Μολυβάκι

17 Ιαν. 2020

Συγχαρητήρια, Κυρία Πρόεδρε!

Με την πρόταση Μητσοτάκη για την κυρία Αικατερίνη Σακελλαροπούλου ως υποψήφια για την Προεδρία της Δημοκρατίας κλείνει ένα πολιτικό κεφάλαιο που έτεινε να καταστεί κρίσιμο θεσμικό βαρίδι για την ποιότητα της δημοκρατίας μας, με αποκλειστική ευθύνη του πρωθυπουργού.

Ο χρόνος της δημόσιας συζήτησης για τα ονόματα είχε τραβήξει πολύ περισσότερο απ’ όσο επιτρεπόταν (αν και μάλλον πρόωρα), εν αναμονή μιας απόφασης, που κατά τις επίσημες αναφορές Μητσοτάκη μεγάλο μέρος των στοιχείων λήψης της διαμορφώθηκε σε χειμερινό θέρετρο και σε αυστηρά προσωπικό πλαίσιο. Δηλαδή, το ίδιο πλαίσιο με εκείνο που δυστυχώς επανέλαβε ο πρωθυπουργός στη διαγγελματικού τύπου ανακοίνωσή του για την κυρία Σακελλαροπούλου. (Εφ’ όσον καθ’ αυτό διαγγέλματα εκφωνούνται από πολιτικές ηγεσίες για σοβαρό λόγο που αφορά σε υποθέσεις θεμελιωδών συμφερόντων της χώρας και σε κρίσιμες συνθήκες και όχι για τέτοια ζητήματα και με τέτοιο τρόπο -ας το εξηγήσει κάποιος αυτό στον κ. Μητσοτάκη!) Υπογραμμίζω, λοιπόν, ότι ένα μέρος των εξηγήσεων που έδωσε προς τους πολίτες ο πρωθυπουργός για τα κίνητρα της πρότασής του σχετικά με το πρόσωπο της νέας Προέδρου της Δημοκρατίας περιείχε αναφορές περί του ιστορικού ρόλου που όπως ο ίδιος τον αντιλαμβάνεται προσωπικά, πέπρωται να διαδραματίσει ως πρωθυπουργός κάνοντας την πρότασή του!!!

Αυτά είναι πολιτικές ανοησίες, με κόστος, όμως, για την ποιότητα των θεσμών μας, ευτελίζοντας και το πρόσωπο στο οποίο αφορούν. Δυστυχώς ο σημερινός πρωθυπουργός δείχνει να μην αντιλαμβάνεται ότι το κορυφαίο πολιτειακό αξίωμα και τα πρόσωπα που υποδεικνύονται για το πόστο, δεν μπορεί να καθίστανται -και μάλιστα ανοιχτά και καθ’ ομολογία- στοιχεία του σχεδιασμένου προφίλ πολιτικών παραγόντων. Αν ο ίδιος δεν αντιλαμβάνεται την αήθεια, τότε τί να του πούμε εμείς οι πολίτες;

Η θεσμική υπόσταση του Προέδρου της Δημοκρατίας, δυστυχώς, με απόλυτη ευθύνη της παράταξης της οποίας ηγείται σήμερα ο κ. Μητσοτάκης και με τη σύμπραξη του τότε βενιζελικού ΠΑΣΟΚ (σήμερα ΚΙΝΑΛ), ευτελίστηκε σημαντικά ήδη από το 2015. Η νοοτροπία της τότε σαμαρικής ΝΔ, συνδυαζόμενη με την μανία εξουσίας του κ. Βενιζέλου, αποπειράθηκαν τότε να δημιουργήσουν τεχνηέντως (φυσικά με τη συμπαράσταση των πασίγνωστων εκδοτικών συμφερόντων) την εντύπωση ότι η τότε αντιπολίτευση περίπου είχε υποχρέωση να υπερψηφίσει την υποψηφιότητα Δήμα για Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αλλιώς «η χώρα θα έπεφτε στα βράχια», κατά το κλισέ της εποχής. Ισχυρισμός των Σαμαρά-Βενιζέλου, που από την ίδια την πραγματικότητα αποδείχτηκε στη συνέχεια πολιτικά καταχρηστικός και ανέντιμος απέναντι στην σαφέστατη αντιμνημονιακή διάθεση των Ελλήνων πολιτών.

Τα γεγονότα απέδειξαν ότι η χώρα παρ’ ότι έγιναν πρόωρες εκλογές λόγω αδυναμίας εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας, όχι μόνο δεν «έπεσε στα βράχια», αλλά εξήλθε του μνημονιακού πλαισίου, επιτυγχάνοντας συντριπτικά καλύτερους όρους απεμπλοκής από εκείνους που εδήλωναν ότι επεδίωκαν αν έμεναν στην κυβέρνηση για άλλα 2 χρόνια οι κ.κ. Σαμαράς και Βενιζέλος. Διότι, το μείζον πολιτικό στοιχείο των γεγονότων εκείνων, εν προκειμένω το αντιμνημονιακό κλίμα, προφανώς δεν θα μπορούσε να διέλθει χωρίς να παραχθούν τρέχοντα πολιτικά αποτελέσματα στο δημόσιο βίο μας. Μ’ άλλα λόγια, εάν τυχόν η απάτη υφαρπαγής μιας δήθεν δημοκρατικής συναίνεσης στη μνημονιακή επιλογή διά του Προέδρου επικρατούσε, θα εκδηλώνονταν σοβαροί τριγμοί στην πολιτική ομαλότητα, επικαθορίζοντας στη συνέχεια επικίνδυνα τότε τις πολιτικές εξελίξεις εξ αφορμής ολοκλήρωσης της θητείας του κ. Κάρολου Παπούλια.

Είναι απολύτως ανταποκρίσιμη στα ισχύοντα θεσμικά δεδομένα η τότε καθαρά πολιτική απόφαση της αξιωματικής αντιπολίτευσης του ΣΥΡΙΖΑ να προκαλέσει τις πρόωρες εκλογές του 2015. Τα κόμματα εκπροσωπούν τις πολιτικές απόψεις των πολιτών και όχι τεχνητές και μιντιακά κατασκευασμένες δήθεν πολιτικές συναινέσεις, χωρίς να συντρέχουν οι στοιχειώδεις προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Παράλληλα, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ανεξαρτήτως της περιορισμένης γκάμας αρμοδιοτήτων που διαθέτει, είναι κεντρικό κομμάτι του ελληνικού πολιτικού παζλ και δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως δευτερεύουσα συνθήκη δημοκρατικής ομαλότητας. Τυχόν εκλογή τότε Προέδρου στο πλαίσιο μιας απολύτως πλασματικής και εκβιαστικής δήθεν πολιτικής συναίνεσης, ενώ οι πολιτικές διαφορές είχαν το βάθος και τις εντάσεις που όλοι γνωρίζουμε, θα ήταν καθαρός εμπαιγμός απέναντι στους θεσμούς. Και θα ήταν, την ίδια ώρα, και πλήρως αποσταθεροποιητική βάση για τον όποιον Πρόεδρο που θα είχε τυχόν εκλεγεί να ασκήσει τα ρυθμιστικά καθήκοντά του, τύποις ως παράγων ενότητας των πολιτών, επί της ουσίας, όμως, τοποθετημένος αναγκαστικά στο φιλομνημονιακό επιχείρημα -στην αντίπερα πολιτική όχθη, δηλαδή, της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων, όπως λίγο αργότερα αποδείχτηκε από το δημοψήφισμα.

