Μολυβάκι

30 Μαρ. 2020

Η ΕΕ εκτός τόπου και χρόνου

(Μέρος B΄: Ζητούμενο

η αλλαγή οικονομικής πολιτικής)

Η σημερινή ανάγκη να αναζητήσει η ΕΕ ενιαίους τρόπους αντίδρασης στις οικονομικές συνέπειες της μεγάλης υγειονομικής κρίσης του κορωναϊού, είναι αυτονόητη! Δεν χρειαζόταν να βιωθεί το δράμα της Ιταλίας και της Ισπανίας και στη βάση του θρήνου για τις απώλειες ζωών χιλιάδων ευρωπαίων πολιτών, ώστε να αναζητηθούν κοινές πρακτικές λύσεις στο πρόβλημα της οικονομίας.

Θεωρώ προσβλητικό για τούς Ιταλούς και τους Ισπανούς (όπως προσβλητικό ήταν για τους Έλληνες την περίοδο 2010-2019) η συζήτηση για την ενιαία ευρωπαϊκή στάση στην οικονομία, να προσεγγίζεται υπό την οπτική μιας «υπόθεσης αλληλεγγύης» (όπως έγινε και με την Ελλάδα). Και με θλίβει το γεγονός ότι πολλοί ευρωπαίοι ηγέτες και σήμερα αναπαράγουν αυτή την οπτική της ανάγκης «επίδειξης αλληλεγγύης», ως πολιτική βάση των αποφάσεων που πρέπει να ληφθούν, ως αντίδραση για την αναζωπύρωση και εμβάθυνση της οικονομικής κρίσης στην ευρωζώνη. Ενώ εδώ έχουμε να κάνουμε με πεντακάθαρη ανάγκη αναθεώρησης της βασίμως  ελεγχόμενης εδώ και χρόνια ως εσφαλμένης οικονομικής πολιτικής στην ευρωζώνη. Εξάλλου, και πριν την εμφάνιση της πανδημίας οι προβλέψεις υφεσιακών πιέσεων και αντιπληθωριστικών συνεπειών στην ευρωπαϊκή οικονομία ήταν δεδομένες.        

Φυσικά, η πανδημία μετέτρεψε μια εσφαλμένη οικονομική πολιτική με συστημικά χαρακτηριστικά (αλλά πάντως με την ευχέρεια μέχρι πριν λίγο να επιστρατεύει διαθέσιμα χρηματοοικονομικά μέσα για να εκτονώνει κάθε φορά το βάθος της κρίσης και να μεταθέτει στο μέλλον τη συζήτηση για την ανάγκη αναθεώρησης των βάσεων στην οικονομική πολιτική της 20ετίας 1990-2010, που ευθύνεται για ολοφάνερες αστοχίες και με βαρύ πολιτικό κόστος για τη συνοχή της ΕΕ), σε θέμα άμεσης προτεραιότητας! Είναι, όμως, ασύγγνωστη πολιτική αφέλεια (αν δεν είναι εγκληματική πολιτική ανεπάρκεια ή ανεπίτρεπτος οικονομικός «φιλο-τομαρισμός» μεμονωμένων χωρών-μελών) σήμερα μετά τη δραματική τροπή των εξελίξεων λόγω της πανδημίας στην οικονομία, να υπάρχουν ηγεσίες που υποστηρίζουν ότι τα διαθέσιμα χρηματοοικονομικά μέσα, με τα οποία ως σήμερα προσπαθούσαμε να ξεπεράσουμε τις εγγενείς αδυναμίες της ευρωπαϊκής οικονομίας, αρκούν για να ξεπεράσουμε το σημερινό σοκ!

[Ένας άσπονδος φίλος μου (για άλλο λόγο, με άλλες αφορμές και με άλλες πολιτικές προθέσεις) ονόμαζε αυτήν την πάγια τακτική να αναζητούνται λύσεις παραπέμποντας κάθε φορά στο μέλλον για να αποφεύγεται η συζήτηση επί της ουσίας, ως «κλωτσιά στο τενεκάκι για να πάει λίγο πιο πέρα». Οι προβλέψεις του φίλου μου, τότε δεν επιβεβαιώθηκαν και στην Ελλάδα ο ΣΥΡΙΖΑ τελικά δεν «κλώτσησε το τενεκάκι πιο πέρα», αλλά κατάφερε να παραδώσει την Ελλάδα εκτός μνημονίου και με ρυθμισμένο χρέος.

Σήμερα είναι ασφαλώς μια ευκαιρία να προσχωρήσουν στο μέτωπο της λογικής, όσοι τις επιφυλάξεις όλων ημών για την ΕΕ την κρίσιμη περίοδο 1990-2019 (και με έμφαση τη μνημονιακή εποχή) για την εγκληματικά άστοχη οικονομική πολιτική της δημοσιονομικής ευταξίας ακόμη και σε βάρος της οικονομικής επέκτασης, θεωρούσαν «φανατισμούς της κομμουνιστικής αριστεράς». Εκείνοι τότε διέπραξαν το μεγάλο ατόπημα να συστρατευτούν με φανατισμό στο πλευρό της «ομάδας του Σόιμπλε», επιφανειακά και με πρωτοφανή πολιτική ανωριμότητα -εμφορούμενοι μόνον από ιδεοληψίες- και επέλεξαν να αντιπαρατεθούν στην ίδια τη χώρα τους τη στιγμή της κρίσιμης αναδιαπραγμάτευσης των όρων του μνημονίου Σαμαρά –με επίκεντρο την αδήριτη ανάγκη ρύθμισης του χρέους και με θέα σε επιλογές εξόδου από τις μνημονιακές «διασώσεις».  Στόχοι που επιτεύχθηκαν και οι δύο! Απ’ αυτήν την οπτική η μεγάλη σκιαμαχία των τότε αυτο-αποκαλούμενων ως «μένουμε  Ευρώπη», θα μείνει στην ιστορία ως κορυφαίο δείγμα ανεπαρκούς πρόσληψης των πραγματικών πολιτικών συντεταγμένων του 2015. Προς γνώσιν!…]

Σήμερα, δηλαδή, δεν μπορεί να γίνει καμιά συζήτηση με ελπίδες να επιτευχθεί συμφωνία κοινά αποδεκτή στη σκληρά πληττόμενη απ’ αυτή την περιπέτεια Ευρώπη, χωρίς να υπάρξει ομοφωνία στη βάση επί της οποίας θα αναζητηθούν οι καλύτερες απαντήσεις. Και εδώ αρχίζουν τα δύσκολα!...

Διότι:

- Χώρες του ευρωπαϊκού Βορρά προωθούν την αναζήτηση λύσεων, στην ίδια βάση χάραξης οικονομικής πολιτικής που εδώ και μια δεκαετία (και πριν τον κορωναϊό) αποδεδειγμένα αποδείχτηκε ατελέσφορη. Και η βάση αυτή (οικονομολογικά απολύτως απρόσφορη για τη θεραπεία των χρόνιων προβλημάτων της ευρωπαϊκής οικονομίας) είναι η εμμονή στη δημοσιονομική πειθαρχία, όταν ακόμη και ένας πρωτοετής φοιτητής των οικονομικών κατανοεί ότι αυτή η επιλογή ολοφάνερα συμβάλλει στην εμβάθυνση της κρίσης, και όχι στην υπέρβασή της.

Ιδίως υπό τις συνθήκες του αναγκαστικού switch off της ευρωπαϊκής οικονομίας λόγω της πανδημίας (και με όρους παγκοσμιότητας στις ανασταλτικές λειτουργικές συνέπειες των οικονομιών), είτε είναι  καταφανής -πολιτικός και οικονομολογικός- μικρονοϊσμός είτε βάρβαρη παραβίαση των αρχών που συνέχουν την ενοποιητική ευρωπαϊκή διαδικασία, να παριστάνει μια υπεύθυνη ηγεσία της ΕΕ ότι αντιμετωπίζουμε μια περιστασιακή και κυκλική κρίση (μία ακόμη) στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας. Μια συνήθη κρίση, για την υπέρβαση της οποίας υπό την ιδεολογικοπολιτική αφασία που έχει εγκαταστήσει στις ευρωπαϊκές πολιτικές ελίτ η διεθνής επικυριαρχία του καπιταλισμού (δηλαδή με τη ρουτίνα των τουλάχιστον αμφιλεγόμενων «διασωστικών» μοντέλων μνημονιακού τύπου στην ευρωζώνη), σε μερικές εβδομάδες από σήμερα, απλά θα ανοίξουμε και πάλι τον διακόπτη της οικονομίας και όλα θα επιστρέψουν στην κανονικότητα!

