβατική πολιτική παράταξη, που δεν θα ήταν εκείνη που θα έδινε τον τόνο για την επόμενη περίοδο της Ελλάδας (δεν θα το μπορούσε άλλωστε), αλλά ως αναγκαία προστιθέμενη πολιτική συνισταμένη και μόνο θα έκρινε που θα έγερνε η «πολιτική ζυγαριά». Ανεξαρτήτως της «φυσικής» και από τις εξελίξεις εν πολλοίς επιβαλλόμενης ροπής του Β. Βενιζέλου προς την πολιτική δεξιά, σ’ αυτό το σημείο η προεδρία Βενιζέλου στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. (σε ό,τι αφορά το ζήτημα τί είναι και τί θα κάνει η παράταξη κατά τη μετα-ΠΑΣΟΚ-ική εποχή της) υπήρξε πολύ πιο ειλικρινής από την προεδρία Γεννηματά. Και τούτο, πέραν του ότι η δεξιά στροφή που είχε προηγηθεί επί Σημίτη και επικύρωσε ο Β. Βενιζέλος με την ολέθρια για την παράταξη και τη χώρα συνεργασία με τον Αντ. Σαμαρά, αποσάθρωσαν την παραταξιακή βάση, που για ιστορικούς λόγους είχε αριστερά καταγωγή.

Βεβαίως, της περιόδου Βενιζέλου είχαν προηγηθεί ακόμη δύο «ενδιάμεσες» μετα-ΠΑΣΟΚ-ικές εποχές, η μία του Κώστα Σημίτη και η άλλη του Γιώργου Παπανδρέου. Στην πρώτη επιχειρήθηκε -και εν πολλοίς με επιτυχία- η μεγάλη στροφή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. προς τα δεξιά, και στη δεύτερη, η απόπειρα αποκατάστασης -έστω μερικής- της ιδεολογικοπολιτικής «ψυχής» του Κινήματος, κατέληξε σε τραγωδία, τόσο λόγω των πολιτικών ανεπαρκειών του Γ. Παπαδρέου, όσο -και κυρίως- λόγω του πτωχευτικού περιστατικού, που άλλαξε την κατάσταση στην πατρίδα μας και οδήγησε στη μνημονιακή εκτροπή 2010-2018.

Η επέλευση της Φώφης Γεννηματά στην ηγεσία, αντιμετωπίστηκε από πολλούς (κι εγώ ανάμεσά τους) ως η τελευταία ευκαιρία για το ΠΑ.ΣΟ.Κ.! Όχι για την επιστροφή του στο ένδοξο παρελθόν (αυτό νομίζω πως είχε ήδη κριθεί και χαθεί ως ενδεχόμενη εξέλιξη, ήδη από το 2011-2012 και κατόπιν στη συγκυβέρνηση με τον Αντώνη Σαμαρά, με εναρκτήριο περιστατικό των πραγμάτων, συμβολικά και πρακτικά, την ανατροπή του Γ. Παπανδρέου), αλλά για τη στοιχειώδη αποκατάσταση των αναγκαίων ιδεολογικοπολιτικών και ιστορικών στοιχείων από τη γνήσια περίοδο του ΠΑ.ΣΟ.Κ., που θα μπορούσαν να καταστούν η βάση για ένα «νέο  ΠΑ.ΣΟ.Κ.». Ένα ΠΑ.ΣΟ.Κ. περιορισμένης επιρροής σε πρώτη φάση και ίσως μεταγενέστερα περισσότερο ενισχυμένο, ως ένας χρήσιμος πόλος της αριστεράς και προοδευτικής πολιτικής παράταξης, που χρειάζεται η Ελλάδα στον 21ο αιώνα, σ’ έναν ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο.  

