Μολυβάκι

19 Ιουλ. 2019

Θα γίνουν νέες εκλογές

για το μακεδονικό, το Μάτι και το 4ο μνημόνιο;

Από τη μία γελώ πολύ και από την άλλη εξοργίζομαι, για την άνεση με την οποία όσοι έκραζαν τον Τσίπρα ότι ξεπουλάει τη Μακεδονία μας στους σκοπιανούς, σήμερα ομολογούν ανερυθρίαστα ότι η τεράστια κωλοτούμπα του νεο-μητσοτακισμού απέναντι στη συμφωνία των Πρεσπών είναι, λέει, «φυσική» και «αναμενόμενη» και όποιοι δεν το ξέραμε αυτό από την αρχή, είμαστε κάτι σαν ανόητοι και ηλίθιοι.     

Α, ώστε  έτσι παιδιά! Πλάκα κάναμε ε;

Και η μολότοφ σε σπίτια βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ ενώ τα παιδιά τους ήταν μέσα στο σπίτι, ένα αστειάκι ήταν, ε;

Τα συλλαλητήρια με τους ξεβράκωτους μακεδονομάχους και οι ξυλοδαρμοί δημάρχων, οι προπηλακισμοί όσων υποστήριξαν τη συμφωνία όπως εξ αρχής είχαν δηλώσει ότι θα πράξουν με τις ύβρεις σε βάρος τους ως προδότες, ξεπουλημένους θεσιθήρες κ.λπ. κ.λπ. ένα καλαμπουράκι ήταν κι αυτό;       

Αμ δε! Το μίσος και η χολή που χύσατε διχάζοντας τους Έλληνες, φιλαράκια, νεο-μητσοτακικοί και ΚΙΝΑΛίτες, δεν περνάει έτσι! Ιδίως οι δεύτεροι, που υπερθεματίσατε σε ύβρεις προς όσους υποστήριξαν τη συμφωνία των Πρεσπών. Και, κυρίως, διότι περάσατε μια πολιτική δεκαετία διαμαρτυρόμενοι ότι οι συριζαίοι ήταν, (και όχι οι χρυσαυγήτες, ο Σαμαράς και στο τέλος οι εκσυγχρονιστές που ανέτρεψαν τον εκλεγμένο Γ. Παπανδρέου) που έκαναν τραμπουκισμούς στις πλατείες των αγανακτισμένων. Μάλιστα με τον Σαμαρά συνεργαστήκατε αγαστά, για να μην ξεχνιόμαστε, …αλλά για τη σωτηρία της πατρίδας…)  

Και σε καμιά περίπτωση εδώ δεν είναι θέμα «συγγνώμης», όπως ανοήτως ζητεί ο Κοτζιάς. Όποιος επιζητεί συγγνώμες, ας απευθυνθεί στις εκκλησίες και τους ιερείς, που είναι στα πάνω τους σήμερα επί νεο-μητσοτακισμού. Στην πολιτική δεν υπάρχει συγγνώμη! Υπάρχει αυτοκριτική και αναγνώριση του σφάλματος. Ιδίως από εκείνους που έκραζαν ότι εψεύσθη ο πολιτικός τους αντίπαλος, παρ’ ό,τι εκείνος έκανε εκλογές και νομιμοποίησε την αλλαγή θέσης του.

Σήμερα, μήπως σκέπτεται ο νεο-μητσοτακισμός να κάνει εκλογές για την τεράστια κωλοτούμπα του σε ό,τι αφορά τη στάση του απέναντι στη συμφωνία των Πρεσπών;  Μήπως το σκέπτεται επειδή αποδεικνύεται ότι με την τοποθέτηση Σχοινά στη θέση του Έλληνα επιτρόπου, ο σημερινός πρωθυπουργός ομολογεί ότι έλεγε δυσθεώρητα και εν ψυχρώ ψέματα όταν ισχυριζόταν ότι η απελθούσα κυβέρνηση ξεπούλησε τη Μακεδονία στους σκοπιανούς, ανταλλάσσοντάς την με τη μη περικοπή των συντάξεων; Μήπως το εξετάζει στο πλαίσιο μιας -φανταστικής βεβαίως- κρίσης συνειδήσεως, επειδή ως πρωθυπουργός σήμερα ο Μητσοτάκης και διαπραγματευόμενος με τους ευρωπαίους δανειστές μας, ομολογεί ανεξαρτήτως προθέσεών του ότι η αλήθεια είναι πως ουδέποτε υπήρξε 4ο μνημόνιο, όπως ο ίδιος διακήρυττε, αν και γνώριζε ότι ήταν ασύστολο ψέμα;

Μήπως θα σκεπτόταν νέες εκλογές, επειδή έναν από τους εγκληματίες που εκείνοι προκάλεσαν την τραγωδία στο Μάτι (έτσι έλεγαν τότε και δρούσαν πολιτικά, ακόμη και τις ώρες που η Ελλάδα κήδευε τα θύματα της θεομηνίας) σήμερα τον επιβραβεύει ως κατάλληλο για τη θέση του γενικού γραμματέα Προστασίας του Πολίτη, στη μεγαλύτερη υποκρισία στην πολιτική μας ιστορία;   

Με ήθος και ψυχραιμία όσοι αντιστρατευόμαστε αυτές τις ανήθικες πρακτικές που έφεραν τον νεο-μητσοτακισμό στην εξουσία, θα καυτηριάζουμε και θα θυμίζουμε τις πομπές των επίορκων αυτών πολιτικών προσώπων, γιατί ΕΚΕΙΝΟΙ ΗΤΑΝ που δίχασαν τους Έλληνες μέχρι θανάτου. Κι αυτό δεν ξεχνιέται ποτέ!  

 

 

 

14 Ιουλ. 2019

Παιδεία: Άγνοια, ιδεοληψία

ή καθαρή ανικανότητα;

Όταν μετά την αντικατάσταση μιας κυβέρνησης μετά από εκλογές η παιδεία γίνεται πρώτο πολιτικό θέμα, ήδη αθροίζεται ένα σοβαρό ντισαβαντάζ για την (όποια)  νέα κυβέρνηση. Αντιπαρερχόμενος, προσώρας, όλα τα άλλα γραφικά και κωμικοτραγικά που συγκροτούν τα κυβερνητικά πεπραγμένα μιας εβδομάδας, θα σταθώ πρώτα σ’ αυτό: H παιδεία δεν μπορεί να γίνεται το συμβολικό και πρακτικό εκείνο πολιτικό «λάφυρο» που ως σημαία πολιτικών σκοπών επιστρατεύτηκε για να δείξει πώς θα πορευτεί η νέα εξουσία. Αν το κάνεις στην αρχή της διακυβέρνησής σου, τίποτε άλλο δεν συμβολίζεις από την ιδεοληπτική κατανόηση του ιερότερου πεδίου διαχείρισης των δημόσιων υποθέσεων: Τη μόρφωση των νέων!

