Μολυβάκι

22 Ιαν. 2022

Η αριστερά είναι κόμμα ή κίνημα;

(Μέρος Α΄: Η πρόταση Τσίπρα και ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ)  

Η ιστορία των κομμάτων, ως κρίσιμων θεσμών της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, έχει καταγράψει πολλές φάσεις εξέλιξης των επιφαινομένων του δημόσιου βίου. Στην Ελλάδα, από τα κόμματα-εργαλεία εξάρτησης από ξένες δυνάμεις μετά την επανάσταση του 1821, ως τα σημερινά κόμματα-εργαλεία εξάρτησης, συνδυαστικά από ξένες δυνάμεις και ταυτόχρονα από εγχώρια κέντρα προαγωγής ιδιωτικών συμφερόντων, η χρόνικη απόσταση είναι μεγάλη και ήδη έχει συμπληρώσει  δύο αιώνες ζωής. Ωστόσο, όπως είναι προφανές, το ενοποιητικό στοιχείο αυτών των τόσο διαφορετικών μεταξύ τους κομμάτων (για παράδειγμα το βαυαρικό κόμμα της εποχής του Μέτερνιχ, με τη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη σήμερα), είναι η εξάρτηση από συμφέροντα, δυνάμεις και κίνητρα, που δεν αφορούν στα προτάγματα και τις ανάγκες των αντιπροσωπευόμενων πολιτών.

Θα αρκούσε, μάλιστα, να ρίξει κανένας μια ματιά στην ελληνική ιστορία των τελευταίων 50 ετών (πρακτικά από την πτώση της δικτατορίας και εντεύθεν), για να διαπιστώσει το πρόδηλο: Ποιές πολιτικές παρατάξεις και ποιά κόμματα-εκφραστές τους, ήταν εκείνα που έθιξαν στον πυρήνα του το πρόβλημα ανεξαρτησίας της χώρας, δηλαδή τον πρωτογενή αιτιολογικό παράγοντα που κρατάει την Ελλάδα πίσω από τις ανάγκες των ανθρώπων της, και αποκλειστικά και μόνο για να ωφελούνται ανερυθρίαστα μικρές ομάδες πολιτικών κύκλων και συστοιχειών συμφερόντων, που αντικειμενικά πλήττονται οποτεδήποτε κάνει ένα βήμα μπροστά το καθ’ οιονδήποτε τρόπο νοούμενο δημόσιο συμφέρον.    

Στην ίδια αναλυτική βάση θα αρκούσε επίσης να δει κανένας ποιές δυνάμεις  και με τί μέσα επιτέθηκαν στα κόμματα-εκφραστές παρατάξεων που αμφισβήτησαν την εξάρτηση της Ελλάδας, απ’ οπουδήποτε κι αν εκπορευόταν αυτή η εξάρτηση, για να συμπεράνει ποιές παρατάξεις συνέβαλαν στην εμπέδωση και διαφύλαξη του εξαρτησιακού χαρακτήρα στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό, και ποιές αντιστάθηκαν και έδωσαν μάχες για αποτίναξή του και με στόχο μια Ελλάδα ανεξάρτητη και αυτόνομη από συμφέροντα αλλότρια της χώρας και των πολιτών της.             

Η εισαγωγή αυτή ήταν απαραίτητη για να ορίσουμε για ποιό πράγμα μιλάμε! Η πρόσληψη της πολιτικής διαδικασίας, για να ανταποκρίνεται στους τύπους αλλά και στην ουσία μιας δημοκρατίας, οφείλει να αντανακλά πάντα και υπό τις οποιεσδήποτε συνθήκες δύο πράγματα: την κατά το δυνατόν αδιαμεσολάβητη αντιπροσώπευση και την υπηρέτηση των συμφερόντων του λαού από μεριάς των πολιτικών εκπροσώπων. Αν κάποιο από τα δύο αυτά στοιχεία παραμερίζεται και παραβλέπεται τότε αρχίζει η φαλκίδευση του δημοκρατικού πλαισίου στην ουσία του και αναδύεται το φαινόμενο γραφειοκρατικοποίησης της πολιτικής διαδικασίας (δηλαδή τα συμφέροντα των πολιτικών εκπροσώπων αρχίζουν να προηγούνται των συμφερόντων των πολιτών).

Στην περίπτωση της πολιτικής αριστεράς αυτή η εκτροπή από το δημοκρατικό πλαίσιο βιώθηκε τραυματικά, τόσο με την εμπειρία του κόμματος λενινιστικού τύπου, όσο και με τη διακυβέρνηση του λεγόμενου υπαρκτού σοσιαλισμού. Ωστόσο, σε σύγκριση με την πολιτική συντήρηση, (που στη δύση προσέφερε πληθώρα αρνητικών εμπειριών σε παραβιάσεις του δημοκρατικού πλαίσιου, από πραξικοπήματα και χούντες, ως και καθεστώτα που για να επιβληθούν στράφηκαν κατά των ίδιων των πολιτών, όπως τα μετεμφυλιακά καθεστώτα στην Ελλάδα), εντοπίζεται μια μεγάλη διαφορά:

- Στη μεν αριστερά οι εκτροπές αυτές όχι μόνον έχουν καταγγελθεί  και κλειστεί στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, αλλά ταυτόχρονα κανένα κόμμα της σύγχρονης αριστεράς δεν διανοείται καν την αναβίωσή τους.

- Στη δε συντηρητική δεξιά η τάση και οι πρακτικές εκτροπών από το δημοκρατικό πλαίσιο σήμερα αναβιώνουν και επανέρχονται και (επανα)προωθούνται ως πρόταση για το σήμερα και το αύριο των κοινωνιών. Ο τραμπισμός, ο ορμπανισμός και ο νεο-μητσοτακισμός αποτελούν ενδεικτικά παραδείγματα αυτής της τάσης για εκτροπές από το δημοκρατικό πλαίσιο, αλλά και πρακτικών εφαρμογών πολυεπίπεδης  καταταλαιπώρησης των δημοκρατικών  λειτουργιών (στη Βουλή, την υπόταξη της δικαιοσύνης σε πολιτικούς σχεδιασμούς, την εξαγορασμένη πληροφόρηση της κοινής γνώμης κ.λπ.).             

Στην περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ το ζήτημα αντιπροσώπευσης της κομματικής βάσης ως σήμερα αντιμετωπίστηκε πρακτικά με όρους λενινιστικού κόμματος. Το γεγονός αυτό αντικειμενικά συνέβαλε στην ενδυνάμωση του φαινομένου γραφειοκρατικοποίησης της κομματικής ηγεσίας. Καταλύτης για τη δημιουργία των προϋποθέσεων επανεξέτασης αυτού του μοντέλου κομματικής οργανωτικής συγκρότησης, ήταν η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση το 2015. Και αίτιο επίσπευσης της προβληματικής γύρω από την ανάγκη διαφοροποίησης του παραδοσιακού αυτού κομματικού μοντέλου ήταν η διαπίστωση της πολιτικής παθογένειας που παράγεται όταν κομματικές φατρίες ανύπαρκτης ουσιαστικά πολιτικής νομιμοποίησης αλλά με λόγο και καίρια πόστα μέσα στο κόμμα αυτού του τύπου (όπως οι μεταγενέστεροι σχηματισμοί Λαφαζάνη και Κωνσταντοπούλου), διεκδικούν  αναντίστοιχο της επιρροής τους ρόλο στη διαμόρφωση των εξελίξεων.