Η αποτυχία της προεδρίας Γεννηματά, κατόπιν αυτών, δεν σηματοδοτείται από την αδυναμία να γίνει και πάλι ό,τι απέμεινε από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. ένα «μεγάλο κόμμα»! (…και δεν το περίμενε αυτό και κανένας σώφρων κομματικός παράγων, δεδομένων των ορίων της προέδρου. Άλλωστε, αυτό, όπως είπα, είχε ήδη κριθεί από την ανατροπή του εκλεγμένου πρωθυπουργού της παράταξης, Γιώργου Παπανδρέου, από τη δεξιά πτέρυγα). Η αποτυχία της προεδρίας Γεννηματά έγκειται, λοιπόν, στην αδυναμία της να εμφανίσει πολιτικά προοδευτικό πειστικό αντίλογο για την πολιτική συνέχεια των υπολειμμάτων του ΠΑ.ΣΟ.Κ., απαντώντας στην πρόταση της δεξιάς παραταξιακής πτέρυγας, για ένα κόμμα «ρυθμιστή του πολιτεύματος» (κατά τη βενιζελική λεκτική), όπως ανέφερα πιο πάνω, η οποία οδηγεί στην αγκαλιά του νεο-μητσοτακισμού. Η σημερινή πρόεδρος, επίσης, εκτός από την αδυναμία της να φέρει μια εναλλακτική προοδευτική προοπτική για εναπομένουσα παράταξη, αναλώθηκε σε έωλες και δημοσκοπικών περισσότερο σκοπιμοτήτων συνεργασίες με σαθρά σχήματα, αντί να αποκαταστήσει την «προοδευτική κανονικότητα» που -παρ’ όλ’ αυτά- εξακολουθεί να είναι ζητούμενο στο ΚΙΝ.ΑΛ., αν και παγιδευμένο στις δεξιές δουλείες μιας ισχυρής ομάδας στο εσωτερικό του.

Tις για τόσο καιρό σκληρές αλλά δίκαιες κριτικές προοδευτικές φωνές που βρίσκονταν σε διαδικασία αποστασιοποίησης από το ΚΙΝ.ΑΛ., οι οποίες διαπίστωναν εμμονές σε δεξιές πρακτικές που αντικειμενικά ευνοούν τον νεο-μητσοτακισμό, η προεδρία Γεννηματά αντιμετώπισε ως δήθεν εχθρικές για την ίδια και την παράταξη, αδυνατώντας να κατανοήσει ότι την ευνοούσαν και αποφεύγοντας να τις αξιοποιήσει στις ενδοπαραταξιακές εξελίξεις, για να αποκρούσει και να αποκηρύξει την καθαρή προσχώρηση στη δεξιά πολιτική κατά τη συγκυβέρνηση με τον Σαμαρά. (Είναι περίπου η ίδια στάση με την σκαιά καθύβριση από το ΚΙΝ.ΑΛ. και καθ’ υποκίνηση της δεξιάς πτέρυγάς του, ευρέων πολιτικών κοινών που απομακρύνθηκαν από το ΠΑ.ΣΟ.Κ. την περίοδο 2010-2014 και στράφηκαν στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ως δήθεν «εξαγορασμένων ψηφοφόρων». Και τούτο, στο πλαίσιο μιας πολιτικά ακατανόητης αντίληψης περί κάποιων πρακτικών ανταλλαγμάτων που δήθεν λαμβάνουν όσοι πολίτες εγκατέλειψαν το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και εστράφησαν στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Φυσικά, για τους δεξιούς του ΚΙΝ.ΑΛ. όλοι αυτοί οι πολίτες δεν ενδιαφέρουν, απλούστατα διότι -όπως εξήγησα πιο πριν- το μικρό κόμμα «ρυθμιστής του πολιτεύματος», ως στρατηγική παραταξιακή επιλογή για να εξασφαλιστεί το πολιτικό περιβάλλον που θα επιβάλλει τη συνεργασία με τον νεο-μητσοτακισμό, δεν τους χρειάζεται. Αντίθετα, αυτή η παραταξιακή στρατηγική βενιζελικής κοπής, προκρίνει μικρό σχήμα για να είναι ευκολότερα ελέγξιμο. Για μια ηγεσία, όμως, άξια της ιστορίας και των παραδόσεων του ΠΑ.ΣΟ.Κ., τέτοια αντιμετώπιση πρώην ψηφοφόρων σου, όχι μόνο είναι παραταξιακά αυτοκαταστροφική, αλλά παράλληλα αντίκειται και στο ήθος της σχέσης του Κινήματος με τις λαϊκές δυνάμεις, όπως αυτές διατάσσονται στην ταξική και συνεπάγωγα πολιτική συγκρότηση του δημόσιου βίου μας).         

