Μολυβάκι

9 Ιουλ. 2020

Ο βούρκος ως μέσο

παραγωγής πολιτικής

Με το κλίμα πολιτικής σήψης που αναδύεται ξεκάθαρα από την ανάδειξη των παρακρατικών ηχογραφήσεων και τη σχεδιασμένη δημοσιοποίησή τους ως των κύριων παραγόντων «παραγωγής πολιτικής» αυτή τη στιγμή, την ώρα που η χώρα ασφυκτιά από την πρωτοφανή οικονομική καταστροφή, ολοκληρώνεται το πρώτο μέρος της νέας τακτικής που ξεδιπλώνεται από μέρους του Μεγάρου Μαξίμου. Μιας τακτικής που επιστρατεύτηκε άρον-άρον για να αλλάξει την ατζέντα από την οικονομική ανέχεια και τη γενικευμένη αποτυχία της κυβέρνησης να αντιμετωπίσει το σύνολο των σοβαρών προβλημάτων της Ελλάδας, τα περισσότερα από τα οποία μάλιστα η ίδια δημιούργησε ή επιδείνωσε.  

Το πρώτο μέρος της νέας τακτικής Μητσοτάκη στέφθηκε με επιτυχία! Η κυβέρνηση των σκοιλ ελικικου, του λαδώματος των μέσων ενημέρωσης με το κρεσέντο αδιαφάνειας και διασπάθισης των 20 εκατ. του Πέτσα, του άγριου ξυλοδαρμού πολιτών από την αστυνομία μέσα στα σπίτια τους κατά βάρβαρη παραβίαση του οικιακού ασύλου, των πανάσχημων αλλά πανάκριβων τενεκέδων της Πανεπιστημίου, του χουντικής έμπνευσης νομοσχεδίου κατάργησης των διαδηλώσεων, κ.λπ.κ.λπ., κατάφερε -αντί να απολογείται- να ενσταλάζει στους πολίτες την εντύπωση ότι …όλοι είναι ίδιοι.

Με τις ηχογραφήσεις, που μετατρέπουν την υπόνοια γενικευμένης σήψης του κομματικού συστήματος σε κεντρικό όχημα της πολιτικής της, η κυβέρνηση είναι σαν να στέλνει στους πολίτες ένα μήνυμα: Δεν κάναμε εμείς το σκοιλ ελικικου! Δεν είμαστε εμείς που ξυλοφορτώσαμε και δέσαμε πισθάγκωνα τον άμοιρο Ινδαρέ μέσα στο ίδιο το σπίτι του! Ούτε εμείς είμαστε που λαδώσαμε τα μέσα ενημέρωσης, γελοιοποιώντας κάθε έννοια πληροφόρησης της κοινής γνώμης, όπως επιβάλλεται στις δημοκρατίες. Δεν γελοιποιήσαμε εμείς την Αθήνα σ’ ολόκληρο τον κόσμο με τις βλακείες της ψευδοπιπεριάς στην καρδιά της (καχεκτικής) τουριστικής περιόδου! Ούτε εμείς ήμασταν που εμπνευστήκαμε το χουντο-νομοσχέδιο απαγόρευσης των συναθροίσεων, που το Σύνταγμά μας επιβάλλει να είναι απολύτως ελεύθερες.

Κι αν τα κάναμε, και οι «άλλοι», έδωσαν άδειες στα κανάλια, είχαν βάλει κλούβες εξω από του Μαξίμου, δολοφόνησαν ανθρώπους στη Μαρφίν και …δεν μίλαγαν καλά αγγλικά.

Άρα: Ο απόλυτος συμψηφισμός! Και οι «άλλοι», τα ίδια και χειρότερα είχαν κάνει!  Και τελικά δεν είναι της κυβέρνησης Μητσοτάκη όλα τα παραπάνω νεοδημοκρατικά αίσχη αποτελέσματα του ενός έτους που βρίσκεται στην εξουσία!

Αυτή η πολιτική «λίγδα» του συμψηφισμού αποτελεί ήδη την κορυφαία απόδειξη ότι η σημερινή κυβέρνηση απέτυχε! Και πρέπει να φύγει το ταχύτερο δυνατό γιατί προκαλεί πολύ σοβαρή ζημία στη χώρα!

Έχει, μάλιστα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι, ανατρέχοντας στην  πολιτική ιστορία μας, διά γυμνού οφθαλμού αποκαλύπτεται ότι αυτή η τακτική των «συμψηφισμών του βούρκου» υπήρξε κεντρικό εφόδιο στο πολιτικό οπλοστάσιο της εγχώριας συντηρητικής παράταξης, ούτω καλουμένης  παρ’ ημίν «δεξιάς». Κι ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει ότι αν συγκρίνει κανένας σε ποιόν χρόνο πρώην κυβερνήσεις της δεξιάς επιστράτευσαν αυτήν την τακτική, παλιότερα σε σχέση με σήμερα, θα διαπιστώσει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει σπάσει κάθε ρεκόρ ταχύτητας ως προς την επέλευση των καταστροφικών αποτελεσμάτων από τη διακυβέρνησή του! Ποτέ άλλοτε δεν έχει καταγραφεί μια δεξιά κυβέρνηση τόσο σύντομα να έχει προκαλέσει τόση ζημία στην οικονομία μας, στα εθνικά μας θέματα, στους δημοκρατικούς μας θεσμούς, τον πολιτισμό και τόσα άλλα πεδία, και ταυτόχρονα οι υποθέσεις διαφθοράς στελεχών της να «σκάνε» με καταιγιστικούς ρυθμούς, η μία μετά την άλλη. Είναι ένα μεγάλο και μοναδικό ρεκόρ του πρωθυπουργού!  

Βέβαια, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη διαφοροποιείται από τις άλλες δεξιές κυβερνήσεις σε δύο βασικά σημεία:

- Τα πρώτο σημείο είναι ότι η αντιπολίτευση (σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα εκπροσωπούμενη από τον ΣΥΡΙΖΑ) υπνώττει! Η αδυναμία του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης να εκπροσωπήσει πολιτικά την ένταση, το βάθος και τον απόηχο της εμφανούς δυσαρέσκειας των πολιτών απέναντι στην κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη και την πολιτική της, βοά! Και, φυσικά, η χειρότερη εκλεγμένη κυβέρνηση στην ιστορία της Ελλάδας εκμεταλλεύεται τα πειράματα ήπιας αντιπολίτευσης του ΣΥΡΙΖΑ προς όφελός της.

Πριν και πάνω απ’ όλα με τη διαρροή εντέχνως στην κοινή γνώμη της πλασματικής αντίληψης ότι «αφού η αντιπολίτευση είναι τόσο ήπια, και η κυβέρνηση δεν μπορεί να είναι τόσο κακή»!
Και όμως! Είναι! Κι ακόμη χειρότερη απ’ όσο φαίνεται διά γυμνού οφθαλμού και όσο πατσουλί κι αν ρίχνουν τα μίντια πάνω στη βρώμα που εκπέμπει ο νεο-μητσοτακισμός!

- Το δεύτερο σημείο είναι ότι η σημερινή μιντιακή δικτατορία, δεν απαρτίζεται -όπως πιστεύαμε μέχρι πρότινος- από επιχειρήσεις  ΜΜΕ, τα οποία είναι απλά φορείς μετάδοσης και αναμετάδοσης των πολιτικών μηνυμάτων, όπως άλλωστε είναι η δουλειά τους -άντε με μια εκ των προτέρων θετική στάση απέναντι στην κυβέρνηση. Εδώ μιλάμε για ένα μπλοκ εξουσίας και αδίστακτης προαγωγής συμφερόντων στο πλαίσιο ενός σκληρού νεποτισμού περί τον κ. Μητσοτάκη, του οποίου τα φιλικά μέσα ενημέρωσης  συμμετέχουν ενεργά στον σκληρό κλειστό πυρήνα λήψης των κυβερνητικών αποφάσεων. Και φυσικά οι λαμβανόμενες αποφάσεις ευνοούν τα συμφέροντά τους. Όπως πέραν πάσης αμφιβολίας πλέον αποδείχτηκε περίτρανα με την ιστορία της λίστας Πέτσα!

Δηλαδή, δεν πρόκειται για μίντια που έχουν μια πολιτική προτίμηση. Ούτε πρόκειται για επιχειρήσεις που επιδοτήθηκαν (άντε με μια κάποια αυξημένη εύνοια), από μια τρέχουσα κυβερνητική απόφαση. Έχουμε να κάνουμε με παραλήπτες προϊόντων του εγκλήματος της απιστίας σε βάρος του δημοσίου και διασπάθισης δημόσιου χρήματος, εγκλήματα που όχι μόνον εγνώριζαν ότι ελάμβαναν χώρα όταν εξαργύρωναν τις επιταγές Πέτσα, αλλά είναι οι ίδιοι αυτουργοί στη διάπραξη του εγκλήματος και συμμέτοχοι όσο και συνεργοί στην επιτέλεσή του. Κανονική συμμορία!

