Μολυβάκι

14 Σεπ. 2019

Κυπριακό: Οι υδρογονάνθρακες

μπορούν να δώσουν λύση;

Τις τελευταίες εβδομάδες, με τις αλλεπάλληλες τουρκικές προκλήσεις σε βάρος των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, έχει παραχθεί μια απρόσμενη κινητικότητα στο Κυπριακό.

Η ίδια η ατζέντα σχετικά με το με το πως θα κατανεμηθούν μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων οι πόροι από τις νόμιμες κυπριακές γεωτρήσεις στην ανατολική Μεσόγειο, μοιάζει να προσδίδει μια αυτόνομη επιταχυντική διάσταση προς επίλυση του Κυπριακού, παραμερίζοντας ακόμη και τις λεπτές και δεσπόζουσες ως σήμερα πτυχές του μεγάλου διεθνούς ζητήματος. (Και τολμώ να το χαρακτηρίσω συνειδητά «μεγάλο» διεθνές ζήτημα, αν και αφορά σε μικρή επικράτεια και μικρούς πληθυσμούς, διότι είναι σαφές πως αν δεν κρίνονταν ευρύτερες παγκόσμιες υποθέσεις στο Κυπριακό, όλα εδώ και πολύ καιρό τώρα θα είχαν ρυθμιστεί με τον έναν ή τον άλλον τρόπο και η διεθνής κοινότητα θα είχε στρέψει την προσοχή της αλλού).

Όμως, το στοιχείο που ως καταλύτης σήμερα ενεργοποιεί αυτήν την επιτάχυνση προς επίλυση του Κυπριακού με επισπεύδουσα και τη διεθνή κοινότητα, επαναλαμβάνω, είναι οι υδρογονάναθρακες!

Η νέα αυτή κινητικότητα και με τα νέα χαρακτηριστικά της, ασφαλώς δεν προκαλεί ικανοποίηση στην Άγκυρα. Ιδίως μετά το ναυάγιο στο Κραν Μοντανά, που μόλις την τελευταία στιγμή κατάφερε η Τουρκία να επιβάλλει ρυμουλκώντας τον Μουσταφά Ακιντζί στην αδιαλλαξία με πρόσχημα το εδαφικό, φαινόταν ότι το Κυπριακό θα ελίμναζε για πολύ χρόνο ακόμη, ίσως και οριστικά! Κάτι τέτοιο θα ήταν η δικαίωση της τουρκικής πολιτικής για το Κυπριακό από την εισβολή του Αττίλα και εντεύθεν, η οποία όλες αυτές τις δεκαετίες συνοψιζόταν στο γνωστό μότο αξιωματούχων της Άγκυρας: «Το Κυπριακό έχει λυθεί με την εισβολή του 1974»!

Όμως, ξαφνικά όλα άλλαξαν! Η δημοσιοποίηση των επιτυχών γεωτρήσεων από ευρωπαϊκές και αμερικανικές εταιρείες στην κυπριακή ΑΟΖ και η βεβαιότητα ότι ένας μέχρι πρότινος μόλις αφάνταστος γεωφυσικός πλούτος πλησιάζει για να αλλάξει συντριπτικά προς το καλύτερο τη ζωή όλων των Κυπρίων, αναζωογόνησε τη διάθεση για παραγωγικές διαβουλεύσεις επίλυσης του προβλήματος, αντί των ως σήμερα  διαπραγματεύσεων διαιώνισης του αδιεξόδου, που φαίνεται πως βόλευε πολλούς και από τις δύο κοινότητες του νησιού.  

Για να κατανοηθεί πόθεν αυτή η καινούρια δυναμική, δεν αρκεί να αξιολογήσει κανένας το θέμα υπό την οπτική της ελληνικής πλευράς. Αντίθετα, θα πρέπει να το δει με τα μάτια των Τουρκοκυπρίων.

Έως σήμερα, στα κατεχόμενα επικρατούσε η αίσθηση ότι με την ασφυκτική πρόσδεση του ψευδοκράτους στη τουρκική γεωπολιτική και οικονομική «μηχανή», δεν θα άλλαζαν και πολλά προς το καλύτερο από μια τυχόν λύση του Κυπριακού. Ακόμη και η ευφυής τακτική ένταξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ε.Ε., πέραν των άλλων ως μέσου άσκησης πίεσης στους Τουρκοκύπριους να προσέλθουν με διάθεση αναζήτησης λύσης, δεν έπεισε τον πληθυσμό στα κατεχόμενα ότι κάτι είχε να χάσει από τη μη λύση. Το πολυδιαφημισμένο «κοινοτικό κεκτημένο» και η ευημερία στην Ευρώπη δεν έγιναν ποτέ τα «καθρεφτάκια» που έπεισαν τους ιθαγενείς του τουρκοκυπριακού μέρους του νησιού να αποχωριστούν τις άμεσες γενναίες τουρκικές επιδοτήσεις και την αίσθηση εξουσίας επί «δικού τους εδάφους». Και η απόσταση των Τουρκοκυπρίων από την επιθυμία απόκτησης ευρωπαϊκής ταυτότητας μεγάλωσε ακόμη περισσότερο, όταν η ίδια η ευρωπαϊκή υπόσταση των Ελληνοκυπρίων και η ένταξη στον «πλούτο» του ενιαίου νομίσματος, από ευχή έγιναν κατάρα με το ξέσπασμα της νομισματοπιστωτικής κρίσης στην ευρωζώνη.         

Άλλωστε, όλες αυτές τις δεκαετίες η Τουρκία (και μέσω αυτής οι Τουρκύπριοι) μόνο σε διεθνή απομόνωση δεν ήταν! Προνομιακός εξ επιλογής εταίρος της δύσης στην ευρύτερη περιοχή και το βασικότερο προκεχωρημένο φυλάκιο του ΝΑΤΟ στο μαλακό υπογάστριο της Ρωσίας και του αραβικού παράγοντα ήταν η Τουρκία! Πώς να αισθανθούν κάποια δυνάμει απειλή διεθνούς  απομόνωσης  οι Τουρκοκύπριοι σε τέτοιες γεωπολιτικές συνθήκες; Αντίθετα, πιθανότερο είναι να αισθάνονταν «διαμαντόπετρα στης Τουρκίας το δαχτυλίδι».      

Σήμερα, αντίθετα, η Τουρκία έχει μεταβληθεί σε εξ ανάγκης και ενοχλητικό -παρά προτιμητέο- εταίρο της Δύσης. Γιατί; Είναι πολύ οι λόγοι και δεν είναι των προθέσεων του παρόντος κειμένου. Περιορίζομαι, λοιπόν, στα συμβαίνοντα και δεν επεκτείνομαι στην αιτιολόγησή τους.

Η διεθνής απομόνωση της Τουρκίας, στις παρούσες συνθήκες, εντείνεται και η θέση της στους γεωπολιτικούς συσχετισμούς δυνάμεων -τοπικούς και ευρύτερους- επιδεινώνεται. Η οικονομία της αγκομαχάει. Ακόμη και οι εντυπωσιασμοί των προκλήσεων που μετέρχεται η Τουρκία στο σημερινό κρεσέντο λεονταρισμών του Ερντογάν, προϊόντος του χρόνου μεταπίπτουν βαθμιαία στην εντύπωση της διεθνούς κοινότητας από προειδοποιητικές απειλές ενός ισχυρού παίκτη που βρίσκεται σε δυσχερή θέση, όπως ήταν έως τώρα, σε ατελέσφορες ρητορικές ενός αμήχανου παράγοντα. Ενός παράγοντα, που δείχνει να περνάει τη μεγαλύτερη κρίση στη σύγχρονη ιστορία του, από τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και εντεύθεν.    