Πόσο αφελής (ή πόσο εμμονικός) πρέπει να είναι ένας οικονομολόγος στη σημερινή ΕΕ για να καμώνεται ότι η σημερινή περιπέτεια της ευρωπαϊκής οικονομίας είναι ανάλογη περίπτωση με την κρίση εξωτερικού δανεισμού σε μέρος της ευρωζώνης του 2010; Ας δώσω εγώ μια απάντηση στο ρητορικό ερώτημα: ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ πλέον οικονομολόγος στην ευρωζώνη σήμερα (συμπεριλαμβανομένων και των πιο φανατικών υποστηρικτών της οικονομικής πολιτικής Σόιμπλε) δεν λέει αυτά που λένε οι πολιτικές ηγεσίες των χωρών του ευρωπαϊκού Βορρά! ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ δεν αντιμετωπίζει τη σημερινή παραγωγική και χρηματο-οικονομική καταστολή στην Ευρώπη, με ανάλογο τρόπο της κρίσης του 2010. ΟΛΟΙ μιλούν για συστημική κρίση,  δομών και αναθεώρησης του παραγωγικού μοντέλου. Ναι, μπορεί οι οικονομολόγοι της ευρωζώνης να διαφωνούν σχετικά με το εάν θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν ευρωομόλογα για προσωρινή χρηματοδότηση της οικονομίας σε καταστολή, ή όχι. Ναι, μπορεί να διαφωνούν σχετικά με το πώς θα μπορούσε να αξιοποιηθεί τo απόθεμα του ESM. Όμως, ΟΛΟΙ ΑΝΕΞΑΙΡΕΤΩΣ συναινούν στο ότι δεν πρόκειται για μια κλασσική περιστασιακή κυκλική κρίση, αλλά για μια κρίση βάθους χρόνου και αναγκών παραγωγικής και χρηματοοικονομικής ανασυγκρότησης για να αποκατασταθούν μεσοπρόθεσμα οι συνέπειες της πανδημίας στην ευρωπαϊκή οικονομία.      

- Η απόφαση προσωρινής αναστολής της υποχρέωσης των χωρών-μελών για δημοσιονομική πειθαρχία (που επιβαλλόταν με το Σύμφωνο Σταθερότητας και σήμερα η ισχύς της έχει ανασταλεί με ρήτρα προσωρινότητας), δεν είναι μια κίνηση ουσιαστικής αποδέσμευσης από τα αίτια που παράγουν την επεκτατική δυσανεξία της ευρωζώνης προς οικονομίες διεύρυνσης  της παραγωγικής βάσης και όχι συσσώρευσης πλεονασμάτων. Πρέπει να είναι κανένας ανόητος για να επιμένει σήμερα εν μέσω πανδημίας και των συνεπειών της στην οικονομία στον συμβολισμό ότι η δημοσιονομική πειθαρχία στην ευρωζώνη, απλά προσωρινά και περιστασιακά αίρεται και σε μερικές εβδομάδες πάλι θα είναι εδώ, ως το δήθεν κατάλληλο πλαίσιο πολιτικής για να επιχειρηθεί ουσιώδης ανασυγκρότηση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Διότι αυτό είναι το πλαίσιο, υπό το οποίο προ εβδομάδος αποφασίστηκε από τα ευρωπαϊκά όργανα η αναστολή της υποχρέωσης των χωρών-μελών στη δημοσιονομική πειθαρχία του Συμφώνου Σταθερότητας. Ως προσωρινό μέτρο λήφθηκε η απόφαση αυτή της ΕΕ, και στο υπόστρωμα των μηνυμάτων που εκπέμπονται προς τις κοινωνίες και τις οικονομικές λειτουργίες τους απ’ αυτή τη συγκεκριμένη απόφαση σαφώς προκύπτει ότι σε συνθήκες διαιώνισης του προτάγματος της δημοσιονομικής πειθαρχίας θα επιχειρηθεί και η μετά την πανδημία προσπάθεια ανασυγκρότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Πρόκειται για ένα πολύ αρνητικό μήνυμα της ευρωζώνης εν μέσω βαθύτατης οικονομικής κρίσης. Το μελανότερο σημείο αυτού του μηνύματος είναι ότι παράγεται η εντύπωση ότι όποτε ξεπεραστεί η πανδημία με όρους δυνατότητας επαναλειτουργίας των οικονομιών, ενώ στον υπόλοιπο κόσμο θα είναι εξασφαλισμένη η πρόσβαση σε επαρκή ρευστότητα για την επανεκκίνηση, στην ευρωζώνη θα συνεχίσουμε να συσσωρεύουμε πλεονάσματα (οι βόρειες χώρες για να ενισχύουν τη θέση τους στο ενιαίο νόμισμα και οι υπόλοιπες για να εξυπηρετούν το υψηλό εξωτερικό χρέος τους), αφαιρώντας αναντικατάστατους πόρους για ανάπτυξη.

Φυσικά αντιλαμβάνομαι γιατί άλλες χώρες της ευρωζώνης απέφυγαν να δώσουν την ουσιαστική πολιτική μάχη στο Eurogroup  και στο Ecofin, ζητώντας την ακύρωση της βασικής πρόβλεψης του Συμφώνου Σταθερότητας για δημοσιονομική πειθαρχία. Εξάλλου δεν είναι στις θεσμικές αρμοδιότητες των οργάνων αυτών να αλλάζουν προβλέψεις των ευρωπαϊκών συνθηκών. Παράλληλα, οι αδήριτες τρέχουσες και καθαρά επιβιωτικές ανάγκες των οικονομιών των χωρών-μελών, είχαν ήδη αναγκάσει τις κυβερνήσεις των περισσότερων απ’ αυτές να αναγγείλουν μέτρα δημοσιονομικής παραβίασης του Συμφώνου Σταθερότητας, πριν τη συνεδρίαση των ευρωπαϊκών  οργάνων. Οι αποφάσεις, λοιπόν, στο Eurogroup  και στο Ecofin, εκ των υστέρων ήρθαν για να νομιμοποιήσουν το αναπόφευκτο και όχι ως συνειδητοποιημένη ανάγκη της ευρωζώνης να δώσει ανάσες στην οικονομία της. Και στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε και η εμμονή των βορείων ευρωπαίων (με πολύ αρνητικές συνέπειες, όπως εξήγησα προηγουμένως) να υπογραμμίσουν την προσωρινότητα του μέτρου αναστολής της δημοσιονομικής πειθαρχίας, αντί οι ανόητοι να προσποιηθούν ότι η καταστροφική αυτή στις σημερινές συνθήκες πειθαρχία αυτή δεν είναι μέσο προς επαναφορά στο άμεσο μέλλον, όπως υπαινίσσονται το Eurogroup  και στο Ecofin!

Συνοψίζω: Η βάση της συζήτησης που έγινε στην τελευταία σύνοδο κορυφής της ΕΕ με τηλεδιάσκεψη, η οποία κατέληξε σε ναυάγιο σχετικά με τα μέσα στήριξης της ευρωπαϊκής οικονομίας εν μέσω πανδημίας, πάσχει σοβαρά και δεν μπορεί να θεωρηθεί σοβαρό πλαίσιο για αποφάσεις.