Μ’ αυτές τις δύο τελευταίες διαφορές, που πιο πάνω εντόπισα για την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη σε σύγκριση με τις παλιότερες κυβερνήσεις της δεξιάς, ευλεπιστεί ο πρωθυπουργός ότι «θα τη βγάλει καθαρή».

Αμ δε! Ακόμη κι αν η αντιπολίτευση αδυνατεί να εκπροσωπήσει πολιτικά τα πολιτικά και κοινωνικά κοινά που με ραγδαίους ρυθμούς αθροίζονται στο ρεύμα δυσαρέσκειας που γεννά η διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, ο ριζοσπατισμός που διαμορφώνεται τούτη την ώρα θα εκφραστεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Βρισκόμαστε μπροστά σε σοβαρές εξελίξεις Και ο ΣΥΡΙΖΑ είτε θα παίξει τον ρόλο που του αντιστοιχεί στις εξελίξεις, είτε θα μείνει πίσω.

 

 

 

 

5 Ιουλ. 2020

Χρειάζεται η αριστερά

τη σοσιαλδημοκρατία;

Το τέλος των περιορισμών της πανδημίας επανέφερε τον έναν από τους δύο βασικούς κομματικούς πυλώνες της δημοκρατίας, την αξιωματική αντιπολίτευση, σε κατάσταση σχεδόν πλήρους λειτουργίας. Το περασμένο Σάββατο, με τη συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης (ΚΕΑ) του ΣΥΡΙΖΑ, της οποίας έχω την τιμή να είμαι μέλος, ουσιαστικά έγινε το μεγάλο βήμα επιστροφής στην προσυνεδριακή φάση, πιάνοντας το νήμα από εκεί που το είχαμε αφήσει πριν ξεσπάσει η πανδημία.

Επαναλαμβάνω κάτι που θεωρώ κρίσιμο: Αυτή η συνεδρίαση της ΚΕΑ δεν ήταν μια συνάντηση πολιτικής ζύμωσης, αλλά μια σύνοδος επικύρωσης αποφάσεων. Γι’ αυτό και δεν «σηκώνει» και πολύς λόγος αξιολόγησης του τί διαμείφτηκε εκεί. Αποφασίσαμε την επανεκκίνηση της πορείας προς το συνέδριο, την επίσημη μετονομασία του κόμματος από ΣΥΡΙΖΑ σε ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία (υπό τη ρήτρα τελικής έγκρισης της αλλαγής του ονόματος από το συνέδριο) και εγκρίναμε το πολιτικό πλαίσιο των 6+1 σημείων ως το πεδίο του προσυνεδριακού διαλόγου.

Γιατί 6+1 σημεία; Διότι, υπάρχουν τα 6 σημεία που έθεσε ο πρόεδρος Αλέξης Τσίπρας στην πρωτομιλία-εισήγησή του, καθώς και το 7ο σημείο (εξωτερική πολιτική και τα λεγόμενα «εθνικά» θέματα), που υπήρξε το μοναδικό πεδίο αναφοράς της δευτερολογίας-κλεισίματός του.       

Ομολογώ πως αιφνιδιάστηκα δυσάρεστα από την απουσία αναφοράς Τσίπρα στην εξωτερική πολιτική κατά την αρχική εισήγησή του! Παρ’ ό,τι προς στιγμήν σκέφτηκα να μιλήσω στη συνεδρίαση της ΚΕΑ με σκοπό να υπογραμμίσω αυτό το κατά τη γνώμη μου πολύ σοβαρό κενό, τελικά επέλεξα να αποφύγω μια τοποθέτηση, τόσο επειδή είχα την πεποίθηση ότι το θέμα δεν θα έμενε τελικά χωρίς αναφορά (όπως και έγινε και με εμφατικό μάλιστα τρόπο), όσο και διότι -όπως είπα- η ευκαιρία της πολιτικής ζύμωσης για τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία, ουσιαστικά ξεκινάει από ‘δω και πέρα και θα εξελιχθεί πλήρως στον προσυνεδριακό διάλογο.

Επίσης, πρέπει να λεχθεί ότι έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον το πολιτικό περιβάλλον εντός του οποίου λαμβάνει χώρα η επανεκκίνηση της προσυνεδριακής διαδικασίας για το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, με τη γενική εικόνα της χώρας να είναι πολύ επιβαρυμένη σε σύγκριση με την περίοδο αμέσως πριν την πανδημία και όχι αποκλειστικά ένεκα αυτής και των συνεπειών της, αλλά κυρίως διότι αθροίζονται πλέον με ταχείς ρυθμούς οι επιπτώσεις της διακυβέρνησης Μητσοτάκη σε βάρος όλων μας. Από την οικονομία, (όπου ήδη πριν την πανδημία η χώρα είχε επιστρέψει σε ύφεση), έως την εξωτερική πολιτική (όπου ραγδαία επιδεινώνεται το σκηνικό σε βάρος της Ελλάδας στην ανατολική Μεσόγειο ) και τους δημοκρατικούς θεσμούς (με μια κυβέρνηση των ΠΝΠ και  των 20 εκατ. ως αδιαφανές «μπαξίσι» στα μέσα ενημέρωσης, που υποτιμούν κατάφωρα τη δημοκρατική νοημοσύνη των πολιτών), το γκρίζο κυριαρχεί πια απολύτως στον δημόσιο βίο μας.

Υπάρχει, όμως, ακόμη το νήμα που πιάνεται ήδη πριν την πανδημία με την προσχηματική διαδικασία της προανακριτικής, με επιδίωξη το ξέπλυμα του μεγαλύτερου ελληνικού σκανδάλου, του πολιτικού σκανδάλου της Novartis! Ένα στοιχείο του σημερινού μετα-πανδημικού πολιτικού σκηνικού, που έρχεται ως συμπλήρωμα της προανακριτικής-πλυντηρίου του σκανδάλου της Novartis, με τις παρακρατικής κοπής πρακτικές των μαγνητοφωνήσεων διαλόγων πρώην υπουργών και με ολοφάνερο στόχο την επιδίωξη ποινικοποίησης της πολιτικής μας ζωής και τις διώξεις κατά πολιτικών αντιπάλων του Κυριάκου Μητσοτάκη, του Αλέξη Τσίπρα συμπεριλαμβανομένου! Κι ολ’ αυτά μαζί, συνθέτουν την εικόνα μιας χώρας ήδη βαρύτατα πληγωμένης από την πανδημία, την πολιτική αναξιότητα και τον αχαλίνωτο νεποτισμό του νεο-μητσοτακικού μπλοκ εξουσίας, που οδεύει ταχέως προς την πλήρη παρακμή των σκοιλ ελικικου, της ζαρντινιέρας του πυρακτωμένου τενεκέ, των αλλεπάλληλων εκτροπών του καισαρίσκου Χρυσοχοΐδη και των παρακρατικής έμπνευσης πολιτικών διώξεων που έρχονται από το χρονοντούλαπο της δεκαετίας του 1980.

Από ‘κει λοιπόν πιάνεται ξανά το νήμα για τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία! Και η πολιτική και θεσμική δυστοπία που παγιώνεται πλέον ως ταυτοτικό χαρακτηριστικό της σημερινής κυβέρνησης, είναι που διαφοροποιεί δραματικά και τις πολιτικές υποχρεώσεις του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σε σύγκριση με την προ πανδημίας περίοδο.   

Για παράδειγμα, μια «αντιπολίτευση των απαντητικών ανακοινώσεων» στην καταιγίδα αυθαιρεσιών με βαρύτατο κόστος για τη χώρα και τους πολίτες της, δεν μπορεί να λογίζεται ως επαρκής αντίδραση στη μεγάλη περιπέτεια για όλους μας, προς την οποία κατρακυλάει ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Είναι απολύτως αναντίστοιχη των αναγκών μιας σοβαρής αντιπολίτευσης τέτοια στάση από τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία.

Η αναντιστοιχία ανάμεσα στην αντιπολίτευση που ασκεί ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και στις ανάγκες πολιτικής αντιπροσώπευσης του υπό διαμόρφωση πλειοψηφικού πολιτικού και κοινωνικού ριζοσπαστικού ρεύματος που αναδύεται από το σημερινό πολιτικό σκηνικό του νεο-μητσοτακισμού, είναι κατά τη γνώμη μου εμφανής. Ψήγματα αποδεικτικά της ύπαρξής της ανιχνεύονται στην επιφύλαξη που διατηρεί (και ανεξάρτητα από τον εν πολλοίς τεχνητό χαρακτήρα του μιντιακά κατευθυνόμενου αντι-συριζισμού) σημαντικό μέρος των προοδευτικών και αριστερών πολιτικών κοινών. Έχει, όμως, σημασία να κατανοηθεί ότι η πολιτική βάση αυτής της επιφύλαξης εδράζεται στην εισπραττόμενη αναποτελεσματικότητα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Εκεί γεννιέται και η αμφιβολία για τις πολιτικές προθέσεις του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και την ειλικρίνεια των διακηρύξεών του ότι παραμένει (παρά την κυβέρνησή του 2015-2019) δύναμη ανατροπής και δεν είναι ένα ακόμη άθυρμα του συστήματος που διατείνεται ότι προσπαθεί να ανατρέψει, ξεγελώντας ένα πολιτικό και κοινωνικό κίνημα.