…Αλλά τί ζητάω τώρα;… Εδώ η υπουργός Παιδείας και ολόκληρη η παράταξή της αδυνατούν να κατανοήσουν, χρόνια τώρα, τον συμβολικό χαρακτήρα του πανεπιστημιακού ασύλου στην Ελλάδα, η παραβίαση του οποίου άλλωστε για διάφορες εγκληματικές δραστηριότητες, όπως συμβαίνει σε πολλές περιπτώσεις, δεν χρειάζεται καμιά τυπική η νομοθετική ρύθμιση για να αποκατασταθεί, αφού η πανεπιστημιακή κοινότητα διαθέτει κάθε δικαίωμα πρόσκλησης στις αστυνομικές αρχές, όταν διαπιστώνεται οιαδήποτε παράνομη ενέργεια.

Τί απομένει; Απομένει το πολιτικό μήνυμα που θέλει να στείλει η κατά τα άλλα αξιοπρεπής υπουργός: Μήνυμα αυταρχισμού, κυρίως προς τους νέους, αλλά και προς την υπόλοιπη κοινωνία. Όταν, όμως, όπως είπα, διαλέγεις την παιδεία και τη εκπαιδευόμενη νεολαία για να στείλεις τα πολιτικά μηνύματά σου, ήδη ελέγχεσαι σοβαρά ως κυβέρνηση για τις πολιτικές προθέσεις σου. Πολύ περισσότερο αν στους νέους, όπου συσσωρεύεται η πλέον αγαθή προαίρεση της έννοιας της ελευθερίας, στέλνεις ως πολιτική εξουσία μήνυμα αυταρχισμού, όπως εξήγησα!   

Δεν ξέρω αν προσήκει στην ταυτότητα του νεο-μητσοτακισμού αυτή η επιφανειακή και επικίνδυνη στάση. Αν τυχόν, όπως  μου φαίνεται πιθανό, προκειμένου να «περάσει» το πολιτικότατο μήνυμα αυταρχισμού τα πανεπιστήμια εμπλακούν στη δίνη της τρέχουσας πολιτικής αντιπαράθεσης, θα ευθύνονται οι άμυαλοι νέοι; Διερωτώμαι  αν υφίσταται δημοκρατική προσέγγιση στις υποθέσεις της παιδείας, που θα ανεχόταν τέτοιες πρακτικές. Εκτός αν δεν είναι δημοκρατική, οπότε…   

Κάτι ακόμη! Καμιά βδομάδα πριν τις εκλογές, βρέθηκα στο σχολειό του γιου μου για την εγγραφή του. Εκείνη την ημέρα, οι καθηγητές παρελάμβαναν τα βιβλία. Μάλιστα, το συζητήσαμε με τους καθηγητές, προς τους οποίους εξέφρασα τον εντυπωσιασμό μου για το γεγονός αυτό! Η νέα υπουργός Παιδείας, κατόπιν σύσκεψης με τον πρωθυπουργό, μάλιστα, πριν λίγες μέρες ανακοίνωσε ότι μεριμνά για την αποστολή των βιβλίων στα σχολεία. Αν δεν της έστησαν παγίδα, το πράγμα αρχίζει και προσλαμβάνει χαρακτήρα κωμωδίας με δραματικές συνέπειες: Η παιδεία δεν είναι πλάκα! Όταν εκλείπει η στοιχειώδης σοβαρότητα κατά την πολιτική ενασχόληση μαζί της, τότε το πράγμα γίνεται πολιτικός κόλαφος.

Καθώς συνέβαιναν όλ’ αυτά, η υπουργός Παιδείας βρήκε επίσης τον χρόνο να μας ενημερώσει ότι δεν δεσμεύεται για τις ήδη εγκεκριμένες προσλήψεις στον τομέα της εκπαίδευσης. Δεν είναι σοβαρό αυτό για έναν υπουργό Παιδείας (για την ακρίβεια είναι καθαρή γελοιότητα), ο οποίος την ώρα που το ανακοινώνει δεν αισθάνεται καμιά υποχρέωση να εξηγήσει στους πολίτες τους λόγους αυτής της απόφασής του και -κυρίως- τις συνέπειές της! Θα υπάρξουν δυσλειτουργίες από την απόφαση αυτή στα σχολεία, και αν ναι, πώς θα τις αντιμετωπίσει η υπουργός; Απάντηση: Η σιγή της εγκληματικής ανεπάρκειας!  

Άφησα τελευταίο το θέμα της Νομικής Σχολής στην Πάτρα! Από τις απόψεις και τα στοιχεία που εκτέθηκαν δημοσίως σχετικά με το θέμα αυτό, τα ερωτήματα που αναφύονται είναι πολλά και μένουν αναπάντητα. Φυσικά, σοβαρές απαντήσεις δεν μπορούν να είναι σχολιάκια που αλιεύονται στα sm. H υπουργός οφείλει απαντήσεις και ακόμη και η αντίδραση των βουλευτών του κόμματός της βοούν αυτήν την  ανάγκη!

Όμως, εν κατακλείδι, κουβεντιάζουμε για μόλις μία εβδομάδα θητεία της κυρίας υπουργού! Και πρόκειται για μια υπουργό που θεωρείται σοβαρή και μετρημένη, σε σύγκριση με πολλές άλλες περιπτώσεις μελών του υπουργικού συμβουλίου.

Μπορεί κάποιος να μην ανησυχεί σοβαρά για την παρούσα κυβέρνηση;

 

 

 

8 Ιουλ. 2019

Η «κανονικότητα», η «ενότητα»

και ο μαχητής που συγκλονίζει

2 μόνο σχόλια για σήμερα και τα υπόλοιπα εν καιρώ…

1ο σχόλιο: Δεν βλέπω κανέναν λόγο να ευχηθώ «καλή επιτυχία» στον νεο-μητσοτακισμό!