Γιατί; Για δύο βασικούς λόγους:

α. Διότι δεν είναι μια κρίση σε μέρος της ευρωζώνης, αλλά στο σύνολό της, και επομένως ο ESM (που είναι όργανο για τον χειρισμό μερικής κρίσης και όχι με τα καθολικά σημερινά χαρακτηριστικά της) ούτε είναι το επιβεβλημένο όργανο αλλ’ ούτε έχει τους αναγκαίους πόρους για τον σκοπό, και ούτε ένα ευρωομόλογο θα αρκούσε για να προσθέσει επαρκείς πόρους χειρισμού των σημερινών αναγκών, και

β. Διότι, προφανώς μέτρα από τον ESM ή και οποιοδήποτε άλλο όργανο -ακόμη και με ευρωομόλογο- δεν μπορούν να είναι απάντηση στο βάθος και τα δομικά χαρακτηριστικά της σημερινής κρίσης, εάν πρόκειται για μέτρα εδραζόμενα στην υποχρέωση τήρησης δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Επαναλαμβάνω (και υπογραμμίζω): Η σημερινή κατάσταση της σε καταστολή ευρωπαϊκής οικονομίας δεν είναι πρόβλημα, η επιζήτηση των λύσεων του οποίου μπορεί να τίθεται και να κουβεντιάζεται στο πολιτικό πλαίσιο της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης. (Δηλαδή, σε μεταφορές αποθεματικών διαθεσίμων από τις πλουσιότερες προς τις φτωχότερες χώρες-μέλη). Η ΕΕ δεν είναι ένωση κρατών για την αλληλεγγύη-αυτοσκοπό, αλλά ένωση στην οποία η αλληλεγγύη είναι ένα μέσο υπηρέτησης του σκοπού ομογενοποίησης σε ισότιμα μεταξύ τους κράτη. Αν η αλληλεγγύη έρχεται για να παραπέμπει σε γενικόλογους στόχους και προσφέρεται για να «ξεγελάει» τον τελικό στόχο, στην ουσία συμβάλλοντας στην απόκλιση μεταξύ των υπό ενοποίηση χωρών-μελών, όπως επί της ουσίας κατά κόρον έγινε την τελευταία 20ετία, τότε είναι πρόφαση και όχι αγαθό πλαίσιο πολιτικής.

Άλλωστε ποιά αλληλεγγύη; Η καλώς νοούμενη αλληλεγγύη, δηλαδή η αρωγή σε έκτακτες συνθήκες και ανάγκες μερικών χωρών από μας (και όχι με τον συνολικό τρόπο που σήμερα πλήττεται η ευρωπαϊκή οικονομία), βρίσκεται στα αζήτητα εκεί όπου πραγματικά θα είχε νόημα η επίδειξή της: Στο προσφυγικό και την υποχρέωση ανάληψης σοβαρού μέρους του προσφυγικού βάρους αναλογικά απ’ όλες τις χώρες-μέλη…

Μια τελευταία παρατήρηση για σήμερα: Έχει νόημα να τονιστεί ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας επιλέχτηκε στην ευρωζώνη, σε μια εποχή τελείως διαφορετική με το σήμερα.  Τη δεκαετία του 1990, με το στρατόπεδο του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού να έχει μόλις καταρρεύσει, η οικονομική πολιτική συσσώρευσης πλεονασμάτων μπορούσε να έχει κάποιο νόημα, καθώς οι μητροπόλεις του καπιταλισμού προετοιμάζονταν για την αναμέτρηση διείσδυσης σε νέες οικονομίες, κυρίως της ανατολικής Ευρώπης και της Ρωσίας καθώς και της Κίνας. Σήμερα αυτή η μάχη έχει κριθεί –όπως έχει κριθεί. Η επιμονή στην οικονομική πολιτική συσσώρευσης πλεονασμάτων στην εποχή μας, κανένα άλλον σκοπό δεν υπηρετεί πλέον στην ευρωζώνη (κι αυτό αποδεικνύεται εκ του αποτελέσματος), από τη διεύρυνση της ψαλίδας μεταξύ πλούσιων και φτωχότερων χωρών-μελών.  Κι αυτό πρέπει να σταματήσει εδώ, αλλιώς θα πλήξει συθέμελα τον πυρήνα του ευρωπαϊκού ενοποιητικού εγχειρήματος.

(Στο επόμενο Γ΄ και τελευταίο Μέρος, οι κατάλληλες λύσεις και μερικά λόγια για την Ελλάδα και την οικονομία της εν μέσω πανδημίας) 

 

 

 

 

28 Μαρ. 2020

Η ΕΕ εκτός τόπου και χρόνου

(Μερος Α΄: Ευρωομόλογο και ESM)

Χθες τα ξημερώματα στις ΗΠΑ, με τη στήριξη όλων των κομμάτων και χωρίς καμιά διαφωνία από οποιαδήποτε πλευρά, το Κογκρέσο ενέκρινε σχέδιο στήριξης της οικονομίας για την αντιμετώπιση των συνεπειών του κορωναϊού. Το σχέδιο, το μεγαλύτερο που έχει εγκριθεί ποτέ στην ιστορία τις ΗΠΑ, είναι ύψους 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων!

Για την ιστορία να λεχθεί ότι το σχέδιο προβλέπει μεταξύ άλλων την αποστολή μιας επιταγής ύψους 1.200 δολαρίων σε πολλούς Αμερικανούς πολίτες, βοήθεια ύψους περίπου 400 δισεκατομμυρίων σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις και 500 δισ. στους μεγάλους ομίλους. Επίσης, θα χορηγηθούν 100 δισ. στα νοσοκομεία και θα αποδεσμευτούν άλλα 30 δισ. για τη χρηματοδότηση ερευνών για εμβόλια και θεραπείες του Covid-19. Ποσό ύψους 25 δισ. δολαρίων θα χορηγηθεί σε αεροπορικές εταιρίες. Προβλέπονται επίσης δανειακές εγγυήσεις για τις εταιρείες αυτές.

Λίγες ώρες πριν το Κογκρέσο εγκρίνει το σχέδιο των 2 τρισ. δολ., η ΕΕ στη σύνοδο κορυφής με τηλεδιάσκεψη όχι μόνον απέτυχε να εγκρίνει κάποιο ανάλογο συνολικό σχέδιο ενίσχυσης της ευρωπαϊκής οικονομίας και ανέβαλε τις αποφάσεις για 15 μέρες (τεράστιος χρόνος στις παρούσες συνθήκες), αλλά -κι αυτό είναι το σημαντικότερο- απέτυχε παταγωδώς να ομοφωνήσει στα μέσα που θα χρησιμοποιηθούν για την υποστήριξη της ευρωζώνης.     

Δεν γνωρίζω ποια θα είναι η συνέχεια, όπως οποιοσδήποτε άλλος από μας, άλλωστε! Πιθανολογώ βασίμως, όμως, πως η μεγαλύτερη κρίση συνοχής στην ιστορία της ΕΕ μόλις ξεκίνησε, με απρόβλεπτες εξελίξεις και, δυστυχώς, σε πολύ απαισιόδοξη βάση ακόμη και για τις πλέον οπτιμιστικές απόψεις. Ναι, η μεγαλύτερη κρίση συνοχής στη ιστορία της ΕΕ δεν ήταν ούτε η περιπέτεια της οικονομίας το 2010, ούτε το προσφυγικό, αλλ’ ούτε και το Brexit! Και τα τρία αυτά μοιάζουν απλά προεόρτια μπροστά στην αποδιάρθρωση που απειλείται να επισυμβεί την προσεχή περίοδο. Και τον πελώριο κίνδυνο δεν γεννά η πανδημία, αλλά η αφροσύνη και η ανεπάρκεια ανιστόρητων πολιτικών ηγεσιών, οι οποίες ενώ γνωρίζουν άριστα τί διακυβεύεται και ενώ η επιστημονική εμπειρία της οικονομικής επιστήμης τους προσφέρει τα μέσα, εκείνες σκιαμαχούν ακόμη για την ξεπερασμένη μάχη των πλεονασμάτων και των ελλειμμάτων, δηλαδή τη μάχη οπισθοφυλακών εξυγίανσης των προϋπολογισμών.          

Εξηγούμαι: Η μείζων διαφωνία στη σύνοδο κορυφής της τηλεδιάσκεψης των ηγετών της ΕΕ, δεν ήταν η διαφωνία για την έκδοση ευρωομόλογου, ή μη, όπως εμφανίζουν τα περισσότερα ανόητα ελληνικά μέσα ενημέρωσης για να πουλήσουν εκδούλευση στον αδύναμο Έλληνα πρωθυπουργό, που κάτι ψέλλισε κι αυτός για το ευρωομόλογο. Επίσης, το ευρωομόλογο δεν είναι -ποτέ δεν ήταν- ένα θέμα «ευκαιρία» για να μας θυμίζουν κάποιοι στην Ελλάδα πόσο μπροστά κοίταζε ο Γιώργος Παπανδρέου, που πρώτος πρότεινε αυτή τη μέθοδο αμοιβαιοποίησης του ευρωπαϊκού χρέους. Και βέβαια, το ευρωομόλογο δεν είναι πρόσχημα διαφυγής των ευθυνών της για την αριστερά στην Ελλάδα υπό τον ΣΥΡΙΖΑ! Την αξιωματική αντιπολίτευση, που αντί να θέσει ανοιχτά και ευθέως το θέμα απολύτως αναγκαίων αλλαγών στη βάση της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής, ιδίως στην ευρωζώνη και το ενιαίο νόμισμα, με μια θολή επί της ουσίας δηλωσούλα Τσίπρα, μοιάζει να συνεχίζει να επιζητεί την πολιτική αναγνώριση των ευρωπαϊκών μηχανισμών, ενώ ο ιστορικός ρόλος της αριστεράς είναι άλλος και τέτοια ωρίμανση των συνθηκών για να διεκδικήσει αυτόν τον ρόλο του ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα έχει! 

