Μολυβάκι

16 Φεβ. 2019

Τι σημαίνει πολυσυλλεκτικότητα σ’ ένα κόμμα

(και γιατί δεν υπάρχει στη Ν.Δ.)

Τις τελευταίες μέρες έχει λάβει εκτεταμένη δημοσιότητα η διαφορά απόψεων στο εσωτερικό της Ν.Δ. μεταξύ της ακροδεξιάς πτέρυγας και της παραδοσιακής δεξιάς πτέρυγας, εκπροσωπούμενων από τον Μάκη Βορίδη και τον Νίκο Δένδια, αντίστοιχα.

Σύμφωνα με μία κρατούσα εκτίμηση, που γίνεται ασμένως δεκτή και από μεριάς κυβερνητικών στελεχών, η πολιτική διαπάλη μεταξύ των δύο πτερύγων γίνεται με επίδικο αντικείμενο τον έλεγχο του κόμματος, μέσω της εκατέρωθεν προσπάθειας επιβολής της επιθυμητής γραμμής για την παράταξη στον αποδεικνυόμενο ως «αδύναμο» πρόεδρο του κόμματος, Κυριάκο Μητσοτάκη, η κάθε μία πτέρυγα για λογαριασμό της.

Από την άλλη μεριά, η ίδια η ηγεσία Μητσοτάκη ερμηνεύει το πρόβλημα των υπαρκτών διαφορών πολιτικής μεταξύ των δύο πτερύγων, αποδίδοντάς το στο παλιότερο αφήγημα περί  “πολυσυλλεκτικότητας” της Ν.Δ. ως μεγάλου κόμματος.

Σε αντίθεση και με τις δύο αυτές απόψεις, έχω την άποψη ότι υπάρχει άλλη εξήγηση για την εμφανιζόμενη εσωκομματική αυτή διαμάχη, την οποία και θα προσπαθήσω να εκθέσω στη συνέχεια.

Φρονώ ότι η ένταση του φαινομένου διαφοροποιήσεων πολιτικής μεταξύ των δύο πτερύγων, ιδιαίτερα αυτήν την περίοδο, δεν αντικατοπτρίζει πραγματικές διαφορές, τουλάχιστον της έντασης και του ιδεολογικοπολιτικού περιεχομένου που προβάλλεται να έχουν. Και οι εξελίξεις στο μακεδονικό, με την συμφωνία των Πρεσπών να έχει κυριαρχήσει στην εσωτερική πολιτική σκηνή, παραμερίζοντας το άλλο μεγάλο θέμα της περιόδου, την έξοδο από τη μνημονιακή επιτήρηση, δεν πιστεύω πως είναι η θρυαλλίδα για την εμφανιζόμενη ως εσωκομματική ανατάραξη στη Ν.Δ..

Αποδίδω την εικονογραφούμενη αναμέτρηση των συγκεκριμένων πτερύγων στο εσωτερικό του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σε προσχεδιασμένη και προσυμφωνημένη κίνηση, με κοινή συγκατάθεση των υπαρκτών κομματικών ομάδων περί τους κ.κ. Βορίδη και Δένδια, με στόχο την προσέγγιση από το κόμμα διαφορετικών μεταξύ τους πολιτικών κοινών, εν όψει ευρωεκλογών και γενικών εκλογών, ώστε να διευρυνθεί η διηνεκώς συρρικνούμενη πολιτική βάση του.

Πολιτικά, αυτή η (ευφυής) κίνηση εκτιμώ πως σχεδιάστηκε από το επιτελείο του κ. Μητσοτάκη και στόχο έχει να υπερκεράσει την επί πολύ καιρό τώρα αδυναμία του σημερινού αρχηγού να διευρύνει τα κομματικά ακροατήρια. Ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης, φέρων εξ αρχής και ένεκα πολιτικής καταγωγής περιορισμένη απήχηση στην παραδοσιακή παραταξιακή βάση του καραμανλισμού και με αποκαλυπτόμενες συν το χρόνω ολοένα και περισσότερο τις «ακαταλληλότητές» του να ηγηθεί της Ν.Δ. (και πολλώ μάλλον της χώρας), αλλά και με ανύπαρκτη απολύτως κάποια αρθρωμένη προσωπική πολιτική ταυτότητα, σε συμφωνία με τις δύο αυτές πτέρυγες, (επιχειρεί να) δομεί ένα modus vivendi ασύμβατων μεταξύ τους πολιτικών χώρων με σκόπευση κάλπης και μόνο!

Η κίνηση αυτή, με καθαρά τυχοδιωκτικό πολιτικό χαρακτήρα (που είναι και το μοναδικό ευκρινές πολιτικό στοιχείο της ηγεσίας Κυριάκου Μητσοτάκη, που εγώ συγκρατώ), προσπαθεί να συγκολλήσει σε μια ιδιότυπη νεο-κομματική τερατογένεση, πολιτικές ιδέες και αρχές, που υπό φυσιολογικές συνθήκες δεν θα ήταν νοητό να συνυπάρξουν. Η αντίστοιχη πολιτική εμπειρία από όλες τις χώρες της Ε.Ε. άγει μετά βεβαιότητας στη διαπίστωση ότι στον σημερινό πολιτικό, κομματικό, κοινωνικό και ιδεολογικό ευρωπαϊκό σχηματισμό (για λόγους που δεν είναι της παρούσης να εκτεθούν και να εξηγηθούν) αποδεικνύει ότι από τις παραδοσιακές δεξιές δυνάμεις σ’ όλες σχεδόν τις χώρες αποχωρίζονται ακροδεξιές πτέρυγες και σχηματίζουν λαϊκίστικα, ακροδεξιά και νεο-φασιστικά σχήματα, με ιδεολογικό κοινό πρόσημο παντού τον (κατά τα άλλα εν πολλοίς ερμηνεύσιμο από την αποτυχία του κλονιζόμενου μοντέλου της σημερινής Ε.Ε.) ευρωσκεπτικισμό.

Στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Γερμανία και σε πολλές άλλες χώρες η ύπαρξη του φαινόμενου είναι αναμφισβήτητη. Την ίδια ώρα στην Ελλάδα, με τη Χρυσή Αυγή (λόγω του ξεκάθαρα παράνομου χαρακτήρα των πολιτικών θέσεων και κυρίως της πρακτικής του νεοναζιστικού μορφώματος) να μη μπορεί να απευθυνθεί σε κοινά που στην Ιταλία κέρδισε ο Σαλβίνι, στη Γαλλία η Λεπέν και στη Γερμανία το AfD, ο κ. Μητσοτάκης διεκδικεί τα κοινά αυτά, που ποτέ δεν θα μπορούσαν εκπροσωπηθούν από ένα θεσμικά δεξιό φιλο-ευρωπαϊκό κόμμα. Μ’ άλλα λόγια, διαγκωνίζεται με τους Βελόπουλους, τους Καρατζαφέρηδες, τους Μπαλτάκους και τ’ άλλα ακροδεξιά παιδιά, που έχουν σπεύσει να καλύψουν το κενό πολιτικής εκπροσώπησης του λαϊκίστικου ευρωσκεπτικισμού! Για να (καταλήξει να) είναι επιτυχής, όμως, αυτή η πολιτικά τυχοδιωκτική μητσοτακική κίνηση, η προσέγγιση των ακροδεξιών πρέπει να γίνει από τη Ν.Δ. υπό τη σημερινή ηγεσία της με τρόπο, ώστε να μη από απομακρύνονται από το κόμμα οι παραδοσιακές συντηρητικές πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις του καραμανλισμού, που είναι η ιδεολογικοπολιτική ψυχή της παράταξης. (Οι εμπειρίες συρρίκνωσης της πολιτικής επιρροής των κομμάτων της παραδοσιακής δεξιάς υπέρ των ακροδεξιών, το γερμανικό SPD, τους Γάλλους γκωλικούς, τη Forza Italia κλπ., ασφαλώς έχουν ανησυχήσει την ελληνική δεξιά).