Για να γίνει σαφέστερο ό,τι υποστηρίζω υπενθυμίζω την αντιπολιτευτική τακτική του «ώριμου φρούτου», την οποία μετά την «ανδρεϊκή» περίοδο του ΠΑΣΟΚ, εφάρμοσαν εναλλάξ Νέα Δημοκρατία και σημιτικό μπλοκ εξουσίας, μέχρι το 2009 και την εκλογική επικράτηση του Γιώργου Παπανδρέου. Όμως, η τακτική του «ώριμου φρούτου» είναι μια τακτική που μπορεί να ασκείται από κόμματα ενός δικομματικού κύκλου εναλλαγής στην εξουσία συστημικών δυνάμεων και φυσικά δεν μπορεί να είναι στάση ενός κόμματος ανατροπής. Λυπούμαι να πω ότι η αντιπολίτευση που ασκεί (και μετά την πανδημία) ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία θυμίζει βασανιστικά την τακτική του «ώριμου φρούτου». Πως, λοιπόν, να μη γεννιέται σε μερίδα πιεζόμενων από την καταστροφική διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη κοινωνικών ομάδων, η αμφιβολία σχετικά με το εάν το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι φορέας εκπροσώπησης μιας από τα κάτω και κινηματικού τύπου διάθεσης ανατροπών που επιζητούν τα ριζοσπαστικοποιούμενα κοινά της εποχής μας, ή όχι;

Ακόμη χειρότερο (αν και πιο δυσδιάκριτο για ένα μη εξασκημένο πολιτικά μάτι) είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία (και ο πρόεδρος Αλέξης Τσίπρας είναι μέρος αυτής της αστοχίας) εμφανίζει συνειδητά την ανεπαρκή αντιπολίτευση που ασκεί ως προϊόν μιας επιλεγμένης «στροφής» του προς την «εκλογίκευση» της σοσιαλδημοκρατικής συντήρησης. Μα, η χώρα σήμερα, προφανώς δεν χρειάζεται έναν εναλλακτικό και εν ανάγκη συμπληρωματικό κυβερνητικό εταίρο στις δεξιού πολιτικού προσήμου πολιτικές που κυριαρχούν στην ΕΕ. Η Ελλάδα δεν έχει καθόλου ανάγκη ένα ντόπιο SPD. Αντίθετα, ως χώρα της ευρωπαϊκής μεσογειακής περιφέρειας και συνδετικός κρίκος της ΕΕ με τη Μέση Ανατολή και το αραβικό στοιχείο (και ταυτόχρονα ενεργειακό, διαμετακομιστικό και πολιτισμικό αντίβαρο στο ανατολίτικο μοντέλο του τουρκικού ερντογανισμού) έχει ανάγκη μια αλλαγή πορείας της χώρας και ευρύτερα της ίδιας της διαδικασίας ευρωπαϊκής ενοποίησης, που η σοσιαλδημοκρατία όχι μόνο αδυνατεί να υπηρετήσει πολιτικά αλλά κατά βάση την απεύχεται.

Τέλος, υπάρχει και ένα ακόμη προβληματικό σημείο με τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και αφορά την προσυνεδριακή διαδικασία αυτή καθ’ αυτή.  

Ο δρόμος προς το συνέδριο, μια διαδικασία  εξ ορισμού ιστορικού ενδιαφέροντος σ’ ολόκληρη την Ευρώπη (δεδομένου ότι εδώ μιλάμε για κόμμα της αριστεράς, που διεκδικεί ισοτιμία και αφαίρεση του μονολόγου από τη δεξιά στη διαμόρφωση του διαλόγου για το μέλλον της χώρας και της ηπείρου στον 21ο αιώνα), πρέπει να «αντέχει» στις ακόλουθες  πολιτικές προδιαγραφές:

- Ο νέος κομματικός σχηματισμός (και στη βάση του κόμματος της παραδοσιακής αριστεράς που προϋπήρχε και έχει διαγράψει τον πολιτικό κύκλο του και οφείλει να κινηθεί σε νέες κατευθύνσεις) θα πρέπει να αναδυθεί στη δημόσια ζωή μας, όχι ως άθροισμα μηχανισμών αλλά ως κινηματική ώσμωση ριζοσπαστικοποιούμενων κοινών, και

- η ηγεσία του να είναι καταλύτης εξελίξεων, και όχι εξισορροπητής αντιθέσεων μεταξύ ασύμβατων ανάμεσά τους πολιτικών απόψεων (που -αν συμβεί- συνεπάγεται αφόρητη πολιτική γραφειοκρατία).

Καλύπτονται αυτές οι πολιτικές προδιαγραφές; Κατά τη γνώμη μου σε καμιά περίπτωση! Κι αυτό είναι ανάγκη να διορθωθεί μέχρι το συνέδριο.

 

 

 

 

30 Ιουν. 2020

Τι είναι παρακράτος

Δεν δίνω ορισμό. Πολιτική περιγραφή κάνω!...

«Παρακράτος» λέμε έναν πολιτικό μηχανισμό, ο οποίος δρα στο πλευρό του επίσημου κράτους και συνήθως με την υποκίνησή του παράγει αποτελέσματα, που σε συνθήκες λειτουργούσας δημοκρατίας δεν θα μπορούσαν να έχουν παραχθεί. Ένα παρακράτος κατά κανόνα για να κάνει τη δουλειά του συγκροτεί μηχανισμούς που λειτουργούν παράλληλα με το επίσημο κράτος, όπως είπα. Στις πιο ακραίες μορφές του, όμως, ένα παρακράτος δεν διστάζει να επιστρατεύσει και τους επίσημους κρατικούς μηχανισμούς. Είναι η πιο βάρβαρη μορφή του παρακράτους, όταν μια δημοκρατία και οι θεσμοί της  βρίσκονται σε μια κρίσιμη φάση προϊούσας αποσύνθεσης και οι εμπνευστές και οργανωτές του παρακράτους (φανεροί και αθέατοι) βγάζουν τις μάσκες των δημοκρατικών  προσχημάτων. Στις ακραίες αυτές περιπτώσεις δράσης παρακράτους, το πιο σύνηθες αποτέλεσμα είναι η συντεταγμένη εκτροπή από τη δημοκρατική ομαλότητα. Επί πλέον, ένα δυνητικό σύμπτωμα του παρακράτους είναι η συγκρότηση ενός ισχυρού νεποτισμού περί την επίσημη κρατική εξουσία, στο πλευρό της οποίας δρα, και με σκοπό την προαγωγή συμφερόντων (πολιτικών, επιχειρηματικών, μιντιακών κ.λπ.) κατά τις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων του επίσημου κράτους. Τέλος, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει  το φαινόμενο κρατικών λειτουργών ή και πολιτικών δημόσιων προσώπων,  που ανοιχτά διακηρύσσουν και προωθούν τους σκοπούς του παρακράτους, και τούτο είναι σύμπτωμα ακριβώς της διαφαινόμενης ως επερχόμενης εξέλιξης εκτροπής από τη δημοκρατική ομαλότητα, στόχος που καραδοκεί ως ανομολόγητος σκοπός των παρακρατικών.

Στην Ελλάδα το παρακράτος επιστρατεύτηκε από τον εμφύλιο πόλεμο και μετά, με σκοπό των δημιουργών του να ανακοπεί η πορεία της χώρας προς τη δημοκρατική ωρίμανση. Για να προωθήσει τους στόχους του εκείνο το παρακράτος, προσέφυγε σε δολοφονίες δημοκρατικών πολιτών (όπως του Γρηγόρη Λαμπράκη), μαζικές διώξεις και εκτελέσεις κατά πολιτικών αντιπάλων του, σε πραξικοπήματα (ακόμη και με τη σύμπραξη του τότε βασιλιά), σε συγκρότηση σκληρών μηχανισμών, όπως ο ΙΔΕΑ, παρέπεμψε πολιτικούς αντιπάλους του σε δίκες με σκευωρίες (όπως η υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ με στόχο τον Ανδρέα Παπανδρέου), και τέλος κατέληξε να γίνει καθεστώς, με την 7ετή δικτατορία των συνταγματαρχών, που κατέληξε στο δράμα της κυπριακής τραγωδίας. Υπολείμματα εκείνου του πανίσχυρου παρακράτους εξακολούθησαν να δρουν μετά τη μεταπολίτευση και μάλιστα η πολιτική έκφραση τους, η Εθνική Παράταξη, εκπροσωπήθηκε στη μεταδικτατορική Βουλή με ποσοστό 7%, ενώ στη συνέχεια όλα τα υπολείμματα του ίδιου παρακρατικού μηχανισμού απορροφήθηκαν από την καραμανλική Νέα Δημοκρατία.