Δυο πρόσθετα στοιχεία στο σημείο αυτό:      

1. Ιδίως η τότε σαμαρική-βενιζελική απόπειρα υφαρπαγής μιας δήθεν δημοκρατικής συναίνεσης στη μνημονιακή επιλογή διά του Προέδρου της Δημοκρατίας υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι ο ίδιος ο Σαμαράς το 2012 επέβαλε αχρείαστες και μάλιστα διπλές εκλογές «για ένα ξεροκόμματο πρωθυπουργίας του»! Και η σύμπραξη Βενιζέλου στις εξελίξεις εκείνες διά της συμμετοχής του (είτε εξ ανοχής είτε εξ έμπρακτης συμμετοχής –παραμένει άγνωστο ως σήμερα) στην ανατροπή εκλεγμένου πρωθυπουργού, υπογραμμίζει το μέγεθος της πολιτικής απάτης που πήγε να στηθεί και τον βαθμό αήθειας όσων θρασύνονταν να καταγγέλουν την αντιπολίτευση ΣΥΡΙΖΑ του 2015, με το επιχείρημα ότι δεν συναίνεσε σε μια προφανή αλλοίωση της λαϊκής βούλησης που θα προέκυπτε αν τυχόν παρατεινόταν επί διετία η διακυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου.  

2. Οι ανωτέρω επισημάνσεις ισχύουν ανεξαρτήτως της μνημονιακής παράτασης, που προέκυψε στη συνέχεια, με υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ από την άκαμπτη αντιμνημονιακή θέση του ως κόμμα της αντιπολίτευσης. Άλλωστε, απαιτήθηκαν δεύτερες εκλογές τον Σεπτέμβριο του 2015 για να εγκριθεί και να νομιμοποιηθεί πολιτικά εκείνη η υποχώρηση.  

Για να επιστρέψουμε στα σημερινά, ο τυχάρπαστος και θεσμικά ελαφρός τρόπος με τον οποίο, όμως, ο κ. Μητσοτάκης αντιμετώπισε τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας, αναδύεται επίσης ολοκάθαρα από το πως ο ίδιος επέβαλε την πολιτική αποδυνάμωσή του θεσμού-προσώπου κατά την πρόσφατη διαδικασία συνταγματικής αναθεώρησης! Δηλαδή, αλλάζοντας το θεσμικό προαπαιτούμενο του προηγούμενου συντάγματος για 180 ψήφους εκλογής Προέδρου Δημοκρατίας (ανάγκη ευρείας κοινοβουλευτικής στήριξης), κι αν όχι, εκλογές μετά από τις οποίες θα αρκούσε η απλή πλειοψηφία στη Βουλή.

Δείτε εδώ πως έχουν εκλεγεί μεταδικτατορικά οι Πρόεδροι:

-(Στασινόπουλος – προσωρινός μεταβατικός Πρόεδρος)

-Τσάτσος 1975: 210 ψήφοι

-Καραμανλής 1980: 183 ψήφοι

-Σαρτζετάκης 1985: 180 ψήφοι

-Καραμανλής 1990: 153 ψήφοι

-Στεφανόπουλος 1995: 181 ψήφοι

-Στεφανόπουλος 2000: 269 ψήφοι

-Παπούλιας 2005: 279 ψήφοι

-Παπούλιας 2010: 266 ψήφοι

-Παυλόπουλος 2015: 233 ψήφοι

Τί αποδεικνύεται; Ότι σε μία μόνο περίπτωση εκλέχτηκε Πρόεδρος με απλή πλειοψηφία. Σ’ όλες τις άλλες περιπτώσεις το κομματικό σύστημα στην Ελλάδα αξιοποίησε τον θεσμό για να υπηρετήσει την ενότητα των πολιτών.

Ποιά σκοπιμότητα ήταν εκείνη που οδήγησε τον κ. Μητσοτάκη να υποβαθμίσει σήμερα αντικειμενικά τον ίδιο θεσμό και να εγκαταλείψει το θεσμικό προαπαιτούμενο των 180 ψήφων στη Βουλή; Πολύ περισσότερο όταν η αξιωματική αντιπολίτευση είχε ξεκαθαρίσει από πολύ νωρίς ότι δεν θα δημιουργούσε πρόβλημα με εκλογές, προτείνοντας πρόσωπο από τον χώρο της ΝΔ; Ενδιαφέρει άραγε τους πολιτικούς θεσμούς η προσωπική στάση Μητσοτάκη καταψήφισης (για ακατανόητους ως σήμερα λόγους) του Πρ. Παυλόπουλου το 2015; Αυτό είναι προσωπική υπόθεση και δεν μπορεί η ανάγκη υπηρέτησης ξανά αναγκών του προσωπικού πολιτικού προφίλ του κ. Μητσοτάκη να προσβάλλει θεσμούς και δημοκρατικές διαδικασίες!

(Η τελευταία αναφορά μου, θέλω να είμαι σαφής σ’ αυτό, δεν αποτελεί δικό μου αξιολογικό κριτήριο για την πολιτική ταυτότητα του κ. Πρ. Παυλόπουλου, η οποία αμφίβολα είναι δεξιά, ούτε σχόλιο περί  του πώς άσκησε τα καθήκοντά του ως Πρόεδρος, με δεδομένο ότι κατά γενική ομολογία τα άσκησε επαρκέστατα. Άλλο, όμως, η πολιτική ταυτότητα των θεσμικών προσώπων και άλλο η λειτουργία τους σε επίπεδο άσκησης των καθηκόντων τους. Κι εδώ μιλάμε για τον θεσμό του προέδρου της Δημοκρατίας και όχι για το πως ένα κόμμα θα κάνει τρέχουσα πολιτική!)  

