Μολυβάκι

15 Οκτ. 2020

Υπάρχει  plan B

στα ελληνοτουρκικά;

Με την παρούσα σύνοδο κορυφής της ΕΕ και τις (μη) αποφάσεις σχετικά με την αντιμετώπιση της τουρκικής επιθετικότητας στην ανατολική Μεσόγειο, στην ουσία παγιώνεται μια νέα κατάσταση ισορροπίας στις ευρωτουρκικές σχέσεις! Πρόκειται για μια κατάσταση που σαφέστατα στρέφεται κατά των ελληνικών και των κυπριακών δικαιωμάτων στην περιοχή και η οποία αφορά στην αναγνώριση εκ του αποτελέσματος της δυνατότητας στην Τουρκία να προχωρεί σε αλλεπαλληλες και επανειλημμένες παραβιάσεις κυριαρχικών δικαιωμάτων δύο χωρών-μελών της ΕΕ, με την ευρωπαϊκή αντίδραση να περιορίζεται σε φραστικές καταδίκες. Και μάλιστα, καταδίκες χωρίς οποιοδήποτε πρακτικό αντίκρισμα σε βάρος της Τουρκίας, ώστε να υπηρετείται τουλάχιστον συμβολικά η εντύπωση ότι ασκούνται κάποιες πιέσεις διεθνών καταλογιστικών συνεπειών κατά της Τουρκίας και να αποθαρρύνεται εν είδει μηνύματος προς την παγκόσμια κοινότητα η πρακτική «πειρατικής» διπλωματίας, στην οποία εξειδικεύεται η Άγκυρα.

Το αδιέξοδο είναι προφανές: Το μόνο μέτρο κατά της Τουρκίας για τις σκαιότατες αλλεπάλληλες προκλήσεις κατά της Ελλάδας και της Κύπρου στις οποίες προβαίνει, είναι η συζήτηση για κυρώσεις. Κυρώσεις, όμως, οι οποίες μόνο θα συζητούνται και θα επισείονται ως δυνητική ευρωπαϊκή επιλογή, αλλά ουδέποτε θα υιοθετηθούν. Μια διαρκής προειδοποίηση, με άλλα λόγια, καθόλου πειστική ως προς τον διακηρυττόμενο σκοπό να αποτρέψει την τουρκική επιθετικότητα, απλούστατα διότι οι ίδιοι οι ευρωπαίοι θεωρούν ότι τυχόν αυστηρή στάση της ΕΕ επί του προκειμένου δεν προάγει τα ευρωπαϊκά συμφέροντα.

Η περίπτωση είναι απολύτως ενδεικτική του διπλωματικού επαρχιωτισμού και του συμπλέγματος της Γερμανίας, να διεκδικήσει αυξημένου βάρους διεθνή λόγο, -έναν σκοπό που αποτελεί διακαή πόθο του Βερολίνου. Η ψευδαίσθηση ότι οι απειλές και οι πατερναλισμοί είναι το ενδεδειγμένο μέσο για να ασκείται αποτελεσματική παρεμβατική εξωτερική πολιτική, όπως έγινε κατά τη δεκαετία της οικονομκής κρίσης στην ευρωζώνη προ πανδημίας, προφανώς δεν μπορεί να στηρίξει βιώσιμη εξωτερική πολιτική ισχυρού παρεμβατισμού της Γερμανίας στην ευρύτερη περιοχή.

Η κατά τα άλλα οξυδερκέστατη καγκελάριος προδήλως αδυνατεί να κατανοήσει ότι η οικονομία δεν αρκεί για να παραχθεί διπλωματία ισχυρού κράτους. (Άλλωστε, στο Βερολίνο υπό αξιολόγηση είναι ακόμη εάν ήταν ορθή ή εσφαλμένη η δημοσιονομικά  περιοριστική οικονομική πολιτική της περασμένης δεκαετίας -στην έκταση και με τα μέσα που η πολιτική αυτή εφαρμόστηκε στην ευρωζώνη- παρά τα ξεκάθαρα υπαναπτυξιακά αποτελέσματά της. Αν, λοιπόν, στη καγκελαρία χρειάζονται τόσον χρόνο για να συνομολογήσουν στην οικονομία το αυτονόητο και να αλλάξουν γραμμή, στην εξωτερική πολιτική και τη διπλωματία, που είναι πολύ πιο σύνθετη υπόθεση, πώς να το έκαναν;)      

Η επιμονή μου στον ρόλο του Βερολίνου για τις προφανώς εξελισσόμενες άγονα ευρωτουρκικές σχέσεις, δεν γίνεται από κάποια αντιγερμανική μανία. Επιβάλλεται από τη διαπίστωση ότι εάν η Γερμανία επιθυμούσε θα μπορούσε να «περάσει» στην ΕΕ τις κυρώσεις κατά της Τουρκίας και γενικότερα μια περισσότερο αποφασιστική ευρωπαϊκή αντίδραση κατά του Ερντογάν. Μάλιστα, στις περισσότερες χώρες-μέλη της ΕΕ φαίνεται να έχει εμπεδωθεί η εντύπωση του πόσο ασύμβατες είναι οι ευρωτουρκικές σχέσεις με μια στάση ανοχής απέναντι στην επιθετικότητα της Άγκυρας.

Επομένως, ο λόγος της αφασικής ευρωπαϊκής αντίδρασης στις εξαιρετικά προκλητικές τουρκικές ενέργειες σε βάρος δύο χωρών-μελών της ΕΕ, αναζητείται στη γερμανική επιλογή προς τούτο, και όχι σ’ ένα γενικευμένο κλίμα στις χώρες-μέλη της ΕΕ (όπως συνέβαινε με τη στάση της ΕΕ στο ζήτημα της ελληνικής χρεοκοπίας, όταν όλες σχεδόν οι χώρες-μέλη, καλώς ή κακώς, συμφωνούσαν ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να περιοριστεί δραματικά στο δημοσιονομικό επίπεδο). Εδώ η Γερμανία σχεδόν μόνη οδηγεί την ΕΕ στη στάση ανοχής απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα.

Τα πράγματα είναι ακόμη χειρότερα, διότι εδώ δεν έχουμε έστω να κάνουμε με μια  στάση -σωστή ή λάθος- απορρέουσα ίσως από την εκτίμηση ότι η επιβολή κυρώσεων της ΕΕ κατά της Τουρκίας θα είχε επιπτώσεις σε βάρος της ευρωπαϊκής οικονομίας που σήμερα δοκιμάζεται από την πανδημία. Αντίθετα, μέσα στη σημερινή γερμανική πραγματικότητα φαίνεται να έχει ενσταλαχθεί η εντύπωση ότι η ελληνοτουρκική διένεξη στην ανατολική Μεσόγειο είναι μια κατάσταση που τροφοδοτείται από τους εκατέρωθεν εθνικισμούς και όχι μια ξεκάθαρη περίπτωση επιθετικών ενεργειών της μίας πλευράς (της Τουρκίας) σε βάρος της άλλης (της Ελλάδας και της Κύπρου).

(Μόλις προ ημερών ο έγκυρος Spiegel σημείωνε: «Η διαμάχη είναι περισσότερο συμβολική, καθώς υπάρχουν πιθανώς μόνο μικρές ποσότητες αερίου στα επίμαχα ύδατα που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν και να είναι κερδοφόρα. Ωστόσο, τόσο η τουρκική όσο και η ελληνική πλευρά έχουν αναδείξει το θέμα με την εθνικιστική τους ρητορική. Δεν είναι πλέον ζήτημα νομικών ζητημάτων, αλλά εθνικής κυριαρχίας»!!!) Πρόκειται για ιστορικό κείμενο εγκυρότατου γερμανικού μέσου, που, ως κλίμα,  αποδεικνύει πόσο μακριά από την πραγματικότητα διαμορφώνονται οι αποφάσεις του Βερολίνου για την πολιτική του στην ανατολική Μεσόγειο. Η ελληνοτουρκική διένεξη δεν είναι αμφισβητήσεις κυριαχικών δικαιωμάτων χωρών-μελών της ΕΕ, αλλά ..υποκινούμενες από εκατέρωθεν εθνικισμούς ρητορικές. Τί να πει κανένας;…)

Ωστόσο, το θέμα δεν είναι τί κανει η Γερμανία, αλλά το πώς ενεργεί η Ελλάδα για να υπερασπιστεί κυριαρχικά δικαιώματά της! Και, ανάμεσα στα άλλα, ποιές πρωτοβουλίες και δραστηριότητες αναλαμβάνει για να τοποθετηθεί το ζήτημα της ανατολικής Μεσογείου μέσα στη Γερμανία αλλά και την ευρύτερη διεθνή κοινότητα στις πραγματικές του συνισταμένες: Οι συνεχείς καταπατήσεις των κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας και της Κύπρου από πλευράς της Τουρκίας στην ανατολική Μεσόγειο δημιουργούν μείζονα αποσταθεροποίηση στην ευαίσθητη περιοχή, αποτελούν κραυγαλέες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου, και τυχόν ανοχή απέναντι σ’ αυτές προοιωνίζεται θερμές αναμετρήσεις απειλώντας ευθέως την ειρήνη. Η ελληνοτουρκική διένεξη δεν είναι μια αμφιλεγόμενη διμερής διαφορά αλλά μια ολοφάνερη περίπτωση επιθετικών ενεργειών της μίας πλευράς (της Τουρκίας) απέναντι στην άλλη (την Ελλάδα και την Κύπρο).

Και -κυρίως- χρειάζεται (δηλαδή απαιτείται) η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη να επιδείξει την αποφασιστικότητα και τη σοβαρότητα που απαιτούν οι περιστάσεις!

Δεν μπορεί ο Τουρκος υπουργός Ενέργειας και Φυσικών Πόρων, Φατίζ Ντονμέζ να διακηρύσσει ανερυθρίαστα ότι : "…το Ορούτς Ρέις έφθασε στο σημείο ερευνών και κάναμε τις πρώτες δοκιμές, σήμερα θα ξεκινήσουμε σεισμικές έρευνες στην Ανατολική Μεσόγειο (μέσα σε ελληνική υφαλοκρηπίδα)" και η αντίδραση του Έλληνα κυβερνητικού εκπροσώπου, Στέλιου Πέτσα να είναι "…Δεν θα σχολιάζουμε κάθε δήλωση Τούρκου αξιωματούχου…"!!!

