Μολυβάκι

6 Μαρ. 2021

Το τέλος του Κυπριακού
-όπως το ξέραμε

Σε 7 εβδομάδες από σήμερα ξαναρχίζει η συζήτηση για το Κυπριακό, υπό τη διεθνή του διάσταση, όπερ μεθερμηνευόμενο σημαίνει ως πρόβλημα εισβολής και κατοχής της Τουρκίας σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η διάσταση αυτή του Κυπριακού, είναι το ανυπέρβλητο για την Άγκυρα πρόβλημα, εδώ και 46 χρόνια. Η παγκόσμια κοινότητα ποτέ ως σήμερα δεν αποδέχτηκε τους τουρκικούς ισχυρισμούς περί δήθεν δίκαιας παρέμβασης, προβλεπόμενης από την ιδρυτική πράξη της Κυπριακής Δημοκρατίας (Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου, 1959) υπό την ιδιότητά της ως εγγυήτρια δύναμη! Και η διεθνής κοινότητα δεν έχει και κανένα λόγο μελλοντικά να αποδεχτεί τέτοιες απόψεις. Πολύ περισσότερο όλος ο υπόλοιπος κόσμος (ισλαμιστικός ή οποιασδήποτε άλλης θρησκείας ή εθνικής και πολιτισμικής καταγωγής) έχει απορρίψει τις τουρκικές θριαμβολογίες ότι το Κυπριακό λύθηκε το 1974 με την εισβολή και την κατοχή..
Έτσι η Τουρκία, σύρεται θέλοντας και μη στην Άτυπη Διάσκεψη για το Κυπριακό, 27-29 Απριλίου στην Γενεύη.

Φυσικά, η Τουρκία αν μπορούσε να παραμερίσει τις συνέπειες της απομόνωσής της δεν θα είχε κανένα λόγο να παρευρεθεί στις διαβουλεύσεις στη Γενεύη. Θα διακήρυττε την επανάληψη της θεωρίας της ότι «το Κυπριακό λύθηκε το 1974 με την εισβολή και την κατοχή» και οι διπλωμάτες της στις 26-27 Απριλίου θα πέρναγαν ένα ήσυχο διήμερο. Γνωρίζει (και κυρίως κατανοεί), όμως, ότι ούτε το Κυπριακό λύθηκε το 1974, ούτε μπορεί ποτέ η συνέχεια αυτής της υπόθεσης να ρυθμιστεί με μονομερείς τουρκικές κινήσεις. Η Κυπριακή Δημοκρατία εκ συστάσεως έχει συγκροτηθεί ως πολυεθνικό κράτος (ένα από τα πρώτα μεταπολεμικά με τέτοια χαρακτηριστικά, και μη ομόσπονδο) και ακριβώς ο ρόλος των χωρών που αναγορεύτηκαν ως εγγυήτριες δυνάμεις είναι η υπογράμμιση αυτού του πολυεθνικού χαρακτήρα. Άλλωστε, σ’ αυτή την πολιτειακή υπόσταση της Κύπρου ως πολυεθνικού κράτους, εδράζεται και η κατηγορηματική άρνηση του διεθνούς παράγοντα να αποδεχτεί τις τουρκικές θέσεις. «Εγγυήτριες δυνάμεις», σε κατάφωρα αντίθετη κατεύθυνση με την τουρκική προσέγγιση, δεν είναι νοητές για να εισβάλλουν στο ανεξάρτητο κυπριακό κράτος υπό το πρόσχημα παραβίασης των δικαιωμάτων της μίας κοινότητας. Αντίθετα, οι εγγυήτριες χώρες υποχρεούνται να διαφυλάσσουν την ακεραιότητα και την ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας, που και τα δύο κατελύθησαν με την τουρκική εισβολή.

Επίσης, γνωρίζει καλά η Τουρκία ότι δεν μπορεί να νοείται συνέχεια του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους (διάδοχου σχήματος των προβλέψεων στις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου) με τη «λύση των δύο κρατών» (που τώρα διακινεί μαλλον ως αμήχανη θέση η Άγκυρα), αφού τέτοια λύση θα προϋπέθετε νέα συμφωνία-συνθήκη των εμπλεκομένων μερών (Ελλάδα-Τουρκία-Βρετανία), οι οποίες θα συνομολογούσαν αλληλοπαραχωρήσεις δικαιωμάτων και εδαφών (που σήμερα κατέχουν από κοινού), σε αντικατάσταση του ιδρυτικού συμφώνου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κάτι που δεν μπορεί να γίνει.

Επί πλέον, η Άγκυρα κατανοεί απολύτως ότι η ίδια η πράξη ίδρυσης του σημερινού κυπριακού κρατους του 1959, αποκλείει ακριβώς κάθε δυνητική συνέχειά του έκτοτε με «λύσεις» προσαρτήσεων από κάποια εκ των εγγυητριών δυνάμεων, ούτε με μονομερεις ανακηρύξεις κρατιδίων-προτεκτοράτων υπέρ οποιασδήποτε εγγυήτριας δύναμης, όπως συμβαίνει με τη λεγόμενη «Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου» (ΤΔΒΚ) -που εδώ και 40 χρόνια δεν έχει αποκτήσει καμιά διεθνή αναγνώριση ως ξεχωριστή κρατική οντότητα. Αντίθετα, οι εγγυήτριες δυνάμεις στις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου δήλωσαν ότι παραιτήθηκαν ακριβώς από όποια τυχόν δικαιώματα έφεραν, παραχωρώντας αμοιβαία και ταυτόχρονα στο ιδρυόμενο νέο κράτος, την Κυπριακή Δημοκρατία, το σύνολο των δικαιωμάτων τους.

Τέλος, ούτε τροποποίηση της διεθνούς υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κράτος-μέλος του Ο.Η.Ε. και της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να είναι νοητή με το τουρκικό εφεύρημα των «δύο κρατών», καθώς το δικαίωμα προσχώρησης του κυπριακού κράτους σε διεθνείς οργανισμούς και πολυεθνικούς σχηματισμούς ασκήθηκε αυτοτελώς, πλήρως και νομίμως από την εντεταλμένη προς τούτο κυβέρνηση της χώρας και αφορά στο σύνολο των πολιτών της καθώς και σ’ ολόκληρη την επικράτειά της.

Θα μπορούσε η Τουρκία να παραβλέψει μερικές από τις πιο πάνω άκαμπτες ιδιότητες και αποφάσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας με μονομερείς ενέργειες; Μονομερώς ναι! Ως προς τις διεθνείς συνέπειες των τυχόν μονομερών τουρκικών κινήσεων, όμως, δεν θα μπορούσε να αλλάξει τίποτα, χωρίς να έχει συναινέσει σ’ αυτό η συνδικαιούχος ελληνοκυπριακή κοινότητα του νησιού.

Άρα, ναι, η Τουρκία θα μπορούσε να πάει τον προσεχή Απρίλιο στη Γενεύη και να αναγγείλει ότι είτε η πρότασή της για «δύο κράτη» θα γίνει αποδεκτή, είτε θα αποσυρθεί από τις διαβουλεύσεις και μονομερώς θα αποφασίζει για το κατεχόμενο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αν το έκανε, όμως (και δεν θα το κάνει, πέραν ίσως των φθηνών εντυπωσιασμών μικρής χρονικής διάρκειας), θα εμονιμοποιείτο η ανάμιξή της στο Κυπριακό ως χώρα-φορέας των πράξεων της εισβολής και παράνομής κατοχής και η διεθνής απομόνωση θα ήταν οριστική και σε τέτοια έκταση, ώστε δεν θα μπορούσε να την αντέξει η εντόνως κλονιζόμενη τουρκική κοινωνία και οικονομία. Το πιθανότερο είναι η Τουρκία να εμπλακεί σε μια νέα μακρά διαβούλευση, όπως έκανε μέχρι σήμερα.

Τί ωφελεί την Τουρκία τέτοια μακρά διαβούλευση; Της προσφέρει δύο πράγματα:
- Το πρώτο είναι να παρατείνει χωρίς σοβαρές συνέπειες την ως σήμερα ανακηρυγμένη από τον διεθνή παράγοντα ως παράνομη εισβολή και κατοχή της βόρειας Κύπρου. Αυτό κάνει με επιτυχία εδώ και 46 χρόνια και δεν έχει κανένα λόγο να το αλλάξει.
- Το δεύτερο είναι η ελπίδα της ότι όσο περνάει ο χρόνος και παγιώνονται οι τετελεσμένες συνέπειες της εισβολής και κατοχής, τόσο πιο δύσκολο θα είναι να αγνοηθούν αυτά τα τετελεσμένα στην όποια λύση υπάρξει. Γι’ αυτό και από την αρχή ο εποικισμός υπήρξε βασικό μέσο της τουρκικής πολιτικής στο κυπριακό. (Αυτό που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται, όμως, είναι ότι δεν βρισκόμαστε στη δεκαετία του 1960. Όταν, δηλαδή, με τον εποικισμό της Ίμβρου κατά βάναυση παραβίαση των διεθνών συνθηκών και με αφορμή τότε μια επιδείνωση στα ελληνοτουρικά ένεκα του Κυπριακού, η Τουρκία εξεδίωξε τους Έλληνες από το νησί του Αιγαίου και τα όσα έκανε τότε τα ανέχτηκε η διεθνής κοινότητα. Διότι, σήμερα, ούτε ο Ψυχρός Πόλεμος βρίσκεται στο απόγειό του -όπου βρισκόταν το 1960- ούτε η καταπάτηση δικαιωμάτων μειονοτήτων «περνάει» τόσο εύκολα).