Επίσης, η μείζων διαφωνία στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ δεν ήταν οι τραπεζικές παρεμβάσεις -αυτές στο μέτρο αρμοδιοτήτων και ανεξαρτησίας της ΕΚΤ, έχουν ήδη αναληφθεί.    

Τέλος, η μεγάλη διαφωνία δεν ήταν ο ESM και το πως θα διατεθεί το απόθεμα των 400 δισ. ευρώ που διαθέτει για διασώσεις χωρών-μελών!

Η μεγάλη και αγεφύρωτη διαφωνία στη σύνοδο κορυφής της ΕΕ, από την έκβαση της οποίας θα κριθεί η συνοχή του ευρωπαϊκού ενοποιητικού εγχειρήματος, ήταν (και είναι η ίδια εδώ και μια δεκαετία, και έχουμε αποτύχει να διαχειριστούμε προς όφελος της ενοποίησης και της πολιτικής και οικονομικής συνοχής) η δικαιότερη κατανομή πόρων στο εσωτερικό της ΕΕ!

Ας τα πάρουμε με τη σειρά!

α. Ευρωομόλογο: Σχετικά με τα ευρωομόλογο πρέπει να τονιστεί ότι ποτέ δεν ήταν πανάκεια! Φυσικά είναι ένα ισχυρό μέσο εκλογίκευσης και εξομάλυνσης των διαφορών που προκύπτουν στη διεθνή αξιολόγηση των οικονομιών διαφορετικών χωρών, που χρησιμοποιούν, όμως, το ίδιο νόμισμα. Και σήμερα πρέπει και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό αυτό και μόνο αυτόν!

Για να γίνω πιο κατανοητός, ισχυρίζομαι ότι το 2010 πράγματι το ευρωομόλογο ήταν το επιβεβλημένο μέσο, επειδή αυτό ήταν τότε και το μεγάλο πρόβλημα: Η διαφορά αποτίμησης των οικονομιών της ευρωζώνης από τους οίκους αξιολόγησης, οι οποίοι έχουν και το γενικό πρόσταγμα για τον δανεισμό κάθε χώρας, ή όχι. (Τότε η Γερμανία είχε υποδεκαπλάσια επιτόκια δανεισμού της από τα προσφερόμενα στην Ελλάδα. Και μικρότερες, αλλά επίσης μεγάλες διαφορές, και με άλλες χώρες της ευρωζώνης, την Ισπανία, την Πορτογαλία, την Ιρλανδία, την Ιταλία).

Επίσης ένα ευρωομόλογο το 2010 θα είχε την σωτήρια επίδραση να αποφευγόταν η δυσκίνητη και προσφερόμενη για μικροπολιτική εκμετάλλευση στο εσωτερικό των χωρών-μελών διαδικασία δανεισμού της Ελλάδας από κάθε μια χώρα-μέλος ξεχωριστά μέσω μνημονίων, υπό τη δαμόκλειο σπάθη κάθε φορά έγκρισης του δανεισμού προς τη χώρα μας από τα εθνικά κοινοβούλια.

Φυσικά, τότε δεν υπήρχε ο ESM, δηλαδή ένα όργανο των χωρών-μελών, που θα μπορούσε να εκδώσει ένα ευρωμόλογο να δανειστεί σε χαμηλά επιτόκια από τις αγορές και εν συνεχεία να διαθέσει τις πιστώσεις που θα είχε εξασφαλίσει στην Ελλάδα, για την αποπληρωμή του εξωτερικού χρέους της. Κι όλ’ αυτά, υπό μνημονιακή δέσμευση ενός ESM, βεβαίως, αλλ’ όχι της θλιβερής εικόνας που ζήσαμε, δηλαδή μνημονίων με κάθε χώρα και με τους Σόιμπλε κάθε χώρας για να εγκρίνουν κάθε φορά μια πίστωση προς την Ελλάδα, να κάνουν επαίσχυντη ψηφοθηρία ο καθένας στο εσωτερικό της χώρας του, δαιμονοποιώντας τους πιεζόμενους Έλληνες!                     

Είπαμε, δεν υπήρχε το 2010 ο ESM! Ναι, αλλά μπορούσε να δημιουργηθεί! Και η δυσκίνητη ΕΕ ούτε τότε κινήθηκε όσο γρήγορα έπρεπε –αν και η ανάγκη οδήγησε στο υποκατάστατο του EFSF.

Όλ’ αυτά, λοιπόν, το 2010! Σήμερα, όμως, η διαφορά αποτίμησης των οικονομιών της ευρωζώνης από τους οίκους αξιολόγησης είναι μικρή. Και οι λόγοι έκδοσης ευρωομολόγου σήμερα δεν είναι για να χρηματοδοτηθούν μια-δύο χώρες, υπό πτώχευση, αλλά το σύνολο της ευρωζώνης.

Με λίγα λόγια, το ευρωομόλογο σήμερα είναι άλλη περίπτωση από εκείνη του 2010. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένα από τα μέσα στην προσπάθεια αντιμετώπισης των συνεπειών που παράγει ο κορωναϊός, αλλά δεν αρκεί (ενώ το 2010 θα αρκούσε), αν δεν συνοδεύεται από μια ολόκληρη σειρά παράλληλων μέτρων.    

β. ESM: Ο ESM σήμερα είναι ένα ΔΝΤ της ευρωζώνης. Δηλαδή ένα απόθεμα προς χρήση στην περίπτωση που οι οικονομίες κάποιων χωρών-μελών πιέζονται. Διαθέτει ένα απόθεμα 400 δισ. για τον σκοπό αυτό, που διατίθεται κατόπιν μνημονιακής συμφωνίας με τη δανειζόμενη χώρα, κυρίως μέσω προληπτικών πιστοληπτικών γραμμών.

Όμως, είναι εργαλείο για την αντιμετώπιση κρίσεων σε μέρος της ευρωζώνης, και όχι στο σύνολό της, όπως συμβαίνει σήμερα. Γι’ αυτό και δεν είναι το μόνο κατάλληλο μέσο για να αντιμετωπιστούν τα σημερινά προβλήματα, όπως κουτοπόνηρα διατείνονται η κυρία Μέρκελ και ο κύριος Ρούτε. Οι δύο αυτές χώρες (Γερμανία και Ολλανδία) έχοντας εξασφαλίσει την (σε κάθε περίπτωση ορθή) άρση της υποχρέωσης των χωρών-μελών να μην έχουν υψηλά ελλείμματα (με την ήδη ληφθείσα  απόφαση αναστολής των υποχρεώσεων του Συμφώνου Σταθερότητας), έχουν πρόσβαση σε φθηνό εξωτερικό δανεισμό για να καλύψουν τις ανάγκες αυξημένης ρευστότητας στις οικονομίες τους. Οι άλλες χώρες-μέλη, όμως, δεν έχουν πρόσβαση σε αντίστοιχα φθηνό δανεισμό, με αποτέλεσμα και η ρευστότητα που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν για τις ανάγκες τους να είναι αισθητά μικρότερη.

Πρόκειται, δηλαδή, για λύση, που αντίκειται στον πυρήνα των σημερινού προβλήματος της ευρωπαϊκής οικονομίας: Δεν είναι πρόβλημα δημοσιονομικής εξυγίανσης (όπως επέβαλε το Σύμφωνο Σταθτερότητας), αλλά πρόβλημα δικαιότερης κατανομής των πόρων στο εσωτερικό της ευρωζώνης! Αν δεν λυθεί αυτό, το ευρωπαϊκό ενοποιητικό πρόταγμα δεν μπορεί να υπηρετηθεί! (Θα το προσπαθήσω να το εξηγήσω αυτό πιο αναλυτικά και στη συνέχεια).  