Ούτε είναι νοητό ο υπουργός Επικρατείας, Γιώργος Γεραπετρίτης, να ερωτάται  ποιές είναι οι «κόκκινες γραμμές» για την Ελλάδα στην ανατολική Μεσόγειο και να δηλώνει ότι οι «κόκκινες γραμμές» για την Αθήνα είναι τα χωρικά ύδατα στα έξι ναυτικά μίλια, όταν το διεθνές δίκαιο αδιαπραγμάτευτα και χωρίς καμιά εξαίρεση ορίζει ότι είναι αναφαίρετο δικαίωμα κάθε παράκτιου κράτους να επεκτείνει όποτε κρίνει σκόπιμο τα χωρικά του ύδατα στα 12 μίλια!!!  Αληθινά, ο υπουργός Επικρατείας δεν αντιλαμβάνεται ότι με τη δήλωσή του αυτή καθιστά δυνητικό τμήμα μιας ελληνοτουρκικής διαπραγμάτευσης ένα αναφαίρετο κυριαρχικό δικαίωμα της Ελλάδας;                           

Κι ακόμη, ο ίδιος ο πρωθυπουργός είναι αδιανόητο να δηλώνει σε συνέντευξή του (στα ΝΕΑ) ότι επιθυμεί διαπραγμάτευση γενικώς για την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, αφήνοντας ορθανοιχτό ότι σε μια τέτοια διαπραγμάτευση ενδεχομένως θα μπορούσε να τεθεί το θέμα αυτοεξαίρεσης της Ελλάδας από το μη επιδεχόμενο αμφισβήτηση δικαίωμά της να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 μίλια!!!

Διαπραγμάτευση για την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ (του Καστελλόριζου και μόνον και φυσικά όχι της Καρπάθου, της Ρόδου και της Κρήτης!!!), ναι! Ποτέ για τα άλλα νησιά μας και για τα χωρικά μας ύδατα ως τα 12 μίλια!

Και, δυστυχώς, δεν είναι αυτές οι «κόκκινες γραμμές» της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης!

Επαναλαμβάνω κάτι που έχω ξαναπεί: Τυχόν συμφωνία Μητσοτάκη με την Τουρκία πέραν των «κόκκινων γραμμών» που προανέφερα δεν μπορεί να τύχει ίδιας αντιμετώπισης με τη συμφωνία των Πρεσπών, στο πλαίσιο της (εν πολλοίς υποκριτικής) δήλωσης του σημερινού πρωθυπουργού ότι η Ελλάδα υποχρεούται να εφαρμόσει αυτή τη συμφωνία ως απόρροια διεθνούς δικαίου.

Τυχόν διαπραγμάτευση και πολύ περισσότερο συμφωνία με την Τουρκία που θα περιορίζει την ελληνική υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ για τα νησιά μας (πλην Καστελλόριζου, όπως είπαμε) και το δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων μας στα 12 μίλια, παραβιάζει το διεθνές δίκαιο. Και κάθε επόμενη ελληνική κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να μην εφαρμόσει τέτοια τυχόν ελληνοτουρκική συμφωνία, στην οποία θα έχει -ό μη γένοιτο- συναινέσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης!

 

 

 

 

10 Οκτ. 2020

Θα την πάθει ο Μπάιντεν

όπως η Χίλαρι;

ημ: Δεν αλλάζω ατζέντα!

Η δίκη της Χρυσής Αυγής παραμένει το μείζον περιστατικό του δημοκρατικού βίου μας κατά τη μεταμνημονιακή περίοδο. Νομίζω, όμως, πως χωρίς να γνωρίζουμε και τις ποινές δεν διαθέτουμε όλα τα αναγκαία στοιχεία για να αποτιμήσουμε στο αναγκαίο βάθος την υπόθεση και τις επιδράσεις της στη δημοκρατία μας.    

Ποινές βαριές θα είναι το απαραίτητο συνοδό στοιχείο της δηλούμενης (ακόμη και από απρόσμενες πλευρές –και γι’ αυτό ελεγχόμενης ειλικρίνειας) πρόθεσης να τελειώνουμε με τον χρυσαυγητισμό. Ποινές χάδια, θα είναι η πολιτική βάση για τη διαιώνιση του νεοναζιστικού φαινομένου και την επανεκδήλωσή του στο πολιτικό προσκήνιο.

Ας περιμένουμε λίγο ακόμη, λοιπόν! Εδώ θα ‘μαστε να τα λέμε…)

Από τις δημοσκοπήσεις στις ΗΠΑ, αναδύεται η εικόνα ελαφρού πλεονεκτήματος για τον υποψήφιο των Δημοκρατικών, Τζο Μπάιντεν, να κερδίσει τις προεδρικές εκλογές του ερχόμενου Νοεμβρίου. Στις ίδιες δημοσκοπήσεις ο Μπάιντεν εμφανίζεται να πλεονεκτεί στην πρόθεση ψήφου έναντι του Ντόναλντ Τραμπ σε περιφέρειες-κλειδιά (τόσο στη συνολική λαϊκή ψήφο, όσο και σε εκλέκτορες) καθώς και σε ηλικακές κατηγορίες, που δίνουν τη νίκη.

…Και τα καλά νέα τελειώνουν εδώ!...

Διότι προσεκτικότερη παρατήρηση των δεδομένων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι βρισκόμαστε κοντά στο ενδεχόμενο επανάληψης του δράματος των προεδρικών εκλογών στις ΗΠΑ το 2016, όταν συνέβη το αδιανόητο: Οι Αμερικανοί πολίτες προτίμησαν (αν και όχι στη συνολική λαϊκή ψήφο) τον μέχρι τότε μάλλον γελοίο πολιτικά Ντόναλντ Τραμπ για πρόεδρό τους!

Για τη μαζική στροφή των Αμερικανών στον πολιτικό παραλογισμό έχουν γραφτεί πολλά. Και θα συνεχίσουν να γράφονται, όσο η μεγάλη δυτική υπερδύναμη θα συνεχίσει τον μετεωρισμό της ανάμεσα στα δύο μοντέλα του δυτικού δημοκρατικού συστήματος: τη «δημοκρατία της οικονομίας», από τη μία πλευρά, και τη «δημοκρατία της κοινωνίας», από την άλλη! Αυτό, όμως, που μετράει εδώ είναι τί κάνουν όσοι αντιτίθενται στον «τραμπισμό» (επιτρέψτε μου τον νεολογισμό, εννοώ την προσφυγή στο προδήλως απρόσφορο και ακατάλληλο στο πλαίσιο της προσπάθειας για θεραπεία του φθίνοντος καπιταλισμού της εποχής μας) για να αποκρουστούν οι αφροσύνες που παράγουν τέραστια δημοκρατική ζημία στο δυτικό μοντέλο, αντί να συμβάλλουν στην προσπάθεια ανόρθωσής του.

Στις αμερικανικές εκλογές του 2016  ένα «πολύ δικό μου» πρόσωπο βρέθηκε μέσα στο επιτελείο των Δημοκρατικών και έζησε «από τα μέσα» την περιπέτεια. Λίγα 24ωρα πριν ανοίξουν οι κάλπες μιλήσαμε στο τηλέφωνο και τον ρώτησα ποιά ήταν η εκτίμηση για το αποτέλεσμα. «Οι εκλογές έχουν κριθεί», μου απάντησε. «Το μόνο που απομένει να απαντηθεί είναι πόσο ευρεία θα είναι η νίκη της Χίλαρι», πρόσθεσε.       

Σε επίμονη αναφορά μου σε στοιχεία που με έκαναν να ανησυχώ, ήταν κατηγορηματικός: Καμιά περίπτωση δεν υπήρχε να κέρδιζε ο αστείος Τραμπ!

Το ίδιο κλίμα εφησυχασμού και πολιτικής «ανετίλας» βλέπω και σήμερα και ανησυχώ ξανά (ελπίζοντας πολύ εντονότερα από την προηγούμενη φορά να διαψευστούν οι ανησυχίες μου). Μια εικόνα καλοζωισμένων Αμερικανών αστών, τόσο παραδομένων στην τρυφηλότητα (πολιτική και εισοδηματική) του βίου τους, που αδυνατούν να κατανοήσουν υπόγειες (ή και επίγειες) διεργασίες στην αμερικανική κοινωνία του 21ου αιώνα, με τα ποσοστά των ανθρώπων που ζουν στη χώρα σε συνθήκες εξαθλίωσης και φτώχειας, να αυξάνονται δραματικά επί 10 και πλέον συνεχόμενα έτη. Θα μπορούσε ποτέ αυτός ο πολιτικός συβαριτισμός των Αμερικανών Δημοκρατικών να προσελκύσει τα εκατομμύρια πολιτών που διαβιούν δύσκολα σε μια αναπόφευκτης αναγκαιότητας πια πορεία «επανόρθωσης» του εισοδηματικού παραλογισμού, που προκαλεί η κατανομή των πόρων στο πλαίσιο του καπιταλισμού; Εγώ, λέω, όχι!         