Για να επιστρέψουμε στους Τουρκοκύπριους, είναι βέβαιο ότι για πρώτη φορά βιώνουν το σενάριο του οριστικού εγκλωβισμού τους στο τουρκικό «σχέδιο», ως εξέλιξη καταστροφική για τους ίδιους και τις επόμενες γενιές. Κατανοούν, πάλι για πρώτη φορά, ότι με την τυχόν επίλυση του Κυπριακού, αντί για απομόνωση σε μια πρόοδο  «ισλαμικού πεδίου», αποκτούν πρόσβαση στη διεθνή κοινότητα και σε πόρους που μπορούν μέσα στην προσεχή δεκαετία να αλλάξουν συγκλονιστικά προς το καλύτερο τη ζωή τους. Αν όχι, θα μείνουν φτωχός συγγενής ενός ισχυρού προστάτη-δυνάστη τους, που ολοένα και περισσότερο φτωχαίνει, ενώ την ίδια ώρα όλο και περισσότεροι στον πλανήτη μας πιθανολογούν ακόμη και εδαφικό κατακερματισμό της τουρκικής επικράτειας λόγω κουρδικού. Ακόμη κι αν υπέθετε καθένας ότι θα ευοδωνόντουσαν σε παραγωγική ενεργοποίηση οι παράνομες τουρκικές γεωτρήσεις  στην κυπριακή ΑΟΖ  (πράγμα απολύτως απίθανο), τα οφέλη για τους Τουρκοκύπριους θα είναι συντριπτικά υποπολλαπλάσια εκείνων που θα έχουν συνεκμεταλλευόμενοι με τους Ελληνοκύπριους τις νόμιμες κυπριακές γεωτρήσεις, με το Κυπριακό λελυμένο.

Περισσότερο απ’ όλα, όμως,  εκείνο που για πρώτη φορά  αλλάζει στο τραπέζι της διαπραγμάτευσης για το Κυπριακό, που ως σήμερα και από την εισβολή του Αττίλα και μετά έγερνε υπέρ των Τουρκοκυπρίων, είναι ότι η ελληνοκυπριακή πλευρά μοιάζει να έχει στα χέρια της ένα ουσιαστικό διαπραγματευτικό εφόδιο, που ως τώρα δεν είχε!

Οι διαπιστώσεις που έκανα ως εδώ  σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνουν ότι όλα στη συνέχεια θα είναι εύκολα για τα συμφέροντα του ελληνισμού. Η συνέχεια θα είναι μακρά και δύσκολη και θα χρειαστεί πολύ κόπος ακόμη για να υπάρξει θετικό αποτέλεσμα -αν υπάρξει. Άλλωστε, βασικός σκοπός των Ελληνοκυπρίων δεν είναι κερδίσουν απλά την επίσης περιπεπλεγμένη μάχη των υδρογονανθράκων, όπου ήδη έχουν επιτελέσει σημαντική πρόοδο. Βασικός σκοπός των Ελληνοκυπρίων παραμένει να αρθούν οι συνέπειες της τουρκικής εισβολής, που συνιστά εγκληματική παραβίαση του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συμβάσεων με προνομιακό θύμα τον κυπριακό ελληνισμό.  

 

 

 

8 Σεπ. 2019

Ο Παντσαβόλτα τώρα δικαιώνεται

Ακούγοντας τον νεο-εκλεγμένο πρωθυπουργό στη Θεσσαλονίκη, ανακλήθηκε στη μνήμη μου η καθαρά μαφιόζικου αμπαλάζ μορφή του γηραιού Ιταλού επιχειρηματία, που στις αρχές της δεκαετίας του ‘90 κυριάρχησε για πολύ χρόνο στη δημόσια ζωή μας.

Τότε ήταν το ξεπούλημα μέσω ιδιωτικοποίησης μιας κερδοφόρας επιχείρησης, της ΑΓΕΤ Ηρακλής, μίας από τις μεγαλύτερες ελληνικές βιομηχανίες και με ισχυρή θέση στην παγκόσμια αγορά τσιμέντου. Πωλητής το ελληνικό δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον τότε Έλληνα πρωθυπουργό, και αγοραστής ο ιταλικός όμιλος Caltsestrutsi, υπό τον 75χρονο τότε Λορέντζο Παντσαβόλτα, περί ου ο λόγος ανωτέρω.

Σήμερα είναι τα 50 εκατ. ευρώ για επενδύσεις ανά επιχείρηση-φαρμακοβιομηχανία, τα οποία ο σημερινός Έλληνας πρωθυπουργός προσφέρει προς συμψηφισμό με οφειλές στο δημόσιο και clawback.

Τότε, το απίστευτο επιχείρημα για την πώληση της μεγάλης και κερδοφόρας ελληνικής τσιμεντοβιομηχανίας ήταν ότι …αν δεν πωληθεί θα γίνει ζημιογόνος. Το ανέφερε ο τότε αρμόδιος υπουργός (Στέφανος Μάνος) του τότε πρωθυπουργού, που έχει δηλώσει: «…στην ΑΓΕΤ είδα τα δεδομένα, τα εκτίμησα και εν μια νυκτί έλαβα την απόφαση για την ιδιωτικοποίησή της. Τόσο απλά…» 

Σήμερα (και για να μη μένουν και αδιευκρίνιστα σημεία, όπως και τότε, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν ο τότε πρωθυπουργός ελάμβανε αποφάσεις που αφορούσαν σε συγκεκριμένη εταιρεία) ο σημερινός πρωθυπουργός είπε και ένα εταιρικό ονοματεπώνυμο: «Καλωσορίζω τις επενδύσεις στον κλάδο του φαρμάκου: Η πρώτη, της πολυεθνικής Pfizer…». (Για να ξέρουμε όλοι οι Έλληνες ποια εταιρεία δεν θα πληρώσει οφειλές της στο ελληνικό δημόσιο και για clawback, για όσα θα δαπανήσει η ίδια εταιρεία για την επένδυσή της και μέχρι του ποσού των 50 εκατ. ευρώ).

Τότε ήταν, δηλαδή στις αρχές της δεκαετίας του ΄90, που ο τότε Έλληνας πρωθυπουργός ισχυριζόταν ότι η επιλογή της ιταλικής Caltsestrutsi έγινε με στόχο η ελληνική τσιμεντοβιομηχανία να μην καταλήξει στους βασικούς ανταγωνιστές της, που τότε ήταν η γαλλική Lafarge και ισχυρές βιομηχανίες από τη Βόρεια Αμερική.

Σήμερα είναι τα έσοδα που θα διαφύγουν για το ελληνικό δημόσιο και την δημόσια πολιτική φαρμάκου, για τα οποία ο σημερινός πρωθυπουργός δεν σκέφτηκε να πει τίποτα για το από πού και πώς θα υποκατασταθούν οι απώλειες, με το αναπόφευκτο πρακτικό αποτέλεσμα να είναι ότι θα επιβαρυνθεί το δημόσιο -δηλαδή, όλοι μας- και οι ασφαλισμένοι πολίτες.

Τότε ήταν, που αντί να σωθεί η ελληνική τσιμεντοβιομηχανία, σε λίγο καιρό ο αγοραστής της, δηλαδή η ιταλική Caltsestrutsi υπό τον Παντσαβόλτα, κατέρρευσε οικονομικά και έβαλε πωλητήριο στην ΑΓΕΤ-Ηρακλής, η οποία εξαγοράστηκε από την κοινοπραξία Blue Circle, η οποία λίγο αργότερα πουλήθηκε στη γαλλική Lafarge. Τεράστια επιτυχία: Να καταλήγει ένας ελληνικός οικονομικός θησαυρός στα χέρια των ανταγωνιστών του, που η πώλησή του διακήρυττε ότι θα απέτρεπε!