Αν αυτά τα φαινόμενα -κλασσικά συμπτώματα έντονης και παθογενούς κομματικής γραφειοκρατίας- περιορίζονται στο εσωτερικό ενός κόμματος, ιδίως ενός μικρού κόμματος, τότε μικρό και το κακό για τις εν γένει πολιτικές λειτουργίες των κομματικών συστημάτων. Όταν όμως αυτά λαμβάνουν χώρα σε κόμματα μαζικά και δη κυβερνητικά, η ζημιά για το αντιπροσωπευτικό δημοκρατικό σύστημα είναι μεγάλη και τραυματική. Αυτό ακριβώς συνέβη (και ανεξάρτητα από τις άλλες πολιτικές εξελίξεις σχετικά με την επαναδιαπραγμάτευση του μνημονίου, που συγκάλυψαν αυτήν την πτυχή) το πρώτο εξάμηνο του 2015 με την πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-Τσίπρα και με την εν κυβερνήσει διάσπαση του κόμματος από ομάδες στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ που διεκδίκησαν να είναι εκείνες που θα επέβαλαν τη γραμμή της κυβέρνησης, αλλά στη συνέχεια αποδείχτηκαν απολύτως περιθωριακές.       

Αυτά τα ταραγμένα δεδομένα ως προς τη συγκρότηση του διευρυμένου πια σήμερα ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ και την εκλογή της ηγεσίας του, έρχεται να ρυθμίσει η παρέμβαση Τσίπρα στο Πολιτικό Συμβούλιο με την πρόταση για εκλογή προέδρου και Κεντρικής Επιτροπής απ’ ευθείας από τη βάση των οργανωμένων μελών του.

Ανεξάρτητα από την εικόνα που έχει καθένας για τον Αλέξη Τσίπρα ως πολιτικό πρόσωπο πρώτης γραμμής, η κίνησή του έχει στοιχεία πολιτικού χειρισμού υψηλού επιπέδου, αφού αποσκοπεί ευθέως στην άρση ενός πρωτογενούς αρνητικού σημείου, που χαρακτηρίζει το κόμμα του. Πρόκειται δηλαδή για κίνηση ηγεσίας με αυξημένο πολιτικό διαμέτρημα. Και ιστορικά είναι πολύ σπάνιο το φαινόμενο ηγεσιών, που «με μια κίνηση», κινητοποιούν ευρύτερες πολιτικές διαδικασίες.   

Ευτυχώς η αρνητική εμπειρία από χαοτικές διαδικασίες εκλογής ηγεσίας, όπως οι περιπτώσεις τη ΝΔ και του ΚΙΝΑΛ (με τις στρατιές εξ ορισμού τυχοδιωκτικών ψήφων από πολίτες που «είδαν φως κι ανέβηκαν»), όπου μάλιστα συνέτρεξαν και ενδείξεις νοθείας (όπως συνέβη με τις 50.000 ψήφους χωρίς ονοματεπώνυμο στην εσωκομματική  κάλπη της ΝΔ, όπου εξελεγη ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ή στην εμφανή προσπάθεια εξωθεσμικών παραγόντων να καθορίσουν ποιός θα εκλεγεί πρόεδρος στο ΚΙΝΑΛ), προσέφερε στον Αλέξη Τσίπρα την ευκαιρία να αναζητήσει ορθολογικότερες και δημοκρατικά πιο ισορροπημένες λύσεις. Έτσι αποκλείστηκε η περίπτωση νομιμοποίησης κομματικής ηγεσίας εξαιρετικά ευεπίφορης σε ευθυγράμμιση με συμφέροντα εξωθεσμικών παραγόντων.

Στην πρόταση Τσίπρα η κομματική βάση (και όχι κάποιο απροσδιόριστο εκλεκτορικό σώμα, εκ των πραγμάτων υποκείμενο εύκολα σε έξωθεν επιρροές και πιέσεις, αφού παρέλκουν κρίσιμα στοιχεία, όπως οι πολιτικές αρχές και τα ιδεολογικά προτάγματα), είναι ο ύστατος εγγυητής μιας νομιμοποιητικής διαδικασίας αντιπροσώπευσης σύγχρονου τύπου. Μιας διαδικασίας  με βαθύτατο δημοκρατικό πρόσημο, διασφαλισμένης απολύτως λειτουργικής σχέσης μεταξύ εκπροσωπούμενου μέλους (μέλους κόμματος, με λειτουργική ανταπόκριση στην κεντρική συνθήκη ότι τα κόμματα είναι θεσμοί-εγγυητές της δημοκρατικής λειτουργίας του πολιτεύματος) και ηγεσίας.         

Εκτός, όμως, από το στενά κομματικό σκηνικό στον ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, όπως αυτό επανατοποθετείται  με την πρόταση Τσίπρα, υπάρχει και η μεγάλη επίδραση που εκ των πραγμάτων ασκεί η πρόταση Τσίπρα στο θεσμικό επίπεδο της αξιωματικής αντιπολίτευσης και στο πώς αυτή παρεβαίνει στην κεντρική πολιτική σκηνή. Περισσότερα, όμως, γι’ αυτό στο επόμενο Β΄ μέρος: Η πρόταση Τσίπρα και η αξιωματική αντιπολίτευση)…   

 

 

 

 

20 Ιαν. 2022

Κατηφόρα της Ελλάδας

σε κατάσταση χώρας-καθεστώτος

απειλητικού για τους πολίτες του

Τα τελευταία περιστατικά, παραδείγματος χάριν με την άδικη βεβαίωση προστίμου σε βάρος εστιατορίου για δήθεν παραβίαση προστατευτικών μέτρων κατά του κορονοϊού, επιβεβαιώνουν ότι κάθε μέρα που περνάει, με τη στάση κυβερνητικών οργάνων κάθε κατηγορίας και αρμοδιότητας, επιτείνεται η ανασφάλεια που αισθάνονται οι πολίτες ενώπιον του κρατικού μηχανισμού. Ίσως το πιο καθοριστικό και επικίνδυνο σημείο εδώ βρίσκεται εκεί όπου κρατικά όργανα με γενικευμένο τρόπο αρχίζουν να παράγουν και να διαχέουν ανάμεσά μας την εντύπωση ότι ενώ λόγος για την ύπαρξη και τη λειτουργία τους είναι η προαγωγή των συμφερόντων του πολίτη, τα ίδια έχουν αρχίσει να δρουν προς όφελός τους, ακόμη κι αν αυτό πλήττει τελικά το δημόσιο συμφέρον.