Έκτοτε η εκδήλωση του φαινομένου ανεστάλη (αν και δεν εξαφανίστηκε, όπως αποδεικνύεται σήμερα) και ψήγματά του (υπό την υποκίνηση του -τότε στην αντιπολίτευση- Αντώνη Σαμαρά και υπό την ιαχή "εμπρός να ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας" και με στόχο τους πρόσφυγες) κατέστησαν ο πυρήνας του χρυσαυγητισμού. Η ίδια η Χρυσή Αυγή, καθ’ ομολογία νεοναζιστικό μόρφωμα, εν πολλοίς άντλησε μέρος της παρα-εξουσίας που άσκησε σε τοπική κλίμακα σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, από την προνομιακή σχέση της με την ελληνική αστυνομία. Οι δολοφονίες, η βία, και όλα τα συναφή με το παρακρατικό φαινόμενο δείγματα ασκήθηκαν προφανώς από τη Χρυσή Αυγή με ανοιχτά διακηρυττόμενη την πρόθεση των νοσταλγών του χιλτερισμού να ασκούν παρακρατική εξουσία. Το νεοναζιστικό μόρφωμα, επίσης, εκπροσωπήθηκε πολιτικά στην ελληνική Βουλή με 7%, το ίδιο δηλαδή ποσοστό που έλαβε μετά την πτώση της χούντας η Εθνική Παράταξη. Κατά τη διάρκεια της πρωθυπουργίας Σαμαρά η Χρυσή Αυγή αποπειράθηκε ενεργότερη συσχέτισή της με τον κρατικό μηχανισμό, όπως αποδεικνύει το περιστατικό Κασιδιάρη-Μπαλτάκου. Τέλος, η υποχώρηση του χρυσαυγητισμού συμπίπτει με την επανάληψη της απορρόφησής της από τη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη. Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας απορρόφησης του νεο-παρακρατικού χρυσαυγήτικου φαινομένου από τη Νέα Δημοκρατία, φαίνεται ότι τμήματα του μηχανισμού που είχαν συγκροτήσει οι νεοναζιστές συνεργάστηκαν με την αντιπολίτευση Κυριάκου Μητσοτάκη και τουλάχιστον σε μια περίπτωση: τα συλλαλητήρια κατά της συμφωνίας των Πρεσπών.   

Αυτά σε γενικές γραμμές για «να μην κάνουμε πολιτική ιστορία»!

Απ’ αυτά, πάντως, αποκαλύπτεται ξεκάθαρα πόσο ασύμβατη με την πραγματικότητα είναι η αφήγηση ορισμένων περί του δήθεν «κοινού πολιτικού χώρου» χρυσαυγητισμού και αριστερού  αντιμνημονιακού κινήματος από το 2010 και μετά.   

Η παράδοση του παρακράτους θέτει την αριστερά και γενικότερα την προοδευτική πολιτική παράταξη ως κύριο αντίπαλό του και, άλλωστε, βασικό -αν όχι «ιδρυτικό»- κίνητρο ενός παρακράτους είναι η αποτροπή του ενδεχόμενου επικράτησης σε συνθήκες δημοκρατικής ομαλότητας της πολιτικής αριστεράς  και προοδευτικής παράταξης.      

Τούτων δοθέντων, μπορούμε να εξάγουμε χρήσιμα συμπεράσματα για το σημερινό πολιτικό σκηνικό.

Μπορούμε να απαντήσουμε, για παράδειγμα, στα ερωτήματα!

- Ήταν, ή όχι, παρακράτος ο Παππάς;

- Είναι παρακράτος, ή όχι, οι απειλές Άδωνη κατά δικαστικών λειτουργών;

- Ήταν παρακράτος οι ηχογραφήσεις των συνεδριάσεων του eurogroup από τον Βαρουφάκη και οι ανοιχτές αναφορές Πολάκη σε τηλεφωνική επικοινωνία του με κορυφαίο κρατικό λειτουργό, ή μήπως ήταν οι μαγνητοφωνήσεις διαλόγων Παππά-Μιωνή;

- Ήταν (και είναι) παρακρατικοί οι ένοπλοι ιδιώτες διώκτες προσφύγων στα ελληνοτουρκικά σύνορα και οι μασκοφόροι που η Deutsche Welle φωτογραφίζει ως Έλληνες κρατικούς υπαλλήλους, οι οποίοι σκάνε τις φουσκωτές βάρκες γεμάτες με πρόσφυγες στο Αιγαίο, ή όχι; 

- Ήταν φαινόμενο άσκησης παρακρατικής εξουσίας ο ξυλοδαρμός Ινδαρέ, ή όχι; Και η προσφορά πολιτικής κάλυψης στον ξυλοδαρμό από τον αρμόδιο υπουργό, ήταν συμβολή στην νομιμοποίηση του παρακρατικού φαινομένου, ή όχι;

- Ήταν παρακράτος η διαδικασία αδειοδότησης των καναλιών επί ΣΥΡΙΖΑ, ή όχι;

- Είναι παρακρατική πρακτική η χρηματοδότηση αδιαφανώς μέσων ενημέρωσης, και αφού προηγουμένως έχεις αλλάξει (με την επίκληση της πανδημίας) τον νόμο που θέσπιζε ότι τα μηνύματα κοινωνικού περιεχομένου  μεταδίδονται δωρεάν, ή όχι;

- Ήταν παρακράτος η συμφωνία των Πρεσπών, ή όχι;

- Ήταν συμπεριφορά παρακράτους το δημοψήφισμα του 2015, ή μήπως ήταν η ανατροπή του νόμιμα εκλεγμένου πρωθυπουργού Γιώργου Παπανδρέου ακριβώς για να μη γίνει δημοψήφισμα;   

- Είναι σύμπτωμα παρακρατικού νεποτισμού η «εξαφάνιση» μαρτύρων και οι αλλεπάλληλες παραιτήσεις εισαγγελικών λειτουργών, σε πολύκροτη υπόθεση κακουργηματικού κατηγορητηρίου όπου εμπλέκεται δημόσιος παράγοντας με συγγενική σχέση με την κυβέρνηση, ή όχι;

- Ήταν παρακράτος η διερεύνηση από τη Βουλή τυχόν ποινικών ευθυνών από πολιτικά πρόσωπα για το μέγα σκάνδαλο της Νovartis, ή όχι;   

- Ήταν νεο-παρακρατικού νεποτικού μηχανισμού (εν μέσω πανδημίας) η υπόθεση «σκόιλ ελικικου», ή απλά ήταν μια κυβερνητική αστοχία, όταν σε νομοσχέδιο άλλου υπουργείου επιχειρήθηκε να ευνοηθούν όσοι θα ελάμβαναν τα αργύρια του «μετζη του νεουκτη» και τελικά δεν τα πήραν λόγω του κόλαφου που ξέσπασε;

- Είναι παρακράτος ο Ρουβίκωνας, ή μήπως είναι ο αστυνομικός που κραδαίνει το υπηρεσιακό περίστροφο μέσα σε πανεπιστήμιο κατά φοιτητών;

- Είναι πολιτικός εκφραστής παρακρατικών μεθόδων κυβέρνηση που προχωρεί σε νομοθέτηση ρύθμισης απαγόρευσης των διαδηλώσεων της δικτατορίας, ή όχι;

…κ.λπ. κ.λπ. …

Θα μπορούσα να συνεχίζω επί ώρες! Όμως, νομίζω πως όλοι το έχετε πιάσει το υποούμενο!...

Τι μένει; Μένει η διαπίστωση ταχείας κίνησης της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη προς συντεταγμένες δημοκρατικές εκτροπές και τον άκρατο νεποτισμό υπέρ των συμφερόντων του μπλοκ εξουσίας, του οποίου πολιτικός εκφραστής είναι η σημερινή Νέα Δημοκρατία! Και μένει και η υποχρέωση όλων  των δημοκρατικών, προοδευτικών και αριστερών πολιτών να είναι σε ετοιμότητα για να ανακόψουν αυτήν την εξέλιξη αμέσως, μ’ έναν σημερινό ανένδοτο αγώνα κατά της σημερινής εκδοχής του εφιάλτη.

Τώρα, μέσα στο κατακαλόκαιρο! Στο κάτω-κάτω τα Ιουλιανά δεν ονομάστηκαν χωρίς λόγο όπως ονομάστηκαν!