Σ’ αυτήν την παράλληλη απόπειρα να μην φύγουν από το κόμμα οι παραδοσιακοί συντηρητικοί ψηφοφόροι της Ν.Δ. (που φυσικά δεν μπορούν να συνυπάρξουν με την ακροδεξιά πτέρυγα Σαμαρά-Βορίδη-Γεωργιάδη), προσέρχεται συνεννοημένος αρωγός, όπως ισχυρίζομαι, ο κ. Νίκος Δένδιας.

Ο κ. Μητσοτάκης, εν είδει «τροχονόμου» ασύμβατων μεταξύ τους πολιτικών απόψεων σε συσκευασία ενός κόμματος, κατόπιν συνεννόησης αφήνει το περιθώριο στον κ. Βορίδη να κάνει λόγο στη Βουλή  για «εθνική μειοδοσία» σχετικά με το μακεδονικό (απευθυνόμενος σαφώς στα ακροδεξιά και εθνικιστικά κοινά  που επιζητεί να τον υπερψηφίσουν). Και λίγο αργότερα, πάντα σε συνεννόηση με τον έτερο Καππαδόκη, νεύει στον κ. Δένδια να καθησυχάσει τους έντρομους από την ακροδεξιά κομματική στροφή καραμανλικούς.

Και τον σκύλο χορτάτο και την πίτα αφάγωτη!

Ο λόγος για τον οποίο προσφεύγει ο σημερινός αρχηγός της Ν.Δ. σε τέτοιους πολιτικούς τυχοδιωκτισμούς είναι ένας: Γνωρίζει ο κ. Μητσοτάκης, ότι χωρίς αυτή την ιδιότυπη νεο-κομματική συνυπαρκτική τερατογένεση στο εσωτερικό της Ν.Δ., δεν φτάνουν οι ψήφοι για να γίνει πρωθυπουργός. Ο ίδιος, υποστηρίζεται από δυνάμεις και κύκλους, που το μόνο που διακρίνουν σε αυτόν είναι η ακαταλληλότητά του για τον ρόλο και η αδυναμία του να γίνει ισχυρός πρωθυπουργός, προσδοκώντας ότι -εάν τον επιβάλλουν- θα είναι εύκολο σε εκείνους να τον κατευθύνουν στη συνέχεια προς όφελος των συμφερόντων τους. (Να επαναλάβουν, δηλαδή, το επιτυχημένο για τους ίδιους «κόλπο» της πρωθυπουργίας Σημίτη).     

Όμως ο έκδηλος αυτός πολιτικός τυχοδιωκτισμός του Κυριάκου Μητσοτάκη, που θα μπορούσε κανένας να θεωρήσει ακόμη και ως «επιτυχή» κομματική τακτική, είναι διπλά επικίνδυνος για τη χώρα! (…Και για την παράταξή του είναι, αλλά αυτό ας το κρίνουν και ας αντιδράσουν -αν το κάνουν- οι καραμανλικοί που ανέχονται αυτήν την κατάντια του μεγάλου πολιτικού κόμματος της ελληνικής μεταδικτατορικής δεξιάς…)

Αν αυτή η τακτική επιτύχει, η ακροδεξιά στην Ελλάδα αντικειμενικά θα έχει κερδίσει πολιτικό έδαφος και ανάμεσα στις άλλες θλιβερές συνέπειες του γεγονότος θα διαθέτει πρόσβαση και μέρισμα στην εξουσία.     

Όπως αποδεικνύεται από τις πολιτικές εξελίξεις σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, ενίσχυση της ακροδεξιάς και πολύ περισσότερο ρόλος διακυβέρνησης για εκείνην, παντού μόνο κακές συνέπειες είχε για τις χώρες όπου εκδηλώθηκε η εξέλιξη! Ιδίως στην Ελλάδα, με εξαιρετικά γονιμοποιημένο, δυστυχώς (λόγω και της δεξιάς εκτροπής του ΚΙΝ.ΑΛ. που εδώ θα μπορούσε να έχει κρίσιμο θετικά εξισορροπητικό ρόλο, αλλά δεν το έκανε), το εθνικιστικό θυμικό των Ελλήνων, το μακεδονικό θα μπορούσε να  καταστεί η πολιτική βάση απογείωσης της ακροδεξιάς, με όλες τις συνέπειες να καραδοκούν.  

Παράλληλα, ιστορικά η ακροδεξιά από την πτώση της χούντας και εντεύθεν, είτε εκπροσωπήθηκε πολιτικά ξεχωριστά από τη Ν.Δ. (π.χ. Εθνική Παράταξη στις εκλογές του 1974), είτε -όποτε αναγκάστηκε να ενσωματωθεί στο κόμμα της περιόδους παρακμής της- δεν είχε ποτέ λόγο επηρεασμού της κεντρικής γραμμής του κόμματος, όπως συμβαίνει σήμερα! Η εγκατάλειψη αυτής της θεμελιώδους ιδεολογικοπολιτικής θέσης της Ν.Δ., σήμερα επί Μητσοτάκη, γεννά μια νέα «συνθήκη» για τη Ν.Δ., εκείνην της ακροδεξιάς πτέρυγας ως επιθυμητού συνιδιοκτήτη της παράταξης και όχι ως ασυμπάθηστου πλην αναγκαίου σύνοικου.

Περισσότερο απ’ όλα, όμως, νομίζω πως η κατάσταση αυτή που διαμορφώνει συν τω χρόνω ο νεο-μητσοτακισμός στη Ν.Δ., είναι η μετάστασή της από κόμμα αρχών σε μηχανισμό «αρπαχτής στην εξουσία»! Πρόκειται για αντίτυπο της τραμπικής πολιτικής σχολής, στοιχεία της οποίας εκδηλώνονται ήδη και στην ευρωπαϊκή version τους. Μότο της νεο-πολιτικής αυτής σχολής το αφήγημα «δεν έχει σημασία, πώς και με ποιές απόψεις και αρχές θα κερδίσεις την εξουσία,  αλλά μόνο να την κερδίσεις …και μετά βλέπουμε…». Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτού του εφαρμοσμένου πολιτικού τυχοδιωκτισμού είναι ο άφρων όψιμος αντι-ναοτοϊσμός και αντι-ευρωπαϊσμός της Ν.Δ., την ώρα που για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες άβολης συνύπαρξης τα στρατηγικά συμφέροντα της Ελλάδας συμπίπτουν με τα στρατηγικά συμφέροντα του δυτικού παράγοντα. Η Ν.Δ. δεν θα είναι πλέον ένα κόμμα αρχών, αλλά μια σύμπραξη προσώπων και ομάδων, με μόνη εναπομένουσα αρμοδιότητα του αρχηγού της, Κυριάκου Μητσοτάκη την κατανομή της πίτας, μέσω της παραχώρησης μεριδίων της Ελλάδας στους δικαιούχους. Το κόμμα, δεν θα είναι πια ένα πολιτικό σχήμα συνοίκησης συμφωνούντων υπέρ Ελλάδας, αλλά ένα αδειανό κομματικό πουκάμισο-όχημα διακανονισμών κορυφής, υπέρ άλλων συμφερόντων, πέραν πατρίδας.        