Επί πλέον, σε βάρος του κ. Μητσοτάκη καταλογίζεται αναμφίβολα η επιστράτευση του δημόσιου διαλόγου για το πρόσωπο του επόμενου Προέδρου της Δημοκρατίας (του κορυφαίου δηλαδή πολιτειακού θεσμού), με τρόπο που αποσκοπούσε στην προσπάθειά του να αλλάξει η δυσμενέστατη σε βάρος του εικόνα και τρέχουσα πολιτική ατζέντα, από τις ατυχέστατες και δυστυχώς με σοβαρό κόστος για την Ελλάδα προσωπικές και κυβερνητικές στιγμές του ταξιδιού του στις ΗΠΑ και αποκλεισμού της Ελλάδας από τη διάσκεψη για τη Λιβύη. Αν ο κ. πρωθυπουργός  σεβόταν κατ’ ελάχιστον τον θεσμό και το ίδιο το πρόσωπο της κυρίας Σακελλαροπούλου ασφαλώς θα μεριμνούσε ο όλος χειρισμός ανακοίνωσης του ονόματος να γινόταν σε στιγμή διαφορετική και τουλάχιστον σε ευκρινή θεματολογική απόσταση από τις τρέχουσες εξελίξεις στα σοβαρά θέματα εξωτερικής πολιτικής και κυριαρχίας της χώρας. Άλλωστε η θητεία του σημερινού Προέδρου ολοκληρώνεται τον προσεχή Μάρτιο και υπήρχε χρόνος. Κι αυτό είναι το τρίο σημείο, στο οποίο ανιχνεύεται η αήθεια, να είναι οι προσωπικές επικοινωνιακές ανάγκες Μητσοτάκη που επελέγη να εξυπηρετηθούν με όχημα τη θεσμική κορυφή του πολιτεύματός μας.

Τέλος, μια μεγάλη απρέπεια του κ. Μητσοτάκη κατά της κυρίας Σακελλαροπούλου ήταν η αναφορά του κ. πρωθυπουργού  στην πολιτική τοποθέτηση της κυρίας Προέδρου της Δημοκρατίας. «Εξ όσων  γνωρίζω δεν ανήκει στην παράταξή μας», είπε ο κ. Μητσοτάκης. Δεν θυμάμαι ποτέ άλλοτε τόσο ευθέως αήθη αναφορά για πρόσωπο, του οποίου η ιδιότητα του καίριου πόστου για το οποίο προτείνεται, αυτονόητα τον περιάγει σε θέση αποστέρησης του όποιας παραταξιακής φόρτισης έφερε η δημόσια παρουσία του έως σήμερα. Κι αυτή η αήθεια, για να εμφανιστεί ο κ. Μητσοτάκης περίπου ως «αρχάγγελος της ενότητας των πολιτών». Βεβαίως, η αντίφαση που αναδύεται από το γεγονός ότι όταν προτάθηκε η κυρία Σακελλαροπούλου για την ηγεσία του κορυφαίου διοικητικού δικαστηρίου μας ο ίδιος ο κ. Μητσοτάκης διεφώνησε με το πρόσωπο το οποίο σήμερα προκρίνει για το ύπατο πολιτειακό αξίωμα, παραμένει ενδεικτικό στοιχείο του εν γένει σκηνικού  αηθειών για τους χειρισμούς του.    

Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι η παρούσα διεθνής συγκυρία προσφερόταν για αναγκαίες κατά τα άλλα κινήσεις ποιοτικής αναβάθμισης του δημόσιου βίου μας, σε πεδία όπως η κατά τα άλλα απολύτως σημαντική, επαινετή και υπό διαφορετικές συνθήκες ιδιαίτερα χρήσιμη πτυχή ότι το ύπατο πολιτειακό αξίωμα περιέρχεται σε χέρια γυναίκας. Δεν το υποτιμώ! Τουναντίον!  

Συνεκτιμώνται βεβαίως και άλλα στοιχεία για την κυρία Σακελλαροπούλου! Σημειώνω ότι η δικαστική και επιστημονική της αυθεντία αφορά σε θέματα δημόσιας διοίκησης, σε συνθήκες που η ολοκληρωμένη γνώση, εμπειρία και κατάρτιση σε ζητήματα διεθνούς δικαίου θα ήταν σημαντικής προστιθέμενης αξίας για την εικόνα της Ελλάδας στον κόσμο. Σε καμιά περίπτωση δεν είναι κριτήρια αξιολόγησης της κυρίας Σακελλαροπούλου, άλλα πράγματα που άκουσα, όπως για παράδειγμα αποφάσεις δικαστηρίων υπό την προεδρία της, φερ’ ειπείν για τον 13ο-14ο μισθό ή την νομιμότητα των μνημονίων. Θέμα με αυτά θα υπήρχε για την νέα κυρία Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αν τυχόν ανιχνεύονταν ανεπίτρεπτες εμφιλοχωρήσεις άλλων κριτηρίων  πέραν της καθαρά δικανικής κρίσης. Αλλά αυτά δεν  υπάρχουν ούτε κατά διάνοια!

Τα υπόλοιπα που αναφέρονται από ορισμένους για «μεγάλες κινήσεις» Μητσοτάκη, που «έχει την πρωτοβουλία» και άλλα ανάλογα, δεν έχουν σημασία. Ο σημερινός πρωθυπουργός δεν έχει περισσότερο από προκατόχους του πρωτοβουλία έναντι των άλλων. Αντίθετα, όποτε έλαβε πρωτοβουλίες, όπως και αυτή η τελευταία να προτείνει την κυρία Σακελλαροπούλου για το ύπατο πολιτειακό αξίωμα, ο κ. Μητσοτάκης απέτυχε να τις υπηρετήσει με τη δέουσα σοβαρότητα και αρτιότητα. Όμως αυτά είναι τρέχοντα πολιτικά κουτσομπολιά και αποψούλες που δεν μπορεί να αφορούν ένα σημαντικό πολιτικό πρόσωπο-θεσμό. Ίσως εγώ δεν μπορώ να το δω έτσι, αφού κατά τη γνώμη μου πολιτικές «αρπαχτές» σε τέτοιες περιπτώσεις καθόλου δεν αρμόζουν.  Ή, ακόμη, διότι και η ανθρώπινη πλευρά της ευελπιστώ να κυριαρχήσει στη διαχείριση των σοβαρών δημόσιων υποθέσεων που αναλαμβάνει, σ ένα πεδίο, την Πολιτική, που η ανθρωπιά μοιάζει να απουσιάζει πλήρως.   

Η ίδια η κυρία Σακελλαροπούλου, ως βέβαια ήδη νέα Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας θα κριθεί από τη ίδια τη θητεία της. Και οι ανυπόκριτες ευχές όλων μας για μια γόνιμη θεσμική παρουσία, που θα ενώνει τους πολίτες και θα προάγει αποτελεσματικά τα συμφέροντα της Ελλάδας, την συνοδεύουν από την αρχή και ομοθύμως!  