Σήμερα είναι που αντί να τεθεί η χρηματοδότηση της δημόσιας Υγείας και της δημόσιας πολιτικής φαρμάκου σε προτεραιότητα για την εξασφάλιση των καταταλαιπωρημένων από την κρίση Ελλήνων, οι ίδιοι αυτοί καταταλαιπωρημένοι Έλληνες χρηματοδοτούν τις επενδύσεις πολυεθνικής φαρμακοβιομηχανίας. Συμπτωματικά, μιας εταιρείας που συνεργάζεται για συμπαραγωγές με τη …Novartis.

(Για «το γαμώτο» της υπόθεσης να λεχθεί ότι τα 50 εκατ. ανά φαρμακοβιομηχανία ισοδυναμούν με πίστωση 1.000 ευρώ για υγειονομική και ασφαλιστική κάλυψη σε 50.000 ελληνικές οικογένειες που το έχουν ανάγκη. Και αυτό για μία μόνο φαρμακοβιομηχανία!) Δηλαδή, ξανά θύμα το δημόσιο και οι πολίτες.

Τότε ήταν, που καταγγέλθηκε ως ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας η πώληση της ΑΓΕΤ-Ηρακλής, με δημόσιες καταγγελίες κατά της τότε κυβέρνησης ότι είχε δώσει 1 δισ. δρχ. στην Morgan Stanley για να τρέξει ένα “στημένο” διαγωνισμό με νικητή τον Παντσαβόλτα της Caltsestrutsi.

Σήμερα είναι που δεν έχουν περάσει παρά μόνο λίγες ώρες από την αναγγελία του σημερινού πρωθυπουργού και φυσικά καταγγελίες δεν έχουν προλάβει να γίνουν. Αλλά η σχεδιασμένη φτωχοποίηση της δημόσιας Υγείας και της δημόσιας πολιτικής φαρμάκου, πάλι τα δημόσια ταμεία θα πλήξει. Μόνο ο επιχειρηματικός κλάδος άλλαξε, αφήσαμε την τσιμεντοβιομηχανία και πιάσαμε την Υγεία και το φάρμακο.

Τότε ήταν που μετά από καταγγελίες ο Λορέντζο Παντσαβόλτα κατηγορήθηκε ότι μοίραζε μίζες και αυτό μαζί με άλλες υποθέσεις έφτασαν μέχρι την παραπομπή σε Ειδικό Δικαστήριο. (Η διαδικασία διεκόπη την Πρωτοχρονιά του 1994 με προσωπική πολιτική απόφαση του μακαρίτη Ανδρέα Παπανδρέου, παρ’ ό,τι ο ίδιος μερικά χρόνια νωρίτερα είχε συρθεί στο Ειδικό Δικαστήριο με τη γνωστή σκευωρία από εκείνους που ο ίδιος αργότερα απάλλαξε από την ταλαιπωρία).

Σήμερα δεν ξέρω ποιά θα είναι η συνέχεια για τα 50 εκατ. σε κάθε φαρμακοβιομηχανία. Ξέρω, όμως, ότι στον χώρο του φαρμάκου ακόμη εκκρεμεί η εκκαθάριση του παραδεδεγμένου σκανδάλου Novartis, την ώρα που με μοναδική στα ελληνικά δικαστικά χρονικά ταχύτητα η κυβέρνηση του σημερινού πρωθυπουργού προχωρεί τις διαδικασίες για τη διερεύνηση των καταγγελιών ότι το παραδεγμένο μεγα-σκάνδαλο στον χώρο του φαρμάκου είναι …σκευωρία.

Τότε ήταν που ο τότε πρωθυπουργός με αποφάσεις της κυβέρνησής του και υπό τη στενή προσωπική εποπτεία του ιδιωτικοποιεί προς χάριν ιδιωτών επιχειρηματιών με ονοματεπώνυμο την Πειραϊκή-Πατραϊκή, τη κρατική Βιομηχανία Ζάχαρης, τα Ναυπηγεία Ελευσίνας, την Olympic Catering και άλλες και παράλληλα ξεκινά τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης του ΟΤΕ, της ΔΕΗ και της Ολυμπιακής Αεροπορίας. (Για την ιστορία, από τις «επιτυχημένες» εκείνες ιδιωτικοποιήσεις διασώζονται ελάχιστες εταιρείες. Πειραϊκή-Πατραϊκή, κρατική Βιομηχανία Ζάχαρης, Ναυπηγεία Ελευσίνας, Olympic Catering, Ολυμπιακή Αεροπορία, είτε έχουν κλείσει είτε βρίσκονται πολύ κοντά στο κλείσιμο. Κι αφήνω τη ΔΕΗ, για άλλη συζήτηση…)

Σήμερα είναι που για πασίγνωστο επιχειρηματία με ονοματεπώνυμο περνάει στα βιαστικά η τροπολογία των 6 ουρανοξυστών στο Ελληνικό, που σίγουρα θα γίνει ονειρεμένη ακτή! Κι αυτό, σε συνδυασμό με την διακηρυττόμενη πρόθεση σήμερα να επιτραπεί η δόμηση του δημόσιου αιγιαλού, η οποία θα διαφυλάξει αναμφίβολα τον ονειρεμένο χαρακτήρα που ως σήμερα έχει το κάθε ελληνικό ακρογιάλι.

Τί συνδέει όλ’ αυτά του τότε με το σήμερα; Το επώνυμο του τότε με τον σημερινό πρωθυπουργό!

Είπα δόμηση του αιγιαλού και θυμήθηκα και κάτι άλλο!...

…Ακόμη και σήμερα σε ελληνικά ακρογιάλια συναντάς τσιμεντένια κουφάρια σε παραλίες, που η χούντα παραχώρησε σε ιδιώτες για να φέρει ανάπτυξη. (Το Νημποριό Καρύστου  και το Σαλάντι στην Αργολίδα είναι δύο παραδείγματα).

Τότε ήταν που η χούντα θα έχτιζε και τον περίφημο ουρανοξύστη της Αθήνας. Σε σχήμα κολώνας ιωνικού ρυθμού, παρακαλώ, όπως προέβλεπε το σχέδιο (Ευτυχώς δεν πρόλαβε, Παναγία μου!!!)

Σήμερα είναι που θα χτίσουμε 6 ουρανοξύστες. Αλλά τότε ήταν χούντα ενώ σήμερα έχουμε δημοκρατία…

(Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί οι χούντες παγκοσμίως, με την παλιότερη ή  τη σημερινή μορφή τους, αρέσκονται τόσο να κατασκευάζουν ουρανοξύστες…)

 

 

  

4 Σεπ. 2019

Αντιπολίτευση ή Διεύρυνση;

Παρακολουθώ με προσοχή τη συζήτηση σχετικά τη διεύρυνση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Θεωρώ πως εκτός από τους υποστηρικτές του αφορά και σε ένα μεγάλο κομμάτι πολιτών, που αντιλαμβάνονται ότι κόμμα με άμεση επιρροή στο 1/3 των πολιτών της χώρας  συγκαταλέγεται αυτονόητα στην πολιτική ατζέντα της εποχής.

Είναι, όμως, μια συζήτηση που μαγνητίζει και διεθνές ενδιαφέρον. Για δύο λόγους: α. Διότι το 32% που έλαβε το κόμμα στις πρόσφατες εκλογές είναι σε πανευρωπαϊκή κλίμακα ποσοστό που δεν περνάει απαρατήρητο, ιδίως σε συνέχεια της αντιλαϊκής οικονομικής πολιτικής του όταν κυβερνούσε, και β. διότι ως κόμμα της αριστεράς αποτελεί εκ των πραγμάτων ένα μοναδικό πείραμα στο εσωτερικό της Ε.Ε., στην ίδια την ιστορία της, σχετικά με τις πολιτικές αλλαγές επ’ αριστερά, που εξ αιτίας της 10ετούς κρίσης λαμβάνουν χώρα στην ήπειρο και διαπερνούν τις κοινωνικές εξελίξεις.