Τα διάφορα επιβεβαιωτικά τούτου περιστατικά φτάνουν πια με καταιγιστικό ρυθμό, για να μπορεί κανένας να τα παραβλέπει ή να τα μετατρέπει με ελαφρότητα σε μέρη της γνωστής στημένης προπαγανδιστικής μηχανής των μίντια της λίστας Πέτσα, που μεταφέρουν με πανδημικούς πια ρυθμούς την παραπληροφόρηση και τα fake news στην κοινωνία, ότι φταίει δήθεν εκείνη για τις συνέπειες της καθεστωτικής διακυβέρνησης Κυριάκου Μητσοτάκη.

Ας αναφέρω μερικά τελευταία παραδείγματα:

- Προ ημερών μόλις πολίτες που ανέβαιναν στην Πεντέλη για να επισκεφτούν το εφημερεύον Νοσοκομείο Παίδων και προφανώς λόγω κάποιου προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζαν τα παιδιά τους, βρέθηκαν ενώπιον αστυνομικών δυνάμεων που απαγόρευαν τη διέλευση. Ακόμη και το να πληροφορηθεί κανένας υπεύθυνα από υγειονομικές υπηρεσίες ποιές εναλλακτικές λύσεις θα υπήρχαν σε δημόσιες δομές για γονείς που είχαν άρρωστα παιδιά, δεν ήταν δυνατό να παρασχεθεί ως υπηρεσία στους πολίτες. Κι εδώ η κοινωνική (και φυσικά και πολιτική) ανωμαλία που αναδύεται απ’ αυτήν την εικόνα είναι ότι κρατικά όργανα (η αστυνομία) είχε επιστρατευτεί για να μην επιτρέψει σε άλλα κρατικά όργανα (τους υγειονομικούς) να κάνουν τη δουλειά τους. Διότι, βεβαιότατα, δημόσιο συμφέρον στην περίπτωση αυτή δεν είναι να εφαρμοστεί η δικαστική απόφαση που κήρυξε παράνομες τις κινητοποιήσεις των υγειονομικών αλλά να λειτουργήσει η δημόσια Υγεία. Και μπορεί κατά το μυαλό και την ολοκληρωτικής καταγωγής ιδεολογία του υπουργού Υγείας έτσι να είναι νοητή η λειτουργία του κράτους και η εφαρμογή των κρατικών αποφάσεων, αλλά το τελικό αποτέλεσμα είναι ότι ο υπουργός Υγείας εν μέσω πανδημίας κατέστη με επιλογή του εμπόδιο στην υπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος στον τομέα που ακριβώς είναι η ευθύνη του ως κορυφαίος κρατικός λειτουργός.

- Αλλού, σε πολλά μέρη της επικράτειας, κόβεται από κρατικά όργανα πρόστιμο σε παραβάτες των περιοριστικών μέτρων κατά του κορονοϊού, με πρακτικές επιλεκτικής (και όχι δειγματοληπτικής) προτίμησης, όπως αποδεικνύει το περιστατικό με εστιατόριο στο Μοσχάτο με θαμώνα τον Παύλο Πολάκη. Διότι, και εδώ, το ζήτημα ποτέ δεν ήταν αν ο πρώην υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ άσκησε καταχρηστικά την απορρέουσα από τη βουλευτική του ιδιότητα εξουσία για να σταματήσει την κακή εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων κατά του κορονοϊού (κι αν το έκανε, που δεν το έκανε, καλώς ενήργησε ο Παύλος Πολάκης, ως βουλευτής εκπρόσωπος των πολιτών, δηλαδή καθ’ ύλην πολιτικά αρμόδιος για την προαγωγή του δημόσιου συμφέροντος). Αντίθετα, εδώ το θέμα είναι η καταχρηστική άσκηση εξουσίας από μεριάς του κρατικού οργάνου που είναι επιφορτισμένο με την παρακολούθηση τήρησης των περιοριστικών μέτρων κατά του κορονοϊού.

- Το πρόβλημα προσλαμβάνει διάστασεις κωμωδίας όταν για πολύ καιρό ανεμβολίαστοι αστυνομικοί βεβαίωναν πρόστιμα σε πολίτες για παραβάσεις των περιοριστικών όρων κατά της πανδημίας. Δεν θέλω καν να διανοηθώ ότι θα μπορούσε να συνεχίσει να συμβαίνει κάτι τέτοιο...

- Την ίδια ώρα, οι πολίτες στοιβάζονται στα μέσα μαζικής μεταφοράς για να πάνε στις δουλειές τους, σε μία από τις προφανέστερες περιπτώσεις που το κράτος εκπροσωπούμενο από συγκεκριμένη κυβέρνηση, μεσα σε συνθήκες πανδημικής έξαρσης εδώ και 2 χρόνια τώρα αδυνατεί προκλητικά να υπερσπιστεί την υγεία των πολιτών. Αν στα στοιχειώδη δεν μπορεί το κράτος να υπερασπιστεί το δημόσιο συμφέρον, τότε η όλη υπόθεση αρχίζει να προσλαμβάνει χαρακτηριστικά κλονισμού των όρων λειτουργίας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατικής πολιτικής λειτουργίας. Το κράτος παύει πλέον να λειτουργεί υπέρ των πολιτών και αρχίζει να δρα υπέρ άλλων πραγμάτων. Σε συνθήκες διάχυτου νεποτισμού, όπως σήμερα, οι πολίτες αντιλαμβάνονται ότι λειτουργεί πλέον υπέρ των φυσικών προσώπων και των πολιτικών, μιντιακών και επιχειρηματικών μηχανισμών που συγκροτούν το παρόν μπλοκ κυβερνητικής εξουσίας.

- Και το πρόβλημα στην κυριολεξία ενδημεί όταν το ίδιο συμβαίνει και με γενικευμένο τρόπο, ως αποτέλεσμα ανάλογης αδυναμίας του κράτους και πάντα εκπροσωπούμενο από συγκεκριμένη κυβέρνηση, να αποτρέψει θανάτους από κορονοϊό που αποδεδειγμένα (από έγκυρες μελέτες ακόμη και συμβούλων του σημερινού πρωθυπουργού) θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί, αν στηριζόταν επαρκώς το δημόσιο σύστημα υγείας. Συνιστά ακραία διακωμώδηση της υποχρέωσης των κρατικών λειτουργών να είναι σοβαροί ασκώντας το καθήκον τους, όταν αυτοί οι ίδιοι καταφεύγουν στο επιχείρημα ότι «δεν εγνώριζαν» όλα όσα όφειλαν να γνωρίζουν. Και το πράγμα αποκτά σαρωτικό τόνο όταν αυτοί που «δεν εγνώριζαν» όσα όφειλαν αφεύκτως να γνωρίζουν, τελικά όχι μόνο αντανακλώνται ως σύμπτωμα στο επίπεδο του κορυφαίου πολιτικού προσώπου (δηλαδή του πρωθυπουργού), αλλά αποδεικνύεται ότι ο ίδιος πρωθυπουργός εγνώριζε και δεν ενήργησε ως όφειλε (αξιοποιώντας καθ’ υποχρέωσή του τα ευρήματα της μελέτης Τσιόδρα-Λύτρα –για να είμαστε απολύτως συγκεκριμένοι).

