Μολυβάκι

24 Σεπ. 2022

Η θλιβερή διεθνής εικόνα 

της Ελλάδας και του Κυρ. Μητσοτάκη 

Στη διεθνή κοινότητα είναι πασίγνωστο και εμπεδωμένο ότι οι γενικές συνέλευσεις του ΟΗΕ αποτελούν τη σπάνια ευκαιρία σ’ έναν πολυσύνθετο κόσμο να συνυπάρξουν για λίγες μέρες οι ηγεσίες των χωρών όλης της Γης, να συνομιλήσουν και να ανταλλάξουν απόψεις για παγκόσμιες και περιφερειακές υποθέσεις κι ακόμη και έχοντας μεγάλες διαφορές ανάμεσά τους σε κάποιες περιπτώσεις, να προσπάθησουν όλοι να εμφανίσουν ένα διαλλακτικό πρόσωπο, έκαστος για τη χώρα του, ώστε να προαχθεί η διεθνής ύφεση στις αντιθέσεις που διέπουν τη συγκυρία κάθε εποχής. Σε τέτοιες συνθήκες είναι επίσης γνωστό ότι οι ομιλίες των ηγετών ενώπιον του «σώματος» της γενικής συνέλευσης του Οργανισμού, δεν προσελκύουν το ενδιαφέρον της παγκόσμιας ειδησεογραφίας, λόγω του ότι όπως είναι αυτονόητο κάθε ομιλητής παρουσιάζει με όσα λέγει μια εικόνα που ευνοεί τα ιδιαίτερα συμφέροντα της χώρας του, ακόμη κι αν η εικόνα αυτή κείται μακράν της πραγματικότητας.  

Αυτή η γνωστή συμβατική πτυχή στις ομιλίες των ηγετών ενώπιον της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ λογικά κάμπτεται και το διεθνές ενδιαφέρον προσελκύεται, όταν ομιλητές είναι ηγέτες μεγάλων και ισχυρών χωρών, οι αποφάσεις και οι ενέργειες των οποίων επηρεάζουν πολύ περισσότερους ανθρώπους στην πλανήτη μας από τον πληθυσμό των δικών τους χωρών και μόνο. Επίσης, πολύ ενδιαφέρουσες εξαιρέσεις είναι οι ομιλίες ηγετών από μικρότερες χώρες, οι οποίοι είχαν κάτι σημαντικό να δηλώσουν -είτε απλά διά της παρουσίας τους σε κάποια κρίσιμη καμπή της ιστορίας, είτε με κάποια ρητή αναφορά σε κάποιο θέμα μέσα στην ομιλία τους- με ευρύτερες σημασίες για την ανθρωπότητα. (Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα τούτου, η παρουσία του Φιντέλ Κάστρο και του Τσε Γκεβάρα ως εκπροσώπων της Κούβας στη γενική συνέλευση του ΟΗΕ, μετά την επικράτηση της επανάστασης και την εκδίωξη του Μπατίστα από την εξουσία).   

Έτσι, οι μικρότερες χώρες κάθε φορά εστιάζουν στις διμερείς επαφές στο περιθώριο της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ και για την ομιλία του ηγέτη-εκπροσώπου τους περιορίζονται σε κλισέ που προάγουν τα συμφέροντά τους. Που όταν, μάλιστα, αυτά τα κλισέ συμπίπτουν με τις αρχές της διεθνούς νομιμότητας και το εν γένει ισχύον διεθνές δίκαιο (και ιδίως όταν μια χώρα απειλείται από κάποια άλλη κατά παραβίαση αυτών των αρχών, όπως συμβαίνει σήμερα με την Ελλάδα που αντιμετωπίζει την εντεινόμενη τουρκική επιθετικότητα), τέτοιο περιεχόμενο της ομιλίας του ηγέτη της μικρής χώρας είναι περίπου τυφλοσούρτης.     

Σε τέτοιο περιβάλλον διπλωματικών δραστηριοτήτων, επομένως, η ομιλία του ηγέτη-εκπροσώπου μιας μικρής χώρας περίπου παραβλέπεται απολύτως από τη διεθνή ειδησεογραφία. Και η αξιολόγηση της παρουσίας μιας εθνικής αντιπροσωπείας στη γενική συνέλευση του ΟΗΕ αποτιμάται κατά κύριο λόγο από τις διμερείς επαφές και τις συναντήσεις στο περιθώριο του γεγονότος. 

Απ’ αυτή την οπτική η εμφάνιση του Κυριάκου Μητσοτάκη ως εκπροσώπου της Ελλάδας στη γενική συνέλευση του ΟΗΕ είναι μια παταγώδης αποτυχία, δυστυχώς, πλήρως ενδεικτική και αποκαλυπτική του μεγάλου εδάφους που έχει απολέσει η χώρα μας στον διεθνή χώρο, όπως αυτό το θλιβερό σκηνικό έχει διαμορφωθεί την τελευταία τριετία. Διμερείς συναντήσεις ελάχιστες και ανύπαρκτου ενδιαφέροντος και σημασίας, ακόμη και για τα στενά ελληνικά συμφέροντα. Και την ίδια ώρα, αποκλειστική σκόπευση στην εσωτερική κοινή γνώμη με επικοινωνιακές πομφόλυγες και ανοησίες μέσω των σε σημαντικό βαθμό κυβερνητικά χρηματοδοτούμενων μέσων ενημέρωσης για την υποστήριξη του κλονιζόμενου προφίλ του Κυριάκου Μητσοτάκη εν όψει εκλογών.  

Η σύγκριση της σημερινής διεθνούς εικόνας της Ελλάδας με εκείνη της χώρας μας όταν υπεγράφη η συμφωνία των Πρεσπών, φευ, επισφραγίζει με δραματικό τρόπο την εντυπωσιακού βαθμού τριετή καθοδική πορεία της Ελλάδας στον κόσμο, σε μια από τις χειρότερες στιγμές του ελληνισμού στη σύγχρονη ιστορία του, εδώ και 200 χρόνια από την απελευθέρωσή μας και την ανάκτηση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας μας. Μάλιστα, εδώ καταγράφεται και ένα πολύ σπάνιο χαρακτηριστικό της τριετούς πορείας συστηματικής διεθνούς απαξίωσης της Ελλάδας: η χώρα μας επιδεινώνει πολύ τη θέση της στον παγκόσμιο χάρτη, ενώ εδώ και δύο αιώνες τώρα κατά βάση βελτίωνε αργά αλλά σταθερά τη θέση της στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων. Η ανάκτηση εδαφών, της Μακεδονίας, της Θράκης και των νησιών του Ιονίου και του Αιγαίου και στη συνέχεια η ενίσχυση του κύρους της χώρας μας στον κόσμο, κύρος γεωπολιτικό, οικονομικό και πολιτισμικό, υποδεικνύει κατηγορηματικά αυτή την ως πριν τρία χρόνια γενικά ανοδική ελληνική πορεία, ακόμη και σε περιπτώσεις στρατιωτικής ήττας, όπως στην περίπτωση της μικρασιατικής καταστροφής πριν 100 χρόνια ή την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974.

Πρόκειται για δεινή ήττα του Κυριάκου Μητσοτάκη με σοβαρές συνέπειες για την Ελλάδα, για έναν ακόμη λόγο: Λόγω συγκυρίας και με την Τουρκία να έχει σήμερα ηγεσία σε κατάσταση γεωπολιτικής παράκρουσης ένεκα της πολιτικής αποσταθεροποίησης Ερντογάν στο εσωτερικό της γειτονικής χώρας, η Ελλάδα είχε τη ευκαιρία να δράσει και να εμφανιστεί ως η λύση διαμεσολαβητικής ειρηνικής προσέγγισης ανάμεσα στην κλονιζόμενη από την οικονομική και ενεργειακή κρίση Ευρώπη και τις ταρασσόμενες περιοχές στη Μέση Ανατολή και τη βόρεια Αφρική. Αυτό άλλωστε ήταν το μεγάλο «εύρημα» εξωτερικής πολιτικής για την Ελλάδα, που δίδαξε ο Ανδρέας Παπανδρέου τη δεκαετία του 1980, παραλαμβάνοντας μια χώρα άγονο δορυφόρο της δύσης, για να την μετατρέψει σε σοβαρό διεθνή παράγοντα επηρεασμού των εξελίξεων και μάλιστα με ευρύτερη γεωπολιτική αναφορά για τις ελληνικές παρεμβάσεις στην Ασία, την Αφρική αλλά και τη λατινική Αμερική, μέσω του κινήματος των Αδεσμεύτων χωρών και σε διεθνές περιβάλλον τότε σκληρού διπολισμού μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ.

Η υποχώρηση της Ελλάδας, από την παγκόσμια πρόσληψή της ως χώρα του δυτικού συνασπισμού αλλά με ανοιχτές τις πόρτες στην παγκόσμια συνεργασία και τη συνεννόηση, σε μια χώρα που πλέον έχει επανέλθει στον άγονο ατλαντισμό, είναι μια πολύ σοβαρή αλλαγή στάσης για την Ελλάδα για τις γεωπολιτικές κλίμακες που αφορούν σ’ αυτήν. Και το κόστος αυτής της υποχώρησης θα αποβεί -και ήδη είναι- δυσβάστακτο!

Πρόκειται επίσης για μεγάλη ήττα του Κυριάκου Μητσοτάκη και μαζί του και της Ελλάδας, διότι για την Ελλάδα υπήρχε σήμερα πρόσφορο έδαφος να υποδειχτεί από μεριάς της χώρας ο πραγματιστικός και συμβολικός γεωπολιτικός ρόλος μας στην ανάσχεση της τουρκικής επιθετικότητας, που σε τελευταία ανάλυση -όπως σιγά-σιγά και με μεγάλη καθυστέρηση αντιλαμβάνονται οι ανεπαρκέστατες ευρωπαϊκές και εν γένει δυτικές ηγεσίες- αποδεικνύεται πως αφορά στο σύνολο της δύσης και όχι μόνον στην Ελλάδα.               