(Σημ.: Μια αναγκαία παρέμβαση σ’ αυτό το σημείο: Τις δεκαετίες που έχουν περάσει έχει ενισχυθεί στην ελληνική αίσθηση περί του Κυπριακού η στάση «κάθε προηγούμενη φορά απόπειρας επίλυσης του ζητήματος ήταν και καλύτερα». Η άποψη αυτή είναι λανθασμένη και προσκρούει στην ίδια την πραγματικότητα. Γιατί; Διότι η ίδια η ιστορία εδώ και 46 χρόνια έχει δείξει ότι ο χρόνος που περνάει είναι το μεγάλο «όπλο» της πλευράς μας να ανατραπούν τα τετελεσμένα της τουρκικής εισβολής και κατοχής. Από το 1974, που ούτως ή άλλως αφορά σε δικτατορικό και μη νομιμοποιημένο ως πολιτικός εκφραστής των πολιτών καθεστώς στην Ελλάδα, με ισχυρότατες ενδείξεις, μάλιστα, ανάμιξης ξένων παραγόντων και προδοσίας των ελληνικών συμφερόντων, ο χρόνος θεραπεύει τις βαρύτατες συνέπειες για την Ελλάδα και δεν τις επιτείνει. Ο χρόνος είναι που επέτρεψε την εμπέδωση της διεθνούς απομόνωσης της Τουρκίας στο Κυπριακό. Ο χρόνος είναι που έδωσε τη δυνατότητα να επισφραγιστεί εκτός πάσης αμφισβήτησης ο παράνομος χαρακτήρας της τουρκικής εισβολής και κατοχής. Ο χρόνος είναι που από τα δεδομένα της εισβολής, ως περιστατικού αναπότρεπτων δήθεν επιπτώσεων για την ελληνοκυπριακή πλευρά, έχει πετύχει σήμερα το θέμα καθε άλλο παρά λελυμένο να θεωρείται και να αναθερμαίνεται το διεθνές ενδιαφέρον για τη ρύθμισή του. Ο χρόνος, τέλος, είναι που επιβεβαιώνει και στην ίδια την τουρκική πολιτικο-στρατιωτική ελίτ την εντύπωση ότι το Κυπριακό είτε θα επιλυθεί κατά το διεθνές δίκαιο, είτε το ψευδοκράτος θα απομείνει κρατικό σκέλεθρο-μόνιμο βάρος (πολιτικό, οικονομικό στρατιωτικό) στην Τουρκία του 21ου αιώνα, και μάλιστα χωρίς να έχει προοσφέρει τίποτα το ουσιαστικό στις βασικές τουρκικές επιδιώξεις στην περιοχή. Ποιές επιδιώξεις; Τις εκθέτω αμέσως στη συνέχεια...)

Κυρίως και πάνω απ’ όλα, όμως, η Τουρκία έχει ισχυρό κίνητρο να είναι παρούσα στις διαβουλεύσεις για το Κυπριακό από ‘δω και πέρα, διότι -αν απουσιάσει- θα απολέσει και το τελευταίο δικαίωμα από τον -ούτως ή αλλως περιορισμένο- λόγο της στην κατανομή των υδρογονανθράκων.

Εδώ βρίσκεται το κομβικό σημείο της υπόθεσης και αυτό είναι το στοιχείο που προσδίδει κινητικότητα στο Κυπριακό αυτήν την περίοδο!

(Σημ.: Κι εδώ μία ακόμη αναγκαία παρέμβαση. Η απόρριψη του σχεδίου Ανάν είναι το σημαντικότερο θετικό βήμα για τα συμφέροντα της ελληνικής πλευράς, από καταβολής του Κυπριακού! Και σε καμιά περίπτωση δεν είναι σοβαρή ή άποψη (τουλάχιστον για όσους αντιλαμβάνονται τί σημαίνει ο όρος «στρατηγικά συμφέροντα» της πλευράς μας) ότι επρόκειτο για «χαμένη ευκαιρία». Δεν θα πλατειάσω για να αποδομήσω αυτή την άποψη. Ας αναλογιστούμε πού θα βρισκόταν σήμερα το ζήτημα διαχείρισης των υδρογονανθράκων από την Κυπριακή Δημοκρατία, αν είχε «περάσει» το σχέδιο Ανάν. Απλά η εκμετάλλευση δεν θα είχε καν ξεκινήσει! Η απόρριψη του σχεδίου Ανάν, όχι μόνο εκ του αποτελέσματος έχει επιτρέψει στην Κυπριακή Δημοκρατία ως ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος να διαχειρίζεται σήμερα τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων που της ανήκουν, αλλά ταυτόχρονα έχει καταστήσει το κυπριακό κράτος ισότιμο συνομιλητή όλων των χωρών της περιοχής (ακόμη και η Τουρκία με τον τρόπο της επιζητεί διάλογο). Επίσης, η απόρριψη του σχεδίου Ανάν έχει μεγάλη αξία για τον προσδιορισμό των ανεκτών για τον ελληνισμό ορίων μιας καλή τη πίστει νοούμενης διαπραγμάτευσης για την επίλυση του Κυπριακού. Κι αυτό επηρεάζει καίρια και το σύνολο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, ιδίως στο πλαίσιο του κρεσέντου της σημερινής τουρκικής επιθετικότητας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο).

Σε τί, λοιπόν, διαφέρει η σημερινή πολλοστή απόπειρα επίλυσης του Κυπριακού, από όλες τις ως τώρα αποτυχημένες προσπάθειες;
Διαφέρει σε 3 σημεία:
α. Ότι συγκαλείται στο πλαίσιο των θέσεων του Κραν Μοντανά. Με κύριο προσδιοριστικό σημείο εδώ ότι για πρώτη φορά από τις Συμφωνίες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1959 τίθεται το ζήτημα άρσης του στάτους των εγγυητριών δυνάμεων για την Ελλάδα, την Τουρκία και τη Βρετανία. Και απ’ αυτή την οπτική πρόκειται για πελώριο βήμα ιστορικής επισφράγισης της οριστικής χειραφέτησης της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ανεξάρτητου και κυρίαρχου κράτους, μέλους του Ο.Η.Ε. και της Ε.Ε..
Το σημείο αυτό, πέραν της μεγάλης σημασίας του λόγω των αιτίων που αναφέρθηκαν στην προηγούμενη πρόταση, έχει πρόσθετο βάρος, διότι τυχόν υιοθέτησή του καθιστά εκτός πάσης βασιμότητας διεθνούς δικαίου την παράταση της τουρκικής κατοχής στο βόρειο τμήμα της χώρας. Μ’ άλλα λόγια, οι τουρκικές δυνάμεις κατοχής θα πρέπει αμέσως να αποσυρθούν (ίσως υπάρξει κάποιο χρονοδιάγραμμα περί αυτού).
β. Ότι, σε αντίστιξη με το ως σήμερα διεθνές σκηνικό για το Κυπριακό (τακτική Πόντιου Πιλάτου), ο διεθνής παράγων είναι επισπεύδουσα συνιστώσα των εξελίξεων, για να ρυθμιστεί βιώσιμα η διαχείριση των υδρονονανθράκων της περιοχής.
γ. Ότι η Τουρκία έχει σε πολύ μεγάλο βαθμό απολέσει τη γεωπολιτκή σημασία της για τα δυτικά συμφέροντα στην περιοχή. (Ήδη η δύση έχει επιλέξει την Αίγυπτο ως εναλλακτική λύση. Επίσης, σε ό,τι αφορά τη Ρωσία, μετά την ωρίμανση των συνθηκών για κλείσιμο του συριακού, με την ήττα ουσιαστικά της δύσης και την επιβίωση του καθεστώτος Άσαντ, το δυτικό ενδιαφέρον σε σχέση με τη Ρωσία έχει μεταφερθεί από την ανατολική Μεσόγειο στα ευρω-ρωσικά σύνορα και την περιοχή του Καυκάσου).

Σημαίνουν όλα τα παραπάνω ότι επίκειται η λύση του Κυπριακού; Ασφαλώς όχι! Η Τουρκία θα συνεχίσει να χρονοτριβεί και να εμφανίζεται αδιάλλακτη. Όμως, από ‘δω και πέρα οι καθυστερήσεις θα συνεπάγονται για εκείνην ακόμη μεγαλύτερες απώλειες στους υδρογονάνθρακες και τη γεωπολιτική επιρροή της στην περιοχή.

...Ίσως γι’ αυτό ρίχνει σήμερα και το τελευταίο χαρτί στο τραπέζι: Προσκαλεί την Αίγυπτο σε διάλογο για τον ορισμό των τυχόν κοινών ορίων μεταξύ των δύο χωρών στην ΑΟΖ τους. Αλλά γι’ αυτό περισσότερα σε κάποια επόμενη ανάλυση...

 

 

 

 

1 Μαρ. 2021

...εκτός επίσημων γιορτασμών

Σε πολλές από τις αναφορές τους για την Ελλάδα του 1821, οι φιλέλληνες Βρετανοί (και όχι μόνον αυτοί, αλλά κι άλλοι φιλέλληνες των τότε Μεγάλων Δυνάμεων) μίλησαν με ιδιαίτερο τρόπο για τους εξεγερμένους Έλληνες. Ένα από τα σημεία που προσείλκυσε το ενδιαφέρον των ευρωπαίων για τους αγωνιζόμενους, ήταν ο τρόπος που πολεμούσαν. Οι Βρετανοί στρατιωτικοί παρατηρητές, εντυπωσιασμένοι απ’ ό,τι έβλεπαν στις μάχες των Ελλήνων κατά των Τούρκων, υπογράμμισαν τις διαφορές που εντόπιζαν στον τρόπο του μάχεσθαι των εξεγερμένων, σε σύγκριση με ό,τι γνώριζαν για το πως έκαναν τον πόλεμο οι βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις, που τους προηγούμενους αιώνες είχαν εγκαταστήσει στην υφήλιο τη βρετανική αυτοκρατορία και είχαν επιβάλλει την αποικιοκρατία.