Σε τέτοιες συνθήκες η προεδρία Γεννηματά, αντί να οργανώσει την πολιτικά προοδευτική  επανεξισορρόπηση του σχήματος που απομένει από τα υπολείμματα του ΠΑ.ΣΟ.Κ., παγιδεύτηκε στο γνωστό άγονο σχέδιο περί «στρατηγικής ήττας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.». Δηλαδή, εμπλοκή του ΚΙΝ.ΑΛ. σε μια προκαταβολικά ηττημένη και χωρίς αύριο αντιπαράθεση, ενώ εκείνο που θα νοηματοδοτούσε το υπαρξιακό reason why του σχήματος, επαναπροσεγγίζοντας χαμένα κοινά του και καθιστώντας το μετρήσιμο παράγοντα στο σκηνικό όπως έχει διαμορφωθεί πλέον σήμερα, θα ήταν μια στρατηγική διασφάλισης της προοδευτικής συνέχειας για την Ελλάδα. Κι αυτό θα εξασφαλιζόταν με προγραμματικές αναφορές απόκρουσης της ακροδεξιάς ενδυνάμωσης που κομίζει η σημερινή Ν.Δ., με πολιτικές αποτροπής του σεναρίου επικράτησης του νεο-μητσοτακισμού και ρεβανσιστικής επιστροφής των παραγόντων  διακυβέρνησης 2012-2014 και με διαμόρφωση επεξεργασμένης πολιτικής συμμαχιών. Έτσι, θα επαναπροσεγγίζονταν πολιτικά κοινά που εξεδίωξε σκαιώς η μνημονιακή περίοδος και η βενιζελική πολιτική.

Αντ’ αυτών, ο έκδηλης αμηχανίας και ανεδαφικός στόχος του ΚΙΝ.ΑΛ. (που είναι πια απόφαση συνεδρίου)  να νικήσει «με ένα χτύπημα» ταυτοχρόνως  και τη Ν.Δ. και τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και η όψιμη απόπειρα της προεδρίας Γεννηματά να ισορροπήσει στοιχειωδώς το ΚΙΝ.ΑΛ. στην πολιτική των «ίσων  αποστάσεων» από τον Ν.Δ. και τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (σ’ έναν σημερινό «διμέτωπο», που στο σημερινό σκηνικό μόνο με πολιτική κωμωδία  προσομοιάζει, συγκρινόμενος με τις συνθήκες του μετεμφυλιακού σκηνικού και την Ένωση Κέντρου του Γεωργίου Παπανδρέου), που δεν αποτελούν ρεαλιστική και βιώσιμη πολιτική γραμμή. Κι ακόμη, η προοδευτική πολιτική αφωνία της προεδρίας Γεννηματά, ενώ η απόκρουση της ακροδεξιάς ενδυνάμωσης αντικειμενικά θέτει  τα πολιτικά προτάγματα της σημερινής αριστεράς στην Ελλάδα κι όλον τον κόσμο, αφαιρεί δυνάμεις και δυνατότητες από την πραγματική ευκαιρία της Ελλάδας να σταθεροποιηθεί στην ομάδα χωρών της Ε.Ε. όπου η προοδευτική παράταξη έχει τον πρώτο λόγο, αντί της βύθισης σ’ ένα ακόμη δεξιό γύρο, με τη σύμπραξη  ακροδεξιών δυνάμεων που σήμερα συνδιοικούν τη Ν.Δ...        

Αυτές τις ευκαιρίες έχασε η προεδρία Γεννηματά και, φυσικά, με την παγίωση του πολιτικού positioning του ΚΙΝ.ΑΛ. σε κεντροδεξιό προσανατολισμό, επήλθαν οι σηπτικές συνέπειες του αδιεξόδου, με τις αποχωρήσεις σχημάτων και προσώπων και τις απολύτως ανερμάτιστες τεκμηριώσεις ότι «ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι δεξιά και γι’ αυτό δεν συνεργαζόμαστε μαζί του» και την «ελαφρά» θέση ότι στόχος του ΚΙΝ.ΑΛ. σήμερα είναι τις επικείμενες εκλογές, ευρωπαϊκές και εθνικές, να τις κερδίσει εκείνο και να ορίσει την ατζέντα. Προσεγγίσεις,  που προκαλούν μάλλον θυμηδία στα ελληνικά και ευρωπαϊκά κοινά, παρά προσλαμβάνονται ως θέσεις σοβαρού κόμματος. 