 

 

 

14 Ιαν. 2020

Η Τουρκία, η Λιβύη,

το Καστελόριζο και η ΑΟΖ

Διαβάζω εδώ και μερικές μέρες κριτική κατά της κυβέρνησης Μητσοτάκη, σχετικά με την απουσία της Ελλάδας από διεθνείς διασκέψεις με αντικείμενο το λιβυκό ζήτημα, όπως έχει διαμορφωθεί τελευταία. Οι αναφορές κατά του αδύναμου και προφανώς ακατάλληλου πρωθυπουργού, έρχονται σαν συνέχεια της πανωλεθρίας του πρόσφατου ταξιδιού Μητσοτάκη στις Η.Π.Α., δυστυχώς με σοβαρές συνέπειες για το κύρος της Ελλάδας, και επισύρονται ως τεκμηριώσεις της ανεπάρκειας του Έλληνα πρωθυπουργού (δυστυχώς προφανούς ανεπάρκειας κατά τα άλλα) να εξασφαλίσει ισχυρή διεθνή παρουσία για τη χώρα μας.

Η κριτική αυτή προέρχεται, μάλιστα, ακόμη και εξ αριστερών και δεν περιορίζεται στη γνωστή δεξιά και ακροδεξιά οπτική των πραγμάτων, που φιλοξενείται ως σύνοικος πλέον και όχι ως ξένη συνεργαζόμενη άποψη με τον νεο-μητσοτακισμό της Ν.Δ., εξοβελίζοντας τον πυρήνα της μεταδικτατορικής δεξιάς πολιτικής, δηλαδή τον ίδιο τον καραμανλισμό, σε περιθωριακούς σήμερα ρόλους μέσα στο ίδιο το κόμμα του.   

Όμως, έχω την εντύπωση ότι αυτή η θέση περί συμμετοχής της Ελλάδας σε πολυμερείς διασκέψεις για διάφορα ζητήματα της διεθνούς συγκυρίας, συμπεριλαμβανομένου και του λιβυκού, δεν είναι παραγωγική για την προαγωγή των συμφερόντων της χώρας μας. Εκτός απ’ αυτό, ακόμη, δεν θεωρώ πως είναι αριστερή ματιά στις παγκόσμιες εξελίξεις. Δεν είναι θέαση των εξελίξεων στον πλανήτη με όρους υπηρέτησης των πάγιων αρχών της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, δηλαδή της επιζήτησης της ειρήνης στον κόσμο, της σταθερής υποστήριξης των κανόνων του διεθνούς δικαίου ως μόνου μέσου για την επίλυση των διαφορών καθώς και της αρχής της μη ανάμιξης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κυρίαρχων κρατών.

Φυσικά, εδώ υπάρχει ένας ισχυρός αντίλογος: Η Λιβύη, από όποιον εκπροσωπείται σήμερα διεθνώς (και αυτός είναι η κυβέρνηση-μαριονέτα αλ Σάρατζ της Τρίπολης), συμμετέχει σε κινήσεις με τις οποίες αμφισβητούνται ευθέως δικαιώματα της Ελλάδας στην ΑΟΖ της στην ανατολική Μεσόγειο. Δεν μπορεί, επομένως, η Ελλάδα να μένει απαθής!

Και δεν έμεινε! Η Ελλάδα, με όλο το οπλοστάσιο διπλωματικών μέσων που διαθέτει διευκρίνισε ότι η συμφωνία Ερντογάν-αλ Σάρατζ, με την οποία επιχειρείται οικειοποίηση μέρους της ελληνικής ΑΟΖ κυρίως από την Τουρκία και σε πολύ μικρότερο βαθμό από την κυβέρνηση της Τρίπολης του αλ Σάρατζ, είναι άκυρη και αντιτίθεται στο ισχύον διεθνές δίκαιο, ενώ με τις δέουσες ενέργειες της Αθήνας διαμηνύθηκε και προς τον Ο.Η.Ε. η ελληνική θέση. Ταυτόχρονα, η Ελλάδα ενημέρωσε το σύνολο σχεδόν των διεθνών  παραγόντων για τη στάση της, εξασφαλίζοντας μάλιστα και ρητή θετική υποδοχή για τα ελληνικά συμφέροντα από τη μεγάλη πλειοψηφία των χωρών που αναμιγνύονται στο ζήτημα.

Ως εκεί όμως! Η ανάμιξη της Ελλάδας σε διεθνείς πρωτοβουλίες για το λιβυκό ζήτημα (πέραν της προσφοράς καλών υπηρεσιών διαμεσολάβησης και μόνον και ούτε βήμα πιο πέρα –κάτι που εδώ δεν θα μπορούσε να υπάρξει), αν επιλεγόταν, θα μετέτρεπε τη χώρα μας σε διάδικο μέρος μιας υπόθεσης που δεν αφορά σ’ εμάς: τη διευθέτηση μιας εσωτερικής διαφοράς τρίτης χώρας, της Λιβύης εν προκειμένω!

Φυσικά, το πνεύμα που διαπερνά τη διακυβέρνηση Μητσοτάκη, αποδεικνύει ότι -αν μπορούσε- το μέγαρο Μαξίμου που χαράσσει την -ο Θεός να την κάνει- σημερινή εξωτερική πολιτική μας, θα τσαλαβουτούσε μέχρι τον καβάλο σε συμμετοχές σε διεθνείς διασκέψεις για το λιβυκό. Μ’ άλλα λόγια είναι η αδύναμη σημερινή θέση της Ελλάδας (συντριπτικά πιο αδύναμη από τη διεθνή θέση και το κύρος που κατείχε αμέσως μετά τη συμφωνία των Πρεσπών), που καθιστά τη χώρα μας αζήτητο παράγοντα της διεθνούς επέμβασης για διευθέτηση της εσωτερικής κρίσης στη Λιβύη. Όμως, ακόμη κι αν εζητείτο από την Ελλάδα να συμμετέχει σε τέτοια διεθνή διάσκεψη θα έπρεπε να αρνηθεί τη συμμετοχή της!            

Γιατί; Διότι εκείνο που διαφεύγει της προσοχής πολλών είναι ότι η σχέση της Ελλάδας με το λιβυκό ζήτημα στη σημερινή μορφή του, δεν είναι προϊόν που αυτόνομα αναδύεται από ελληνο-λιβυκές διαφορές που επιζητούν διευθέτηση. Αν ήταν τέτοιου περιεχομένου ζήτημα, τότε φυσικά και θα έπρεπε να μας ανησυχεί η απουσία της Ελλάδας από τις όποιες διεθνείς διαμεσολαβήσεις. Όμως, όλη η σημερινή σχέση της Ελλάδας με την αδύναμη κυβέρνηση της Τρίπολης του αλ Σάρατζ, δεν διαθέτει δική της αιτιολογική βάση και δυναμική, αλλά τεχνηέντως υφίσταται μόνον ως μέρος των διεκδικήσεων της Τουρκίας κατά κυριαρχικών δικαιωμάτων της Ελλάδας. Είναι δηλαδή πτυχή της τουρκικής προσπάθειας διεθνοποίησης των διεκδικήσεων της Άγκυρας κατά της χώρας μας. Και αλλίμονο, αν η Ελλάδα με τη στάση της συνέβαλε στη διεθνοποίηση των ελληνοτουρκικών! Ποιά διεθνής διαμεσολαβητική αρμοδιότητα (πέραν ίσως της προσπάθειας για την αποφυγή θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο, ως ατυχούς ενδεχόμενου και υπό τις παραδοχές του ισχύοντος διεθνούς δικαίου, που θωρακίζουν απολύτως τα δικαιώματα της χώρας μας) δικαιούται να διεκδικεί ρυθμιστικό παρεμβατικό ρόλο με επίδικο θέμα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας πλήρως εγγυημένα από το διεθνές δίκαιο; Καμιά! Και φυσικά η Ελλάδα απλά δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται σε καμιά κυβέρνησή της να καταστήσει αρμοδιότητα διεθνών διαμεσολαβητικών παρεμβάσεων  (όπως επιζητεί η Τουρκία) δικαιώματά της που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση. Κι αυτό θα συνέβαινε, αν η Ελλάδα εμπλεκόταν αναρμοδίως σε παρέμβαση με ζητούμενο διευθέτηση σε εσωτερική λιβυκή υπόθεση, ανοίγοντας έτσι εμμέσως πλην σαφώς τον δρόμο διεθνοποίησης και των τουρκικών διεκδικήσεων σε βάρος της ελληνικής ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο.