Μια ακόμη παρατήρηση επ’ αυτού -και παρακαλώ κρατήστε μόνο τον πολιτικά συμβολικό χαρακτήρα της: Η «περσόνα» Νάνσι Πελόζι, φυσική ηγετίδα των «γαϊδάρων», στις δημόσιες εμφανίσεις της είναι ντυμένη με καταπληκτικά ρούχα και  μαζί με τα παρελκόμενα της αμφίεσής της το κόστος της «εικόνας» της κάθε φορά ανέρχεται σε χιλιάδες δολάρια. Τα πολλά εκατομμύρια έντονα πιεζόμενων εισοδηματικά Αμερικανών πολιτών πολύ δύσκολα θα συμπαρατάσσονταν θυμικά με τέτοια δημόσια εικόνα, η οποία διατείνεται ότι εκπροσωπεί πολιτικά τα συμφέροντά τους. Σημαίνει αυτό ότι οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να βάλουνε κουρέλια για να γίνουν πολιτικά πειστικοί; Φυσικά όχι! Μέτρα αποκαθήλωσης της εμπεδωμένης στην αμερικανική κοινωνία εντύπωσης ότι οι Δημοκρατικοί είναι ορκισμένο συστημικό στήριγμα οφείλουν να λάβουν. Και όχι, βεβαίως, για να ανατρέψουν το σύστημα –είναι απολύτως ανώριμη στην αμερικανική δημοκρατία τέτοια σκέψη! Απλά για να φανούν ουσιαστικά στρατευμένοι  στην προσπάθεια επανορθωτικής παρέμβασής τους στον φθίνοντα καπιταλισμό ο λόγος! (Πολιτικό στοιχείο που με εντυπωσιακή αποτελεσματικότητα υπηρέτησε ο Μπάρακ Ομπάμα).

Οι φετινές εκλογές στις ΗΠΑ συμπίπτουν με το αμερικανικό δράμα του κορονοϊού, που αποτελεί ένα ακόμη ηχηρό σύμπτωμα πολυεπίπεδης παρακμής της χώρας. Η συλλογική ανασφάλεια των Αμερικανών παράγει ένα απρόβλεπτο στοιχείο που θα επηρεάσει ασφαλώς το εκλογικό αποτέλεσμα: Είναι πειστικότερο σε μια βαθιά πληττόμενη από την πανδημία κοινωνία να παρεμβαίνεις πολιτικά αποσυμπιέζοντας την αίσθηση του πλανώμενου κινδύνου, ή όχι; Οι Δημοκρατικοί παρεμβαίνουν σ’ αυτή τη συζήτηση μιλώντας για την απολύτως πραγματική τεράστια υγειονομική απειλή από τον κορονοϊό (δηλαδή αντιπαρατίθενται στον Τραμπ), αλλά επί του ζητούμενου, δηλαδή, την ανάγκη υποστήριξης των δημόσιων συστημάτων υγείας στις ΗΠΑ, ως του κύριου -αν όχι του μόνου- μέσου αντιμετώπισης του προβλήματος μάλλον σιωπούν.  

Ο Τραμπ ανεύθυνα και επικίνδυνα απομυθοποιεί τον κίνδυνο και ο Μπάιντεν τον υπογραμμίζει. Υγειονομικά και σε επίπεδο πολιτικής υπευθυνότητας δεν χωράει συζήτηση ποιος έχει την ορθή στάση! Στις κάλπες, όμως, τί θα μετρήσει περισσότερο; Σημαίνει αυτό ότι οι Δημοκρατικοί θα πρέπει να κάνουν τις ανευθυνότητες του Τραμπ; Φυσικά όχι! Για τα δημόσια συστήματα Υγείας οφείλουν να μιλήσουν, αλλά στις φετινές εκλογές, παρ’ όλη τη συγκυρία της πανδημίας, ο προεκλογικός λόγος πολύ λιγότερο από τις προηγούμενες εκλογές στέκεται στα ζητήματα δημόσιας Υγείας και των πολιτικών θέσεων και προτάσεων σχετικά με εκείνη.

Μήπως οι Δημοκρατικοί αποφεύγουν το θέμα της αναφοράς στα δημόσια συστήματα Υγείας επειδή θα ήταν μειονεκτικό πεδίο για εκείνους; Το αντίθετο! Το Obamacare παραμένει κεντρικό στις ΗΠΑ στην ατζέντα σχετικά με τις δημόσιες πολιτικές για την Υγεία. Υπήρξε το κεντρικό σημείο αντιπαράθεσης με τους Ρεπουμπλικάνους ακόμη και μετά τη νίκη Τραμπ και τις αδιάκοπες προσπάθειες του τελευταίου να το καταργήσει (χωρίς να το πετύχει πλήρως).  Τί σημαίνει η σιωπή των Δημοκρατικών σχετικά μ’ αυτό; Παρατηρώ τη μακρά αποχή του Μπάρακ Ομπάμα από πειστικές δηλώσεις υποστήριξης του αντιπροέδρου του. Σπάνια συμβαίνει αυτό στις ΗΠΑ, όπου πρώην πρόεδροι παίρνουν ενεργά μέρος στις προεκλογικές καμπάνιες υπέρ των υποψήφιων διαδοχών τους από το κόμμα τους. Μήπως εδώ υπάρχει δικαιολογημένη δυσαρέσκεια από μεριάς του πρώην Αμερικανού προέδρου, ο οποίος θεωρούσε το Obamacare πολιτική ναυαρχίδα του πλαισίου αλλαγών επί προεδρίας του;     

Επίσης, το ίδιο το πρόσωπο του Μπάιντεν, προέρχεται από το ράφι της β΄ πολιτικής διαλογής. Ο ίδιος αρκετό καιρό πριν το διεκδικήσει ταλαντευόταν αν θα διεκδικούσε να είναι υποψήφιος, ή όχι. Ακόμη και η ηλικία του είναι πρόβλημα. Ο «συνομηλικός" του λαϊκιστής Τραμπ έχει τρόπους να επιδεικνύει τη ζωτικότητά του (είναι και στον χαρακτήρα του η «φιγούρα»). Ο Μπάιντεν όχι! Σημαίνει αυτό ότι ο υποψήφιος των Δημοκρατικών θα έπρεπε να προσφύγει στις ανοησίες επίδειξης των σωματικών αντοχών του; Φυσικά όχι! Αλλά ένας άνθρωπος κοντά στα 80, όπως και να το κάνουμε, δύσκολα πείθει ότι μπορεί να αλλάξει τα κακώς κείμενα. Μάλλον ως υποψηφιότητα «συστημικής ανάγκης» είναι πιθανότερο να προσλαμβάνεται, για να αποκρουστεί το ενδεχόμενο της πολύ πιο αντισυστημικής προσωπικότητας του Μπέρνι Σάντερς, παρά ως ουσιαστική πολιτική αντιπρόταση στις ανευθυνότητες του Τραμπ.         

Μα, και ο Σάντερς της ίδιας ηλικίας είναι, λένε πολλοί! Σωστά! Μόνον που εκείνος είχε ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα εφηβικής θάλεγε κανένας να εκρητικότητας, αντί για τα γερασμένα προγραμματικά αναμασήματα του Μπάιντεν.

Το πρόβλημα του «προσώπου Μπάιντεν» να εκπροσωπήσει πολιτικά την εντεινόμενη απαίτηση για ουσιαστικές αλλαγές στις ΗΠΑ είναι τόσο εμφανές, ώστε ο στυλοβάτης του αμερικανικού συστήματος, οι New York Times, επιστρατεύτηκαν να πείσουν την αμερικανική κοινή γνώμη ότι «μπορεί». Παρά ταύτα, σε σύγκριση με προηγούμενες εκλογές πολλά αμερικανικά μέσα σιωπούν σχετικά με το ποιον στηρίζουν!  

Όλα, λοιπόν, στο στρατόπεδο Δημοκρατικών-Μπάιντεν προγραμματικά φαίνεται  να εξαντλούνται στα αισθήματα αντι-Τραμπ που είναι ευρύτατα διαδεδομένα ανάμεσα στους Αμερικανούς πολίτες. Κι αυτό σίγουρα δείχνει προγραμματική ανεπάρκεια! Σημαίνει μήπως αυτό ότι οι Δημοκρατικοί δεν θα έπρεπε να επενδύσουν πολιτικά στις ανοησίες του Τραμπ; Φυσικά όχι! Παράλληλα με την προσπάθεια αποκάλυψης των πραγματικά τραγικών συνεπειών της προεδρίας Τραμπ, οι Δημοκρατικοί όφειλαν (κι ακόμη το χρωστάνε) να έχουν ρητές αναφορές στα ανατροπές που προγραμματικά δεσμεύονται να προχωρήσουν.     

Κυρίως, όμως, η απειλή να επανεκλεγεί ο Τραμπ αναδύεται από την απροθυμία των Δημοκρατικών να εκπροσωπήσουν πολιτικά την επόμενη περίοδο τις ανάγκες αλλαγών, για τις οποίες βοά ως επιβιωτική ανάγκη του ο φθίνων καπιταλισμός της εποχής μας.

Το ζήτημα αυτό δεν είναι πρόβλημα μόνο για τις ΗΠΑ αλλά διαπερνά το σύνολο του λεγόμενου δυτικού κόσμου. Και αν δεν επιλυθεί οι Τραμπ, οι Μπολσονάρου  και οι Ορμπάν θα καταπιούν τη δυτική δημοκρατία με μια χαψιά. Κι αυτό πρέπει να αποτραπεί με κάθε κόστος.

 

 

 

 

7 Οκτ. 2020

Ο Μιχαλολιάκος και τ’ άλλα παιδιά

δεν προέκυψαν από παρθενογένεση

Κίνητρο του παρόντος σχολίου το δικαστικό φινάλε της δίκης του νεοναζιστικού εσμού! Όχι, όμως, για να πω κι εγώ ό,τι λέει κάθε πολίτης που σέβεται κατ’ ελάχιστον τη δημοκρατία και τους θεσμούς της, καταδικάζοντας τους νοσταλγούς του χιτλερισμού. Αυτό για μένα και όσους ασπάζονται ανάλογες απόψεις με τις δικές μου είναι αυτονόητο! (Η επανάληψη του, δηλαδή, είναι μεν απαραίτητη, πρέπει δε να εκφέρεται με τη συναίσθηση ότι δεν παράγει σοβαρά αποτελέσματα σε επίπεδο διαμόρφωσης πολιτικών συσχετισμών δύναμης και γι’ αυτό δεν έχει παρά μόνο συμβολικό χαρακτήρα και σχεδόν καθόλου πρακτικά πολιτικό).

