Μολυβάκι

1 Δεκ. 2021

Το πρόστιμο

και ένας (πολιτικός) θάνατος

Ας ξεκινήσουμε από το βασικό ζήτημα: Είναι νοητή για τον οποιονδήποτε λόγο η ακύρωση του ποικιλοτρόπως θεσμοθετημένου δικαιώματος αυτοπροσδιορισμού κάθε πολίτη στα θέματα λήψης αποφάσεων που αφορούν στην προσωπική υγεία του; Φυσικά δεν (μπορεί να) υπάρχει καμιά άλλη αποδεκτή απάντηση στο ρητορικό ερώτημα από ένα ξερό και κατηγορηματικό «όχι»!

Ορισμένοι μπερδεύουν τα μέτρα περιορισμού στις μετακινήσεις λόγω κορονοϊού (τα περίφημα λοκντάουν είναι η πιο ακραία μορφή τους), με την υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού. Μόνο που το ένα δεν έχει καμια σχέση με το άλλο! Άλλωστε στο Σύνταγμά μας προβλέπεται ρητά ότι μπορούν να επιβληθούν μέτρα περιορισμού στις μετακινήσεις για λόγους προστασίας της δημόσιας Υγείας. Αντίθετα, καμιά απολύτως εξαίρεση δεν είναι ανεκτή και για τον οποιονδήποτε λόγο στην προστασία αυτοπροσδιορισμού κάθε πολίτη στα θέματα λήψης αποφάσεων που αφορούν στην προσωπική υγεία του. Το κράτος υποχρεούται να παράσχει κάθε δυνατή βοήθεια για την ενημέρωση του πολίτη στα θέματα της υγείας του και να βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα για την διαθεσιμότητα των αναγκαίων υγειονομικών υποδομών περίθαλψής του, εφ’ όσον ο ίδιος το επιθυμεί. Ως εκεί κι ούτε βήμα πιο πέρα! Το εάν, πότε και πώς θα προστατεύσει ο καθένας από μας την υγεία του είναι μη επιδεχόμενο αφισβήτηση δικαίωμά μας, αναπαλλοτρίωτο και εν ισχύ καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Καταναγκασμός, άμεσος ή έμμεσος, σ’ αυτά τα θέματα του στενού πυρήνα των ατομικών δικαιωμάτων του ανθρώπου δεν είναι νοητός. Άλλωστε αν στο πεδίο των δικαιωμάτων αυτοπροσδιορισμού σχετικά με θέματα λήψης αποφάσεων που αφορούν στην προσωπική υγεία του καθενός μας γίνονταν ανεκτές εξαιρέσεις, τότε αναλογικά θα έπρεπε να ήταν επιτρεπτοί και περιορισμοί στα δικαιώματα θρησκευτικού, ιδεολογικού ή πολιτικού αυτοπροσδιορισμού μας, διαρρηγνύοντας έτσι την βασική διαφορά μιας δημοκρατίας από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Κι αυτή ακριβώς η διαφορά και οι δραματικές συνέπειές της διακυβεύονται με την υπόθεση επιβολής προστίμου 100 ευρώ ανά μήνα σε ανεμβολίαστους πολίτες ηλικίας άνω των 60 ετών, που επιβάλλει ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Επί πλέον αυτών των γενικών αναφορών στο Άρθρο 12 του Νόμου 3418/2005 ορίζεται ότι «Ο ιατρός δεν επιτρέπεται να προβεί στην εκτέλεση οποιασδήποτε ιατρικής πράξης χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του ασθενή». Και εδώ, όταν τίθεται επί τάπητος ο όρος «συναίνεση» ως απαράβατος όρος για την εκτέλεση κάποιας ιατρικής πράξης, δεν μπορεί αυτό να είναι κατανοητό παρά μόνο ως προϊόν της ελευθερίας βουλήσεως του ανθρώπου και ως αποτέλεσμα ανεπηρέαστης και πέραν οποιασδήποτε τυχόν καταχρηστικής άσκησης πιέσεων και απόπειρας επηρεασμού του με την επίκληση οποιασδήποτε αιτιολογίας.

Αυτά είναι τα βασικά!

Στα πολιτικά, όμως (ιδίως από μεριάς καθεστωτικού τύπου κρατικών εξουσιών και ασχέτως του αν οι εξουσίες αυτές έχουν περιβληθεί τους τύπους νομιμοποποίησης της εκλογής τους από τους πολίτες, ή όχι), ανοίγουν άλλες οδοί και μέσα παραβίασης του στενού πυρήνα των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Αν το δούμε πιο προσεκτικά και με περισσότερο πολιτική προσέγγιση, είναι σχετικά εύκολο να διακρίνουμε ότι το πρόστιμο των 100 ευρώ τον μήνα στους ανεμβολίαστους 60αρηδες είναι φυσική συνέχεια και συνέπεια της πολιτικής λογικής και της πολιτικής πρακτικής να ξυλοφορτώνονται πολίτες από αστυνομικούς μέρα μεσημέρι σε κάποια πλατεία. Και τούτο επειδή το «όργανο» απεφάνθη από αναρμοδίως απονεμημένη σε εκείνο εξουσία, ότι ο ξυλοδαρμός είτε συμβάλλει στην προστασία της δημόσιας Υγείας, είτε αποτελεί αναλογικά ανεκτό μέτρο κολασμού σε βάρος του πολίτη που βολτάριζε  απολύτως νόμιμα σε δημόσιο χώρο. Δηλαδή και στις δύο περιπτώσεις, τόσο στο πρόστιμο των 100 ευρώ σε ανεμβολίαστους πολίτες άνω των 60 ετών, όσο και στα ξυλοφορτώματα πολιτών από μπάτσους στις πλατείες, δεν ήταν κάποια μέριμνα ή κάποιο κίνητρο δημόσιου συμφέροντος που στο όνομά τους βεβαιώνονται οι  παραβιάσεις ατομικών δικαιωμάτων αυτοπροσδιορισμού και αυτεξουσιότητας. Αυτό που συνέβη και συμβαίνει είναι η ενάσκηση προνομίων ενάσκησης εξουσίας επί ελεύθερων πολιτών και με μόνο σκοπό την ηδονή κατοχής της ίδιας της εξουσίας, αντιλαμβανόμενης μάλιστα ως  επιβολής.

Το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται και ευδοκιμεί σε περιπτώσεις που ελλείψει αντικειμενικής ικανότητας να μπορούσε  να περιβληθεί κάποιος συλλογικός ή ατομικός παράγοντας μια εξουσία και να την ασκήσει ορθά, για να μη χάσει την πρόσβαση στην εξουσία αυτός ο αποστερημένος των αναγκαίων ικανοτήτων παράγοντας, προσφεύγει σε συνειδητά ψεύδη και πλασματικές αποτυπώσεις της πραγματικότητας ως η αφήγησή του προς τους πολίτες-εκλογείς, για να υφαρπάξει την προτίμησή τους στο πρόσωπό του. Αυτό ακριβώς, δηλαδή, που συμβαίνει με το πρόσωπο Κυριάκος Μητσοτάκης και το περί αυτόν σύστημα συμφερόντων που τον υποστηρίζει. Και το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ψεύδους που πλασαρίστηκε εν είδει αληθείας (δηλαδή περίπτωση ολοκάθαρης απάτης) είναι το γνωστό αφήγημα Μητσοτάκη ότι η προηγούμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, είχε δήθεν  ανταλλάξει το όνομα «Μακεδονία» με την Κομισιόν, με αντάλλαγμα τη μη περικοπή των συντάξεων!

Φυσικά, για να τελεσφορήσει μια οργανωμένη απάτη και στο πεδίο της πολιτικής προϋποτίθεται ότι εκτός από τον απατεώνα συμμετέχει και ένας πρόθυμος εξαπατημένος. Κι εδώ η συνθήκη αυτή υπηρετείται πλήρως, διότι στη σημερινή Ελλάδα του νεο-μητσοτακισμού συντρέχει η παρουσία μεγάλου αριθμού πολιτών που είναι εξαιρετικά επιρρεπείς (για οποιονδήποτε λόγο ανιχνεύεται αυτό) είτε στην κατανάλωση εξόφθαλμων και προφανών μυθευμάτων, είτε σε μια ανοχή στην απάτη, ενδεχομένως διότι οι ίδιοι πιστεύουν ότι θα είχαν να αποκομίσουν κάποιο όφελος για τον εαυτό τους, προσχωρώντας στα αφηγήματα της ίδιας απάτης.

Γι’ αυτό και είναι τεράστια δημοκρατική αφέλεια στην εποχή επικυριαχίας των μέσων ενημέρωσης και των κοινωνικών δικτύων να αρκεί η νομιμοποίηση της κάλπης εκλογικών σωμάτων ενδεχομένως υπονομευμένων προθέσεων ως προς την  πρόσληψη της έννοιας του δημόσιου συμφέροντος (και αντιλαμβανόμενης κατά τούτο ως ταυτιζόμενης έννοιας με το στενό δικό τους συμφέρον),  για να μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά μια δημοκρατία. Κι εδώ, επίσης,  ακριβώς ανιχνεύεται ένα άλλο ενδεικτικό παράδειγμα από την ιστορία διακυβέρνησης του νεο-μητσοτακισμού: Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης προσωπικά μιλώντας πριν λίγες ώρες στη Βουλή ψευδολόγησε απροσχημάτιστα σχετικά με το πρόσωπο του Παύλου Πολάκη, αποκαλώντας τον αντι-εμβολιαστή, ενώ ο Πολάκης λίγο νωρίτερα σε ανάρτησή του είχε ρητά προτρέψει ολοκάθαρα τους πολίτες να πάνε να εμβολιαστούνε! Αν το στενό προσωπικό πολιτικό συμφέρον του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι να δαιμονολογηθεί ο όποιος Πολάκης ως δήθεν αντιεμβολιαστής, τότε ακόμη και μια σαφής προτροπή υπέρ του εμβολιασμού θα πρέπει να θυσιαστεί ως αποδεδειγμένος και μη επιδεχόμενος αμφισβήτηση δημόσιος λόγος, για να κερδίσει ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έναν «ρούμπο» ευρισκόμενος σε δύσκολη θέση και αμυνόμενος από τις σκληρές επιπτώσεις της ανεπαρκέστατης ηγεσίας του, που πια εχει αρχίσει να αποδομείται σε βαθμό επερχόμενης πανωλεθρίας. Κι αυτό είναι πια που πρέπει πάση θυσία να αποκρυβεί, αν και εκτεθειμένο σε κοινή θέα.

Μ’ άλλα λόγια, δεν είναι πια ένα ποσοτικό πρόβλημα πλειοψηφίας στη σημερινή ελληνική δημοκρατία, αλλά ένα πασιφανές πρόβλημα ποιότητας δημοκρατίας. Σε τελευταία ανάλυση ένα σοβαρό πρόβλημα λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών!                                                                   

Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον (δεν μπορώ να αποφασίσω αν αυτό είναι ζήτημα, κοινωνικού ή πολιτισμικού ενδιαφέροντος) ότι όσο παρατείνεται η παραμονή του Κυριάκου Μητσοτάκη στη διακυβέρνηση της χώρας, τόσο περισότερο όσοι τον έφεραν στα πράματα «τοις κείνου ρήμασι πειθόμενοι», αρχίζουν να  του μοιάζουν. Δεν είναι πλέον πρόθυμοι καταναλωτές της απάτης αλλά συμπαραγωγοί της. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν εχει πια πολίτες υποστηρικτές, αλλά πολίτες συνεταίρους.

Μόνο που οι πτωχεύσεις και στην πολιτική πλήττουν εξ ίσου και τους απλούς μετόχους!

Σε κάθε περίπτωση η ευκολία με την οποία ο Κυριάκος Μητσοτάκης μεταπήδησε από την πρακτική των κινήτρων προς εμβολιασμό στην πρακτική των προστίμων  και της επιβολής ποινών επί εμβολιασμού συνιστά βροντώδη ομολογία της αποτυχίας του στο μέτωπο του εμβολιασμού, ως βασικού όπλου κατά της πανδημίας. Άλλωστε η ηχηρώς ανόητη καμπάνια υπό τη λέξη «ελευθερία», με την οποία η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη πρωτοονομάτισε την εκστρατεία πειθούς προς τους πολίτες για  να εμβολιαστούν, ανεξάρτητα του ότι μετέπεσε λίγο αργότερα σε λαδώματα ημέτερων μιντιακών κύκλων κατηγορίας «λίστα Πέτσα», δεν αλλοιώνει το μόνο ασφαλές συμπέρασμα  που εξάγεται απ’ όλ’ αυτά: Ότι οι 60αρηδες είναι πια ελεύθεροι να μην εμβολιαστούν, αρκεί να καταβάλλουν το αντίτιμο των 60 ευρώ μηνιαίως. Πόσο πιο γελοία να γίνει πια μια διακυβέρνηση;         

 

 

 

 

28 Νοε. 2021

Ποιός φοβάται τις δημοσκοπήσεις...