Φυσικά, ένα «πείραμα» εξ ορισμού δεν εγγυάται την επιβεβαίωση εκείνου που φιλοδοξεί να αποδείξει. Άλλωστε, ο πειραματισμός την αντίκρουση της απροσδιοριστίας σ’ ένα διερευνώμενο πεδίο επιχειρεί να περιορίσει. Το πολιτικό πείραμα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., δηλαδή, σε καμιά περίπτωση δεν εγγυάται την επιτυχία του. Ουδέ καν ένα υψηλό εκλογικό ποσοστό και μια εμπεδωμένη επιρροή (κατά πάσα πιθανότητα ευρύτερη της λαϊκής ψήφου) δεν την εγγυώνται.  Όλ’ αυτά είναι η βάση, επί της οποίας θα αποδειχτεί από τις εξελίξεις που έπονται η «ιστορικότητα» της περίπτωσης ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ή μη. Θα διαφανεί, δηλαδή, εάν το 2015-2019 ήταν μια έκρηξη οργής των ταλαιπωρημένων από την κρίση και τα αποτυχημένα μέτρα χειρισμού της Ελλήνων και ως εκεί, ή ένα καίριο βήμα ουσιώδους αλλαγής των μεταδικτατορικών πολιτικών πραγμάτων.

Βλέποντας ό,τι έχει τεθεί ως τώρα  στο τραπέζι στη συζήτηση για τη διεύρυνση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. διαπιστώνω ότι η πολιτική βάση της παραμένει ασαφής, άχρωμη και με ελάχιστες αναφορές (τις περισσότερες, μάλιστα, «νευρικού» τύπου) σε καίριες ιδεολογικές και κοινωνικές διαφορές με τον κομματικό ανταγωνισμό από μεριάς της Ν.Δ.. Νομίζω πως λυδία λίθος της αδυναμίας αυτής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι η αφροσύνη (ή η άστοχη επιλογή) να μην έχει καταστεί ευκρινές τί κατισχύει στο επερχόμενο πολιτικό «έργο» του κόμματος. Θα είναι από ‘δω και πέρα ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ένα κόμμα που θεσμικά και ιδεολογικοπολιτικά θα ασκεί κατά προτεραιότητα αντιπολίτευση; Ή θα είναι μια παράταξη σε διαδικασία διεύρυνσης;

Ακούω ήδη στ’ αυτιά μου τις οιμωγές κομματικών παραγόντων του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και δυνάμει συνοδοιπόρων τους, ότι το δίλημμα που θέτω είναι ψευδές και προσχηματικό, απόρροια μιας αποστασιοποίησής μου από τη θετική αύρα του διευρυντικού προτάγματος. Αντιπολίτευση και διεύρυνση, λένε αυτές οι οιμωγές, είναι αυτονόητες παράλληλες προτεραιότητες για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α..

Γνώμη μου είναι πως τέτοιος ξορκισμός ενός υπαρκτού πολιτικού διλήμματος είναι λάθος αντίδραση -αν δεν είναι ενοχικές υπεκφυγές της επ’ αυτού ανεπάρκειας του κόμματος και της ηγεσίας του. Το κόμμα, ως «μηχανή» παραγωγής πολιτικής, και οι προτεραιότητές του αυτονόητα είναι το κέντρο των διεργασιών που θα ορίσουν τη συνέχεια. Όμως, ένα κόμμα, ακόμη και το καλύτερα οργανωμένο και με σχετικά σταθερή ιδεολογικοπολιτική συγκρότηση, δεν αρκεί για να διαθέτει πολιτικό λόγο του εύρους  μιας παράταξης με μεγάλη επιρροή στους πολίτες. (Η ιστορική αποτυχία του Κ.Κ.Ε. να διευρύνει την αναφορά του στο κομματικό σκηνικό και η παγίωση του περιθωριακού ρόλου του ως εγγενούς πλέον στοιχείου της ταυτότητάς του, παρά τις πολιτικές σταθερές που το διαπερνούν, το αποδεικνύουν!) Μεγάλη παράταξη με τους πολίτες θεατές (πολύ περισσότερο χωρίς τους πολίτες) δεν είναι νοητή! Εκτός κι αν είναι πολιτική παράταξη της συντήρησης.

Αντίθετα, ιδίως εάν η διευρυντική προσπάθεια του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. εξ επιλογής αποσκοπεί  προσδώσει  κινηματικό χαρακτήρα στο εγχείρημα (υπό την οπτική ότι η προσέλκυση ριζοσπαστικοποιημένων ή σε φάση προϊούσας ριζοσπαστικοποίησης και ένεκα της κρίσης πολιτών είναι ο πυρήνας μιας διακηρυκτικά αριστερής και αρκούντως ανατρεπτικής προαίρεσης της νέας παράταξης, όπως εγώ υποστηρίζω μετ’ επιτάσεως), πρώτα θα πρέπει να απαντηθεί εάν προτεραιότητα θα είναι ο αντιπολιτευτικός σκοπός (και ποιός θα είναι αυτός) και αν θα έπονται οι εγγραφές νέων μελών και τα πανηγυρικά συνέδρια των «περισσότερων απ’ όσους ήμαστε ως σήμερα».

Με τέτοιες ασάφειες στο σημείο αυτό διαβλέπω επίσης ένα σοβαρό κίνδυνο (αν και λόγω της θερινής ραστώνης δικαιολογείται μια χαλαρή ως τώρα αντιπολίτευση -γι’ αυτό και παρέχεται μικρή πίστωση χρόνου…): Η αντιπολίτευση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να μεταπέσει, από κεντρικό σημείο οριοθέτησης της διαφοράς του κόμματος από το κυβερνών, σε μια «αντιπολιτευτική μηχανική» των σκιωδών αντιπαραθέσεων. Δηλαδή, αντί να παράγεται και να διατίθεται σταθερά στο υπό ενεργοποίηση ριζοσπαστικοποιημένο σώμα της ελληνικής προοδευτικής παράταξης μια αριστερή εναλλακτική συνολική πρόταση πολιτικής, να εξαντλείται η αντιπολίτευση στην κοινοβουλευτική τεχνική διαξιφισμών, χωρίς σοβαρό πολιτικό αποτέλεσμα, μεταξύ των μελών της εκατέρωθεν πολιτικά τεχνοκρατικής κομματικής νομενκλατούρας.   

Η άσκηση αντιπολίτευσης και η εκπροσώπηση πληττόμενων από τη σημερινή διακυβέρνηση κοινών, θα φέρει τον κόσμο στη διευρυντική προσπάθεια. Δεν θα τον φέρουν τα διευρυμένα ωράρια τον κομματικών γραφείων για να γίνονται νέες εγγραφές!

Η ψευδαίσθηση ότι ο Χαρίτσης, ο Τζανακόπουλος και η Αχτσιόγλου αρκεί να αντιπαρατίθενται στους υπουργούς του Κυριάκου Μητσοτάκη με ομιλίες και ανακοινώσεις για να ασκείται αντιπολίτευση προσέλκυσης κοινών -και δη και με χαρακτήρα κινηματικής προγραμματικής ενεργοποίησης ανατροπών- καλό είναι να τελειώσει με την επέλευση του φθινοπώρου.