 (Στο Μέρος Β΄, οι καταλληλότερες λύσεις και γιατί είναι δύσκολο να συμφωνηθούν)

 

 

 

25 Μαρ. 2020

Η Επανάστασή μας

- 199 χρόνια μετά

Σε πολλές από τις αναφορές τους για την Ελλάδα του 1821, οι φιλέλληνες Βρετανοί (και όχι μόνον αυτοί, αλλά κι άλλοι φιλέλληνες των τότε Μεγάλων Δυνάμεων) μίλησαν με ιδιαίτερο τρόπο για τους εξεγερμένους Έλληνες. Ένα από τα σημεία που προσείλκυσε το ενδιαφέρον των ευρωπαίων για το αγωνιζόμενο ελληνικό έθνος, ήταν ο τρόπος που πολεμούσαν οι Έλληνες. Οι Βρετανοί στρατιωτικοί παρατηρητές, εντυπωσιασμένοι απ’ ό,τι έβλεπαν στις μάχες των Ελλήνων κατά των Τούρκων, υπογράμμισαν τις διαφορές που εντόπιζαν στον τρόπο του μάχεσθαι των εξεγερμένων, σε σύγκριση με ό,τι γνώριζαν για το πως έκαναν τον πόλεμο οι βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις, που τους προηγούμενους αιώνες είχαν εγκαταστήσει στην υφήλιο τη βρετανική αυτοκρατορία και είχαν επιβάλλει την αποικιοκρατία.

Οι Βρετανοί παρατηρητές, δεν μπορούσαν να κατανοήσουν τον χαρακτήρα του «πολέμου των ατάκτων» που ακολουθούσαν οι Έλληνες, ο οποίος σιγά-σιγά κατέστη και η επιλεγμένη παγίως τακτική μάχης των οπλαρχηγών, σε ό,τι αφορά τη διαχείριση των μαχητών που είχαν στη διάθεσή τους. Οι Βρετανοί ανέφεραν ότι μόλις έπεφτε το πρώτο τουρκικό βόλι, ο Έλληνες σκορπίζονταν ατάκτως για να προφυλαχτούν πίσω από βράχια και κορμούς δέντρων και συνέχιζαν με τον ίδιο τρόπο μαχόμενοι μέχρι την τελική έκβαση κάθε μάχης. Αν οι Έλληνες νικούσαν, τις περισσότερες φορές οι εναπομένουσες δυνάμεις των ηττημένων Τούρκων αποχωρούσαν για να ανασυνταχτούν για την επόμενη μάχη. Αν οι Έλληνες έχαναν, είτε έπεφταν μέχρις ενός, είτε οι ελάχιστοι που διασώζονταν διέφευγαν όπως μπορούσαν, συνήθως με την ψυχολογία των «ηττημένων της ύστατης μάχης».  

Η διαφορά διαχείρισης της ήττας σε μια μάχη, μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων κατά την επανάσταση του 1821, είναι συγκλονιστική και αν προσέξει κανένας στο βάθος της σκιαγραφεί απολύτως την τεράστια ποιοτική διαφορά ανάμεσα σ’ έναν εξεγερμένο που δεν έχει τίποτα άλλο να χάσει από τις αλυσίδες του και σ’ έναν κατακτητή που διαχειρίζεται μια εξέγερση. Γι’ αυτό όλες οι μάχες που έδιναν κατά των Τούρκων οι Έλληνες τις αντιμετώπιζαν ως την «ύστατη μάχη»!

Για να επιστρέψω, όμως, στους Βρετανούς, όταν μίλαγαν για τον τρόπο του μάχεσθαι των Ελλήνων εξεγερμένων του 1821 τον αντιδιέστελαν με τις μάχες που έδιναν συντεταγμένες στρατιωτικές βρετανικές δυνάμεις, όπου γης εκτός Βρετανίας. Οι Βρετανοί σ’ αυτές στις συγκρίσεις τους περιέγραφαν τις βρετανικές στρατιωτικές ομάδες- σε αντίθεση με τους απείθαρχους μαχόμενους Έλληνες- ως διατάξεις ενόπλων, οι οποίες προχωρούσαν σταθερά και συντεταγμένα κατά του αντιπάλου, χωρίς να διαλύονται, και όταν κάποιος στρατιώτης έπεφτε νεκρός από τα βόλια των εχθρών, ένας άλλος τον αντικαθιστούσε αμέσως, ώστε να μη θίγεται στο ελάχιστο η διατεταγμένη συγκρότηση του βρετανικού στρατιωτικού σώματος.

Η αντιμετώπιση ενός απλού μαχητή, ενός στρατιώτη, ως αναλώσιμο πολεμικό υλικό από μεριάς μιας αυτοκρατορίας, δηλαδή ενός πλήρως δομημένου συστήματος εξουσίας, είναι απολύτως ενδεικτική των πραγμάτων. Σε αντιδιαστολή, μάλιστα, με την αξιοποίηση του αναφαίρετου δικαιώματος αυτοπροστασίας (που παραχωρήθηκε στους επαναστατημένους Έλληνες του 1821, είτε εξ ανάγκης προέκυψε αυτό, είτε ήταν επιλογή των οπλαρχηγών), μπορεί να μας πει πολλά σήμερα -σ’ εμάς τους απλούς παρατηρητές της Ιστορίας- σχετικά με το βάθος κινήτρων που συνέχουν τη διαφορά στάσης σε μια μάχη. Νομίζω πως ευκρινώς αναδύεται από το σημείο αυτό, η διαφορά ψυχολογίας (που σε τελευταία ανάλυση συγκροτεί πολιτισμικό και κοινωνικό δεδομένο μεγάλου αξιολογικού βάρους) ενός μαχητή για την απελευθέρωσή του απ’ όποιον αντιλαμβάνεται ως κατακτητή του, σε σύγκριση με τον μαχητή μιας κατακτητικής δύναμης που σφετερίζεται χώρο άλλων και αγωνίζεται να διατηρήσει το φέουδό της.

Κοντά σ’ αυτό, αναμφίβολα πρέπει να θέσουμε και την παράμετρο ότι οι εξεγερμένοι Έλληνες μαχητές του 1821 όχι μόνο δεν εννοούσαν τη στράτευσή τους ως προϊόν επιβολής μιας εξουσίας, αλλ’, αντίθετα, τη βίωναν ως  απολύτως εξατομικευμένη επιλογή ακραία δραματικού χαρακτήρα, γνωρίζοντας, μάλιστα, πολύ καλά ότι πιθανότατα η ήττα θα κατέληγε σε θάνατο για εκείνους. Παράλληλα, η αίσθηση και η προσδοκία ενός οφειλόμενου ανταλλάγματος από ένα κράτος-εξουσία για τη στράτευση και τις τυχόν μάχες του κάθε στρατιώτη μετά τον πόλεμο, που χαρακτηρίζει τα οργανωμένα συστήματα κρατικής οργάνωσης και ενάσκησης εξουσίας επί των πολιτών τους στην εποχή μας, δεν υπήρχε ούτε κατά διάνοια στο δεύτερο έστω επίπεδο κινήτρων κάθε εξεγερμένου Έλληνα κατά την επανάσταση. Ουδέ καν στις συνειδητοποιημένες προσδοκίες της συντριπτικής πλειοψηφίας των εξεγερμένων μαχητών του 1821 υπήρχε η συγκρότηση ενός οργανωμένου ελληνικού κράτους. Όλα άρχιζαν και τελείωναν στον εκ των πραγμάτων και εκ πρωτογενούς αντιλαμβανόμενης ιερότητας αγνό σκοπό αποτίναξης του τουρκικού μηχανισμού σκλαβιάς των υποδούλων Ελλήνων.

Μ’ άλλα λόγια, ήταν ένα τελείως διαφορετικό πλέγμα κινήτρων, ελπίδας και προσδοκίας, που έβλεπαν στα μάτια των εξεγερμένων Ελλήνων κατά την επανάσταση του 1821 οι Βρετανοί μάρτυρες των γεγονότων, παρακολουθώντας τις μάχες και συγκρίνοντας με ό,τι γνώριζαν από τα κίνητρα, τους μηχανισμούς και τις διαδικασίες συγκρότησης και λειτουργίας του αποικιακού βρετανικού στρατεύματος.