Η προεδρία Γεννηματά, πολύ αργά φαίνεται να κατενόησε ότι η προτιμησιακή αντιπαλότητα προς τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην εκφορά του πολιτικού λόγου της, όχι μόνο δεν προσείλκυσε κοινά στην παράταξη, αλλ’, αντίθετα, ατύπως έστειλε κόσμο της στον νεο-μητσοτακισμό. Η όψιμη προσπάθεια να ανακοπούν αυτές οι απώλειες, εκδηλώθηκε εσχάτως με δύο τρόπους: α. την καθυστερημένη προσέγγιση με τον Γιώργο Παπανδρέου, που εξ αρχής ήταν ο φυσικός σύμμαχός της προεδρίας Γεννηματά, αλλά εκείνη τον αγνόησε για πολύ καιρό, και β. την απόπειρα «να ακουστεί» περισσότερο ότι το ΚΙΝ.ΑΛ. αρνείται τη μετεκλογική συνεργασία με τη Ν.Δ.. Αυτά προσπαθήθηκε να «περάσουν» στο τελευταίο συνέδριο του ΚΙΝ.ΑΛ.. Κι πράγματι αυτά «πέρασαν», αν και απομένει το σημαντικό μέρος των πραγμάτων να συμβεί, δηλαδή να δοκιμαστούν όλ’ αυτά στην πράξη, ενώ τα πάντα δείχνουν ότι πια είναι μάλλον αργά για την προοδευτική επανατοποθέτηση του πολιτικού positioning του ΚΙΝ.ΑΛ. σε προεκλογικές συνθήκες και η κοινή γνώμη δύσκολα θα πειστεί να αλλάξει γνώμη και να θεωρήσει στη συνέχεια το εν λόγω κομματικό σχήμα κάτι άλλο, από μια δυνάμει κυβερνητική αποσκευή του νεο-μητσοτακισμού.                                                      

Έτσι, από το συνέδριο του ΚΙΝ.ΑΛ. αυτό που απομένει, ως το ουσιώδες πολιτικό αποτέλεσμά του, δεν είναι άλλο από τον βαθύτατο παραταξιακό διχασμό, ανάμεσα στη δεξιά και την προοδευτική πτέρυγά του! Η ίδια η διένεξη που εκδηλώνεται από τις πρώτες κιόλας μετασυνδριακές μέρες, με τη δεξιά πτέρυγα να εντείνει τις πιέσεις για προεκλογικές δεσμεύσεις συνεργασίας με τη Ν.Δ. (στο πλαίσιο της γνωστής δεξιάς αφήγησης περί «σωτηρίας» της χώρας, ώστε να αποφευχθούν και δεύτερες εκλογές -που, υπενθυμίζεται,  αυτές θα γίνουν με απλή αναλογική, κηδεύοντας το όνειρο του νεο-μητσοτακισμού να «αρπάξει» την εξουσία, εξαπατώντας την προοδευτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού), ορίζει το παρόν σκηνικό στο εσωτερικό του ΚΙΝ.ΑΛ.. Οι δεξιοί του σχήματος -μη γελιέται κανένας- θα δώσουν μια τελευταία μάχη για να παγιδευτεί η ηγεσία Γεννηματά στη μετεκλογική συνεργασία με τον νεο-μητσοτακισμό. Αν δεν το πετύχουν, θα αναχωρήσουν πλησίστιοι προς τη δεξιά-ακροδεξιά.

Δυστυχώς η προεδρία Γεννηματά, αντί για τη λύτρωση μιας παράταξης που βίωσε τη σχιζοφρενή πολιτική πραγματικότητα, αν και με προοδευτική παράδοση και ιστορία, να υπηρετεί τη δεξιά, οδήγησε σε μια διαφαινόμενη ως αναπόφευκτη νέα ήττα. Η έκτασή της είναι το μόνο που απομένει να οριστεί.   