Αντ’ αυτού, ανόητες φραστικές "κηρύξεις πολέμου" κατά της Ρωσίας, από μια πρωθυπουργία που προδήλως αδυνατεί να κατανοήσει την πασιφανή αναγκαιότητα διατήρησης άθικτης ως κόρης οφθαλμού της παραδοσιακής ισορροπημένης ελληνο-ρωσικής σχέσης, που συνιστά αναντικατάσταστο σύμμαχο της χώρας μας σε ό,τι αφορά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και τις άνομες διεκδικήσεις της Άγκυρας κατά κυριαρχικών και εκμεταλλευτικών δικαιωμάτων της Ελλάδας στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο.   

Η σκληρή κριτική που ασκείται εδώ για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, δεν έχει να κάνει με κομματικές προτιμήσεις, αλλά με την ανάγκη να συναισθανθούμε ως πολίτες το βάθος και το εύρος του πλήγματος που έχουμε υποστεί 3 χρόνια τώρα, και έτσι, πέραν από μεμψιμοιρίες και παγιδεύσεις στον πιο άγονο ατλαντισμό που έχει βιώσει η Ελλάδα είτε με δεξιές είτε με προοδευτικές κυβερνήσεις εδώ και 48 χρόνια, να αποκτήσουμε ως έλληνες συνείδηση του τί οφείλουμε να προσπαθήσουμε να ανασχέσουμε και να αναδιατάξουμε σε γεωπολιτικό επίπεδο, σε μια πολύ κρίσιμη στιγμή για τον ελληνισμό.  

Φυσικά δεν παραβλέπω ότι η σημερινή συγκυρία είναι σύνθετη και πολύ περιπεπλεγμένη και χρειάζεται μεγάλη προσοχή σε ό,τι λες και πράττεις στον διεθνή χώρο. Αλλά αυτή ακριβώς η αχρείαστη και σε τελευταία ανάλυση επικίνδυνα αμετροεπής φιλοδυτική ρητορική του Κυριάκου Μητσοτάκη, ενώ η Ελλάδα την ίδια ώρα διαρκώς χάνει έδαφος, είναι που καθιστά δυνητικά εκρηκτικών αρνητικών συνεπειών για τη χώρα μας την εξωτερική πολιτική μας 2019-2022.

(Και χάνουμε πολύ και κρίσιμο έδαφος, μεταξύ άλλων με το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο, τις τουρκικές έρευνες σε ζώνες ελληνικού ελέγχου στην ανατολική Μεσόγειο και εσχάτως με την αποχώρηση αμυντικών αρμάτων μάχης από τα ελληνικά νησιά στο ανατολικό Αιγαίο για να σταλούν στην Ουκρανία, με την Ελλάδα γερμανο-ουκρανικό «ενδιάμεσο», και χωρίς να έχει σχεδιαστεί με ευλαβική προσοχή η αντικατάσταση αυτών των αμυντικών αρμάτων μάχης από άλλα. Μ’ άλλα λόγια, ακριβώς σε περίοδο που η Τουρκία κλιμακώνει τη ρητορική της με την παράνομη απαίτηση αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, η Ελλάδα διοικείται από μια κυβέρνηση που συμβάλλει στην μερική και προσωρινή έστω αποδυνάμωση της ελληνικής άμυνας στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου!  Αν δεν είναι  κραυγαλέα ανεπάρκεια του έλληνα πρωθυπουργού, πρόκειται για πολύ επικίνδυνη εξέλιξη, που οδηγεί σε ελληνική αμυντική απογύμνωση στο ανατολικό Αιγαίο, η οποία φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στην υλοποίησή του, το ιστορικά αδιανόητο τουρκικό διακύβευμα της λεγόμενης «γαλάζιας πατρίδας» του μετα-νεο-τουρκισμού μέσα στον 21ο αιώνα).               

Υπαρχει βεβαίως συναίσθηση ότι η Ελλάδα λόγω κλιμάκων παραδοσιακά δεν διέθετε βαρύνοντα λόγο σε παγκόσμια κλίμακα, ει μη μόνον ιστορικό και πολιτισμικό. Ό,τι έλεγε όμως η χώρα μας, επίσης παραδοσιακά, «μέτραγε» πολύ στη Βαλκάνια και τη Μεσόγειο ενώ πάντα ήταν υψηλού ενδιαφέροντος για τις χώρες της Ευρώπης. Σήμερα, στα Βαλκάνια οι βουκεφάλες που καταδίκαζαν τη συμφωνία των Πρεσπών απλά για να κερδίσει έναν ανεύθυνο «ρούμπο» ο Κυριάκος Μητσοτάκης στο εσωτερικό πολιτικό μέτωπο κατά του ΣΥΡΙΖΑ, οι σχέσεις μας με τη βόρεια Μακεδονία φυτοζωούν. Η Ρουμανία και η Βουλγαρία μας έχουν φτάσει και αρχίζουν σιγά-σιγά να μας ξεπερνούν ως οικονομίες και ως χώρες εντεταγμένες στον δυτικό συνασπισμό. Με τη Σερβία, τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, που παραδοσιακά είχαμε άριστες σχέσεις θετικής αλληλεπίδρασης και με την Ελλάδα με πλεονεκτικό ρόλο, σήμερα επικρατεί η συμβατικότητα των διμερών σχέσεων στα πλαίσια των κλισέ της διεθνούς διπλωματίας και τίποτα το ουσιαστικό δεν έχει να πει η χώρα μας για την περιοχή, ως θλιβερό απομεινάρι μιας περιόδου που η Ελλάδα είχε βαρύνοντα λόγο σχετικά με τη διεθνή ανάμιξη στα Βαλκάνια. Και όσο για τη Μεσόγειο, όπου η Ελλαδα μεσολαβούσε στις σχέσεις Μιτεράν-Καντάφι και κατ’ επέκταση για τις ευρύτερες ευρω-αραβικές σχέσεις στο παλαιστινιακό και αλλού, δεν έχει διασωθεί ουδέ καν η ανάμνηση ενός ελληνικού ρόλου αυτής της διεθνούς εμβέλειας. Η συμφωνία των Πρεσπών ήταν η τελευταία αναλαμπή αυτής της διευρυμένης διεθνούς παρουσίας της Ελλάδας, την οποία ο Κυριάκος Μητσοτάκης μεταχειρίστηκε σαν φθηνό αντάλλαγμα για να προσελκύσει τους βουκεφάλες στις τάξεις του κόμματός του, ώστε να κερδίσει την πρωθυπουργία. Ένα πραγματικό ελληνικό δράμα! 

Μαζί μ’ όλ’ αυτά, σήμερα η οικονομία μας κατρακυλάει επιδεινώνοντας τα τελευταία 3 χρόνια δραματικά τη θέση μας σε διεθνή κλίμακα -κι αυτό, ενώ έχει προηγθεί η 10ετής μνημονιακή δεσποτεία, που συνέτριψε την επί 20ετία καλή εικόνα της Ελλάδας στις διεθνείς αγορές. Η εποχή Κυριάκου Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία έχει κατορθώσει μέσα σε 3 χρόνια να καταστήσει τις τεράστιες θυσίες των ελλήνων, αντί για ευκαιρία οριστικής αποδέσμευσης από το μνημόνιο που πέτυχε ο Αλέξης Τσίπρας, σε ένα ακόμη βήμα ακόμη μεγαλύτερης βύθισης στην ύφεση, την ανεργία και τη φτώχεια.     

Είναι τραγικό ως πολίτης αυτής της χώρας να βιώνεις την απώλεια και των τελευταίων υπολειμμάτων διεθνούς αξιοπιστίας της πατρίδας σου, εσχάτως χάνοντας τη μάχη και της εντύπωσης  έστω μιας ευνομούμενης δημοκρατίας, λόγω της ανελευθερίας και των εξαγορών από την ίδια την κυβέρνηση της δημοσιογραφίας και των μέσων ενημέρωσης για ελεγχόμενη από το νεο-μητσοτακικό κράτος παροχή πληροφόρησης στους πολίτες, λόγω της διάχυτης αστυνομοκρατίας που καταπατά βάναυσα ακόμη και το οικιακό άσυλο και ξυλοφορτώνει συστηματικά τους πολίτες, λόγω των pushbacks, λόγω των παρακολουθήσεων...

Πιο τραγικό απ’ όλα, η εικόνα της σημερινής ελληνικής νεολαίας! Χωρίς ελπίδες, χωρίς στήριξη από την πολιτεία, με ανάγκη μιας περιουσίας για νοικιάσουν κάπου για τις σπουδές τους, χωρίς ελευθερία ακόμη και μέσα στα πανεπιστήμιά μας, χωρίς ανεκτή ζωή για τους γονείς και τους παππούδες τους, χωρίς πρόσβαση σε δημόσια υγεία... Με λίγα λόγια, μια νεολαία χωρίς μέλλον. Μια νεολαία χωρίς αύριο σαν πολίτες του κόσμου, παγιδευμένη στην ανεργία, την αμορφωσιά, την αστυνομική βία και τον αυταρχισμό, με σχεδόν ανύπαρκτες αξιόλογες πολιτιστικές και εκπαιδευτικές προσλαμβάνουσες, που πέραν της μεγάλης προσπάθειας που καταβάλλουν τα δημόσια πανεπιστήμιά μας και τα σχολειά μας μόνο με τον ηρωικό αγώνα των δασκάλων και με μοναδικό εφόδιο ταυτόχρονα την μοναδική στον κόσμο καλλιτεχνική ταυτότητά μας, επιμένει να παλευει γενναία στον ταραγμένο κόσμο μας, σε πείσμα της αποβλάκωσης των καναλιών. Κι έφτασαν 3 μόλις χρόνια γι’ αυτό το πανταχόθεν βιούμενο δράμα.          