Οι Βρετανοί παρατηρητές, δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τον χαρακτήρα του «πολέμου των ατάκτων» που ακολουθούσαν οι Έλληνες, ο οποίος σιγά-σιγά κατέστη και η επιλεγμένη παγίως τακτική μάχης των οπλαρχηγών, σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των μαχητών που είχαν στη διάθεσή τους. Οι Βρετανοί ανέφεραν ότι μόλις έπεφτε το πρώτο τουρκικό βόλι, ο Έλληνες σκορπίζονταν ατάκτως για να προφυλαχτούν πίσω από βράχια και κορμούς δέντρων και συνέχιζαν με τον ίδιο τρόπο μαχόμενοι μέχρι την τελική έκβαση κάθε μάχης. Αν οι Έλληνες είχαν νικήσει, τις περισσότερες φορές οι εναπομένουσες δυνάμεις των ηττημένων Τούρκων αποχωρούσαν για να ανασυνταχτούν για την επόμενη μάχη. Αν οι Έλληνες είχν ηττηθεί, είτε έπεφταν μέχρις ενός, είτε οι ελάχιστοι που διασώζονταν διέφευγαν όπως μπορούσαν, συνήθως με την ψυχολογία των «ηττημένων της ύστατης μάχης». 

Η διαφορά διαχείρισης της ήττας σε μια μάχη, μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων κατά την επανάσταση του 1821, είναι συγκλονιστική και αν προσέξει κανένας στο βάθος της σκιαγραφεί απολύτως την τεράστια ποιοτική διαφορά ανάμεσα σ’ έναν εξεγερμένο που δεν έχει τίποτα άλλο να χάσει από τις αλυσίδες του και σ’ έναν κατακτητή που διαχειρίζεται μια εξέγερση. Γι’ αυτό όλες οι μάχες που έδιναν κατά των Τούρκων οι Έλληνες τις αντιμετώπιζαν ως την «ύστατη μάχη»!

Για να επιστρέψω, όμως, στους Βρετανούς, όταν μίλαγαν για τον τρόπο του μάχεσθαι των Ελλήνων εξεγερμένων του 1821, τον αντιδιέστελαν με τις μάχες που έδιναν συντεταγμένες στρατιωτικές βρετανικές δυνάμεις, όπου γης εκτός Βρετανίας. Οι Βρετανοί σ’ αυτές στις συγκρίσεις τους περιέγραφαν τις βρετανικές στρατιωτικές ομάδες- σε αντίθεση με τους απείθαρχους μαχόμενους Έλληνες- ως διατάξεις ενόπλων, οι οποίες προχωρούσαν σταθερά και συντεταγμένα κατά του αντιπάλου, χωρίς να διαλύονται, και όταν κάποιος στρατιώτης έπεφτε νεκρός από τα βόλια των εχθρών, ένας άλλος τον αντικαθιστούσε αμέσως, ώστε να μη θίγεται κατά το ελάχιστο η διατεταγμένη συγκρότηση του βρετανικού στρατιωτικού σώματος.

Η αντιμετώπιση ενός απλού μαχητή, ενός στρατιώτη, ως αναλώσιμο πολεμικό υλικό από μεριάς μιας αυτοκρατορίας, δηλαδή ενός πλήρως δομημένου συστήματος εξουσίας, είναι απολύτως ενδεικτική των πραγμάτων. Σε αντιδιαστολή, μάλιστα, με την αξιοποίηση του αναφαίρετου δικαιώματος αυτοπροστασίας (που παραχωρήθηκε στους επαναστατημένους Έλληνες του 1821, είτε εξ ανάγκης προέκυψε αυτό, είτε ήταν επιλογή των οπλαρχηγών), πολλά σήμερα μπορούμε να συνάγουμε -εμείς οι απλοί παρατηρητές της Ιστορίας- σχετικά με το βάθος κινήτρων που συνέχουν τη διαφορά στάσης από μάχη σε μάχη. Νομίζω πως ευκρινώς αναδύεται από το σημείο αυτό, η διαφορά ψυχολογίας (που σε τελευταία ανάλυση συγκροτεί πολιτισμικό και κοινωνικό δεδομένο μεγάλου αξιακού βάρους) ενός μαχητή για την απελευθέρωσή του απ’ όποιον αντιλαμβάνεται ως κατακτητή του, σε σύγκριση με τον μαχητή μιας κατακτητικής δύναμης που σφετερίζεται χώρο άλλων και αγωνίζεται να διατηρήσει το φέουδό της.

Κοντά σ’ αυτό, αναμφίβολα πρέπει να θέσουμε και την παράμετρο ότι οι εξεγερμένοι Έλληνες μαχητές του 1821 όχι μόνο δεν εννοούσαν τη στράτευσή τους στο πλευρό της επανάστασης ως προϊόν επιβολής μιας εξουσίας, αλλ’, αντίθετα, την βίωναν ως  απολύτως εξατομικευμένη επιλογή ακραία δραματικού χαρακτήρα, γνωρίζοντας, μάλιστα, πολύ καλά ότι πιθανότατα η ήττα θα κατέληγε στο θάνατό τους. Παράλληλα, η αίσθηση και η προσδοκία ενός οφειλόμενου ανταλλάγματος από ένα δομημένο κράτος-εξουσία για τη στράτευση και τις τυχόν μάχες του κάθε στρατιώτη μετά τον πόλεμο, που χαρακτηρίζει τα οργανωμένα συστήματα κρατικής οργάνωσης και ενάσκησης εξουσίας επί των πολιτών τους στην εποχή μας, δεν υπήρχε ούτε κατά διάνοια στο δεύτερο έστω επίπεδο κινήτρων κάθε εξεγερμένου Έλληνα κατά την επανάσταση. Ουδέ καν στις συνειδητοποιημένες προσδοκίες της συντριπτικής πλειοψηφίας των εξεγερμένων μαχητών του 1821 υπήρχε η συγκρότηση ενός οργανωμένου ελληνικού κράτους. Όλα άρχιζαν και τελείωναν στον εκ των πραγμάτων και εκ πρωτογενούς αντιλαμβανόμενης ιερότητας αγνό σκοπό αποτίναξης του τουρκικού μηχανισμού σκλαβιάς των υποδούλων Ελλήνων.

Μ’ άλλα λόγια, ήταν ένα τελείως διαφορετικό πλέγμα κινήτρων, ελπίδας και προσδοκίας, που έβλεπαν στα μάτια των εξεγερμένων Ελλήνων κατά την επανάσταση του 1821 οι Βρετανοί μάρτυρες των γεγονότων, παρακολουθώντας τις μάχες και συγκρίνοντας με ό,τι γνώριζαν από τα κίνητρα, τους μηχανισμούς και τις διαδικασίες συγκρότησης και λειτουργίας του αποικιακού βρετανικού στρατεύματος.

Τα γράφω όλ’ αυτά, αναγνώστες μου, διότι φρονώ πως πίσω τους ανιχνεύεται η κληρονομημένη ως σήμερα ασυμβατότητα έναντι της «πολιτισμένης Δύσης», όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο εμείς οι Έλληνες σε τούτη τη συγκεκριμένη χώρα ακόμη και σήμερα αντιλαμβανόμαστε τη σχέση μας με το κράτος μας. Προκαλώντας τη μήνι των ευρωπαίων εταίρων μας, ως δήθεν τρυφηλοί πότες και ανάξιοι εργάτες, που συσσωρεύουν δεινά σε βάρος ημών των ιδίων («και των παιδιών μας», όπως αρέσκονται να δραματοποιούν οι άκριτοι υποδοχείς κάθε δυτικής αξίας, ακόμη και της πιο ανόητης και αποδεδειγμένα άστοχης).

Εδώ σε μας, η συγκρότηση του κράτους δεν δομήθηκε πάνω στις άνωθεν νόρμες που επέβαλαν τα συστήματα εξουσιών σ’ όλες τις δυτικές χώρες από τον Μεσαίωνα έως τη  συγκρότηση των εθνικών κρατών. Στηρίχτηκε στα χέρια εξεγερμένων απλών ανθρώπων, που δεν ήθελαν απλά να βελτιώσουν τη ζωή τους (όπως εν πολλοίς συνέβη στην αστική επανάσταση στη Γαλλία το 1789 και την περίπου ανάλογων κινήτρων στη βόρειο Αμερική το 1773, όπου σε διαμάχες υπόβαθρου ανακατανομής πλούτου -δηλαδή ταξικές αναδιευθετήσεις- πρωτίστως εξαντλήθηκαν τα κίνητρα των εξεγερμένων). Οι επαναστάτες του 1821 εμάχοντο με καθαρά  εθνικοαπελευθερωτικά κίνητρα, πολιτισμικά και ηθικά επιβαλλόμενα από την ιστορική και γεωπολιτική πρόσληψη του ελληνισμού, ως συλλογικής οντότητας, που είχε δικαίωμα λόγου στην περιοχή και τον κόσμο, και το δικαίωμα αυτό της είχε αφαιρεθεί.

Το 1821, δηλαδή, και τα κίνητρα των αγωνιστών του αποτελούν οριακό υπαρξιακό και ταυτοτικό στοιχείο του ελληνισμού και μόνον έτσι (συνεχίζουμε να) το βλέπουμε οι σημερινοί Έλληνες.

Φυσικά υπάρχει τεράστια διαφορά προσληπτικής αξιολόγησης των κινήτρων που έφεραν οι εξεγερμένοι του 1821, όταν αυτά τα κίνητρα εξετάζονται από μεριάς διαχειριστών των υπερεθνικών μηχανισμών εξουσίας του 17ου αιώνα, πέραν των Βρετανών (για τους οποίους ήδη μίλησα), για παράδειγμα εν προκειμένω του Μετέρνιχ ως εκπροσώπου της τότε αυστριακής υπερδύναμης. Η ελληνική εξέγερση για τους διευθύνοντες τα συστήματα εξουσιών και με όρους γεωπολιτικών συμφερόντων (δηλαδή πέρα και πάνω από τις πολιτικές εξουσίες στο εσωτερικό μιας ευρωπαϊκής χώρας της εποχής αυτής), είναι μάλλον φυσικό να ακουγόταν ως το προμήνυμα αμφισβήτησης και της δικής τους διεθνούς ισχύος, παρά ως αγώνας για ανθρώπινες αξίες.