 

 

 

4 Απρ. 2019

Η κατάρρευση της Βρετανίας

Το βρετανικό δράμα με το Brexit, ανεξάρτητα από την τελική έκβασή του στα τεχνικά μέρη του, πολιτικά επικαθορίζεται από την εικόνα κατάληξης μιας μεγάλης και μέχρι πριν λίγα μόλις χρόνια παγκόσμιας δύναμης σε θέση ελάσσονος παράγοντα για τις ευρωπαϊκές εξελίξεις. Πρόκειται για τη θλιβερή καθοδική πορεία της Αλβιώνος, που πλέον «μικρή θέαση» στα μεγάλα ζητήματα της ανθρωπότητας κατά τον 21ο αιώνα μπορεί να έχει, εισπράττοντας τις συνέπειες μιας συγκεκριμένης μακράς διαχείρισης των εσωτερικών της υποθέσεων, με δεξιό πρόσημο πολιτικής και νεοφιλελεύθερα προτάγματα στην οικονομία.

Διηνεκής παρακολούθηση των βρετανικών πραγμάτων, τα τελευταία 40 χρόνια (σ’ ένα μήνα, στις 4 Μαΐου, είναι η τεσσαρακοστή επέτειος από την ορκωμοσία της Μάργκαρετ Θάτσερ ως πρωθυπουργού), πιστοποιεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι στη χώρα κυριαρχεί εδώ και δεκαετίες ο ακραίος θατσερισμός, ο οποίος αποτελεί το αμετάβλητο πλαίσιο εντός του οποίου κινήθηκε πολιτικά η χώρα, ακόμη και στα διαστήματα διακυβέρνησης από τους Εργατικούς. (Ειδικά για τους Εργατικούς έχει μεγάλο ενδιαφέρον ότι ακόμη και σήμερα η «θατσερική φράξια» του κόμματος υπό τους Μίλιμπαντ εξακολουθεί να είναι ισχυρή κομματική τάση, η οποία μάλιστα στις κρίσιμες συνθήκες στις οποίες βρίσκεται η Βρετανία λόγω του Brexit, ασκεί πιέσεις στον Τζέρεμι Κόρμπιν να μην μετακινηθεί από την επί 25ετία νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική του κόμματος, παρ’ ό,τι ο ίδια εξελέγη στην ηγεσία με σύνθημα ακριβώς την ανατροπή της).

Τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών, η Βρετανία ενώπιον του Brexit, με σχέδια κινητοποίησης δυνάμεων εσωτερικής ασφάλειας για παν ενδεχόμενο και άλλα τοιαύτα αρκούντως ανησυχητικά δεδομένα αλλά και την οικονομία της να ασθμαίνει, θυμίζει πολύ τις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού λίγο πριν την κατάρρευσή τους. Τις θυμίζει, ακόμη και στο επίπεδο άρνησης των πολιτικών συστημάτων, των χωρών της ανατολικής Ευρώπης, τότε, και της Βρετανίας, σήμερα, να αναγνωρίσουν το ταχύτερο δυνατό τα αίτια που οδήγησαν στην καταστροφή, τότε και τώρα. Όπως χωρίς καμιά απολύτως διάθεση αυτοκριτικής για τα πελώρια σφάλματά τους τα κομμουνιστικά κόμματα στην ανατολική Ευρώπη βάδισαν μέχρι τέλος τον λανθασμένο δρόμο και δεν σταμάτησαν παρά μόνον όταν προσέκρουσαν στον «τοίχο» των δραματικών συνεπειών  της πολιτικής τους, έτσι και σήμερα οι Βρετανοί βαδίζουν σταθερά προς την πρόσκρουση με τον δικό τους ιστορικό «τοίχο».

Κατά μια οπτική πρόσληψης των πραγμάτων, βρισκόμαστε ενδεχομένως μπροστά στο ιστορικό αντίρροπο δρομολόγησης της διεργασίας κατάρρευσης του καπιταλισμού, υπό τη σημερινή παγκοσμιοποιημένη και νεοφιλελεύθερη εκδοχή του, σε μια «νευρικού» τύπου όψιμη ανακλαστική απορριπτική αντίδραση των κοινωνιών, έναντι των συστημάτων που έχουν γεράσει τόσο (εν προκειμένω του καπιταλισμού), ώστε μόνο προβλήματα να παράγουν πλέον, και καμιά λύση! Αν οι αναλογίες που επικαλούμαι έχουν στοιχειώδες έρεισμα  αναλυτικής αληθείας, τότε η απόλυτη ταπείνωση της βρετανικής πάλαι ποτέ υπερδύναμης, δεν θα είναι παρά μόνον το πρώτο επεισόδιο μιας σειράς φαινομένων αποσάθρωσης του δυτικού μοντέλου κρατικής συγκρότησης και οικονομικής οργάνωσης. Και φυσικά έπονται άλλοι!