Αναμφίβολα, η μετάσταση, όπως ήδη είπα, από διακυβερνήσεις που υπακούουν σε ιδεολογικοπολιτικές αρχές σε τεχνικές διαχείρισης της εξουσίας (που δεν είναι φαινόμενο που αφορά μόνο στη δεξιά παράταξη), συνιστά καίρια ποιοτική μεταβολή του δημοκρατικού κεκτημένου, που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη.

Η προάσπιση, επομένως, της δημοκρατικής βάσης για τη συνέχεια της Ελλάδας στην πορεία της στο χρόνο, αποκτά μείζονα προτεραιότητα. Και αν υπάρχει κάποια «στρατηγική ήττα» που θα είχε νόημα, κατόπιν αυτών,  αυτή ασφαλώς δεν μπορεί να είναι για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., όπως βλακωδώς και με μικροπολιτικές επιδιώξεις διακηρύσσουν ορισμένοι απελθόντες που απέτυχαν παταγωδώς, αλλά για τον νεο-μητσοτακισμό!  

 

 

 

9 Φεβ. 2019

Η τηλεοπτική άδεια του κ. Μαρινάκη

(…πριν την παραχώρησή της)

H προκήρυξη δύο τηλεοπτικών αδειών πανελλήνιας εμβέλειας από το ΕΣΡ (Ραδιοτηλεοπτικό Συμβούλιο) βρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη και εξ όσων γνωρίζω δεν απομένει παρά η ολοκλήρωση της διαδικασίας αξιολόγησης της (μόνης) αίτησης που έχει υποβληθεί από την εταιρεία Alter Ego συμφερόντων Μαρινάκη, για να κριθεί εάν θα απονεμηθεί και προστεθεί 6η τηλεοπτική άδεια πανελλήνιας εμβέλειας στις 5 ήδη υπάρχουσες. (Τα κανάλια που σήμερα έχουν άδεια και εκπέμπουν πρόγραμμα σ’ όλη την Ελλάδα είναι: ΣΚΑΪ, ALPHA, ANT1, OPEN και STAR).

Το ΕΣΡ εμφανίζεται να έχει εφαρμόσει τον νόμο, σύμφωνα με τον οποίο εάν υποβληθεί αίτηση ενδιαφέροντος για την απόκτηση τηλεοπτικής άδειας, το Συμβούλιο ως διαχειριστής εκπρόσωπος του δημόσιου συμφέροντος, θεματοφύλακας του δημόσιου πλούτου που αποτελούν οι τηλεοπτικές συχνότητες, προκηρύσσει τις τυχόν αδιάθετες από τις 7 συνολικά διαθέσιμες άδειες εκπομπών τηλεοπτικού προγράμματος πανελλήνιας εμβέλειας.

Είναι, όμως, νόμιμη η ενεργοποίηση της διαδικασίας προκήρυξης τηλεοπτικών αδειών πανελλήνιας εμβέλειας από το ΕΣΡ, κατόπιν υποβολής της συγκεκριμένης αίτησης, ή όχι; Μήπως, πριν την προκήρυξη, το ΕΣΡ όφειλε να έχει (προκαταρκτικά) ελέγξει τη νομιμότητα του δικαιώματος της συγκεκριμένης αιτούσας να ενεργοποιεί τη διαδικασία προκήρυξης, της οποίας επιθυμητή τελείωση είναι η αδειοδότηση;

Εδώ και μερικούς μήνες σε σχετικές αναφορές μου στο θέμα αυτό, είχα υποστηρίξει πως το ΕΣΡ έχει την υποχρέωση πριν προχωρήσει στην προκήρυξη να ελέγξει εάν έχει το νόμιμο δικαίωμα κάποιος που υποβάλλει αίτηση να ενεργοποιεί όλη αυτήν τη διαδικασία, ή όχι! Ο προκαταρκτικός αυτός έλεγχος, ισχυρίζομαι και σήμερα που έχει προκηρυχτεί ο διαγωνισμός από το ΕΣΡ για τις δύο διαθέσιμες αλλά αδιάθετες άδειες, ότι είναι αναγκαίος, και στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει γίνει από το ΕΣΡ!

Γιατί είναι αναγκαίος αυτός ο έλεγχος; Και γιατί πρέπει να ασκείται προκαταρκτικά και πριν την προκήρυξη,  αφού -όπως θα μπορούσε να αντιτείνει κανένας- ο έλεγχος για την αιτούσα γίνεται ούτως ή άλλως κατά την καθ’ αυτό διαδικασία κρίσης της υποβληθείσας αίτησης, πριν απονεμηθεί οριστικά η άδεια;

Για 3 λόγους:

α. Διότι η ενεργοποίηση της διαδικασίας αδειοδότησης που δρομολογεί η κατάθεση της αίτησης, πολύ εύκολα (και γενικώς μιλώντας πολύ πιθανόν, κατά την άποψή μου) θα μπορούσε να ήταν κίνηση καταχρηστικού χαρακτήρα, που υποβάλλεται αποκλειστικά και μόνον για να διερευνηθεί από κάποιον ενδιαφερόμενο το επιχειρηματικό περιβάλλον στον συγκεκριμένο κλάδο. (Τυχόν αντίλογος επ’ αυτού, με το επιχείρημα ότι η αιτούσα την ώρα που καταθέτει την αίτηση καταθέτει και εγγυητική επιστολή 3,5 εκατ. ευρώ, και άρα έτσι διασφαλίζεται η γνησιότητα των εταιρικών προθέσεων και η ειλικρίνεια επιχειρηματικών κινήτρων του αιτούντος, νομίζω καταπίπτει, δεδομένης της σχετικώς εύκολης στη συνέχεια τυχόν σκόπιμης υπαναχώρησης για τυπικούς λόγους και απεμπλοκής από τη διαδικασία, με την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής στην εταιρεία που ενεργοποίησε τη διαδικασία της προκήρυξης. Υπάρχει ήδη σχετική εμπειρία, από την περίπτωση εταιρείας που υπέβαλε αίτηση όταν αρχικά προκηρύχτηκαν οι τηλεοπτικές άδειες πανελλήνιας εμβέλειας -διαδικασία, η οποία τελεσφόρησε  με την απονομή των  5 αδειών που προανέφερα- και επειδή κρίθηκε από το ΕΣΡ ότι δεν εκπληρώνει τις προϋποθέσεις του νόμου για να αποκτήσει άδεια, η εταιρεία αυτή αποκλείστηκε από τη συνέχεια της διαδικασίας και της επεστράφη η εγγυητική επιστολή που είχε καταθέσει. Φυσικά, εδώ  δεν επρόκειτο για την περίπτωση καταχρηστικής ανάμιξης της ίδιας εταιρείας στη διαδικασία διεκδίκησης άδειας, αλλά η επιστροφή της εγγυητικής επιστολής στα χέρια της, που συνιστά νομικό προηγούμενο, αποδεικνύει πόσο εύκολα μπορεί αναλόγως να επιστραφούν τα 3,5 εκατ. ευρώ στην Alter Ego του κ. Μαρινάκη, αν υποθέσουμε ότι καταχρηστικά έκανε χρήση του δικαιώματός του να υποβάλλει οποτεδήποτε κρίνει σκόπιμο αίτηση, και το μόνο στο οποίο αποσκοπούσε ήταν να αποκαλυφθεί το επιχειρηματικό περιβάλλον στον κλάδο, και όχι να αποκτήσει άδεια).                