Αυτά αδυνατούσαν (και ακόμη αδυνατούν) να κατανοήσουν οι Βρετανοί παρατηρητές και οι λοιποί ευρωπαίοι που το 1821 κατέγραφαν των αγώνα των «ατάκτων Ελλήνων»!

Σε μια προβολή του χρόνου που έκτοτε διήλθε γίνεται έτσι κατανοητό γιατί στη Δύση περίπου είναι κυρίαρχη η άποψη ότι εμείς οι Έλληνες οφείλουμε την κατά παραχώρηση των ηγεμόνων της εποχής εκείνης ελευθερία μας στην υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων και κάπου εκεί οφείλουμε ευγνωμοσύνη (με το αζημίωτο, βεβαίως, όπως η Ιστορία έχει έκτοτε αναμφίβολα αποδείξει). Και δεν οφείλουμε την ελευθερία μας στους αυτόχειρες του Σουλίου, τους εγκλείστους του Μεσολογγίου ή τους υδραίους μπουρλοτιέρηδες!  (Σ’ αυτούς, μόνον επετειακές αναφορές είναι επιτρεπτές από μέρους μας κατά τη λογική των δυτικών, αφού οι αμόρφωτοι και πολιτικά ανώριμοι καριοφιλοφόροι του ’21 ποτέ δεν θα μπορούσαν -πάντα κατά τους δυτικούς- να συνιστούν την πολιτική «ύλη» για τη συγκρότηση ενός κράτους).

Ταυτόχρονα, γίνεται έτσι κατανοητό γιατί μόνο με το κίνημα του φιλελληνισμού το 1821 θα μπορούσε ποτέ να ενεργοποιηθεί ευρωπαϊκή αλληλεγγύη προς τους επαναστατημένους Έλληνες. Δηλαδή, κινήσεις αλληλεγγύης ως απόρροια αυθόρμητου κινήματος ευρωπαίων  πολιτών της εποχής για την υποστήριξη μιας εξέγερσης που γινόταν για τις ανθρώπινες αξίες. Και ποτέ ως συντεταγμένη πολιτική επιλογή παρέμβασης στις τότε διεθνείς εξελίξεις από μεριάς του Μέτερνιχ και των λοιπών Μεγάλων Δυνάμεων. 

Ο ιστορικός πατερναλισμός βάρβαρης ανάμιξης των ευρωπαίων στις εσωτερικές ελληνικές πολιτικές εξελίξεις έκτοτε (με την ανομολόγητη τεκμηρίωση ότι η ανάμιξη αυτή φέρει τα αγαθά κίνητρα επιβολής διευθετήσεων που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν οι αμόρφωτοι  «ξεβράκωτοι», αλλά πάντα στο υπόστρωμα με υπαρκτά τα κίνητρα προαγωγής συμφερόντων τους), δεν έχει ως σήμερα αρθεί!   

Για να επιστρέψω στο πώς Έλληνες και ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται διαφορετικά οι μεν από τους δε τη σχέση τους ως πολίτες με το κράτος τους, στηριζόμενος σε όσα εξέθεσα ως τώρα, συνάγω ότι: Η σχέση του πολίτη μιας δυτικής δημοκρατίας με το κράτος του, δεν είναι σχέση «ιδρυτικού παράγοντα» με τον συγκροτημένο πολιτειακό θεσμό! Εν πολλοίς στην  αίσθηση του δυτικού πολίτη έχει εμφιλοχωρήσει η παράμετρος μιας άνωθεν και κατά παραχώρηση απόκτησης του δικαιώματος ύπαρξης του κράτος του. Στην Ελλάδα η αίσθηση αυτή προσλαμβάνει από την εξέγερση του 1821, όπως εξήγησα, υπαρξιακά και ταυτοτικά χαρακτηριστικά για τη συγκρότηση του ίδιου του ελληνικού κράτους, με παρεπόμενο ζήτημα το πολίτευμα! Για να το πω απλότερα: Οι πολίτες σε μια δυτική δημοκρατία εμφορούνται από τη βεβαιότητα ότι και χωρίς τις τυχόν εξεγέρσεις τους (σε όσες χώρες έγιναν τέτοιες εξεγέρσεις, γιατί δεν έγιναν σε όλες) το κράτος θα υπήρχε ούτως ή άλλως! Στην Ελλάδα, αντίθετα, η ύπαρξη του ελληνικού κράτους σήμερα, είναι αντιληπτή από τους πολίτες ως ευθεία συνέπεια και αποτέλεσμα της εξέγερσης του 1821 και οι μαχητές της επανάστασης είναι κατ’ απόλυτη κυριολεξία ήρωες, στους οποίους οφείλουμε απολύτως τη σημερινή πολιτειακή παρουσία και οντότητά μας, και χωρίς τους οποίους απλούστατα δεν θα τις είχαμε!

Σε τέτοια βάση αντιλαμβανόμενης σχέσης με το κράτος τους, οι Έλληνες πολίτες και σήμερα σε πολύ σημαντικό βαθμό προσδίδουν στο πλαίσιο της τρέχουσας στάσης και της επαφής τους με τις πολιτικές εξελίξεις όχι κάποιον απροσδιόριστο ρόλο πολιτικής μονάδας για τον καθένα από μας, αλλά του μέλους μιας ιδιότυπης συλλογικότητας, εξεγερτικά φορτισμένης εκ παράδοσης, νοητικά και γενετικώς πολιτικά εμπεδωμένη μέσα μας, για την προάσπιση όσων θεωρούμε δικαιώματά μας.

Αποτιμώντας το πολιτικό σκηνικό σήμερα με εφαλτήριο αναλυτικών συμπερασμάτων εκπηγαζόντων από την επανάσταση του 1821, πρέπει να πω ότι φυσικά στην Ελλάδα του 21ου αιώνα υπάρχει θέμα βαθμού ωρίμανσης της δημοκρατίας! Αναμφίβολα, υπάρχουν ελληνικά αίτια γι’ αυτό! Προς εντοπισμό και διόρθωση από ‘δω και πέρα! Ωστόσο, τον καίριο αιτιολογικό παράγοντα για την εν λόγω δημοκρατική «ανωριμότητά» μας διακρίνω περισσότερο στον πατερναλιστικό παρεμβατισμό των ευρωπαίων φίλων μας, επί δύο συναπτούς αιώνες και με βασικό κίνητρο της ανάμιξης εκείνων την προαγωγή συμφερόντων ισχυρών χωρών πέραν της Ελλάδας. Δεν είμαστε «δημοκρατικά αλάνθαστοι» οι Έλληνες, όπως δεν είναι και κανένας άλλος λαός. Άλλωστε, η δημοκρατία δεν είναι άλλο από το αποδεδειγμένα ως σήμερα καταλληλότερο -και όχι αλάθητο- πολιτικό μέσο για τη βέλτιστη διαχείριση της μοίρας ανθρώπων οργανωμένων σε σχήματα κρατικά, ανθρώπων-πολιτών, μ’ άλλα λόγια! Δημοκρατία είναι η άριστη μέθοδος να βιώνουμε το πολιτικώς τρέχον – και σε τελευταία ανάλυση την ίδια την ιστορία- «τη στιγμή που συμβαίνει».

Αν υπάρχει κάτι που θα ευχόμουν και θα στόχευα μετά από 200 χρόνια της εξέγερσης του 1821, και υπό το βάρος των πολιτικών δεδομένων του σήμερα, θα ήταν μια όψιμη δικαίωση του Καραϊσκάκη, του Κολοκοτρώνη, του Νικηταρά και του Παπαφλέσσα και όλων των  άλλων ηρώων, ανάμεσά τους και με ξεχωριστή θεση τα γυναικόπεδα στα Ψαρά και το Μεσολόγγι.. Μια δικαίωση παραχωρημένη εξ ίσου και από κοινού από τους σημερινούς Έλληνες και τους σημερινούς ευρωπαίους στη μνήμη τους!

Μια ιστορική δικαίωση, που θα συνοψιζόταν στην δέσμευση από μεριάς ημών των Ελλήνων ότι η δημοκρατική μας ωρίμανση ως συντεταγμένο κράτος, θα είναι το πρώτο μέλημά μας, για την Ελλάδα που έρχεται καθώς ο χρόνος κυλάει. Ταυτόχρονα, τη συνειδητή, ειλικρινή και μη ανακαλούμενη από ‘δω και πέρα απόφαση των ευρωπαίων να πάψουν να αναμιγνύονται εδώ με τον τρόπο και τα κίνητρα που το έκαναν ως σήμερα και με τις γνωστές αρνητικές συνέπειες. Έχουν πλήρως ωριμάσει οι ιστορικές και συμβολικές προϋποθέσεις, ώστε η Ελλάδα να αφεθεί πλέον μόνη στη διαχείριση των εσωτερικών  πολιτικών μας υποθέσεων και την εξ ιδίων σχεδίαση και υλοποίηση του όποιου γεωπολιτικού και στρατηγικού ρόλου της αναλογεί. Αυτή η οφειλή προς την Ελλάδα δεν μπορεί ακόμη μια φορά να παρέλθει χωρίς την οφειλόμενη αναγνώρισή της.

 

 

 

 

27 Φεβ. 2021

Τα τέρατα έφτασαν...

Ο παλιός κόσμος πεθαίνει και ο νέος κόσμος πασχίζει να γεννηθεί. Τώρα είναι η εποχή των τεράτων - Αντόνιο Γκράμσι

Η συνεδρίαση της Βουλής κατόπιν πρωτοβουλίας του πρωθυπουργού με θέμα την ποιότητα του δημόσιου λόγου, νομίζω πως είναι η συμβολική επίσημη ανακήρυξη του εγκλεισμού της σημερινής κυβέρνησης στα άδυτα των πιο σκοτεινών πολιτικών περιόδων που έχει γνωρίσει ο τόπος. Φυσικά δεν έχει νόημα η απόπειρα να περιγραφεί το «τί συνέβη στη Βουλή» πριν μερικά 24ωρα. Τα γεγονότα είναι πρόσφατα.