Εκτός από την δομική αντίκρουση της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής, που οφείλει να σκιαγραφεί με σαφήνεια όχι μόνον τον στόχο αποπομπής της σημερινής κυβερνητικής πολιτικής αλλά ταυτόχρονα να ορίζει και από τί θα αντικατασταθεί ο νεο-μητσοτακισμός, πρέπει να εκπέμπεται καθαρό πολιτικό προσκλητήριο ανατροπής. Και με τη σημερινή εικόνα φυσικά δεν εκπέμπεται.  Αντίθετα, η κυρίως εικόνα είναι η διαιώνιση μιας τρέχουσας  αντιπαράθεσης, το περιεχόμενο της οποίας μοιάζει πολύ με την εικόνα της προεκλογικής αντιπαράθεσης. Είναι μια αντιπολιτευτική στάση, πάντως, που περισσότερο προσιδιάζει σε υπηρέτηση μιας ατζέντας με κεντρικό το ερώτημα «ποιός θα υπηρετούσε καλύτερα την ίδια πολιτική, η Ν.Δ. ή ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.», ενώ το ζητούμενο είναι «με ποιά πολιτική» πρέπει να αλλάξουμε τη σημερινή.

Τη ρητή προτεραιότητα για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην άσκηση της αντιπολίτευσης έχω την εντύπωση ότι επιβάλλει και η ίδια η σημερινή κυβερνητική πολιτική! Διότι, φυσικά, εδώ δεν έχουμε να κάνουμε απλά με μια κακή διακυβέρνηση. Έχουμε να κάνουμε με μια κυβέρνηση ταχύρρυθμης «επιστροφής στο παρελθόν» και σ’ όλα τα κακά που έφεραν την κρίση και προκάλεσαν την καταστροφή μας. Από τον πρωτοφανή νεποτισμό μέχρι την ανοιχτή εκτροπή σε πρόδηλες αντιδημοκρατικές μεθοδεύσεις. Και από την άρση της προτεραιότητας αποκατάστασης της εισοδηματικής κατάστασης των ασθενέστερων (ως μέρος της προσπάθειας ενδυνάμωσης του δημοκρατικού πολιτεύματος), έως τα ρουσφέτια πολυτελείας υπέρ των ισχυρών στο Ελληνικό και αλλού. Κι ακόμη, από τις καθ’ όλα απαράδεκτες αναφορές Μητσοτάκη περί «δανεισμού» των γλυπτών του Παρθενώνα, που παραχωρούν εσαεί στη Βρετανία την κυριότητα απαράγραπτων ελληνικών πνευματικών και ιστορικών δικαιωμάτων, μέχρι την κρισιμότατη για τα εθνικά συμφέροντα υποτιμητική διαχείριση της υπόθεσης ηγεσίας της ΕΥΠ, ως «θέμα κομματικών ημετέρων».     

Για τον λόγο αυτόν η πολύ σοβαρή υπόθεση της άσκησης αντιπολίτευσης από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. δεν μπορεί να εξαντλείται σε ανακοινώσεις και ομιλίες στη Βουλή, αλλά επεκτείνεται σε ενεργοποίηση κινημάτων οργανωμένης αντίδρασης πληττόμενων κοινών από τις επί μέρους κυβερνητικές πολιτικές αλλά και στη γενική εικόνα. Αν -αντί γι’ αυτά- αρκείται το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης σε τρέχουσα αντιπολίτευση, αντί να ενεργοποιεί ριζοσπαστικοποιημένα κοινά, θα τα περιορίσει σε ασήμαντους πολιτικούς ρόλους και θα τα μετατρέψει σε «κομματικές αποσκευές», όταν η κινηματική πολιτική υπόστασή τους τα καθιστά πυρήνα προαγωγής των αναγκαίων ανατροπών και αλλαγών.           

Μ’άλλα λόγια, η αντιπολίτευση που οφείλει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στους πολίτες (και όχι στους υποστηρικτές του) είναι η άρση παγίωσης σε μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης της πλασματικής εντύπωσης ότι οι πρακτικές δημοκρατικών εκτροπών σε πληθώρα πεδίων πολιτικής ασκούνται από τον Μητσοτάκη δήθεν «δικαιωματικά», στο πλαίσιο της γενικής εντολής που του έδωσε η πρόσφατη κάλπη! Ορίζεται έτσι το περιεχόμενο ενός νέου ανένδοτου αγώνα, ως το πλαίσιο πολιτικής εκπροσώπησης συγκλινόντων δημοκρατικών, ταξικών και πολιτισμικών στοιχείων, που θα καταστούν και οι ορίζουσες της χώρας για τη συνέχεια.

Και για να το ξεκαθαρίζουμε: Δεν θα τις θέσει αυτές τις ορίζουσες το κόμμα, διευρυμένο ή όχι! Τις ορίζουσες θα τις θέσουν οι ίδιοι οι πολίτες μέσω -και με την ευκαιρία- της κινηματικής ενεργοποίησής τους σε φορέα ανατροπής. Το κόμμα θα περιοριστεί να ανοίξει τη ζήτηση και με πολιτικό «όχημα» αυτόν τον νέο ανένδοτο αγώνα, θα δεσμευτεί να εκπροσωπήσει τα προτάγματά του χωρίς μικροκομματικές «αρπαχτές» και να γίνει καταλύτης των εξελίξεων.  

Αν -αντί γι’ αυτό- ως κεντρικό σημείο στη μετεκλογική ταυτότητα και την ατζέντα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επικρατήσει ο διευρυντικός μονόλογος και μόνον, όπως κινδυνεύει να συμβεί, το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης θα έχει περισσότερο παρά ποτέ καταστεί συστημικό «εργαλείο». Δηλαδή θα στηρίζει την πολιτική που το ίδιο διατείνεται ότι επιθυμεί να ανατρέψει. Και τούτο θα επικαθορίσει καταλυτικά και την πολιτική ταυτότητα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., όσο περισσότερα μέλη κι αν εγγράψει και όσο κι αν αριθμητικά διευρυνθεί η παράταξη. Θα είναι πια ένας πολυαριθμότερος, ίσως, αλλά αναμφίβολα ταυτόχρονα και ένας συντηρητικότερος πολιτικός οργανισμός.  

 

 

 

25 Αυγ. 2019

O Αμαζόνιος και ο καπιταλισμός

Στην Ασία το στοιχείο που κυριαρχεί είναι ο άνθρωπος. Στην Αμερική είναι η φύση - Κλοντ Λεβι-Στρος

Η νέα επιδρομή της υποκινούμενης από τον τραμπισμό ακροδεξιάς επέμβασης στη Λατινική Αμερική, σήμερα, ως πρώτο θύμα της δεν επιλέγει μόνον τους πολίτες αλλά και το περιβάλλον. Δηλαδή, τις δύο εναπομένουσες αυτο-αναπαραγόμενες πηγές πλούτου στον πλανήτη: τους ανθρώπους και το φυσικό περιβάλλον. Όλα τα υπόλοιπα παραγωγικά στοιχεία στη Γη μας, τα κατέφαγε (ή, στην καλύτερη περίπτωση, τα έχει οδηγήσει σε οριακή κατάσταση αποθεμάτων τους) η αδηφάγα κερδοσκοπία της παγκοσμιοποίησης.

Ο παραλληλισμός με τις δεκαετίες 1950-1960, όταν εκδηλώθηκε το πρώτο κύμα αμερικανικών πολιτικών επεμβάσεων στη Λατινική Αμερική, αποδεικνύει ότι η διαφορά με το σήμερα είναι πως τότε τα θύματα του ανερχόμενου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο καπιταλισμού περιορίζονταν μόνο στους τοπικούς πληθυσμούς, τους οποίους καταδίκασε σε φτώχεια και εξαθλίωση.  Σήμερα, η βλάβη είναι πανανθρώπινη!