 

 

 

 

25 Ιουν. 2020

Σε θεσμική περιπέτεια

οδηγείται η χώρα

Η αιφνίδια υπερθέρμανση του πολιτικού σκηνικού, όπως έχει καταγραφεί τις τελευταίες μέρες, προκαλεί καταιγιστικές εξελίξεις που επηρεάζουν καίρια τους πολιτικούς συσχετισμούς δυνάμεων. Και τούτο, εν όψει του ισχυρού σεναρίου πρόωρων διπλών εκλογών που επιθυμεί ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης για να «κάψει» την απλή αναλογική και για να αποφύγει την τεράστια φθορά που προδιαγράφεται να επισωρεύεται σε βάρος του. Φθορά, από την χαίνουσα οικονομική κρίση, που οι συνέπειές της έπονται, αλλά και από τις νεο-μνημονιακές επιτροπείες της ΕΕ, με τις οποίες ο πρωθυπουργός ήδη έσπευσε να υπογραμμίσει ότι συμφωνεί.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον -και μ’ αυτό θα ασχοληθώ σήμερα- ότι η εικόνα σήψης και πολιτικής αποδόμησης του δημόσιου βίου μας δεν προέκυψε από το πουθενά, αλλά ολοένα και περισσότερο φαίνεται να αποτελεί φυσική συνέχεια και συνέπεια της πορείας Κυριάκου Μητσοτάκη στη διακυβέρνηση, αλλά και από νωρίτερα, ήδη από την περίοδο που βρισκόταν στην αντιπολίτευση. Δηλαδή ένα πολιτικό σκηνικό, που είχε διαφανεί, πριν ακόμη προκύψει από τις τελευταίες εκλογές, και είχε προκαλέσει προβληματισμό  σχετικά με το πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο της περιόδου του νεο-μητσοτακισμού.

Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι η σαφής ηγετική ανεπάρκεια του πρωθυπουργού, που πολλοί επισημαίναμε από πολύ νωρίς, συνδυαζόμενη με τις ολοφάνερες ήδη από την εποχή που ήταν στην αντιπολίτευση αστοχίες του σημερινού πρωθυπουργού, ποτέ δεν αντιμετωπίστηκαν σοβαρά, παρά τη βασιμότητά τους, ως δυνάμει πρόβλημα για τη χώρα. Αντίθετα, οι ενστάσεις αυτές συστηματικά διακωμωδήθηκαν και παραμερίστηκαν από το σύστημα μιντιακής εξουσίας που παραστάθηκε στον σημερινό πρωθυπουργό εξ απαλών ηγετικών ονύχων του και σήμερα συγκροτεί την ενημερωτική δικτατορία των υμετερών, σε συνθήκες άκρατου νεποτισμού της διακυβέρνησης του σημερινού νεο-μητσοτακισμού. Παράλληλα, ακόμη και προεκλογικά διατυπωνόταν η ανησυχία για την οικονομία και την ασύστολα μονομερή ενίσχυση των πλουσιότερων, όπως εξήγγειλε απερίφραστα πριν τις κάλπες ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης, και εντοπιζόταν από πολύ νωρίς ότι αυτή η οικονομική πολιτική θα προκαλούσε υφεσιακή ανάδραση, όπως επιβεβαιώθηκε πρόσφατα και πριν ακόμη επιδράμει η πανδημία. Επί πλέον, οι μητσοτακικές «αντιπολιτευτικές κουτουράδες» με το ζήτημα της ονομασίας της Βόρειας Μακεδονίας, καθώς και η διένεξη με την ίδια την Κομισιόν, την οποία ανεύθυνα ο κ. Μητσοτάκης κατηγόρησε ότι συμφώνησε με την τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να ανταλλάξει την ονομασία «Μακεδονία» προσφέροντάς ανθ’ αυτής τη μη περικοπή των συντάξεων, υπήρξαν προανακρούσματα ενδεικτικά του ηγετικού ελλείμματος του σημερινού πρωθυπουργού και του κινδύνου που εγκυμονούσε η ηγεσία του.

Κι όλ’ αυτά, ξεπεράστηκαν -τη ευγενεί αρωγή πάντα των ίδιων μέσων ενημέρωσης- με  μια άνευ προηγουμένου για δημοκρατική χώρα της δύσης ενημερωτική μονομέρεια κατά του κόμματος της σημερινής αντιπολίτευσης, σε βάρος του οποίου οι αλλεπάλληλες αστοχίες Κυριάκου Μητσοτάκη συμψηφίζονταν με διάφορα αφηγήματα, πολιτικού βάθους σαν το «ο Πολάκης καπνίζει», που -προφανώς και όπως σήμερα αποδεικνύεται- αποσκοπούσαν στο να σπρώχνεται «κάτω απ’ το χαλί» η προκύπτουσα αβίαστα διαπίστωση ότι ο σημερινός πρωθυπουργός απλά «δεν έκανε για τη δουλειά»  και ποτέ δεν έπρεπε να του έχει ανατεθεί.

Η εικόνα των επιφυλάξεων για τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, υπήρχε πολλούς μήνες ήδη πριν τις εκλογές του 2019. Όμως, όπως είπα παραβλέφτηκε από τους εκλογείς, που τότε -και σήμερα- ενημερώνονται από έναν πασιφανή κλοιό παραγωγής fake news και οργανωμένης και προσχεδιασμένης παραχάραξης της πραγματικότητας. Μια εικόνα, που μόνον οι προκατειλημμένοι και τα κομματικά φερέφωνα του νεο-μητσοτακισμού και οι συνοδοιπόροι τους προσποιούνται πως δεν βλέπουν, παρ’ ό,τι το δημοκρατικό κόστος ήταν και είναι βαρύ. Αμφιβάλλω εάν σε άλλη ευρωπαϊκή χώρα διαβιεί ένα τόσο σκληρό και πρόδηλα παρεμβατικό στις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων σύστημα μέσων (παρα)πληροφόρησης, που η αποτελεσματικότητά του λόγω των ευκολιών της σημερινής τεχνολογίας κάνουν την γκεμπελική προπαγάνδα να μοιάζει μπροστά του σαν ερασιτέχνης των πολιτικών ολοκληρωτισμών!   

Οι πολίτες έκριναν διαφορετικά και η ετυμηγορία της κάλπης είναι σεβαστή! Όταν, όμως, ο κ. Μητσοτάκης έγινε πρωθυπουργός, οι συνέπειες της παρουσίας του στην ηγεσία, έπαψαν πια να είναι συνέπειες για το κόμμα και την παράταξή του και κατέστησαν βαρείς επιπτώσεις σε βάρος της χώρας και των πολιτών της. Από τις επεμβάσεις των ΜΑΤ σαφώς κατά θεμελιωδών ατομικών  ελευθεριών των πολιτών, ως τις καταργήσεις της 13ης σύνταξης (που είχε θεσπίσει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ) τα αποτελέσματα έπαψαν να είναι αστοχίες ενός κακού ηγέτη της αντιπολίτευσης και μέρα τη μέρα άρχισαν «να μπαίνουν στα σπίτια μας». Ανάλογης μοναδικότητας με το φαινόμενο του ελληνικού μιντιακού ολοκληρωτισμού σε πανευρωπαϊκή κλίμακα είναι η εικόνα και το ηχητικό στιγμιότυπο του δέσμιου Ινδαρέ, που αν είχε λάβει χώρα, φερ’ ειπείν, στη Γαλλία, οι παραιτήσεις του αρμόδιου υπουργού θα ήταν δεδομένες (και διάλεξα τη Γαλλία, ακριβώς διότι και εκεί  καταγράφονται διαμαρτυρίες για την αστυνομική βία σε βάρος πολιτών). Το συμβολικό και πρακτικά πολιτικό βάρος της εικόνας του δέσμιου Ινδαρέ ήταν (και ακόμη είναι) μια εγερτήρια προειδοποίηση για τους πολίτες. Εικάζω (κι αυτό είναι μια προσωπική αίσθηση των πραγμάτων) ότι η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών, σε σκηνές σαν κι αυτή αντέδρασε «μην πιστεύοντας στα μάτια της»! Ήταν μια διέξοδος από τη συνειδητοποίηση των αποτελεσμάτων της επικράτησης Κυριάκου Μητσοτάκη. Η ελπίδα ότι αυτά θα ήταν οι εξαιρέσεις και πως ό,τι συνέβη ήταν απόρροια μιας διακυβέρνησης στα πρώτα της βήματα και όχι μιας συντεταγμένης αντίληψης ενάσκησης εξουσίας, έδωσε χρόνο χάριτος στο κ. Κυριάκο Μητσοτάκη. Και οι πολίτες τα ξέχασαν προσδοκώντας επιστροφή στη δημοκρατικές αρχές. 

Ταυτόχρονα, η μείωση του εισοδήματος των πιο αδύναμων νοικοκυριών, όπως πια έχει επιβεβαιώσει ακόμη και ο υπουργός Οικονομικών του νεο-μητσοτακισμού, Χρ. Σταϊκούρας, άρχισε να πλησιάζει τον σκληρό πυρήνα του εκάστοτε κρινόμενου πολιτικού διακυβεύματος: την πορεία του εισοδήματος των πολιτών.

Ακολούθησαν οι υπουργοί, με τα πλαστά πτυχία, η συνταγματική αναθεώρηση  κατά παραβίαση θεσμικών διαδικασιών, τα νέα φαινόμενα αστυνομικής βίας και η συγκρότηση ενός νεποτισμού, που η Ελλάδα είχε να δει από την περίοδο του Κώστα Σημίτη. Υπουργοί άρχισαν να ευνοούν προκλητικά επιχειρήσεις ιδιοκτησίας πασίγνωστων  επωνύμων, από παλιότερα σχετιζόμενων με καταχρηστικές εύνοιες κυβερνήσεων. 