Το μόνο που βρίσκω ενδιαφέρον να επισημάνω, επειδή όσα συνέβησαν δεν καταγράφονται με τον ίδιο τρόπο σ’ όλους μας, είναι η λίαν αποκαλυπτική προσπάθεια σχεδόν του συνόλου των υποστηρικτών της κυβέρνησης, δηλωμένων ή πολιτικά μεταμφιεσμένων, να σπεύσουν να δηλώσουν ικανοποιημένοι από την εμφάνιση του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή. Κι αυτό είναι το πιο έκδηλο πια σύμπτωμα της εκτεταμένης εγκατάστασης φαινομένων σήψης στον δημόσιο λόγο! Ναι! Μια δημόσια ατζέντα που αυτοπροσδιορίστηκε από τον εμπνευστή της ως μέσο αντίστασης στον θλιβερό δημόσιο βίο που διάγουμε, αντί να συμβάλλει -έστω δειλά- στη βελτίωση των πραγμάτων, κατέληξε εκ του αποτελέσματος σε πλήρη επικύρωση του κακού και σε νομιμοποίησή του, ως δήθεν ανεκτού πλαισίου αρχών μιας ομαλής διακυβέρνησης και μάλιστα -κατά τη διακηρυγμένη αντίληψη των υποστηρικτών της- με θετικό πρόσημο παραγωγής πολιτικού έργου για τη χώρα και τους πολίτες της.

Ναι, αλλα ο Τσίπρας;... Αυτό, επίσης, είναι το μότο ενίων εξ όσων δηλώνουν ευχαριστημένοι από τη δημόσια παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Βουλή! Δεν γνωρίζω με τέτοια στάση πόσο εσωτερικά πεπεισμένος για την πολιτική βάση των πεποιθήσεών του μπορεί να αισθάνεται κανένας, ως ερμηνεία του γιατί αισθάνεται ικανοποιημένος από τον πρωθυπουργό που επέλεξε να στηρίξει ή να ανέχεται. Γνωρίζω, όμως, μετά λόγου γνώσεως, ότι ένας πρωθυπουργός την ώρα που κυβερνά, αντί να απολογείται για τα έργα και τις παραλείψεις του, όπως θεμελιακά επιβάλλει το δημοκρατικό πλαίσιο, αποφεύγει συστηματικά να αναλάβει τις όποιες ευθύνες του και αποδίδει όλα τα δεινά των συνεπειών του έργου του στην ...αντιπολίτευση, τότε για τον πρωθυπουργό αυτόν η αντιστροφή μέτρηση έχει εκκινήσει να επιτελεί το αμείλικτο έργο της με όρους μη επιδεχόμενους ανακοπή της καθοδικής πορείας.

Πέραν του συντεταγμένου παραλογισμού, ως εμπεδωμένης βάσης πρόσληψης και ενσωμάτωσης των έργων της σημερινής κυβέρνησης από τους υποστηρικτές της και συνοδοιπόρους της, να αξιολογείται ως «θετική» η σημερινή ολοσχερής καταστροφή (και με προτεραιότητα, νομίζω, στην βαθύτατη ηθική απαξία που αναδύεται από τις συνέπειες των πράξεων και των επιλογών της, π.χ. Λιγνάδης στο Εθνικό Θέατρο, εμβολιασμοί στελεχών του κυβερνώντος κόμματος εκτός σειράς, και μόνο στα τελευταία αναφέρομαι), απομένει η γυμνή πολιτική αλήθεια. Το γιατί επιλέγει κάποιος πολίτης να συνταυτιστεί τόσο ασφυκτικά με το κακό, που φυσικά και τον ίδιον πλήττει καίρια, μπορεί να παρουσιάζεται με μερικά στημένα και καλοπλήρωμένα δημοσιεύματα ως πολιτική «ομαλότητα», τελικά όμως τίποτα δεν μπορεί να συσκοτίσει την πραγματικότητα της ογκούμενης δυσαρέσκειας -της δημοκρατικής εννοώ, όχι της εισοδηματικής, με τη δεύτερη να συντρέχει ως ενισχυτικό στοιχείο της επερχόμενης κατάρρευσης του νεο-μητσοτακισμού.

Έτσι, επιβεβαιώνεται ότι τα τέρατα είναι ήδη εδώ. Είτε είναι ενδεδυμένα την ενοχική δήλωση «ο Τσίπρας φταίει για ό,τι κάνω εγώ», είτε προοσφεύγουν στον κυνισμό «ο Τσίπρας σκότωσε 100 άτομα στο Μάτι», τα τέρατα είναι εδώ, ανάμεσά μας, έχουν μάλιστα αναλάβει με δικό μας (σας) νεύμα να μας κυβερνούν!

Και ακριβώς επειδή συμβαίνει αυτό, η τήρηση ίσων αποστάσεων ανάμεσα στον Μητσοτάκη και τον Τσίπρα, με οποιαδήποτε τεκμηρίωση επιλέγεται τέτοια στάση, δεν είναι άλλο από μέρος μιας πράξης εγκόλπωσης των τεράτων, αλά Ερντογάν. Ιδίως από χώρους που έχουν συνυπάρξει με τον νεο-μητσοτακισμό και έχουν μαζί ψηφίσει εμβληματικές του ταυτοτικού τερατικού στοιχείου ρυθμίσεις, όπως για παράδειγμα, η απαγόρευση συναθροίσεων άνευ κρατικής άδειας, του Χρυσοχοΐδη.

Με μεγάλο ενδιαφέρον, επίσης, παρατηρώ την αγωνιώδη προσπάθεια του μπλοκ εξουσίας γύρω από τον Κυριάκο Μητσοτάκη να αποχρεωθεί από τις ουσιαστικές πρακτικές και ιδεολογικές ταυτίσεις του με τον τραμπισμό, επ’ ευκαιρία του σκανδάλου Λιγνάδη! Είναι μια επιχείρηση που ενισχύεται τελευταία, και αποτελεί ισχυρή ένδειξη ότι και εντός του κύκλου υποστηρικτών του νεο-μητσοτακισμού έχουν αρχίσει να εκδηλώνονται αντιδράσεις για την πολιτική βύθιση στην περιοχή των πολιτικών τεράτων.

Η πιο ηχηρή παρέμβαση στο πλαίσιο της προσπάθειας αποχρέωσης του Κυριάκου Μητσοτάκη από τον τραμπισμό, εκδηλώθηκε -καθόλου τυχαία- επ’ ευκαιρία ακριβώς, όπως ήδη είπα, των δραματικών εξελίξεων στο σκάνδαλο Λιγνάδη. Συγκεκριμένα, ο επικεφαλής του γραφείου Τύπου του πρωθυπουργού Δημήτρης Τσιόδρας (προσοχή όχι ο Σωτήρης), με ανάρτησή του αποπειράθηκε να διαχωρίσει τον προϊστάμενό του από το λεγόμενο QAnon. Δηλαδή, το απαύγασμα της θέασης των αμερικανικών τεράτων του τραμπισμού κατά της δημοκρατίας, που άλλωστε είναι γνωστό πως κατέληξε στην εισβολή των οπαδών του πρώην αμερικανού προέδρου στο καπιτώλιο.

Η κίνηση Τσιόδρα, που ελάχιστα έγινε γνωστή και στόχευε μόνο στους ως σήμερα υποστηρικτές του σημερινού πρωθυπουργού που έχουν αρχίσει να εγείρουν αντιδράσεις για την μετουσίωση του κυβερνητικου μπλοκ εξουσίας από δημοκρατικά νομιμοποιημένο όχημα πολιτικής σε αντιδημοκρατικό τέρας, έχει διπλή σημασία:
- από τη μία να τηρήσει αποστάσεις από τον τραμπισμό, που μετά την ήττα του τον παρασμένο Νοέμβριο, έχει εισέλθει σε πτωτική τροχιά και πιθανώς (και με την ευχή όλων) σε διαδρομή οριστικής αποσύνθεσης των αμερικανικών πολιτικών τεράτων του Στιβ Μπάνον, από την εποχή της Πέιλιν ως και το QAnon και την εισβολή στο καπιτώλιο, και
- από την άλλη εντέχνως να αποπειραθεί να δείξει ότι υπάρχουν «παράλληλες πορείες» ανάμεσα στο pizzagate (πρόδρομη εκδοχή του QAnon), για την αποδιδόμενη το 2016 στη Χίλαρι Κλίντον και το Δημοκρατικό Κόμμα από μεριάς των τεράτων ανάμιξή τους, σε κυκλώματα trafficking ανηλίκων και παιδοφιλίας.

Ωστόσο, η καλοσχεδιασμένη και πολύ εξειδικευμένης στόχευσης ανάρτηση Τσιόδρα προσκρούει στη λογική για 4 λόγους:
1. διότι το QAnon είχε απέναντί του το σύνολο του καλλιτεχνικού κόσμου στις ΗΠΑ, όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα με τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την Λίνα Μενδώνη,
2. διότι η -εμφανέστατη- προσπάθεια να προσεταιριστεί το μπλοκ Μητσοτάκη και των συν αυτώ τους εν Ελλάδι υποστηρικτές της Χίλαρι Κλίντον (σχεδόν συνολικά προερχόμενων από τον χώρο του λεγόμενου «εκσυχρονισμού» του Κώστα Σημίτη), ως αδίκως πληγείσα (και ηττηθείσα) τότε υποψήφια πρόεδρο των Δημοκρατικών, παραβλέπει ότι ο Δ. Λιγνάδης είναι ήδη προφυλακισμένος και άρα πρόκειται για μια πραγματική και όχι μια φανταστική ιστορία (εκτός κι αν ο κ. Τσιόδρας γνωρίζει από τώρα ότι αδίκως διασύρεται ο πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου που διορίστηκε από τον σημερινό πρωθυπουργό και μελλοντικά ο Δ. Λιγνάδης θα αποδοθεί άσπιλος στην κοινωνία),
3. διότι οι συνεχιζόμενες προσπάθειες Τραμπ να φτιάξει «δικό του κόμμα», μοιάζουν πολύ με τις κινήσεις Κυριάκου Μητσοτάκη εντός και σε σχέση με τη ΝΔ, και
4. διότι εισβολή στο «ελληνικό καπιτώλιο» επιχειρήθηκε από ομάδες ανθρώπων που ο ίδιος ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης είχε ενεργοποιήσει, με αποτέλεσμα εκδηλώσεις κατηγορίας όχλου (συγκλονιστικής συμβολικής και πραγματικής ομοιότητας με τους εισβολείς στο καπιτώλιο), ένεκα της συμφωνίας των Πρεσπών.