Αποτελεί ιστορικό κόλαφο (αλλά και επαρκέστατο πολιτικό αποδεικτικό στοιχείο των μακροχρόνιων αποτελεσμάτων του κερδοσκοπικού καπιταλιστικού αυτοσκοπού), ότι ενώ όλες οι υπόλοιπες περιοχές του πλανήτη από το τέλος του μεγάλου πολέμου αναπτύχθηκαν με σχετικά γρήγορα βήματα, οι περισσότερες χώρες της λατινικής Αμερικής (και υπό άκαμπτες νεο-αποικιοκρατικές οικονομικές πρακτικές, δηλαδή εκεί όπου δοκιμάστηκε για πρώτη φορά το μοντέλο του νεο-φιλελευθερισμού) παρέμειναν περίπου στάσιμες ως τη δεκαετία του 1980. Τότε η χρεοκοπία των δικτατορικών μοντέλων πολιτικού ελέγχου της ηπείρου και η αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών σε κάποιο βαθμό επέτρεψαν τον εκδημοκρατισμό των «λατινικών» οικονομιών και την επιτάχυνση της ανάπτυξης με έναν ιδιότυπο κεϊνσιανισμό, με δικαιότερη κατανομή του πλούτου, που είχε σαν αποτέλεσμα την ενίσχυση της μεσαίας τάξης.

Πολλοί  συντηρητικοί οικονομολόγοι αποδίδουν αυτή τη διαφορά αναπτυξιακών φάσεων μεταξύ λατινικής Αμερικής και Ασίας-Αφρικής, δηλαδή στον λεγόμενο «τρίτο κόσμο», μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε οικονομικούς και όχι πολιτικούς λόγους. Οι οικονομολόγοι αυτοί αποδίδουν την αναπτυξιακή καθυστέρηση στη λατινική Αμερική στο γεγονός ότι η περιοχή δεν υπήρξε θέατρο των καταστροφών του πολέμου και έτσι δεν διέθετε το ανοικοδομητικό μέσο των υποδομών ως ατμομηχανή της ανάπτυξης, όπως έγινε στην Ευρώπη.

Όμως, ανοικοδομητικός οργασμός δεν έλαβε χώρα ούτε στις ασιατικές (με εξαίρεση την  Ιαπωνία) και αφρικανικές χώρες μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Επίσης, ούτε στις Η.Π.Α. έγινε ανοικοδόμηση στην κλίμακα υποδομών που έγινε στην Ευρώπη και εκεί περιορίστηκε σε ανοικοδόμηση ιδιωτικών κατοικιών λόγω αύξησης του πλούτου στη μεσαία τάξη λόγω της ραγδαίας ανάπτυξη. Τέλος, η «μη πολιτική» εξήγηση της αναπτυξιακής καθυστέρησης στη λατινική Αμερική μεταπολεμικά, εμμένει ότι η «πίσω αυλή» της νέας μητρόπολης του  καπιταλισμού, δηλαδή των Η.Π.Α., οφείλεται στον κατά βάση αγροτικό χαρακτήρα των λατινοαμερικάνικων οικονομιών.

Έτσι, θα αρκούσε κανένας να προσφύγει στην πολιτική παρατήρηση ότι με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου περίπου τελειώνει η ιστορία της παλιάς αποικιοκρατίας στην Ασία και την Αφρική, την ίδια ώρα που με τις στρατιωτικές χούντες στη λατινική Αμερική εμπεδώνεται η νεοαποικιοκρατία, για να ερμηνευτεί πλήρως (πάντα υπό τη γενικότητα καταγραφής των εξελίξεων πλανητικής κλίμακας) η αναπτυξιακή καθυστέρηση στο ισπανόφωνο τμήμα της Αμερικής, ενώ στον υπόλοιπο τρίτο κόσμο αρχίζει μια αναπτυξιακή βελτίωση.    

Η σημερινή εικόνα της φλεγόμενης Αμαζονίας προφανέστατα δεν είναι απόρροια της Κλιματικής Αλλαγής, αλλά προϊόν άμεσων πολιτικών επιλογών. Η Κλιματική Αλλαγή δεν ευθύνεται εκεί (όπως συμβαίνει στο οικολογικά πιεζόμενο μέχρις δραματικών ορίων βόρειο ημισφαίριο), διότι εκεί δεν έχουν θέρος. Παράλληλα, η αλληλουχία πολιτικών γεγονότων που έδωσαν την εξουσία σ’ έναν ακροδεξιό θαυμαστή των λατινομερικάνικων δικτατοριών και η επί των ημερών της ακροδεξιάς διακυβέρνησής του ανοιχτή πολιτική διαμάχη για την εκμετάλλευση των τροπικών δασών πριν ακόμη ξεσπάσουν οι πυρκαγιές, δεν μπορεί να αποδοθεί σε σύμπτωση. Ιδίως, αν αυτά συνδυαστούν  με την αδιαφορία με την οποία ο Μπολσονάρου επί 20ήμερο αφήνει χωρίς καμιά κυβερνητική αντίδραση τις πυρκαγιές να επιτελούν ανενόχλητες τη μεγαλύτερη οικολογική καταστροφή στην ιστορία της Γης.

Σύμφωνα με κάποιες ενδιαφέρουσες απόψεις σημαντικών σύγχρονων διανοουμένων (αν και μελλοντολογικού, περισσότερο, παρά πρακτικού, περιεχομένου), ο πλανήτης μας έχει εισέλθει στη «ανθρωπόκαινο» περίοδο. Δηλαδή, την εποχή όπου οι ανθρώπινες δραστηριότητες αφήνουν ανεξάλειπτα ίχνη πάνω στη Γη, επικαθορίζοντας τις περιβαλλοντικές εξελίξεις.

Δεν ξέρω αν είναι έτσι. Αλλά και δεν σκοπεύω να περιμένω την απόδειξη ότι είναι έτσι! Η ανάγκη αντιστροφής αυτής της αυτο-καταστροφικής πορείας του ανθρώπου δεν μπορεί να περιμένει ως τότε και είναι απολύτως επείγουσα.

Η ανακοπή, σε πρώτη φάση, και η αντιστροφή, στη συνέχεια, της καταστροφής αυτής, έχω την εντύπωση ότι περνάει μέσα από δύο πεδία δράσεων:  α. την προσφυγή στον συλλογικό ανθρώπινο πολιτισμό, ως μόνης παρακαταθήκης αξιών και στον αντίποδα της καπιταλιστικής εκμεταλλευτικής «μηχανής», που αλέθει ανεξέλεγκτα το κοινό μέλλον μας, και β. την κυριαρχία της σοσιαλιστικής ιδεολογίας και πρακτικής στις ανά την υφήλιο πολιτικές διαδικασίες.

Αυτό ίσως είναι το σημερινό αποτύπωμα της ιστορικής καστοριαδικής ρήσης: Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα; 

 

 

 

20 Αυγ. 2019

Τι ΔΕΝ είναι ο διάλογος

για τη διεύρυνση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Σε μια ουζοκατάνυξη μέχρι πρωίας στη Ραφήνα λίγο πριν τις πρώτες εκλογές του 2015, ειπώθηκαν πολλά για την απογείωση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. τη δεκαετία του ’80… Περισσότερο απ’ όλα, όμως, εκείνο που τέθηκε στο τραπέζι ήταν η προσπάθεια ενός εκ των συνδαιτημόνων να αποσπάσει από μένα την πολιτική διεργασία μεταλλαγής του ΠΑ.ΣΟ.Κ. εκείνης της δεκαετίας από κόμμα κεντρώων πολιτικών παραγόντων σε ριζοσπαστικό κίνημα ευρείας λαϊκής βάσης, την οποία είχα ζήσει από πολύ κοντά. 