Τότε εμφανίστηκε το περίφημο «σχέδιο Ηρακλής», το πρώτο από τότε που ξέσπασε το πτωχευτικό περιστατικό του 2010, το οποίο εξαφάνιζε οποιαδήποτε προστασία του κράτους για την 1η κατοικία των Ελλήνων, έναντι απαιτήσεων των τρις ανακεφαλαιοποιημένων δημοσία δαπάνη τραπεζών μας! Οι συνέπειες της διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη άρχισαν να προσλαμβάνουν χαρακτήρα καταστροφής για μερίδα συμπολιτών μας. Θεωρώ (επίσης προσωπική αίσθηση είναι) το «σχέδιο Ηρακλής» είναι το σημείο, απ’ όπου για πρώτη φορά άρχισε να καταγράφεται η αντίστροφη μέτρηση για την πρωθυπουργία Κυριάκου Μητσοτάκη!

Τέλος (και πρωτίστως), όλη αυτήν την περίοδο, από τη γελοιοποίηση της Ελλάδας στον Λευκό Οίκο και την εμφάνιση τη χώρας μας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ συν γυναιξί, ως τα ελληνικά κυριαρχικά και εκμεταλλευτικά δικαιώματα στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο, η χώρα μας έχει εισέλθει σε μια αδιανόητη περίοδο αδιάκοπης καταγραφής απωλειών. Δεν θυμάμαι άλλη περίοδο από τα Ίμια (επί Κώστα Σημίτη) και μετά, που η Ελλάδα να έχει βιώσει τόσο σαφή απίσχνανση του πλαισίου γεωπολιτικών συμφερόντων της και σε τόσο σύντομο χρόνο. Για να ολοκληρωθεί το σκηνικό που περιγράφω θα πρέπει να γίνει αναφορά στην τραγική πρωθυπουργική εμφάνιση Κυριάκου Μητσοτάκη, στη συνάντησή του με τον Ταγίπ Ερντογάν. Μια συνάντηση, που ακολουθήθηκε από τα μπρος-πίσω εντός ενός 24ωρου, όταν από την ανακοίνωση «παγώματος» του διμερούς διαλόγου με την Τουρκία για τα μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης που εξήγγειλε ο υπουργός Άμυνας, η ανακοίνωση ανακλήθηκε όπως-όπως.         

Αυτό ήταν το σκηνικό που η μιντιακή δικτατορία κάθε φορά προσπαθούσε να αποσιωπήσει σε ότι αφορά τις συνέπειες της πρωθυπουργίας Κυριάκου Μητσοτάκη. Και όλη αυτή την περίοδο, επανειλημμένα έχω προσπαθήσει με αναφορές μου να σχολιάσω το πρόβλημα προϊούσας δημοκρατικής εκτροπής που εμπεδώνεται στον δημόσιο βίο μας 

…και ακριβώς στο σημείο όπου η υπουργός Πολιτισμού της σημερινής κυβέρνησης μαλλιοτραβιόταν με όλους τους Έλληνες καλλιτέχνες (κι άλλο μοναδικό φαινόμενο στην Ευρώπη) ήρθε η πανδημία!

Η πρωτοφανής για αντιπολίτευση στήριξη που προσέφερε ο ΣΥΡΙΖΑ στον Κυριάκο Μητσοτάκη συνέβαλε (και πολύ καλά έκανε η αξιωματική αντιπολίτευση) στην αλλαγή της πολιτικής ατζέντας, ακριβώς τη στιγμή που άρχιζε η συντεταγμένη πολιτική φθορά της κυβέρνησης. Μ’ άλλα λόγια την έσωσε! Παρά τη δραματική πολιτική εικόνα επί πανδημίας (υπουργού Υγείας ανύπαρκτου, δημόσιων  υγειονομικών υποδομών να χλευάζονται με χειροκροτήματα στα μπαλκόνια αντί να χρηματοδοτούνται ακόμη και ως σήμερα, κ.λπ. κ.λπ.)  και με πολλά να είχε κανένας να πει για τη διαχείρισή της, η πανδημία αντιμετωπίστηκε με τη συνέπεια να πεθάνουν 190 συμπολίτες μας, πράγμα που δεν θα επέτρεπε καμιά «συγκριτική του αίματος» με άλλες χώρες που επλήγησαν βαριά. Κι άλλωστε, η ανοίκεια προσπάθεια να καταστεί η πανδημία μέσο πολιτικής επικοινωνίας για την παραγραφή όσων αστοχιών έχει ως σήμερα η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη (όπως τις περιέγραψα πιο πάνω) σε κάθε περίπτωση είναι μια ανοίκεια πολιτική μέθοδος. Όταν, όμως, εκτός από μέσο εσωτερικής πολιτικής εκταμίευσης η αριθμητική θριαμβολογία των 190 νεκρών επιχειρήθηκε να γίνει και εφαλτήριο διεθνούς επικοινωνίας για τον ελληνικό τουρισμό, τότε η διεθνής αντίδραση ήρθε αμέσως! Και οι συνέπειές της είναι πολύ σοβαρότερες απ’ όσο φάνηκε. (Η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη είχε προειδοποιηθεί από την Κομισιόν να μην προβεί σε θριαμβευτική αναφορά σε διεθνές ακροατήριο για την επιτυχία της στην πανδημία. Άλλωστε, είναι και πρωτογενώς ανόητο να αναφέρεσαι υποτιμητικά διά της «συγκριτικής των θανάτων», σε χώρες που τροφοδοτούν κατά συντριπτικό ποσοστό τον τουρισμό μας. Η χώρα που κυρίως αντέδρασε στην ελληνική διεθνή αήθεια ήταν η Ιταλία. Παρά την κατόπιν εορτής προσπάθεια Δένδια να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα, η Ιταλία είναι η χώρα, θυμίζω, με την οποία προ εβδομάδων συμφωνήθηκε η ΑΟΖ, με την Ελλάδα να επιλέγει να παραχωρήσει τα αλιευτικά δικαιώματά της στο Ιόνιο. Δεν γνωρίζω αν η ενόχληση των Ιταλών «μέτρησε» πάνω στο τραπέζι της διμερούς συζήτησης για την ελληνο-ιταλική ΑΟΖ, σίγουρα, όμως, δεν βοήθησε. Και κρατώ ότι η Ελλάδα για τη συμφωνία αυτή παραχώρησε εκμεταλλευτικό της δικαίωμα στο Ιόνιο στην άλλη πλευρά).       

Τέλος, από την πανδημική περίοδο απομένουν και τα περιστατικά «σκόιλ ελικικου» και της μνημειώδους αδιαφάνειας λίστας των 20 εκατ. προς μέσα ενημέρωσης. Πέραν του ότι πρόκειται για ξεκάθαρες περιπτώσεις πολιτικών σκανδάλων με ποινικό  περιεχόμενο, πολιτικά εκείνο που ενόχλησε τους πολίτες είναι η σαφής πρόθεση της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη «να κάνει πολιτική» με τα δημόσια ταμεία, με τους Έλληνες υπό καθεστώς εγκλεισμού υγειονομικής ανάγκης. Δηλαδή, σε συνθήκες που ο «πολιτικαντισμός» θα έπρεπε να απουσιάζει!             

Σήμερα, πανδημία δεν υπάρχει, και όλοι ευχόμαστε τυχόν επιστροφή της να μην επαληθευτεί. Απομένει, όμως, το γυμνό πολιτικό πλαίσιο της τραγικής κατάστασης της ελληνικής οικονομίας, της οποίας όμως -όπως είπα- τα σημάδια είχαν εμφανιστεί πριν τη πανδημία. Σ’ αυτό, λοιπόν, το «γυμνό» πολιτικό πλαίσιο θα πορευτεί από ‘δω και πέρα η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη! Και περιθώρια για πολλά φτιασίδια της έκδηλης ζημίας που συνεπάγεται η σημερινή διακυβέρνηση για τη χώρα και τον μέσο Έλληνα δεν υπάρχουν. Τα χειροκροτήματα στα μπαλκόνια και οι νταλίκες της μουσικής προφανώς δεν αρκούν για να ανακόψουν την επερχόμενη φθορά. Έτσι, η σημερινή κυβέρνηση περνάει στο «σκληρό μενού» συμβολής στην εικόνα της γενικευμένης σήψης του δημόσιου βίου μας. Ευελπιστώντας ότι τουλάχιστον θα επιμεριστεί το πολιτικό κόστος όχι αποκλειστικά σε βάρος της. Δυστυχέστατα, την ίδια ώρα, με τη χώρα σε δυσμενή θέση στο επίπεδο των γεωπολιτικών ενδιαφερόντων της!