Με κλεισμένα τα δύο χρόνια του Κυριάκου Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία οι δημοσκοπήσεις έχουν εισέλθει στον τελικό γύρο της αναμέτρησής τους με την πραγματικότητα, την οποία άλλωστε δουλειά τους είναι να προσπαθούν να αποτυπώσουν με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι διαπιστώσεις στη Βουλή βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη οι εργασίες της εξεταστικής επιτροπής, με ένα από τα δύο κύρια θέματά της τη διερεύνηση της αξιοπιστίας μιας εταιρείας δημοσκοπήσεων. Το γεγονός αυτό καθ’ αυτό και υπό το φως του ότι η ανάγκη διερεύνησης αυτού του θέματος από την εθνική αντιπροσωπεία προκρίθηκε ως αναγκαία  από το σύνολο των κομμάτων της αντιπολίτευσης ήδη συνιστά ένα πρόβλημα για τον τρόπο υποδοχής των δημοσκοπικών συμπερασμάτων από ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης. Επιπροσθέτως δεν είναι άνευ σημασίας ότι η διερεύνηση αυτής της υπόθεσης από τη Βουλή αναλαμβάνεται σε συνθήκες «σιωπής» από μεριάς του Ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου (ΕΣΡ), δηλαδή του δημόσιου φορέα που είναι εντεταλμένος να εγγυάται τη διαφάνεια ως προς τους όρους διεξαγωγής των δημοσκοπήσεων. Σε τελευταία ανάλυση, η ίδια η ενεργοποίηση της Βουλής με τη συγκρότηση της εν λόγω εξεταστικής επιτροπής σε σημαντικό βαθμό προέρχεται από την απροθυμία του ΕΣΡ να επιτελεσει το καθήκον του. Κι απ’ αυτή τη ματιά η κυβέρνηση αντιμετωπίζει μια σοβαρή δυσκολία απορρέουσα από την έκδηλη πολιτική απομόνωσή της και σε κοινοβουλευτικό μάλιστα επίπεδο, την οποία θα μπορούσε να έχει αποφύγει εάν στοιχειωδώς ασκούνταν οι θεσμικά εγκατεστημένες εποπτικές αρμοδιότητες του ΕΣΡ.

Παράλληλα, δεν περνά απαρατήρητο ότι και ο φορέας εκπροσώπησης των εταιρειών δημοσκοπήσεων, ο ΣΕΔΕΑ, απέχει πλήρως από κάθε στήριξη προς τόνωση της αξιοπιστίας της ελεγχόμενης από τη βουλή δημοσκοπικής εταιρείας και μόνο περιορισμένες και πολύ γενικόλογες αναφορές σχετικά με τον κλάδο έχει πραγματοποιήσει. Έτσι, όμως, οι υπόνοιες για τη συγκεκριμένη δημοσκοπική εταιρεία βαθαίνουν και φυσικά η δυσπιστία απλώνεται και αντανακλάται στο σύνολο των διενεργούμενων μετρήσεων.

Τέλος, ένας από τους υποψήφιους για την προεδρία του ΚΙΝΑΛ, ο πρώην πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου, έχει  ανοιχτά καταγγείλει περισσότερες από μία φορές εξωθεσμικές παρεμβάσεις μέσω δημοσκοπήσεων για τον επηρεασμό του εκλογικού αποτελέσματος που θα αναδείξει τον νέο πρόεδρο του κόμματος. Και αντί για οποιαδήποτε λογικά αναμενόμενη κίνηση διαφύλαξης της αξιοπιστίας των εταιρειών δημοσκοπήσεων από τους ενδιαφερόμενους φορείς, μόνη αντίδραση σ’ αυτόν τον νέο γύρο συζήτησης σχετικά με τη διαφάνεια των όρων διεξαγωγής των διενεργούμενων μετρήσεων παραμένει η επιστράτευση γνωστών νεο-φιλο-μητσοτακικών δημοσιογράφων, ανάμεσά τους όλη η γνωστή ομάδα δημοσιογράφων του σημιτικού εκσυγχρονιστικού κύκλου, που σήμερα έχει καταστεί η πιο αποφασισμένη ομάδα δημόσιων σχολιαστών που υποστηρίζουν φανατικά τον Κυριάκο Μητσοτάκη και η οποία συνέτρεξε με όλες τις δυνάμεις της στην ανατροπή του ίδιου του Γ. Παπανδρέου από την πρωθυπουργία από βουλευτές του τότε ΠΑΣΟΚ. Και, φυσικά, οι αναφορές περί εξωθεσμικών παρεμβάσεων μέσω δημοσκοπήσεων στο εσωκομματικό σκηνικό του ΚΙΝΑΛ για την εκλογή νέου προέδρου, με τέτοιες προκατειλημμένες κατά του Γ. Παπανδρέου αναφορές από μεριάς νεο-μητσοτακο-σημιτικών κύκλων, όχι μόνο δεν συμβάλλουν στη διαφύλαξη της αξιοπιστίας των διενεργούμενων δημοσκοπήσεων, αλλ’, αντίθετα, εντείνουν τις υπόνοιες.

Όλ’ αυτά, βεβαίως, δεν είναι το καλύτερο σκηνικό για να κοιτάει κανένας και να λαμβάνει υπόψη του τα συμπεράσματα των δημοσκοπήσεων. Έτσι, οι δημοσκοπήσεις (είτε είναι βάσιμες οι αναφορές περί αδιαφάνειας και με σκοπό να στηριχτεί πολιτικά μια κατά τεκμήριο πολύ κακή διακυβέρνηση, είτε όχι), έχουν ήδη εμπλακεί  σε μια πολύ επικίνδυνη για την ίδια τη βιωσιμότητα του κλάδου κατηφόρα εμπλοκής στο τρέχον πολιτικό σκηνικό. Έχουν, δηλαδή, καταστεί εκούσες-άκουσες, διάδικο μέρος της τρέχουσας διακομματικής αντιπαράθεσης, στην οποία αντιπαράθεση ακριβώς θα όφειλαν να εγγυώνται ότι δεν αναμιγνύονται ουδ’ επ’ ελάχιστον και τις αφήνει παγερά αδιάφορες οποιαδήποτε παραταξιακή προτίμηση  κατά τη διενέργεια των μετρήσεών τους, οιασδήποτε μορφής και κατηγορίας (κυλιόμενες, τηλεφωνικές κ.α.)

Το πρακτικό αποτέλεσμα όλων των παραπάνω είναι ότι σε τέτοιες συνθήκες ακόμη και ενδιαφέροντα ευρήματα που προκύπτουν στις διενεργούμενες δημοσκοπήσεις περνούν απαρατήρητα. Και φυσικά με δημοσκοπήσεις που καταγγέλλονται ως προκατειλημμένων προθέσεων για να υποστηριχτεί η ΝΔ και οι οποίες (ακόμη κι αυτές) καταλήγουν σε συμπεράσματα  που δεν ευνοούν τον Κυριάκο Μητσοτάκη, τότε παράγεται ένα δυσμενές σκηνικό για την κυβερνητική παράταξη, που δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ότι για πρώτη φορά στον δημοσκοπικό κύκλο που άνοιξε μετά την εκλογκή νίκη της ΝΔ το 2019, καταγράφεται σταθερά ένα καινούριο δεδομένο: ότι το άθροισμα των ποσοστών πρόθεσης ψήφου του ΣΥΡΙΖΑ και του ΚΙΝΑΛ ξεπερνάει το ποσοστό της ΝΔ.

Ας το δούμε λίγο πιο προσεκτικά αυτό το σημείο! Η δημοσκοπικη αποκάλυψη ότι η αντιδεξιά και προοδευτική πολιτική εναλλακτική για τη χώρα παραμένει βιώσιμη και μάλιστα ενισχύεται τροποποιεί σε σημαντικό βαθμό τα στοιχεία του ως σήμερα κομματικού σκηνικού. Συνεκτιμωμένου ότι οι επόμενες εκλογές, όποτε κι αν γίνουν θα διεξαχθούν με απλή αναλογική, είναι φανερό ότι επιδεινώνεται δραματικά το πλαίσιο αβεβαιοτήτων για μια δεύτερη πρωθυπουργία Κυριάκου Μητσοτάκη, κάτι που μέχρι πριν λίγες εβδομάδες δεν ανιχνευόταν ως απόρροια ευρημάτων των διενεργούμενων δημοσκοπήσεων. Φυσικά, τα δημοσκοπικά δεδομένα, όπως σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να παγιωθούν με μονιμότερο τρόπο την επόμενη περίοδο, για να θεωρηθεί το στοιχείο αυτό, όπως και άλλα παρόμοιας σημασίας και ανάλογου περιεχομένου, ισχυρό στον ισχύοντα συσχετισμό δυνάμεων μεταξύ κομμάτων.

Το εάν και πόσο αυτό το σημείο ανησυχεί την κυβερνητική παράταξη και τον κομματικό, επιχειρηματικό και μιντιακό περίγυρό της, όχι μόνο ανιχνεύεται αλλά και επιβεβαιώνεται από την αντίδραση που προκαλεί ως νέο δεδομένο, στα πολιτικά σχόλια και τις αναλύσεις στρατευμένων υπέρ του Κυριάκου Μητσοτάκη γραφίδων.

Στην προσπάθεια να ακυρωθεί η πολιτική σημασία αυτού του νέου στοιχείου και να αποδομηθούν οι επιπτώσεις του σε βάρος του νεο-μητσοτακισμού διακρίνω δύο τύπους αντιδράσεων:

- Η πρώτη κατηγορία αντιδράσεων επιχειρεί να εμφανίσει την ενισχυόμενη πιθανότητα για προοδευτική εναλλακτική λύση στην Ελλάδα με αποχώρηση Μητσοτάκη από το προσκήνιο, ως απίθανη περίπτωση, μέσω της παρουσίασης ως δήθεν αδύνατου του ενδεχόμενου να εκλεγεί επόμενος πρόεδρος του ΚΙΝΑΛ πρόσωπο που θα μπορούσε να προωθήσει αυτό το σενάριο. ΄Ετσι, με αλλεπάλληλα σχόλια, δημοσιεύσεις αλλά ακόμη και με δημοσκοπήσεις πρόδηλης αναξιοπιστίας ως προς τα τεχνικά μέρη τους, επιχειρήθηκε αρχικά να εμφανιστεί ως ισχυρότερη όλων η υποψηφιότητα Λοβέρδου, δηλαδή υποψήφιου προέδρου του ΚΙΝΑΛ, ο οποίος δεσμεύεται ότι δεν θα συνεργαστεί με τον ΣΥΡΙΖΑ σε καμιά περίπτωση. Έτσι, θα ακυρωνόταν εν τοις πράγμασι το πολιτικό βάρος των ευρημάτων που εμφανίζουν εδώ και μερικές εβδομάδες το άθροισμα των ποσοστών πρόθεσης ψήφου ΣΥΡΙΖΑ και ΚΙΝΑΛ να ξεπερνάει το ποσοστό πρόθεσης ψήφου της ΝΔ.

- Η δεύτερη κατηγορία αντιδράσεων επιχειρεί να αποδομήσει όχι την πιθανότητα επικράτησης αυτού του νέου στοιχείου -που όσο περνάει ο καιρός δείχνει να σταθεροποιείται- αλλά το εάν το σενάριο αυτό προοδευτικής εναλλακτικής λύσης στην Ελλάδα με αποχώρηση Μητσοτάκη από το προσκήνιο, θα ήταν προς όφελος της χώρας και των πολιτών της. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας οι φιλο-νεο-μητσοτακικοί σχολιαστές και αναλυτές πλειοδοτούν καθ’ υπερβολή στην προσπάθεια ταυτόχρονης απαξίωσης των πρόσωπων του Αλέξη Τσίπρα και του Γ. Παπανδρέου, δηλαδή των δύο προσώπων που εικονογραφούν επί του συγκεκριμένου αυτή τη συζήτηση περί συνεργασιών και από απλό σενάριο το καθιστούν ρεαλιστικό ενδεχόμενο.

Στο ίδιο σημείο έχει μεγάλο ενδιαφέρον να παρατηρηθεί ότι για να αποδομηθεί με κάθε μέσο κάθε προοπτική προοδευτικής συνεργασίας που θα απομάκρυνε τον Κυριάκο Μητσοτάκη από το προσκήνιο στην επόμενη φάση, επιστρατεύονται ακόμη και απόψεις υπoστηρικτών του Γ. Παπανδρέου, με στόχο την προκαταβολική απόρριψη κάθε ενδεχόμενου προοδευτικής πολιτικής εξέλιξης. Έτσι, (επαν)εγκλωβίζονται πολίτες στη θέση, «καμιά συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ, αν πρώτα δεν έχει περάσει μπροστά σε πρόθεση ψήφου το ΚΙΝΑΛ». Περιττό να τονιστεί πως το πρακτικό πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της αντίληψης των πραγμάτων, άγει μετά βεβαιότητας σε πρώιμο ενταφιασμό της προοδευτικής ευκαιρίας που προσφέρει το γεγονός ότι οι επόμενες εκλογές θα διεξαχθούν με απλή αναλογική. Και είναι τόσο προφανές ποιός ευνοείται απ’ αυτό, ώστε δεν χρειάζεται να το ξαναπούμε.

Τέλος, παρατηρώ με ενδιαφέρον ότι το ΚΚΕ, ό,τι και όπως προσλαμβάνεται το ιστορικό κόμμα (κατά την άποψή μου ως κόμμα του απόλυτου συστημικού προτάγματος) τις τελευταίες μέρες έχει με δύο αλλεπάλληλες αναφορές του Δ. Κουτσούμπα αισθανθεί την ανάγκη να παρέμβει στις εξελίξεις στην κεντρική πολιτική σκηνή για να ισχυριστεί ότι ο πολιτικός όρος «προοδευτικός» έχει κακοποιηθεί, φυσικά -όπως το εννοεί το ΚΚΕ- από τα άλλα κόμματα του αντιδεξιού κομματικού χώρου.

Σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, λοιπόν, πολλαπλών και ετερόκλητων παρεμβάσεων απαξίωσης της προοδευτικής ευκαιρίας που προσφέρει η απλή αναλογική (με την οποία θα διεξαχθούν οι επόμενες εκλογές), είναι που οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν το εύρημα που ανατρέπει το μέχρι πριν λίγο καιρό ακλόνητο δεδομένο ότι ο Κυριάκος Μητσάκης σε πρόθεση ψήφου συγκεντρώνει μεγαλύτερο ποσοστό, απ’ όσο  το αθροιστικό ποσοστό πρόθεσης ψήφου των ΣΥΡΙΖΑ-ΚΙΝΑΛ. Και νομίζω εξήγησα πιο πάνω αναλυτικά γιατί αυτό το εύρημα σε δημοσκοπήσεις που καταγγέλλονται (και συχνά βασίμως) ως φιλο-κυβερνητικά προσχεδιασμένες (τόσο σε επίπεδο του δημοσκοπικού τους δείγματος, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ υποεκπροσωπείται συστηματικά, όσο και στο υπό διερεύνηση δημοσκοπικό «σενάριο» αυτό καθ’ αυτό) αποτελεί σοβαρότατη ανατροπή για τα ως σήμερα πολιτικά πράγματα. (Δεν θα εκπλαγώ αν η  προσπάθεια του Κυριάκου Μητσοτάκη και των συνοδοιπόρων του την επόμενη περίοδο επικεντρωθεί ακριβώς και κατά προτεραιότητα στην προσπάθεια διάψευσης του παραπάνω ανατρεπτικού δημοσκοπικου ευρήματος).     

Έτσι έχουμε εισέλθει σε μια περίοδο που εγκυμονεί ενδιαφέρουσες πολιτικές εξελίξεις, η έκβαση των οποίων βεβαίως δεν είναι προβλέψιμη, αλλά και μόνο ως περίοδος που σηματοδοτεί το τέλος του λίαν καταστροφικού για τη χώρα και τους πολίτες νεο-μητσοτακισμού, μόνο θετικά μπορεί να προσλαμβάνεται από την κοινή γνώμη.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης είναι επομένως εκείνος που τώρα αρχίζει να «φοβάται» τις δημοσκοπήσεις!

Γιατί το κοινωνικό υπόστρωμα μιας κοινωνίας που πλήττεται σοβαρά από μια κακή διακυβέρνηση, μπορεί να μην μετασχηματίζεται  αυτομάτως σε διακριτό στοιχείο του δημόσιου βίου μας, αναπόφευκτα όμως η συσσωρευόμενη δυσαρέσκεια της πλειοψηφίας των πολιτών θα οδηγήσει σε εκδίωξη όσων προσλαμβάνονται από τους πολίτες ως υπεύθυνοι του κακού! Και το ζήτημα εδώ είναι η επόμενη πολιτική περίοδος της Ελλάδας  να σηματοδοτεί μια ουσιαστική προοδευτική στροφή για τη χώρα.

 

 

 

 

24 Νοε. 2021

Κομισιόν-ευρωπαίοι πολίτες:

Μια απειλητική πολιτική δυσαρμονία

(Μέρος Γ΄-τελευταίο: Μπορεί, και πώς, να αλλάξει η ΕΕ;)

Στα προηγούμενα μέρη Α΄ και Β΄ παρατέθηκε μια εμπεριστατωμένη επιχειρηματολογία για το πολιτικό και οικονομικό αδιέξοδο στο οποίο έχει αχθεί η ΕΕ. Φυσικά όταν διασπιστώνεται  αδιέξοδο τέτοιου βάθους στον οποιονδήποτε νοήμονα οργανισμό, η φυσική και λογική αντίδραση είναι να επιζητείται μια πορεία αποτροπής των διαλυτικών φαινομένων που έχουν παραχθεί και να εγκαταλείπονται το ταχύτερο δυνατόν όλα εκείνα στα στοιχεία, τα οποία έχουν διαγνωστεί ως τα αίτια του προβλήματος. 

Στην περίπτωση της ΕΕ σημειώνεται το ιστορικά αξιοπαρατήρητο φαινόμενο καταγραφής μιας εμμονικής παράτασης όλου εκείνου του ευρέως φάσματος επιλογών που δημιούργησαν την κρίση και κατέληξαν στο σημερινό αδιέξοδο. Τα πολιτικά αίτια γι’ αυτή τη σαφή συλλογική υπεκφυγή από μεριάς της ηγεσίας της ΕΕ είναι πολιτικά και συνοψίζονται σε 2 βασικά σημεία:

1. Την απόπειρα υποβάθμισης ή και αποσιώπησης τόσο των σημερινών προβλημάτων αυτών καθ’ αυτών όσο και των αιτίων που τα παράγουν, για να αποφευχθεί η διαδικασία πολιτικών καταλογισμών σε βάρος όσων ευθύνονται για όλ’ αυτά (όρα προηγούμενα μέρη Α΄ και Β΄ αυτών των αναλύσεων), και

2. Την προσπάθεια δραπέτευσης από την υποχρέωση λήψης των αναγκαίων πολιτικών αποφάσεων, που θα (μπορούσαν να) ανασχέσουν τα διαλυτικά φαινόμενα (για όποιο πολιτικό λόγο έχει αυτό καταστεί το μείζον πρόβλημα της ΕΕ).

(σ.σ.: Υπάρχει και ένας τρίτο σημείο εδώ: Το κίνητρο διαφύλαξης του στενά προσωπικού συμφέροντος των μελών της ελίτ των Βρυξελλών, ως βάσης για τη λήψη των αποφάσεων της ΕΕ. Αλλ’ αυτό, ας το αφήσουμε για αργότερα...) 

Η αποδεδειγμένη απροθυμία της ΕΕ (ή αδυναμία, ενδεχομένως) να σταματήσει ό,τι την οδήγησε στο σημερινό αποδομητικό της συνοχής της φαινόμενο, δεν μπορεί να ερμηνευτει με άλλο τρόπο, ει μη μόνο κατανοώντας το ως δομική «αναισθησία» καταγραφής των όσων βλάπτουν και αποσταθεροποιούν την διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης, ώστε να εξάγονταν τα αναγκαία συμπεράσματα και να επιλέγονταν οι επιβεβλημένες  αλλαγές πορείας. Τέτοια «αναισθησία» στους οργανισμούς είναι κλασσικό σύμπτωμα σηπτικών ενδείξεων. Κοντολογίς, στην ΕΕ είμαστε πολύ κοντά στην κατάσταση όπου πλέον ό,τι λαμβάνει χώρα δεν θα είναι αποτέλεσμα μιας κρίσης του συλλογικού ευρωπαϊκού οικοδομήματος αλλά απόρροια μιας ευρύτατης θεσμικής σήψης.           

Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι οι όποιες αλλαγές (όλες μικρού βεληνεκούς) είτε έχουν αποφασιστεί τελευταία στην ΕΕ είτε πολιτικά δρομολογούνται, κυρίως παρουσιάζονται ως συνέπεια της πανδημίας και ελάχιστα ως κινήσεις συνειδητής απεμπλοκής στρατηγικού χαρακτήρα από τις αιτίες που έχουν παράγει τα σημερινά πρόβληματα. Οι ίδιες οι ευρωπαϊκές ηγεσίες και φυσικά και η ελίτ των Βρυξελλών με τη στάση τους συμβάλλουν σ’ αυτήν την «εξαπάτηση» κατανόησης και καταγραφής της ρίζας του κακού στη σημερινή ΕΕ, προσποιούμενες ότι όλα οφείλονται στην πανδημία και τίποτα από την ως σήμερα διαδρομή της ευρωπαϊκής ενοποίησης την τελευταία 20ετία δεν εμπεριέχεται στον πυρήνα των αιτίων που έχουν οδηγήσει στην παρούσα πορεία θεσμικής αποδόμησης. Είναι, μάλιστα, επικυρωτικό στοιχείο της εδώ και καμιά 15ετία τώρα σηπτικής κατάπτωσης της ΕΕ ότι η πανδημία θεωρήθηκε από μεριάς της ευρωπαϊκής ηγεσίας ως «ευκαιρία» να αποδοθούν όλες οι δυσλειτουργίες και τα διαλυτικά φαινόμενα στο υγειονομικό απρόσμενο δεδομένο, παρ’ ό,τι τα προβλήματα ανάγονται σε βάθος χρόνου και σε διαγνωσμένες προγενέστερες αιτίες, πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτισμικές.      

Ένα ενδεικτικό στοιχείο της αφασίας που κυριαρχεί στις Βρυξέλλες ενώ τα «καμπανάκια» χτυπούν ηχηρά εδώ και χρόνια, είναι ο τρόπος με τον οποίο προσλαμβάνεται ο ευρωπαϊκός νότος από μεριάς της ελίτ της ΕΕ, αν και η περιοχή αυτή ορίζεται ως αναπόσπαστο και μεγάλου ειδικού βάρους προστιθέμενο στοιχείο του όλου ενοποιητικού ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Συγκεκριμένα, η μεγάλη επιβάρυνση του νότου σήμερα στο προσφυγικό (αλλά και τούτο ως σειρά μιας αλληλουχίας αλληλοσυνδεόμενων και αλληλεξαρτώμενων γεγονότων γεωπολιτικής φύσης τα τελευταία χρόνια στην περιοχή της Μεσογείου και με έμφαση στην ανατολική Μεσόγειο), δεν καταγράφεται στις Βρυξέλλες από την ηγεσία της ΕΕ ως συνολικό ευρωπαϊκό πρόβλημα, αλλά μάλλον ως τοπική ιδιαιτερότητα, και υπαινικτικά, μάλιστα, και με έμμεσες παραπομπές και ως αποτέλεσμα κάποιας απροσδιόριστης ευθύνης των χωρών του ευρωπαϊκού νότου.

Όπως και να ’ναι, η ευρωπαϊκή ηγεσία δείχνει να καταλαβαίνει και να αντιδρά στο προσφυγικό ως ένα πρόβλημα ανθρωπιστικού χαρακτήρα και όχι ως ένα καίριο συστατικό μέρος της σημερινής διεθνούς συγκυρίας, λες και οι αστοχίες των ευρωπαϊκών  παρεμβάσεων στη Συρία και ευρύτερα στη ζώνη της λεγόμενης «αραβικής άνοιξης» δεν υπήρξαν θεμελιώδεις αιτίες για την εκδήλωση των μαζικών προσφυγικών και μεταναστευτικών ρευμάτων προς την Ευρώπη. Έτσι, στις Βρυξέλλες  θεωρούν και δρουν αντίστοιχα στο πεδίο καταγραφής του προσφυγικού/μεταναστευτικού στη Μεσόγειο, με παρεμβάσεις στήριξης των χωρών του νότου με «ανθρωπιστική» βοήθεια, δηλαδή με τη συμβολή ενός «άσχετου» -και όχι με την συμμετοχή ενός βαθύτατα εμπλεκόμενου- παράγοντα. Αυτή η αποχή της ευρωπαϊκής ελίτ από την αδήριτη υποχρέωσή της να εμπλακεί στο θέμα πρωτογενώς, και όχι δευτερογενώς (δηλαδή, προσποιούμενη ότι σχετίζεται με το προσφυγικό/μεταναστευτικό αποκλειστικά και μόνο ως περιοχή «δεύτερης υποδοχής»), ενώ όλοι καταλαβαίνουν ότι το βασικό κίνητρο ανάμιξής της είναι να ανασχεθούν τα ρεύματα κίνησης πληθυσμών προς την κεντρική Ευρώπη, ακόμη κι αν για να γίνει αυτό εφικτό συμβάλλει η ίδια στην παγίδευση περισσότερων ανθρώπων στον ευρωπαϊκό νότο, αποδεικνύει την αλήθεια.

Το σημείο αυτό είναι καίριο, διότι αποκαλύπτει συμβολικά αλλά και επί του πραγματικού, γιατί η σημερινή ηγεσία της ΕΕ δεν μπορεί να θεωρείται και να νομιμοποιείται ως επαρκής ηγεσία εκπροσώπησης του συνόλου των χωρών-μελών. (Τουλάχιστον ο ευρωπαϊκός νότος δεν μπορεί εδώ να αντιλαμβάνεται την κομισιόν ως ηγέτιδα θεσμική αντιπροσώπευσή του στις Βρυξέλλες, στο μέτρο που με τη σημερινή ευρωπαϊκή πολιτική στο προσφυγικό/μεταναστευτικό υπηρετούνται ανάγκες μόνο του ευρωπαϊκού βορρά). Τυπικά και ουσιαστικά ο  ρόλος της ηγεσίας της ΕΕ στο σημείο αυτό, όπως ο ρόλος αυτός θεσμοθετείται στις ευρωπαϊκές συνθήκες, θα ήταν να ασκηθούν ασφυκτικές πιέσεις στις χώρες-μέλη της κεντρικής Ευρώπης να συναινέσουν στην αναλογική κατανομή των ανθρώπων που φτάνουν στις ευρωπαϊκές ακτές. Κάτι τέτοιο θα ανταποκρινόταν ουσιαστικά στις προσδοκίες για μια «παρέμβαση αρχών» της ΕΕ, αντί για τη σημερινή εξευτελιστική εικόνα. Και θα ήταν αυτός ο επιβεβλημένος ρόλος της ελίτ των Βρυξελλών, αφού από τις χώρες-μέλη της κεντρικής Ευρωπης -στον αντίποδα και υπό τη συγκυρία ηγεμονίας μιας σκληρής συντηρητικής πολιτικής στην περιοχή- θα ήταν αναμενόμενες αντιπροσφυγικές πολιτικές συγκεκαλυμμένου ρατσιστικού προσήμου.       