Κίνητρο, λοιπόν, του παρόντος σχολίου είναι το μεγάλο κενό που εγώ βιώνω σχετικά με τις πολιτικές αναφορές της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη σχετικά με το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής, και την ηχηρή σιωπή της δημοκρατικής και προοδευτικής παράταξης (πολιτικά εκπροσωπούμενης στις μέρες μας κυρίως από τον ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία) σε απάντηση στα όσα αντιστόρητα και προκλητικά για τη δημοκρατική νοημοσύνη μου ανέφεραν ανερυθρίαστα η δεξιά πολιτική παράταξη της χώρας και η πολύ συγκεκριμένη σημερινή ηγεσία της!

Και πριν πιάσουμε το κυρίως θέμα μας, μια διαπίστωση: Θεωρώ τη σιωπή του ΣΥΡΙΖΑ και της ηγεσίας του απέναντι στις σοβαρότατες δημοκρατικές προκλήσεις που με αφορμή τη Χρυσή Αυγή εκτοξεύουν Κυριάκος Μητσοτάκης και το κόμμα του απέναντι στους προοδευτικούς και δημοκράτες πολίτες, τερατικά εσφαλμένη σε πολιτικό επίπεδο και παραταξιακά επιεικώς απαράδεκτη. Δεν είναι επιτρεπτό σήμερα στον ΣΥΡΙΖΑ να αυτοαναλώνονται στην ανάλυση του τι είπε ο Τσακαλώτος και οι προκλήσεις Κυριάκου Μητσοτάκη να περνάνε έτσι! Αν θέλετε, υπό την ιδιότητα μου ως μέλος της Κεντρικής Επιτροπής Ανασυγκρότησης (ΚΕΑ) του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία (αν και η πολιτική ιδιότητά μου  επικαθορίζεται για λόγους αρχής ως προϊόν της ατομικής στάσης μου απέναντι στις εξελίξεις, και μόνον, και όχι ως συνέπεια μιας συλλογικής υπόθεσης, όπως μια κομματική ένταξη και δη και από καθοδηγητικό πόστο), αυτό που σήμερα (επιδιώκει να) κάνει το παρόν σχόλιο είναι να (προσπαθήσει να) καλύψει το μεγάλο κενό που αφήνει πίσω της η σιωπή του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία (και των άλλων κομμάτων του ούτω καλούμενου προοδευτικού χώρου) απέναντι σε όσα τολμούν να εκστομίζουν σήμερα χωρίς καμιά αιδώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Στέλιος Πέτσας για τη Χρυσή Αυγή και την πολιτική καταγωγή του νεοναζισμού. Και ως προσωπική στάση το σχόλιο αυτό, παρακαλώ να εκληφθεί ως εντονότατη διαμαρτυρία κατά του ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και της ηγεσίας του, για την πρωτοφανή δραπέτευσή τους από την άκαμπτη υποχρέωσή τους να υπερασπίζονται με απόλυτη προτεραιότητα και έναντι οιουδήποτε άλλου πολιτικού σκοπού,  τη δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία. Ως προσωπική κατάθεση, δηλαδή, της άρνησής μου να σιωπήσω κι εγώ, ανεχόμενος τις λογικά και ιστορικά ασύδοτες αναφορές Μητσοτάκη-ΝΔ  (όπως κάνουν ο ΣΥΡΙΖΑ-Προοδευτική Συμμαχία και η ηγεσία του) ζητώ να εκληφθεί το παρόν σχόλιο! Και ταυτόχρονα, ως δημόσια δέσμευση πριν απ’ όλα απέναντι στον εαυτό μου (διότι ούτε πολιτικός είμαι, ούτε φιλοδοξώ να γίνω ποτέ, για να έχει άλλη διάσταση και κίνητρα η δημόσια δέσμευσή μου έναντι οποιουδήποτε άλλου, ει μη μόνον εμού του ιδίου) ότι αυτές οι παραχαράξεις της δημοκρατικής λογικής από τους εξειδικευμένους στην τέχνη της πολιτικής εξαπάτησης των πολιτών, Μητσοτάκη και σία, δεν θα μένουν ποτέ αναπάντητες!

Διότι, όπως λέει και ο τίτλος, «Ο Μιχαλιάκος και τ’ άλλα παιδιά δεν προέκυψαν από παρθενογένεση»! Έχουν πολιτική καταγωγή σαφέστατα περιγεγραμμένη και ιστορικά απολύτως διακριβωμένη οι νεοναζιστές. Από τη μεταπολεμική ελληνική δεξιά προέρχονται και στο μαλακό υπογάστριό της ευδοκίμησαν και έχουν φτάσει ως σήμερα, στα σπλάχνα της γαλουχήθηκαν και έχυσαν το δηλητήριό τους στην ελληνική κοινωνία, το δεξιό κράτος και παρακράτος συστηματικά χρησιμοποίησαν για τις έκνομες ενέργειές τους, δολοφονώντας, τότε και σήμερα, προοδευτικούς και δημοκράτες πολίτες και δημοκρατικά και αριστερά στελέχη αλλά και απλούς υποστηρικτές της εγχώριας αριστεράς, για να καμώνεται σήμερα ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Στέλιος Πέτσας ούτε λίγο-ούτε πολύ ότι τη Χρυσή Αυγή τη δημιούργησε ο  …ΣΥΡΙΖΑ όταν έκανε αντιμνημονιακό αγώνα (!!!) και η πρόκληση αυτή να μένει αναπάντητη!

Εκτός από τον θρασύτατο βιασμό της ιστορίας που συνεπάγεται αυτή η αναφορά της σημερινής ΝΔ, παράταξης και ηγεσίας, υπάρχουν και βαρύνοντες πρακτικοί πολιτικοί λόγοι που αυτά δεν πρέπει να μένουν ούτε λεπτό αναπάντητα. Ένας απ’ αυτούς τους λόγους είναι ότι κάτω από διεφθαρμένη μπαγκέτα Πέτσα, ένας πανίσχυρος και όλως δι’ όλου αντιδημοκρατικός μηχανισμός μέσων παραπληροφόρησης ξαναγράφει την ιστορία, ξεπλένοντας τους πολιτικούς γενάρχες του χρυσαυγητισμού, αποσιωπώντας την πληθώρα πριν τον Παύλο Φύσσα δολοφονιών δημοκρατών από τους προπάτορες του Μιχαλολιάκου και των άλλων παιδιών και παραχαράζοντας την ξεκάθαρη πολιτική ταυτότητα του νεοναζισμού, ως ιδιότυπο παρακλάδι της δεξιάς!  Οι νέοι αυτά δεν τα γνωρίζουν και δεν υποχρεούνται να τα γνωρίζουν! Γι’ αυτούς η εγκληματική δράση αυτού του εσμού ξεκίνησε από τον Παύλο Φύσσα!

Δεν έχουν μάθει για τον Γρηγόρη Λαμπράκη. Δεν έχουν ακούσει την ιστορία του Νικηφόρου Μανδηλαρά. Δεν έχουν πληροφορηθεί πώς δολοφονήθηκε ο Σωτήρης Πέτρουλας. Ακόμη και για τον Νίκο Τεμπονέρα λίγα έχουν ακούσει. Επί πλέον, η δολοφονία Γρηγορόπουλου, ως κάποια «ατυχής στιγμή» περίπου περιδιαβάζει στις πολιτικές μνήμες τους, όπως τους έχει αφηγηθεί επίμονα η δεξιά πολιτική παράταξη, αποκρύπτοντας το αναμφίβολο: Ότι ένας μπάτσος χωρίς καμιά δεύτερη σκέψη τράβηξε το κουμπούρι  και έβαλε κατά ενός δεκαντάχρονου παιδιού, δολοφονώντας το!

Ψευδέστατες αφηγήσεις, λοιπόν, φτάνουν από τον μηχανισμό της μιντιακής δικτατορίας που έχει στηθεί (και που δρα εδώ και μια εικοσαετία περίπου στη χώρα μας) με το αζημίωτο σήμερα από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και τους συν αυτώ, στ’ αυτιά των νέων.  Κι όταν, κοντά σ’ αυτές τις ψευδέστατες αφηγήσεις, ακούνε και το λογικό και ιστορικά τοξικό ξεσάλωμα του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι όλ’ αυτά και τη Χρυσή Αυγή τα έφερε ο ΣΥΡΙΖΑ, και την ίδια ώρα ο ΣΥΡΙΖΑ σιωπά, η παραπλάνηση καραδοκεί και ήδη δρα και παράγει πολιτικά αποτελέσματα υπέρ των νεοναζιστών!  Πώς; Μα, πριν και πάνω απ’ όλα, κάνοντας μερίδα της νέας γενιάς να αισθάνεται ότι ο χρυσαυγητισμός, όσο δεν ξεψυχάει (και η πείρα έχει δείξει ότι δεν θα ξεψυχήσει τόσο εύκολα), παρεπιδημεί αναμένοντας την επόμενη ευκαιρία βυσσοδομώντας μέσα στην αριστερά και τη δημοκρατική παράταξη! Και δεν τρέφεται από την πολιτική δεξιά, με την οποία έχουν παράλληλες και συχνά επάλληλες διαδρομές. Θα το αφήσουμε αυτό να περνάει έτσι;

Και ποιοί είναι εκείνοι που παραπλανούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι δήθεν το φυτώριο των νεοσσών του φιδιού, αποκρύπτοντας την αποδεδειγμένη πολιτική καταγωγή του νεοναζισμού από τη δεξιά;

- Είναι εκείνοι που ανέτρεψαν εκλεγμένο και λαοπρόβλητο πρωθυπουργό στο βασιλικό πραξικόπημα του 1965, ανοίγοντας τον δρόμο στη χούντα που ήρθε δύο χρόνια αργότερα,

- Είναι όποιοι παρήγαγαν το πολιτικό πλαίσιο ευδοκίμησης του ΙΔΕΑ και των ακροδεξιών, που υπήρξαν οι αυτουργοί του επί επταετία βιασμού της δημοκρατίας,

- Είναι όσοι δολοφονούσαν τον Ελή, και τους εξεγερμένους του Πολυτεχνείου,    

- Είναι εκείνοι που -όπως αποκαλύπτει μη επιδεχόμενο διάψευση εμπιστευτικό έγγραφο του Βρετανού πρεσβευτή στην Αθήνα προς το Φόρεϊν Όφις- αναφέρονται στον ρόλο του Αβέρωφ (κατοπινού προέδρου της Νέας Δημοκρατίας) ως "γέφυρας" μεταξύ της χούντας και του πολιτικού κόσμου επί δικτατορίας,