- Παράλληλα, κατεξευτελίζεται η ίδια η έννοια και το περιεχόμενο της προστασίας που οιονεί οφείλει να παράσχει το κράτος για να προστατεύσει τους πολίτες του από φαινόμενα αισχροκέρδειας που εμφανίζονται σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, όπως η πανδημία. Διότι τιμή τεστ 47 ευρώ, σαν κάποιο είδος διατίμησης, μόνο υποτιμητική της νοημισύνης των πολιτών είναι από μεριάς υπουργού που ανακήρυξε ως δέουσα τιμή τα 47 ευρώ, όταν εύκολα στην αγορά από άλλους κρατικούς λειτουργούς (π.χ. δημάρχους) βρίσκονται τα ίδια τεστ με τιμές χαμηλότερες κατά 30% χαμηλότερες. Η εικόνα μάλιστα του ίδιου υπουργού να αυτογελοιοποιείται κατ’ επανάληψη διαψευδόμενος διαρρήδην στο ίδιο θέμα, μόνον ερωτήματα γεννά στους πολίτες για τα κίνητρα αυτής της επιμονής στα 47 ευρώ. Υπάρχει εδώ ζήτημα προαγωγής άλλων συμφερόντων (π.χ. όσων πωλούν τα τεστ στην ακριβότατη τιμή των 47 ευρώ) αντί των συμφερόντων των πολιτών; Δεν το γνωρίζω, αλλά ποιός πολίτης δεν θα εδικαιούτο να το σκεφτεί; Και εν πάση περιπτώσει εκ του αποτελέσματος αποδεικνύεται ότι δεν προήχθη το δημόσιο συμφέρον και σ’ αυτή την περίπτωση.

- Απλώς για την καταγραφή να προστεθούν εδώ οι τάξεις με αυξημένο αριθμό μαθητών μέσα στην πανδημία, τα ανεύθυνα ξανανοίγματα του τουρισμού που ενδυνάμωσαν την εξάπλωση της πανδημίας, η για πολύ χρόνο εξαίρεση των ναών από τα περιοριστικά μέτρα κατά του κορονοϊού, και τόσα άλλα, που επιβεβαιώνουν πόση ανασφάλεια αισθάνονται σήμερα οι πολίτες. Και άλλωστε, όλ’ αυτα ωχριούν μπροστά στην κορυφαίας αήθειας πρωθυπουργική δήλωση σε πανελλήνια μετάδοση ότι μόνο στους θανάτους είμαστε χειρότερα από πέρσι στα «στατιστικά» της πανδημίας. Δήλωση, που κατά τη στοιχειωδώς νοητή έννοια της δημόσιας ευθύνης των πολιτικών προσώπων, ιδίως ενός πρωθυπουργού, θα έπρεπε να παραπέμπει στην αυτονόητη πράξη παραίτησης, ως μόνη επαρκή απόδειξη ότι αναλαμβάνεται η ευθύνη για την πανηγυρική κυβερνητική αποτυχία στο πιο κρίσιμο σημείο: την προστασία της ζωής των πολιτών!

Όμως, δυστυχώς, πολύ χειρότερα είναι τα πράγματα για την ανασφάλεια που περικυκλώνει τους πολίτες λόγω και έργω της σημερινής κυβέρνησης, στα ζητήματα πέραν της κραυγαλέας αποτυχίας στο μέτωπο της πανδημίας.

- Οι ανακριτικές και αστυνομικές κρατικές αρχές κατορθώνουν να χάσουν μέσα απ’ τα χέρια τους πρωτογενές αποδεικτικό υλικό στο σπίτι του Λιγνάδη, και με τον ήδη διωκόμενο για βιασμούς και αποπλανήσεις ανηλίκων να είχε ως την δίωξή του τύχει της ολοφάνερης προστασίας από μεριάς της υπουργού Πολιτισμού.

- Αστυνομικοί δέρνουν ανηλεώς σε δημόσια θέα μέρα μεσημέρι πολίτες που έκαναν νομίμως τη βόλτα τους σε δημόσια πλατεία, επειδή το κρατικό όργανο έκρινε απολύτως αυθαίρετα ότι υπήρχε απειλή για τη δημόσια υγεία. Και σαν μην έφτανε αυτό, η αναφορά της αστυνομίας για το ίδιο περιστατικό συλλαμβάνεται να ψεύδεται ασύστολα, ισχυριζόμενη ότι δήθεν ο τραμπούκος αστυνομικός δέχθηκε δήθεν επίθεση από «αναρχικούς».

- Δυστυχής πολίτης βιώνει επίθεση από αστυνομικά όργανα μέσα στο ίδιο το σπίτι του, δένεται χειροπόδαρα και καταταλαιπωρείται βάναυσα χωρίς καμία απολύτως έστω και προσχηματική τήρηση νόμιμης διαδικασίας (αν υπάρχει τέτοια σ’ αυτήν την περίπτωση, που φυσικά δεν υπάρχει).

- Ο δυστυχής Σαμπάνης πυροβολείται μέχρι θανάτου από αστυνομικούς και τα αποδεικτικά της υπόθεσης στοιχεία καταστρέφονται, ενώ οι αναφορές των αστυνομικών για την υπόθεση αποδεικνύονται ψευδείς σε πολλά σημεία.

- Συμβολικότατη περίπτωση της ίδιας κατάστασης ότι μεσα σε πανδημία και με ανασφαλέστατη την απασχόληση, καταργείται το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας (που θα επόπτευε τις εκτεταμένες παραβιάσεις δικαιωμάτων των εργαζομένων από μεριάς των εργοδοτών), και την ίδια στιγμή ιδρύεται πανεπιστημιακή αστυνομία. Πιο στρεβλή καταγραφή του τρόπου κατανόησης της έννοιας «ασφάλεια του πολίτη», θαρρώ δεν θα μπορούσε να υπάρξει!