Τα γράφω όλ’ αυτά, αναγνώστες μου, διότι φρονώ πως πίσω τους ανιχνεύεται η κληρονομημένη ως σήμερα ασυμβατότητα έναντι της «πολιτισμένης Δύσης», όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο εμείς οι Έλληνες σε τούτη τη συγκεκριμένη χώρα ακόμη και σήμερα αντιλαμβανόμαστε τη σχέση μας με το κράτος μας, προκαλώντας τη μήνι των ευρωπαίων εταίρων μας, ως δήθεν τρυφηλοί πότες και ανάξιοι εργάτες, που συσσωρεύουν δεινά σε βάρος ημών των ιδίων («και των παιδιών μας», όπως αρέσκονται να δραματοποιούν οι άκριτοι υποδοχείς κάθε δυτικής αξίας, ακόμη και της πιο ανόητης και αποδεδειγμένα άστοχης).

Εδώ σε μας, η συγκρότηση του κράτους δεν δομήθηκε πάνω στις άνωθεν νόρμες που επέβαλαν τα συστήματα εξουσιών σ’ όλες τις δυτικές χώρες από τον Μεσαίωνα έως τη  συγκρότηση των εθνικών κρατών. Στηρίχτηκε στα χέρια εξεγερμένων απλών ανθρώπων, που δεν ήθελαν απλά να βελτιώσουν τη ζωή τους (όπως εν πολλοίς συνέβη στις αστικές επαναστάσεις στη Γαλλία το 1789 και την βόρειο Αμερική το 1773, όπου σε διαμάχες υπόβαθρου κατανομής πλούτου πρωτίστως εξαντλήθηκαν τα κίνητρα των εξεγερμένων), αλλά εμάχοντο με καθαρά  εθνικοαπελευθερωτικά κίνητρα, πολιτισμικά και ηθικά επιβαλλόμενα από την ιστορική και γεωπολιτική πρόσληψη του ελληνισμού, ως συλλογικής οντότητας, που είχε δικαίωμα λόγου στην περιοχή και τον κόσμο, και το δικαίωμα αυτό της είχε αφαιρεθεί.

Το 1821, δηλαδή, και τα κίνητρα των αγωνιστών του αποτελούν οριακό υπαρξιακό και ταυτοτικό στοιχείο του ελληνισμού και μόνον έτσι (συνεχίζουμε να) το βλέπουμε οι σημερινοί Έλληνες. 

Φυσικά υπάρχει τεράστια διαφορά προσληπτικής αξιολόγησης των κινήτρων που έφεραν οι εξεγερμένοι του 1821, όταν αυτά τα κίνητρα εξετάζονται από μεριάς διαχειριστών των υπερεθνικών μηχανισμών εξουσίας του 17ου αιώνα, πέραν των Βρετανών (για τους οποίους ήδη μίλησα), για παράδειγμα εν προκειμένω του Μετέρνιχ ως εκπροσώπου της τότε αυστριακής υπερδύναμης. Η ελληνική εξέγερση για τους διευθύνοντες τα συστήματα εξουσιών και με όρους γεωπολιτικών συμφερόντων (δηλαδή πέρα και πάνω από τις πολιτικές εξουσίες στο εσωτερικό μιας ευρωπαϊκής χώρας της εποχής αυτής), είναι μάλλον φυσικό να ακουγόταν ως το προμήνυμα αμφισβήτησης και της δικής τους διεθνούς ισχύος, παρά ως αγώνας για ανθρώπινες αξίες. (Τηρουμένων των αναλογιών, εξ ίσου και με αντίστοιχο τρόπο θα μπορούσε να εξηγηθεί και η αυθόρμητη αντίδραση Ντάισελμπλουμ στην εποχή μας, για τους πότες και τεμπέληδες μεσογειακούς, που τολμώντας να διαμαρτύρονται για τη μεταχείρισή τους από την ευρωζώνη εντός της κρίσης, δεν θα μπορούσε ποτέ να τους αναγνωρίζεται από τη σημερινή ευρωπαϊκή γραφειοκρατία ότι έχουν κίνητρα υπεράσπισης ανθρώπινων αξιών στη σημερινή εποχή -διαβίωση εκτός φτώχειας, δικαίωμα στο κοινωνικό κράτος κ.λπ.-, αλλά μόνο ως επίδοξοι ανατροπείς ισχύοντος συστήματος εξουσίας -της Ε.Ε. και της ευρωζώνης, δηλαδή- μπορούσαν να γίνουν αντιληπτοί).                    

Γενικώς, για κάθε επαναστατημένο άνθρωπο όπου γης και όποιας εποχής, η εξέγερση μπορεί νά ‘ναι και για καλό, ενώ για κάθε εξουσιαστή δεν εγκυμονεί κάτι άλλο παρά την απειλή ανατροπής της επικυριαρχίας του.

Αυτά αδυνατούσαν (και ακόμη αδυνατούν) να κατανοήσουν οι Βρετανοί παρατηρητές και οι λοιποί ευρωπαίοι που το 1821 κατέγραφαν των αγώνα των «ατάκτων Ελλήνων»!

Σε μια προβολή του χρόνου που έκτοτε διήλθε γίνεται έτσι κατανοητό γιατί στη Δύση περίπου είναι κυρίαρχη η άποψη ότι εμείς οι Έλληνες οφείλουμε την κατά παραχώρηση των ηγεμόνων της εποχής εκείνης ελευθερία μας στην υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων και κάπου εκεί οφείλουμε ευγνωμοσύνη (με το αζημίωτο, βεβαίως, όπως η Ιστορία έχει έκτοτε αναμφίβολα αποδείξει). Και δεν οφείλουμε την ελευθερία μας στους αυτόχειρες του Σουλίου, τους εγκλείστους του Μεσολογγίου ή τους υδραίους μπουρλοτιέρηδες!  (Σ’ αυτούς, μόνον επετειακές αναφορές είναι επιτρεπτές από μέρους μας κατά τη λογική των δυτικών, αφού οι αμόρφωτοι και πολιτικά ανώριμοι καριοφιλοφόροι του ’21 ποτέ δεν θα μπορούσαν -πάντα κατά τους δυτικούς- να συνιστούν την πολιτική βάση για τη συγκρότηση ενός κράτους).

Ταυτόχρονα, γίνεται έτσι κατανοητό γιατί μόνο με το κίνημα του φιλελληνισμού το 1821 θα μπορούσε ποτέ να ενεργοποιηθεί ευρωπαϊκή αλληλεγγύη προς τους επαναστατημένους Έλληνες. Δηλαδή, κινήσεις αλληλεγγύης ως απόρροια αυθόρμητου κινήματος ευρωπαίων  πολιτών της εποχής για την υποστήριξη μιας εξέγερσης που γινόταν για τις ανθρώπινες αξίες. Και ποτέ ως συντεταγμένη πολιτική επιλογή παρέμβασης στις τότε διεθνείς εξελίξεις από μεριάς του Μέτερνιχ και των λοιπών Μεγάλων Δυνάμεων.  

Ο ιστορικός πατερναλισμός βάρβαρης ανάμιξης των ευρωπαίων στις εσωτερικές ελληνικές πολιτικές εξελίξεις έκτοτε (με την ανομολόγητη τεκμηρίωση ότι η ανάμιξη αυτή φέρει τα αγαθά κίνητρα επιβολής διευθετήσεων που δεν μπορούν να εξασφαλίσουν οι αμόρφωτοι  «ξεβράκωτοι», αλλά πάντα στο υπόστρωμα με υπαρκτά τα κίνητρα προαγωγής συμφερόντων τους), δεν έχει ως σήμερα αρθεί!    