Η ευχή δεν είναι μια δήλωση ουδέτερη, αλλά αφορά σε ευχετήρια πολιτική θέση, για την ευόδωση πολιτικών προθέσεων, με τις οποίες απολύτως διαφωνώ και για τις οποίες είμαι βαθύτατα πεπεισμένος ότι θα βλάψουν τη χώρα μου. «Καλή επιτυχία» είναι μια δήλωση που -αντιθέτως- μπορούν χωρίς ενοχές (ή κρύβοντάς τις) να κάνουν όσοι εκπροσωπούνται από άλλα κόμματα και παρατάξεις, που μέρος έστω των δικών τους πολιτικών θέσεων, συμπίπτουν με τις πολιτικές προθέσεις του νεο-μητσοτακισμού, π.χ. την πρόθεση κατάργησης της απλής αναλογικής.  

Όπως δίδαξε ο ιδρυτής της παράταξης που με καθόρισε πολιτικά, η αυτονόητη θεσμική υποχρέωση να τηρούνται κανόνες πολιτικού σαβουάρ βιβρ σε επίπεδο πολιτικών ηγεσιών (κανόνες, που όποιος πολιτικός παραβαίνει αυτομάτως εντάσσεται στη χορεία των πολιτικών «αποβλήτων»), καμιά σχέση δεν έχει με την ανόητη πολιτική «σούπα» περί της δήθεν «ενότητας των πολιτών» για το κοινό συμφέρον, που μας πλασάρουν οι ρέκτες του απολύτως κενού περιεχομένου πολιτικού σκοπού της «κανονικότητας».

«Ενότητα» και «κανονικότητα» στο πεδίο αυτό είναι νοητές, μόνον εφ’ όσον προϋποτίθενται προς εφαρμογή πολιτικές επιλογές που τουλάχιστον δηλώνουν ότι αποσκοπούν να ενώσουν πολιτικά, ταξικά, πολιτισμικά τους πολίτες. (Και ο νεο-μητσοτακισμός έχει υπηρετήσει με φανατισμό τον σκληρό διχασμό ανάμεσά μας και στα τρία αυτά σημεία)! Αλλιώς, «ενότητα» και «κανονικότητα» δεν είναι άλλο από «στενός κορσές», που οι επωφελούμενοι από τη στενότητά του σε βάρος άλλων, φοράνε στον τόπο και τους ανθρώπους του.

Αντίθετα, υγιής και δημοκρατικά καλώς νοουμένη στάση είναι να ξεκαθαρίζεις με σαφήνεια ότι η καυτή πολιτική «σούπα», στην οποία σε προσκαλούν να βουτήξεις κατακαλόκαιρο, δεν είναι της αρεσκείας σου και ότι δικός σου σκοπός είναι η κατάργηση και η ανατροπή της. (Επικαλούμαι για δεύτερη φορά τον ιδρυτή μας σ’ αυτήν την παράγραφο, για να εξηγήσω ότι αν εκείνος είχε δεχτεί να του φορέσουν τον «στενό κορσέ» της εποχής του και είχε υπηρετήσει την τότε «κανονικότητα», τίποτα από τη λαμπρή για την Ελλάδα και τους Έλληνες περίοδο που ακολούθησε στη διακυβέρνηση υπό την ηγεσία του δεν θα είχε συμβεί).

Η απροθυμία μου να αποφύγω τα νερόβραστα «καλή επιτυχία» και άλλα ανάλογα, έχει και πρόσθετο προσωπικό λόγο να συνιστά την εξατομικευμένη στάση μου σήμερα απέναντι στον νεο-μητσοτακισμό: Αναπολώ την αφέλειά μου να υποδεχτώ το 2012 τη Ν.Δ. του Σαμαρά με πνεύμα καλής θέλησης (και σας μιλώ πολύ ειλικρινά, αυτή ήταν η προσωπική αντίδρασή μου τότε, βαθύτατα συνειδητοποιημένη ως συμπεριφορά μεμονωμένου πολίτη απέναντι στις εξελίξεις), με αίτιο αυτής της στάσης μου ενδεχομένως την ασφυξία του μνημονιακού άγους! Προσωπική στάση, που είχα τότε επιλέξει παραβλέποντας τις βαρύτατες και στα όρια της θεσμικής ανατροπής συμπεριφοράς της Ν.Δ. απέναντι στο «τελευταίο ΠΑ.ΣΟ.Κ.» της ιστορίας, του οποίου τον πρωθυπουργό ανέτρεψαν εν ψυχρώ οι νεοδημοκράτες, συνεπικουρούμενοι από δυνάμεις του ούτω καλούμενου «εκσυγχρονισμού». Της φράξιας, δηλαδή, στο εσωτερικό του ΠΑ.ΣΟ.Κ., που δηλητηρίασε την ιστορία του χώρου μας, ακριβώς με τον εμποτισμό ανοχών απέναντι στην «πολιτική σούπα» του «κορσέ» της «κανονικότητας», που προσπάθησα να εκθέσω προηγουμένως.

Τα παρέβλεψα συνειδητά όλ’ αυτά το 2012, με την προσδοκία ότι έτσι θα καταβαλλόταν υπό καλύτερους όρους η προσπάθεια ταχύτερου απεγκλωβισμού από το μνημονιακό άγος.             

Πολιτικά έσφαλα και απέτυχα παταγωδώς (πάντα στο προσωπικό πεδίο η παρούσα αναφορά)! Η παράταξη που είχα υπηρετήσει διά βίου διασύρθηκε όσο ποτέ άλλοτε από τη σαμαρική ακροδεξιά, με τον πλέον ύπουλο και θρασύδειλο τρόπο, των Βορίδηδων, του Άδωνη και των συμπαρομαρτούντων ακροδεξιών προσώπων και πολιτικών. Μια πολιτικά απολύτως ανέντιμη στάση!

Αλλά αυτό, τελικά, ήταν το λιγότερο! Η χώρα κατρακύλησε στην πλήρη ευρωπαϊκή και διεθνή ανυποληψία, μπήκε στην τεράστιο κίνδυνο παγίωσης της «κανονονικότητας» της μνημονιακής δεσποτείας και η οικονομία της έφτασε στο έσχατο όριο. Κατάσταση στο χείλος της οριστικής καταστροφής, από την οποία -ευτυχώς- μόνον η «αντικανονική» διακυβέρνηση Τσίπρα μας έβγαλε, ό,τι και να αφηγούνται βυθισμένοι στην ανυποληψία των fake news θρασύτατοι υποστηρικτές του νεο-μητσοτακισμού. 