- Διεθνώς παραδεδεγμένο ως σκάνδαλο τεραστίων διαστάσεων, το σκανδαλο της Novartis, παρ’ ημίν ανακηρύσεται κυβερνητική ρητορεία ως «σκευωρία». Και τούτο, παρ’ ότι η δήθεν σκευωρία αποδεδειγμένα είχε ως συνέπεια υφαρπαγή δημόσιου χρήματος, δηλαδή σαφώς έπληξε το δημόσιο συμφέρον. Και τούτο, επίσης, παρ’ ό,τι το μεγάλο σκάνδαλο αφορά σε κορυφαίους κρατικούς λειτουργούς και αρμοδίους με το αντικείμενο υπουργούς, και έχουν ήδη ασκηθεί διώξεις για κακούργημα σε βάρος πρώην υπουργών, σε κυβέρνηση της ίδιας παράταξης με τη σημερινή κυβερνητική παράταξη.

- Κι όλ’ αυτά, με τους μάρτυρες κατηγορίας στο πολύκροτο σκάνδαλο, να υφίστανται απίστευτες πιέσεις ακόμη και από δικαστικούς λειτουργούς τις μέρες της σημερινής κυβέρνησης. Τόσες και τέτοιες πιέσεις, ώστε σε διεθνές επίπεδο να καταγράφονται αντιδράσεις σχετικά με τον ρόλο του κράτους σε ενδεχόμενη προσπάθειασυγκάλυψης του σκανδάλου, μια προσβλητική εικόνα ερντογανοποίησης της Ελλάδας.

- Παράλληλα, δημοσιογράφοι που συνέβαλαν στην αποκάλυψη του σκανδάλου ταλαιπωρούνται. Και -ξανά υπό διεθνείς αντιδράσεις- αντί η κυβέρνηση να κάνει το πολιτικά αυτονόητο καθήκον της να προστατεύσει πηγές αποκάλυψης του μεγάλου σκανδάλου της Novartis, κατηγορεί όσους αντιδρούν σ’ αυτές τις βλαπτικές για το δημόσιο συμφέρον εξελίξεις, αναμεσά τους την αξιωματική αντιπολίτευση, ότι τέτοια αντίδραση πλήττει δήθεν τους θεσμούς.

- Όλα τούτα, με αποκεκαλυμμένη εξαγορά του μεγαλύτερου μέρους των μέσων ενημέρωσης με δημόσιο χρήμα. Δηλαδή, με αλλοίωση του συνταγματικά κατοχυρωμένου (ως κεντρικού τμήματος του ευρύτερα οριζόμενου δημόσιου συμφέροντος) ρόλου της ενημέρωσης των πολιτών, εν είδει επιδότησης θά ‘λεγε κανένας της πρακτικής των fake news δημοσία δαπάνη.

- Τέλος, βιάζονται με εξαιρετικά αισχρό τρόπο νέες γυναίκες από επιφανή μέλη της εικόνας που συνθέτει τον κλοιό όσων συγκαταλέγονται στους εκπροσωπούμενους από την διακυβέρνηση-καθεστώς, και με ολοφάνερα σημάδια ενεργοποίησης μηχανισμών προστασίας των βιαστών. Πώς να αισθανθεί ασφάλεια μια νέα γυναίκα ή η οικογένειά της μέσα αυτή τη γενικευμένη σήψη του συβαριστισμού, όταν οι βιασμοί αυτής της αισχρότητας από τους ισχυρούς της σημερινής ελληνικής πολιτείας, καιροφυλακτούν, σε μια καθημερινότητα δυνάμει συνθλιβής της αξιοπρεπούς υπόστασης της ατομικότητας του καθένα μας;

Το σκηνικό αυτό (τα επαναλαμβανόμενα και εκτεταμένα περιστατικά σ’ όλο τον δημόσιο χώρο και με συχνότητα καθημερινότητας) σαφώς πλέον θυμίζει διακυβέρνηση που όχι μόνο αποποιείται επιδεικτικά την υποχρέωσή της να διαφυλάσσει και να θωρακίζει τα συμφέροντα των πολιτών, άρα η διακυβέρνηση αυτή συγκροτεί τον πυρήνα εκπόρευσης της αντιλαμβανόμενης από τους πολίτες ανασφάλειας, αλλά δρα καταλυτικά υπέρ της εμπέδωσης του πλαισίου που ευνοεί την καταπάτηση της έννοιας του δημόσιου συμφέροντος και την μετένδυση σε «κανονικότητα» ενός καθεστώτος που παράγει πρωτογενώς ανασφάλεια για τους πολίτες της χώρας. Ακόμη χειρότερα, ανιχνεύονται βασιμότατες υπόνοιες ότι με την κυβερνητική πολιτική προάγονται άλλα συμφέροντα αντί του δημόσιου συμφέροντος. Και παράλληλα, «κανονικοποιείται» το καθεστώς παραγωγής ανασφάλειας για τους πολίτες.

Η ανησυχία για τις εξελίξεις αυτές ανάβει το «κόκκινο φως» του δημοκρατικού συναγερμού, επειδή η όλη εικόνα συγκροτεί την περίπτωση καθεστώτος που λόγω της αναπόφευκτης φθοράς του, αντί να εξαναγκάζεται σε υποχώρηση τήρησης των κανόνες της πολιτικής ομαλότητας, αντιθέτως εμμένει στην ανομία της «κανονικότητάς» του.

Κι όχι μόνο αυτό! Όλ’ αυτά δίνουν μερικές φορές την εντύπωση ότι με την εισπραττόμενη εντύπωση επικείμενης πτώσης της ίδιας κυβέρνησης-καθεστώτος, έχει αρχίσει εδώ και καιρό να «βγαίνει το πιστόλι» από την τσέπη όσων ωφελούνται από τη σημερινή πολιτική ανωμαλία, που εικονογραφεί την κατάσταση της χώρας. Μ’ άλλα λόγια βιώνεται η κατάσταση που αντανακλά η εντύπωση επικείμενης πτώσης ενός καθεστώτος, που για να παρτείνει την παραμονή του στα πράγματα γίνεται όλο και πιο επιθετικό εναντίον των ίδιων των πολιτών.

Και να το διασαφηνίσω αυτό, ομιλώ εδώ όχι για την ενδεχόμενη γενικευμένη αδυναμία που παράγεται ενδεχομένως από τον τρόπο οργάνωσης των σύγχρονων κρατικών συστημάτων, αδυνατώντας να ανταποκριθούν σε εξελίξεις της δύσκολης παγκόσιας συγκυρίας. Αν επρόκειτο περί αυτού να το συζητούσαμε: Αλλά όχι, δεν είναι αυτό. Ομιλώ λοιπόν εδώ για τα αποτελέσματα συγκεκριμένων επιλογών συγκεκριμένης κυβέρνησης, που ασφαλώς και μπορούσε και όφειλε να τα δρα διαφορετικά, για παράδειγμα να μη διακινεί διά πρωυπουργικών χειλέων ως επιτυχία της τους «περισσότερους νεκρούς» της πανδημίας.