Ποιός θα ακολουθήσει; Κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει! Δυστυχώς, όμως, οι μνηστήρες είναι πολλοί, μηδέ της ίδιας της Ε.Ε. εξαιρουμένης… Άλλωστε, όλοι υποφέρουν από την ίδια «πολιτική τύφλωση» παρασιώπησης (συνειδητής ή ασυνείδητης, μικρή σημασία έχει) των μάλλον ευκρινών αιτίων της κρίσης που διέρχονται.

Φυσικά, η Βρετανία εισήλθε στο πεδίο του μεταπολεμικού καπιταλισμού έχοντας βαρύτατα πληγεί από το γεγονός ότι κατά βάση μόνη αντιμετώπισε τη ναζιστική λαίλαπα. Δεν συνέβη, όμως, και κάτι πολύ το διαφορετικό και με τη σοβιετική Ένωση…

Όπως και να ‘ναι, οι εξελίξεις με το Brexit «μυρίζουν Ιστορία». Οι Βρετανοί και οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι, ανάμεσα τους κι εμείς, δείχνουν να μη διαθέτουν άλλον τρόπο να διαχειριστούν τις εξελίξεις, ει μη μόνο ένα παρακολουθηματικό παραλήρημα αναπόφευκτης καταστροφής. Οι Τόρις συνωμοτούν  ακατάσχετα επί της διαδικασίας. Οι Εργατικοί πελαγοδρομούν ανάμεσα στην εξ ορισμού αντιδημοκρατική μεθόδευση ενός δεύτερου δημοψηφίσματος (που για την ιδρυτική χώρα του δυτικού κοινοβουλευτικού μοντέλου εκπροσώπησης, θα ήταν εξευτελισμός εάν τυχόν υιοθετηθεί ως δήθεν «λύση» στα αδιέξοδα του Brexit) και ένα ιδιότυπο σύστημα μιας «ευρωπαϊκής Βρετανίας», κάτι σαν αποπαίδι των Βρυξελλών.

Οι Βρυξέλλες, από μεριάς τους, περισσότερο δείχνουν να ενδιαφέρονται με τη διαχείριση του αδιεξόδου των ευρωεκλογών  στις οποίες υποχρεωτικά (κατά μια απολύτως ακραία γραφειοκρατική θεώρηση του προβλήματος) θα πρέπει να συμμετέχουν και οι Βρετανοί πολίτες, ακόμη κι αν θα είχαν λίγες μέρες ακόμη να ζήσουν ως πολίτες χώρας-μέλους της Ε.Ε..

Τί απομένει απ’ όλ’ αυτά, αν όχι η πικρή γεύση μιας παταγώδους πολιτικής αποτυχίας;         

 

 

 

28 Μαρ. 2019

Ο καίριος ρόλος της σημερινής αριστεράς

Φορέας ονείρου ή μικρόβιο ψευδαισθήσεων; Όργανο προαγωγής σχεδίων ολοκληρωτισμού ή μαχητής για τη δημοκρατία; Πολιτική ιδεολογία ή στυγνός μηχανισμός της επιδίωξης για νομή εξουσίας;

Κάπως έτσι και σε τέτοια πλαίσια διεξάγεται σήμερα στην Ελλάδα ο δημόσιος διάλογος σχετικά με την αριστερά. Κι όσο κι αν φαίνεται ακραίο σε μια πλήρη δημοκρατία (όπως είναι η ελληνική, ό,τι και λέγεται και να γράφεται γι’ αυτήν) να εκφέρεται τόσο διχαστικός λόγος για μια πολιτική παράταξη, αυτό είναι το σκηνικό της εδώ πολιτικής συζήτησης που αφορά στην αριστερά, με επίκεντρο φυσικά τον βασικό εκπρόσωπό της, τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

Γιατί τόσο ακραίος δημόσιος λόγος στην Ελλάδα για την αριστερά; Νομίζω πως υπάρχουν τρεις βασικοί λόγοι γι’ αυτό:

α. Διότι η μακρά περίοδος ιδεολογικής ηγεμονίας παρατάξεων δεξιού πολιτικού προσήμου, από την εποχή Σημίτη και εντεύθεν, ασφαλώς έχει καταστήσει ισχυρή μια αφήγηση περί της αριστεράς, ως παράταξης -φύσει των στελεχών της και ιδεολογική θέσει της- «άρπαγα» της εξουσίας. Εξουσίας, που -κατά την αντίληψη αυτής της αφήγησης- περίπου δικαιωματικά ανήκει στην συντηρητική παράταξη, κι όταν εκείνη δεν την κατέχει πλανάται κάποια απροσδιόριστη απειλή για το πολίτευμα.

β. Διότι η προαναφερθείσα μακρά περίοδος ιδεολογικής ηγεμονίας παρατάξεων δεξιού πολιτικού προσήμου, πρακτικά ως διακυβέρνηση, συγκρότησε ως εκφραστή της έναν σκληρό πυρήνα νομέων της εξουσίας, με ευκρινή για κάθε νοήμονα πολίτη πλοκάμια στην πολιτική, την οικονομία, τις επιχειρήσεις, τα μίντια, τον αθλητισμό και αλλού, παντού! Μηχανισμό, ο οποίος εκ της αθροισμένης μακροχρόνιας ισχύος του δεν αντιλαμβάνεται τη δομική για τη δημοκρατία σημασία της πολιτικής «ροτασιόν» στην εξουσία, αλλά ο,τιδήποτε αντιστρατεύεται τα συμφέροντά του το πλήττει με σκοπό την εξόντωσή του.

γ. Διότι η παρουσία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως εκπροσώπου της πολιτικής αριστεράς στην κυβέρνηση, ιδίως σε μια κρίσιμη στιγμή για την Ελλάδα, σε συνδυασμό με προφανείς αστοχίες της διακυβέρνησης 2015-2018, προσφέρει εύφορο έδαφος για απολύτως αβάσιμες αναφορές περί κάποιας δήθεν «πολιτειακής περιπέτειας». (Αν και στο βάθος των κινήτρων αυτής της προσέγγισης είναι εν τοις πράγμασι αδύνατο να αποσιωπηθεί ο σκοπός παλινόρθωσης του «σκληρού πυρήνα νομέων της εξουσίας», που περιέγραψα πιο πάνω και τον οποίο ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. νίκησε με όρους δημοκρατικού «παιγνίου» και ανέτρεψε το 2015).

Ωστόσο, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι η αντι-αριστερή υστερία (αντι-συριζισμός παρ’ ημίν) δεν είναι μόνον ελληνικό φαινόμενο, παρά τις ισχυρές τεκμηριώσεις των εδώ αιτίων του.

Ακροδεξιοί πολιτικοί, ανοιχτά λάτρεις δικτατοριών με βαρύ ιστορικό σε εκτελέσεις πολιτών, βασανισμούς, φυλακίσεις και άλλα τινά τέτοια «δημοκρατικά», ενισχύονται στην αμερικανική ήπειρο. Ακραία περίπτωση ο νεοεκλεγείς Βραζιλιάνος πρόεδρος Ζαΐχ Μπολσονάρου, ο οποίος έπλεξε το εγκώμιο του στρατιωτικού αξιωματούχου που επί της 20ετους δικτατορίας στη χώρα από το 1964 και μετά, ήταν ο βασανιστής της προκατόχου του Μπλοσονάρου, πρώην προέδρου της Βραζιλίας, Ντίλμα Ρούσεφ. Στην Ευρώπη, νεο-φασιστικά και νεο-ναζιστικά μορφώματα και ακραίων δεξιών απόψεων πολιτικοί σχηματισμοί ενδυναμώνονται. Ήδη, στις επικείμενες ευρωεκλογές εκτιμάται ότι η επιρροή των ακροδεξιών στο ευρωκοινοβούλιο θα είναι της τάξης του 20%.  Πιθανώς θα είναι η τρίτη σε ισχύ πολιτική δύναμη στο ευρωκοινοβούλιο.