2ο σχόλιο: Η εικόνα του ως μαχητή, απολύτως προσωποποιημένα και υπό την ιδιότητά του ως πολιτικού ηγέτη, είναι συγκλονιστική!

Ο αγώνας του είχε -και έχει- στοιχεία μοναχικού δρόμου, απέναντι σε ανέντιμους αντιπάλους και ανάξιους συντρόφους.

Τον έδωσε υπό τέτοιες συνθήκες αυτόν τον αγώνα! Και το αποτέλεσμα που πέτυχε κάνει απολύτως εφικτό και υλοποιήσιμο τον στόχο της «δεξιάς παρένθεσης» για την επόμενη πολιτική περίοδο. Αυτή είναι η βάση της παρακαταθήκης που αφήνει η ως τώρα δημόσια παρουσία του.

Και πάνω σ’ αυτήν θα οικοδομηθεί η μεγάλη δημοκρατική και προοδευτική παράταξη, που θα ανακόψει την παλινωδία προς ό,τι έφερε την Ελλάδα στο χείλος του γκρεμού το 2010. Πάνω σ’ αυτήν την παράταξη θα ξεδιπλωθεί και θα καρπίσει εκείνη η πολιτική, στον αντίποδα της ανεύθυνης διχαστικής στάσης του νεο-μητσοτακισμού, που «για μια σταγόνα πρωθυπουργίας» (όπως είναι η παράδοση που έχουν αφήσει ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και ο Αντώνης Σαμαράς) έπαιξαν και συνεχίζουν να παίζουν τη χώρα και το δημόσιο συμφέρον στα ζάρια των συμφερόντων της ελίτ και της οικονομικής ολιγαρχίας, δηλαδή θα καρπίσει η πολιτική που θα καταστήσει ιστορικά νικηφόρα στην Ελλάδα τη δημοκρατική αριστερά.    

Ένας ιστορικός ηγέτης της αριστεράς, ο Λεωνίδας Κύρκος, με τον οποίο είχα την τύχη να συνδεθώ με στενή προσωπική φιλία μαζί του, αν και είχαμε διαφορετικές απόψεις σε πολλά πράγματα, σε κάποια από τις «θερμές» συζητήσεις μας, μου είχε δώσει κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 2.000 μια συμβουλή: Η πολιτική δυναμική μιας παράταξης δεν διαφαίνεται όταν η παράταξη αυτή βρίσκεται σε φάση που νικά, αλλά μόνον όταν είναι σε φάση που ηττάται. Αν ηττώμενη μια πολιτική παράταξη, μου είχε πει, εξακολουθεί να διευρύνει τα ακροατήριά της και να επεκτείνει τη σχέση της  με κοινά που την ώρα της ήττας της δεν κοίταζαν προς το μέρος της, τότε η παράταξη αυτή, ακόμη κι αν από την άλλη πλευρά χάνει δυνάμεις, ορίζει μελλοντικές εξελίξεις. Κρατώ αυτήν την αναφορά του αείμνηστου! Νομίζω πως ταιριάζει γάντι στο σκηνικό του εκλογικού αποτελέσματος της 7ης Ιουλίου 2019. 

 

 

 

6 Ιουλ. 2019

Η εκλογική «αρπαχτή»

Διαπιστώνω ότι υπάρχει στον δημόσιο χώρο, που εγώ προσλαμβάνω ως πολιτικό πλαίσιο των πραγμάτων, μια -κατά την εκτίμησή μου- παράδοξη αποποίηση της έννοιας «οικογενειακή ευθύνη», για πράξεις αναφορές και συμπεριφορές πολιτικών  προσώπων.  Ομολογώ πως δεν την κατανοώ αυτήν την αγωνία μη μας καταλογίσουν ότι κρίνουμε στο πλαίσιο της εν λόγω «οικογενειακής ευθύνης» τη στάση σημερινών δημοσίων προσώπων. Αν έχω καταλάβει καλά, πρόκειται για μια περίεργη αλλά απολύτως εξηγήσιμη ομερτά που επιβάλλει μερίδα πολιτικών, επιχειρηματικών και μιντιακών κύκλων “ξεπλύματος” πολιτικών στελεχών, που οι κύκλοι αυτοί υποστηρίζουν προς ίδιον όφελος. Έτσι, ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης είναι απαγορευμένο να γίνεται δέκτης καταλογισμών π.χ. για την αποστασία του πατέρα του ή την παραπομπή του Ανδρέα Παπανδρέου στο ειδικό δικαστήριο στη μεγαλύτερη πολιτική σκευωρία στην ιστορία της χώρας. Το έωλο, γελοίο και αλά καρτ της υπόθεσης υπογραμμίζεται, παράλληλα, από το ότι οι ίδιοι που σπεύδουν να ουρλιάζουν περί της αήθειας επειδή γίνεται αναφορά στην πολιτική ιστορία της οικογένειας Μητσοτάκη, με εξαιρετική ευκολία τσαλαβουτάνε κατά το δοκούν, επειδή φυσικά τους βολεύει, στην ιστορία του πατέρα του Τσίπρα επί χούντας ή στην επιχειρηματική ιστορία του Σωκράτη Κόκκαλη, όποτε ο λόγος για τον Πέτρο Κόκκαλη.

Όμως, δεν κατανοώ για ποιον λόγο θα έπρεπε ως δήθεν αήθεια να αποκρύπτεται, για παράδειγμα, ότι ο κ. Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης τυγχάνει να είναι γιος του ιστορικού στελέχους της Ν.Δ., κ. Γιάννη Βαρβιτσιώτη, στο μέτρο που άνευ αυτής της οικογενειακής σχέσης ο πρώτος είναι απολύτως απίθανο να είχε κάποιο δημόσιο ρόλο και πόστο. Το ίδιο φυσικά και κατά κόρον ισχύει για τον ίδιον τον πρόεδρο της Ν.Δ.! Και τούτο, δεδομένης της ολοφάνερης ακαταλληλότητας και επικινδυνότητας που φέρει το πρόσωπο για να του ανατεθούν σοβαροί δημόσιοι ρόλοι, αποτιμώντας την εν γένει παρουσία του, τους λόγους και τα έργα του, από δημόσια πόστα που ως σήμερα κατείχε ακριβώς ένεκα της οικογενειακής του αναφοράς στα πολιτικά μας πράγματα. Οικογενειακής αναφοράς, άνευ της οποίας δεν θα κατείχε τα εν λόγω δημόσια πόστα, όπως έχω την αίσθηση ότι αντιλαμβάνονται ακόμη και οι φανατικότεροι υποστηρικτές του, αποφεύγοντας βεβαίως να το δηλώσουν, για προφανείς, λόγους –απλώς σιωπούν και πάμε παρακάτω (=ο ορισμός της ομερτά)…