Σε μια συνέντευξή του στο «Έθνος», αν θυμάμαι καλά, ο γνωστός για τη φιλική μακρά προδιάθεσή του απέναντι στους μητσοτάκηδες Διονύσης Σαββόπουλος, αναφερόμενος στη σκευωρία που είχε στηθεί κατά του ηγέτη του ΠΑΣΟΚ, προειδοποιούσε τους πολίτες να μην ξαναψηφίσουν το Κίνημα, γιατί αν αυτοί ξαναβγούν, όπως έλεγε, «θα τραβήξουν πιστόλι».

Δεν ξέρω αν το έχει αντιληφθεί ο κ. Σαββόπουλος, αλλά σήμερα τα πιστόλια έχουν ήδη βγει! Τα τράβηξαν, μεταξύ άλλων, όσοι σκότωσαν τον Σαμπάνη και προ καιρού ένας νεαρός αστυνομικός μέρα μεσημέρι μέσα στην ΑΣΟΕΕ...

 

 

 

 

13 Ιαν. 2022

Γεωπολιτικός τυχοδιωκτισμός

και ΕΕ πιο αδύναμη παρά ποτέ

Καθώς ρώσοι ένοπλοι ολοκληρώνουν τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στο Αλμάτι, πάνω στα αποκαΐδια μίας από τις πιο ενδιαφέρουσες εδαφικές περιοχές του πλανήτη, στοιβάζονται οι συνέπειες του διάχυτου διεθνούς παρεμβατικού τυχοδιωκτισμού, δυνάμει δημιουργώντας εκεί την κρισιμότερη ζώνη αποσταθεροποίησης ολόκληρης της ανθρωπότητας. Παραμένει ως εξαιρετικά ενδεικτικό το στοιχείο ότι όλες οι αναλύσεις κάθε προέλευσης και ετερόκλητων σκοπιμοτήτων που δημοσιεύονται αυτές τις μέρες, σχεδόν όλες, είτε ένεκα της ασύγγνωστης αφελείας που γενικώς διαπερνάει την αίσθηση των διεθνών κέντρων λήψης των αποφάσεων για τις γεωπολιτικές πραγματικότητες της υφηλίου τον 21ο αιώνα, είτε εξαγοράς ένεκεν, δεν εντοπίζουν το στοιχείο που ορίζει το τεράστιο ειδικό βάρος του Καζακστάν: ότι είναι η μόνη περιοχή της Γης όπου συνωστίζονται συμφέροντα όλων των μεγάλων δυνάμεων της εποχής μας, της Ρωσίας, τις Κίνας της Ινδίας και των ΗΠΑ. (...τώρα, οι ΗΠΑ τί δουλειά έχουν εκεί, άλλη συζήτηση, που μόνον ακροθιγώς θα θίξουμε σήμερα...)  

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι στο Καζακστάν ανιχνεύονται και συμφέροντα όλων των δευτερευουσών δυνάμεων του περιφερειακού ασιατικού σκηνικού (Ιράν, Σ. Αραβία και Τουρκία), που επίσης ενδιαφέρονται, είτε εμμέσως είτε αμέσως, για τις εξελίξεις στη χώρα.

Τέλος, υπάρχει και η ανάμιξη τριτευόντων για την περιοχή διεθνών παραγόντων, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα όλων την πλήρη δορυφοροποίηση της ΕΕ στο άρμα αμερικανικών γεωπολιτικών σκοπιμοτήτων του 21ου αιώνα, αν και σχεδόν διά γυμνού οφθαλμού διακρίνεται πόσο προσβλητικά και επιβεβαιωτικά του ήσσονος ρόλου και με τάσεις περαιτέρω αποδυνάμωσης της ΕΕ, ως δύναμης με επιθυμίες πρόσκτησης διεθνούς λόγου, λειτουργεί αυτή η δορυφοροποίηση.

Βεβαίως, ολοκληρες σελίδες θα μπορούσαν να καταγράφουν στη συνέχεια τα γεωγραφικά χαρακτηριστικά του Καζακστάν και όλα να τελείωναν εκεί. Αυτό κάνουν οι περισσότεροι αναλυτές. Η έκταση της χώρας, 9η στον κόσμο αλλά και το «μεγαλύτερο περίκλειστο κράτος του κόσμου», (που είναι ίση με την έκταση Γερμανίας + Γαλλίας + Ισπανίας + Ιταλίας + Πολωνίας + Βαλκάνια), και οι πλουτοπαραγωγικοί πόροι με μεγάλα αποθέματα όλων των στοιχείων του πίνακα του Μεντελέγεφ, είναι πειστικά επιχειρήματα. Όμως, ποτέ αυτά -τα διόλου ασήμαντα, κατά τα άλλα- στοιχεία δεν κατισχύουν της γεωπολιτικής βαρύτητας του Καζακστάν, που είναι ο βασικός λόγος που προκαλεί παγκόσμιο ενδιαφέρον. Διότι όποιος πάρει τον πρώτο λόγο στη χώρα αυτή της κεντρικής Ασίας,  ουσιαστικά ελέγχει το σύνολο των οδών διέλευσης από την δύση στην ανατολή. Κι αυτό τα λέει όλα!      

Ας τα πάρουμε με κάποια σειρά...

Έχω την εντύπωση ότι όλα ξεκινούν από την ψευδαίσθηση όλων των άλλων διεθνών παραγόντων ότι θα υπήρχε ποτέ περίπτωση η Ρωσία να αφήσει απροστάτευτους ρώσους πολίτες στο Καζαστάν (ή και σε οποιοδήποτε άλλο μέρος της πρώην επικράτειας της ΕΣΣΔ, είτε είναι σε χώρες της ρωσικής κοινοπολιτείας, είτε όχι). Αυταπάτη με περικεφαλαία! Αλλά, ταυτόχρονα, αυταπάτη ασυγχώρητη -ιδίως για την ΕΕ- μετά το φιάσκο με τη Κριμαία.

Αλλά αν η Μόσχα δεν είναι διατεθειμένη να παραχωρήσει ούτε χιλιοστό από τις περιοχές άμεσου γεωπολιτικού ενδιαφέροντός της, γιατί θα το έκανε στο Καζακστάν; Οι προδήλως ασήμαντες (και πρακτικά ανόητες) ως προς τη διεθνή επίδρασή τους προειδοποιητικές αναφορές Μπορέλ κατά της Ρωσίας για την ανάμιξή της στο Καζακστάν, εκτός από τη θυμηδία που θα έχουν προκαλέσει στους αξιωματούχους της Μόσχας, πάσχουν και επί του ρεαλιστικού στοιχείου. Διότι, την ίδια ώρα, αν κοιτάξει κανένας προσεκτικά τις τοποθετήσεις των ΗΠΑ και της Κίνας για τη ρωσική ανάμιξη στο Καζακστάν, θα αντιληφθεί διά γυμνού οφθαλμού πόσο πιο προσεκτικές και ισορροπημένες είναι οι αντιδράσεις της Ουάσιγκτον και του Πεκίνου, σε σύγκριση με τους χωρίς αντίκρισμα λεονταρισμούς της ΕΕ. Απ’ αυτήν την οπτική το Καζακστάν διευκόλυνε τη διεθνή κοινότητα να διακρίνει πώς διαμορφώνεται επί της ουσίας το παγκόσμιο γεωπολιτικό σκηνικό του αιώνα μας, όπου δυστυχώς η Ευρώπη θέση έχει ως ο «φτωχός συγγενής» της όλης υπόθεσης. (Tουλάχιστον την ύστατη ώρα, η επανορθωτική της ανεπάρκειας και της ανοησίας του Μπορέλ παρέμβαση του Σαρλ Μισέλ, διεσωσε την τραυματισμενη σοβαρότητα της ΕΕ...)   