Τέλος, μια χώρα που γίνεται ολοένα και περισσότερο ανίσχυρη να επανέλθει με κύρος στον παγκόσμιο στίβο και να ανακάμψει με όρους σοβαρής επαναδιεκδίκησης των δικαιωμάτων της, κυριαρχικών, εκμεταλλευτικών, πνευματικών και αξιακών και να ανακτήσει την ανεξαρτησία μας από τον απαράδεκτο και ανιστόρητο πατερναλισμό και τις ανοίκειες ανοιχτές επεμβάσεις στα εσωτερικά μας, από τους κάθε λογής συμμάχους μας αλά ΝΑΤΟ. Ούτες τις πολεμικές αποζημιώσεις δεν μας αναγνωρίζουν!!! 

Φυσικά, με το παρόν γενικευμένο αδιέξοδο, διακοσμημένο από τις ανελευθερίες και τις ανοησίες μιας εξουσίας-αρπαχτή και μιας ηγεσίας επί 3ετία με ειδικές ανάγκες και χωρίς κανένα ειδικό προσόν, με τη φτώχεια και την απαξίωση του κοινωνικού κράτους, με ενημέρωση τριτοκοκοσμικής χώρας-καθεστώτος, και με ανυπαρξία ουσιαστικών συμμαχιών στρατηγικού χαρακτήρα, οδεύουμε πλεισίστιοι προς την καταστροφή και την ολοσχερή απαξίωσή μας ως έλληνες. 

Η πορεία αυτή πρέπει άμεσα σε πρώτη φάση να ανακοπεί και σε δεύτερη να αντιστραφεί. Ξεκινώντας από την εκδίωξη στα πολιτικά αζήτητα της γελοίας σημερινής λοβοτομημένης κυβέρνησης και των υποστηρικτών της, που βιάζουν την καθημερινότητα του έλληνα.  

Δεν χρειάζεται κάποιο ειδικό «σχέδιο» για να βγούμε από το ατελείωτο καθοδικό σπιράλ, όπως κομπορρημονούν κάποιοι δήθεν (ξανά) σωτήρες μας, που διατείνονται πως κατέχουν το know how ανασυγκρότησης της χώρας, αν κάνουμε αυτούς κυβέρνηση! 

Όλα, ξεκινούν από τη στοιχώδη προϋπόθεση-όρο, που είναι οι πολίτες να αρχίσουν αποφασιστικά να αποκόπτουν την πρόσβαση στην εξουσία σε φελλούς και άρπαγες της ζωής μας. Δεν χρειάζεται κάποιο άλλο προεκλογικό πρόγραμμα γι’ αυτό από την εκδίωξη του Κυριάκου Μητσοτάκη! 

Και η ώρα εχει πια έρθει!  

 

 

 

 

17 Σεπ. 2022

Ώρα για σοβαρή συζήτηση

Επειδή η συναίσθηση της απόστασης μεταξύ σοβαρότητας και γελοίου (και) στην πολιτική ελλείπει, είναι ώρα (και καθυστερήσαμε) να αρχίσουμε να ασχολούμαστε σοβαρά με την υπόθεση των συνεργασιών, ως όρου για τη συγκρότηση πλαισίου προϋποθέσεων για τον σχηματισμό βιώσιμων κυβερνήσεων.

Η συζήτηση αυτή στον δημόσιο βίο της χώρας μας έχει προσλάβει χαρακτηριστικά ανοιχτής δαιμονολογίας, φυσικά με πρώτον ένοχο γι’ αυτό τον πρωθυπουργεύοντα, ο οποίος βεβαίως κανένα άλλο ενδιαφέρον δεν διατηρεί για το θέμα, πέραν του να ενταφιάσει το μεγάλο αυτό ζήτημα, για να διασωθεί ο ίδιος από τις ποινικές πρωτίστως συνέπειες των πράξεών του. Και η προσπάθεια του Κυριάκου Μητσοτάκη εν προκειμένω εκδηλώνεται και υλοποιείται πριν ακόμη οι συνεργασίες επί σκοπώ σχηματισμού κυβέρνησης δοκιμαστούν εμπράκτως, ως το επί της πολιτικής ουσίας μόνο εναπομένον μέσο αποκατάστασης της αξιοπιστίας του εγχώριου κομματικού συστήματος.

Μερικές αναγκαίες διευκρινίσεις (ακόμη  και επί αυτονόητων πραγμάτων, που όμως με τις ανοησίες που ακούγονται ιδίως από κόμματα, που εκόντα-άκοντα συμπεριλαμβάνονται στον κύκλο των δυνητικών συνεργασιών, πρέπει να αποσαφηνιστούν), για να συνεχίσουμε:

1. Συνεργασία μεταξύ κομμάτων, σε καμιά περίπτωση δεν (μπορεί να) αφορά σε  απώλεια της πολιτικής αυτονομίας των κομμάτων που αποφασίζουν να συνεργαστούν μεταξύ τους. Το αντίθετο, μάλιστα! Η συνειδητή προσχώρηση στην πολιτική πεποίθηση ότι οι μονοκομματικές και μονοπαραταξιακές κυβερνήσεις στην εποχή μας δεν είναι παραγωγικές για μια χώρα (και η μόνη σταθερότητα που μπορούν να της  προσφέρουν είναι μια ακινησία άγονης και στην μάλιστα στην πραγματικότητα αντιδημοκρατικής νομής της εξουσίας του μόνου "κυβερνήτη" -ιδίως εκείνου που έχει αυτοναγορευτεί σε τέτοιον, όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα), έχει ως προαπαιτούμενο τον σεβασμό της αυτονομίας των συνεργαζομένων κομμάτων.

Όταν δηλώνεις επίμονα ότι η αυτονομία σου είναι πρώτιστος σκοπός σου, λες και απειλείται από κανέναν (και εν πάση περιπτώσει, στιγμιότυπα κινήσεων από άλλο κόμμα που συντελούν στην απομείωση της αυτονομίας σου και την υφαρπαγή στοιχείων της πολιτικής σου ταυτότητας δεν προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά αποδεδειγμένα από τη ΝΔ και τον Κυριάκο Μητσοτάκη και δη και ως τμήμα της πολιτικής που με τη δική σου συμβολή τον εγκατέστησε στη σημερινή προβληματική από κάθε ματιά πρωθυπουργία) εισάγεις προκαταβολικά αδικαιολόγητη καχυποψία με τον δυνάμει αυριανό εταίρο σου σε μια κυβερνητική συνεργασία, ανακαία για την ανόρθωση της χώρας. Και αυτό αντιμάχεται τα συμφέροντα της Ελλάδας.

2. Συνεργασία με ισχυρότερο κόμμα δεν σημαίνει ότι ο αδύναμος πόλος είναι υποψήφιος προς απορρόφηση. Αν κάτι τέτοιο είναι τμήμα και πραγματική ανάγκη του πολιτικού σκηνικού στο πλαίσιο του οποίου αναλαμβάνεται η προσπάθεια συνεργασίας, τότε η ίδια η συνεργασία παρέλκει και δεν απομένει παρά να συμφωνηθούν τα ανταλλάγματα που θα λάβει η ηγεσία του αδύναμου πόλου για να συναινέσει στην ενοποίηση δύο διαφορετικών κομματικών οργανισμών. Στην Ελλάδα σήμερα τέτοια περίπτωση ενοποίησης κομμάτων δεν υφίσταται!  Και δεν είναι και ορατό κάτι τέτοιο για το προβλεπτό μέλλον.

Τούτου δοθέντος δεν είναι σώφρων να εμφανίζεται ο αδύναμος πόλος δυνητικής συνεργασίας μεταξύ δύο κομμάτων ως αν πάσχει από τη μανία καταδίωξης μιας δήθεν ύπουλης (προ)σχεδιαζόμενης σε βάρος του ενοποίησης με τον ισχυρό κομματικό πόλο και υπό τους όρους που θέτει ο δεύτερος. Για να το πούμε καθαρά (αν και το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ θα έπρεπε να το κατανοεί εξ ιδίων): Ο ΣΥΡΙΖΑ κανένα ενδιαφέρον δεν έχει να αφομοιώσει το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ. Έτσι, -όταν μάλιστα επίκειται ενδεχόμενο ανάγκης μεταξύ τους συνεργασίας- το δεύτερο κόμμα οφείλει να αποφεύγει να δηλητηριάσει τις σχέσεις μεταξύ των δύο κομμάτων με φαντασιώσεις περί δήθεν σκοπούμενης άλωσής του από το πρώτο. Ας το πούμε και ας το εμπεδώσουμε άπαξ και διά παντός: Κανένας δεν «έκλεψε» από το σημιτο-μνημονιακό ΠΑΣΟΚ τα κοινά του, αλλά το ίδιο αποδείχτηκε ανίκανο, αδύναμο και ίσως απρόθυμο να συγκρατήσει τα κοινά αυτά στις τάξεις του.   

3. Συνεργασία με σκοπό τον σχηματισμό κυβέρνησης αφορά στις μελλοντικές εξελίξεις σχετικά με τη χώρα και όχι σε σκιαμαχίες όψιμων ιδεογικοπολιτικών δικαιώσεων του παρελθόντος, πρόσφατου και μακρινού. Έτσι, συνεργασία με απώτερη σκεψη να δικαιωθεί η διακυβέρνηση Τσίπρα 2015-‘19 δεν είναι νοητή. Εξ ίσου, συνεργασία για να δικαιωθεί η διακυβέρνηση  Γ. Παπανδρέου συνιστά διακωμώδηση και της ίδιας της έννοιας «συνεργασία» και πολύ αμφιβάλλω αν και ο ίδιος ο Γ. Παπανδρέου την εννοεί και την αντιλαμβάνεται με τέτοιο τρόπο. Όποιοι και από τα δύο κόμματα προσεγγίζουν τη δυνητική μεταξύ τους συνεργασία με τέτοια πολιτικά ανακλαστικά στις σημερινές έκτακτες για την Ελλάδα (και όχι μόνο) συνθήκες, περισσότερο στη διάσωση της υστεροφημίας των κομματικών γραφειοκρατιών που μεσουράνησαν στις δύο διακυβερνήσεις αποσκοπεί, παρά στην υπηρέτηση του σκοπού αναζήτησης πολιτικών λύσεων ωφέλιμων για την Ελλάδα.