Ανήκει αποκλειστικά στην ευθύνη των σημιτικών του Κυριάκου Μητσοτάκη αν θα αναδεχτούν αυτόν τον ολοφάνερο έμπαιγμό τους.

 

 

 

 

23 Φεβ. 2021

Η ποινική πτυχή

μιας πολιτικής ιστορίας

Η σύλληψη Λιγνάδη είναι ένα περιστατικό πολύ κρίσιμης σημασίας για τον νομικό και πολιτικό πολιτισμό μας. Γιατί; Για δύο λόγους!

- Πρώτος λόγος: Διότι ο πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου ήταν (και εν πολλοίς παραμένει) ένα προβεβλημένο στέλεχος της ελληνικής ελίτ, με όλες τις συμπαρομαρτούσες εύνοιες,  δυνάμεις και προνόμια της κοινωνικής ιδιότητάς του, άρα και με αυξημένο λόγο επιρροής και άσκησης πιέσεων σε δημόσια όργανα κάθε είδους και μορφής, συμπεριλαμβανόμενης και της Δικαιοσύνης. (Ακόμη κι αν δεν πρόκειται για συντεταγμένο κοινωνικό νεποτισμό -που κι αυτό είναι υπό εξέταση- οι δυνατότητες του Δ. Λιγνάδη να επηρεάσει τις εξελίξεις που αφορούν στον ίδιον αλλά και σ’ άλλα πρόσωπα, είναι αυτονόητα ιδιαίτερα διευρυμένες ακόμη και σήμερα, ανεξάρτητα από τη σύλληψή του και την εκκίνηση της εισαγγελικής έρευνας σχετικά με το πρόσωπό του, η οποία άλλωστε κατέστη αναπόδραστη κατόπιν των καταγγελιών από τα φερόμενα ως θύματά του).

Έτσι ο νομικός μας πολιτισμός, ο οποίος εν προκειμένω εκπροσωπείται πρωτίστως από τη δικαιοσύνη, έχει το διπλό καθήκον όχι μόνο να κρίνει δίκαια την υπόθεση, αλλά και να εκπέμψει πειστικά το μήνυμα της ισοτιμίας όλων μας ενώπιόν της, ιδίως ενώπιον μιας κοινωνίας κουρασμένης και σε μεγάλο μέρος της αποκαμωμένης από τα φαινόμενα και τις μαζικές συμπεριφορές κατάφωρης παραβίασης του κανόνα της ισότητας εν δημοκρατία, τις δύο τελευταίες δεκαετίες.                

- Δεύτερος λόγος: Διότι η υπόθεση αυτή σχετίζεται στενά και πέραν πάσης αμφιβολίας με την πολιτική ηγεσία της χώρας στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο, είτε αναγνωρίζεται το στοιχείο αυτό από την κυβέρνηση ως αναπόσπαστος αιτιολογικός παράγων των εξελίξεων, είτε όχι. Άλλωστε, πλέον υπάρχει μεγάλη επάρκεια αλληλεξαρτώμενων σημείων (εκκινώντας από τον τρόπο επιλογής και τοποθέτησης του Δ. Λιγνάδη, ως την ομολογημένη από τα χείλη της υπουργού Πολιτισμού προσπάθεια ανάμιξης πολιτικών παραγόντων με σκοπό τη διαμόρφωση των προσλαμβανόμενων από την κοινή γνώμη χαρακτηριστικών της υπόθεσης, η οποία στο περιεχόμενό της όμως μόνον σε ποινικούς όρους επιτρέπεται να αφορά). Επίσης, υπάρχουν μια σειρά άλλα περιστατικά, μικρής ή μεγαλύτερης σημασίας, αλλά πάντως αρκούντως συνεκτικά της βασιμότητας ότι επιχειρήθηκαν άνωθεν παρεμβάσεις. Όπως το περίφημο επιβεβαιωμένο σημείωμα της ΕΡΤ για τον τρόπο διαχείρισης της εικονογράφησης της υπόθεσης Λιγνάδη στα δελτία ειδήσεων του κρατικής ραδιοτηλεόρασης, που τελεί υπό την άμεση διοικητική εποπτεία του πρωθυπουργικού γραφείου. Ή, όπως, η μέχρις αφελείας εμφανής προσπάθεια να υποβαθμιστεί  το όλο θέμα, σε δελτίο ειδήσεων ιδιωτικού καναλιού πανελλήνιας εμβέλειας. Ή, όπως η βιασύνη να αξιολογηθούν οι καταγγελίες κατά του Δ. Λιγνάδη ως παραγεγραμμένες, από αναρμόδια προς τούτο πρόσωπα, αλλά διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Ή, τέλος, όπως η ίδια η υπουργός Πολιτισμού στη συνέντευξή της μιλώντας σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο και με την σαφή διευκρίνισή της ότι δεν γνωρίζει τον πρώην καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, επιβεβαιώνει ότι η επιλογή και τοποθέτηση Λιγνάδη έγινε με τη συμμετοχή και άλλων πολιτικών παραγόντων. Ποιών; Η εισαγγελική και δημοσιογραφική έρευνα οφείλουν να αποκαλύψουν!                

Έτσι, ο πολιτικός μας πολιτισμός, ο οποίος στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν έχει  να κάνει με την ποιότητα εκφοράς του δημόσιου λόγου (που είναι πολύ σοβαρό μεν, τελείως άλλο δε και άλλων χειρισμών ζήτημα) εδώ οφείλει να αποδείξει με απολύτως πειστικό τρόπο στην ίδια κοινωνία, τα χαρακτηριστικά της οποίας περιέγραψα πιο πάνω, ότι οι τυχόν συντρέχουσες πολιτικές πτυχές της υπόθεσης Λιγνάδη, δεν είναι κρίσιμες για τη διαμόρφωση των ποινικών στοιχείων της. Ευχόμαστε να μην είναι έτσι! Αλλά αυτό πρέπει να διευκρινιστεί απολύτως και μην απομείνει η παραμικρή σκιά!

Λυπούμαι να πω ότι με τους ως τώρα κυβερνητικούς χειρισμούς, μόνος πλέον φορέας επαρκούς πιστοποίησης προς τους πολίτες ότι η σημερινή πολιτική ηγεσία της χώρας δεν συνδέεται με τα ποινικά στοιχεία της υπόθεσης Λιγνάδη, είναι η δικαιοσύνη. Η οποία οφείλει  να μην αρκεστεί στον φερόμενο βιαστή και διαφθορέα ανηλίκων, αλλά να ερευνήσει και τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβαν χώρα τα εγκλήματα, καθώς και να προχωρήσει σε διακρίβωση των αιτίων που τα εγκλήματα αυτά για τόσο μεγάλο χρόνο εν τοις πράγμασι απολάμβαναν της ανοχής τόσων ανθρώπων. Και αν υπάρχουν ή τεκμαίρονται στοιχεία είτε εμπλοκής δημόσιων προσώπων είτε τέλεσης των ίδιων προσώπων εν γνώσει των εγκλημάτων και σιωπής τους, η δικαιοσύνη να πράξει τα δέοντα.

Θεωρώ, λοιπόν, αυτονόητο ότι η δικαιοσύνη θα διερευνήσει ως οφείλει τις αναφορές Μενδώνη περί εξαπάτησής της ίδιας και της κυβέρνησης από τον Δ. Λιγνάδη. Όπως οφείλει να διερευνήσει απαρεγκλίτως και τις συνθήκες επιλογής και τοποθέτησης του ίδιου ως καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου.

Κρίνω τουλάχιστον ως ανόητες -αν δεν είναι υπόπτως επιβεβαιωτικές μιας ενοχής, που καταβάλλεται προσπάθεια από φορείς εξουσίας να αποσιωπηθεί- τις απόψεις «όλοι εγνώριζαν». Πρώτον, διότι βεβαίως δεν εγνώριζαν όλοι αλλά -αν γνώριζαν κάποιοι- αυτοί ήταν μέλη της ελίτ, της οποίας διακεκριμένο μέλος ήταν ο Δ. Λιγνάδης. Δεύτερον, διότι και αν εγνώριζαν κάποιοι, η ευθύνη τους μπροστά στις ευθύνες πολιτικών προσώπων , τα οποία τυχόν επίσης εγνώριζαν και σιώπησαν επί τόσα χρόνια, δεν είναι ίσου καταλογισμού. Και πρέπει στο σημείο αυτό επί πλέον να τονιστεί ότι είναι εγκληματικά επικίνδυνες αυτές οι απόψεις του τύπου «όλοι γνώριζαν» (άρα οι πολιτικοί δεν φέρουν ευθύνη -γιατί αυτός είναι ο ανομολόγητος σκοπός αυτών των απόψεων), διότι μ’ αυτά τα «όλοι γνώριζαν» εμφανίζονται οι πρακτικές βιασμών και διαφθοράς ανηλίκων ως δήθεν ανεκτές από το κοινωνικό σύνολο, ενώ δεν είναι σε καμιά περίπτωση! Δεν υπάρχει μεγαλύτερη βρωμιά από το να ενοχοποιείς ολόκληρη την κοινωνία, για να ξεπλυθούν φυσικοί και ηθικοί αυτουργοί αυτών των βαρύτατων εγκλημάτων και να αποφευχθεί ο τυχόν απαραίτητος πολιτικός καταλογισμός που απαιτείται.