Για να τα πάρουμε με τη σειρά, ήμασταν 4 άτομα εκεί. Δεν αναφέρω τα ονόματά τους γιατί δεν γνωρίζω αν το επιθυμούν.  Την πρωτοβουλία της μάζωξης είχε ένας παλιός φίλος και σύντροφος, πρώην μέλος της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., που είχε αποχωρήσει από το κόμμα με την κρίση διάσπασης του ενιαίου Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου τη δεκαετία του ’90. Ο ίδιος ήταν στενότατος συνεργάτης επιφανούς κυβερνητικού στελέχους (με χαρτοφυλάκιο) στις μετέπειτα κυβερνήσεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αλλά έκτοτε δεν τον ξανάδα μέχρι και σήμερα. Από την αρχή ξεκαθάρισε στους υπόλοιπους ότι ενδιαφέροταν για το πολιτικό φαινόμενο ριζοσπαστικοποίησης και μαζικοποίησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Οι άλλοι δύο παρόντες φίλοι ήταν ένας συνάδελφος δημοσιογράφος, που έκανε και τις προσκλήσεις για τη μάζωξη κατά προτροπή του πρώτου, και ένας εξαιρετικός σύντροφος κυβερνητικό στέλεχος (όχι υπουργός) στον μεταγενέστερο δεύτερο κυβερνητικό γύρο του ΠΑ.ΣΟ.Κ..

Από τότε στελέχη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (μερίδα στελεχών του για την ακρίβεια) αναζητούσαν οργανωμενα και εξ επιλογής, λοιπόν, το πολιτικό «κλειδί» που ως και σήμερα ψάχνει το κόμμα αυτό. Υπήρχε επίγνωση ότι με τις περιθωριακές αναλύσεις, ιδέες και θέσεις που ως σήμερα σε μεγάλο βαθμό επικαθορίζουν την πολιτική του ταυτότητα, η διαδρομή θα ήταν σύντομη και θα περιοριζόταν σε μια εκλογική εκτίναξη εξ αντιμονιακής οργής, και όχι σε μια συμβολή πολιτικής αλλαγής του μεταδικατορικού κομματικού συστήματος, που κατέρεε λόγω της κρίσης.

Απ’ αυτήν την οπτική, η εκλογική ήττα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πριν ενάμισι μήνα ερμηνεύει εν πολλοίς πολιτικά και τα αίτιά της. Η ανετοιμότητα του κόμματος της αριστεράς να καταστεί συνειδητά κίνημα πολιτικής αλλαγής απερχόμενου και φθαρμένου πολιτικού συστήματος, σε συνδυασμό με τη μεγάλη (αλλά πολιτικά μονοσήμαντη) προσπάθεια των κυβερνητικών στελεχών να δικαιώσουν τη διακυβέρνηση 2015-2019, οριοθετεί και την εμβέλεια του κυβερνητικού εγχειρήματος Τσίπρα.

Είναι αλήθεια, πως η μεγάλη προσπάθεια των κυβερνητικών στελεχών να δικαιώσουν τη διακυβέρνηση 2015-2019 πέτυχε τον σκοπό της. Ανεξαρτήτως της «ρηχής» αντιπολίτευσης Μητσοτάκη-Γεννηματά και τον πολιτικά άγονο αντισυριζισμό (που μόνο με ανανεωμένη εκδοχή του ακροδεξιού ιστορικού αντικομμουνισμού προσομοιάζει, επιβεβαιώνοντας την άγονη ιδεολογική επιστροφή της συντηρητικής παράταξης στο παρελθόν, αφού τίποτα νέο δεν μπορεί να παράγει), η διακυβέρνηση υπό τον Τσίπρα άφησε πίσω της μετρήσιμο, κρίσιμο, πολυεπίπεδο και ανανεωτικό (για την αποστεωμένη δημόσια διοίκηση) θετικό έργο! Μόνο φανατικοί πλέον δεν το διακρίνουν, εγκλωβισμένοι σε αφήγηματα μικροκομματικών πολιτικών ορίων.        

Παρ’ ό,τι, όμως, ευρύτατες λαϊκές δυνάμεις -ριζοσπαστικοποιημένες ή σε φάση  προϊούσας ριζοσπαστικοποίησης- έκαναν το σαφές νεύμα επικρότησης της προσπάθειας (αυτό δείχνει το 32%), ο περιορισμός του πολιτικού λόγου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην «επικοινώνηση» του κυβερνητικού έργου του περιόρισε το εύρος του εγχειρήματος σε κλασσικές αποτιμήσεις των πραγμάτων μιας διακυβέρνησης. Ενώ το ζητουμένο ήταν η συνέχιση της διαδικασίας πολιτικής αλλαγής του απερχόμενου και φθαρμένου πολιτικού συστήματος. Ο ίδιος ο προεκλογικός λόγος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.  αυτο-περιορίστηκε σε μια ανταλλαγή διαξιφισμών σχετικά με το αν ήταν καλή ή κακή η κυβέρνησή του, αφήνοντας αναπάντητο το ερώτημα της πολιτικής «συνέχειας» των επιζητούμενων από ευρείες λαϊκές δυνάμεις ανατροπών. Το θέμα δεν ήταν πλέον αν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μπορούσε να κυβερνήσει και να κυβερνήσει καλά (αυτά είχαν απαντηθεί θετικά με την έκδηλη γελοιοποίηση της αντιπολιτευτικής ατζέντας Μητσοτάκη-Γεννηματά περί πρόσκρουσης στα «βράχια», που κατέπεσε απολύτως). Αντίθετα, με δεδομένη την ικανότητα διακυβέρνησης από μεριάς του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. , το θέμα ήταν «ποιοι είναι οι επόμενοι πολιτικοί στόχοι» για την εμπέδωση και επέκταση της διαδικασίας αλλαγών, οι οποίες άναρχα, εν πολλοίς με αυθορμητισμό και χωρίς προγραμματική τεκμηρίωση είχαν ξεκινήσει το 2015. Επ’ αυτών, παγερή πολιτική σιωπή!

Η εξάντληση αυτού του σημείου στον προγραμματικό προεκλογικό λόγο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε  μια -αναγκαία κατά τα άλλα- υπόσχεση συνέχισης των κινήσεων εισοδηματικής αποκατάστασης των ασθενέστερων, ήταν πολιτικά άγονη (ως αυτονόητη εξέλιξη), και ταυτόχρονα εκγκλώβισε το κόμμα σε μια συζήτηση  για τη «διακυβέρνηση», όταν η κρίσιμη προστειθέμενη πολιτική αξία του κόμματος δεν ήταν (όπως εξήγησα) η ικανότητα διακυβέρνησης αλλά το σχέδιο συνέχισης των πολιτικών ανατροπών. Κι ακόμη, ο εγκλωβισμός του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε τέτοια ατζέντα, είχε δύο πρόσθετες κακές συνέπειες: α. έκανε την πολιτική ταυτότητα του κόμματος να φαίνεται ως εξαρτησιακά  συναρτώμενη με την κυβερνητική του πολιτική υπόσταση (ενοχλώντας προοδευτικούς πολίτες) και β. έκανε τη μνημονιακή πολιτική να εμφανίζεται ως μέρος της ιδεολογικοπολιτικής παραταξιακής του οντότητας, ενώ δεν ήταν.              

Δηλαδή, ο σκοπός διεύρυνσης της πολιτικής ατζέντας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με προγραμματικές αναφορές συνέχισης των αλλαγών στο σώμα της μετα-μεταπολιτευτικής Ελλάδας, που πρωτίστως όφειλε να καταρτίσει και να διακινήσει η κομματική μηχανή, απέτυχε παταγωδώς (ουδέ καν επιχειρήθηκε κάτι σ’ αυτό πεδίο)  καθ’ όλην την περίοδο μετά την έξοδο από το μνημόνιο, με το κόμμα να αποτυγχάνει απολύτως στον δικό του ρόλο. Σε τέτοιο πλαίσιο, απολέστηκαν προοδευτικές δυνάμεις, είτε προς την «απελπισμένη αλλά συνεπή» ψήφο στον Βαρουφάκη και την παραδοσιακή αριστερά, είτε προς την αποχή (δηλαδή τη στάση επιφύλαξης, αφού τίποτα πολιτικά προγραμματικό δεν προσφέρθηκε από τον Τσίπρα για τα επόμενα).