ράττομαι της ευκαιρίας να πω λίγα περισσότερα για το στρατηγικό αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει η ΕΕ, λόγω των κορυφαίων αστοχιών της πολιτικής της, την τελευταία 20ετία, δηλαδή στο εναρκτήριο γύρισμα του αιώνα μας...

Η διεθνής εικόνα της ΕΕ σήμερα είναι η πιο αδύναμη εδώ και δεκαετίες. Από ουσιώδης διαχειριστής της μετάβασης του παγκόσμιου δυτικού μοντέλου στην εποχή των μετακομμουνιστικών ευρωπαϊκών πραγματικοτήτων από το 1990 και εντεύθεν, και αντί να διεισδύσει από καλή θέση στις προβληματικές που εν τω μεταξύ παρήγαγε η εξέλιξη για τον κόσμο του 21ου αιώνα (περιβάλλον, τεχνολογίες, πολιτισμός κ.λπ.), μετέπεσε σε «κατιναριό» εσωτερικής διαμάχης μεταξύ των χωρών-μελών της για το μοίρασμα της πίτας του πρόσθετου πλούτου που κόμιζαν οι πρώην χώρες του ανατολικού συνασπισμού που «επέστρεφαν» στην Ευρώπη. Αυτή η γερμανικής έμπνευσης επιλογή, είχε (και έχει) ως αποτέλεσμα δύο βασικές συνέπειες:

- Τη μη αναλογική (σε σχέση με την ΕΕ, ως υπερκρατικού οργανισμού) ενίσχυση του γερμανικού δημόσιου ταμείου, δηλαδή τον εμποτισμό των αρχών του ενοποιητικού ευρωπαϊκού προτάγματος, από την ψευδέστατη εντύπωση ότι πρόκειται για οικονομική -αντί να είναι πολιτική- διαδικασία. Και λόγω της μη αναλογικής κατανομής του πλούτου εκ των πρώην σοσιαλιστικών χωρών της ανατολικής Ευρώπης προς όφελος της Γερμανίας και εις βάρος όλων των υπολοίπων, εμφιλοχώρησε οριστικά στο συνυπαρκτικό DNA της όλης υπόθεσης μια εσωτερική διχόνοια, που αλλοίωσε στον πυρήνα της τη δοκιμασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης από την επιζήτηση συναινέσεων πολιτικής και πολιτισμικής ώσμωσης σε στυγνή διαπραγμάτευση για τα κονδύλια. (Η σημερινή εικόνα της αλληλοσπαρασσόμενης ΕΕ, με επίδικη διαφορά μεταξύ των χωρών-μελών την αντίδραση στις συνέπειες της πανδημίας στην ευρωπαϊκή οικονομία, αποδεικνύει ότι αυτή παραμένει η κύρια ατζέντα και όλα ως προς τις στρατηγικές σκοπιμότητες της ενοποίησης εξαντλούνται εδώ. …Και αφήνω τους ολέθριους ευρωπαϊκούς χειρισμούς στο ελληνικό ζήτημα, που κλόνισαν καταλυτικά σ’ όλες τις χώρες-μέλη την αντιλαμβανόμενη έννοια του όρου «αλληλεγγύη», που παραμένει τυπικά το στοιχείο-πυρήνας της πορείας ενοποίησης).

- Τη, συνεπεία του προηγούμενου, ένταση στις διακρατικές σχέσεις στο εσωτερικό της ΕΕ, που τροφοδότησε -και τροφοδοτεί- τη διαδικασία ρευστοποίησης της ευρωπαϊκής συνοχής, και ήδη επισσώρευσε κόστος αποχωρήσεων.

Κάπως έτσι, εξηγείται γιατί η ΕΕ σήμερα (μπορεί να) βλέπει την παγκόσμια εικόνα μόνο ως θέαση από το «μπαλκόνι των Βρυξελλών», αδυνατώντας να εμβαθύνει σε στοιχειώδεις νομοτέλειες που συγκροτούν το σύγχρονο διεθνές σκηνικό.

Για να το πω απλότερα: η αποχώρηση της Βρετανίας μοιάζει να συμπαρέσυρε την ΕΕ σε μια κίνηση ανάλογης συρρίκνωσης του διεθνούς λόγου της, με ό,τι καταγράφεται ως αποχώρηση της Βρετανίας από την πάλαι ποτέ ένδοξη και προσοδοφόρα «κοινοπολιτεία» της. Η ρυμούλκηση της ΕΕ από τη Βρετανία σε μια δίνη παρακμής, ως προς τους διεθνείς ρόλους αμφοτέρων, φαίνεται να επικαθορίζει εν είδει επιλόγου την όλη ιστορία του brexit. Διότι, φυσικά όλα τα υπόλοιπα (αλιεία, συνοριακοί περιορισμοί, αποζημιώσεις κ.λπ.), μόνο δευτερεύον και τελικά ιστορικά ανούσιο αποτύπωμα αφήνουν πίσω τους.

Και κάπως έτσι, με θέα της ΕΕ στον κόσμο αποκλειστικά και μόνο από όχι τόσο προνομιούχο πια «μπαλκόνι των «Βρυξελλών»,  δεν απομένουν παρά μόνο δευτερεύοντες ρόλοι για την Ευρώπη!