Όπως επίσης η δικαιοσύνη οφείλει να ενοποιήσει αμέσως τις δικογραφίες με την άλλη εισαγγελική έρευνα που διενεργείται περί προαγωγής ανήλικων ασυνόδευτων μεταναστών και προσφύγων προς εκπόρνευση. Διότι δεν πρόκειται για δύο άσχετα μεταξύ τους θέματα, όπως επιχειρείται να φανεί, αλλά για δύο θέματα που σχετίζονται απολύτως, αφού οι καταγγελίες αυτές προέκυψαν από την υπόθεση Λιγνάδη. Να διερευνηθεί λοιπόν και αυτή η πτυχή και όσοι δεν αναμιγνύονται να αποδοθούν άσπιλοι. Για να γίνει, όμως αυτό, δεν αρκούν οι διαψεύσεις όσων τους αποδόθηκαν τέτοιες βαρύτατες αναφορές.       

Λυπούμαι, τέλος, να πω ότι η πρωτοβουλία Μητσοτάκη να φέρει επειγόντως στη Βουλή θέμα περί της «ποιότητας του δημόσιου λόγου» και προφανώς σε συνάρτηση με την υπόθεση Λιγνάδη, επιβαρύνει τις υπόνοιες περί της προσπάθειας να αποστασιοποιηθεί τεχνηέντως από το μεγάλο θέμα της επικαιρότητας. Διότι είναι σαφέστατο πως άλλο είναι το θέμα της υπόθεσης Λιγνάδη και έχει υποχρέωση ο πρωθυπουργός να συμβάλλει στην εκκαθάριση αυτής της υπόθεσης κατά απόλυτη προτεραιότητα, ιδίως επειδή αποδίδεται και στον ίδιο ανάμιξή του.

Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, οφείλουν να παραστούν στη συνεδρίαση της Βουλής και να μιλήσουν μόνο για την υπόθεση Λιγνάδη. Κάθε άλλη αναφορά τους στο θέμα της ποιότητας του δημόσιου λόγου, αυτονόητα θα είναι  μια συμβολή να αλλάξει τεχνηέντως η δημόσια ατζέντα και εκ του αποτελέσματος μια συμβολή συγκάλυψης.

Κι αυτά, παρ’ όλο που πληροφορίες φέρουν τον πρωθυπουργό να ετοιμάζει φάκελο με αναφορές στο τί έκανε ο κ. Τσίπρας (οι γνωστοί αντιπερισπασμοί με τον πρέσβη της Βενεζουέλας κ.λπ.). Η αντιπολίτευση, με ήθος, επιμονή και τεκηριωμένες αναφορές πρέπει και το οφείλει να επικεντρωθεί στη συμβολή εκκαθάρισης του μεγάλου σκανδάλου Λιγνάδη, και να μην απομακρυνθεί για κανένα λόγο από τον στόχο της.         

 

 

 

 

20 Φεβ. 2021

Βιασμοί και πολιτική

Τώρα που τα στόματα ανοίγουν και η βρωμιά απλώνεται μέχρι και τις «καλύτερες οικογένειες», μπορούμε να δούμε την πολιτική πτυχή της υπόθεσης! Γιατί υπάρχει πολιτική πτυχή, βαθύτατη, ευθέως σχετιζόμενη με το πώς πολιτικές παράταξεις και πρόσωπα, αντιλαμβάνονται την ενάσκηση εξουσίας, όποτε την κατέχουν, με όρους χυδαίας  εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, ακόμη και πλήρους απαξίωσης των ανθρώπινων υποστάσεων και κυρίως -κι αυτό είναι το πιο εξοργιστικό και περισσότερο αποκαλυπτικό ενός συγκεκριμένου δημόσιου ήθους- έναντι εκείνων ανάμεσά μας που βρίσκονται σε κατάσταση ανάγκης περισσότερο από τους άλλους. (Ποιοί είναι αυτοί; Είναι ανήλικοι, γυναίκες, πρόσφυγες, εργαζόμενοι σε πολύ δύσκολες συνθήκες για ένα κομμάτι ψωμί, άνεργοι, παιδιά, και τόσοι άλλοι, που με κάθε ευκαιρία βιώνουν με απίστευτη συχνότητα και με όρους καθημερινότητας ψυχολογικούς, πνευματικούς και σωματικούς βιασμούς, ως σύμπτωμα και συνέπεια μιας πολιτικής αντίληψης για τη δομή των κοινωνιών και τη θέση εξουσιαστή και εξουσιαζόμενου μέσα σ’ αυτές).

(σ.σ: Και ξεκίνησα μ’ αυτό, διότι ήδη έχει ξεκινήσει η συστηματική προσπάθεια αποενοχοποίησης του συστήματος που παράγει και ανέχεται αυτά τα φαινόμενα και τις συμπεριφορές, εμφανίζοντας αυτούς τους βιασμούς ως δήθεν εξαιρέσεις, ενώ είναι ο κανόνας).

...Ξεκίνησα, όμως, απ’ αυτό, για έναν ακόμη λόγο: Διότι η κατανόηση του ηθικού πεδίου παραγωγής και ανοχής των βιασμών, σωματικών ή άλλων, ως βάσης του πολιτικού συστήματος που τα προκαλεί, εξηγεί απολύτως και μέχρι τελευταίου βάθους εννοιών, γιατί υφίσταται το ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς! Ερμηνεύει, παράλληλα, επαρκώς γιατί το πλεονέκτημα αυτό είναι ο κρίσιμος επεξηγηματικός λόγος για τον οποίο το ίδιο συγκροτεί την απαράβατη ικανή και αναγκαία προϋπόθεση για να αλλάξουμε τον κόσμο από το ολικό ηθικό, παραγωγικό, περιβαλλοντικό, πολιτισμικό και πολιτικό αδιέξοδο, στο οποίο έχουν οδηγήσει τα πράγματα οι εξουσιαστές του συγκεκριμένου σημερινού κυρίαρχου μοντέλου. Αποκωδικοποιεί,  ακόμη, γιατί ποτέ η δεξιά δεν θα μπορούσε να επικαλεστεί ανάλογο ηθικό πλεονέκτημα ενώπιον των κοινωνιών. Αποκαλύπτει, τέλος, γιατί τόση οργή και τόσο οργανωμένη προσπάθεια να γελοιοποιηθεί και να αποδομηθεί το επιχείρημα περί ηθικού πλεονεκτήματος της αριστεράς, ως καίριου προσδιοριστικού σημείου των παραταξιακών ταυτοτήτων, ανάμεσα στα κόμματα του υφιστάμενου σκηνικού.

Για να γίνει απολύτως κατανοητό, ας δούμε τί συνεπάγεται σε ηθικό επίπεδο το γνωστό περιστατικό ολόκληροι πληθυσμοί της νότιας Ευρώπης να πεινούν, και η απάντηση που τους δίνεται να είναι κατηγορίες σε βάρος τους περί τρυφηλότητας και περί συβαριτικού μοντέλου διαβίωσης, καθώς και τσίτατα της μορφής και της πολιτικής ποιότητας του «the game is over». Φυσικά υπήρχε και υπάρχει περιθώριο και μεγάλη ανάγκη για εκλογίκευση των οικονομιών της νότιας Ευρώπης, τόσο σε ό,τι αφορά τη δικαιότερη κατανομή των διαθέσιμων πόρων όσο και το παραγωγικό μοντέλο των οικονομιών τους, αλλά αυτά είναι θέματα που τίθενται και παλεύονται με το αρμόζον δημοκρατικό ήθος και όχι με «μαγκιές» των ισχυρών επί των αδυνάμων. Αυτό ήταν και είναι το ηθικό μειονέκτημα της δεξιάς!

(Αν είχα να αναζητήσω κάποια εξήγηση για το φαινόμενο τόσο καθοδικής πορείας των κοινωνιών στο ηθικό πεδίο, θα την αναζητούσα στην κυριαρχία της πολιτικής δεξιάς και την εντυπωσιακή ενίσχυση της ακροδεξιάς τις δύο τελευταίες δεκαετίες! Αλλά αυτό είναι μια άλλη γενικότερη συζήτηση, που θα κάνουμε κάποια άλλη στιγμή...)  

Πιο πρακτικά, στα καθ’ ημάς, από τις αναφορές κυβερνώντων στους «ψυκτικούς του Περιστερίου», μέχρι την περιοδεία και το τραπέζωμα στην Ικαρία, αλλά και την ποδηλατάδα στην Πάρνηθα, την ώρα που που εκατομμύρια συμπολίτες του ηγέτη ασφυκτιούν, αναδύεται η αντίληψη του προνομιούχου μέλους της κοινωνίας, που οι υπόλοιποι, όλοι εμείς, οφείλουμε να ανεχόμαστε, υπό τη συγκλονιστική για δημοκρατικά ήθη επίκληση ότι πρόκειται για τον ηγέτη «που κέρδισε τις εκλογές»! Άραγε αυτοί δεν ήταν βιασμοί σε μαζική κλίμακα;  

Θλιβερότερη, όμως, απόπειρα να επιχειρηθεί τεχνηέντως η κατάπτωση της αξίας των σημαινόμενων υπό τον όρο «ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς», είναι η πρακτική των συμψηφισμών που έχει βάλει μπρος οργανωμένα και μεθοδευμένα η άρχουσα ομάδα των εξουσιαζόντων, επιχείρηση στην οποία δυστυχώς και ως μη όφειλαν συμπράττουν και συνοδοιπόροι τους.

Πρόκειται για τους συμψηφισμούς της απόπειρας να εγκατασταθεί ως αναπόφευκτη πραγματικότητα το «όλοι είναι ίδιοι»! Κι αυτό, στο πλαίσιο μιας ολόκληρης προπαγανδιστικής μηχανής, που στο βάθος των πολιτικών πραγμάτων το σκοπούμενο παραγόμενο προϊόν της είναι το μήνυμα ότι «δεν θα αλλάξει και τίποτα» αν φύγουν αυτοί που σήμερα κυβερνούν.