- Είναι εκείνοι, που στις δεύτερες εκλογές αμέσως μετά την πτώση της χούντας υποδέχτηκαν και φιλοξένησαν το κόμμα εκφραστή των νοσταλγών της δικτατορίας, την «Εθνική  Παράταξη», μέσα στο δικό τους κόμμα, τη Νέα Δημοκρατία,

- Είναι εκείνοι, που με αρχηγό τον Σαμαρά έστρωναν τον δρόμο στη Χρυσή Αυγή να εκδράμει στις γειτονιές της Αθήνας για «να ανακαταλάβει τις πόλεις μας», όπως διακήρυττε ο τότε πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, του οποίου στη συνέχεια αμετακίνητος πρωτοκλασσάτος υπουργός έγινε και ο σημερινός αρχηγός του κόμματος και ήδη πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, (που τώρα θρασύνεται να δηλώνει δημόσια ότι τους νεοναζιστές τους έφερε ο ΣΥΡΙΖΑ),   

- Είναι οι υποκινητές της ανατροπής για μια ακόμη φορά λαοπρόβλητου και εκλεγμένου πρωθυπουργού, για να γίνει ο ίδιος Σαμαράς πρωθυπουργός,

- Είναι αυτοί που στελέχη της παράταξής τους δεν δίσταζαν να νεύουν στους ψηφοφόρους του Μιχαλολιάκου να προστρέξουν στη «λογική Χρυσή Αυγή»,

- Είναι όσοι έστελναν τους ξεβράκωτους βουκεφάλες και τους περικεφαλαιοφόρους να διαδηλώνουν κατά της συμφωνίας των Πρεσπών,         

- Είναι οι ίδιοι, που ακόμη και σήμερα ξεπατικώνουν με καρμπόν το κλίμα και τις πρακτικές των ημερών της δολοφονίας του Νίκου Τεμπονέρα, υποκινώντας γονείς να επιτίθενται κατά μαθητών σε κατειλημμένα σχολεία και διακινδυνεύοντας νέο αίμα στον κήπο της παιδείας,

- Είναι ακόμη εκείνοι που δεν ντρέπονται να στέλνουν στα σπίτια των μαθητών δηλώσεις αποκήρυξης προς υπογραφή από τους γονείς τους, επαναλαμβάνοντας το όνειδος των χειρότερων εποχών του αντικομμουνισμού,          

- Είναι αυτοί, που με χρυσαυγήτικες μεθόδους βάζουν ξανά ομάδες μπάτσων να μπουκάρουν μέσα σε σπίτια πολιτών και τους ξυλοφορτώνουν, ξεπερνώντας και τη χούντα των συνταγματαρχών.

Θα μπορούσα να λέω και να γράφω για ώρες! Αλλά αρκεί…  

Σε κανένα τείχος που υψώνει η δημοκρατία απέναντι στον νεοναζισμό δεν χωράνε αυτοί.

Κατανοώ την ανάγκη απεύθυνσης και τη δημοκρατική προαίρεση της «Ελευθεροτυπίας» να διευρύνει όσο γίνεται το δημοκρατικό μέτωπο κατά του χρυσαυγητισμού. Αλλά αυτό δεν θα γίνει κατορθωτό τοποθετώντας στην ίδια μεριά του φράχτη τον πρωθυπουργό και πρόεδρο κόμματος του οποίου ο γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου του συνομιλούσε με τον τραμπούκο Κασιδιάρη μεθοδεύοντας εκτροπές. Ούτε φιλοξενώντας στο αντι-χρυσαυγήτικο μέτωπο μέσα στις σελίδες της κείμενο του διαδόχου του στο οποίο ο γράφων δεν έχει την ελάχιστη τσίπα να αποφεύγει αναφορές, όπως ότι τον χρυσαυγητισμό έφεραν «…τα θολά νερά των “αντιμνημονίων”, στις συνοικίες του μίσους και στις πλατείες των “αγανακτισμένων”. Λες και ο νεοναζισμός εμφανίστηκε τώρα πρόσφατα πριν καμιά δεκαετία και πριν δεν υπήρχε. Και λες και τις «συνοικίες του μίσους» τις εξέθρεψαν οι αντιμνημονιακές κινητοποιήσεις και όχι το «εμπρός ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας» που κινητοποιούσε τους δολοφόνους του Περάματος και το οποίο διακήρυττε μεγαλοφώνως ο αρχηγός του κόμματός του, τον οποίο ο ίδιος διαδέχτηκε.   

Το μεγάλο και αρραγές μέτωπο κατά του χρυσαυγητισμού δεν θα προκύψει από μια σημερινή πολιτική «σούπα», που θα ξεπλένει τις δεδομένες και αδιαμφισβήτητες πολιτικές καταγωγές του από συγκεκριμένη πολιτική παράταξη, τη δεξιά, και τους συγκεκριμένους αρχηγούς της που συνέβαλαν αποφασιστικά στην αναθάρρυνση του νεοναζισμού στη σημερινή μορφή του.     

Σήμερα, αυτή την ιστορική για τη δημοκρατία ημέρα που αναμένουμε την απόφαση του δικαστηρίου για τη Χρυσή Αυγή, θα συμβάλλουμε όλοι οι δημοκράτες και οι προοδευτικοί πολίτες στην ενδυνάμωση και αναθεμελίωση του δημοκρατικού τείχους κατά του νεοναζισμού, ενθυμούμενοι από ποια πολιτική οικογένεια προέρχονται οι δολοφόνοι. Γιατί δημοκρατικό τείχος άνευρο και στερημένο από τις απαραίτητες αναφορές στην ιστορία δεν είναι στέρεο.

Για να τιμηθεί η  μνήμη του Παύλου Φύσσα σήμερα η θυσία του απαιτείται να μετατραπεί σε εγερτήριο του νέου ανένδοτου αγώνα κατά των προκλητικών για τη δημοκρατική νοημοσύνη μας αναφορών του Κυριάκου Μητσοτάκη. Ιερός σκοπός του αγώνα αυτού δεν μπορεί να είναι το ιστορικό ξέπλυμα των πολιτικών γεννητόρων του νεοναζισμού, αλλά η απομόνωση και η καταδίκη τους με σημερινούς πολιτικούς όρους. Η μέρα ανακοίνωσης της απόφασης του εφετείου για τους πρωτεργάτες του εγκληματικού εσμού, οφείλει να θέσει απερίφραστα τα πολιτικά προτάγματα των καιρών μας. Που δεν είναι άλλα από την εκδίωξη το συντομότερο της παράταξης που εξέθρεψε τους χρυσαυγήτες από τη θέση που τους παρέχει σήμερα την αήθη δυνατότητα να εξεμέσσουν ασύγγνωστα ψεύδη για την πολιτική προέλευση των αυτουργών της δολοφονίας του Παύλου.

 

 

 

 

3 Οκτ. 2020

Τα ευρωτουρκικά διχάζουν την ΕΕ

Με την απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ, για την οποία δυστυχώς για την Ελλάδα ο Κυριάκος Μητσοτάκης δήλωσε ικανοποιημένος, ουσιαστικά έκλεισε ένα σημαντικό κεφάλαιο των ευρωτουρκικών σχέσεων. Και έκλεισε με τρόπο που όχι μόνο δεν αποτελεί θετική βάση για την περαιτέρω εξέλιξη των σχέσεων της ΕΕ με την Τουρκία, αλλά παράλληλα εδραιώνει το αντικείμενο των διαφιλονικούμενων θαλάσσιων περιοχών στην ανατολική Μεσόγειο σαν μέρος μιας θεματολογίας που ετέθη κατόπιν αλλεπαλληλων και προκλητικότατων κινήσεων, παγιώνοντας το ωφέλιμο για τα τουρκικά συμφέροντα αποτέλεσμα της πρακτικής πειρατικού τύπου αμφισβήτησης κυριαρχικών δικαιωμάτων χωρών-μελών της ΕΕ, ως μέσου για διαμορφώνεται ατζέντα διαλόγου για διεθνείς υποθέσεις.

Ούτε λίγο-ούτε πολύ, με την τελευταία απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ αυτό που προκύπτει ως αποτέλεσμα είναι ότι η Τουρκία κέκτηται το δικαίωμα όποτε εκείνη κρίνει ότι την συμφέρει να παράγει διεθνείς εξελίξεις, με μέσο ακραίες για τις πάγιες διπλωματικές πρακτικές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου. Και αυτή η πρακτική έγινε αποδεκτή από την ΕΕ, σε μια ντροπιαστική για την ισχύ και τον διεθνή ρόλο που διεκδικεί για τον εαυτό της απόφαση, με την οποία προδήλως επιβεβαιώνεται ότι τα συμφέροντα κάποιων χωρών-μελών «μετράνε» περισσότερο από κάποιων άλλων.

Θα μου πείτε: σιγά το νέο! Εδώ επί μία δεκαετία και πλέον διαρκούσης της οικονομικής κρίσης τα συμφέροντα της Γερμανίας επικαθόρισαν την πολιτική στην ΕΕ που σήμερα ελέγχεται πανταχόθεν ως εσφαλμένη, η οποία παρέδωσε στην πανδημία μια ευρωπαϊκή οικονομία αδύναμη και δομικά πάσχουσα και η οποία αδυνατεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις συνέπειες των λοκντάουν. Σωστά! Μόνο που εδώ υπάρχει μια τεράστια διαφορά: Οι οικονομίες ανθούν και ταλαιπωρούνται εν τη ρύμη του ιστορικού χρόνου, αλλά πάντα οι πληθυσμοί αναδομούν τις οικονομικές λειτουργίες τους μετά από καταστροφές. Στην περίπτωση των θαλάσσιων ζωνών στην ανατολική Μεσόγειο για την Ελλάδα και την Κύπρο αυτό που επαπειλείται ως ενδεχόμενο είναι να παραχθούν συνέπειες σε βάρος των δύο χωρών-μελών της ΕΕ μη επιδεχόμενες επανόρθωση! Διότι, απλούστατα, όποιο τμήμα της επικράτειας που με βαση το ισχύον διεθνές δίκαιο τους ανήκει τυχόν αφαιρεθεί εν προκειμένω από την Ελλάδα ή την Κύπρο, ως αποτέλεσμα μιας διαπραγμάτευσης, δεν υπάρχει περιθώριο επανόρθωσης της ζημίας. Θα πρόκειται για επικράτειες που θα έχουν χαθεί οριστικά! (Όπως οριστικά χάθηκε ελληνική επικράτεια στη θαλάσσια περιοχή της Κρήτης από τη διμερή συμφωνία Ελλάδας-Αιγύπτου για την ΑΟΖ στην περιοχή αυτή, η οποία προβλέπει -μικρή μεν, υπαρκτή δε- μείωση της ελληνικής επικράτειας προς όφελος της Αιγύπτου).                             