Αντί γι’ αυτό, οι χώρες του ευρωπαϊκού νότου εισπράττουν από την κομισιόν νουθεσίες για το πώς να χειριζόμαστε το προσφυγικό/μεταναστευτικό ως χώρες «πρώτης υποδοχής» και μαζί αφ’ υψηλού ανθρωπιστικές «βοήθειες» στο στυλ «ισχυρών προς αδυνάμους». Κι όλ’ αυτά, ενώ ιστορικά και με στοιχειώδη ρεαλισμό ανάγνωσης των εξελίξεων, είναι η Ευρώπη ως γεωπολιτική υπερεθνική οντότητα και ιδίως μάλιστα οι χώρες του πλούσιου βορρά η περιοχή «πρώτου προορισμού», τουλάχιστον ως προς τα αίτια που συγκροτούν την εκρηκτική εντατικοποίηση του προσφυγικού/μεταναστευτικού φαινομένου στην περιοχή μας την τελευταία δεκαετία. Αν η σημερινή ηγεσία της ΕΕ δεν αντιλαμβάνεται την εκρηκτική αποδομητική ύλη που συσσωρεύεται συν τω χρόνω εδώ στο μαλακό υπογάστριο της ΕΕ, τότε πώς να αναχαιτιστούν οι τάσεις ρευστοποίησης της;  Και αν οι Βρυξέλλες δεν δρουν εξισορροπώντας τη μικροκρατική νοοτροπία των πλούσιων χωρών-μελών του ευρωπαϊκού βορρά με παρεμβάσεις που θα αποτρέπουν τη μετατροπή της μεσογειακής ευρωπαϊκής ζώνης σε «αποθήκες ψυχών» (όπως ήδη συμβαίνει στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, τη Θέουτα και τη Λαμπεντούζα), τότε για ποιά «ευρωπαϊκή συνοχή» μπορούμε να μιλάμε, χωρίς κίνδυνο διακωμώδησης των εννοιών; (Τα ανωτέρω ισχύουν παρά τις εξ ίσου μεγάλες ευθύνες της πολιτικής ηγεσίας των μεσογειακών χωρών-μελών, που αρκούνται στις «ανθρωπιστικές βοήθειες». Και ισχύουν, διότι περί της ανεπάρκειας λόγω, έργω αλλά και προθέσει της σημερινής ελίτ των Βρυξελλών μιλάμε στις παρούσες αναλύσεις).

Ας δουμε μια διδακτική σύγκριση με τη Λευκορωσία και το νέο προσφυγικό/μεταναστευτικό ρεύμα, κυρίως από το Αφγανιστάν, όπου η ΕΕ και επισήμως έχει αναλάβει μεγάλο μέρος της πολιτικής ευθύνης για τις εξελίξεις στην εν λόγω χώρα της κεντρικής Ασίας. Εδώ, επειδή οι χώρες «πρώτης υποδοχής» συνορεύουν με τις χώρες «πρώτου προορισμού» των εκεί προσφύγων/μεταναστών (δηλαδή συνορεύουν με τις πλούσιες χώρες-μέλη της ΕΕ στην κεντρική Ευρώπη), οι Βρυξέλλες κινούνται ταχύτατα. Ενώ στην προσφυγική έκρηξη του 2015 (και παρά το ότι από πολλά χρόνια πριν λόγω του πολέμου στη Συρία το φαινόμενο εξελισσόταν) απαιτήθηκε πολύς χρόνος για να βρεθεί η «λύση» της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας, με την παραδοσιακά φιλοτουρκική ευρωποαϊκή ματιά (και για λόγους προαγωγής των συμφερόντων του Βερολίνου) να κάνει διστακτικά λόγο για την από μεριάς της Άγκυρας προφανή «εργαλειοποίηση» των απόκληρων της σημερινής παγκόσμιας σκηνής κατά της Ελλάδας. Στη Λευκορωσία, αντίθετα, σε λίγες εβδομάδες η ρητορική (επί του πραγματικού, κατά τα άλλα) περί «εργαλειοποίησης» των προσφύγων/μεταναστών από τον Λουκασένκο (στρατηγικό, φυσικά, αντίπαλο του Βερολίνου στην περιοχή) υιοθετήθηκε αυθωρεί και παραχρήμα.

Ταυτόχρονα, μέσα σε λίγες εβδομάδες κατέπεσαν όλες οι κεντρικές πολιτικές των Βρυξελλών και οι συνοριακοί φράχτες (από αποδοκιμαζόμενο ως τώρα μέσο από μεριάς της ΕΕ και για λόγους αναγόμενους στις γενικά ορθές ευρωπαϊκές ανθρωπιστικές αρχές) όχι μόνο έγιναν ανεκτοί, αλλά ο πρόεδρος της ΕΕ, Σαρλ Μισέλ, άφησε ορθάνοιχτό το ενδεχόμενο χρηματοδότησής τους από τα ευρωπαϊκά ταμεία! Και, σημειώστε, παρακαλώ, το 2015 έφτασαν στις ελληνικές ακτές με τα επίσημα στοιχεία περίπου 850.000 άνθρωποι, ενώ σήμερα σ’ όλο το μήκος της συνοριακής γραμμής Λευκορωσίας με την Πολωνία, τη Λεττονία και τη Λιθουανία (χώρες-μέλη της ΕΕ) οι άνθρωποι που έχουν περάσει τα σύνορα δεν ξεπερνούν μερικές δεκάδες χιλιάδες. (Βεβαίως, μεταξύ των ελληνικών συνόρων προς βορρά και των συνόρων άλλων χωρών-μελών της ΕΕ μεσολαβούν οι χώρες των δυτικών Βαλκανίων, που δεν ανήκουν στην ΕΕ, και οι Βρυξέλλες είχαν ήσυχο το κεφάλι τους, ενώ με το σημερινό προσφυγικό/μεταναστευτικό ρεύμα στη Λευκορωσία ο κίνδυνος είναι άμεσος για τις χώρες της πλούσιας κεντρικής Ευρώπης, μεταξύ των άλλων με την ίδια τη Γερμανία να συνορεύει με την Πολωνία, χώρα-κύριο σημείο συσσώρευσης των τωρινών προσφύγων/μεταναστών...). Από τη συγκριτική αυτή περιγραφή της αλά καρτ προσφυγικής πολιτικής των Βρυξελλών κρατώ ένα καίριο αλλά ενδεικτικό σημείο: όταν από τους 850.000 πρόσφυγες του ρεύματος του 2015 που είχαν φτάσει στην Ελλάδα μερικές δεκάδες χιλιάδες κινήθηκαν προς τα σύνορα με τη Β. Μακεδονία (τότε πΓΔΜ) και η κυβέρνηση των Σκοπίων τότε ύψωσε φράχτη στα σύνορα μεταξύ των 2 χωρών, οι Βρυξέλλες «ποιήθηκαν την νήσσαν», απέχοντας πλήρως από κάθε υποστήριξη της χώρας-μέλους τους, έναντι χώρας μη μέλους τους! Λογικό! Εδώ σκοπός της ελίτ των Βρυξελλών ήταν να μείνουν οι πρόσφυγες του 2015 που είχαν κατακλύσει την Ελλάδα μακριά από τις άλλες-χώρες μέλη της ΕΕ, που είναι οι χώρες «πρώτου προορισμού» των προσφυγικών/μεταναστευτικών ρευμάτων.                 

(Μια αναγκαία διευκρίνιση στο σημείο αυτό: Εδώ το θέμα δεν είναι η αλληλεγγύη της ΕΕ στις χώρες-μέλη της ΕΕ στην κεντρική Ευρώπη και τη Βαλτική, που ορθώς εκδηλώνεται (αν και θα πρέπει αμέσως να μεταβληθεί σε πολιτική αναλογικής κατανομής του νεου κύματος των προσφύγων/μεταναστών μεταξύ όλων των χωρών-μελών).  Εδώ το θέμα είναι η αλά καρτ προσφυγική/μεταναστευτική πολιτική των Βρυξελλών έναντι των χωρών-μελών της και με ολοφάνερη την υποτίμηση της μεσογειακής ΕΕ (αν και περιοχή, όπως είπα, με τεράστιο συμβολικό και γεωπολιτικό βάρος για τη συνολική υπόθεση ευρωπαϊκής ενοποίησης) και σαφή προτεραιότητα στην προσπάθεια θωράκισης των πλούσιων χωρών-μελών της ΕΕ στην κεντρική Ευρώπη, από τις συνέπειες των ρευμάτων μαζικής κίνησης πληθυσμών. Νομίζω ότι οι επιπτώσεις όλων αυτών στη νοούμενη «συνοχή της ΕΕ», ως εμπεδωμένης αίσθησης των πολιτών στις χώρες-μέλη του ευρωπαϊκού νότου, είναι προφανείς και δεν χρειάζεται να επιμείνω άλλο σ’ αυτό).

Το σημερινό Γ΄ μέρος αυτών των αναλύσεων, υπενθυμίζω, αφορά στο εάν και πώς θα μπορούσε να αλλάξει η ΕΕ για να ανασχεθεί και τελικά να αποτραπεί το ενδεχόμενο βαθύτερης αποδόμησής της. Και μακρηγόρησα προηγουμένως με την αναφορά στο προσφυγικό/μεταναστευτικό και στο διαπιστωτικό μέρος εντοπισμού των αιτίων κλονισμού της ευρωπαϊκής συνοχής. Δεν μακρηγόρησα για άλλο λόγο, παρά μόνο γιατί θεωρώ ότι η αναφορά στις διαπιστώσεις επί του προβλήματος, συνιστούν και το ουσιωδώς απαντητικό μέρος στο ερώτημα του τίτλου. Επί του τελείως συγκεκριμένου, αν δεν αλλάξει η πολιτική της ΕΕ στο προσφυγικό/μεταναστευτικό έναντι των χωρών-μελών της μεσογειακής ζώνης η δυσαρέσκεια για την ελίτ των Βρυξελλών αλλά και γενικά για την προοπτική ενοποίησης θα συνεχίσει να συσσωρεύεται στον ευρωπαϊκό νότο. Και αυτό είναι ένα μόνο θέμα, με την δυσμενή σε βάρος του ευρωπαϊκού νότου συσσώρευση πόρων και δικαιωμάτων ισότιμης πρόσβασης στα κέντρα λήψης των αποφάσεων της ΕΕ να συγκροτούν ένα εκρηκτικό κλίμα.      

Επί του πυρήνα του προβλήματος τώρα!

Ένα τσιτάτο που τα λέει όλα: «Ο μόνος τρόπος για να βγούμε από το ιδεαλιστικό αδιέξοδο της λυπηρής διαπίστωσης των δυσλειτουργιών, είναι να παραδεχτούμε ότι ενεργεί εδώ μια συστηματική λογική» (Ζαν Μπωντριγιάρ, «Η καταναλωτική κοινωνία», εκδόσεις «Νησίδες», Θεσσαλονίκη, 2005).

Η «συστηματική λογική» εν προκειμένω αφορά (και η ύπαρξή της αποδεικνύεται) στην ηγεσία της ΕΕ. Μια ηγεσία με έκδηλα όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που ανιχνεύονται σε μια νομενκλατούρα της σύγχρονης ευρωπαϊκής συντήρησης. Ο ρόλος-σύμπτωμα αυτού του σκληρού μηχανισμού ενάσκησης εξουσίας (και μάλιστα εξουσίας κατ’ απονομή και όχι αιρετής), της «νομενκλατούρας της 20ετίας», σε μια Ευρώπη-σκιά, πλέον, του ισορροπημένου κοινωνικού υποδείγματος που είχε προηγηθεί, πολιτικά ορίζεται από τη συμπεριφορά του μηχανισμού αυτού, ως συντεταγμένης πια γραφειοκρατίας, που έχει ήδη εισέλθει στον αναμενόμενο σ’ αυτές τις περιπτώσεις κύκλο της αδυναμίας της να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στην υπηρέτηση του σκοπού για τον οποίο εχει τοποθετηθεί στη θέση της και τη διαφύλαξη των στενών προσωπικών συμφερόντων των μελών της. Κι αυτό είναι ακόμη σύμπτωμα πολιτικής και λειτουργικής σήψης των διαδικασιών της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Θεωρώ ως χαρακτηριστικότερο παράδειγμα επιβεβαίωσης αυτής της λυπηρής διαπίστωσης μου, την καίρια συμβολή της ίδιας νομενκλατούρας στην πολιτισμικά αποκτηνωτική πλειοδοσία του ευρωπαϊκού καπιταλισμού για την αμειλίκτη περιβαλλοντική εκμετάλλευση και την καταναλωτική αποχαύνωση του μέσου ευρωπαίου πολίτη. Αν η ευρωπαϊκή ηγεσία όχι μόνο δεν κατάφερε να διαγνώσει προ 20ετίας κιόλας τις πρόδρομες συνέπειες της Κλιματικής Αλλαγής, αλλά και κατέστη η ίδια ατμομηχανή της καταστροφής που σήμερα βιώνεται, τότε ποιά ηγεσία πάνω σ’ αυτόν τον πλάνητη θα όφειλε και θα μπορούσε να το κάνει;            