Με βάση όσα περιέγραψα, είναι που αναδύεται το σημερινό πολιτικό σκηνικό της γενικευμένης σήψης ως φυσική συνέπεια και συνέχεια μιας συγκεκριμένης αντίληψης για την ενάσκηση της εξουσίας από πλευράς του νεο-μητσοτακισμού. Η προϊούσα δημοκρατική εκτροπή φτάνει στο κρίσιμο σημείο της, όπου οι συνέπειες για την ποιότητα των θεσμών αρχίζουν να προσλαμβάνουν τεκτονικό χαρακτήρα. Η χθεσινή ανακοίνωση της εισαγγελέως διαφθοράς για την ανάγκη πια να αντιδράσουν οι ελληνικοί και ευρωπαϊκοί θεσμοί ανοίγει το μεγάλο θέμα!

Δυστυχώς, υπάρχει προηγούμενο από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη! Στην πολιτική ασφαλώς δεν κληρονομούνται αμαρτήματα! Κληρονομούνται, όμως, πολιτικές αντιλήψεις.

 

 

 

 

20 Ιουν. 2020

Τι θα κρίνει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις

στον 21ο αιώνα

(Μέρος B΄: Γιατί η ελληνο-ιταλική συμφωνία

ενδιαφέρει την Τουρκία)

Μετά την ελληνο-ιταλική συμφωνία για την ΑΟΖ στο Ιόνιο, άρον-άρον η Ελλάδα ταξίδεψε στο Κάιρο, με διακηρυττόμενη επιδίωξη την επίτευξη ανάλογης συμφωνίας και με την Αίγυπτο. 

Στο προηγούμενο Α΄ Μέρος αυτής της ανάλυσης, στην κατακλείδα είχα τονίσει ότι η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη διαχειρίζεται όλη αυτήν την υπόθεση (και συγκεκριμένα την ελληνο-ιταλική συμφωνία) με επικοινωνιακά ανακλαστικά εσωτερικών πολιτικών σκοπών, υπό το βάρος του άγχους της να εμφανίσει ότι «κάτι γίνεται» στην εξωτερική πολιτική, όπου ο πρωθυπουργός κατά γενική ομολογία δεν τα πάει καλά. Η παρατήρηση αυτή εξηγεί γιατί η Ελλάδα υπήρξε επισπεύδουσα χώρα για την ελληνο-ιταλική συμφωνία τούτη τη στιγμή, με αντάλλαγμα και κόστος υπέρ της Ιταλίας και κατά της Ελλάδας και λόγω της βιασύνης των Αθηνών την παραχώρηση ελληνικών αλιευτικών δικαιωμάτων στους Ιταλούς.

Μια οργανωμένη και σχεδιασμένη εξωτερική πολιτική της χώρας μας δεν θα προέτασσε την ελληνο-ιταλική συμφωνία και θα έριχνε όλο το βάρος στην αντίστοιχη ελληνο-αιγυπτιακή! 

Δυο λόγια για το σημείο αυτό:

1. Τυχόν υπογραφή ελληνο-αιγυπτιακής συμφωνίας για την ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο, έχει την τεράστια σημασία ότι θα καθιστούσε την τουρκο-λιβυκή ανάλογη συμφωνία -που υπογράφτηκε πριν λίγο καιρό- άτοπη (τουλάχιστον ως διμερής συμφωνία κυρίαρχων χωρών, της Ελλάδας και της Αιγύπτου, οι νόμιμες και αναγνωρισμένες διεθνώς κυβερνήσεις των οποίων κατέληξαν σε συνεννόηση επί του συγκεκριμένου θέματος). Φυσικά, θαλάσσια οριοθέτηση ελληνο-αιγυπτιακής ζώνης κατόπιν διμερούς συμφωνίας διεθνώς παραδεκτής οποιασδήποτε μορφής στην ανατολική Μεσόγειο, εξουδετερώνει σε επίπεδο παραγωγής διεθνώς έννομων αποτελεσμάτων την ανάλογη τουρκο-λιβυκή πρόσφατη συμφωνία, καθώς ελληνο-αιγυπτιακά θαλάσσια σύνορα, εφ’ όσον υπάρχουν -και υπάρχουν- κάνουν αδύνατη την ύπαρξη ταυτόχρονα και τουρκο-λιβυκών θαλάσσιων συνόρων. Είτε το ένα θα υπάρχει, είτε το άλλο! Και τα δύο μαζί δεν μπορούν να υπάρξουν. 

2. Με δεδομένο ότι αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει σταθερά αναγνωρισμένη από τη διεθνή κοινότητα λιβυκή κυβέρνηση και η σημερινή του φιλό-τουρκου αλ Σάρατζ θεωρείται ως μεταβατική, ήδη η τουρκο-λιβυκή συμφωνία υπέφερε εξ αρχής σοβαρά στο επίπεδο παραγωγής διεθνώς έννομων αποτελεσμάτων. Μια ανάλογη ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία, όμως, θα την καθιστούσε ιδιαίτερα προβληματική. Το καλύτερο που θα είχε να προσδοκά η Άγκυρα αν συναπτόταν ελληνο-αιγυπτιακή συμφωνία για την ΑΟΖ, θα ήταν παρούσης και της δικής της ανάλογης τουρκο-λιβυκής συμφωνίας να αναγνωριζόταν η υπόθεση ως «διεθνής διαφορά» και να ενεργοποιούνταν οι πάγιες σχετικές διαδικασίες επίλυσης διεθνών διαφορών.

Ποιές είναι αυτές; Υπάρχουν δύο: 1. Η αναπομπή του θέματος σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο, και 2. Η ad hoc παρέμβαση του διεθνούς παράγοντα, που είτε με κάποια διεθνή πολυμερή συνδιάσκεψη είτε με τη διαμεσολάβηση κάποιου τρίτου μέρους, χώρας ή οργανισμού, θα επεδίωκε συνεννόηση των εμπλεκομένων μερών  και κατάληξη σε κάποια αμοιβαία αποδεκτή συμφωνία των ενδιαφερομένων χωρών. Η πρώτη περίπτωση αποκλείεται: Διότι η Τουρκία δεν αναγνωρίζει τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου και θα χρειαζόταν συνυποσχετικό υπογεγραμμένο κι από την ίδια για να αναπεμφθεί η υπόθεση εκεί. Και είναι γνωστό ότι η Τουρκία δεν επιθυμεί ανάμιξη του Διεθνούς Δικαστηρίου, διότι είναι βέβαιο ότι η ετυμηγορία του θα είναι ότι τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα κι αν υπάρχει κάτι που θα άλλαζε θα ήταν αν υπάρχει ζήτημα περιορισμένης επήρειας των νησιών στις θαλάσσιες ζώνες κυριαρχίας και εκμετάλλευσης. Όμως, ακόμη κι αν κρινόταν από διεθνές δικαιοδοτικό όργανο ότι το Καστελόριζο, που εν προκειμένω ενδιαφέρει, έχει περιορισμένη επήρεια, επειδή τα χωρικά ύδατα και η υφαλοκρηπίδα του δεν επιδέχονται αμφισβήτηση, δεν θα είχε η Τουρκία να ωφεληθεί κάτι σημαντικό. Και τούτο, διότι η Τουρκία παγίως επιδιώκει κάτι που από το διεθνές δίκαιο ποτέ δεν θα γινόταν αποδεκτό: Τα ελληνικά νησιά να «επιπλέουν» σε τουρκική θαλάσσια ζώνη!

Έτσι ερχόμαστε στην άλλη εκδοχή: Διεθνής διαμεσολάβηση! Κι εδώ υπάρχει ειδικό ενδιαφέρον για την ελληνο-ιταλική συμφωνία για την ΑΟΖ!   

3. Η αντίδραση της Ιταλίας μετά την υπογραφή της συμφωνίας με την Ελλάδα για την ΑΟΖ, ήταν να ταξιδέψει ο Ιταλός ΥΠΕΞ ντι Μάιο στην Τουρκία για επαφές με τον ομόλογό του Τσαβούσογλου. (Για τον λόγο αυτόν από την αρχή αυτής της ανάλυσης, όρα στη πρώτη παράγραφο του προηγούμενου Μέρους Α΄, τόνισα ότι η ελληνο-ιταλική συμφωνία για την ΑΟΖ, δεν μπορεί να αξιολογηθεί εάν δεν ολοκληρωθεί η εικόνα των επόμενων κινήσεων των εμπλεκομένων μερών, μετά την υπογραφή της). 