β. Διότι, η ίδια η διαδικασία προκήρυξης των εναπομενουσών αδειών, επηρεάζει συνολικά την συγκεκριμένη αγορά των μέσων ενημέρωσης και ως καθ’ όλα νόμιμη κατά τα άλλα παρέμβαση του δημοσίου στον κλάδο, πριν την ενεργοποίησή της θα ήταν σκόπιμη, κατόπιν υποβολής αιτήματος του ΕΣΡ, προς την Επιτροπή Ανταγωνισμού, η έκδοση σχετικής γνωμοδότησης. Για να γίνει αντιληπτό τι λέγω, υπενθυμίζω ότι η Alter Ego είναι ιδιοκτήτρια εφημερίδων ευρείας επιρροής, καθημερινής και περιοδικής κυκλοφορίας, εφέρετο ως κατέχουσα ραδιοφωνικό σταθμό, και φυσικά δραστηριοποιείται στον χώρο της διαδικτυακής ενημέρωσης. Τούτων δοθέντων, δεν είναι αναγκαίο πριν ενεργοποιηθεί η διαδικασία προκήρυξης των 2 εναπομενουσών τηλεοπτικών αδειών να έχει με σχετική γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού διασαφηνιστεί ότι τυχόν τελική απονομή τηλεοπτικής άδειας πανελλήνιας εμβέλειας  στην Alter Ego, δεν θα παραβίαζε την ελευθερία της εν λόγω αγοράς των μέσων ενημέρωσης, ούτε θα κατέληγε στον σχηματισμό «δεσπόζουσα θέσης» για την ίδια εταιρεία; Κι αν τυχόν η εταιρεία αδειοδοτηθεί άνευ της αναγκαίας φρονώ αυτής γνωμοδότησης, και εκ των υστέρων προκύψει  η διαπίστωση σχηματισμού δεσπόζουσα θέσης της Alter Ego, τι θα πράξει το ΕΣΡ; Δεν θα όφειλε να έχει προκαταβολικά χειριστεί αυτό το λεπτότατο θέμα;   

γ. Διότι η Alter Ego δεν είναι άγνωστη στη ραδιοτηλεοπτική αγορά! Υπενθυμίζεται ότι ο κ. Μαρινάκης διεκδίκησε και κέρδισε ως πλειοδότης διαγωνισμού το 22,11% των μετοχών του MEGA, που «βγήκαν στο σφυρί», και τις οποίες ως τότε κατείχε ο ΔΟΛ. Με τις μετοχές του MEGA ανά χείρας ο κ. Μαρινάκης διά της Alter Ego δεν εκδήλωσε ενδιαφέρον για την απόκτηση άδειας καναλιού πανελλήνιας εμβέλειας. Τώρα, διά της ίδιας εταιρείας διεκδικεί τέτοια άδεια. Διερωτώμαι, αν αυτή η άδεια τελικά παραχωρηθεί στην Alter Ego δεν θα νομιμοποιείται απολύτως η πρακτική να εξαγοράζονται επιχειρήσεις με χρέη, ο αγοραστής να τις αφήνει να κλείσουν αρνούμενος να αναλάβει τα επιχειρηματικά βάρη που φέρουν και στη συνέχεια να ανοίγεται από τον ίδιον επιχειρηματία  καινούρια «μπίζνα» στον ίδιον κλάδο ελεύθερη πλέον βαρών; Δεν αντιλαμβάνεται αυτόν το  κίνδυνο το ΕΣΡ; Ή απλώς τον παραβλέπει; Αυτό το σημείο θα μπορούσε (και θα έπρεπε) να έχει αντιμετωπιστεί προκαταβολικά, πριν το ΕΣΡ προχωρήσει στην προκήρυξη! Και με απόφασή του το ΕΣΡ (συμπεριλαμβανόμενης και μιας άλλης σχετικής γνωμοδότηση της Επιτροπής Ανταγωνισμού σχετικά με τη στάση της Alter Ego στην υπόθεση του MEGA) όφειλε να έχει προδικαστικά αποφανθεί με την αναγκαία τεκμηρίωση δημοσίως ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται.

Σε κάθε περίπτωση, ακόμη κι αν το ΕΣΡ κακώς προχώρησε -όπως ισχυρίζομαι- στην  προκήρυξη πριν εκκαθαριστούν οι ασάφειες που προανέφερα, οφείλει να το κάνει έστω και τώρα. Δεν θα μπορούσα να διανοηθώ ότι υπάρχει ενδεχόμενο η Alter Ego του κ. Μαρινάκη να αδειοδοτηθεί για τηλεοπτικό κανάλι πανελλήνιας εμβέλειας και όλα τα ανωτέρω να παραμένουν αναπάντητα.

 

 

 

8 Φεβ. 2019

Οφειλόμενη απάντηση προς αήθεις

Ο υψηλός πυρετός αυτών των ημερών με βοήθησε να μείνω μακριά από την ανάμιξη στην καταιγίδα αήθειας που έλαβε χώρα τις προηγούμενες μέρες αναφορικά με τη μνήμη του ιδρυτή της παράταξης που επικαθόρισε το πλέγμα πολιτικών αντιλήψεών μου.    

- Μερικοί συριζαίοι θυμήθηκαν  την προσωπικότητα περιφερόμενοι γύρω από μια εκδήλωση για ένα βιβλίο σχετικά με τον ιδρυτή, που συνέγραψε συμπαθές κατά τα άλλα μέλος του υπουργικού συμβουλίου, το οποίο, όμως, σκοπιμότερο θα ήταν να συνέγραφε για τον Κ. Σημίτη (του οποίου υπήρξε θαυμάστρια) και να άφηνε τον Ανδρέα στην ησυχία του, ιδίως συνεκτιμώντας κανένας τη στάση της παραδοσιακής αριστεράς και των σημιτικών την εφιαλτική  εποχή της βρώμικης σκευωρίας του ’89.

- Οι «εκσυγχρονιστές», διακατεχόμενοι από το γνωστό σύμπλεγμα κατωτερότητας έναντι του ιδρυτή (γιατί ενοχές για τις αλλεπάλληλες αήθειες σε βάρος του όταν ζούσε ουδέποτε αισθάνθηκαν) ψέλλισαν κανα-δυο λογάκια για «ξεκάρφωμα», την ώρα που μας έχουνε ζαλίσει σε εκατοντάδες γελοίες αναφορές σχετικά με το πόσο «μεγάλοι» είναι ο Σημίτης και ο Βενιζέλος. Για την αστεία σύγκριση μνήμης σε πολιτικό έργο απελθόντων (γιατί και οι δύο τελευταίοι απελθόντες είναι) με έργο μεγάλου ηγέτη ταιριάζει η αισώπειος ρήση: «Ἀλλ᾿ οὔτε, ὅτε ἦλθες, ἔγνων, οὔτε, ἐὰν ἀπέλθῃς, γνώσομαι»!