4. Ένα κυβερνητικό πρόγραμμα στο πλαίσιο μιας διακομματικής συνεργασίας δεν είναι παραγωγικό να επιδιώκεται να συμφωνηθεί προκαταβολικά, αλλά μόνο μετεκλογικά, και αφού θα έχει προηγηθεί η καταγραφή του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στα προς συνεργασία κόμματα. Μόνον έτσι και επί του πραγματικού συσχετισμού δυνάμεων θα ευοδωνόταν η απόπειρα δίκαιου και σε ανταπόκριση με τη λαϊκή βούληση μίγματος πολιτικής, για τη διαχείριση των υποθέσεων της χώρας. Τα υπόλοιπα «λαϊκομετωπικά» που ακούγονται από ορισμένες πλευρές του ΣΥΡΙΖΑ, του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ και από τον Βαρουφάκη, παλαιοκομμουνιστικές και οππορτουνίστικες αντιλήψεις εκφράζουν, και όχι την πρόθεση συμβολής σε αναζήτηση λύσεων υπηρέτησης των πολιτικών αναγκών της πατρίδας στις σημερινές οριακές συνθήκες.

Αντ’ αυτών και με τον Κυριάκο Μητσοτάκη (και προκειμένου να γλιτώσει από τις συνέπειες του πιθανότατα ποινικά επιβαρυμένου κυβερνητικού και προσωπικού χαρτοφυλακίου του ως πρωθυπουργός) συνειδητά να ξεκοιλιάζει πολιτικά κάθε προοπτική συνεργασιών για μια διακυβέρνηση σωτηρίας της καταρρέουσας Ελλάδας, τί κάνουν τα κόμματα της αυριανής δυνητικής συνεργασίας και της προοδευτικής παράταξης;

- Ο ΣΥΡΙΖΑ πέρασε την απλή αναλογική, με όρους διαπαραταξιακής αντιπαράθεσης και χωρίς να δώσει σοβαρή μάχη να εξηγηθεί στους πολίτες το ουσιαστικό πολιτικό περιεχόμενο και η  καταλυτική εξυγιαντική επίδραση των συνεργασιών, σ’ ένα βαθύτατα διχασμένο και αρρωστημένο κομματικό σκηνικό, όπως σήμερα στην Ελλάδα. Επίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ, φαίνεται να αντιμετωπίζει την ίδια την προοπτική συνεργασιών περιμένοντας μετεκλογικά «στη γωνία» τους αυριανούς δυνητικούς κυβερνητικούς εταίρους του, αντί να οργώνει τη χώρα διακινώντας και αναλύοντας στους πολίτες το θέμα, ώστε να διαρρηγνύεται η εν πολλοίς μηχανίστικη και μιντιακά κατασκευασμένη απέχθεια μεγάλου μέρους της κοινής γνώμης για την απλή αναλογική. Οι συνεργασίες με σκοπό τον σχηματισμό κυβέρνησης μετεκλογικά είναι σε σημαντικό βαθμό και ιδεολογικό θέμα (και όχι απλή τεχνική διαχείρισης των δημόσιων υποθέσεων), και ο ΣΥΡΙΖΑ μοιάζει να έχει παραιτηθεί πλήρως απ’ αυτήν την προσπάθεια.  

- Το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ με τις μεγαλοστομίες ότι διεδικεί «εντολή», ήδη αποκαλύπτει ότι θεωρεί την απλή αναλογική και τις συνεργασίες όχι ως ευκαιρία για τη χώρα,  αλλά ως «σημαία ευκαιρίας» για την προσωπική τύχη του Ν. Ανδρουλάκη και τη μάχη πολιτικής επιβίωσης που δίνει το ίδιο τα τελευταία 10 χρόνια. Και εδώ υπάρχει ένα ακόμη σημείο με σαφή τυχοδιωκτικά χαρακτηριστικά για το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ, που χρήζει άμεσης διευκρίνισης: Τελικά, πιστεύει στην απλή αναλογική και τις συνεργασίες στο πολιτικό πλαίσιο που εκείνη θέτει, ή έχει μείνει στην ίδια στάση με εκείνην, όταν ψήφιζε μαζί με τον Κυριάκο Μητσοτάκη την ενισχυμένη αναλογική και αντιμαχόταν μέχρι θανάτου την απλή αναλογική και τον ΣΥΡΙΖΑ; Στο κάτω-κάτω δεν οφείλει να εξηγήσει την άποψή του επί του θέματος στους πολίτες; Σε κάθε περίπτωση, αν το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ πιστεύει ότι η απλή αναλογική παράγει τερατογενέσεις και αποσταθεροποιήσεις (όπως λέει ο Κυρ. Μητσοτάκης), οφείλει από τώρα να δηλώσει ότι θα απόσχει από κάθε απόπειρα σχηματισμού κυβέρνησης μετά από εκλογές με απλή αναλογική και ότι θα παραδώσει αμέσως μόλις παραλάβει την τρίτη εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, που φιλοδοξεί να λάβει. Είναι η  μόνη «εντολή» που θα έχει λάβει! Αλλιώς, οφείλει αυτοκριτική για την ενισχυμένη αναλογική που ψήφισε μαζί με τον Κυρ. Μητσοτάκη.    

- Ο Βαρουφάκης, τέλος, ζητάει προκαταβολικά κατάρτιση κυβερνητικού προγράμματος μεταξύ των δυνητικών αυριανών κυβενητικών εταίρων. Κι αυτό, όπως ήδη εξήγησα, αν δεν είναι μικρομεγαλισμός, τότε είναι μια ακόμη παλαιοκομμουνιστική πομφόλυγα του αμφιλεγόμενου πολιτικού.

-Τέλος, αφήνω κατά μέρος το ΚΚΕ, που διά της δοκιμασμένης μεταδικτατορικά μεθόδου προσχεδιασμένα ουδέτερης επίδρασής του στις πολιτικές εξελίξεις, παγίως ευνοεί αντικειμενικά τα συστημικά συμφέροντα, που κατά τα άλλα διατείνεται πως επιθυμεί να ανατρέψει. Τί να το κάνω ότι το ΚΚΕ ειλικρινά τάσσεται υπέρ της απλής αναλογικής με κίνητρο να παίρνει περισσότερους βουλευτές, εάν η τρέχουσα παρέμβασή του στις εξελίξεις -σε όσο βαθμό τις επηρεάζει- καταλήγει με μαθηματική ακρίβεια στην επαναφορά της ενισχυμένης αναλογικής;   

Συμπέρασμα: Ουσιαστικός διάλογος επί του θέματος δεν μπορεί να διεξαχθεί «με την ευκαιρία» της απλής αναλογικής, αλλα μόνον ως μέρος μιας ουσιαστικής συζήτησης για την αποκατάσταση της πολιτικής ομαλότητας στην Ελλάδα, που έχει σοβαρά διαταραχτεί από τη μνημονιακή δεσποτεία και τη διακυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη.

 

 

 

 

14 Σεπ. 2022

Οι πολιτικές ευθύνες

για την κρίση στην Ενέργεια

(Μέρος Β΄: Οι αποφάσεις

και οι συνέπειές τους)

Ξεκινώ το Β΄ Μέρος αυτής της ανάλυσης αναπαράγοντας μία από τις τελευταίες επιλογικές παραγράφους του προηγούμενου Α΄ Μέρους: «Αν μιλάγαμε για μια αναμφίβολη εκδήλωση του φαινομένου στρατηγικού επεκτατισμού της Ρωσίας κατά της δυτικής Ευρώπης, ασφαλώς οι Βρυξέλλες ορθά θα έπρατταν θέτοντας όλες τις κοινωνίες της ηπείρου σε μια κατάσταση «πολεμικής προετοιμασίας» και τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά στην τεράστια πρακτική και εισοδηματική ταλαιπωρία των πανάκριβων καυσίμων, με σκοπό την ενεργειακή ανεξαρτητοποίηση μέσα σε λίγους μήνες από τη ρωσική τροφοδοσία. Δεν πρόκειται όμως περί αυτού!».

Η πιο πάνω παράγραφος επιχειρεί να συνοψίσει σε λίγες γραμμές το γεωπολιτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο έχει αποφασίσει να δρα η Ευρώπη αντιδρώντας στην ευρύτερη απόδομηση των παγκόσμιων ισορροπιών και με λογικά αυξημένο ενδιαφέρον για τον πόλεμο στην Ουκρανία. Και πρόκειται για ένα πλαίσιο που οδηγεί την Ευρώπη σε αδιέξοδο!

Πριν σχολιάσω τις αποφάσεις της ΕΕ σχετικά με την ενεργειακή κρίση και υπό το φως της ρωσικής στρατιωτικής εισβολής, επιθυμώ να επαναλάβω κάτι που έχω επιχειρήσει κι άλλες φορές να εκθέσω, διαρκούντος του πολέμου στην ανατολική Ευρώπη: Η ενεργειακή μετάβαση σ’ ένα διαφορετικό μοντέλο από εκείνο που κυριαρχούσε στον κόσμο μέχρι τη στιγμή που ο πρώτος ρώσος στρατιώτης πάτησε το πόδι του στο Ντονμπάς, δεν είναι οικονομικό ζήτημα και μόνο, όπως επιμένει να το θέτει και να το χειρίζεται η ΕΕ, υπό την πιθανότατα χειρότερη και πιο αδύναμη παρά ποτέ ηγεσία της από καταβολής της Ένωσης. Αντίθετα, η ενεργειακή μετάβαση είναι πρωτογενώς ζήτημα πολιτικής επιλογής και στρατηγικού σχεδιασμού!