Επιπροσθέτως, συντρέχει ένα ακόμη ιδιαίτερα αρνητικό πολιτικό δεδομένο: η ίδια η σημερινή ηγεσία των Βρυξελλών, εκπροσωπεί πλέον μια ιδεολογικοπολιτική και κομματική παράταξη που έχει εισέλθει σε φάση προϊούσας παρακμής και ήδη βρίσκεται μπροστά σ’ ένα κυοφορούμενο ρεύμα αμφισβήτησης της νομιμοποίησής της να εκπροσωπεί όλη την Ευρώπη, χωρίς να αλλαζει μάλιστα ο πυρήνας της πολιτικής που πρεσβεύει η Γερμανία και η ευρωπαϊκή συντηρητική χριστιανοδημοκρατία, όλα τα περασμένα χρόνια ηγεμονίας της Μέρκελ. (Και έχει σημασία να υπογραμμιστεί εδώ ότι η υποκατάσταση της Άγγελα Μέρκελ από έναν -σε προσωπικό, αλλά και σε επίπεδο πολιτικών όρων ανάδειξής του- αδύναμο καγκελάριο, σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρείται επαρκής αντίδραση στην πολιτική απονομιμοποίηση της παρούσας ηγεσίας των Βρυξελλών. Άλλωστε, ούτε και στο πεδίο της «πραγματικής πολιτικής» διαφαίνονται κινήσεις προς τις απαραίτητες αλλαγές, για να επιχειρηθεί έστω η ανάσχεση των αιτίων κλονισμού της ευρωπαϊκής συνοχής και να ανακτηθεί μέρος έστω της εμπιστοσύνης των πολιτών της ηπείρου προς την ηγεσία της ΕΕ. Ήδη, υπό το βάρος του γεγονότος ότι η Γερμανία και η «ομάδα του ευρωπαϊκού βορρά» επιβάλλουν την οικονομική και την κοινωνική πολιτική στην ευρωζώνη, ο Όλαφ Σολτς συναινεί σε ορισμό του σκληρού νεοφιλελεύθερου επικεφαλής του FDP για το πόστο του υπουργού Οικονομικών. Για ποιά «αλλαγή πολιτικής» μπορεί λοιπόν να γίνεται λόγος;)

Επίσης, εδώ είναι το κατάλληλο σημείο για να συζητηθεί και να αποδομηθεί το γενικότερο σοσιαλδημοκρατικό μύθευμα περί του πολιτικού come back, που δήθεν θα αποκαταστήσει τα πράγματα στις ορθές βάσεις. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία σε καμιά περίπτωση δεν είναι αυτή που ήταν ως τη δεκαετία του 1990, ούτε σε ό,τι αφορά το περιεχόμενο πολιτικής που πρεσβεύει, ούτε σχετικά με το πώς ή ίδια προσλαμβάνει τον πολιτικό εαυτό της ως παράταξη-φορέας των αλλαγών βάθους που απαιτούν οι περιστάσεις. Ωσαύτως, η παρουσία της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας από το 1990 και μετά ως πολιτικού χώρου νομιμοποίησης των συντηρητικών οπισθοχωρήσεων από το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος και την ισορροπημένη εισοδηματική πολιτική που είχε προηγηθεί κατά την περίοδο πολιτικής ηγεμονίας της και πριν αναδειχτούν οι δεξιοί σοσιαλδημοκράτες (Μπλερ, Σρέντερ, Σημίτης κ.λπ.), δεν παραμερίζεται και δεν μπορεί  να αποσιωπηθεί.

Κυρίως, όμως, αυτό που δεν συγχωρείται στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία είναι ότι εκούσα-άκουσα υπήρξε ο βασικός πολιτικός σύμμαχος και ο χώρος πολιτικής νομιμοποίησης της καταστροφικής συντηρητικής πολιτικής στην Ευρώπη για όλη την περίοδο που ακολούθησε και ως σήμερα, μια πολιτική που οι ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες δεν εγκατέλειψαν ούτε την περασμένη δεκαετία των αδιέξοδα περιοριστικών οικονομικών πολιτικών της ΕΕ μέσω των μνημονίων της μεγάλης κρίσης. Αλήθεια θα (μπορούσε να) θεωρηθεί ρεαλιστικό  ότι αυτή η παράταξη θα (μπορούσε να) ηγηθεί και εγγυηθεί για τις αλλαγές πολιτικής που χρειαζόμαστε και που αποτελούν υπαρξιακή ανάγκη της ίδιας της ΕΕ και της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας; 

Το σημειώνω αυτό το τελευταίο σημείο, διότι αποτελεί και τον «οδηγό πολιτικής» του πώς θα μπορούσε να μετασχηματιστεί το αντιδραστικό σημερινό προσωπείο της ΕΕ και να διασωθεί το ενοποιητικό ευρωπαϊκό πρόταγμα: Χωρίς ιδεολογικοπολιτική και πολιτικά άμεση αιμοδότηση του προοδευτικού πολιτικού χώρου στην Ευρώπη από την αδογμάτιστη αριστερά, δεν είναι ρεαλιστικό να μιλάμε για αλλαγή πολιτικής της σημερινής ΕΕ! Και είναι παρήγορο (όπως και ιδιαίτερα ενδεικτικό) ότι αυτή η αιμοδότηση που συνεισφέρει η αριστερά στη χάραξη μιας ουσιώδους παρέμβασης της προοδευτικής πολιτικής παράταξης στο πλαίσιο της προσπάθειας να αλλάξει η ξεπερασμένη σημερινή ΕΕ, ήδη δοκιμάζεται υπό διάφορες εκδοχές στον ευρωπαϊκό νότο.       

Για  να αλλάξει, λοιπόν, η ΕΕ ως εσωτερικά συντεταγμένη διαδικασία, απαιτούνται:

-αλλαγή του συσχετισμού πολιτικών δυνάμεων και απόσυρση της ευρωπαϊκής ακραία συντηρητικής χριστιανοδημοκρατίας, από την πολιτική ηγεμονία στην ήπειρο (δηλαδή χρειάζεται συστηματική και διαρκής πολιτική διαπάλη στο τρέχον πεδίο εξελίξεων, για να προκύψουν οι επιθυμητές και αναγκαίες μεταβολές βηματισμού),

- νομιμοποίηση της ελίτ των Βρυξελλών να προχωρήσει στις επιζητούμενες κινήσεις (με φυσικά αναγκαία προς τούτο προϋπόθεση, την απομάκρυνση της πολιτικά αναξιόπιστης σημερινής ηγεσίας της ΕΕ), και

-νέα ιδρυτική ευρωπαϊκή συνθήκη, που θα αποκαθιστά τις πολιτικές, οικονομικές κοινωνικές και πολιτισμικές υποχρεώσεις της ΕΕ προς τους πολίτες της και θα ανασυγκροτεί τον γεωπολιτικό ρόλο της Ευρώπης στο διεθνές σκηνικό, ως δύναμης ειρήνης, υπόδειγμα δίκαιας εισοδηματικής και κοινωνικής πολιτικής και εγγυητή των δράσεων κατά της Κλιματικής Αλλαγής.     

Κυρίως, όμως, όλη αυτή η μεγάλη προσπάθεια οφείλει να αποκαταστήσει -ως ο πυρήνας των αλλαγών που απαιτούνται και διεκδικούνται- την αναγνώριση του γεγονότος ότι η καρδιά της ευρωπαϊκής ενοποίησης χτυπά στα μεσο-κατώτερα στρώματα των κοινωνιών μας, που ιστορικά και τρεχόντως πολιτικά υπήρξαν ο καταλύτης της ευρωπαϊκής προόδου. Και δεν είναι, είτε τα εξαθλιωμένα κοινωνικά στρώματα των χωρών υπό φεουδαρχία και υπό αποικιοκρατία που έφεραν τις επαναστάσεις και τις αλλαγές, ούτε είναι οι εύπορες τάξεις του πέραν της Ευρώπης δυτικού καπιταλιστικού μοντέλου, που επέβαλαν την ηγεμονία της σύγχρονης κεφαλαιοκρατίας. Αυτή είναι η κύρια διαφορά που μπορεί και οφείλει να εκπροσωπήσει στο διεθνές σκηνικό και ως «υπόδειγμα πολιτικής» η ενωμένη Ευρώπη, στον αντίποδα των κινήσεων που στην εποχή μας λαμβάνουν χώρα στην Ασία και την αμερικανική ήπειρο.

Το μπορούμε; Αμ έπος, αμ έργον!

 

 

 

 

20 Νοε. 2021

Κομισιόν-ευρωπαίοι πολίτες:

Μια απειλητική πολιτική δυσαρμονία

(Μέρος Β΄: Η προϊούσα απονομιμοποίηση

της ηγεσίας των Βρυξελλών)

Ξεκινώντας το Β΄ μέρος αυτών των αναλύσεων επιστρέφουμε στην εισαγωγή μας (Α΄ μέρος) και την αποχώρηση της Άγγελα Μέρκελ από την προσωπική «φυσική» ηγεσία της στην ΕΕ. Πρόκειται για μια αποχώρηση που, εκτός από τον αναμενόμενο κλονισμό που λογικά προκύπτει όποτε απέρχεται μια έμπειρη ηγεσία από το προσκήνιο, κληροδοτεί στην ΕΕ ένα επί πλέον αρνητικο στοιχείο:  μια μερκελική γενιά ηγεσίας των Βρυξελλών προφανώς χαμηλότερου επιπέδου από τις απαιτήσεις των κρίσιμων περιστάσεων. Η απερχόμενη καγκελάριος, επίσης, μπορεί να θεωρείται (και κατά μία πολιτική οπτική να ήταν) «καλή» ηγεσία για τη χώρα της και την ενωμένη Ευρώπη (προσαρμοσμένη φυσικά στις γραμμές της συντηρητικής πολιτικής προέλευσής της από τους γερμανούς χριστιανοδημοκράτες), η ίδια, όμως, ελέγχεται σοβαρά για το σε ποιό βαθμό πέτυχε να αντιμετωπίσει τις τάσεις ρευστοποίησης της ΕΕ και να αναχαιτίσει εντεινόμενες σκεπτικιστικές διαθέσεις κατά της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Επίσης, αναμφίβολα το εν πολλοίς «μικρού» πολιτικού σκοπού και εξυπηρέτησης παραταξιακών και μόνο στόχων φλερτ με ακροδεξιές πολιτικές (προσφυγικό, ρεβανσιστικές αναφορές αντικομμουνιστικής κοπής κ.λπ.), που η Άγγελα Μέρκελ επέτρεψε να ξεδιπλωθεί στην Ευρώπη και την ίδια τη Γερμανία, ένα φλερτ που οι  ευκαιριακές και οππορτουνιστικές ακροδεξιές δυνάμεις εκμεταλλεύτηκαν για να εδραιώσουν την πολιτική παρουσία τους στην ήπειρο και να αποκτήσουν πρόσβαση ακόμη και σε κυβερνητικούς θώκους, αμαυρώνει την περίοδο ηγεμονίας της στην Ευρώπη. Κοντά σ’ αυτό -και δεν πρέπει να το ξεχνάμε ποτέ- άνθισε το φαινόμενο ενίσχυσης των νεοφαστικών και νεοναζιστικών μορφωμάτων. 

Επί πλέον, η απερχόμενη καγκελάριος μπορεί από πολλούς να θεωρείται επιτυχημένη, αποδεικνύεται όμως αλλεπαλλήλως ατυχήσασα στις επιλογές της για τα πρόσωπα επιλογής της να την διαδεχτούν στη Γερμανία. Τα περιστατικά Κραμπ-Καρενμπάουερ και η εκλογική ήττα Λάσετ αποδεικνύουν του λόγου το ασφαλές. Και δυστυχώς αντιστοίχως ατυχές πρόωρα τείνει να καταστεί το δίδυμο των Βρυξελλών, Σαρλ Μισέλ-Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, σε περίοδο που η ΕΕ θα χρειαζόταν «ατσάλινη» ηγεσία για να αντιπαρέλθει τις δυσκολίες. Από κοντά, μια ομάδα στελεχών δεύτερου επιπέδου (Σχοινάς, Ρέγκλινγκ κ.λπ.) σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να καλύψει τα ήδη σοβαρά κενά.

Η απουσία εμπνευσμένης ευρωπαϊκής ηγεσίας στις παρούσες συνθήκες έντονης κινητικότητας και εγκάρσιων ανατροπών στους παγκόσμιους συσχετισμούς δυνάμεων, αρχίζει να «φαίνεται» πολύ στη διεθνή σκηνή. Τούτο το στοιχείο είναι μία ακόμη «κληρονομιά» -ως μοντέλο διαχείρισης της πολυπλοκότητας της ΕΕ- που η Άγγελα Μέρκελ αφήνει στα «παιδιά» της στις Βρυξέλλες. Έτσι η σημερινή μερκελική ηγεσία της κομισιόν (αν και το CDU έχει ηττηθεί στη Γερμανία), δείχνει να ζει με την πολιτική φαντασίωση ότι εξακολουθούν να ισχύουν οι συνθήκες που επέτρεπαν στην απερχόμενη καγκελάριο όταν μεσουρανούσε όλα να τα χειρίζεται με τους αργούς ρυθμούς της βεβαιότητας, που χάριζε η πεποίθηση του «πες-πες, όλο και κάπου θα καταλήξουμε». (Ένα μοντέλο διαχείρισης των αντιθέσεων εντός της ΕΕ, που επιχειρήθηκε να εμφανιστεί ως δήθεν «το πλεονέκτημα διαλόγου που κάνει τη διαφορά» σε σύγκριση με τις ΗΠΑ και τη δύση, γενικότερα, ενώ είναι μία σοβαρή μειονεξία για τον διεθνή ρόλο που επιζητεί το απαράτους των Βρυξελλών).

Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα αυτής της μειονεξίας είναι το Ταμείο Ανάκαμψης λόγω πανδημίας. Δηλαδή, η έκτακτη οικονομική παρέμβαση στην ζώνη του ευρώ για να ανακοπούν και ει δυνατό να αναχαιτιστούν οι υφεσιακές συνέπειες των λοκντάουν, που επισημοποιήθηκε ως απόφαση γενικής απόδοχής της ΕΕ περίπου 6 μήνες πιο αργά από τις άλλες χώρες της δύσης και ενώ ακόμη και σήμερα οι εκταμιεύσεις προς τις χώρες-μέλη από το Ταμείο Ανάκαμψης γίνονται με το σταγονόμετρο. Αποτέλεσμα αυτής της έλλειψης -ή, στην καλύτερη περίπτωση, καθυστερημένης- ρευστότητας, που στις συνθήκες των λοκντάουν είναι πραγματικό οξυγόνο για τις οικονομίες, είναι οι χώρες-μέλη να στραφούν σε αυξημένο εξωτερικό δανεισμό με δυσμενή επίπτωση τον νέο κύκλο διεύρυνσης του χρέους (αποφεύγοντας για μια αφορά ακόμη το κόψιμο πληθωριστικού ευρώ ως κύριο όπλο, δηλαδή παρκάμπτοντας την κλασσική κεϋνσιανή συνταγή για την αντιμετώπιση των υφέσεων, ανεξάρτητα από τον λόγο που οι υφέσεις αυτές εκδηλώνονται στον καπιταλισμό). Αν, όμως, για τις πλούσιες χώρες της ΕΕ τέτοια αύξηση του χρέους είναι διαχειρίσιμη σε βάθος χρόνου και δεν ανησυχεί, στις χώρες-μέλη του νότου είναι πολύ σοβαρή επιβάρυνση, που μεταθέτει περίπου 20 χρόνια πιο αργά την «επανόρθωση» από την άστοχη οικονομική πολιτική των σκληρών δημοσιονομικών περιορισμών και των μνημονίων, που ευθύνονται για τον βαθύτατο νοτιο-ευρωπαϊκό υφεσιακό κύκλο 2010-2019.

Με τα σημερινά δεδομένα και πρόσφατη τη μνημονιακή αφροσύνη μοιάζει κακόγουστη φάρσα για τις περισσότερες οικονομίες της ΕΕ του νότου, ότι η επίκληση του υπερβολικού χρέους υπήρξε ακριβώς τη δεκαετία του 2010 το βασικό επιχείρημα δικαιολόγησης των σκληρών δημοσιονομικών περιορισμών και των μνημονίων και με διακηρυγμένο σκοπό τη μείωση του χρέους εξάπαντος, ενώ σήμερα η επιζήτηση της απολύτως αναγκαίας αυξημένης ρευστότητας οδηγεί στην προσφυγή σε μέσα που αυξάνουν ραγδαία τη συσσώρευση χρέους! Η αντίφαση είναι κραυγαλέα και δεν «διασκεδάζεται» από την κοινότυπη δικαιολογία ότι «έχουν αλλάξει οι συνθήκες», αφού ο πυρήνας των προβλημάτων παραμένει απαράλλαχτος και δεν είναι άλλος από το ότι πρόκειται για τις συνέπειες μιας κυκλικής κρίσης, που το βάθος της, όμως, έχει εξελιχτεί πια σε μια δομική ανεπάρκεια του σύγχρονου καπιταλιστικού μοντέλου με ημιμόνιμο χαρακτήρα στην Ευρώπη. Σε κάθε περίπτωση, απολύτως αντικρουόμενες οικονομικές πολιτικές να αλληλοδιαδέχονται η μία την άλλη και μέσα σε τόσο λίγο χρόνο, αποκαλύπτουν δύο πράγματα:

- την αδυναμία της ΕΕ να διαμορφώσει στιβαρή, σοβαρή (και όχι ανοήτων τιμωρητικών κινήτρων, κυρίως από μεριάς του γερμανικού πατερναλισμού), αλλά και αποτελεσματική οικονομική πολιτική για τον 21ο αιώνα (υπό το βάρος ιδίως των ιδιαιτεροτήτων της Κλιματικής Αλλαγής και άλλων ιδιαζόντων στοιχείων της «ιστορικότητας» που χαρακτηρίζει την περίοδο που διάγουμε), και

- το πόσο άστοχη και σε αντίθετη κατεύθυνση από την επιβεβλημένη πορεία ήταν η οικονομική πολιτική στην ευρωζώνη τη δεκαετία του 2010.       

Η «πολυτελής», με τα σημερινά παγκόσμια δεδομένα, αίσθηση στην ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ ότι προσφέρεται επάρκεια πολιτικού χρόνου για να διεξαχθεί η αργόσυρτη διαδικασία διαβούλευσης προς ομογενοποίηση απόψεων εντός της ΕΕ, στα χνάρια του μοντέλου ηγεσίας της Μέρκελ, όπως εκδηλώθηκε προφανώς στην περίπτωση του Ταμείου Ανάκαμψης, είναι απόδειξη της απόστασης που διατηρεί η σημερινή ευρωπαϊκή ελίτ από τις πραγματικότητες και τις ανάγκες των καιρών μας. 

Ας δούμε, όμως, με όρους οικονομικής πολιτικής, γιατί κατά τη δεκαετία του 2010 καταγράφτηκε τόση επιμονή στις λάθος πολιτικές εντός της ΕΕ.

α. Ο πρώτος λόγος γι’ αυτό είναι «πολιτικός» και αφορά στην προϊούσα μεγάλη κλιμάκωση του φαινομένου άνισης συσσώρευσης πόρων προς όφελος των χωρών του ευρωπαϊκού  βορρά, που σε επίπεδο πολιτικών  αποφάσεων -και επί ηγεμονίας της Άγγελας Μέρκελ- αντί να ενεργοποιήσει τα ανακλαστικά επανόρθωσης πορείας για να διατηρηθεί η συνοχή, οδήγησε στην επιλογή αποτύπωσης της οικονομικής υπεροχής των πλουσίων χωρών-μελών και στο επίπεδο ενίσχυσης του πολιτικού βάρους τους στις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων στην ΕΕ. Τα θεμέλια των αιτίων του ευρωσκεπτικσμού, που εκδηλώθηκε στη συνέχεια, κατά μεγάλο μέρος οφείλονται στον κλονισμό πολιτικής συνοχής που προκάλεσε αυτή ακριβώς η άνιση συσωρευση πόρων προς όφελος των χωρών του ευρωπαϊκού  βορρά. (Και είναι εδώ το κατάλληλο σημείο να υπογραμμιστεί ότι η εξέλιξη αυτή δικαιώνει τις επιφυλάξεις όσων μετά την εγκατάλειψη της προσπάθειας για ένα ευρωπαϊκό σύνταγμα υπό τον συντονισμό του Βαλερί Ζισκάρ ντ’ Εστέν προειδοποιούσαν ότι η προαγωγή του ευρωπαϊκού ενοποιητικού σκοπού δεν μπορεί να ευδοκιμήσει με μόνο συνεκτικό στοιχείο την οικονομία και το ενιαίο νόμισμα, και ότι για να προχωρήσει αποτελεσματικά η ενοποίηση είναι εκ των ουν άνευ ανάγκη η προώθηση της σύγκλισης στο πολιτικό επίπεδο).           

β. Ο δεύτερος λόγος γι’ αυτό (και όπως εξηγήθηκε στο προηγούμενο Α΄ μέρος αυτών των αναλύσεων, με τη σύγκλιση ευρωπαϊκής συντήρησης και σοσιαλδημοκρατών σε μια ενιαία «σούπα» πολιτικής) είναι ότι από νωρίτερα η ευρωζώνη, στο πλαίσιο της ΟΝΕ και των περιορισμών της συνθήκης του Μάαστριχτ, είχε εισέλθει σε μια περίοδο περιοριστικών νεο-μονεταρισμών, με ταυτόχρονη όμως αυτοεξαίρεση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού από τα κλασσικά κεϋνσιανά μέτρα-λύσεις αναχαίτισης των κυκλικών κρίσεων (κυρίως το κόψιμο πληθωριστικού χρήματος για την ενίσχυση της ζήτησης).       

Σήμερα γνωρίζουμε ότι όταν η ΕΕ (δηλαδή περίπου κατά τη διετία 2008-2010) αποφασίζει να σταματήσει τον αφειδή δανεισμό κυρίως για πόρους που κατευθύνονται προς τα μεσο-κατώτερα στρώματα, εξαγοράζοντας ανοχή και πολιτικό χρόνο αποφυγής κλονισμού της συνοχής την οποία απειλεί η υποφώσκουσα κρίση (όρα στο προηγούμενο Α΄ μέρος), και το έκανε η ΕΕ αυτό ως τότε μέσω του ενιαίου νομίσματος ενώ ο συσσωρευόμενος πλούτος των πλουσίων ενισχύεται, (με συμβολικό σημείο γι’ αυτην την αλλαγή οικονομικής πολιτικής το περίφημο the party’s over του Ζακ Κλοντ Γιούνκερ), ήταν ήδη αργά για να αποτρεπεί το ξέσπασμα και το βάθος της κρίσης 2010-2019!

Για τις περιοριστικές οικονομικές πολιτικές 2010-2019, επίσης, γνωρίζουμε σήμερα ότι υπήρξαν ατυχέστατες σε ό,τι αφορά το ισοζύγιο ανάμεσα στις υφεσιακές συνέπειες της λιτότητας και το όφελος από την επιβολή της. Το σημείο αυτό έχουν αναγνωρίσει -με καθυστέρηση βέβαια- όλοι σχεδόν οι «ήρωες» της περιόδου 2010-2019 συμπεριλαμβανόμενης και της απερχόμενης γερμανίδας καγκελαρίου, αν και με άλλη λεκτική απ’ ό,τι οι διαπιστώσεις οικονομικών αναλυτών και διεθνών οικονομικών οργανισμών. Ο χειρισμός της ελληνικής κρίσης χρέους, παραμένει ωστόσο -και νομίζω πως έτσι θα καταγραφεί τελικά στην καταγραφή του ιστορικού χρόνου- ως σοβαρή απόδειξη της επίμονης άρνησης της ελίτ των Βρυξελλών να αναστείλει τις επιλογές που επέτειναν (και με διατηρήσιμες και ως σήμερα επιπτώσεις σε βάρος της συνοχής του ενοποιητικού εγχειρήματος) την άνιση συσσώρευση  πλεονασμάτων υπέρ του πλούσιου ευρωπαϊκού βορρά και την ανοχή απέναντι στη ατζέντα των ενδεχόμενων -exit (Grexit, Italexit κ.λπ.) που τελικά επιβεβαιώθηκαν τραυματικά με το Brexit και διαιωνίζονται ως σήμερα με τα Polexit και Hungexit, με διευρυμένη ευρωσκεπτικιστική ημερήσια διάταξη. Και, μάλιστα, μια ατζέντα των -exit, με δήθεν εξυγιαντικές προθέσεις ως λόγο για την υιοθέτησή της, ενώ σήμερα είναι παγκοίνως αναγνωρισμένο ότι απέβλεπε στη διάσωση ως κόρη οφθαλμού των υπερ-πλεονασμάτων προς όφελος των πλουσίων χωρών  του ευρωπαϊκού βορρά και της υπερ-συσσώρευσης πλούτου προς όφελος των εύπορων κοινωνικών  ομαδων της ΕΕ).

Στο ίδιο σημείο, η επίμονη άρνηση της κομισιόν και των λοιπών οργάνων της ΕΕ (eurogroup, ESΜ. κ.λπ.) να κατανοήσουν την εξυγιαντική σημασία των διαγραφών χρέους (και αλληλοδιαγραφών χρέους μεταξύ χωρών-μελών) από διακρατικούς δανεισμούς, ως βάσης για την επιβίωση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, διατηρεί και σήμερα την ευρωζώνη πιασμένη στο δόκανο του συμφώνου σταθερότητας. Και τούτο, παρά τις επί σχεδόν μία δεκαετία ήδη προτροπές των δομικών οργάνων του μεταπολεμικού καπιταλισμού (ΔΝΤ, ΟΟΣΑ κ.λπ) ότι θα έπρεπε να προχωρούσε η ευρωζώνη σε ουσιαστικές απομειώσεις του χρέους. Πρόκειται για αδιανόητη εμμονή στο σφάλμα (με λίαν καταστροφικές συνέπειες, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια), που μόνη εξήγηση για την εκδήλωσή του δεν είναι άλλη από το ότι η ελίτ των Βρυξελλών ενήργησε και εδώ με μόνο κίνητρο να διαφυλάξει τον υπερ-συσσωρευμένο πλούτο των πλουσίων, αλλά και να μην καταγράψουν απώλειες οι τράπεζες (κυρίως οι κεντρικές τράπεζες των χωρών της εύπορης βόρειας Ευρώπης), που εν τω μεταξύ ειχαν «ορμήξει στο «ψητό» του «αποταμιευτικού» δανεισμού, με καθαρά κερδοσκοπικά κίνητρα και σε αντίθετη κατεύθυνση από το εξυγιαντικό σοκ που χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός. Δεν υπάρχει ισχυρότερη απόδειξη επιβεβαίωσης της παραπάνω διαπίστωσης από την μεταχείριση προς αποσιώπηση που σύσσωμη η ηγεσία των Βρυξελλών επιφύλαξε στις αλλεπάλληλες «λίστες διαφθοράς» (λίστα Λαγκαρντ κ.λπ.) που εμφανίστηκαν στις ρωγμές αυτής της κερδοσκοπικής ομερτά, αποσκοπώντας αναμφίβολα στο φίμωμα φωνών, που ακόμη και από τη ματιά ενός καπιταλιστή αναδείκνυαν την κρίση στον πυρήνα των αιτίων της, ευελπιστώντας στη διάσωση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού.     