- Οι εναπομένοντες στο σχήμα του ΚΙΝΑΛ «παπανδρεϊκοί», ανέχτηκαν τις μνημειώδεις προσβολές σε βάρος του ιδρυτή, με μια ανεξήγητη κατά την κρίση μου ανοχή στις βαρύτατες προσβολές της κυρίας Γεννηματά στο πρόσωπο του Ανδρέα. Οι ίδιοι ας απολογηθούν στον εαυτό τους και στο πολιτικό παρελθόν τους, για την ανεπίτρεπτη αυτή ανοχή, που διερωτάται κανένας σε τι άλλο πολιτικά θα μπορούσε  να θεωρηθεί ότι αντιστοιχεί, αν όχι σε βεβήλωση πολιτικών αρχών και αξιών και σε αντικειμενική προώθηση του νεο-μητσοτακισμού και της δεξιάς, και μάλιστα στην αποκρουστικότερη ίσως εκδοχή της μετα-καραμανλικής περιόδου, που μόνο με τον ακροδεξιό σαμαρισμό μπορεί να παραλληλιστεί. Εσείς, φίλοι μου αυτής της κατηγορίας, γνωρίζετε τί σας κρατάει δέσμιους αυτής της ασύγγνωστης στάσης! Ασφαλώς δεν σας τιμά ως επετειακή πολιτική αναφορά το «ας μην πούμε τίποτα γιατί ο Ανδρέας ανήκει σ’ όλους»! Δεν ξέρω αν εσείς αντιλαμβάνεστε το «ανήκει σ’ όλους» ως προτροπή στην ενοχική στάση «να μην μιλάμε για αυτόν» και να ανεχόμαστε τις προσβολές σε βάρος της μνήμης του, αντί του αρμόζοντος ακόμη και ο τελευταίος συνταξιδιώτης στο μεγάλο προοδευτικό και δημοκρατικό πολιτικό ταξίδι της περιόδου 1981-1996 να διατηρεί μνήμη, θαυμασμό και να αποδίδει τιμή στον ηγέτη.              

- Μακράν θλιβερότερη όλων, καθ’ ό,τι τύποις εξ οικείων, η ειδεχθούς αηθείας αναφορά της προέδρου του ΚΙΝΑΛ.

Για δύο λόγους:

1. Διότι επανέλαβε την αηθέστατη σύγκριση της σκευωρίας του βρώμικου ’89 με την υπόθεση Novartis! Την έκανε, έτσι, επίσημη και συντεταγμένη κομματική γραμμή των υπολειμμάτων του ΠΑ.ΣΟ.Κ! Ναι! Το απετόλμησε, με την επικοινωνιακή «εξυπναδούλα» σύγκρισης του βρώμικου ’89 και το βρώμικο 2019! Ο Ανδρέας σε εκδήλωση μνήμης για εκείνον, προσβάλλεται όσο ποτέ άλλοτε περισσότερο, από την θεματοφύλακα -υποτίθεται- των αξιών που συνέθεσαν την προσωπικότητα και το έργο του. Αίσχος! Αποδεικνύεται, δηλαδή, ότι παλιότερη παρόμοια αήθεια των πολιτικών μειρακίων που την απετόλμησαν, χωρίς ίχνος αίσθησης αναλογιών, ιστορικών και πολιτικών, δεν ήταν μια αστοχία, αλλά ήταν συνειδητή επιλογή της κυρίας Γεννηματά.

2. Διότι χωρίς καμιά αιδώ επιχείρησε να αντλήσει πολιτική νομιμοποίηση από τον ιδρυτή, για τη σημερινή ξεκάθαρα δεξιά δική της παραταξιακή πολιτική, που αντικειμενικά ευνοεί τον νεο-μητσοτακισμό! Χρειάζεται κάτι άλλο για να τεκμηριωθεί η αήθεια σε βάρος του ιδρυτή;

Επιβεβαιώνεται έτσι ότι η ιστορικά διακριβωμένη συμβολή των «μικρών αρχηγών», όποτε θρασύνονται να ομιλούν επετειακώς για μεγάλους πολιτικούς ηγέτες, είναι να συμπιέζουν τις πολιτικές μνήμες και παραδόσεις των δεύτερων στα ελάχιστα μέτρα τους.

Ο Ανδρέας δεν μειώνεται από τέτοιες αήθειες! Ευτυχώς! Κι επειδή πολλοί σήμερα χύνουν κροκοδείλια δάκρυα, εκ δεξιών (ΝΔ και ΚΙΝΑΛ) αλλά και από μεριάς της παραδοσιακής αριστεράς περί σημερινών νατοϊκών δεσμεύσεων της Ελλάδας, διαβάστε στη φωτογραφία που αναρτώ πόσο ξεκάθαρος ήταν όταν έλεγε ότι το εθνικό συμφέρον της Ελλάδας δεν ετεροπροσδιορίζεται, ούτε χαμηλώνει για τις τρέχουσες μικροπολιτικές ανάγκες ανάξιων ηγεσιών.

(Φράση από ομιλία του στη Βουλή για την ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική και τα εθνικά θέματα, στις 12 Ιουνίου 1976)      

 

 

 

      

 

 

   

3 Φεβ. 2019

Ώρα να κουβεντιάσουμε πολιτικά

για το Brexit

Το Brexit, που εδώ και καιρό έχει μπει στη ζωή μας ως προσδιοριστικό στοιχείο εξελίξεων που αποδεικνύεται ότι τελικά αφορούν πολύ περισσότερους από τους Βρετανούς και μόνο, βρίσκεται στην κρισιμότερη φάση του! Κρισιμότητα, όμως, που σε καμιά περίπτωση δεν εξαντλείται στην επικρατούσα σήμερα συζήτηση  σχετικά με το εάν το «διαζύγιο» θα είναι συναινετικό ή «σκληρό».

Από την έκβαση του τυχοδιωκτικού δημοψηφίσματος που προκήρυξε η βρετανική δεξιά των Τόρις, ως σήμερα, και με δεδομένες πια ως παγιωμένης αντίληψης και ενδεικτικές ως προς την αποτελεσματικότητα τους στον χειρισμό της εν λόγω  κρίσης τις αντιδράσεις των Βρυξελλών, αναδύεται μια ανεπάρκεια, απαράδεκτη για θεσμό του βάρους και των φιλοδοξιών της Ε.Ε.. Ενδεχομένως, μάλιστα, παρά την κρατούσα άποψη ότι συμφωνημένο Brexit Βρυξελλών-Λονδίνου είναι προτιμητέο, η έκδηλη αδυναμία σοβαρής αντιμετώπισης ενός τόσο καίριου ζητήματος για την ευρωπαϊκή συνοχή στον 21ο αιώνα, να υποδεικνύει με τον τρόπο της ότι μόνο με σκληρό Brexit και τις με αυτοματισμό ενεργοποιούμενες επιβιωτικές δυνάμεις αυτορρύθμισης  εκατέρωθεν προς εξισορρόπηση των διαφορών, να διαφαίνονται καλύτερα αποτελέσματα στη διαχείριση αυτής της περιπέτειας.