Είναι τελείως διαφορετικό να επικαλείται παγίως μια χώρα το διεθνές δίκαιο ως το  μόνο ανεκτό μέσο επίλυσης διαφορών, από το να συναινεί μια χώρα σε διεθνοποίηση μιας διαφοράς, ενώ το διεθνές δίκαιο ορίζει πλήρως τι ισχύει επί της ίδιας διαφοράς. 

Το τί κάνουν άλλες χώρες της περιοχής δεν είναι «οδηγός» ελληνικής εξωτερικής πολιτικής! Για παράδειγμα η Ιταλία έχει μακρά ιστορία παρεμβάσεων (ακόμη και αποικιοκρατικού χαρακτήρα) στη Λιβύη. Επίσης, σήμερα η Ιταλία «καίγεται» για την ανακοπή των προσφυγικών και μεταναστευτικών ρευμάτων από την Αφρική προς τη Ευρώπη. Αυτά δεν ενδιαφέρουν την Ελλάδα!

Σπεύδω να επεξηγήσω, επειδή συχνά η εξωτερική πολιτική υπόκειται σε περιορισμούς κατανόησης των κανόνων της από τους πολίτες (συνεπεία των υφιστάμενων κλισέ εσωτερικής πολιτικής σκοπιμότητας), ότι η περίπτωση του κυπριακού, διαφοροποιείται από τις ελληνο-τουρκικές διαφορές ακριβώς κατά τούτο: Τα ελληνοτουρκικά είναι μονομερής απαίτηση από μια χώρα σε βάρος δικαιωμάτων μιας άλλης, που την ισχύ τους εγγυάται το διεθνές δίκαιο! Ενώ το Κυπριακό είναι εξ αφετηρίας και λόγω του συστήματος περί εγγυητριών δυνάμεων των ιδρυτικών για την Κυπριακή Δημοκρατία συνθηκών Ζυρίχης-Λονδίνου, διεθνές θέμα. Για τον λόγο αυτόν η Ελλάδα (και η Λευκωσία) συναινούν και είναι επισπεύδουσες για διεθνή διαμεσολάβηση υπό τον Ο.Η.Ε. και αναγκαστικά σε επόμενη φάση σε διαβουλεύσεις και μεταξύ των εγγυητριών δυνάμεων (Ελλάδα-Τουρκία-Βρετανία), ενώ την ίδια ώρα η Ελλάδα πρέπει να καταβάλλει κάθε προσπάθεια αποφυγής διεθνοποίησης του σημερινού λιβυκού ζητήματος, για τους λόγους που ήδη εξήγησα. Δεν είναι ανακολουθία σε μια ενιαία εξωτερική πολιτική της Ελλάδας. Απλά είναι διαφορετικά τα ζητήματα και επομένως διαφορετική η βάση επιζήτησης των λύσεων.

Μόνη διεθνής επεμβατική αρμοδιότητα που η Ελλάδα μπορεί να αναγνωρίσει στα ελληνοτουρκικά, είναι η προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό όργανο για ερμηνευτική διευκρίνιση τυχόν ασαφειών στο διεθνές δίκαιο (π.χ. το ερώτημα εάν τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα). Για την ΑΟΖ, όμως δεν υπάρχει καμιά ασάφεια στο διεθνές δίκαιο! Μόνες περιπτώσεις που κρίθηκαν ως σήμερα από διεθνή δικαιοδοτικά όργανα σχετικά με το θέμα  της ΑΟΖ  (και οι αποφάσεις που εκδόθηκαν θα μπορούσαν να επηρεάζουν την ΑΟΖ του Καστελόριζου) είναι, ως γνωστό, οι περιπτώσεις της νήσου των Όφεων στη Μαύρη Θάλασσα, ως ρουμανο-ουκρανική διαφορά (για νησί όμως χωρίς μόνιμους κατοίκους, όπως το Καστελόριζο) και η υπόθεση για τη νήσο St. Martin's, ως διαφορά μεταξύ Μπαγκλαντές και Mιανμάρ. Και, σημειωτέον, οι αποφάσεις διεθνών δικαιοδοτικών  οργάνων για τέτοιες διαφορές δεν μπορούν να συνιστούν ισχύουσα νομολογία γενικώς εφαρμοστέα σε όλες τις ανάλογες περιπτώσεις, απλούστατα γιατί σ’ αυτά τα θέματα κάθε περίπτωση είναι διαφορετική. Για παράδειγμα, εάν τυχόν κάποιο διεθνές δικαιοδοτικό όργανο εκαλείτο να  αποφανθεί επί του ερωτήματος εάν έχει ΑΟΖ το Καστελόριζο συγκεκριμένα ή το δικαίωμά του αυτό περιορίζεται κατά κάποιον τρόπο, θα έπρεπε να συνεκτιμηθεί ο καταλυτικά νησιωτικός χαρακτήρας της ελληνικής επικράτειας, στοιχείο που δεν συντρέχει ούτε στην περίπτωση της νήσου των Όφεων αλλ’ ούτε στην περίπτωση της νήσου St. Martin's.

Αν λοιπόν, υπάρχει κάποιος (εν προκειμένω η Τουρκία) που αμφισβητεί την ισχύ ή την πληρότητα δικαιωμάτων του Καστελόριζου σε ΑΟΖ στην ανατολική Μεσόγειο, ας επιζητήσει τη διευκρίνιση προσφεύγοντας σε διεθνή δικαιοδοτικά όργανα. Και όχι με γεωτρητικές πειρατείες, τις οποίες το διεθνές δίκαιο και συγκεκριμένα η σημερινή διεθνής κοινότητα δεν αναγνωρίζει.  