Για να επιστρέψω στο πώς Έλληνες και ευρωπαίοι αντιλαμβάνονται διαφορετικά οι μεν από τους δε τη σχέση τους ως πολίτες με το κράτος τους, στηριζόμενος σε όσα εξέθεσα ως τώρα, συνάγω ότι: Η σχέση του πολίτη μιας δυτικής δημοκρατίας με το κράτος του, δεν είναι σχέση «ιδρυτικού παράγοντα» με τον συγκροτημένο πολιτειακό θεσμό! Εν πολλοίς στην  αίσθηση του δυτικού πολίτη έχει εμφιλοχωρήσει η παράμετρος μιας άνωθεν και κατά παραχώρηση απόκτησης του δικαιώματος ύπαρξης του κράτος του. Στην Ελλάδα η αίσθηση αυτή προσλαμβάνει από την εξέγερση του 1821, όπως εξήγησα, υπαρξιακά και ταυτοτικά χαρακτηριστικά για τη συγκρότηση του ίδιου του ελληνικού κράτους, με παρεπόμενο ζήτημα το πολίτευμα! Για να το πω απλότερα: Οι πολίτες σε μια δυτική δημοκρατία εμφορούνται από τη βεβαιότητα ότι και χωρίς τις τυχόν εξεγέρσεις τους (σε όσες χώρες έγιναν τέτοιες εξεγέρσεις, γιατί δεν έγιναν σε όλες) το κράτος θα υπήρχε ούτως ή άλλως! Στην Ελλάδα, αντίθετα, η ύπαρξη του κράτους σήμερα, είναι αντιληπτή από τους πολίτες ως ευθεία συνέπεια και αποτέλεσμα της εξέγερσης του 1821 και οι μαχητές της επανάστασης είναι κατ’ απόλυτη κυριολεξία ήρωες, στους οποίους οφείλουμε απολύτως τη σημερινή πολιτειακή παρουσία και οντότητά μας, και χωρίς τους οποίους απλούστατα δεν θα τις είχαμε!

Σε τέτοια βάση αντιλαμβανόμενης σχέσης με το κράτος τους, οι Έλληνες πολίτες και σήμερα σε πολύ σημαντικό βαθμό προσδίδουν στο πλαίσιο της τρέχουσας στάσης και της επαφής τους με τις πολιτικές εξελίξεις όχι κάποιον απροσδιόριστο ρόλο πολιτικής μονάδας για τον καθένα από μας, αλλά του μέλους μιας ιδιότυπης συλλογικότητας, εξεγερτικά φορτισμένης εκ παράδοσης, νοητικά και γενετικώς πολιτικά εμπεδωμένη μέσα μας, για την προάσπιση όσων θεωρούμε δικαιώματά μας.

Αποτιμώντας το πολιτικό σκηνικό σήμερα με εφαλτήριο αναλυτικών συμπερασμάτων εκπηγαζόντων από την επανάσταση του 1821, πρέπει να πω ότι φυσικά στην Ελλάδα του 21ου αιώνα υπάρχει θέμα βαθμού ωρίμανσης της δημοκρατίας! Απέχοντας χρονικά μια μόλις ανάσα από τη 200η επέτειο της ελληνικής επανάστασης, νομίζω οφείλουμε  όλοι να αναλογιστούμε τα αίτια απόκλισης της χώρας μας από τους βαθμούς δημοκρατικής ωρίμανσης σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αναμφίβολα, υπάρχουν ελληνικά αίτια γι’ αυτό! Προς εντοπισμό και διόρθωση από ‘δω και πέρα! Ωστόσο, τον καίριο αιτιολογικό παράγοντα για την εν λόγω δημοκρατική «ανωριμότητά» μας διακρίνω περισσότερο στον πατερναλιστικό παρεμβατισμό των  ευρωπαίων φίλων μας, επί δύο συναπτούς αιώνες και με βασικό κίνητρο της ανάμιξης εκείνων την προαγωγή συμφερόντων ισχυρών χωρών πέραν της Ελλάδας. Δεν είμαστε «δημοκρατικά αλάνθαστοι» οι Έλληνες, όπως δεν είναι και κανένας άλλος λαός. Άλλωστε, η δημοκρατία δεν είναι άλλο από το αποδεδειγμένα ως σήμερα καταλληλότερο -και όχι αλάθητο- πολιτικό μέσο για την καλύτερη διαχείριση της μοίρας ανθρώπων οργανωμένων σε σχήματα κρατικά, ανθρώπων-πολιτών, μ’ άλλα λόγια! Δημοκρατία είναι η άριστη μέθοδος να βιώνουμε το πολιτικώς τρέχον και σε τελευταία ανάλυση την ίδια την ιστορία «τη στιγμή που συμβαίνει».

Αν υπάρχει κάτι που θα ευχόμουν και θα στόχευα μετά από 200 χρόνια της εξέγερσης του 1821, και υπό το βάρος των πολιτικών δεδομένων του σήμερα, θα ήταν μια όψιμη δικαίωση του Καραϊσκάκη, του Κολοκοτρώνη, του Νικηταρά και του Παπαφλέσσα και όλων των  άλλων ηρώων. Μια δικαίωση παραχωρημένη εξ ίσου και από κοινού από τους σημερινούς Έλληνες και τους σημερινούς ευρωπαίους στη μνήμη τους! Μια ιστορική δικαίωση, που θα συνοψιζόταν στην δέσμευση από μεριάς ημών των Ελλήνων ότι η δημοκρατική μας ωρίμανση ως συντεταγμένο κράτος, θα είναι το πρώτο μέλημά μας, για την Ελλάδα που έρχεται. Ταυτόχρονα, τη συνειδητή, ειλικρινή και μη ανακαλούμενη από ‘δω και πέρα απόφαση των ευρωπαίων να πάψουν να αναμιγνύονται εδώ με τον τρόπο και τα κίνητρα που το έκαναν ως σήμερα και με τις γνωστές αρνητικές συνέπειες. Έχουν πλήρως ωριμάσει οι ιστορικές και συμβολικές προϋποθέσεις, ώστε η Ελλάδα να αφεθεί πλέον μόνη στη διαχείριση των εσωτερικών  πολιτικών μας υποθέσεων και την εξ ιδίων σχεδίαση και υλοποίηση του όποιου γεωπολιτικού και στρατηγικού ρόλου της αναλογεί. Αυτή η οφειλή προς την Ελλάδα δεν μπορεί ακόμη μια φορά να παρέλθει χωρίς την οφειλόμενη αναγνώρισή της.

 

 

 

 

23 Μαρ. 2020

Η νοσούσα φύση

και η πανδημία

...Ενώ πρακτικά και επιστημονικά (δηλαδή σε επίπεδο τεχνοκρατικού ορθολογισμού) καμιά σχέση δεν μπορούν να έχουν οι επιπτώσεις της Κλιματικής Αλλαγής με την εμφάνιση ενός καινούριου ιού, ηθικά και ψυχολογικά γεννάται ένα ερώτημα: Μπορεί το είδος των ανθρώπων να διατηρεί αλώβητη την ψευδαίσθηση ότι υγιαίνει και εξελίσσεται κανονικά και με διαρκή εκθετική πρόοδο, όταν διαβιεί σε περιβάλλον που νοσεί;... 

Περισσότερα στο "Σχόλια και Σκέψεις" στο link:  http://www.molyvi.com/420747112/6887742/posting/%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%83%CF%85%CE%B6%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7

 

 

 

 

21 Μαρ. 2020

Σάρωση… 

Άρκεσαν λίγα 24ωρα για να αποκαλυφθεί πλήρως πόσο αδύναμη και ανώριμη για τον ρόλο που διεκδικεί είναι (πάντα ήταν) η Ευρωπαϊκή Ένωση για να αναλάβει τις υποχρεώσεις της απέναντι στους πολίτες της.

- Τη στιγμή που οι οικονομίες μας καταρρέουν, οι υπουργοί Οικονομικών  τηλεδιασκέπτονταν για να μας πουν ότι …θα κάνουν ό,τι πρέπει, χωρίς να μας λένε τί πρέπει να γίνει,

- Όταν ο ιός επεκτεινόταν εκείνοι και πάλι τηλεδιασκέπτονταν με τον Ερντογάν του «κανενός κρούσματος» για να μας πουν ότι εξετάζουν το ενδεχόμενο να επανενεργοποιήσουν την Τελωνειακή Ένωση ΕΕ-Τουρκίας, σαν αντάλλαγμα και αμοιβή προς την Άγκυρα για τη συνέχιση ισχύος της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας για το προσφυγικό, …η οποία συμφωνία λόγω κορωναϊού απλά δεν μπορεί να εφαρμοστεί,  

- Εκείνοι, που πριν μερικές μέρες επισκέφτηκαν τον Έβρο για μας «χαρίσουν» τη δήλωση ότι «τα σύνορα της Ελλάδας είναι τα σύνορα της ΕΕ» (υπονοώντας φυσικά ότι από ‘κει και μετά θα επικρατούσε κάποια ελευθερία διακίνησης και μετακινήσεων), είναι οι ίδιοι που ανέχονται χρόνια τώρα τα κλειστά σύνορα του Ορμπάν και του Κουρτς. Και φυσικά είναι οι ίδιοι που σήμερα κλείνουν ο ένας μετά τον άλλον τα σύνορα ο καθένας της χώρας του, για να ξορκίσουν το κακό, …αν και εκείνο είναι ήδη εκεί,

- Τη στιγμή που χιλιάδες ευρωπαίοι πολίτες αντιμετωπίζουν το θάνατο, ξανα-τηλεδιασκέπτονταν για να αποφασίσουν ότι …θα συσσωρεύσουν, λέει, απόθεμα υγειονομικού υλικού!   