Ακόμη και σήμερα και υπό την επιβάρυνση των επιπτώσεων της πανδημίας πρέπει να γίνει κατανοητό ότι σε μεγάλο μέρος οι πληθωριστικές πιέσεις που καταγράφονται στην ευρωζώνη, είναι απόρροια  της απότομης μετάβασης σε αυξημένες ρευστότητες (υπό τη δικαιολογία της πανδημικής υφεσιακής τάσης). Ενώ, αν ήδη από το 2010 αποφεύγονταν οι δραματικά περιοριστικές δημοσιονομικές πολιτικές και επιλεγόταν σχεδιασμένη σε βάθος δεκαετίας στήριξη των μεσο-κατώτερων στρωμάτων και ήπια εισοδηματική πολιτική αναδιανομής του πλούτου από τα πλούσια βαλάντια προς τα κάτω, το σημερινό σοκ ρευστότητας ελέω πανδημίας δεν θα αθροιζόταν σωρευτικά και μέσα σε λίγους μήνες στην τροφοδότηση του πληθωρισμού. Ταυτόχρονα, θα αποφορτιζόταν σημαντικά το κοινωνικό υπόστρωμα που έθρεψε τον ευρωσκεπτικισμό. Η διαφορά σήμερα του πληθωρισμού της ευρωζώνης σε σύγκριση με το αντίστοιχο φαινόμενο στην υπόλοιπη δύση ακριβώς είναι ότι εδώ οι πληθωριστικές πιέσεις συνδέονται αιτιωδώς με τη δομική κρίση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και η πανδημική συγκυρία επιτείνει το πρόβλημα, ενώ στην υπόλοιπη ζώνη του διεθνούς καπιταλισμού συμβαίνει το αντίστροφο: η πανδημική συγκυρία (και κάποιες άλλες αιτίες, π.χ. η έλλειψη πρώτων υλών) είναι το βασικό αίτιο των πληθωριστικών πιέσεων και οι δομικές αδυναμίες του κυρίαρχου καπιταλιστικού μοντέλου παίζουν δευτερεύοντα ρόλο. Έτσι εξηγείται γιατί στον υπόλοιπο κόσμο η πρόβλεψη περί παροδικότητας των πληθωριστικών πιέσεων είναι ρεαλιστική, ενώ στην ευρωζώνη όχι! Και έτσι, επίσης, εξηγείται γιατί η αισιοδοξία της υπόλοιπης δύσης ότι το υφεσιακό φαινόμενο (λόγω πανδημίας και, φυσικά, ανάλογα με την εξέλιξη των υγειονομικών παραμέτρων της υπόθεσης) θα είναι ένα παροδικό σύμπτωμα, ενώ στην ευρωζώνη  -αντιθέτως- δύσκολα και σε βάθος χρόνου θα απελευθερωθούμε από τις συνέπειές του, με εμπεδωμένα σε μας στοιχεία το χρέος, την προφανή δυσαρμονία κατανομής του πλούτου, τα υπερ-πλεονάσματα του ευρωπαϊκού βορρά και την απρόθυμη ηγεσία των Βρυξελλών να χτυπήσει το κακό τη ρίζα του.  

Κλείνω το παρόν Β΄ μέρος αυτών των αναλύσεων με μία επίσης κρίσιμη αβλεψία της σημερινής ηγεσίας των Βρυξελλών, που επισσωρεύεται στη σειρά σοβαρών λαθών που προανέφερα. Πρόκειται για την επιλογή να συνδεθεί οργανικά το έκτακτης σκοπιμότητας Ταμείο Ανάκαμψης της ΕΕ λόγω της πανδημίας με τον μεσοπρόθεσμης συγκρότησης ευρωπαϊκό προϋπολογισμό 2021-’27. Δηλαδή, η ανάμιξη δύο διαφορετικών σκοπών οικονομικές παρεμβάσεις,  σ’ έναν ενιαίο οικονομικό προγραμματισμό.

Είτε για λόγους αδυναμίας της μερκελικής ηγεσίας των Βρυξελλών να προωθήσει έναν προϋπολογισμό με θέα στο μέλλον και την ανάγκη θεμελιακής ανατοποθέτησης του ευρωπαϊκού καπιταλισμού σε υγιείς βάσεις, είτε επειδή και πάλι οι πλούσιες χώρες του βορρά της Ευρώπης «τρέμουν» την αναγκαία διαδικασία ανακατανομής του πλούτου από πάνω προς τα κάτω την επόμενη περίοδο, ως απαραίτητου όρου αποκατάστασης της κοινωνικής συνοχής στην ΕΕ και άρα προϋπόθεσης για παραγωγική προαγωγή του ενοποιητικού σκοπού, το κακό έχει γίνει και οι συνέπειες του ήδη επιδρούν αρνητικά. (Γνώμη μου είναι πως στην περίπτωση αυτή συντρέχουν και τα δύο κακά). Ένα χαρατηριστικότατο παράδειγμα των συνεπειών (και) αυτού του καίριου ολισθήματος της ελίτ των Βρυξελλών είναι ότι οι έκτακες οικονομικές παρεμβάσεις για την προαγωγή στρατηγικών στόχων (όπως η απόκρουση των επιπτώσεων της Κλιματικής Αλλαγής και η ανάγκη ενός νέου καταναλωτικού μοντέλου, ή ο ανασχεδιασμός των συλλογικών κοινωνικών λειτουργιών με στήριξη στην πληροφορική), προσλαμβάνονται από τις οικονομίες των χωρών-μελών ως μέρος μιας προσπάθειας αναχαίτισης των συνεπειών της πανδημίας (άρα και η προσδοκία χρόνου απόσβεσης των όποιων γενόμενων επενδύσεων αφορά σε σύντομο χρόνο), ενώ πρόκειται για επενδύσεις στρατηγικού χαρακτήρα αποσβεστέων σε βάθος χρόνου. Έτσι, οι αρνητικές συνέπειες καταγράφονται και στα δύο πεδία: από τη μία παραπλανάται  η παραγωγική οικονομία σε ό,τι αφορά τον δυνητικό χρόνο απόδοσης μιας επένδυσης, από την άλλη υπαρξιακά ζητήματα της ανθρωπότητας εκ των πραγμάτων επιδεχόμενα μακροπόθεσμους χειρισμούς γίνονται αντιληπτά ως παρεμβάσεις επί της οικονομικής συγκυρίας ελέω πανδημίας.

Αυτές είναι (σε μια σύντομη παράθεση, με διαθέσιμες τεκμηριώσεις όλων των πιο των ισχυρισμών μου να περισσεύουν) οι μεγάλες αστοχίες της ευρωπαϊκής ελίτ (πολιτικής, οικονομικής, πολιτισμικής -πάντα επιμένω σε τούτο το τελευταίο στοιχείο του συστήματος εξουσίας, που σήμερα στην ΕΕ κλονίζεται συθέμελα), για τις οποίες οφείλεται στους ευρωπαίους πολίτες μία απολογία και -κυρίως- μια αποχώρηση αυτής της ηγετικής ομάδας από το προσκήνιο το ταχύτερο δυνατό. Δεν μπορεί με τις ακραία συντηρητικές ανοησίες περί «ευρωπαϊκού τρόπου ζωής» και άλλες τέτοιες πολιτικές γραφικότητες, σαν πολιτικά καθρεφτάκια προς τους ευρωπαίους πολίτες, να εκτίθεται σε τόσο προφανή και σοβαρό κίνδυνο το ενοποιητικό εγχείρημα!  

Άλλωστε, τούτη η ευρωπαϊκή νομενκλατούρα φαίνεται να έχει απομείνει ο τελευταίος στην Ευρώπη συλλογικός θεσμός που να μην κατανοεί ότι η ολοφάνερα αναγκαία αναδιανομή πλούτου (που εκ των πραγμάτων συνεπάγεται και αναδιανομή πόρων του μερίσματος μέσω του λεγόμενου «ευρωπαϊκού κεκτημένου», από τις χώρες-μέλη του ευρωπαϊκού βορρά προς όφελος των χωρών-μελών του νότου), είτε θα γίνει πραγματικότητα, είτε η η ΕΕ θα κινδυνεύσει σοβαρά με διάλυση.

 _________________________________

(Στο επόμενο Γ΄ μέρος: Μπορεί, και πώς, να αλλάξει η ΕΕ;)

 

 

 

 

13 Νοε. 2021

Κομισιόν-ευρωπαίοι πολίτες:

Μια απειλητική πολιτική δυσαρμονία

(Μέρος Α΄: Πότε και πως τέθηκαν τα θεμέλια

της σημερινής αποσταθεροποίησης της ΕΕ)

Η αποχώρηση της Άγγελα Μέρκελ από την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή, δεν επηρεάζει απλά τα κέντρα και τις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων των Βρυξελλών, αλλά κινδυνεύει να καταστήσει ακόμη προφανέστερη την απόκλιση των πολιτικών επιλογών της ευρωπαϊκής ελίτ από τις επιθυμίες των ίδιων των πολιτών της ηπείρου.

Οι τελευταίες ευρωεκλογές διεξήχθησαν μέσα σ ένα περιβάλλον καθαρής πολιτικής ηγεμονίας της ευρωπαϊκής συντηρητικής παράταξης και φυσικά τα αποτέλεσματά τους, ως προς το ποιοί στη συνέχεια αναδείχτηκαν στην ηγεσία της ΕΕ και ποιές πολιτικές υπηρετούν, ανταποκρίνονται σ’ αυτό το δεδομένο. Έκτοτε, όμως, έχει γίνει περισσότερο από προφανής και σ’ ολόκληρη την Ευρώπη μια διάθεση της κοινής γνώμης να αλλάξουν οι παγιωμένες εδώ και περίπου 20 χρόνια βασικές κατευθύνσεις πολιτικής των Βρυξελλών. Πρόκειται για μια ορατή τάση, που αναδύεται τόσο από ευκρινή καταγραφή στο τρέχον πολιτικό επίπεδο του τί ζητουν οι ευρωπαίοι πολίτες από την ΕΕ για τις ερχόμενες δεκαετίες, όσο και πιο εντυπωσιακά από τα αποτελέσματα στις κάλπες ορισμένων χωρών-μελών.

Εδώ ακριβώς εντοπίζεται αυτό το πρόβλημα δυσαρμονίας ανάμεσα στις εφαρμοζόμενες πολιτικές από την πολιτική ηγεσία των Βρυξελλών και τις ορατές επιθυμίες των ευρωπαίων πολιτών, που κινούνται σε αντίθετη κατεύθυνση. Το ζήτημα αυτό αναπόφευκτα θα κλιμακωθεί την επόμενη περίοδο και η συνεπεία τούτου περαιτέρω κλιμάκωση της ως άνω πολιτικής δυσαρμονίας μεταξύ εκπροσώπων-εκπροσωπούμενων στην Ευρώπη είναι ένα επικίνδυνο στοιχείο, που απειλεί να κλονίσει ακόμη περισσότερο τη συνοχή της ΕΕ, που μετά την αποχώρηση της Βρετανίας όχι μόνο έχει επί της πολιτικής ουσίας ανακόψει τη διευρυντική διαδικασία (όπως απέδειξε η φάρσα ένταξης της Βόρειας Μακεδονίας, που αναβάλλεται), αλλά ταυτόχρονα έχει ανοίξει νέες ατζέντες ρευστοποίησης του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος, όπως για παράδειγμα με την περίπτωση της Πολωνίας.

Είναι ανάγκη να επισημανθεί εδώ ότι η μετακίνηση της διάθεσης των ευρωπαίων πολιτών από τη στάση μακράς ανοχής σε λανθασμένες επιλογές των Βρυξελλών σε μια οιονεί διεκδίκηση αλλαγής πολιτικής, δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Το «βόλεμα» της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης σε μια σειρά πολιτικών που εδώ και πολύ καιρό ευνοούν πρωτίστως την ελίτ της γηραιάς ηπείρου (ελίτ, πολιτική, οικονομική επιχειρηματική, μιντιακή, πολιτισμική με την ευρύτερη έννοια του όρου), δεν είναι πολιτικά ανεξήγητη. Στηρίζεται στο δεδομένο ότι από τον ευρωπαϊκό καπιταλισμό του 20ου αιώνα προέκυψε η εντύπωση (με ιστορικούς όρους ως συλλογική ψευδαίσθηση) ότι από τον παραγόμενο πλούτο θα απέμενε εσαεί ένα πλεόνασμα για να διατεθεί στα μεσο-κατώτερα κοινωνικά και εισοδηματικά στρώματα, που θα εξασφάλιζε -αν όχι την υλική ενίσχυση των νοικοκυριών- μια σταθερότητα, μακριά από τις αναταράξεις που παράγει η αέναη κοινωνική «μηχανική» της ταξικής διαπάλης, με τη φτώχεια και την ανέχεια να πιέζουν ακόμη και σε επίπεδο υπαρξιακής αγωνίας τους ασθενέστερους. Το ευρωπαϊκό «πείραμα» της δεκαετίας του 1990, που σε πολιτικό επίπεδο καταγράφτηκε ως σύγκληση συντηρητικής χριστιανοδημοκρατίας-προοδευτικών σοσιαλδημοκρατών σε μια ενιαία πολιτική «σούπα», φαινόταν μάλιστα να πετυχαίνει, όσο ο παγκόσμιος καπιταλισμός και οι ανακατανομές χρήματος (και όχι παραγωγικών κεφαλαίων), διαδικασία που κορυφώθηκε την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, επέτρεπε τη συσσώρευση πλούτου και προνομίων υπέρ της ευρωπαϊκής ελίτ, χωρίς να φαίνεται ότι αυτό απειλεί τα πλεονάσματα που εξασφάλιζαν εισοδηματική σταθερότητα ή και ενίσχυση των μεσο-κατώτερων στρωμάτων.