Για να το πω προκλητικά, όπως ίσως γίνει πλήρως κατανοητό: αν η Ευρώπη στοχεύει στρατηγικά σε ενοποίηση της Ευρώπης από τον Ατλαντικό ως τα Ουράλια, τότε οφείλει να απορρίπτει κάθε κίνηση κάλυψης των αναγκών της σε ενέργεια, η οποία θα την καθιστούσε άθυρμα (αρχικά ενεργειακό, αλλά τελικά και στρατηγικά γεωπολιτικό) των ΗΠΑ.

(Και όταν εδώ κάνω λόγο για ευρωπαϊκή γεωπολιτική και στρατηγική, φυσικά εννοώ σοβαρές αναλύσεις των πραγμάτων και όχι τις όψιμες ανοησίες ενός αδύναμου και ανασφαλέστατου καγκελαρίου, που διαπιστώνει μόλις σήμερα ότι ευθύνεται η Άγγελα Μέρκελ για τη δεδομένη ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία, αν και ο ίδιος ήταν αντικαγκελάριός της και ισχυρός υπουργός της επί των Οικονομικών τα τελευταία χρόνια και το κόμμα του συγκυβέρνησε μαζί της επί μία δεκαπενταετία, χωρίς ποτέ να έχει εκφράσει σοβαρές αντιρρήσεις για τις γερμανικές πηγές ενεργειακής τροφοδοσίας. Αν ο Όλαφ Σολτς και το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα του βολευόταν όλ’ αυτά τα χρόνια από τα ρωσικά καύσιμα για να κινείται η γερμανική βιομηχανία και να εμπεδώνει διά του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε την επικυριαρχία της χώρας του επί της ΕΕ, ο σημερινός γερμανός καγκελάριος οφείλει να σιωπά για την ενεργειακή πολιτική που ο ίδιος και η παράταξή του κάλυπτε επί τόσα χρόνια. Αν όχι, οφείλει να παρουσιάσει πλήρες και οικονομικά βιώσιμο σχέδιο αντικατάστασης της ευρωπαϊκής ενεργειακής τροφοδοσίας από ρωσικές πηγές. Και όταν «λέω οικονομικά βιώσιμο σχέδιο» δεν εννοώ ότι για να επιβιώσουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις θα πρέπει να μειωθεί δραματικά το εισόδημα των ευρωπαϊκών νοικοκυριών (που εδώ και μια δεκαετία ήδη ταλαιπωρούνται πολύ λόγω της ευρωπαϊκής οικονομικής κρίσης του 2010 και η ΕΕ οριακά αποφεύγει μια γενικευμένη κοινωνική αναστάτωση ένεκα τούτου). Και, φυσικά, τα φληναφήματα και οι μεγαλοστομίες Σόλτς για τη σημερινή και τη μελλοντική ενεργειακή πολιτική της Ευρώπης πόρρω απέχουν του να είναι μια σοβαρή εναλλακτική πρόταση πολιτικής της ΕΕ για την ενέργεια).             

Επιστρέφουμε στο θέμα μας: Αν, λοιπόν, η ΕΕ χρειάστηκε να διανύσει δεκαετίες για να καταφέρει να ανεξαρτητοποιηθεί από την πολιτική, οικονομική και στρατιωτική αμερικανική ηγεμονία επί του στρατοπέδου της δύσης, όπως μερικώς από τις αρχές της δεκαετίας του 2.010 το πέτυχε ή εν πάση περιπτώσει έθεσε σε διεκδικητική κίνηση αυτό το μεγάλο διακύβευμα, δεν μπορεί η ενεργειακή κρίση να θέτει εκποδών αυτό το ίδιο αδιαπραγμάτευτο και ιστορικά ανέκλητο για την Ευρώπη διακύβευμα! Και τούτο ισχύει ανεξάρτητα από τις μεγάλες αποτυχίες της απόπειρας ενηλικίωσης και γεωπολιτικού απογαλακτισμού της ΕΕ από την αμερικανική επικυριαρχία, με τις μεγάλες αστοχίες της αραβικής άνοιξης και του πολέμου στη Συρία.

(Με την ευκαιρία όσων ελέχθησαν πριν, θέλω να προσθέσω κάτι που θα συμβάλλει νομίζω στην κατανόηση της γενικής εικόνας όσων λαμβάνουν χώρα σήμερα στον κόσμο.

Η από το 2010 ως το 2017 -όταν εκλέχτηκε ο Τραμπ πρόεδρος- απόπειρα ενηλκίωσης της ΕΕ έναντι των ΗΠΑ, προτείνω να γίνει αντιληπτή περισσότερο ως προϊόν παρακίνησης της ιστορικής προεδρίας Ομπάμα -μόνου αμερικανού προέδρου που πειστικά φάνηκε να υπηρέτησε την προσπάθεια αυτονόμησης δυνάμεων του δυτικού στρατοπέδου από την αμερικανική εξάρτηση, παρά ως αυτόνομη ευρωπαϊκή κίνηση. Μόνον η Γαλλία έδειξε μερικές φορές να πιστεύει στην ουσιαστική γεωπολιτική χειραφέτηση και αυτονομία της ΕΕ. Δεν γνωρίζω αν ο Ομπάμα προώθησε την υπόθεση  ευρωπαϊκής χειραφέτησης επειδή θα διασφαλίζονταν στενά με τον τρόπο αυτό αυξημένοι πόροι για διάθεση στο εσωτερικό της χώρας του μετά την έκρηξη της φούσκας Lehman Brothers, ή αν το έπραξε επειδή είχε τη σοφία να διακρίνει ότι συνολικά η δύση κατευθυνόταν (και συνεχίζει να κατευθύνεται και σήμερα) σε πολυεπίπεδο αδιέξοδο και χρειαζόταν (και συνεχίζει να χρειάζεται) η αυτόνομη ενεργοποίηση της ευρωπαϊκής δυναμικής για να ανανεωθεί το δυτικό πολιτικό, παραγωγικό και πολιτισμικό μοντέλο. Ό,τι, όμως, και να πίστευε ο Μπάρακ Ομπάμα (που ανεκόπη αναπόφευκτα από την επόμενη αμερικανική προεδρία -κι έτσι θα γινόταν, είτε με τη Χίλαρι, είτε με τον Τραμπ, δυστυχώς κατέληξε να συμβεί με τον δεύτερο) προσέφερε μια μεγάλη ευκαιρία χειραφέτησης και αναδημιουργίας για την Ευρώπη υπό την ΕΕ, που ο ευρωπαίοι είτε από επιλογή, είτε από ανασφάλεια, είτε από αδυναμία πέταξαν στα σκουπίδια, ιδίως με τις τελευταίες αποφάσεις τους στο ουκρανικό. Κι έτσι -αν θέλετε- εξηγείται η μεγάλη συμπάθεια και πολιτική εκτίμηση που τρέφω στο πρόσωπο του Μπάρακ Ομπάμα, ανεξήγητη ίσως από τη γενική αρνητική στάση μου απέναντι στις ΗΠΑ, για λόγους προσωπικής ιδεολογίας και αρχών).         

Οι αποφάσεις (ίσως και οι μη αποφάσεις, σε ορισμένες περιπτώσεις) της ΕΕ για την ενεργειακή πολιτική της από την κήρυξη του πολέμου στην Ουκρανία και εντεύθεν, διακατέχονται από ένα ολοφάνερο αδιέξοδο προσανατολισμού, γεωπολιτικού και σε επίπεδο στρατηγικής. Διαπιστώνεται μια εντυπωσιακή ανισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη υπηρέτησης της γερμανικής οικονομίας, από τη μία πλευρά, και στις πολιτικές ανάγκες προαγωγής της αυτόνομης γεωπολιτικής ευρωπαϊκής οντότητας, από την άλλη. Το δεύτερο μέρος του ως άνω διπόλου έχει ευρύτερη και παγκόσμια βαρύτητα, διότι υπονοεί και προωθεί την υπόθεση μιας Ευρώπης, ως δύναμης ουσιαστικής συμβολής στην αποκατάσταση πειστικών διεθνών ισορροπιών και του δημοκρατικού πολιτισμού για τον σύγχρονο κόσμο. Αυτή είναι μια πολύ σημαντική, πολύτιμη και κρίσιμη υπόθεση για την παγκόσμια ειρήνη, που μόνον η Ευρώπη, ούτε οι ΗΠΑ, ούτε η Ρωσία, ούτε η Κίνα, ούτε κανένας άλλος, μπορεί να υπηρετήσει. Και οφείλει να το πράξει αυτό η ΕΕ, χωρίς καμιά καθυστέρηση, διότι -εκτός των άλλων- όσο αυτό αναβάλλεται και τελικά ίσως ματαιωθεί η «ευκαιρία» ανοικοδόμησης του κόσμου προς όφελος της ανθρωπότητας, τόσο και η ίδια η Ευρώπη θα υποφέρει, πιθανότατα μάλιστα ως προνομιακό θύμα αυτής της αποσταθεροποίησης που βιώνει στις μέρες μας ο πλανήτης.

Αντ’ αυτού η ΕΕ υπό μία παντελώς ακατάλληλη κυριούλα στο πηδάλιο της Κομισιόν και με ηγεσίες χαμηλότατου βηματισμού στις χώρες-μέλη, φλερτάρει και πάλι σοβαρά με την επιλογή υπηρέτησης των στενών συμφερόντων της Γερμανίας, αντί να αφιερωθεί στον ιστορικό σκοπό που περιέγραψα πριν. Γι’ αυτό και μόνον απαισιοδοξία δικαιολογείται για την ευρωπαϊκή συνέχεια!

Αλήθεια, με τις σημερινές αποφάσεις της ΕΕ, υπάρχει έστω και ένας ευρωπαίος πολίτης, που διακρίνει σοβαρότητα, γεωπολιτική ωριμότητα και στρατηγική ευφυΐα στη στάση της ΕΕ στο ουκρανικό και το ενεργειακό και αισθάνεται ασφάλεια για την ευρωπαϊκή ηγεσία; Διερωτώμαι!