Όλ’ αυτά, δεν μπορεί να είναι μια διεθνής σύμπτωση! Υπάρχουν καίριες  ταυτοσημίες σε διεθνή κλίμακα, σ’ όλο το φάσμα του λεγόμενου «δυτικού δημοκρατικού κόσμου», που δεν μπορούν  να αγνοηθούν! Και, ασφαλώς, ερμηνεύοντας με προσπάθεια εμβάθυνσης τα συνεκτικά στοιχεία αυτών των «συμπτώσεων», δεν μπορεί κανένας να καταλήξει αλλού, παρά στο συμπέρασμα ότι παρόμοιος «σκληρός πυρήνας κινήτρων νομής εξουσίας» απαντάται και αλλαχού και ενδεχομένως συνιστά ταυτοτικό πλέον χαρακτηριστικό της παγκοσμιοποίησης, νοουμένης όχι μόνον ως οικονομικής διαδικασίας, αλλά και ως της πολιτικής εκπροσώπησής της ανά χώρα.

Θαρρώ πως αυτό είναι το ζητούμενο για τη σημερινή διεθνή αριστερά! Και δεν είναι -πλέον και επί του παρόντος- δουλειά της αριστεράς «να ανοίγει τη συζήτηση» για δικαιότερες πολιτικές, κοινωνικές και εισοδηματικές συγκροτήσεις του δυτικού μοντέλου κρατικής οργάνωσης, όπως γνωρίζαμε ως σήμερα. Υπάρχει ο ιστορικός χρόνος (δεν θα εκλείψει άλλωστε ποτέ) να τα (ξανα)συζητήσουμε αυτά σε επόμενη φάση. Τώρα, προέχει ο μείζων σκοπός της σύγχρονης πολιτικής αριστεράς: Να ανακοπεί η τάση ακροδεξιάς «επιστροφής» και να ηττηθούν πολιτικά όλες εκείνες οι δυνάμεις, οι οποίες έμμεσα ή και ευθέως συμβάλλουν στην ενδυνάμωση  των νεο-ολοκληρωτικών αντιλήψεων για τη συγκρότηση του δυτικού δημοκρατικού μοντέλου!

Έχω την εντύπωση πως με την προσέγγιση αυτή αποκαλύπτεται διά γυμνού οφθαλμού ποιές πολιτικές παρατάξεις αθροίζονται από την από ‘δω πλευρά της δημοκρατικής όχθης, και ποιές διατάσσονται απέναντι στο αντι-δημοκρατικό στρατόπεδο. Ίσως ένεκα τούτου και μόνον, αποδομούνται τόσο εύκολα, ως προδήλως ενοχικές, προσπάθειες να παρουσιαστεί ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (δηλαδή ο εκ των πραγμάτων κεντρικός παράγων της προσπάθειας ανάσχεσης της ακροδεξιάς ενδυνάμωσης στην Ελλάδα και την Ευρώπη), ως δήθεν δεξιά.

Οι αστειότητες αυτές, εκθέτουν ανεπανόρθωτα όσους τις εκστομίζουν. Και ως εδώ, ως το δικαίωμα δηλαδή στον πολιτικό λόγο όσων για μικροπολιτικούς και μόνο λόγους μιλούν περί του «δεξιού ΣΥ.ΡΙΖ.Α.», ουδέν πρόβλημα.  Το δικαίωμα στον αυτο-εξευτελισμό αναφαίρετο!

Όμως, από κάποιο σημείο και μετά, πλήττεται με τέτοια καμώματα και ο κεντρικός σκοπός ανάσχεσης της ακροδεξιάς ενδυνάμωσης. Κι όσοι συμβάλλουν σ’ αυτήν την ενδυνάμωση, εκόντες-άκοντες (δηλαδή είτε ως συντεταγμένο όπλο της δεξιάς, είτε εκ πολιτικής αφελείας, είναι υπό κρίση τί από τα δύο ισχύει), τοποθετούνται στην αντι-δημοκρατική στρατιά. Ας μην εθελοτυφλούμε άλλο!  

(Σημ.: Το έναυσμα για να γραφτεί το παρόν δόθηκε από μια ανάρτηση της φίλης από καρδιάς Λασκαρίνας, η οποία διαπίστωνε ότι την "αριστερά την έχουμε ανάγκη". Της αφιερώνω αυτήν την ανάλυση με το πρόσθετο σχόλιο ότι την έχουμε ανάγκη περισσότερο παρά ποτέ)