Το σημερινό αδιέξοδο σχετικά με το Brexit είναι ώρα να εξεταστεί και  να προσεγγιστεί ως αμιγώς πολιτικό ζήτημα, πέραν του πρακτικού αντικειμένου του κόστους του διαζυγίου και ποιος θα καταβάλλει και πόσο απ’ αυτό! Ζήτημα, που αφορά άμεσα στην πρόδηλη ανάγκη (ανα)συγκρότησης της οπτικής των ίδιων των ευρωπαίων για την Ευρώπη του 21ου αιώνα και πάνω και από την ενοποιητική μονομέρεια της θέασης των εξελίξεων στην ήπειρό μας με πολιτικά μέσα που εξαντλούνται στο πολιτικό και θεσμικό δεδομένο «Ευρωπαϊκή Ένωση».

Ενδεχομένως, μάλιστα, αυτή ακριβώς η μονομέρεια να συνιστά πρόσθετο αίτιο της αποτυχίας ακριβώς να συνυπάρξουν σε μια ενωμένη Ευρώπη διαφορετικότητες όπως η βρετανική και γαλλο-γερμανική, με τη δεύτερη να επικυριαρχεί με μάλλον άγονο εξελικτικά τρόπο στη Γηραιά ήπειρο. Το σημείο αυτό, μαζί με την πολιτική ενδυνάμωση της πολιτικής ακροδεξιάς, την αμηχανία υποκατάστασης της πολιτικής των διευρύνσεων από βιώσιμη εναλλακτική πολιτική διεθνούς αναφοράς και το προσφυγικό, είναι άλλωστε τα μεγάλα ζητήματα τα οποία καλείται να χειριστεί η Ε.Ε. την προσεχή περίοδο, από την έκβαση των οποίων μάλιστα πιθανώς να κριθεί η συνοχή της.          

Από την οπτική αυτή το Brexit θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως «ευκαιρία» ανατοποθέτησης των ευρωπαϊκών πραγμάτων που το προκάλεσαν (ανεξαρτήτως των πολιτικών ευθυνών της τυχοδιωκτικής βρετανικής δεξιάς, στην οποία ήδη αναφέρθηκα). Η οπτική αυτή είναι αναγκαίο να ενεργοποιηθεί, για να περισταλεί η αποκλειστική ματιά μόνο μέσα από όρους «κόστους της εξέλιξης», που έχουν επιβάλλει οι Βρυξέλλες.           

Σε  μια πολύ γενική και αρχική αναφορά του ζητήματος θα ήταν ίσως χρήσιμο να επανελεγχθεί  εάν και κατά πόσον η πολιτική και οικονομική επικυριαρχία του γαλλο-γερμανικού άξονα στην Ε.Ε., νομιμοποιούμενη μέχρι σήμερα ως αποτρεπτικός παράγων εμπόλεμων εκτροπών ανάλογων με εκείνες του περασμένου αιώνα, μπορεί να (συνεχίζει να) επιστρατεύεται στις μέρες μας ως επαρκές στοιχείο αιτιολόγησης της ίδιας της επιλογής για ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Σπεύδω να υπογραμμίσω την προσωπική γνώμη μου ότι δεν αρκεί! Και, επίσης, να αναφερθώ στη διάχυτη εντύπωση ξεπερασμένων αντιλαμβανόμενων κινήτρων από μεριάς μεγάλου μέρους των ευρωπαίων πολιτών, σε ό,τι αφορά τη σκοπιμότητα και τη χρησιμότητα συμμετοχής της χώρας τους στην Ε.Ε.. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η Ε.Ε., από πολιτικός σκοπός υψηλού περιεχομένου, ως φιλειρηνικό και συνυπαρκτικό υπερεθνικό πρόταγμα, έχει μεταπέσει σε προσδοκία πρόσβασης σε περισσότερο πλούτο και σε μέσο εξυπηρέτησης άλλων προτεραιοτήτων χωρών-μελών ή υποψήφιων προς ένταξη.

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα των χωρών του Βίζεγκραντ, οι οποίες απροσχημάτιστα χρησιμοποίησαν την Ε.Ε. (εκμεταλλευόμενες φυσικά αντιδράσεις στο εσωτερικό άλλων χωρών-μελών), για να «περάσουν» (ή για να γίνει ανεκτή) η απόκλισή τους από τις συλλογικές αποφάσεις της Ε.Ε. για το προσφυγικό. Εξ ίσου ενδεικτική της γκάμας κινήτρων που σήμερα ωθούν χώρες στην ένταξη, η περίπτωση του κρατικού σχήματος του νεο-μακεδονισμού στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας, όπου δεν φαίνεται να ανιχνεύονται εκεί άλλα κίνητρα, πέραν του ζητήματος οριστικής συμπερίληψης της μέχρι πρότινος πΓΔΜ και ήδη Βόρειας Μακεδονίας στη σφαίρα επιρροής της Δύσης. Εξ αντιθέτου, αν αποτιμήσει κανένας τη στάση της Αθήνας  έναντι των Σκοπίων σε συνάρτηση με την Ε.Ε. θα διαπιστώσει ότι η ελληνική αρνησικυρία για την ένταξη των γειτόνων μας, απλά χρησιμοποίησε την Ένωση ως εργαλείο προαγωγής άλλων σκοπών της, προφανώς αντίθετων με τη συνυπαρκτική ενοποιητική πρόθεση των ιδρυτικών σκοπών της Ε.Ε.. Και τούτο ισχύει ανεξάρτητα από το εάν η Ελλάδα δικαίως ή αδίκως απέτρεψε την αναγνώριση της γειτονικής χώρας υπό την αλυτρωτική μετα-τιτοϊκή ατζέντα.

Εμμένοντας στην αντιμετώπιση τoυ Brexit υπό την αποκλειστική οπτική του «κόστους της εξέλιξης», που κυρίως έχει θέσει ως πλαίσιο η νομενκλατούρα των Βρυξελλών, υποτιμώνται ζητήματα πρώτης και μεγάλης αξιακής προτεραιότητας για πολλές άλλες χώρες-μέλη, όπως η Ισπανία και το καθεστώς του Γιβραλτάρ (θέμα, για το οποίο η λύση βρέθηκε επειδή ακριβώς η διευθέτησή του αφαιρέθηκε από τη διαπραγματευτική αρμοδιότητα της Ε.Ε.) ή η Κύπρος (που δεν αντιμετωπίζει αναταράξεις, επειδή η συμβατικά ρυθμισμένη παρουσία των βρετανικών βάσεων στο νησί εξαρτάται από συμβάσεις στο πλαίσιο της βρετανικής κοινοπολιτείας και των συνθηκών Λονδίνου και Ζυρίχης για το Κυπριακό και εκτός ρυθμιστικής αρμοδιότητας της Ε.Ε.)

Ασφαλώς, η ανωτέρω διαπίστωση ισχύει για θεματικά αντικείμενα σχετιζόμενα με το Brexit, όπως η Σκωτία και η Βόρεια Ιρλανδία, και φυσικά το πλαίσιο σχέσεων της Βρετανίας με την Ιρλανδία, που είναι προφανές ότι δεν μπορούν να υπόκεινται στην οικονομίστικη διαχείριση που προκρίνουν οι Βρυξέλλες, ενώ την ουσία του περιεχομένου αυτών των αντιφάσεων είναι σαφές ότι επικαθορίζουν πολύ περισσότερο πολιτισμικά και ιστορικά δεδομένα.