Από μια οπτική η απόδειξη του πόσο σοβαρό λάθος διέπραξε ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός είναι ακριβώς ότι προσπαθώντας να διατηρήσει τους υψηλούς ρυθμούς συσσώρευσης πλούτου προς όφελος των ισχυρών χωρίς την ίδια ώρα να απειλείται μείωση του εισοδήματος των μικρομεσαίων, αναγκάστηκε χωρίς να βασίζεται αυτό σε πραγματικά παραγωγικά δεδομένα να χρηματοδοτήσει τεχνηέντως τους αδύναμους με «εικονικό χρήμα». Η απογείωση νομισματοπιστωτικών τεχνικών σε κεντρικό όπλο του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και με τις τράπεζες να αναδεικνύονται στο βασικό μέσο άσκησης οικονομικής πολιτικής (και όχι νομισματοπιστωτικής, που είναι η δουλειά τους), κατ’ αρχάς εκδηλώθηκε με σκοπό τη χρηματοδότηση της μεσαίας κατανάλωσης και όχι για την εξασφάλιση κεφαλαίων για παραγωγικές επενδύσεις από τις επιχειρήσεις. Και τούτο, ισχύει ανεξαρτήτως του ότι στη συνέχεια η βουλιμία πλουτισμού των ισχυρών οδήγησε σε τροφοδότηση των επιχειρήσεων με χρήμα νομισματοπιστωτικής «καταγωγής», καταλήγοντας να αιμοδοτεί και την (υπερ)συσσώρευση πλούτου υπέρ των ίδιων και όχι σε νέες επενδύσεις.

Δεν χρειάζεται να υπομνησθεί εδώ ότι η υπέρβαση ενός όριου στη συσσώρευση πλούτου από τους πλουσίους, είναι καταστροφική για τον ίδιο τον καπιταλισμό, στο βαθμό που προκαλεί ασφυξία κεφαλαίων επενδυτικής κίνησης, που κατ’ ανάγκη θα υποκατασταθούν είτε από αφαίρεση εισοδήματος από τα χαμηλότερα στρώματα με κίνδυνο κοινωνικής αποσταθεροποίησης, είτε από «εικονικό χρήμα» (κόψιμο τραπεζογραμματίων και πληθωριστικές πιέσεις ή παρακινδυνευμένος δανεισμός και ραγδαία αύξηση του χρέους). Αν κοιτάξει κανένας τα γενικά στοιχεία θα διαπιστώσει ότι η ΕΕ διέπραξε και τα δύο σφάλματα ταυτόχρονα, με την ανοχή αν όχι την καθοδήγηση της κομισιόν, και μάλιστα σε κλίμακα που κατέστησε την επέλευση της κρίσης που ακολούθησε νομοτελειακή και αναπόφευκτη.

Επειδή, όμως, εδώ μιλάμε για πολιτική και όχι για οικονομία, το ενδιαφέρον είναι να δούμε  πως αντέδρασαν οι χειριστές της πολιτικής «σούπας» σύμπραξης συντηρητικής χριστιανοδημοκρατίας-προοδευτικών σοσιαλδημοκρατών στην ΕΕ, όπως την περιέγραψα προηγουμένως. Θα μπορούσε να είναι σφάλμα εξ αβλεψίας των ευρωπαϊκής πολιτικής ελίτ; Αν ναι, θα τους καταλογιζόταν πολιτική ανικανότητα. Αν όχι, όπως και στην πραγματικότητα αποδείχτηκε πως είναι, πρόκειται για πολιτικό «έγκλημα» εκ προμελέτης, με συνέπεια την αποσταθεροποίηση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού και τον πολιτικό κλονισμό της ίδιας της ΕΕ, όπως βιώνεται σήμερα και ήδη επί περισσότερο από μία δεκαετία.

Η ουσία εν προκειμένω βρίσκεται στο ότι έχοντας επίγνωση η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ ήδη από το έτος 2.000 του ότι το αδιέξοδο και μια επερχόμενη οικονομική κρίση ήταν από τότε κιόλας αναπόφευκτα, αντί να αλλάξει πολιτική και να εγκαταλείψει το σφάλμα, βυθίστηκε ακόμη περισσότερο σ’ αυτό, επιδεινώνοντάς το και με αποτέλεσμα την παγίωσή των συνεπειών του με όρους οικονομικών πραγματικοτήτων, που διαρκούν ήδη μια δεκαετία και χωρίς ουσιαστική θέα σε κάποιο διέξοδο μέχρι σήμερα.  Και το μεγάλο αυτό σφάλμα στο πολιτικό επίπεδο συγκεκριμένα είναι πως όλα έγιναν για να μην απειληθούν οι αυξανόμενοι ρυθμοί συσσώρευσης  πλούτου υπέρ των ισχυρότερων την Ευρώπη και συνοψίζεται σε δύο σημεία-φάσεις:

- αρχικά επιλέγεται το «μάρμαρο» να πληρώσουν τα μεσο-κατώτερα στρώματα με αφαίρεση εισοδήματός τους ώστε να κατευθυνθεί ό,τι εξοικονομείται απ’ αυτό στη διατήρηση των υψηλών ρυθμών συσσωρευόμενου πλούτου υπέρ των πλουσίων, και

- στη συνέχεια (και μετά την εμφάνιση τάσεων πολιτικής αποσταθεροποίησης λόγω της αντίδρασης των μεσο-κατώτερων στρωμάτων) η πλήρης προσχώρηση της ευρωπαϊκής πολιτικής ηγεσίας στον «τυχοδιωκτικό» καπιταλισμό του νομισματοπιστωτικού συβαριτισμού και της δανειακής «αρπαχτής», που κλιμάκωσαν την κρίση και κατέληξαν σε καταστροφή. 

Παράλληλα, η εξ ίσου τυχοδωκτική λεηλασία κρατικών επιχειρήσεων την ίδια περίοδο, στο πλαίσιο μιας μιμητικής αμερικανιάς «μανίας νεοφιλελευθερισμού», που διαπερνά την Ευρώπη, οδηγεί σε επιχειρηματικό εξανδραποδισμό μεγάλων και απολύτως βιώσιμων εταιρειών δημόσιου χαρακτήρα (υποδομές και υπηρεσίες), μόνο και μόνο για να ωφεληθούν και πάλι οι ήδη  εύποροι ιδιώτες. Και το σημείο αυτό σήμερα αποδεικνύεται ιδιαίτερα καταστροφικό, αφού οι ιδιωτικοποιήσεις-αυτοσκοπός έχουν αποστερήσει στις μέρες μας την Ευρώπη από μεγάλα και ισχυρά εταιρικά σχήματα, προτιμητέα από κοινωνικές πλειοψηφίες, που θα μπορούσαν να ηγηθούν μιας ουσιαστικής και βιώσιμης παραγωγικής ανάκαμψης.           

Μια "βουτιά" στο ελληνικό παράδειγμα του περισταστικού με το ασφαλιστικό επί πρωθυπουργίας Σημίτη (επιφανούς εκπροσώπου της πολιτικής «σούπας» σύμπραξης συντηρητικής χριστιανοδημοκρατίας-προοδευτικών σοσιαλδημοκρατών στην ΕΕ), δείχνει την αλήθεια: Μετά τις εκλογές του 2.000 ο Κώστας Σημίτης, όπως και άλλες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, έχοντας πλήρη επίγνωση του επικείμενου αδιεξόδου, επιχειρεί να παρέμβει πυροσβεστικά αφαιρώντας εισοδήματα από τα μεσο-κατώτερα στρώματα για να στηριχτεί ο απειλουμένος πλούτος των πλουσίων. Τα προειδοποιητικά πυρά της κοινωνικής αντίδρασης στο ασφαλιστικό Γιαννίτση και η ένταση καθώς και το βάθος της πολιτικής κρίσης που προοιωνιζόταν αυτή η πολιτική Σημίτη (και οι αντίστοιχες αντιδράσεις σ’ άλλες ευρωπαϊκές χώρες για τις ίδιες πολιτικές) προκαλούν τρόμο στις κυβερνήσεις σ’ ολόκληρη την ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ και τους εκπροσώπους της, δηλαδή την ηγεσία των Βρυξελλών.

Έτσι, αυτά τα πολιτικά σχέδια ανακατανομής του πλούτου υπέρ των πλουσίων εγκαταλείπονται άρον-άρον για να μην απειληθεί η virtual σταθερότητα του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. «Λύση» που απομένει, ο «τυχοδιωκτικός» καπιταλισμός εξ ίσου virtual οικονομικής ασφάλειας για τα μεσο-κατώτερα στρώματα, που αντλείται από ραγδαία αύξηση του χρέους. Οι πολιτικοί εκπρόσωποι, δηλαδή, της πολιτικής «σούπας» σύμπραξης συντηρητικής χριστιανοδημοκρατίας-προοδευτικών σοσιαλδημοκρατών στην ΕΕ, εγνώριζαν τί έκαναν και δεν διέπραξαν απλά μια αβλεψία. Και το έκαναν για να διαφύγουν από τον ιστορικό καταλογισμό των συνεπειών του ρόλου και των αποφασεών της πολιτικής γενιάς τους, μεταθέτοντάς το πρόβλημα για αργότερα, στην ουσία φορτώνοντάς το στους επόμενους, αλλ’ έχοντάς το ήδη και προκαταβολικά μετατρέψει από μια συνήθη κυκλική καπιταλιστική κρίση σε μια υπαρξιακού χαρακτήρα κρίση του ευρωπαϊκού καπιταλισμού, με ημιμόνιμα χαρακτηριστικά. Και οι ευθύνες αυτής της πολιτικής γενιάς είναι απαράγραπτες! Και καμιά σχέση δεν έχουν, ως προς το βάθος καταλογισμών και την έντασή τους, με τις ευθύνες της διαδοχής γενιάς (Μέρκελ, Καραμανλής, κ.λπ., με την ευρωπαϊκή δεξιά να έρχεται ως δύναμη γνήσιας πολιτικής εκπροσώπησης των περιοριστικών οικονομικών πολιτικών που ευνοούσε η κυρίαρχη πολιτική και οικονομική ελίτ ως ύστατη λύση στην επερχόμενη καταστροφή, που εκδηλώθηκε λίγο αργότερα).     

Ο ένοχος ρόλος της νομενκαλτούρας των Βρυξελλών σ’ αυτή τη αλληλουχία σοβαρών σφαλμάτων που ευθύνονται για τους σημερινούς τριγμούς στο ευρωπαϊκό ενοποιητικό πρόταγμα, είναι μεγάλος και είναι ανάγκη να αποκαλυφθεί και να διερευνηθεί σε βάθος, ως όρος για την «διόρθωση πορείας» που οφείλει η ΕΕ στους πληθυσμούς της.

Οι σημερινές πιέσεις για γενναίες αυξήσεις στη φορολόγηση των πλουσίων στην ΕΕ και η απροθυμία της κομισιόν να προτρέψει προς τούτο -αν όχι να καταστεί η ίδια επισπεύδων παράγων για τέτοιες φορολογικές αυξήσεις- είναι μία από τις ενδεικτικτότερες περιπτώσεις πολιτικής δυσαρμονίας μεταξύ της νομενκλατούρας των Βρυξελλών και των αιτημάτων της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης!

Σημειωτέον ότι ακόμη κι αν άμεσα επιβάλλονταν τέτοιες αυξήσεις φορολόγησης του μεγάλου πλούτου στην ΕΕ, αυτές θα έπρεπε να παραταθούν για πολύ καιρό, αν σκοπός θα ήταν ένα ουσιαστικό κλείσιμο της ψαλίδας εισοδηματικών διαφορών ανάμεσα σε πλουσίους και φτωχούς, που τα τελευταία χρόνια και με την κρίση σε πλήρη εξέλιξη έχει διευρυνθεί κατά πολύ. Κι όμως, αυτή η αρχική -συμβολικά και πρακτικά- κίνηση ουδέ καν βρίσκεται τούτη την ώρα στην πολιτική ατζέντα της κομισιόν, ως θεμελιώδης κίνηση αποκατάστασης των προϋποθέσεων κοινωνικής ειρήνης στην ΕΕ και αναδόμησης των όρων πολιτικής συνοχής της.

___________________________________________

(Στο Β΄ μέρος: Η προϊούσα απονομιμοποίηση της ηγεσίας των Βρυξελλών)