Κατά έναν απολύτως εξηγήσιμο λόγο, όπως ήδη είπα, το αντίστοιχο φαινόμενο καταγράφεται και στο ΚΙΝ.ΑΛ., αλλά δύσκολα ανιχνεύεται στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Παρά ταύτα, στον τελευταίο όποτε το φαινόμενο εμφανίζεται, περισσεύουν οι δήθεν οργισμένες αναφορές νεο-μητσοτακικών και ΚΙΝΑΛιτών στις κακές οικογενειοκρατικές πρακτικές του επάρατου ΣΥ.ΡΙΖ.Α..         

Για να τα ξεκαθαρίζουμε, λοιπόν!

Η διάσταση του οικογενειακού πλαισίου αναφοράς για την αξιολόγηση πολιτικών προσώπων είναι απολύτως θεμιτή και  θα έλεγα και αναγκαία για να σχηματίζεται αδρά η πολιτική ταυτότητα ενός πολιτικού. Το οικογενειακό πολιτικό πλαίσιο συνιστά ισχυρό προσδιοριστικό στοιχείο διαμόρφωσης των πολιτικών απόψεων του καθένα μας, και του κανόνα αυτού δεν εξαιρούνται τα πολιτικά πρόσωπα.

Επίσης, η στάση ανοχής ή αποσιώπησης απέναντι σε πολιτικές παρασπονδίες των ανιόντων ενός πολιτικού από μεριάς των απογόνων του, πάντα στο πλαίσιο μιας δημόσιας συζήτησης, είναι κατανοητή, ανεκτή και ακόμη και επαινετή θα έλεγα, κατά την άποψή μου, ως ένδειξη σεβασμού.  Ως εκεί όμως! Δεν είναι απαιτητέο φυσικά από τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη να καταδικάσει ό,τι έκανε ο πατέρας του στο ειδικό δικαστήριο ή την αποστασία, για να αξιολογηθεί ο σημερινός αρχηγός της Ν.Δ.. Η βλάβη που αναμφίβολα και κατά τη βεβαιότητα πλέον της ιστορικής γραφίδας προξένησε στη χώρα ως «αρχιερέας του διχασμού» ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης δεν συγκαταλέγεται στα πολιτικά θέματα, στα οποία καλείται να λάβει θέση ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης για να τον αξιολογήσουμε. Προσφέρεται στον σημερινό αρχηγό της Ν.Δ. η δυνατότητα διά της καθ’ όλα αποδεκτής ως δημόσια στάση σιωπής του «σεβασμού στον πατέρα του», να απέχει αυτού του διαλόγου. Ως εκεί, όμως, το ξαναλέω!  

Από την άλλη πλευρά,  καταγράφονται στην πολιτική ιστορία μας κατιόντες δημοσίων προσώπων, που με πίστη στις δικές τους απόψεις δεν δίστασαν να αποστασιοποιηθούν από την οικογενειακή πολιτική ιστορία τους, για να προωθήσουν τις ιδέες τους. Σ’ αυτούς, θαρρώ, προσήκει πρόσθετη αναγνώριση του ήθους που συμπεριλαμβάνεται σ’ αυτή τη στάση αποποίησης -πάντα με ήθος και σέβας στους γεννήτορες- των πλεονεκτημάτων που τους προσέφερε η πολιτική τους οικογένεια, για χάρη των ιδεών τους. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τέτοιας περίπτωσης, από τον Ανδρέα Παπανδρέου, ομολογώ, δυσκολεύομαι να βρω!

Έτσι, λοιπόν, οι αναφορές στην οικογενειακή ιστορία του δεν είναι απαγορευμένο θέμα για να μιλήσουμε για έναν σημερινό πολιτικό. Αντιθέτως, μάλιστα, οι αναφορές αυτές είναι επιβεβλημένες, αν και όποτε ακριβώς αυτές οι οικογενειακές πολιτικές πρακτικές σκιάζουν ως ευθεία επιρροή τις τρέχουσες δραστηριότητες ενός πολιτικού προσώπου!

Εν προκειμένω του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη. Και τούτο για λόγους που εξηγώ ευθύς αμέσως στη συνέχεια.

Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης αναδείχθηκε με εκλογικές «αρπαχτές» τόσο εσωκομματικά στην ηγεσία της Ν.Δ., όσο και στην πρωθυπουργία.

- Στην πρώτη περίπτωση εκμεταλλευόμενος  την (και για λόγους υγείας) παραίτηση του Ευάγγελου Αβέρωφ και την αμηχανία του καραμανλικού κόμματος να αντιμετωπίσει το ολοένα και ενισχυόμενο τότε ΠΑ.ΣΟ.Κ, του Ανδρέα Παπανδρέου. Η Ν.Δ. τότε προτίμησε για αρχηγό ένα πρόσωπο (τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη), που εκτιμήθηκε ότι μπορούσε για λόγους ιστορικούς και λόγω του πολιτικού «χαρακτήρα» που διέθετε ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης να αντιπαρατεθεί στον «ανδρεϊσμό», αντί του πολιτικού ευπατρίδη Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου. Η Ν.Δ. δικαιώθηκε για την επιλογή της αργότερα, ακριβώς επειδή ο πολιτικός «χαρακτήρας» του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη ήταν εκείνος που οδήγησε στην αδίστακτη σκευωρία κατά του Ανδρέα Παπανδρέου, ακριβώς ως κίνησης-μέσου να βρεθεί ένας τρόπος να ηττηθεί το τότε ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Το αηθέστατο σχέδιο πέτυχε, αφήνοντας όμως πίσω του τη ρετσινιά της σκευωρίας, ως μόνου μέσου για τη Ν.Δ. υπό μητσοτακική ηγεσία να χειριστεί την υπεροχή του ιδρυτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. που με ευθέα πολιτικά μέσα δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει.