 

 

 

10 Ιαν. 2020

Η μεγάλη χαμένη ευκαιρία

διεθνούς ελληνικής αναβάθμισης

Ο εσωτερικός δημόσιος διάλογος σχετικά με τον απολογισμό του ταξιδιού του Κυριάκου Μητσοτάκη στις Η.Π.Α. καλά κρατεί. Η δίκαια σκληρή κριτική (του συνόλου) της αντιπολίτευσης, δεν ανέκοψε την προσπάθεια των πυλώνων της συντονισμένης επικοινωνιακής προσπάθειας του Μεγάρου Μαξίμου να διασώσει ό,τι θα μπορούσε να διασωθεί από τη γελοιοποίηση του προφανέστατα ανεπαρκούς πρωθυπουργού, να εκπροσωπήσει  -έστω με συμβατική πληρότητα- την Ελλάδα σε διεθνείς αποστολές.  

Ωστόσο, κάπου τελειώνει η επικοινωνία των συμμάχων του πρωθυπουργού στα κοινά συμφέροντά τους (πολιτικά, επιχειρηματικά μιντιακά) και μένει το γυμνό κόστος για τη χώρα!

Η επίσκεψη Μητσοτάκη στις ΗΠΑ -που πλέον δεν έχει κανένα νόημα η συζήτηση περί του αν έπρεπε να γίνει ή όχι- καταγράφεται στην πολιτική μας ζωή, ως κορυφαία περίπτωση απαξίας εκ του αποτελέσματος όσον αφορά στην εκπροσώπηση της Ελλάδας στο διεθνές στερέωμα.  Δυστυχώς δεν είναι επικοινωνιακών συνεπειών το πλήγμα. Είναι βαθύτατα σχετιζόμενο με την αντίληψη που εμπεδώνεται πλέον στις πρωτεύουσες άλλων χωρών σχετικά με την επάρκεια διεθνούς ελληνικής εκπροσώπησης, μετά από έναν ικανό ήδη γύρο αποτυχημένων ταξιδιών Μητσοτάκη στο εξωτερικό. Άλλωστε, νομίζω πως δεν έχει απομείνει κανένας, ο οποίος μπορεί να υποστηρίξει στα σοβαρά ότι δεν έχει διαπιστώσει το πρόβλημα. Όλοι οι υποστηρικτές του Κυριάκου είτε προσπαθούν να κάνουν το άσπρο-μαύρο διαψεύδοντας ό,τι τα ίδια τα μάτια μας βλέπουν, είτε μεταθέτουν τη συζήτηση στην περιπεπλεγμένη συγκυρία (λες και ο πρωθυπουργός και οι συνεργάτες του δεν την εγνώριζαν και δεν είχαν τον χρόνο να μεριμνήσουν για την αντιμετώπιση των δυσμενών συνεπειών της, ως όφειλαν). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον εδώ έχουν οι δήθεν αποστασιοποιημένοι από την ήδη ελεγχόμενη βασίμως ως κακή πρωθυπουργία Μητσοτάκη, οι οποίοι αντί της οφειλόμενης αποτίμησης του πρωθυπουργικού ταξιδιού στις Η.Π.Α. προσφεύγουν στην ανόητη και ολοφάνερα αμήχανη συμψηφιστική αναφορά στη πρωθυπουργία Τσίπρα. Δηλαδή σε μια «συγκριτική», η οποία σε τελευταία ανάλυση μόνο ανομολόγητη αίσθηση ενοχής μαρτυρεί για την ίδια την παρουσία του Μητσοτάκη στην πρωθυπουργία. Μια εξέλιξη ευθεία συνέπεια της κάλπης του περασμένου Ιουλίου,  με αδύνατο πλέον «να σπρωχτούν κάτω απ’ το χαλί» οι επιπτώσεις της, που όλοι αυτοί οι «δήθεν αποστασιοποιημένοι» όχι μόνο ανέχτηκαν και ευχήθηκαν, αλλά -όπως σήμερα αποδεικνύεται από τη δυσανεξία διάκρισής τους απ’ αυτό το χάλι- τελικά και υπερψήφισαν, εκλογικά μεταμφιεσμένοι σε οπαδούς άλλων σχημάτων –για παράδειγμα του ΚΙΝΑΛ.                     

Στη συγκεκριμένη περίπτωση του ταξιδιού στις ΗΠΑ, όμως, τα πράγματα αποδεικνύουν ότι η περίπτωση Μητσοτάκη, δεν μπορεί πια να εξετάζεται με την πολυτέλεια της ανεκτικής προσέγγισης στον απολύτως ακατάλληλο, που θα τον άντεχε όμως η χώρα, για να μάθει κι αυτός «στου κασίδα το κεφάλι» -γόνος πολιτικής οικογένειας είναι άλλωστε... (Άλλωστε, ούτε ο πρώτος είναι και ίσως ούτε και ο τελευταίος). Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια σπάνια σε παγκόσμια κλίμακα ολοκάθαρη αντένδειξη συμβατότητας με τα θεμελιώδη προαπαιτούμενα για την ηγεσία χώρας. Δεν είναι προσωπικό, δεν είναι κομματικό, δεν είναι παραταξιακό ζήτημα! Είναι ζήτημα στοιχειώδους αυτοσεβασμού της ίδιας της χώρας και των πολιτικών διαδικασιών της δημόσιας ζωής μας, που θέτουν τις ελάχιστες αναγκαίες προϋποθέσεις για να «αντέχεται» ένας πρωθυπουργός, χωρίς η ζημία από την παρουσία του στο αξίωμα να καταλήγει σε κόστος μη διαχειρίσιμο για όλους μας.

Κάποια στιγμή η ευγένεια και η ανεκτικότητα στο πλαίσιο ενός πολιτικού πολιτισμού ανοχής του αντιπάλου, φτάνει στο έσχατο όριο! Εκεί, όπου η ζημία είναι τόσο φανερή, τόσο άμεσα προερχόμενη από το κρινόμενο πρωθυπουργικό πρόσωπο και τόσο μεγάλη, ώστε κάθε παράταση αποσιώπησης των βαρύτατων συνεπειών και για τον οποιονδήποτε λόγο, ισοδυναμεί με σύμπραξη σε πράξεις (εκούσιες ή ακούσιες) καταστροφής. Δηλαδή, δεν είναι πια υπόθεση παραταξιακών διαφορών, αλλά ζήτημα εθνικού συμφέροντος.

Για τον λόγο αυτό, χρειάζεται και περίσσιο θράσος όπως και ατελείωτη υποκρισία, για να τολμάει κανένας να μέμφεται όσους αντιδρούμε στην προφανή βλάβη σε βάρος της χώρας, καταλογίζοντας, μάλιστα, σε όλους εμάς …αντιπολιτευτική μικροψυχία!!! Γι’ αυτό, όσοι κρυπτο-μητσοτακικοί καμώνονται ότι υπερασπίζονται τη χώρα κατηγορώντας όσους αντιδρούμε στην κατάντια διεθνούς εικόνας της Ελλάδας επί -και κυρίως ένεκα- Κυριάκου Μητσοτάκη, ας σοβαρευτούν. «Η αξιοπρέπεια είναι η συνωμοσία σιωπής της αναξιοπρέπειας», δήλωνε ο Μπέρναρ Σω.  