Θα ήταν -εν μέρει μόνο- εξηγήσιμη η προφανής ανεπάρκεια της Κομισιόν για τις σημερινές αποφάσεις της σχετικά με το ενεργειακό και τις ευρω-ρωσικές σχέσεις, αν διακατεχόταν η ηγεσία της ΕΕ από την εν πολλοίς δικαιολογημένη αντι-ρωσική στάση των βαλτικών δημοκρατιών ως απόρροια της ρωσικής εισβολής στην Πολωνία αμέσως πριν τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.  Όμως, δεν μπορεί  να βλέπει το μέλλον της γηραιάς ηπείρου η ΕΕ με τόσο άγονο τρόπο. Ή, αν τελικά έτσι βλέπουν τα πράγματα οι Βρυξέλλες, ας το ανακοινώσουν ως πάγια ενιαία εξωτερική πολιτική της Ένωσης, για να ξεκαθαρίσει πόσοι θα μπορούσαν αν συνεχίσουν σ’ αυτή την περιθωριακών γεωπολιτικών στόχων, στρατηγικά αδιέξοδη και τελικά σε βάρος των συμφερόντων των ευρωπαίων πολιτών πολιτική, και πόσοι όχι.    

Στο κάτω-κάτω, ό,τι δεν έδωσε (ως οριστική συνεισφορά της, και όχι ως επιστρεπτέα διάσωση υπό επαχθείς όρους) η Γερμανία στην Ευρώπη κατά την οικονομική κρίση μετά το 2010, εξωθώντας στις ανοησία των μνημονιακών δεσποτειών, οφείλει να το καταβάλλει σήμερα, έστω και με μεγάλη καθυστέρηση. Αν ξανά το κοινό ευρωπαϊκό μέλλον μας κριθεί από τις προτεραιότητες των γερμανών και όχι από τον μεγάλο σκοπό μιας αυτόνομης ισχυρής Ευρώπης του 21ου αιώνα, το μέλλον όλων μας θα είναι ιδιαίτερα δυσοίωνο.      

 

 

 

 

11 Σεπ. 2022

Οι πολιτικές ευθύνες

για την κρίση στην Ενέργεια

(Μέρος Α: Το γεωπολιτικό πλαίσιο)

Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος στην Ουκρανία, το ίδιο το απαράδεκτο γεγονός εισβολής μιας χώρας σε εδάφη μιας άλλης, αντιμετωπίστηκε και ορθά με μια γενικευμένη απομόνωση της Ρωσίας από τη διεθνή κοινότητα. Η εισβολή καταγγέλθηκε από μεγάλο μέρος των χωρών του πλανήτη ως επίθεση στα κυριαρχικά δικαιώματα μιας ανεξάρτητης χώρας, που έχει προκύψει από τον κατακερματισμό της πρώην ΕΣΣΔ και θεωρήθηκε απόδειξη της απόπειρας αλλαγής της ως τις μέρες μας ισχύουσας ισορροπίας στους παγκόσμιους συσχετισμούς δυνάμεων. Κοντολογίς, η Ρωσία θεωρήθηκε ως το πρωταρχικό αίτιο για τις ανατροπές στις διεθνείς «κανονικότητες» που βιώνει σήμερα η ανθρωπότητα, όπως αυτές οι «κανονικότητες» διαμορφώθηκαν μετά την πτώση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού και την κατάρρευση του τείχους του Βερολίνου.

Παρ’ όλ' αυτά πολύ δύσκολα θα μπορούσε κανένας να διακρίνει αναλογίες ανάμεσα στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, από τη μία, και μια οργανωμένη επεκτατική πολιτική της Μόσχας, από την άλλη. Μια γρήγορη ματιά στην Τουρκία δείχνει καθαρά τί σημαίνει ένας συστηματοποιημένος επεκτατισμός (και όχι μόνο σε βάρος της Ελλάδας), ως κεντρικό στοιχείο της πρόσληψης που έχει μια χώρα για τον εαυτό της και το αντιλαμβανόμενο από την ίδια «ιστορικό πεπρωμένο» της στην παγκόσμια σκηνή. Και τίποτα τέτοιο δεν κυριαρχεί στα γεωπολιτικά δεδομένα υπό τα οποία συντελείται η σύρραξη στην Ουκρανία.

Άλλωστε, κανένας, ούτε και οι πιο φανατικοί αντίπαλοι της Ρωσίας δεν ισχυρίζεται στα σοβαρά, ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι προϊόν ενός σύγχρονου ρωσικού επεκτατισμού. Η εξωτερική πολιτική της σημερινής Ρωσίας, που δεν έχει αλλάξει και πολύ σε σχέση με εκείνη της ΕΣΣΔ, ποτέ δεν χαρακτηρίστηκε από επεκτατικές φιλοδοξίες. Η άσκηση επιρροής (πολιτικής, οικονομικής και «ιδεολογικής») σε άλλες χώρες ήταν και παραμένει το βασικό χαρακτηριστικό εξωτερικής πολιτικής της αχανούς ευρω-ασιατικής χώρας εδώ και αιώνες και με έμφαση μάλιστα μετά την εκδίωξη του τσαρισμού από την οκτωβριανή επανάσταση. Και από την εποχή των Ρως, που εξεστράτευσαν πριν 12 αιώνες κατά της βυζαντινής αυτοκρατορίας (φυσικά μέσα σ’ ένα τελείως διαφορετικό από το σημερινό παγκόσμιο σκηνικό (ως προς τις πρακτικές εμφάνισης και ενεργοποίησης των κινήτρων για πολέμους), έχει να εκδηλωθεί ρωσικός επεκτατισμός κατά γειτονικής χώρας. Μάλιστα, τα περιστατικά στρατιωτικής ανάμιξης της Ρωσίας στα Βαλκάνια και τον Εύξεινο Πόντο λόγω αποσύνθεσης της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και το πολύ μεταγενέστερο περιστατικό εισβολής του ρωσικού στρατού στην Πολωνία, πολύ περισσότερο με κινήσεις αμυντικής θωράκισης της Ρωσίας (ή της ΕΣΣΔ) μοιάζουν, παρά με επεκτατισμό.

Τέλος, υπάρχουν και οι τελευταίες και εντεινόμενες ισχυρές ενδείξεις για τη διστακτικότητα της διεθνούς κοινότητας να προσλάβει την εισβολή στην Ουκρανία ως απόδειξη μιας νοοτροπίας  επεκτατισμού. Η ίδια η αίτηση ένταξης της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, περισσότερο εκφραζει την λογική ανησυχία μήπως οι δύο ως σήμερα «ουδέτερες χώρες» (αν και επί δεκαετίες οργανικά εντεταγμένες στον δυτικό γεωπολιτικό και οικονομικό σχηματισμό) βρεθούν «στη μέση» μιας «αναμέτρησης γιγάντων» (ακόμη και στρατιωτικής) με παγκόσμια και όχι τοπικά ευρωπαϊκά διακυβεύματα, παρά την αίσθηση ότι απειλείται η ανεξαρτησία και η εδαφική ακεραιότητά τους από μια ρωσική στρατιωτική εισβολή στο πλαίσιο ενός προσχεδισμένου επεκτατισμού της Μόσχας προς δυσμάς. (Καμιά αναλογία, δηλαδή, με τις τουρκικές διεκδικήσεις ελληνικών νησιών του Αιγαίου, με την τουρκική απόπειρα υφαρπαγής θαλάσσιων ζωνών αποκλειστικής κυριαρχικής και εκμεταλλευτικής δικαιοδοσίας της Ελλάδας και με τη «γαλάζια πατρίδα» του Ερντογάν και των εθνικιστών συμμάχων του).                         

Φυσικά, στα όσα ανεφέρθηκαν παραπάνω κανένα κίνητρο δεν υπάρχει να δικαιολογηθεί η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία! Η Ρωσία ευθύνεται αποκλειστικά και βαρύτατα για τον πόλεμο και την αρπαγή εδαφών από άλλη ανεξάρτητη χώρα και αυτό είναι το ιστορικό αποτύπωμα που απομένει από τούτες τις επιλογές του Βλαντίμιρ Πούτιν.

Αντίθετα, όλα τα παραπάνω αναφέρθηκαν εδώ ως αναγκαία στοιχεία για να την πολιτική αποκωδικοποίηση του ενεργειακού αδιεξόδου στο οποίο έχει οδηγηθεί η Ευρώπη, υπό την ΕΕ. Και πρόκειται για ένα σημείο, το οποίο διασθάνομαι ότι μετατρέπεται συν τω χρόνω στη μεγαλύτερη από ποτέ άλλοτε δοκιμασία που καλείται να αντιμετωπίσει η Ευρώπη, ως το εγκυρότερο παράδειγμα του θεσμικά λειτουργικού και κοινωνικά δίκαιου και ισορροπημένου δυτικου μοντέλου. Διότι, αν αυτή η κατάσταση ασταθούς αλλά ασφαλούς ως σήμερα πολιτικού και κοινωνικού μοντέλου, διαρραγεί, όπως απειλείται, τότε θα είναι βάσιμο να προβληματιζόμαστε με το ενδεχόμενο κατάρρευσης του σκοπού ευρωπαϊκής ενοποίησης.   

Η στάση της Ευρώπης στο θέμα του ενεργειακού αδιεξόδου στο οποίο έχει αχθεί η ΕΕ, επικαθορίζεται από μια αντίδραση που δεν μπορεί παρά να είναι απόρροια και μόνον της εκτίμησης των Βρυξελλών (και των ισχυρών μεμονωμένων ευρωπαϊκών πρωτευουσών), ότι η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία είναι η «μπροστάντζα» της απόφασης της Ρωσίας να επεκταθεί δυτικά. Κι αυτό είναι εκ των πραγμάτων πολύ συζητήσιμο, ως στρατηγική επιλογή της ΕΕ για τις επόμενες δεκαετίες.