Γι’ αυτόν τον λόγο και μόνον η απόφαση της συνόδου κορυφής της ΕΕ είναι τυπικά και ουσιαστικά απαράδεκτη και αντιβαίνουσα τις θεμελιώδεις συνθήκες της ΕΕ, με βάση τις οποίες η Ένωση υποχρεούται να διαφυλάσσει τα συμφέροντα κάθε χώρας-μέλους ξεχωριστά και όχι να τα θέτει υπό επισφαλή αμφισβήτηση. Ούτε να τα υποτάσσει σε μια νεφελώδη παράμετρο πρόσληψής τους, ως «ευρωπαϊκά συμφέροντα». Η ΕΕ, ιδίως στα ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων, είναι νοητή ως υπερθνική οντότητα μόνον επί τη βάσει της υποχρέωσής να προασπίζεται τα συμφέροντα των συστατικών χωρών-μερών της. Αν αυτή η αρχή καμφθεί, τότε γεννάται σοβαρό ζήτημα επανεξέτασης εξ αρχής των κινήτρων που οδήγησαν στην επιλογή κάθε χώρας-μέλους να ενταχθεί στην ΕΕ. Κι απ’ αυτή την οπτική η απόφαση αυτής της συνόδου κυρυφής της ΕΕ για τις εξελίξεις στην ανατολική Μεσόγειο προσφέρει χείριστες υπηρεσίες στη διαφύλαξη της συνοχής της ΕΕ, η οποία ήδη μετράει μια απώλεια, αυτή της Βρετανίας.

Επίσης, εδώ υπάρχει ένα ακόμη στοιχείο που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο. Και που κατά τη γνώμη μου αποτελεί ιστορικό σημείο αισχύνης για την Ελλάδα! Διότι, έστω ότι με την Ελλάδα υφίσταται στην ανατολική Μεσόγειο ζήτημα ορισμού θαλασίων ζωνών με την Τουρκία (και μόνο για το Καστελλόριζο θα μπορούσε να υπάρξει τέτοιο, παρ’ ό,τι το διεθνές δίκαιο κατ’ αρχήν δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης του πλήρους δικαιώματος του συγκεκριμένου ελληνικού νησιού σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ -και φυσικά κανένα ανάλογο θέμα δεν μπορεί να τεθεί για την Κρήτη, τη Ρόδο ή την Κάρπαθο, των οποίων η έκταση, ο πληθυσμός και οι δραστηριότητες των κατοίκων τους δεν αφήνουν το παραμικρό περιθώριο αμφιβολίας για τα πλήρη δικαιώματα τους στη θάλασσα). Στην περίπτωση της Κύπρου, όμως, ποιό ακριβώς ζήτημα θα μπορούσε να τεθεί; Και πόσο σοβαρή αλλά και βαθύτατα αήθης είναι η επίπτωση του γεγονότος ότι Έλληνας πρωθυπουργός,  ο Κυριάκος Μητσοτάκης συγκεκριμένα, δηλώνει απερίφραστα ότι είναι ικανοποιημένος επειδή η απόφαση της τελευταίας συνόδου κορυφής της ΕΕ προβλέπει ότι η Κυπριακή Δημοκρατία μπορεί να διαπραγματευτεί με την Τουρκία;

Σε τί να διαπραγματευτεί; Υπάρχει αμφισβήτηση για την κυπριακή υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ;  Και μπορεί ποτέ η Ελλάδα διά του πρωθυπουργού της  να υποδεικνύει ουσιαστικά στη Λευκωσία να μπει σε διάλογο για μη επιδεχόμενα αμφισβήτηση κυριαρχικά δικαιώματά της στην ανατολική Μεσόγειο;  Και πόσο θα απείχε τέτοια στάση Έλληνα πρωθυπουργού από μια στάση που θα έφερε όλα τα χαρακτηριστικά του ό,τι ονομάζουμε μειοδοσία;

Για να το ξεκαθαρίσουμε οριστικά: Η Κύπρος δεν προσέφυγε στην ΕΕ για να της υποδειχτεί ότι μπορεί να μπει σε διάλογο με την Τουρκία για αδιαπραγμάτευτα κυριαρχικά δικαιώματά της! Αν έκρινε η ίδια η Κυπριακή Δημοκρατία αναγκαίο και ωφέλιμο για τα συμφέροντά της τέτοιον διάλογο, θα τον έκανε χωρίς την άδεια της ΕΕ. Αντίθετα, η Κύπρος προσέφυγε στην ΕΕ ως αδύναμη στρατιωτικά χώρα ακριβώς για να επιζητήσει από τους ευρωπαίους στήριξη και αλληλεγγύη, ώστε να αποφευχθεί τέτοιος διάλογος ως απόρροια τουρκικών εκβιασμών! Και η ΕΕ επιστρέφει στην Κυπριακή Δημοκρατία ως απόφαση της συνόδου κορυφής, δηλαδή του υψηλότερου πολιτικού οργάνου της, αυτό που η Λευκωσία επιχειρεί να αποφύγει! Και για την απαράδεκτη αυτή απόφαση επιχαίρει και ο Έλληνας πρωθυπουργός και δηλώνει την ικανοποίησή του!  Δηλαδή, απόλυτη παρασάλευση της πολιτικής και συμβατικά προβλεπόμενης ευρωπαϊκής πολιτικής ομαλότητας στο πλαίσιο της ΕΕ!

Μπορεί τέτοια ευρωπαϊκή απόφαση να είναι βάση στην προσπάθεια ομαλοποίησης της σημερινής αστάθειας στην ανατολική Μεσόγειο και να προοιωνίζεται αποκατάσταση της σταθερότητας στην περιοχή; Ή, μήπως, η αλήθεια είναι ότι με την απόφασή της αυτή η σύνοδος κορυφής της ΕΕ νομιμοποιεί την πρακτική παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου από ισχυρές χώρες σε βάρος κυριαρχικών δικαιωμάτων αδυνάμων χωρών, για την παραγωγή  διεθνών τετελεσμένων; Κι αυτό ενισχύει τη διεθνή νομιμότητα ή την αποσταθεροποιεί; Μπορεί η ΕΕ να γίνεται διεθνής παράγων ανοχής απέναντι σε πρακτικές γεωπολιτικής αποσταθεροποίησης αντί για εγγυητής της σταθερότητας; Και μάλιστα αυτή η ευρωπαϊκή στάση να αναδύεται από απόφαση της συνόδου κορυφής σχετικά με κράτος μέλος της;

Παρακολουθώντας τη συνέντευξη Τύπου του Κύπριου προέδρου Αναστασιάδη μετά τη σύνοδο κορυφής της ΕΕ αισθάνθηκα μεγάλη ντροπή για την στάση της Ελλάδας! Λάθη, μειοδοτικές -ακόμη και προδοτικές- πράξεις Ελλήνων πολιτικών στην πορεία του Κυπριακού από καταβολής, έχουν υπάρξει στο παρελθόν περισσότερες από μία. Νομίζω πως βρισκόμαστε και σήμερα μπροστά σε μια τέτοια περίπτωση. Και το όνειδος είναι αγιάτρευτο!

Ντροπιαστική είναι και για ολόκληρη την ΕΕ η εικόνα της μικρής και αδύναμης Κύπρου, που τελικά αντί για αλληλεγγύη και στήριξη έλαβε ως επίσημη ευρωπαϊκή απάντηση την πρακτική νομιμοποίηση ανοχής στις τουρκικές αυθαιρεσίες σε βάρος της. 

Ορθότατα, ο Αναστασιάδης είχε από μέρες υπογραμμίσει ότι η επιβολή κυρώσεων σε βάρος της Τουρκίας δεν είναι αυτοσκοπός! Πράγματι, οι κυρώσεις δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέσο! Όταν, όμως, το μέσο κρίνεται ως απολύτως απαραίτητο για να αποδοκιμαστεί με οριστικό και καθαρό τρόπο ότι οι συνεχιζόμενοι ακόμη και σήμερα εκβιασμοί του ισχυρού σε βάρος του αδυνάμου στην ανατολική Μεσόγειο δεν μπορούν να παράγουν αποτελέσματα, και αυτό το μέσο δεν επιλέγεται, τότε ανατρέπονται και οι βασικές αρχές της όλης υπόθεσης. Οι κυρώσεις με την τελευταία απόφαση της συνόδου κορυφής, ουσιαστικά από διαθέσιμο μέσο για την άσκηση πιέσεων στην Τουρκία, μετατρέπονται σε ανεπιθύμητη επιλογή της ευρωπαϊκής διπλωματίας. Αίσχος! Στην κυριολεξία!

Κάτι τελευταίο ως αναγκαίος επίλογος! Κανένας δεν λέει «όχι» σε διάλογο με την Τουρκία. Εδώ, όμως, το ζήτημα δεν είναι αν θα γίνει διάλογος, αλλά πώς ρυμουλκήθηκαμε στη διεξαγωγή του, ως πρακτικό αποτέλεσμα αλλεπάλληλων τουρκικών εκβιασμών που έχουν προηγηθεί σε βάρος της Ελλάδας, της Κύπρου και ολόκληρης της Ευρώπης. Και έχει διπλή σημασία εδώ ότι επειδή ακριβώς ρυμουληθήκαμε στον διάλογο αυτόν ως αποτέλεσμα τουρκικών εκβιασμών, και η ίδια η ατζέντα του διαλόγου αυτού εκτρέπεται και επεκτείνεται σε πεδία μη συζητήσιμα και αδιαπραγμάτευτα, τουλάχιστον για την Ελλάδα και την Κύπρο.