-Στη δεύτερη περίπτωση, με τη «δεύτερη αποστασία» υφαρπαγής του περίφημου Κατσίκη από το κόμμα του Κωνσταντίνου Στεφανόπουλου για να μπορέσει  ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης να μαζέψει 151 βουλευτές και να γίνει πρωθυπουργός στην πρώτη περισσότερο αμφιλεγόμενης δημοκρατικότητας μεταδικτατορική κυβέρνηση της Ελλάδας. (Η δεύτερη ήταν η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου 2012-2014, μετά την ανατροπή της κυβέρνησης Γιώργου Παπανδρέου.

Επομένως, υπάρχει παράδοση στην πρακτική της εκλογικής «αρπαχτής» στον μητσοτακισμό, το κλίμα, δηλαδή, και τις πολιτικές εμπειρίες εντός των οποίων ενηλικιώθηκε ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης! Και θα επισημάνω αυτό εδώ! Με τη δίκαια έμφαση που νομίζω ότι του αναλογεί.

Ο νεο-μητσοτακισμός, σήμερα, τιμά δεόντως αυτήν την παράδοση! 

- Στην πρώτη περίπτωση, ήδη γεγονός, ο κ. Κυριάκος Μητσοτάκης αναδείχτηκε πρόεδρος της Ν.Δ. με την ανοιχτή υποστήριξη 50.000 σημιτικών του σήμερα ΚΙΝ.ΑΛ., που αν και σε άλλο κόμμα εγκιβωτίστηκαν από τότε στην ελληνική δεξιά ως σαρξ εκ της σαρκός της. Από εκείνες τις εσωκομματικές εκλογές που ανέδειξαν στη Ν.Δ. αρχηγό του κόμματος τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, θα μείνει ως απαράγραπτο όνειδος ότι εκείνες οι 50.000 ψήφοι από υποστηρικτές του που ήρθαν από άλλο κόμμα για να τον εκλέξουν, παραμένουν ακόμη και σήμερα εκλογείς χωρίς ονοματεπώνυμο, παρ’ ό,τι οι κανονισμοί της Ν.Δ. ρητώς ορίζουν ότι εσωκομματικός εκλέκτορας χωρίς ονοματεπώνυμο δεν επιτρέπεται να λάβει μέρος στις εσωκομματικές εκλογές. Και είναι προσωπικά μεγάλη ντροπή για τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη ότι ενώ ο ίδιος μετά την εκλογή του δεσμεύτηκε να ξεκαθαρίσει αυτήν την εκκρεμότητα, φυσικά δεν έκανε τίποτα και το όνειδος παραμένει. (Το γεγονός ότι τα μέσα ενημέρωσης έχουν καταπιεί και εξαφανίσει όσα ιστορώ, δεν σημαίνει πως αυτά δεν συνέβησαν. Η εξαιρετικά επιμελημένη έκτοτε προσπάθεια να διαγραφεί από τη διαδικτυακή «μνήμη» αυτό το περιστατικό των «ορφανών» 50.000 ψήφων υπέρ του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη στις εσωκομματικές εκλογές που τον ανέδειξαν αρχηγό του κόμματος, για ένα εξασκημένο μάτι -όπως νομίζω ότι διαθέτω- μάλλον βοά περί του τί συνέβη, ποιός ευνοήθηκε και ποιός το επιχειρεί να το συσκοτίσει, παρά συμβάλλει στην αποσιώπηση και εξαφάνισή του).

- Όμως, σ’ αυτές τις εκλογές βρισκόμαστε πλέον ήδη μπροστά και στο δεύτερο περιστατικό εκλογικής «αρπαχτής» του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη (δηλαδή ο νεο-μητσοτακισμός στα απόλυτα χνάρια των οικογενειακών πολιτικών παραδόσεων): Την απόπειρα -που φαίνεται μάλιστα να επιβεβαιώνεται- να αρπάξει και την πρωθυπουργία!

Πάλι στο πλευρό του νεο-μητσοτακισμού, ψηφοφόροι του ΚΙΝ.ΑΛ.  που σύμφωνα με καλές πληροφορίες έχουν ήδη γίνει τις τελευταίες ώρες δέκτες του αναγκαίου νεύματος από μεριάς της λεγόμενης «εκσυγχρονιστικής» ηγεσίας να επιλέξουν «σκληρή ψήφο» υπέρ του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, αντί της αχρείαστης πλέον και μάλλον αφελούς, όπως αποδεικνύεται, κυρίας Φώφης Γεννηματά. (σ.σ.: Για να είμαι σαφής στο σημείο αυτό: Ο κ. Β. Βενιζέλος απέχει πλήρως απ’ αυτές τις μεθοδεύσεις). Λόγος αυτής της νέας σύγχρονης αποστασίας υπέρ του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη ότι δεν βοηθάνε και είναι για τον λόγο αυτόν μη αναγκαίοι οι όσοι βουλευτές εκλεγούν με το ΚΙΝ.ΑΛ.. Και τούτο, διότι αρκεί η απλή αυτοδυναμία χωρίς καμιά συνεργασία για να αλλάξει ο εκλογικός νόμος. Και την ίδια ώρα, το σενάριο να εκλέξουν Ν.Δ. και ΚΙΝ.ΑΛ. αθροιστικά περισσότερους από 200 βουλευτές (που είναι αναγκαίοι για να αλλάξει ο εκλογικός νόμο και ο καινούριος που θα ψηφιστεί να ισχύσει αμέσως), έχει ελάχιστες λίγες πιθανότητες επαλήθευσης. Έτσι, για τον νέο-μητοτακισμό πλέον προέχει το θέμα της αυτοδυναμίας με όσο το δυνατό περισσότερες έδρες, για να αποτρέπεται το ενδεχόμενο οριακής διακυβέρνησης του κ. Κυριάκου Μητσοτάκη, που ο ίδιος φοβάται γνωρίζοντας ότι δεν διαθέτει το διαμέτρημα του πατέρα του για να μπορέσει να χειριστεί οριακές πλειοψηφίες στην επόμενη Βουλή.

Θλιβερό υπόλειμμα των εξελίξεων, όπως ήδη είπα, η κυρία Γεννηματά. Που, πλέον φαίνεται ως εξαιρετικά πιθανό να πιεστεί, υφιστάμενη τις συνέπειες του γεγονότος ότι τόσον καιρό τώρα «κουβάλαγε» επιρροή στον νεο-μητσοτακισμό και σήμερα αυτός την πετάει στα αζήτητα!