Θα ήταν αυτές οι απώλειες που εντοπίζω εδώ αρκετές για να κερδίσει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. τις εκλογές της 7ης Ιουλίου; Δεν το γνωρίζω ούτε και παρελθοντολογώ! Είτε έτσι είτε αλλιώς, όμως, το 32% αποδεικνύει ότι ήταν υπό προϋποθέσεις επιτεύξιμος στόχος.

(Σημ.: Σε μια συγκέντρωση που είχαμε στη «Γέφυρα» μετα τις ευρωεκλογές και εν αναμονή της κάλπης των γενικών εκλογών, ήμουν ο μόνος που υποστήριξα ότι το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών ήταν αντιστρέψιμο. Από τις αντιδράσεις των συντρόφων μου κατενόησα ότι δεν ήμουν απλά ο μόνος που το είπε αλλά ήμουν ο μόνος που και το πίστευε. Η αναφορά μου σ’ εκείνη τη συγκέντρωση της «Γέφυρας» στη μεγάλη «ψήφο διάχυσης» στις ευρωεκλογές, στην οποία πρότεινα ότι θα πρέπει να στοχεύσει  ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για τις βουλευτικές εκλογές, δεν έγινε κατανοητή. Διεπίστωσα (εκ των υστέρων, με ωριμότερες σκέψεις) ότι εκείνο το σώμα  ψηφοφόρων της αποχής στις ευρωεκλογές, το οποίο εγώ ερμήνευα ως προϊόν πολιτικής αποστασιοποίησης προοδευτικών κοινών από τον κυβερνητισμό και την προγραμματική σιγή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για τη μεταμνημονιακή περίοδο, από τους άλλους συντρόφους μου ερμηνευόταν (αυτή ήταν τότε η προσέγγιση του συρμού) ως εκδήλωση «υποστηρικτικής κόπωσης» πολιτών που «προτίμησαν να πάνε για μπάνιο» αντί να πάνε ψηφίσουν Τσίπρα. Στην ίδια συγκέντρωση, προς τους συντρόφους που συνέβαλαν στην κατάρτιση και συγγραφή του κυβερνητικού προγράμματος για τις βουλευτικές εκλογές, είχα προτείνει να δώσουν έμφαση ακριβώς στον μεσοπρόθεσμο προγραμματικό εξωκυβερνητικό λόγο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αντί για μια προεκλογική αντιπρόταση στη διακυβέρνηση της Ν.Δ. και του Μητσοτάκη. Ούτε αυτό συνέβη!)       

Σήμερα, που μετεκλογικά ανοίγει ξανά ο διάλογος για τη συνέχεια, με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. απεγκωλβισμένο από τον προγραμματικό του «μονόλογο περί διακυβέρνησης», είναι ευκαιρία να λεχθούν αυτά από νωρίς. Παρά τις πιο πάνω αναφορές μου, πρέπει να πω πως διαφωνώ απολύτως με τις παρεμβάσεις που ήδη έχουν γίνει στο άνοιγμα αυτού του νέου γύρου διαλόγου για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως κεντρικού πόλου του ελληνικού προοδευτικού και αριστερού κινήματος, με στόχο την επίρριψη όλης της ευθύνης για την ήττα στην κομματική «μηχανή».       

Πρέπει  να πω πως διαφωνώ ακόμη και με τη συζήτηση περί των ευθυνών για την ήττα! Από τις πρώτες αναφορές διαπιστώνω ότι τέτοια συζήτηση και με ατζέντα την «ευθυνολογία» για την ήττα να επιρρίπτεται στην «κομματική μηχανή», δήθεν ως προϋπόθεσης για να συνεχιστεί ο διάλογος παρακάτω, είναι γεμάτος από σκοπιμότητες μικρές. Οι επιθέσεις κατά προσώπων και του κομματικού μηχανισμού, επ’ ευκαιρία αυτού του διαλόγου, με ανησυχούν, ως προς τις προθέσεις τους, παρ’ ό,τι γίνονται στο όνομα της ηγετικής υπογράμμισης του Τσίπρα.       

Μα, η ηγετική παρουσία του Τσίπρα είναι αυτονόητη! Το άνοιγμα τεχνηέντως μιας συζήτησης περί της δήθεν προβληματικής στην κομματική βάση για την ηγεσία Τσίπρα, και επί ανύπαρκτης βάσης τίθεται (καμιά εδραία αμφισβήτηση του Τσίπρα δεν υπάρχει στις οργανώσεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.)  και αποπροσανατολίζει τη συζήτηση από το πραγματικό της περιεχόμενο, που δεν είναι άλλο από τον μεσοπρόθεσμο προγραμματικό λόγο του κόμματος για τις αναγκαίες συστημικές ανατροπές. Ένα νέο σώμα επίδοξων «ηρακλέων του στέμματος» (του Τσίπρα), με φιλοδοξία να εκτοπίσει την κομματική νομενκαλτούρα, κρύβεται ενδεχομένως πισω απ’ αυτόν τον αποπροσανατολισμό.

Από την άλλη, είναι αληθές ότι η διείσδυση συντηρητικών σοσιαλδημοκρατικών απόψεων στο διευρυντικό εγχείρημα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. γεννά τον κίνδυνο υιοθέτησης μιας λογικής «πολιτικής τεχοκρατίας», που μεταφέρουν στο πολιτικό DNA τους πρώην πασόκοι (ακόμη και της «ριζοσπαστικής περιόδου» του Κινήματος). Είναι σαν να μπαίνουν αυτόκλητα στο παιγνίδι διεκδίκησης εσωκομματικής εξουσίας, διαβλέποντας ένα κυβερνητικό come back του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., δυνάμεις χωρίς την αναγκαία δυναμική ανατροπών, που χρειάζεται η χώρα και αυτή η παράταξη. Αν τυχόν το διευρυντικό εγχείρημα στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. περιοριστεί στο «μοίρασμα εξουσίας» ενδοπαραταξιακά, θα υποτιμούνταν και τα αυθορμήτως ενεργοποιημένα κίνητρα των κοινών που ήρθαν στον ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 και εντεύθεν.  Κοινά, που δεν ήρθαν για να διεκδικήσουν μέρισμα πολιτικής εξουσίας, αλλά για να διεκδικήσουν μέρισμα ρόλου εγγυοδοσίας για την προοδευτική ανασυγκρότηση της χώρας, την οποία η ΕΕ και η εγχώρια πολιτική συντήρηση έπληξε με τη μνημονιακή επιλογή, ως μεθόδου χειρισμού της κρίσης χρέους και των νομισματοπιστωτικών συνεπειών της. 

Έτσι, η πολιτική επιτυχία του διευρυντικού εγχειρήματος δεν είναι η ενσωμάτωση πεποιθήσεων που εντάχθηκαν στα πολιτικά κοινά του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Αντίθετα, είναι να μπορέσει το κόμμα να καταστεί καταλύτης ριζοσπαστικοποίησης και προσανατολισμού των ενεργοποιημένων από την κρίση μαζών σε κινηματική πολιτική βάση, ώστε να ανακοπεί ο νεο-μητσοτακισμός, να καταστεί η διακυβέρνησή του ένα «δεξιό πολιτικό διάλειμμα» και να επιστρέψει η χώρα σε τροχιά προοδευτικής ανασυγκρότησης υπό ανατρεπτικές αλλαγές, ακριβώς όπως ξεκίνησε η προσπάθεια την περίοδο 2015-2019.