Φυσικά υπάρχουν και αντιπολιτευτικές υπερβολές, ακόμη και αήθειες, μεταξύ κομμάτων στην τρέχουσα διακομματική αντιπαράθεση! Η εντύπωση, όμως, της αλαζονείας που παρέχουν στους υποστηρικτές του ανεκδιήγητου νεο-μητσοτακισμού τα μίντια «συνεταίροι» του στο μπλοκ εξουσίας, που εδώ και μερικούς μήνες ελέγχει τη χώρα, ακριβώς ένεκα του Κυριάκου Μητσοτάκη καταρρέει!

Οι πολίτες θα συμπαραστέκονται με κάθε μέσο σε οποιονδήποτε πρωθυπουργό, ο οποίος με τη στάση του στο εξωτερικό θα παράγει όφελος για την χώρα και τους πολίτες της. Αν την βλάπτει, ο καταλογισμός θα είναι άμεσος, σαφής και αναπόφευκτος. Και καμιά  μιντιακά κατευθυνόμενη σκηνοθεσία αλλοίωσης της πραγματικότητας, όσο καλά προετοιμασμένη κι αν είναι, δεν μπορεί αυτό να το κάμψει!

Το ταξίδι Κυριάκου Μητσοτάκη στις Η.Π.Α. είναι η μεγαλύτερη χαμένη ευκαιρία για την Ελλάδα, εδώ και πολύ καιρό. Χαμένη ευκαιρία για δύο βασικούς λόγους:

1. Διότι, ανεξαρτήτως του εάν το έκανε η απελθούσα κυβέρνηση ή το έφερε η συγκυρία (στην πραγματικότητα και τα δύο συνέτρεξαν) η δύση, ταλανίζεται σοβαρότερα απ’ όσο εδώ και δεκαετίες σε μια δίνη πολυεπίπεδης κρίσης, πολιτικής οικονομικής, παραγωγικής και πολιτισμικής. Είναι ακριβώς η εποχή που η Ελλάδα καθίσταται σήμερα καθαρότερα απ’ όσο ολόκληρη την περασμένη περίοδο από το 2008 ως σήμερα, ως η χώρα-παράγων-γεωπολιτική οντότητα, που αξίζει τον κόπο να υποστηριχτεί από τους επιλήσμονες συμμάχους της. Η αποκατάσταση της ελληνικής χρησιμότητας για τον δυτικό παράγοντα (που τόσο λοιδορήθηκε από τον τυφλό σοϊμπλισμό των μνημονίων, ως δήθεν βαρίδι για τη Ευρώπη)  φυσικά δεν είναι ζήτημα επενδύσεων, όπως ανοήτως και εκτός ιστορικής ουσίας περιφέρει ο ανεπαρκής σημερινός πρωθυπουργός. Πρόκειται για χρησιμότητα γεωπολιτική και συμβολική, που μόνον υπό το φως της σημερινής διεθνούς αβεβαιότητας κατ’ εξοχήν στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου γίνεται απολύτως αντιληπτή από το σύνολο του δυτικού κόσμου. Συντρέχει, κι αυτό για πρώτη φορά από καταβολής του σύγχρονου ελληνικού κράτους, και μια καίρια πρακτική ελληνική χρησιμότητα για τη δύση: εκείνη του συνδυασμού ιδιοκτησίας κοιτασμάτων υδρογονανθράκων και διαθεσιμότητας αξιοποίησής τους, με τη γεωγραφική θέση που προσφέρεται για εναλλακτικές από τις παραδοσιακές οδούς διαμετακόμισής τους προς τον δυτικό κόσμο.

Έτσι έχει νόημα η επιστροφή της Ελλάδας στις γεωπολιτικές προτεραιότητες και επιλεκτικές προτιμήσεις της δύσης, και όχι βέβαια ως επενδυτικός προορισμός (που καλώς να έρθει, αλλά δε μπορεί στα σοβαρά αυτό να είναι το σχέδιο μέλλοντος της χώρας). Κι αυτή η ευκαιρία να επανέλθει η Ελλάδα με όρους γεωπολιτικής κρισιμότητας στο διεθνές ενδιαφέρον χάθηκε κατά το ταξίδι Μητσοτάκη στις Η.Π.Α.. Και ίσως αυτή ήταν η τελευταία ευκαιρία να επιτευχθεί ο σκοπός, χωρίς όλ’ αυτά να λαμβάνουν χώρα σε περιβάλλον θερμότερο, από τη σημερινή ελληνο-τουρκική διένεξη για τις ΑΟΖ. Η Ελλάδα, αντί για «απαραίτητος παράγων» της δυτικής στρατηγικής στην ευρύτερη περιοχή, κατά την επίσκεψη Μητσοτάκη στις Η.Π.Α. υποβαθμίστηκε σε δευτερεύοντα πόλο των εξελίξεων και χωρίς βάθος προσδοκιών σχετικά με τον ρόλο της χώρας στο υπό αναδιαμόρφωση νέο σκηνικό που αναδύεται από την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμεων στην ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα από το πρωθυπουργικό ταξίδι έμεινε στον κόσμο ως μια περίπτωση συμπαθούς δεδομένου δυτικού εταίρου, με προτίμηση μάλιστα στον αμερικανικό παράγοντα αλά Τραμπ, αν και το ευρωπαϊκό μας πρόταγμα ισχύει απολύτως και παράλληλα ακόμη και ο μισός αμερικανικός πολιτικός κόσμος διαχωρίζει πλήρως τη στάση του από τους καουμποϊσμούς του Αμερικανού προέδρου στην παρούσα ιρανική κρίση. Πρέπει  είμαστε η μόνη χώρα στον κόσμο που διά χειλέων Μητσοτάκη δεν κράτησε την ελάχιστη έστω απόσταση από τη πρακτική δολοφονίας κρατικών αξιωματούχων άλλης χώρας με προεδρική εντολή και σε επιχείρηση στο έδαφος τρίτης χώρας. Μόνον ο Όρμπαν -κι αυτός σε ηπιότερους τόνους- μιμήθηκε τον Μητσοτάκη. Η εικόνα αυτή αδικεί και πλήττει επί πλέον σοβαρά την Ελλάδα και την παράδοσή της ανεξαρτήτως διακυβέρνησης μέχρι σήμερα, ως διπλωματίας προαγωγής της ειρήνης, πρακτικής διαλόγου για την επίλυση διεθνών διαφορών παγίως και σεβασμού των διεθνών κανόνων.      