Για να γίνει απολύτως κατανοητό τί λέγω, επιτρέψτε μου έναν παραλληλισμό: Αν υποθέσουμε -τηρουμένων φυσικά των αναλογιών- ότι κάποια στιγμή η Γερμανία αποφάσιζε να αποχωρήσει από την Ε.Ε. αλλά οι ομόσπονδες δημοκρατίες της πρώην ανατολικής Γερμανίας προτιμούσαν  να μείνουν ως μέλη, θα έδειχναν οι Βρυξέλλες την ίδια αδιαλλαξία με εκείνη που δείχνουν σήμερα απέναντι σε διεκδικήσεις των Βρετανών;  

 

 

 

27 Ιαν. 2019

Η εκλογική αμφιθυμία

απέναντι στο μεγάλο βήμα

Οι τίτλοι των εφημερίδων, τα αποφθέγματα των αναλυτών, οι αναρτήσεις στα κοινωνικά δίκτυα, οι διάλογοι μεταξύ μας, όλα κατατείνουν στην παγίωση της εκτίμησης ότι η επώδυνη πολιτική διεργασία που προηγήθηκε αυτές τις εβδομάδες με κατάληξη την κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών από την ελληνική Βουλή, έχει  οδηγήσει σε αλλαγή των συσχετισμών δυνάμεων μεταξύ των κομμάτων.

Η αλήθεια, όμως, είναι ότι οι ακραίοι τόνοι που χρησιμοποιήθηκαν και η συγκρουσιακή και διχαστική λεκτική της πολιτικής αντιπαράθεσης με την επίκληση όρων περί εθνικής μειοδοσίας και τα τοιαύτα, έστρεψε τις αέναες πολιτικές κινήσεις στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας περισσότερο στα επιφαινόμενα, παρά σε ουσιαστικές αποτιμήσεις των εξελίξεων εν όψει των επερχόμενων πολλαπλών εκλογών.

Δεν μπορώ, δηλαδή, τόσο πρωτογενώς και άνευ αναγκαίων εμβαθύνσεων να συναινέσω σε εκτιμήσεις περί «ρεύματος απωλειών» για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αλλ’ ούτε και να ενστερνιστώ με ευκολία τον κατά τη γνώμη μου πολιτικώς «αφελή» λόγο του κυβερνώντος κόμματος περί αναδιάταξης του πολιτικού σκηνικού προς ενίσχυση του πολιτικού χώρου που ό ίδιος προνομιακά εκπροσωπεί.

Αντί, λοιπόν, να προσφύγουμε στην παραδοσιακή μέθοδο αναλυτικής προσέγγισης του τι κέρδισε η κάθε πλευρά, που κατά κόρον έχει εκτεθεί με τον άγονο τρόπο που το αποπειρώνται οι επίσημες πρακτικές των κομμάτων, θα προσπαθήσω να το δω από μια άλλη πλευρά: Ποιές έχασε τις «ευκαιρίες» να ωφεληθεί ως κόμμα απ’ αυτήν την εξ ορισμού πολιτικά κρίσιμη υπόθεση, και ποιές ήταν αυτές οι «ευκαιρίες»; 

Έχω την εντύπωση ότι τέτοια προσέγγιση οδηγεί στην ανάγκη να προσδιοριστούν και οι χώροι δυνητικών αμφιταλαντεύσεων των ψηφοφόρων. Διακρίνω 4 απ’ αυτούς:

- Την πολιτική περιοχή μεταξύ της σημερινής Νέας Δημοκρατίας και της ακροδεξιάς, συμπεριλαμβανομένων και τυχόν νέων σχημάτων αλλά και του χρυσαυγητισμού,

- Τον χώρο ανάμεσα στο πολιτικό κέντρο και τη δεξιά,

- Την διεκδίκηση από τα κόμματα δυνάμεων στην κεντρο-αριστερά, και

- Την αναβίωση της διένεξης μεταξύ Κ.Κ.Ε. και της λεγόμενης «ανανεωτικής αριστεράς».

Σε κάθε μία απ’ αυτές τις περιοχές, από τον συντεταγμένο εντοπισμό τους και μόνον αναδύονται οι ευκαιρίες που χάθηκαν και όσες αξιοποιήθηκαν.

Ας τις δούμε με τη σειρά!

1. Η υπαρκτή και ολοένα και πιο εμφανής εσωτερική διένεξη στη Ν.Δ. για τον έλεγχο του κόμματος (ή εν πάση περιπτώσει, δεδομένης και της αδύναμης ηγεσίας Μητσοτάκη, η προσπάθεια να επικαθοριστεί η κεντρική κομματική γραμμή από ακροδεξιές αναφορές και προτάγματα), εντάθηκε αυτές τις μέρες, όπως ήταν αναμενόμενο! Βορίδης και Σαμαράς (από διαφορετικές αφετηρίες ο καθένας) εκπροσώπησαν  κυρίως αυτή τη νεοδημοκρατική ομάδα, που απέδειξε ότι παραμένει ισχυρή, αλλά φυσικά ανήμπορη να επικρατήσει των άλλων, λόγω του δεδομένου δημοκρατικού χαρακτήρα του μεταδικτατορικού καραμανλισμού (που υπερασπίστηκε με επιτυχία ο Δένδιας). Παρά ταύτα, δεν βλέπω σοβαρές αλλαγές στην έως τώρα διάταξη δυνάμεων μεταξύ Ν.Δ.-ακροδεξιάς λόγω των εξελίξεων στο μακεδονικό. Η προσπάθεια Μητσοτάκη να ισορροπήσει σε θέση που δεν θα τον απομάκρυνε από τους ακροδεξιούς, ει δυνατόν και να τους προσείλκυε, έχω την αίσθηση ότι αυτό που πέτυχε περισσότερο ήταν να νομιμοποιήσει αντιδημοκρατικές πρακτικές, που μάλλον ενόχλησαν πολιτικά κοινά. Δεν βλέπω, δηλαδή, ότι ο Μητσοτάκης απέτυχε από τη μία στην προσπάθειά του να διατηρήσει την επαφή της Ν.Δ. με την ακροδεξιά, αλλά, από την άλλη, αναμφίβολα ρεύμα εισροών από ακροδεξιούς προς το κόμμα του επίσης δεν ανιχνεύεται, ενώ, πιθανώς, απώλειες προς κεντρώους είναι υπαρκτές. Κρατείται εδώ η «χαμένη ευκαιρία» (που, ενώ την δρομολόγησε ο Δένδιας και δευτερευόντως ο έμπειρος Νικήτας Κακλαμάνης δεν αξιοποιήθηκε, αν δεν «ενόχλησε» κιόλας…) πειστικότερης απεύθυνσης σε κεντρώους. Θεωρώ ένδειξη της αποτυχίας του κ. Μητσοτάκη να καταστήσει διά του μακεδονικού τη Ν.Δ. βασικό εκφραστή της εγχώριας ακροδεξιάς, το γεγονός ότι μετά την κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών, επιχειρεί τώρα να κάνει κεντρικό θέμα της πολιτικής της το βέτο για την ένταξη της γειτονικής χώρας στην Ε.Ε.. Η στάση αυτή απευθύνεται ταυτόχρονα και στα αντι-ευρωπαϊκά ανακλαστικά μερίδας των συντηρητικών ψηφοφόρων, με τα οποία ολοένα και περισσότερο φλερτάρει ο κ. Μητσοτάκης μετά την έξοδο από το μνημόνιο και την κατάρρευση της αντιπολιτευτικής γραμμής περί «4ου μνημονίου». Ωστόσο, δεν διαβλέπω ότι αυτό θα ωφελήσει πολύ τη Ν.Δ., διότι η εμπειρία στην Ε.Ε. από τις ανάλογες ανοχές δεξιών κομμάτων στις αντι-ευρωπαϊκές κινήσεις, συστηματικά έχουν ευνοήσει ως τώρα ενίσχυση της ακροδεξιάς.      