Η ιταλική επίσκεψη στην Τουρκία για ένα εξασκημένο μάτι στα διεθνο-πολιτικά τερτίπια της διπλωματίας, είχε δύο σκοπούς: Πρώτον, να καθησυχάσει την Άγκυρα ότι η Ρώμη δεν διακατέχεται από κάποια διάθεση υποστήριξης της Ελλάδας στις διαφορές της με την Τουρκία στην ανατολική μεσόγειο. Δεύτερον, με δεδομένο ότι η Ιταλία δεν συνδέεται με το θέμα των ΑΟΖ Ελλάδας-Αιγύπτου-Τουρκίας, την προσπάθεια της Ρώμης να πλασαριστεί ως ο κατάλληλος διαμεσολαβητής για μια τυχόν τριμερή διαβούλευση Ελλάδας-Αιγύπτου-Τουρκίας σχετικά με την ΑΟΖ. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι μετά τη συνάντηση ντι Μάιο-Τσαβούσογλου ο Τούρκος ΥΠΕΞ ανακοίνωσε ότι η Τουρκία είναι έτοιμη να συνεργαστεί με την Ελλάδα για το θέμα των ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο. Πρόκειται για δυσμενέστατη εξέλιξη για τα ελληνικά (και τα κυπριακά) συμφέροντα! Και την μεθόδευσε η Ιταλία, με την οποία προχθές η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη πανηγύριζε ότι συνομολόγησε «ιστορική συμφωνία». Η Τουρκία επιθυμεί διακαώς διεθνή διαμεσολαβητική ανάμιξη στο θέμα απλούστατα διότι έτσι γίνεται διάδικο μέρος μιας υπόθεση, στην οποία με βάση το διεθνές δίκαιο δεν έχει δικαίωμα ανάμιξης. Ό,τι και να πάρει η Τουρκία από μια τυχόν τέτοια διαμεσολάβηση κέρδος της θα είναι. Και ο μόνος που θα είχε να δώσει -και όχι να πάρει κάτι- απ’ αυτό είναι η Ελλάδα!   

4. Τί επιζητεί η Ιταλία στην υπόθεση αυτή; Επιζητεί αυξημένο (και αν γίνεται αποκλειστικό, ως εκπρόσωπος των ευρωπαϊκών συμφερόντων) ρόλο, τόσο στο λιβυκό ζήτημα, όσο και στη διαχείριση των αποθεμάτων  υδρογονανθράκων στην ανατολική Μεσόγειο.

Συγκεκριμένα, η Ρώμη φαντασιώνεται ότι θα μπορούσε να της ανατεθεί (στην ιταλική Eni συγκεκριμένα) όλη η διαχείριση των αποθεμάτων υδρογονανθράκων στην ανατολική Μεσόγειο, αντί να είναι ο «φτωχός συγγενής» των Exxon Mobil (αμερικανικών συμφερόντων) και Total (γαλλικών συμφερόντων), όπως συμβαίνει σήμερα. Ο τυχόν συνδυασμός τέτοιας επιτυχίας της (που θα έφερνε και ανακούφιση στην ευρωπαϊκή πλευρά, που αισθάνεται άχαρα να επαναλαμβάνει κάθε τόσο ότι υποστηρίζει την Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ την ενδιαφέρει κατά κόρον η τουρκική αγορά), με ταυτόχρονη παρέμβαση της Ρώμης στα πετρέλαια της Λιβύης, θα καθιστούσε την Ιταλία μεγάλο διεθνή «παίκτη», κάτι που η γειτονική μας χώρα επιδιώκει εδώ και δεκαετίες, αλλά η παρέμβαση του ευρωπαϊκού παράγοντα κάθε φορά «της κόβει τα φτερά».

Παράλληλα, η Ιταλία διεκδικεί πρωτεύοντα ρόλο στο λιβυκό, για λόγους ιστορικούς (η Λιβύη πάντα θεωρήθηκε ζώνη ιταλικής επιρροής -και όχι μόνο από τον Μπενίτο Μουσολίνι), ενώ το προσφυγικό εξαναγκάζει την ΕΕ να της αναγνωρίζει αυξημένο λόγο στην πολύπαθη αραβική χώρα.

Εδώ ερχόμαστε σ’ ένα πολύ σημαντικό ζήτημα, που εμμέσως αλλά απολύτως καθοριστικά αφορά στην όλη υπόθεση που εξετάζουμε: Την ανυπαρξία «αραβικής πολιτικής» από μεριάς της ΕΕ! Διότι, φυσικά, «αραβική πολιτική» της ΕΕ δεν είναι νοητή με πασαλείμματα τύπου «αραβικής άνοιξης», που περισσότερο περιέπλεξαν τα πράγματα, παρά συνέβαλαν στον εκδημοκρατισμό  των αραβικών καθεστώτων. Ούτε, βεβαίως, οι απολύτως ατελέσφορες ευρωπαϊκές παρεμβάσεις, σαν την επιχείρηση Irini, αλλάζουν κάτι. Η Τουρκία απ’ αυτά δεν ενοχλείται. Αυτό το ολοφάνερο κενό ευρωπαϊκής πολιτικής (που οφείλεται είτε σε μια «αριστοκρατική» αντίληψη της διεθνούς διπλωματίας από μεριάς των Βρυξελλών, είτε σε ανεπάρκεια της ΕΕ να κατανοήσει, να διεκδικήσει και να ασκήσει παραγωγικά τον ρόλο της στην περιοχή της βόρειας Αφρικής), επιχειρεί να  υποκαταστήσει η «πονηρή» ιταλική διπλωματία. 

5. Για την ολοκλήρωση της εικόνας πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι στο σημείο αυτό ο μεγάλος αντίπαλος της Ιταλίας (και εξ αντανακλάσεως πιστότερος ευρωπαίος σύμμαχος της Ελλάδας στην υπόθεση που συζητάμε), είναι η Γαλλία! Τόσο διότι το Παρίσι δεν θέλει να χάσει τα δικαιώματα έρευνας και εκμετάλλευσης που μέσω της Total του έχουν ανατεθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία στην ανατολική Μεσόγειο, όσο και διότι η Γαλλία θεωρεί τη βόρεια Αφρική δική της ζώνη επιρροής και δεν είναι διατεθειμένη να αφήσει τη Λιβύη σε ιταλικά χέρια.

6. Όμως, να το ξεκαθαρίσουμε! Καλώς υπεγράφη η ελληνο-ιταλική συμφωνία στην παρούσα φάση. Και τούτο, διότι εκτός από τους υδρογονάνθρακες για την Ελλάδα διακυβεύονται καίρια ζητήματα που άπτονται των κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων της στην ανατολική και την κεντρική Μεσόγειο. Με την κατά βάση απόσυρση της διαμεσολάβησης του ΟΗΕ στο εσωτερικό λιβυκό ζήτημα, έχει δημιουργηθεί η τάση να καταστεί το λιβυκό ζήτημα ρωσο-τουρκική υπόθεση. Όμως, δεν είναι έτσι! Η Ελλάδα -και όχι μόνο- έχουν συμφέροντα άμεσα συνδεόμενα από τις εσωτερικές εξελίξεις στη Λιβύη, αφού από την έκβαση του πολέμου Χαφτάρ-αλ Σάρατζ, θα κριθεί και η τύχη της πρόσφατης τουρκο-λιβυκής συμφωνίας  για την ΑΟΖ. Η ελληνο-ιταλική συμφωνία το όφελος που φέρνει για την Ελλάδα είναι ότι η εσωτερική λιβυκή διένεξη δεν είναι μια ρωσο-τουρκική υπόθεση (μια ματιά στον γεωφυσικό χάρτη θα έπειθε για το παράλογο του πράγματος), αλλά μια υπόθεση που αφορά στα συμφέροντα πολλών χωρών της περιοχής, δηλαδή είναι τοις πράγμασι μιας υπόθεση διεθνούς ενδιαφέροντος! Με την Ελλάδα παρούσα!

7. Χρωστώ μια τελευταία αναφορά: Και οι ΗΠΑ; Που είναι οι ΗΠΑ;

Οι ΗΠΑ, υπό τη συνθήκη της ιδιόρρυθμης διπλωματίας Τραμπ, φαίνονται προσώρας να αρκούνται στις συμφωνίες έρευνας και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων που τους έχουν παραχωρηθεί μέσω Exxon Mobil από την Κυπριακή Δημοκρατία. Η αμερικανική διπλωματία, που επιθυμεί απόστασεις από την επικίνδυνη ρευστότητα στη Λιβύη (όπου οι ΗΠΑ δεν διατηρούν και τις καλύτερες μνήμες από τις παλιότερες παρεμβατικές πρωτοβουλίες τους), φαίνεται σαν να τελεί εν αναμονή των  προεδρικών εκλογών του προσεχούς Νοεμβρίου, πριν διαμορφώσει  συγκεκριμένη  θέση για το λιβυκό ζήτημα.

Τελειώνω αυτή τη μακρά, περίπλοκη και λεπτή ανάλυση σε δύο μέρη, με μια προειδοποίηση: Ούτε να διανοηθεί η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη να συμφωνήσει σε ιταλική διαμεσολάβηση για το ζήτημα των ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο! Όπως εξηγήθηκε αναλυτικότατα πιο πάνω, δεν υπάρχει για την Ελλάδα ζήτημα διμερούς ή διεθνούς  διαφοράς σχετικά με την ύπαρξη τουρκο-λιβυκής θαλάσσιας ζώνης. Τέτοια ζώνη απλά δεν υφίσταται και αν γίνεται συζήτηση γι’ αυτήν αυτό είναι αποτέλεσμα πειρατικού τύπου ενεργειών της Τουρκίας κατά σαφή παραβίαση του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών! Τελεία και παύλα!