Αν μιλάγαμε για μια αναμφίβολη εκδήλωση του φαινομένου στρατηγικού επεκτατισμού της Ρωσίας κατά της δυτικής Ευρώπης, ασφαλώς οι Βρυξέλλες ορθά θα έπρατταν θέτοντας όλες τις κοινωνίες της ηπείρου σε μια κατάσταση «πολεμικής προετοιμασίας» και τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά στην τεράστια πρατική και εισοδηματική ταλαιπωρία των πανάκριβων καυσίμων, με σκοπό την ενεργειακή ανεξαρτητοποίηση μέσα σε λίγους μήνες από τη ρωσική τροφοδοσία. Δεν πρόκειται όμως περί αυτού!

Τί απομένει; Απομένει η πολιτική επιλογή των Βρυξελλών να διασπείρουν πανικό ανάμεσα στους ευρωπαίους πολίτες, σχετικά με το πλασματικό και απολύτως αμερικανικής έμπνευσης σκηνικό μιας δήθεν επαπειλούμενης ρωσικής εισβολής σε κάποια δυτικοευρωπαϊκή χώρα. Απομένουν, όμως και οι συνέπειες αυτής της επιλογής, για τον μέσο ευρωπαίο πολίτη.

Ποιές είναι αυτές οι συνέπειες, θα δούμε, όμως στο Β΄ Μέρος του παρόντος...

 

 

 

 

6 Σεπ. 2022

Διλήμματα για την εξεταστική επιτροπή

των παρακολουθήσεων

Οι εξεταστικές επιτροπές της Βουλής εδώ και δεκαετίες έχουν απολέσει ενώπιον των ελλήνων πολιτών την έξωθεν καλή μαρτυρία, ως τα βασικά εργαλεία της διαδικασίας πολιτικού αυτοελέγχου, που οφείλει να έχει μια δημοκρατία η οποία λειτουργεί σε συνθήκες ομαλότητας. Βασικός λόγος γι’ αυτό, ότι η εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία μεριμνά πολύ περισσότερο για τη θωράκιση της παράταξης από την οποία προέρχεται από τυχόν εμπλοκές στις κατά περίπτωση σκοτεινές υποθέσεις που κρίθηκε ότι συντρέχει λόγος να τύχουν διερεύνησης από μια εξεταστική επιτροπή, παρά για την αναζήτηση της αλήθειας.

Επειδή, μάλιστα, υποθέσεις τυχόν διαφθοράς αφορούν κατά κύριο λόγο σε παρατάξεις που ασκούν εξουσία, κατάληξη είναι οι ίδιοι οι δήθεν ελεγχόμενοι για τυχόν πράξεις διαφθοράς να αποφαίνονται με την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που διαθέτουν στην Βουλή ότι δεν έκαναν τίποτα το αξιόμεμπτο, ακόμη κι όταν συλλαμβάνονται «με τη γίδα στην πλάτη» -κατά το γνωστό και εύγλωττο κλισέ της δημόσιας ζωής μας. Πρόκειται εκ του αποτελέσματος για ευτελισμό της μόνης προβλεπόμενης στην έννομη  τάξη μας καθαρά πολιτικής διαδικασίας αυτοκάθαρσης, που φυσικά κλονίζει και τα τελευταία υπολείμματα αξιοπιστίας της τάξης των πολιτικών στα μάτια των πολιτών, με τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται.

Το κατά βάση ακαταδίωκτο των πολιτικών που θεσπίστηκε με το μεταδικτατορικό σύνταγμα, διαφέρει καίρια ως προς τους σκοπούς των εξεταστικών επιτροπών μετά το 1974, με τις εξεταστικές επιτροπές του σήμερα. Τότε το βασικό σημείο της επιλογής, τη διαδικασία πολιτικής αυτοκάθαρσης να διενεργεί αποκλειστικά και μόνον η Βουλή και τα μέλη της εθνικής αντιπροσωπείας, οφειλόταν στην πικρή εμπειρία της μετεμφυλιακής περιόδου, όταν η ελληνική δεξιά ποινικοποιούσε διαρκώς και αδίστακτα την άποψη και την ιδεολογία των πολιτικών αντιπάλων της, μετατρέποντας σε κακουργήματα  πολιτικές δραστηριότητες, που στην υπόλοιπη δύση και παρά το ψυχροπολεμικό κλίμα της εποχής θεωρούνταν απολύτως νόμιμες. (Με μόνη ίσως εξαίρεση τον αμερικανικό μακαρθισμό...).

Με βάση αυτή την εμπειρία στρατοδικεία και διακατεχόμενη από αντικομμουνιστική υστερία τακτική δικαιοσύνη καταδίκασαν μαζικά σε θάνατο προοδευτικούς και δημοκρατικούς πολίτες. Εντυπωσιακό υπόλειμμα αυτού η ποινικοποίηση ακόμη και του ποιά εφημερίδα αγόραζε ένας πολίτης από το περίπτερο, με τους περιπτεράδες να έχουν καταστεί όχι εξ επιλογής τους όργανα της κρατικής ασφάλειας, για να διαπιστωθεί τί πίστευε κάθε «ύποπτος» πολίτης, λόγω των πολιτικών και ιδεολογικών απόψεών του και μόνον αυτών. Και, φυσικά, ποιός λησμονεί τα περίφημα «πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων», που ήταν μέχρι και αρκετά μετά τα μέσα του περασμένου αιώνα η πιο επίσημη απόδειξη της συντεταγμένης δεξιάς πρακτικής πολιτικής ποινικοποίησης του δημόσιου βίου μας σε βάρος των δημοκρατικών και αριστερών πολιτών.    

Έτσι στο σύνταγμα του 1974 για να προληφθεί η συνήθης πρακτική ποινικοποίησης της δραστηριότητας των πολιτικών αντιπάλων της, η ύστερη καταμανλική δεξιά και με το ΚΚΕ νομιμοποιημένο δεν άφησε σε κανέναν άλλον τη διαδικασία πολιτικής αυτοκάθαρσης, ει μη μόνο στη Βουλή, όπου το δημοκρατικό μεταδικτατορικό κλίμα και η εξαρθρωμένη χουντική ακροδεξιά (η «Εθνική Παράταξη» στις εκλογές του 1974 έλαβε 7% -όσο και η «Χρυσή Αυγή» στις μέρες μας όταν μπήκε στη Βουλή), πιστευόταν ότι θα εξασφάλιζε στοιχειώδη προστασία στην προοδευτική και δημοκρατική αντιπολίτευση να λειτουργήσουν σε περιβάλλον κάποιας δημοκρατικής ομαλότητας. Και κατά βάση το μεταδικατορικό σύνταγμα πέτυχε αυτούς τους σκοπούς, ως προς τις ρυθμίσεις του για τις διδικασίες πολιτικής αυτοκάθαρσης αποκλειστικά μέσω της Βουλής. 

Πρέπει να τονιστεί ότι αυτή η αποτελεσματικότητα και η αξιοπιστία του μεταδικτατορικού συντάγματος δέχτηκε το ισχυρότερο πλήγμα, όταν ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης εργαλειοποίησε αδίστακτα τις ίδιες τις τότε συνταγματικές διατάξεις των διαδικασιών πολιτικής αυτοκάθαρσης αποκλειστικά μέσω της Βουλής, μόνο και μόνο για να διωχθεί ποινικά ο μεγάλος ιδρυτής του ΠΑΣΟΚ και επειδή δεν μπορούσε με άλλον τρόπο ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης να νικήσει σε συνθήκες δημοκρατικής ομαλότητας εκλογών τον φυσικό επικεφαλής της προοδευτικής και δημοκρατικής παράταξης της Ελλάδας και γίνει εκείνος πρωθυπουργός. Και το έκανε, αφού πρώτα διενήργησε τον γνωστό εισοδισμό για να ενταχτεί στη δεξιά –κι εκείνη τον δέχτηκε στις τάξεις της. Και δεν μπορεί με κανένα τρόπο να παραγραφεί ιστορικά η ευθύνη της παραδοσιακής αριστεράς, που συναίνεσε στο δράμα ολοφάνερης πολιτικής ποινικοποίησης σε βάρος του φυσικού ηγέτη της προοδευτικής και δημοκρατικής παράταξης της Ελλάδας, αν και τόσο το ΚΚΕ όσο και το ΚΚΕ εσ. εγνώριζαν άριστα ότι και οι κατηγορίες ήταν ξεκάθαρα στημένες και ότι ο μόνος που θα είχε να ωφεληθεί απ’ αυτή την προσβλητική για την ελληνική Βουλή υπόθεση ήταν προσωπικά ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και η εγχώρια δεξιά.         

Ο ευτελισμός να παρελαύνουν μπροστά από το ειδικό δικαστήριο πρόσωπα επιπέδου Μαμανέα και Ζήση και κούτες με πάμπερς, απομυθοποίησε με τον πιο βίαιο τρόπο τον απολύτως προσχηματικό μικροπροσωπικό και μικροπαραταξιακό χαρακτήρα της δήθεν «κάθαρσης» που διακήρυττε ο τότε «αρχάγγελός» της και αποκάλυψε μπροστά στα μάτια των πολιτών τα πραγματικά κίνητρά του. Και απόδειξη του ότι κατανόησε πλήρως ο ελληνικός λαός την σε βάρος του απάτη με τις πολιτικές διώξεις στο πλαίσιο του σκανδάλου της Τράπεζας Κρήτης ήταν το 47% που έλαβε ο Ανδρέας Παπανδρέου στις εκλογές του 1993. Άλλωστε και επί της ποινικής ουσίας η εκκαθάριση της υπόθεσης της Τράπεζας Κρήτης υπηρετήθηκε πλήρως, οι αυτουργοί μη πολιτικά πρόσωπα του εγκλήματος τιμωρήθηκαν αυστηρά από την τακτική δικαιοσύνη και όσα πολιτικά πρόσωπα εδιώχθησαν ποινικά μαζί με τον μεγάλο ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ αποκαταστάθηκαν πλήρως στη συνέχεια -ανάμεσά τους και ο Δ. Τσοβόλας που αργότερα με το δικό του κόμμα, το ΔΗΚΚΙ, εισήλθε στη Βουλή.        