 2. Διότι, η αυτοπαγίδευση Μητσοτάκη αποκλειστικά στην προσπάθεια εξασφάλισης αμερικανικής υποστήριξης στο δίπολο Ελλάδα-Τουρκία, αποδείχτηκε (και εξ αρχής ήταν για όσους στοιχειωδώς κατανοούν του κανόνες της εξωτερικής πολιτικής) ο λάθος στόχος του ταξιδιού! Η Ελλάδα δεν μπορεί να εκπροσωπείται διεθνώς  αιτουμένη στήριξη στα εθνικά ενδιαφέροντά της, που αυτονόητα ούτε  διαπραγματεύσιμα είναι, ούτε η υπεράσπισή τους εξαρτάται από τον βαθμό υποστήριξης του διεθνούς παράγοντα. Άλλο η οικονομία και ο εξωτερικός δανεισμός για την αποφυγή μιας χρεοκοπίας, και άλλο τα λεγόμενα εθνικά συμφέροντά μας! Αν δεν το κατανοεί αυτό ο πρωθυπουργός, αλίμονο!…

Και ωσαύτως, δεν μπορεί και μετά το ταξίδι να επιμένει η επικοινωνία διαχείρισης της πανωλεθρίας ότι επετεύχθη ο στόχος. Ποιός στόχος; Μα, να τονιστεί  στον συνομιλητή της Ελλάδας ότι δεν θα κάνουμε παραχωρήσεις στα κυριαρχικά μας δικαιώματα!!! Αυτά τα πράγματα συνιστούν πλήρη διακωμώδηση του αυτονόητου για κάθε χώρα του κόσμου, που πρώτο μέλημά της είναι η διαφύλαξη της υπόστασής της, ιδίως της εδαφικής και κυριαρχικής.

Στην παρούσα σύντομη ανάλυση προσπάθησα να δείξω το βάθος της μητσοτακικής αστοχίας και τις τεράστιες συνέπειές της για την Ελλάδα και όλους μας.

Όσο ξεμακραίνουμε από το σκηνικό των εκλογών του περασμένου Ιουλίου τόσο περισσότερο η αλήθεια θα επιδράμει στην ουσιαστική αποτίμηση των πολιτικών πραγμάτων, σε εξατομικευμένο επίπεδο για τον καθένα μας. Και ίσως αυτό είναι και το πλέον αδιάψευστο κριτήριο αξιολόγησης του βαθμού ειλικρίνειας της δήλωσης που κάνουμε όσοι ζούμε εδώ, ότι αγαπάμε και πονάμε τον τόπο μας.

 

 

 

7 Ιαν. 2020

Λογοτεχνική μαλαφράντζα

"...Φυσικά,  ένας λογοτέχνης δικαιούται απολύτως να κάνει πολιτική! Αυτό δα έλειπε να του πούμε εμείς τί θα λέει και πώς θα το λέει. Εκείνο που δεν δικαιούται, όμως, είναι τόσο απροκάλυπτα να χρησιμοποιεί τη λογοτεχνική «ιδιότητά» του για να κάνει πολιτική. Κι αν το κάνει δεν είναι μόνο κακή πολιτική, είναι και ανέντιμη λογοτεχνία..."

5 Ιαν. 2020

Η «τραμποποίηση»

της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής

Δυστυχέστατα, σε μία ακόμη περίπτωση εκπροσώπησης της Ελλάδας στο κόσμο, από την κυβέρνηση επιλέγεται να προηγηθεί η προσωπική ατζέντα Μητσοτάκη, αντί της οργανωμένης εξωτερικής πολιτικής. Η ελληνική στάση απέναντι στους «καουμποϊσμούς» του Τραμπ με τη δολοφονία Ιρανού αξιωματούχου σε μια πρακτική που πρόδηλα παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, αποσιωπάται (γίνεται δηλαδή ανεκτή από την Ελλάδα). Κι όλ’ αυτά, επειδή σε λίγες ώρες ο Μητσοτάκης θα συναντηθεί με τον «καουμπόι» και δεν πρέπει να τον φέρει σε δύσκολη θέση, αφού ο ίδιος σε λίγο καιρό έχει προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ.

Στοιχειώδης παρακολούθηση των εξελίξεων δείχνει ότι και στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η οργανωμένη διπλωματία της χώρας επιχειρεί να αποστασιοποιηθεί από τις προεκλογικές δολοφονίες του καθ’ όλα επικίνδυνου Αμερικανού προέδρου και να κατευνάσει την οργή της Τεχεράνης. Αντί να ακολουθήσει αυτή τη γραμμή η Αθήνα, την οποία σημειωτέον ακολουθούν όλες οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, σιωπά «τραμποποιώντας» την εξωτερική μας πολιτική!

Κάποια στιγμή εκφράζω την ελπίδα να γίνει κατανοητό και να εφαρμοστεί στην πράξη η αρχή ότι η εξωτερική μας πολιτική είναι απόρροια συνειδητοποιημένων επιλογών που προάγουν τα συμφέροντά μας και όχι ρουσφέτια διευκόλυνσης των ταξιδιών του πρωθυπουργού στο εξωτερικό. Υπάρχει πάντα ο τρόπος στη διπλωματική γλώσσα και πρακτική να εκφραστούν οι τοποθετήσεις της χώρας στα κρίσιμα θέματα. Κι αυτό είναι που βοηθάει έναν πρωθυπουργό που εκπροσωπεί τη χώρα στο εξωτερικό και όχι η ανοχή σε πρακτικές απορριπτέες από το διεθνές δίκαιο. Αυτή η στάση κάνει μια χώρα σεβαστή και ισχυρή και όχι τα γλυψίματα στους «καουμποϊσμούς» του ανόητου και επικίνδυνου Τραμπ.

Επαναλαμβάνεται, δυστυχώς, η κακή πρακτική της «διπλωματίας του Μαξίμου» σε βάρος της οργανωμένης ελληνικής εξωτερικής πολιτικής που είναι δουλειά του ΥΠΕΞ. Αν ο κ. Δένδιας αδυνατεί να εξηγήσει στον γραφικό και αδύναμο Έλληνα πρωθυπουργό αυτά τα απλά πράγματα και τα συμφέροντα της χώρα μας συνεχίσουν για πολύ ακόμη να είναι μητσοτακική «επικοινωνία», που στοχεύει στα πολιτικά κοινά στο εσωτερικό, οι συνέπειες θα καταλήξει να είναι αναπότρεπτα επιβλαβείς για όλους μας. Στην παρούσα εξαιρετικά φορτισμένη διεθνή συγκυρία ίσως η ζημιά να είναι μεγάλη.

Ας το κατανοήσουν έστω την ύστατη ώρα οι επικοινωνιολόγοι του αρχηγού. Στην εξωτερική πολιτική δεν χωράνε οι χειρισμοί τους και όλα υποχωρούν μπροστά στα ελληνικά συμφέροντα.

…εκτός κι να είσαι κάτι σαν τον Τραμπ, που κάνει έναν πόλεμο πιθανότερο απλά για να το αξιοποιήσει στις εκλογές στη χώρα του.