Αλήθεια, αν στη Βόρειο Θάλασσα κάποια τρίτη χώρα αμφισβητούσε εμπράκτως και με αλλεπάλληλες εκβιαστικές μεθόδους την υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ, φερ’ ειπείν, της Γερμανίας, η ΕΕ θα απέφευγε τις κυρώσεις σε βάρος αυτής της τρίτης χώρας;

 

 

 

 

28 Σεπ. 2020

Οι όροι της αναγκαίας

πολιτικής αλλαγής

Καθώς ο πολιτικός χρόνος κυλάει, ολοένα και περισσότερο επιβεβαιώνεται η μεγάλη ανάγκη να απομακρυνθεί η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη, για να αποκτήσει η χώρα και οι πολίτες της το συντομότερο πρόσβαση σ’ ένα καλύτερο παρόν και ένα ελπιδοφόρο μέλλον. Η σημερινή διακυβέρνηση και η εμμονική υπεράσπιση μιας πολιτικής που σαφώς προκαλεί πλέον δυσβάσταχτο κόστος στον τόπο είναι το τελευταίο εναπομένον φύλλο συκής στα στελέχη του συστήματος και τους πυλώνες του μπλοκ εξουσίας που συγκροτήθηκε γύρω από τον σημερινό πρωθυπουργό, που εξανδραποδίζουν τα όνειρα μιας πληγωμένης μεταμνημονιακής Ελλάδας και ενταφιάζουν τις ελπίδες της για την επιβεβλημένη αλλαγή πορείας.

Οι σημερινές πολιτικές συνθήκες και η καθημερινότητα των αλλεπάλληλων αστοχιών του πρωθυπουργού και των υπουργών του, με σοβαρότατες πια συνέπειες για τη ζωή όλων μας και σ’ όλα τα πεδία του δημόσιου βίου, μετατρέπει το αίτημα να τελειώσει αυτός ο εφιάλτης από μια συνήθη αντιπολιτευτική δήλωση σε γενικευμένη αλλά και εξατομικευμένη συναίσθηση των αναγκαιοτήτων επιβίωσης του μέσου πολίτη. Το αίτημα της πολιτικής αλλαγής, σε τέτοιες συνθήκες, έχει πάψει πια να είναι στόχος μιας αντιπολίτευσης (της οποιασδήποτε) που απλά αντιπαρατίθεται στα τρέχοντα, περιμένοντας το πλήρωμα του χρόνου για να αναλάβει εκείνη την ευθύνη διαχείρισης της χώρας. Μάλιστα, το «βόλεμα» της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης σε μια τρέχουσα αντιπαράθεση συμβατικών τύπων και πολιτικού λόγου που θα άρμοζε σε μια «κανονικότητα», ενώ είναι πρόδηλο ότι εδώ βιώνουμε μια πολυεπίπεδη ανωμαλία, στους δημοκρατικούς θεσμούς, την οικονομία, τη διαχείριση της πανδημίας αλλά και την προάσπιση της εδαφικής και κυριαρχικής ακεραιότητας της Ελλάδας, ουσιαστικά συμβάλλει στην παράταση της ανωμαλίας αυτής, ενώ κάθε λεπτό που περνάει είναι απολύτως κρίσιμο για τις τύχες μας. 

Στο ίδιο πλαίσιο, η βύθιση χρήσιμων και απαραίτητων για τον σκοπό της πολιτικής αλλαγής δημοκρατικών και προοδευτικών δυνάμεων σε μια αχρείαστη συζήτηση σχετικά με το εάν είναι «καλός» ή «κακός» ο ΣΥΡΙΖΑ, όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιτελεί συστηματικά το καταστροφικό έργο του, μοιάζει με πολυτέλεια της οποίας το κόστος για τη χώρα αρχίζει να γίνεται βαρύ και να αφορά περισσότερο σε μαχες οπισθοφυλακών, όταν η προτεραιότητα να φύγει αυτή η κυβέρνηση αποκτά απόλυτη σαφήνεια και μετατρέπεται σε γενικευμένη παραδοχή.

Ναι, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν διαθέτει την προγραμματική, στελεχιακή και πολιτική πληρότητα, για να παρέχεται στους πολίτες η ασφάλεια ότι θα υλοποιήσει τον μείζονα σκοπό της πολιτικής αλλαγής, με την αποτελεσματικότητα και το βάθος που απαιτούν οι περιστάσεις! Επίσης, παρά τα πλεονεκτήματα που καταγράφει η μονοπρόσωπη ηγεσία του Αλέξη Τσίπρα (στην οποία φυσικά καταλογίζονται και κρίσιμες ατέλειες), ο ΣΥΡΙΖΑ δεν εμπνέει την παραταξιακή ασφάλεια που θα χρειαζόταν και που απαιτεί η κοινωνική συμμαχία των συγκλινόντων ταξικών συμφερόντων ριζοσπαστικοποιημένων στρωμάτων,  που έχουν ήδη καταστεί κοινωνική πλειοψηφία και δεν απομένει παρά ο μετασχηματισμός της και σε πολιτική πλειοψηφία.

Αυτά είναι σαφή!

Όμως, η τρυφηλή θεώρηση της σημερινής πολιτικής πραγματικότητας, όταν αποκαλύπτεται ότι πλέον απέχουμε ελάχιστα από το χείλος μιας μεγάλης καταστροφής, αποτελεί αναντίστοιχη με την απαίτηση των καιρών στάση. Και η ανησυχία για το μέλλον μεγαλώνει  και προσλαμβάνει δραματικό τόνο, όταν -όπως συμβαίνει σήμερα- η χώρα μοιάζει παγιδευμένη σε μια διακυβέρνηση χειρισμού της διαφαινόμενης καταρρευσής της, αντί να προχωράμε άμεσα στη συζήτηση για το πως θα απαλλαγούμε από το κακό.

Υπάρχει ένα πρόσθετο σημείο ανησυχίας! Πρόκειται για την πολιτική παράδοση προσφυγής σε δημοκρατικές εκτροπές, που αφορά στην πολιτική σχολή όπου εμαθήτευσε ο σημερινός πρωθυπουργός. Και είναι μια ανησυχία που εντείνεται περισσότερο, από το γεγονός ότι οι μικρές και σοβαρότερες εκτροπές, από τον ξυλοδαρμό Ινδαρρέ μέσα στο σπίτι του, μέχρι τα φαινόμενα ακραίου νεποτισμού των σκοιλ ελικικου και της αναπαραγόμενης «λίστας Πέτσα», και τόσα άλλα, αποτελούν τη συνήθη πολιτική πρακτική της κυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη. Γι’ αυτό και είναι πρωτεύουσας σημασίας η επιζητούμενη πολιτική αλλαγή να έρθει ως ώριμο και μαζικό αίτημα μιας σημαντικής πλειοψηφίας των πολιτών, έτσι ώστε η επέλευσή της να εξουδετερώσει με επαρκή δημοκρατική πειστικότητα τους αντιπερισπασμούς και τις γενικευμένες εκτροπές, που το μπλοκ εξουσίας περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη φαίνεται απολύτως διατεθειμένο και έτοιμο να επιχειρήσει, για να αναστείλει τη δυναμική ανατροπής του. Η επιθυμητή πολιτική αλλαγή θα πρέπει να έλθει ως όρος και επαλήθευση της διαδικασίας επιστροφής της Ελλάδας στην πολιτική ομαλότητα και ως εξέλιξη απορρέουσα από τη δημοκρατική επιταγή της κοινωνικής και της πολιτικής πλειοψηφίας. Μόνον έτσι θα σαρωθούν τα κέντρα παραεξουσίας που κατατρώγουν το δημοκρατικά αρθρωμένο θεσμικό DNA της χώρας και η Ελλάδα θα βρει βηματισμό προς την πρόοδο, τον γεωπολιτικό σεβασμό που της αναλογεί στην περιοχή μας και την ευημερία.

Υπάρχει και διακινείται εντέχνως αυτήν την περίοδο ένα μύθευμα ότι πρέπει να υφίσταται προγραμματική εναλλακτική πληρότητα ως αναγκαία προϋπόθεση για να απομακρυνθεί μια τόσο κακή διακυβέρνηση σαν τη σημερινή του Κυριάκου Μητσοτάκη. Πρόκειται περί επικίνδυνης ψευδαίσθησης! Η πολιτική εμπειρία μας από την πολιτική ιστορία της νεώτατης Ελλάδας επιβεβαιώνει ότι οι πολίτες βιώνοντας τα έργα και τις ημέρες της χειρότερης κυβέρνησης εδώ και πολλές δεκαετίες δεν ψάχνουν τί θα αντικαταστήσει το κακό που τους βρήκε, αλλά προστρέχουν στην αγωνιώδη αναζήτηση του πώς θα απαλλαγούν από τον σημερινό εφιάλτη.