Τί λέτε τώρα; Ήταν αήθης η παρούσα εδώ συζήτησή μας για τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη, με προσφυγή στην πολιτική παράδοση του μητσοτακισμού;  

 

 

 

5 Ιουλ. 2019

Η συμβολή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην υπόθεση της ΕΕ

και της ελληνικής αριστεράς

Με διαφαινόμενη ως βέβαια την εκλογική ήττα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε δύο εικοσιτετράωρα, ο δημόσιος διάλογος έχει προσλάβει έναν προσχηματικά προεκλογικό τόνο και το ίδιο το πολιτικό σκηνικό, προεξοφλώντας  το αποτέλεσμα της κάλπης, έχει αποκτήσει έναν διεκπεραιωτικό χαρακτήρα, συνεπικουρούντος του αμείλικτου ελληνικού θέρους. Η εικόνα αυτή είναι πρωτοφανής για τα εγχώρια πολιτικά πράγματα, που επί δεκαετίες από την πτώση της χούντας και μετά διέπονταν από έντονα πάθη σε προεκλογικές περιόδους.

Αυτή η στάση των πολιτών ενώπιον της κάλπης, νομίζω πως θα πρέπει να αποδοθεί στη «σοφία του πολιτικώς αυτονόητου», που ο λαός διαθέτει, όσο και να στρατεύεται πίσω από τα κόμματα. Νομίζω πως είναι ουσιώδης ωρίμανση στο συλλογικό επίπεδο, η οποία μπορεί πλέον να απορρίπτει ως αχρείαστα τα προεκλογικά κομματικά «κόλπα». Από τις ανοησίες του νεο-μητσοτακισμού, του οποίου η προγραμματική εμφάνιση είναι για τα πανηγύρια, ως τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που μουρμουρίζει εν είδει αναγκαίας εκλογικής «παράστασης» το επιχείρημα του δήθεν «αντιστρεπτού εκλογικού αποτελέσματος», αλλά και μέχρι τη συνθηματολογία του Κ.Κ.Ε., για το οποίο και ο τελευταίος ψηφοφόρος του έχει πλήρη συναίσθηση ότι η εκλογική ενίσχυσή του ουδόλως θα επηρεάσει τις τύχες των εργαζομένων, όλα μαρτυρούν τη βεβαιότητα των πολιτών περί απλών προεκλογικών σκηνών, μακράν της πραγματικής πολιτικής διαδικασίας.

Φυσικά, οι αναλυτές που συναρτούν την άποψη τους από την κομματική στράτευσή τους και όχι από την ιδεολογική τους ένταξη (στους δεύτερους προσπαθεί να συγκαταλέγεται και η αφεντιά μου), δείχνουν εφευρετικότητα στην ερμηνεία της παρούσας υπνώττουσας προεκλογικής αγοράς. Μερικοί λένε ότι η ανυπαρξία σκληρής πόλωσης (που βεβαίως κατά τα άλλα καταγράφεται στο υπόστρωμα των εξελίξεων) είναι επειδή έχει εξαφανιστεί η κλασσική και αξεπέραστη πολιτική αναφορά των πραγμάτων στο δίπολο αριστερά-δεξιά (…αυτό το τελευταίο είναι πολύ της μόδας σ’ αυτές τις εκλογές).  Άλλοι διατείνονται ότι είναι η ιδεολογική ήττα της ανάξιας για διακυβέρνηση αριστεράς, που έχει πείσει τον κόσμο για το αναπόφευκτο να βρίσκεται η εξουσία στα χέρια της άρχουσας τάξης, ανεξαρτήτως του ότι οι πολίτες γνωρίζουν καλά (και ασφαλώς δεν λησμονούν) ότι τα συστήματα της άρχουσας τάξης (πολιτικά, οικονομικά, επιχειρηματικά και μιντιακά) ευθύνονται απολύτως για την απαξίωση της Ελλάδας της κρίσης.

Φυσικά αυτές οι απόψεις των κομματικά στρατευμένων «αναλυτών» δεν αντέχουν σε καμιά επαληθευτική εμβάθυνση. Αντίθετα, στο «πολιτικό κενό» που προκύπτει από την αποστασιοποίηση μαζών πολιτών από τις παρούσες εκλογές, παραμένει αναπάντητο το ερώτημα του «λόγου» πρόσκτησης των πολιτικών εξελίξεων αυτής της τροχιάς. Νομίζω πως θα χρειαστεί χρόνος για να αποκωδικοποιηθούν και να έρθουν στον δημόσιο χώρο βιώσιμες εξηγήσεις για τα συμβαίνοντα. Και δεν φιλοδοξώ φυσικά, να τα απαντήσω αυτά εγώ.

Όμως, νομίζω πως αξίζει τον κόπο να δώσω μια μικρή «μάχη για την πραγματικότητα», που τείνει να καταστεί αφανές πολιτικό στοιχείο της πολιτικής σ’ αυτήν τη συγκυρία. Μια πραγματικότητα που παραμερίζεται με ευκολία από τον ορυμαγδό της fake αφήγησης.

Σ’ αυτό το πεδίο και με τέτοια πρόθεση εξ αρχής διακηρυγμένη από μεριάς μου, θεωρώ πως ένα από τα μείζονα διαφεύγοντα στοιχεία της συζήτησης που κάνουμε όλοι μαζί οι πολίτες μπροστά στην κάλπη, είναι η αξιολόγηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με πολιτικούς όρους που υπεκφεύγουν του διακυβερνητικού ζητήματος.

Έχω την εντύπωση ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. όλη αυτήν την περίοδο εκείνο που έκανε και που χρήζει ευρύτερης αξιολογητικής ανάλυσης δεν είναι αν πήγε καλά ή άσχημα στο μνημόνιο, αν είπε ψέματα ή αλήθειες, αν αφαίμαξε ή στήριξε τη μεσαία τάξη, αν άσκησε την εξουσία προς βλάβη των δημοκρατικών θεσμών ή προς όφελός τους.