Στην πραγματικότητα, όμως, είναι μια αδίστακτη προπαγάνδα η οποία αποσκοπεί να εμπεδώσει στο συλλογικό συνειδητό ότι οι βιασμοί καθε είδους δεν συνιστούν εκτροπές ηθικών και πρακτικών αρχών, επί των οποίων οικοδομούνται οι δημοκρατίες των μεταξύ τους «ίσων πολιτών» του 21ου αιώνα, αλλά είναι συνήθη δεδομένα των σημερινών κοινωνιών και υπό την οπτική αυτή τέτοιοι βασμοί είτε είναι ανεκτές συμπεριφορές, είτε -αν ο καταλογισμός σε βάρος τους καταστεί αναπόφευκτος- οι βιαστές θα πρέπει να πέφτουν «στα μαλακά». (Τί πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από «το κάτσε για λίγο καιρό εκτός προσκηνίου ώσπου να ξεχαστεί το θέμα» προς τον κ. Νίκο Γεωργιάδη, καταδικασμένο για παιδεραστία στενό συνεργάτη του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, με τον τελευταίο να μη φείδεται μέσων και αναφορών για να πέσει «στα μαλακά» ο παιδεραστής συνοδοιπόρος του; Και τί πιο ενδεικτικό περί του ότι αυτά που αναφέρω συμβαίνουν στην πραγματικότητα, τί πιο αποκαλυπτικό για μια τάξη πολιτικών ηθών, να ελέγχεται δημοκρατικά μια κυβέρνηση για πράξεις και παραλείψεις της στην αντιμετώπιση μιας κακοκαιρίας και η απάντηση σ’ αυτόν τον δημοκρατικό έλεγχο να είναι ότι η προηγούμενη κυβέρνηση -της αριστεράς- «έκαψε 100 ανθρώπους στο Μάτι»! Λες και οι νεκροί εκείνης της πυρκαγιάς, αντί για ήρωες μνήμης όλων μας για τις μεγάλες αστοχίες στη διαχείριση μιας φυσικής καταστροφής, τελικά τους έμελε να καταστούν αθύρματα κραυγαλέας πολιτικής τυμβωρυχίας από τους βιαστές του στοιχειωδώς απαιτούμενου δημόσιου ήθους, ως προϋπόθεσης  για να δικαιούται κάποιος να θεωρείται πολιτικό δημόσιο πρόσωπο;)

Εν προκειμένω όλα σ’ αυτό το κουβάρι αποκαλυψεων, που θα κλονίσει συθέμελα θέλοντας και μη τους πολιτικούς φορείς ανοχής και υπόθαλψης αυτών των βιασμών, ήταν η διαρραγή στο άθικτο πρόσωπο μιας εξουσίας, της σημερινής εξουσίας, της κυβερνητικής, όπως και από όποιον ασκείται: Η κυρία Μπεκατώρου διέρρηξε τον πανίσχυρο ιστό των προειδοποιητικών απειλών του κυρίαρχου συστήματος και των πολιτικών εκπροσώπων του, που στοχεύουν κατά οιουδήποτε θα τολμούσε  να αποκαλύψει την πραγματικότητα!

Ποιά ήταν η συνέχεια; Η υποδοχή των αποκαλύψεων Μπεκατώρου άρχισε από την πρώτη κιόλας στιγμή να ξετυλίγει και το κουβάρι της επιβεβαίωσης ότι τα όσα ανέφερε η ολυμπιονίκης μας, συνιστούν κορυφαία απειλή κατά του κόσμου αυτών των βιασμών και των φυσικών αυτουργών τους, καθώς και της συντεταγμένης προσπάθειας συγκάλυψης  των εγκλημάτων. Οι πρώτες αντιδράσεις των υποστηρικτών του συστήματος ήταν εκείνα τα σιχαμένα «γιατί δεν μίλησε τόσα χρόνια»! Σε μία καταφανή απόπειρα να αμφισβητηθεί η αξιοπιστία του προσώπου που βιάστηκε.

Ταυτόχρονα, από την πρώτη κιόλας στιγμή πολύς κόπος και «μιντιακή ύλη» για να μην δημοσιοποιήθούν τα ονοματεπώνυμα των βιαστών, καθώς το περιστατικό καταλύτης-αποκάλυψη του βιασμού Μπεκατώρου από την ίδια την παθούσα έδωσε το έναυσμα να αποπειραθούν κι άλλοι να σπάσουν τον ασφυκτικό κλοιό των ανομολόγητων απειλών σε βάρος όσων υπέστησαν τα ίδια και ποτέ δεν τόλμησαν από φόβο να το δημοσιοποιήσουν. Όμως ο σπόρος της αντίδρασης στο καθεστώς της εμπεδωμένης ανομίας, ακόμη και των φυσικών βιασμών,  που φυσικά δυστυχώς εν τοις πράγμασι ένα πολύ μικρό μέρος τους τελικά θα αποκαλυφτεί, κάρπισε. Κι έτσι ήρθε η σειρά του Λιγνάδη!

Πριν αποκτήσει τη διάσταση που έχει πλέον λάβει το θέμα αυτό, είδα με θλίψη μου ακόμη και πρόσωπα που το δημόσιο ήθος τους σέβομαι  να επιχειρούν να εμφανίσουν πολιτικά κίνητρα, ως την δήθεν κύρια βάση των αποκαλύψεων για τους αποδιδόμενους βιασμούς και τις αποπλανήσεις ανηλίκων, παραβλέποντας το θεμελιώδες ζήτημα: ότι επρόκειτο για βιασμούς, βιασμούς μάλιστα που είχαν επιβεβαιωθεί επισήμως, από τα ίδια τα θύματα! Τόση αήθεια! (Αυτή τη στάση όσων του κύκλου μου το έπραξαν, δεν θα ξεχάσω ποτέ! Οι ίδιοι ξερουν από ποιά παράταξη προέρχονται και γνωρίζουν ποιά ήταν τα κίνητρα της τόσο κραυγαλέας αήθειας στην οποία προσέφυγαν...)

Στη συνέχεια άρχισε η οργανωμένη  προσπάθεια να εμφανιστούν οι αποδιδόμενοι βιασμοί ως υποθέσεις του ίδιου καταλογιστικού βάρους, ...με διάφορες καταγγελίες για τον Κιμούλη, τον Σπυρόπουλο, τον Φιλιππίδη τον Χαϊκάλη, και τα ονόματα να πέφτουν βροχή, ...εκτός από το όνομα εκείνου στον οποίο οι καταγγελίες απέδιδαν βιασμό και αποπλανήσεις! (Βέβαια, οι Κιμούλης και Χαϊκάλης είχαν και σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ και ένεκα τούτου ήταν και πολύ χρήσιμοι για την επιχείρηση «όλοι ίδιοι είναι»).

Μετά, στο πλαίσιο της ίδιας προσπάθειας του «όλοι ίδιοι είναι, άκουσα (πάντα από τα ίδια κέντρα της απόπειρας αποφόρτισης της υπόθεσης αποδιδόμενων βιασμών και αποπλάνησης ανηλίκων) ότι κάπου και κάπως μπερδεύεται και ανέχτηκε και ο Τσίπρας βιασμούς, με την επίκληση της υπόθεσης του πρέσβη της Βενεζουέλας. Ναι, αυτό ήταν το νόημα και το νήμα των αναφορών στον Τσίπρα: Ότι είτε είναι ο Μητσοτάκης στην εξουσία, είτε είναι ο Τσίπρας, τα ίδια θα συνέβαιναν!

Όλη αυτή η υπόθεση, είτε το θέλουν οι ήρωές της είτε προσπαθούν να αποπροσανατολίσουν από την ανοιχτή πλέον αποκάλυψη ότι οι ίδιοι ως σύστημα εξουσίας και ως πολιτική παράταξη υπό τη συγκεκριμένη ηγεσία παράγουν πλέγμα σχέσεων που οδηγούν σε βιασμούς, και τους βιασμούς αυτούς συγκαλύπτουν συνειδητά και εν πλήρη συναισθήσει του ηθικού καταπεπτωκότος πλαισίου εντός του οποίου δρουν ασκώντας την εξουσία που κατέχουν, γεννά σημαντικές εξελίξεις. Εξελίξεις ριζικής αποκαθήλωσης κάθε επιχειρήματος των ως σήμερα υποστηρικτών ή πολιτικών συνοδοιπόρων τους.

Κι όλο αυτό, εντός ενός ευρύτερου δημόσιου σκηνικού καταστροφής της Ελλάδας, από τις χιλιάδες θανάτους λόγω της πανδημίας, την ολοσχερή εξαθλίωση της ελληνικής οικονομίας, και την ώρα που ένα τουρκικό ερευνητικό σκάφος αλωνίζει το Αιγαίο σε περιοχές που καμιά ελληνική κυβέρνηση ως σήμερα δεν το επέτρεψε.  

Όμως, πια τα ψέματα τελείωσαν. Δικαιολογίες πια δεν υπάρχουν! Ο καθένας από μας είτε θα είναι μαζί με τους βιαστές και όσους τους  ανέχονται και τους συγκαλύπτουν, είτε θα είναι απέναντί τους.

(Υγ.: Κρατώ ως παρακαταθήκη τιμής και διάσωσης  της ηθικής συγκρότησης  του ελληνικού πνευματικού κόσμου, τη μαζική αντίδραση των καλλιτεχνών μας κατά του πολιτικού εσμού. Σ’ ένα περιβάλλον που ολοένα και περισσότερο θυμίζει την εντυπωσιακή απομόνωση του Ντόναλντ Τραμπ από τους αμερικανούς καλλιτέχνες, η ίδια εικόνα απομόνωσης έχει πια καταστεί σκηνικό και για τη σημερινή ελληνική κυβέρνηση και την ηγεσία της)