Η εμπειρία της απογείωσης του ΣΥΡΙΖΑ από το μικρό περιθωριακό κόμμα της παραδοσιακής αριστεράς σε δύναμη διακυβέρνησης, που επί των ημερών της ήταν η μόνη κυβέρνηση της Ελλάδας που πέτυχε να βγάλει τη χώρα από το άγος των μνημονίων, να ρυθμίσει το χρέος έναντι δημόσιων πιστωτών μας και να λύσει το αδιέξοδο που είχε σωρευτεί σε βάρος της χώρας μας στο λεγόμενο «μακεδονικό», αποδεικνύει ότι η πολιτική αλλαγή μπορεί να έρθει ως «επιταγή μαζών» και όχι  «τεχνική συστημάτων εξουσίας». Δηλαδή, δεν ήταν η προγραμματική πληρότητα που επέτρεψε στον ΣΥΡΙΖΑ να ασκήσει  θετική και αποτελεσματική διακυβέρνηση, εκεί που τα παλαιά κόμματα εξουσίας είχαν αποτύχει οικτρά! Η συνταγή της επιτυχίας προεκυψε από έναν συνδυασμό πολιτικών χαρακτηριστικών κόμματος και ηγεσίας, όπου η σταθερή απόφαση και η πίστη στον σκοπό να απαλλαγεί η Ελλάδα από τις λεόντειες  δεσμεύσεις των μηνμονίων, που έπνιγαν τη χώρα, καταδίκαζαν τους πολίτες της σε εισοδηματική εξαθλίωση και παγίωναν στην οικονομία το κλίμα υπανάπτυξης, υπηρετήθηκε πιστά και μέχρι το τέλος. Και τούτο, μάλιστα, εντός ενός εξαιρετικά δυσμενούς συσχετισμού δύναμης σε βάρος της Ελλάδας εντός της ΕΕ. Ταυτόχρονα, η θετική και αποτελεσματική υπηρέτηση και προαγωγή από την κυβέρνηση Τσίπρα των γεωπολιτικών συμφερόντων της Ελλάδας στα Βαλκάνια με τη συμφωνία των Πρεσπών (και με ευρύτερα οφέλη για τη σταθερότητα στη Χερσόνησο), απέδειξε ότι δεν ήταν κάποια εξαντλητική προγραμματική προετοιμασία η βάση της σημαντικής αυτής επιτυχίας, αλλά αρκούσε η αίσθηση κατανόησης του συμφέροντος της χώρας και της διάθεσης για ισορροπία στην περιοχή για να προκύψει ό,τι προέκυψε. Δηλαδή, ακριβώς το αντίθετο απ’ αυτό που φαίνεται να αποτελεί σήμερα το πλαίσιο εξωτερικής πολιτικής του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Τέλος, η συνεπής προσπάθεια για στήριξη των αδυνάμων (που αρχικά εκείνοι κατέβαλαν το συντριπτικά μεγαλύτερο κόστος του μνημονιακού «διασωστικού» παραλογισμού), ήταν το τρίτο στοιχείο που προσέδωσε στη διακυβέρνηση 2015-’19 τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής δικαιοσύνης που οφείλει να επιδεικνύει ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος του 21ου αιώνα. Στοιχείο, που επίσης ελλείπει ηχηρά από τις σημερινές κυβερνητικές πρακτικές.

Τα σημεία που ανέφερα προηγουμένως συγκροτούν τη βάση της μεγάλης πολιτικής συμφωνίας των προοδευτικών δυνάμεων για την απομάκρυνση του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Τα συνοψίζω: 1. Τα δημοκρατικά πολιτικά μέσα, στον αντίποδα της σημερινής αντιδημοκρατικής καθημερινότητας, 2. Η συνεπής υπηρέτηση και προαγωγή των γεωπολιτικών συμφερόντων της Ελλάδας και η αποκατάσταση της αίσθησης ασφάλειας για τη χώρα καθώς και θετικής παρέμβασης στις διεθνείς εξελίξεις, σε αντίστιξη με την παγίωση του σημερινού κλίματος που σαφώς πλήττει τα συμφέροντά μας στην περιοχή, και 3. Οι αντίθετες με τη σημερινή κυβερνητική πολιτική κατευθύνσεις στήριξης του εισοδήματος των πολιτών, ιδίως υπό το δεδομένο της πανδημικής επιβάρυνσης.

Προσθέτω κάτι τελευταίο, που θεωρώ μεγάλης συμβολικής και πρακτικής σημασίας: Την επικύρωση της στάσης για μακριά από καταδρομικού τύπου αρπαχτές στα δημόσια ταμεία (σκοιλ ελικικου, λίστα Πέτσα, προμήθεια λεωφορείων, μάσκες για τα σχολεία κ.λπ.) όταν τα οικονομικά μας υποφέρουν. Η συστηματική προσπάθεια του Κυριάκου Μητσοτάκη να συκοφαντήσει σε ηθικό επίπεδο τη διακυβέρνηση 2015-’19 πέφτει πλέον στο κενό. Πρόκειται για τη συνειδητή πολιτική επιλογή του σημερινού πρωθυπουργού να παραπλανήσει τους πολίτες και να ενσταλάξει ανάμεσά μας την εντύπωση ότι «όλοι είναι ίδιοι» στο πολιτικό προσωπικό της χώρας, που είναι μήνυμα  βαθύτατα αντιδημοκρατικό! (Διότι, φυσικά, δεν είναι η θεσμική δημοκρατική βάση διακυβέρνησης που προβλέπεται για την Ελλάδα, η οποία φύσει παράγει τα φαινόμενα πολιτικής διαφθοράς. Είναι συγκεκριμένες πολιτικές, από συγκεκριμένα πρόσωπα και από συγκεκριμένα κόμματα που κατέστησαν ενδημικό το φαινόμενο στον ελληνικό δημόσιο βίο, με κορυφαίο παράδειγμα το σκάνδαλο της Novartis).

Και, φυσικά, «δεν είναι όλοι ίδιοι»! Η διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, παρά την αμείλικτη ψευδολογία των λαδωμένων μέσων ενημέρωσης της μιντιακής δικτατορίας Κυριάκου Μητσοτάκη, είναι πια σαφέστατο ότι δεν μπορεί να καταλογιστεί σε βάρος της συντεταγμένη πολιτική διαφθορά! Σε αντίθεση με τα σημερινά, που εντός ενός έτους έχουν να παρουσιάσουν πλούσιο κατάλογο περιστατικών, λες και «έξις δεύτερα φύσις» του κόμματος που κυβερνά και της ηγεσίας του.

Σήμερα, οι στημένες ανοησίες περί Καλογρίτσα, Πετσίτη και διαφορα άλλα, καταρρέουν. Και κυρίως, αυτό που καταλήγει σε επιβεβαιωτική επικύρωση της αυτογελοιοποίησης όσων προσπαθούν να εμφανίσουν τη διακυβέρνηση 2015-’19 ως δήθεν διεθαρμένη, είναι η κωμωδία με τον Παπαγγελόπουλο! Που το μόνο που απομένει πια απ’ αυτήν, είναι η αγωνία όσων με κομματικά κίνητρα πλειοδοτούσαν ότι ο Τσίπρας και μερικοί υπουργοί δήθεν μαζεύονταν σ’ ένα γραφείο συνομωτικά και βυσσοδομούσαν για να ασκηθούν πολιτικές διώξεις κατά πολιτικών αντιπάλων τους για το σκάνδαλο Novartis, να πείσουν τον εαυτό τους ότι πράγματι υποστήριξαν τέτοιες ανοησίες. Και οι ίδιοι να αναγνωρίσουν σήμερα, ότι το πρακτικό πολιτικό αποτύπωμα που απομένει από τη γελοιότητα της δίωξης Παπαγγελόπουλου, στο πλευρό της βαθύτατα αντιθεσμικής καταδίωξης από την κυβέρνηση της εισαγγελέως κατά της διαφθοράς (που σήκωσε το μεγάλο βάρος της αποκάλυψης του σκανδάλου Novartis), είναι η συνέπεια ξεπλύματος του μεγάλου σκανδάλου. Σκανδάλου που παγκοσμίως αναγνωρίζεται ως σκαστή υπόθεση διαφθοράς με τη συμμετοχή πολιτικών προσώπων, με επίκεντρο των πολιτικών αποφάσεων για την εκδήλωση του σκανδάλου την Ελλάδα, ως χώρας-οδηγού για τις υπερτιμολογήσεις των φαρμάκων σε σειρά πολλών άλλων χωρών. Την Ελλάδα, που τα κόμματα επί των ημερών των οποίων εκδηλώθηκε και εκτυλίχτηκε αποδεδειγμένα το σκάνδαλο, είναι εκείνα που αγωνιωδώς προσπαθούν να πείσουν τους Έλληνες πολίτες και τη διεθνή κοινότητα, ότι όλα ήταν πολιτική σκευωρία και το σκάνδαλο περιοριζόταν σε κάποιους κατώτερους υπαλλήλους. Μια επιχείρηση της σημερινής κυβέρνησης με τη σύμπραξη του ΚΙΝΑΛ, η  οποία γελοιοποιεί την Ελλάδα και την εκθέτει στα μάτια της διεθνούς κοινότητας, ως θεσμικά απρόθυμης και πολιτικά τόσο ανώριμης, ώστε να προσπαθεί να συγκαλύψει το μεγαλο σκάνδαλο, παρά τα όσα αποκαλύπτονται διεθνώς.    

Αυτό, λοιπόν, είναι το πολιτικό πλαίσιο της συμφωνίας για την προώθηση του σκοπού να απομακρυνθεί η καταστρεπτική πρωθυπουργία Κυριάκου Μητσοτάκη από την εξουσία. Το πλαίσιο των 3 σημείων και μαζί της ηθικής καθαρότητας όσων θα κληθούν να σηκώσουν το βάρος ανόρθωσης της Ελλάδας από τον σημερινό κατήφορο.       

Εγγύηση ότι ο σκοπός πολιτικής εκδίωξης της σημερινής κυβέρνησης θα ευοδωθεί και ότι η επιτυχία της ανορθωτικής προσπάθειας που θα ακολουθήσει θα επιτευχθεί δεν είναι κάποιο «πρόγραμμα»! Η υπόθεση θετικής διακυβέρνησης της χώρας δεν είναι ένα «τεχνικό ζήτημα» και για την υπηρέτησή της δεν χρειάζονται εξειδεικευμένοι  πολιτικοί, επαγγελματίες ή οικογενειακώ δικαίω δρώντες. Αρκεί η αίσθηση κατανόησης της έννοιας του δημόσιου συμφέροντος και της ανάγκης ανυποχώρητης υπηρέτησής του, καθώς και η βαθύτατα εμπεδωμένη  στους πολιτικούς λειτουργούς πρόθεση σεβασμού των δημοκρατικών κανόνων, για να φέρουν τη μεγάλη πολιτική αλλαγή. Και θα την φέρουν!