Αυτά τα κριτήρια (που φυσικά υπάρχουν και καλώς υπάρχουν και επικαθορίζουν τον δημόσιο διάλογο) παράγουν ένα αποτέλεσμα που κάνει ένα στοιχείο να μας διαφεύγει, παρ’ ό,τι ιστορικά μοναδικό  σ’ ολόκληρη την Ευρώπη και εξαιρετικά σημαντικό για την ελληνική πολιτική ιστορία και την αλληλεξάρτησή της με τη ιστορία της λεγόμενης «Δύσης»: Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι το πρώτο κόμμα στη μεταπολεμική Ευρώπη  που ως αριστερά ανέλαβε τη διακυβέρνηση μιας χώρας στο κατά βάση ασφυκτικό πολιτικό πλαίσιο της Ε.Ε. και ιδίως της ευρωζώνης, επιβαρυμένο μάλιστα και ακόμη ασφυκτικότερο το πλαίσιο αυτό, λόγω της μνημονιακής δεσποτείας όπου είχαν οδηγήσει οι προηγούμενες «συστημικές» κυβερνήσεις. Ανέλαβε τη διακυβέρνηση και την ολοκλήρωσε, μάλιστα, με μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία (δεν έχει σ’ αυτό το μοτίβο της σκέψης μου μεγάλη σημασία), με τη χώρα αναμφίβολα σε συντριπτικά καλύτερη θέση από εκείνην που την παρέλαβε.

Άξιο ιδιαίτερης υπογράμμισης, εδώ και πάντα σ’ αυτό το αναλυτικό πλαίσιο που όρισα, ότι παρ’ ό,τι αριστερός και καταλυτικά περικυκλωμένος από αντίπαλες και κυρίαρχες στην Ε.Ε. συντηρητικές πολιτικές δυνάμεις, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. όχι μόνον έγινε αποδεκτός αλλά και κατά γενική ευρωπαϊκή ομολογία (αρέσει δεν αρέσει στις εγχώριες προεκλογικές αφηγήσεις, αυτή είναι η αλήθεια) θεωρείται πως κυβερνώντας είχε απολύτως θετική συμβολή στην συνολική ευρωπαϊκή εξέλιξη και όχι μόνο στο πεδίο της οικονομίας.                 

Το σημείο αυτό, έχω την εντύπωση ότι εν τη ρύμη του πολιτικού χρόνου θα αποβεί μεγάλης σημασίας για την ευρωπαϊκή πολιτική ιστορία και θα αποκτήσει βάρος συμβολικό και πρακτικά πολιτικό, ισάξιο με τον ιστορικό συμβιβασμό του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ.

Η χρεοκοπία της ιδιότυπης «απαγόρευσης» στην Ευρώπη να ασκούν διακυβέρνηση  κόμματα της αριστεράς ως κύριος πόλος εξουσίας, είναι ένα τεράστιο βήμα για  τον ευρωπαϊκό πολιτικό πολιτισμό. Ένα τεράστιο βήμα, που έγινε στην Ελλάδα και που πιστώνεται στη χώρα μας, ως καίρια συμβολή στην ολοκλήρωση του πολιτικού εκδημοκρατισμού που πρεσβεύει ο ευρωπαϊκός ενοποιητικός αυτοσκοπός. Αναμφίβολα η Ευρώπη μέσα απ’ αυτήν την καίρια ελληνική συμβολή θα αντλήσει  ιδεολογικο-πολιτικές εφεδρείες για τον εμπλουτισμό των μέσων που θα αξιοποιηθούν στο μέλλον.

Η «αριστερή διακυβέρνηση» στις χώρες της Ε.Ε., λόγω της παρουσίας και του έργου  ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην Ελλάδα, δεν είναι πια μια «απαγορευμένη» εκδοχή, αλλά μια ακόμη πολιτική δυνατότητα διαχείρισης των δημόσιων υποθέσεων.

Την ίδια ώρα, όμως, υπάρχει και ένα τεράστιο έργο και συμβολή από τη διακυβέρνηση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην υπόθεση της ελληνικής αριστεράς! Πρόκειται για την απομάγευση της ίδιας της υπόθεσης της ελληνικής αριστεράς, από τις παγιδευτικές εμπλοκές, ιστορικού, ιδεολογικού και ηθικού περιεχομένου, που δεν επέτρεπαν ως σήμερα και ως δική της επιλογή στην εγχώρια πολιτική αριστερά να «κυβερνήσει»! Το τελικό δίλημμα που εγκατέστησε η διακυβέρνηση ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στους Έλληνες αριστερούς είναι μια υπέρβαση της αυτο-απαγόρευσης ακόμη και να το σκέφτονται, όπως συνέβαινε επί τόσες δεκαετίες. Και το δίλημμα είναι: Θα θυσιάσω το πλαίσιο κανόνων που ορίζει το ήθος του χώρου (αυτό που ονομάζεται «ηθικό πλεονέκτημα της αριστεράς») για να ασκήσω διακυβέρνηση προς προαγωγή των πολιτικών στόχων που ορίζει η ιδεολογία μου, ή θα κρατήσω αλώβητο αυτό το πλαίσιο που ορίζει το ήθος του χώρου, απορρίπτοντας το δικαίωμά μου να κυβερνήσω και να «ασκήσω πολιτική»; Γι’ αυτό και είναι βλακώδης και τεχνητή η συζήτηση αν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έχασε το ηθικό πλεονέκτημα επειδή άσκησε διακυβέρνηση! Φυσικά και το έχασε! Και θα το έχανε σε κάθε περίπτωση από την ώρα που αποφάσισε να κάνει το βήμα και να κυβερνήσει, αφού η ενάσκηση κρατικής εξουσίας αναγκαία άγει σε συμβιβασμούς μεταξύ των ιδεολογικών αρχών όποιου κυβερνά και της ανάγκης που ορίζει το οπωσδήποτε προσλαμβανόμενο δημόσιο συμφέρον, συχνά αντίθετα με τις ιδεολογικές απόψεις της εκάστοτε κυβερνώσας παράταξης.  

Αυτό το σημείο, φυσικά δεν μπορεί να μετρήσει στις κάλπες της 7ης Ιουλίου! Μετράει, όμως, ιστορικά και ως μελλοντική παρακαταθήκη. Γι’ αυτό και κλείνοντας αυτήν την ανάλυση αισθάνομαι την ανάγκη να ευχαριστήσω τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., διότι μετά από δεκαετίες μετά από την επιλογή ζωής να ενταχθώ στο ΠΑ.ΣΟ.Κ., με έκανε ξανά να αισθανθώ τη συγκίνηση της προσωπικής συμβολής σε μια πολιτική υπόθεση που αξίζει τον κόπο.