Η πιο πάνω μακρά αναφορά στο παρελθόν ήταν αναγκαία για να διαγνωστούν οι βαθύτατες συμβολικές και ουσιαστικές διακρίσεις που περιχαρακώνουν τις μεταδικατορικές εξεταστικές επιτροπές της Βουλής, με την εξεταστική επιτροπή που ξεκινάει μόλις τις εργασίες της με αντικείμενο την υπόθεση των παρακολουθήσεων από κρατικές υπηρεσίες υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Αν ο σημερινός πρωθυπουργός εργαλειοποίησε απροσχημάτιστα τα τρία περασμένα χρόνια της πρωθυπουργίας του τις εξεταστικές επιτροπές-παρωδία κατά του ΣΥΡΙΖΑ (Παπαγγελόπουλος-Τουλουπάκη και άδειες καναλιών) επιφέροντας όπως ο πατέρας του καίριο πλήγμα στην αξιοπιστία της Βουλής να επιτελεί θεσμική αδεία τη διαδικασία πολιτικής αυτοκάθαρσης, το έκανε μόνο και μόνο για να θέσει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε καταστάση πολιτικής ομηρίας υπό τον έλεγχό του, ώστε να διευκολυνθεί να κερδίσει και δεύτερη τετραετία ως πρωθυπουργός.       

(Μια παρένθεση εν προκειμένω: Οι εξεταστικές επιτροπής που έστησε ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι αποδεδειγμένα εξεταστικές-παρωδία, τόσο ως προς τα ουσιαστικά αποδεικτικά στοιχεία που κατέληξαν προσχεδιασμένα σε «χάρτινες» κατηγορίες κατά Παπαγγελόπουλου-Τουλουπάκη όσο και κατά του Ν. Παππά, όσο και ως προς τα πολιτικά χαρακτηριστικά τους. Στην πρώτη περίπτωση διότι σαφέστατα σκοπός ήταν (και παραμένει) το «ξέπλυμα» του δεδομένου και διεθνώς παραδεδεγμένου σκανδάλου της Novartis, όπου ενεπλάκησαν κορυφαία στελέχη του κόμματος του Κυριάκου Μητσοτάκη. Στη δεύτερη περίπτωση, διότι μόνο μια στημένη και προδομένη ή μια ανόητη δημοκρατία, θα τολμούσε ποτέ (να διανοηθεί) να ασκήσει διώξεις κατά πρώην υπουργών, από τις πράξεις των οποίων χωρίς καμιά αμφιβολία ευνοήθηκε το δημόσιο συμφέρον και προέκυψαν μάλιστα και έσοδα για το δημόσιο, τα οποία ποτέ δεν θα είχαν εξασφαλιστεί, αν δεν είχαν λάβει χώρα ενέργειες του πρώην υπουργού που σήμερα διώκεται για δήθεν πρόκληση βλάβης σε βάρος του δημόσιου συμφέροντος).

Όμως, και η σημερινή εξεταστική επιτροπή που συγκαλεί κατ’ ανάγκη και με μεγάλη του δυσαρέσκεια ο Κυριάκος Μητσοτάκης με ζητούμενο την εκκαθάριση της υπόθεσης των παρακολουθήσεων πολιτικών και δημοσιογράφων από κρατικές υπηρεσίες υπό την άμεση και αποκλειστική εποπτεία του ίδιου, υπό την ιδιότητά του ως σημερινός πρωθυπουργός της Ελλάδας, συνιστά ακόμη μία πράξη χυδαίας εργαλειοποίησης της διαδικασίας πολιτικής αυτοκάθαρσης, με αντίθετο αυτή τη φορά σκοπό: Αντί να θέσει εκποδών και να διώξει τους πολιτικούς αντιπάλους του ο Κυριάκος Μητσοτάκης με υποθέσεις δήθεν διαφθοράς που θα έπλητταν την αντιπολίτευση ώστε να την έχει υπό τον ελεγχό του, με τη σημερινή εξεταστική επιτροπή ο ίδιος μεριμνά ανενδοίαστα διακωμωδώντας απολύτως τους θεσμούς για  να ξεπλύνει τον εαυτό του από τις ποινικές ενδεχομένως πλην πιθανότατες ευθύνες του για τις παρακολουθήσεις.

Ας δούμε και ένα ακόμη λεπτό σημείο καίριας συμβολικής και ουσιαστικής διάκρισης ανάμεσα στις εξεταστικές που συγκάλεσε ο ΣΥΡΙΖΑ για την υπόθεση του σκανδάλου της Νovartis και της εξεταστικής που συγκαλεί σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης για τις παρακολουθήσεις πολιτικών αντιπάλων του και δημοσιογράφων από υπηρεσίες υπό τον έλεγχό του: Πρόκειται για το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ άφησε την ευθύνη για την περιγραφή του κατηγορητηρίου σχετικά με τις πράξεις και παραλείψεις πολιτικών προσώπων σχετικά με το σκάνδαλο της Novartis σε όργανα της τακτικής δικαιοσύνης και κράτησε για τη Βουλή αποκλειστικά και μόνο τη διαδικασία άσκησης διώξεων κατά πολιτικών προσώπων. Αντίθετα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης (με τις αλλαγές που έχουν εν τω μεταξύ γίνει εδώ και χρόνια στις διατάξεις του νόμου περί ευθύνης υπουργών –και περί ευθύνης του πρωθυπουργού) συγκροτεί υπό πίεση εξεταστική επιτροπή της Βουλής, με ολοφάνερη την προσπάθεια να διασφαλιστεί προκαταβολικά το ακαταδίωκτο σχετικά με την υπόθεση των παρακολουθήσεων για τυπικούς λόγους.

Έτσι εξηγείται πλήρως η νευρικότητα με την οποία προσπαθεί το πρωθυπουργικό περιβάλλον να φιλοτεχνήσει την αδιανόητη για ευνομούμενη δημοκρατία παραδοχή ότι δήθεν δεν είναι νόμιμη η ενημέρωση της Βουλής για τις παρακολουθήσεις για λόγους «εθνικής ασφάλειας» (όπως αυτό το ανήκουστο επιχείρημα επικράτησε στην πρόσφατη συνεδρίαση της Επιτροπής  Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής). Τα πράγματα δηλαδή με τις ενέργειες του Κυριάκου Μητσοτάκη φέρουν ανεξίτηλο στίγμα πολιτικής χυδαιότητας με βαρύτατο θεσμικό κόστος, με μόνο κίνητρο να γλιτώσει εκ των προτέρων τις διώξεις ο σημερινός πρωθυπουργός! Διότι, βεβαίως, αν είναι απαγορευμένο να καταθέσει κανένας για τις ενδεχόμενες πλην πιθανότατες ποινικές ευθύνες  του Κυριάκου Μητσοτάκη στην υπόθεση των παρακολουθήσεων, τότε απλούστατα δεν μπορεί να υπάρξει κατηγορητήριο. Απόπειρα, δηλαδή, προκαταβολικής εξαφάνισης οποιουδήποτε κατηγορητηρίου για το έγκλημα, όχι επειδή δεν έγινε τίποτα και το έγκλημα δεν έλαβε χώρα, αλλά διότι με από πριν απαγορευμένες καταθέσεις, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί καμιά κατηγορία. Ωραίο και χυδαιότατα αποτελεσματικό «κόλπο», από ένα δημόσιο πρόσωπο, που με καθε ευκαιρία και εν προκειμένω a fortiori καταπατά ευθέως καθε έννοια θεσμικής ευθύνης ως πρωθυπουργός.

Τέλος, σ’ όλ’ αυτά υπάρχει ένα ακόμη λεπτό σημείο: Ότι η «γίδα στην πλάτη» με την οποία συνελήφθη ο πρωθυπουργός «να κλέπτει οπώρας» στην υπόθεση των παρακολουθήσεων, κατά το εύγλωττο κλισέ του δημόσιου βίου μας, ΔΕΝ ΑΦΟΡΑ ΣΕ ΥΠΟΘΕΣΗ ΔΙΑΦΘΟΡΑΣ του Κυριάκου Μητσοτάκη, όπως κατα κόρον συνέβαινε με τις ως σήμερα παλιότερες εξεταστικές επιτροπές που συνέστησε η Βουλή. Αντίθετα, αφορά σε υπόθεση ενδεχόμενης πλην πιθανότατης βάναυσης παραβίασης θεσμικών  λειτουργικών κανόνων της ελληνικής δημοκρατίας, δηλαδή είναι μια υπόθεση βαρύτατου πολιτικού, ηθικού και ποινικού καταλογισμού, που μόνο με τους πρωτεργάτες της επτάχρονης δικτατορίας μπορεί να έχει αναλογίες! Και είναι μια υπόθεση μοναδική στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας, γεγονός λίαν αποκαλυπτικό της ατζέντας που ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης με τις πράξεις και τις παραλείψεις του ως πρωθυπουργός την τελευταία τριετία έχει εγκαταστήσει στον δημόσιο βίο μας.   

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής με την πασίγνωστη αποστροφή του λόγου του «έναν πρώην πρωθυπουργό δεν τον στέλνεις φυλακή, τον στέλνεις σπίτι του» είχε επί των ημερών του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη εκφράσει κατηγορηματικά την αντίθεση του στις πολιτικές διώξεις που έστησε ο τελευταίος κατά του μεγάλου ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ. Έχω την εντύπωση ότι αν σήμερα σκεπτόταν ο πολιτικός κόσμος με ανάλογα ανακλαστικά πολιτικών ηθών και ποιοτήτων δημόσιων αρχών, και βρισκόταν μπροστά στην υπόθεση των παρακολουθήσεων, εκείνο που θα έλεγε θα ήταν «έναν πρωθυπουργό που εμπλέκεται ευθέως σε υπόθεση παρακουλούθησης πολιτικών αντιπάλων του, τον στέλνεις κατ’ ευθείαν στη φυλακή»!