2. Η περιοχή της κεντροδεξιάς, την οποία διεκδικούν Ν.Δ. και ΚΙΝ.ΑΛ., εν προκειμένω εικονογραφείται κατά τη γνώμη μου απολύτως από τη μεγάλη χαμένη ευκαιρία του ΚΙΝ.ΑΛ. να προσελκύσει κεντροδεξιούς, μέσω μιας (μάλλον εύκολης, αλλά μηδέποτε αναληφθείσας) αντίστιξης με τη Ν.Δ. στο θέμα ουσιαστικής καταδίκης των αντιδημοκρατικών πρακτικών κατά των υποστηρικτών της συμφωνίας των Πρεσπών. Στο καθ’ αυτό κομματικό περιεχόμενο, οι αποχωρήσεις μέσω της ΔΗΜ.ΑΡ. υπάρχουν μεν, δεν είναι δε αξιόλογες. Στο καθαρά εσωκομματικό σκηνικό, επίσης, το ΚΙΝ.ΑΛ. δεν μπορεί  να είναι ικανοποιημένο από το πως στάθηκε στο μακεδονικό, διότι περισσότερο συμβολικά -δηλαδή, με μεσοπρόθεσμες συνέπειες- παρά αμέσως πολιτικά, δυσαρέστησε σαφώς εκλογείς που εγκρίνουν τη συμφωνία των Πρεσπών  (ανεξάρτητα του πόσο το δηλώνουν ανοιχτά). Εκτιμώ ότι οι απώλειες του ΚΙΝ.ΑΛ. εδώ, ιδίως εν όψει ευρωεκλογών, ίσως αποδειχτούν σημαντικές.

3. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α έχασε δυνάμεις που τον στήριζαν, λόγω του μακεδονικού! Οι απώλειες δεν έχουν προσλάβει χαρακτήρα ρεύματος. Το αν η αποστασιοποίηση αυτών των εκλογέων θα παγιωθεί σε στάση οριστικής καταψήφισής του θα φανεί στη συνέχεια και ενδεχομένως -παρά τον ιδιότυπο εκλογικό χαρακτήρα της ευρωκάλπης- εκεί θα μπορούσαν να εξαχθούν ασφαλέστερα συμπεράσματα. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι τα κοινά που ως τώρα στις δημοσκοπήσεις όριζαν τη χαμηλή συσπείρωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην πρόθεση ψήφου, δεν συμπίπτουν με τα κοινά που ενοχλήθηκαν από τη στάση του κυβερνώντος κόμματος στο μακεδονικό. Και τούτο, διότι η δημοσκοπική χαμηλή συσπείρωση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πολιτικά περισσότερο αποδίδεται σε δυσαρέσκεια πολιτών με αριστερόστροφες προτιμήσεις, ενώ οι αποστασιοποιήσεις λόγω μακεδονικού σε πολύ πιο συντηρητικά κοινά. Είναι πολύ πιθανό (θα το δούμε στη συνέχεια) το μακεδονικό και η στάση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να ενεργοποιήσει κίνηση επιστροφής προοδευτικών εκλογέων προς το κόμμα. Ιδίως δεδομένης της πολιτικά ανόητης στάσης Λαφαζάνη και Ζωής Κωνσταντοπούλου στο μακεδονικό. Το πεδίο αυτό θα κριθεί επίσης σε σημαντικό βαθμό από την έκβαση στην αναβίωση της διένεξης ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-Κ.Κ.Ε., στην οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια. Ωστόσο, η μεγάλη χαμένη ευκαιρία του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να απευθυνθεί πειστικά στα κεντρο-αριστερά κοινά στο πλαίσιο της πολιτικής του για το μακεδονικό, είναι η εμμονή του να συνδέει το εθνικό θέμα με τις εξελίξεις στο εσωτερικό των άλλων κομμάτων,  συνδέοντας βλακωδώς -αν και κυβερνών κόμμα- εθνική υπόθεση με παραταξιακές ατζέντες.

4. Ο χώρος μεταξύ ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και Κ.Κ.Ε. θα είναι ένα από τα ενδιαφέροντα πεδία την επόμενη περίοδο. Ήδη διαφαίνεται ότι η ιδιότυπη ασυλία σε κριτική εξ αριστερών που απολαμβάνει το Κ.Κ.Ε. (με την ανοχή της δεξιάς και του ΚΙΝ.ΑΛ.) δεν θα συνεχιστεί άλλο. Για δύο λόγους: α. διότι αποδεικνύεται ότι ένα μέρος της καταγραφόμενης προς τα αριστερά φθοράς του ΚΙΝ.ΑΛ. κατευθύνεται στο Κ.Κ.Ε. (ως λύση εκλογικής διαφυγής σε μια συνεπή στάση, αλλά άνευ  άλλων πολιτικών εμβαθύνσεων  του χαρακτήρα αυτής της συνέπειας), και β. διότι η προβλεπόμενη πλήρης αποσάθρωση σχηματισμών όπως η «Λαϊκή Ενότητα» και η «Πλεύση Ελευθερίας» προκαλεί το ενδιαφέρον τόσο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. όσο και του Κ.Κ.Ε.. Στο σημείο αυτό, θα ενταθεί η πίεση προς το Κ.Κ.Ε., το οποίο παρά την επί της ουσίας ελάχιστα πειστική πολιτική στάση του στο μακεδονικό, εμφανίζεται πιθανότερος διεκδικητής αυτού του δημοσκοπικού περίπου 3% του εκλογικού σώματος στον πέραν του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. χώρο της πολιτικής αριστεράς.    

Όλ’ αυτά, κατατείνουν στο να προσδίδεται στις επερχόμενες εκλογές -όποτε κι αν γίνουν- ένας διλημματικός χαρακτήρας, σε μια διαφορετική ατζέντα, όμως, από εκείνην που διακινούν τα εκατέρωθεν κομματικά επιτελεία. Δεν θα είναι εκλογές πόλωσης, μεταξύ ΣΥ.ΡΙΖ.Α και Ν.Δ.. Αντίθετα, θα είναι εκλογές στις οποίες οι πολίτες θα κληθούν να αποφασίσουν ανάμεσα στη μετακίνηση στην επόμενη φάση για την Ελλάδα και την παραμονή στο ίδιο και σήμερα απολύτως ξεπερασμένο πλέον πολιτικό σκηνικό της διαμάχης.

Η στάση των εκλογέων απέναντι σ’ αυτό των ερώτημα, είναι που ορίζει, θαρρώ, το σκηνικό ευκαιριών, χαμένων ή κερδισμένων, για την Ελλάδα  του αιώνα μας.  Κι αυτό είναι υπόθεση των πολιτών και της ψήφου των, και όχι των κομμάτων!