Αυτά είναι μερικά παραδείγματα.

Κορυφαία ένδειξη ανεπάρκειας, όμως, είναι η χθεσινή ανακοίνωση φον ντερ Λάιεν, η οποία αφού πρώτα είχαν προηγηθεί αλλεπάλληλες ανακοινώσεις χωρών-μελών ότι γράφουν πια στα παλιά τους τα παπούτσια τους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας (διότι οι οικονομίες τους αντιμετωπίζουν κίνδυνο ολοσχερούς καταστροφής), εκείνη ανέφερε καταϊδρωμένη ότι αίρονται οι περιορισμοί του Συμφώνου Σταθερότητας (δηλαδή μας χάρισε αυτό που οι χώρες-μέλη είχαν ήδη εφαρμόσει χωρίς να την περιμένουν).

Φυσικά, όλ’ αυτά έγιναν όπως πάντα λίγο διαφορετικά στην Ελλάδα, όπου -ένα μόνο παράδειγμα- ο κ. Άδωνης Γεωργιάδης μας καθησύχασε ότι εξακολουθεί να διαπραγματεύεται με τους θεσμούς για να συναινέσουν στην αναστολή (έστω την αναστολή, ρε φίλε) των κατασχέσεων πρώτης κατοικίας!!! Δεν το έχει ήδη ανακοινώσει μόνος του!!! Φανταστείτε μια Ελλάδα που θα υποδεικνύει ως οργανωμένο κράτος να μένουμε σπίτι μας κατά της επιδημίας, αλλά θα ξεσπιτώνει πολίτες για την εξυγίανση των τραπεζικών  ισολογισμών! (Ας τα αφήσουμε, όμως, τα ελληνικά για άλλη στιγμή…)

Η εικόνα, λοιπόν, της ΕΕ, μας αρέσει δεν μας αρέσει (κι εμένα δεν μ’ αρέσει) είναι εικόνα θεσμού υπό διάλυση. Διάλυση λειτουργική και εσωτερικής πεποίθησης περί της αναγκαιότητας -ή, έστω, της χρησιμότητάς- της, για τις χώρες-μέλη και τους πολίτες της.         

Όπως και να εξελιχτεί η πανδημία (και ευχή όλων μας να έχουμε τις καλύτερες εξελίξεις το συντομότερο), από αυτήν την περιπέτεια και μετά η ΕΕ δεν θα είναι η ίδια. Η επανίδρυση και ανασυγκρότησή της για την αποκατάσταση στοιχειωδών όρων πειστικότητας του ευρωπαϊκού ενοποιητικού προτάγματος έναντι των ευρωπαίων πολιτών, είναι ανάγκη εκ των ων ουκ άνευ.

Φανταστείτε, φερ’ ειπείν, την επόμενη συνεδρίαση του eurogroup, θεσμικού οργάνου που «ξέμεινε» από …ρόλο!  Ναι, το πανίσχυρο όργανο που αποφάσιζε χρόνια τώρα με ολέθριες συνέπειες για τις ζωές μας, απώλεσε μέσα σε λίγες μέρες κάθε νομιμοποίηση να λαμβάνει αποφάσεις για όλους μας. The party is over! 

Δεν γνωρίζω ούτε μπορώ σήμερα να αποτιμήσω εάν αυτή η μεγάλη και αναγκαία εδώ και πολλά χρόνια κίνηση επανίδρυσης της ΕΕ θα αναληφθεί. Χρειάζονται ισχυρές ηγεσίες που δεν υπάρχουν. Ελπίζω μόνο ότι η ανάγκη θα παίξει τον ακατάλυτο ρόλο της.

Δεν ξέρω επίσης αν το ευρωομόλογο (που ακόμη, λέει, σκέπτονται αν θα το υιοθετήσουν!) θα έλυνε κάποιο πρόβλημα, στην οικονομία –για να μείνουμε μόνο στην οικονομία! Έχω την εντύπωση πως too little too late πλέον για τα ευρωομόλογα. Δεν ξέρω καν αν τα ομόλογα οποιουδήποτε θα ήταν σήμερα η λύση. Πολύ αμφιβάλλω!  

Θεωρώ στις παρούσες συνθήκες τραγική την εικόνα χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών τραπεζών ως δήθεν πανάκειας. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν χάσει από την αρχή της κρίσης το 2010 τη μάχη, όταν αντί να γίνουν οι απολύτως αναγκαίες αλληλοδιαγραφές χρέους, υιοθετήθηκε η διάσωση των ισχυρών σε βάρος των αδυνάμων, μόνο και μόνο «για να τα κάνει μασούρι» ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, συσσωρεύοντας πλεονάσματα στη χώρα του. Όπως και όποτε τελειώσει αυτή η περιπέτεια της πανδημίας, οι ευρωπαϊκές τράπεζες, όσο κι αν αποτιμώνται οι μετοχές τους στα χρηματιστήρια, κι όσο και αν έχουν εξυγιανθεί οι ισολογισμοί τους, δεν θα μπορούν πια να κάνουν τη βασική δουλειά τους (δηλαδή να χρηματοδοτούν τις οικονομίες), αν δεν κοπεί αμέσως και κυκλοφορήσει άφθονο χρήμα. Όσο κι αν ακόμη φτωχύνουμε τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά για να αιμοδοτούμε από το εισόδημά μας (που θα είναι ήδη λιγότερο λόγω της πανδημίας και των συνεπειών της) τις τράπεζές μας, οι ευρωπαϊκές τράπεζες είναι ήδη εκτός μάχης. Και έχουμε προβλήματα επιβίωσης πλέον στην ΕΕ να λύσουμε μπροστά μας, από το να πετάμε ακόμη περισσότερα χρήματα στη μαύρη τρύπα των διασώσεων. Οι τράπεζες στην Ευρώπη πρέπει πλέον άμεσα όλες να κρατικοποιηθούν, να διαγραφούν μαζικά χρέη και να τροφοδοτηθούν με πληθωριστικό χρήμα για τον επόμενο γύρο. Πόλεμο δεν λένε ότι έχουμε; Ε, τέτοια μέτρα λαμβάνονται εν καιρώ πολέμου!    

Άφησα τελευταίο το θέμα της δημοκρατίας!

Είναι φανερό ότι καίρια μέρη της δημοκρατικής θεσμικής συγκρότησης στην Ευρώπη έχουν ήδη αρθεί. Δεν μπορούμε σήμερα να κάνουμε ψύχραιμη συζήτηση και εξέταση της ορθότητας των μέτρων περιορισμού της ατομικής ελευθερίας, όταν το διακύβευμα είναι η δημόσια Υγεία με απειλές συνεπειών της κλίμακας του κορωναϊού. Θα το δούμε αργότερα, όταν θά ‘μαστε όλοι καλά και πάλι -ελπίζουμε γρήγορα!

Προσώρας μία παρατήρηση: Ουαί και αλλοίμονο, αν οι περιστάσεις και η άρση του πλαισίου ατομικών ελευθεριών, μεταπέσουν από επιλογή ανάγκης σε πολιτικό μέσο! Να είμαστε από τώρα εξηγημένοι: Όποιες ηγεσίες κάνουν «επικοινωνία» με την πανδημία ή τολμήσουν να εκμεταλλευτούν πολιτικά το πλαίσιο περιορισμένων ελευθεριών λόγω της πανδημίας για να «περάσουν» και άλλες πολιτικές επιλογές τους, θα μας βρουν μπροστά τους. Άλλο δημόσια Υγεία και άλλο Δημοκρατία. Αυτά τα δύο οφείλουν να βρουν έναν τρόπο συνύπαρξης και συλλειτουργίας χωρίς να αλληλοεξοντώνονται.