Όπως ένα πρόσωπο με τα χαρακτηριστικά του «ευρωπαίου» Στόλτενμπεργκ αρμόζει για να επισφραγίζεται η ηγεμονία των ΗΠΑ επί του ΝΑΤΟ (με τον Μακρόν να φαίνεται γραφικός που αντιδρά μόνος σ’ αυτό το ταπεινωτικό σκηνικό), έτσι και ένας Μπορέλ καταντά να επιλέγεται ως υπουργός Εξωτερικών της ΕΕ. Μόνον που με δεδομένο ότι η αμερικανική επικυριαχία στο ΝΑΤΟ διέπεται καταλυτικά εκ του γεγονότος ότι οι ΗΠΑ είναι μέλος της Ατλαντικής Συμμαχίας και (δικαιούνται να) έχουν λόγο σ’ αυτό, πόσο αποσαθρωτικό του διεθνούς κύρους της ΕΕ είναι ότι με τον Μπορέλ οι ΗΠΑ φαίνεται να κυριαρχούν και επί της διαμόρφωσης των κριτηρίων που ορίζουν την εξωτερική πολιτική της ΕΕ; Όπου φυσικά οι αμερικανοί δεν είναι νοητό να έχουν τον οποιονδήποτε λόγο;                

Οι αμερικανο-ευρωπαϊκές σχέσεις σήμερα, μετά το σοκ της εκτροπής Τραμπ (όπως εκτροπή από τα θεμελιώδη του δυτικού δημοκρατικού μοντέλου στην Ευρώπη είναι και ο Ορμπάν αλλά και ο Κυριάκος Μητσοτάκης) δυστυχώς επικαθορίζονται (και στη συνέχεια θα διαφανεί γιατί ευθύνονται οι Βρυξέλλες γι’ αυτό) και βρίσκονται σε πλήρη ευθυγράμμιση με τα ευρωπαϊκά ανακλαστικά του 20ου αιώνα. Του περασμένου αιώνα, δηλαδή, όταν η βιωνόταν η -πραγματική ή πλασματική, μικρή σημασία έχει πια σήμερα- απειλή του Συμφώνου της Βαρσοβίας και του λεγόμενου «σοσιαλιστικού στρατοπέδου». Μόνο που 77 χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, η αμερικανική οικονομική βοήθεια για ανοικοδόμηση της ερειπωμένης από τον πόλεμο Ευρώπης, είναι χρέος που έχει πια αποπληρωθεί εις ολόκληρον από τους ευρωπαίους. Και, μάλιστα, έχει αποπληρωθεί εις πολλαπλούν, με τις ΗΠΑ να έχουν απολαύσει την αμέριστη στήριξη των ευρωπαίων στη σκληρή αναμέτρηση των «υπερδυνάμεων» του 20ου αιώνα  και των «σφαιρών επιρροής» τους, αλλά και την άκριτη συστράτευση της ηπείρου μας στο πλευρό τους στο παγκόσμιας κλίμακας επεμβατικό αμερικανικό μοτίβο εδώ και δεκαετίες.   

Έτσι, τελικά είναι θλιβερό και αποκαλυπτικό του πόσο εσφαλμένες υπήρξαν οι επιλογές της ΕΕ από την κατάρρευση του λεγόμενου «σοσιαλιστικού στρατοπέδου» από το 1990 και εντεύθεν, να (συνεχίζει να) λειτουργεί σήμερα η Ευρώπη περισσότερο ως προκεχωρημένο φυλάκιο των συμφερόντων των ΗΠΑ στην περιοχή της ευρασίας, παρά ως δύναμη με αυτόνομο και αυτεξούσιο λόγος στις παγκόσμιες εξελίξεις.      

Στο σημείο αυτό ακριβώς έχει σημασία να κατανοηθεί η κρίσιμη προσπάθεια της αμερικανικής προεδρίας Ομπάμα, που ήταν η μόνη «αντιμινιστρέισιον» που προσπάθησε να προάγει την διεθνή χειραφέτηση της ΕΕ. Μια προσπάθεια, που ενταφιάστηκε από τις αδιανόητης ελαφρότητας αστοχίες των Βρυξελλών κατά τη λεγόμενη «αραβική άνοιξη» και, τελικά, έπνευσε τα λοίσθια με την «καουμπόικη» προεδρία Τραμπ.

Αυτή η ευκαιρία που χάθηκε δύσκολα θα (επαν)εμφανιστεί στο προβλεπτό μέλλον και γι’ αυτό από ‘δω και πέρα η ανάγκη δόμησης γραμμής αυτόνομης παρουσίας της ΕΕ στο ρευστό διεθνές σκηνικό του 21ου αιώνα θα δοθεί πλέον με επαχθείς όρους, δεδομένου ότι η προεδρία Μπάιντεν δεν έχει κρύψει τις προθέσεις της προς επανενεργοποίηση του επεμβατικού αμερικανικού λόγου από τα Ουράλια ως τον Ειρηνικό (η αντίστιξη στο «από τα Ουράλια ως τον Ατλαντικό», που υπήρξε η σύνοψη του ρόλου του ΝΑΤΟ στην περιοχή μας επί 7 συναπτές δεκαετίες).  

Οι κάτοικοι -αλλά και η ηγεσία- του Καζακστάν (για να γυρίσουμε σ’ αυτό), ποτέ δεν επικαθορίστηκαν ως κεντρικό προσδιοριστικό σημείο της ταυτότητάς τους, από τον μουσουλμανισμό. Ούτε από κάποιο έντονο εθνικό στοιχείο. Το τεράστιο εδαφικό «γήπεδο» της χώρας ως τόπος διελεύσεων λειτούργησε ιστορικά. Η συμπερίληψη του Καζακστάν στην επικράτεια της Ε.Σ.Σ.Δ. ακύρωσε κάθε τοπικό χαρακτηριστικό του, αφού όποιος «ήθελε κάτι» από την περιοχή, διαπραγματευόταν με τη Μόσχα. Οι δε πλουτοαραγωγικοί πόροι της χώρας, επί δεκαετίες δεν αντλήθηκαν, στο πλαίσιο της μακροπρόθεσμης στρατηγικής της κομμουνιστικής ηγεσίας, που ήταν οι πόροι αυτοί να διατηρηθούν ως μελλοντικό απόθεμα, εντασσόμενοι στην τότε γεωπολιτική στάση της Μόσχας σε ό,τι αφορά τη διαχείριση της ευρύτερης "σιβηρικής" ζώνης.

Μ’ άλλα λόγια, στο Καζακστάν σήμερα ξανά το τεράστιο εδαφικό «γήπεδό» του έλκει το ενδιαφέρον σχετικά με την τύχη του. Και, για να γυρίσουμε στις αρχικές διαπιστώσεις μου, σ’ αυτό το γήπεδο τον προνομιακό λόγο έχει η Ρωσία και θα τον ασκήσει πλήρως!

Μόνο που έτσι, αποκαλύπτεται κάτι δυσοίωνο: Αν είναι στην εποχή μας να προκληθεί στον κόσμο κάποια ευρύτερη αναστάτωση και να παραχθουν προϋποθέσεις πολεμικής αναμετρησης ευρείας κλίμακας, μόνο στην κεντρικη ασία συντρέχουν τα δεδομένα προς τούτο. Η πρόσθετη νευρικότητα τοπικών παικτών (Ρωσία, Ινδία, Ινδία), που έχει παραχθεί στην ζώνη Ασίας-Ινδικού μετά την AUKUS, ασφαλώς δεν λειτούργησε κατευναστικά.   

Την ίδια ώρα η ευθυγράμμιση της Κίνας στη «ρωσική διπλωματική φιλοσοφία» της «μη επέμβασης» άλλων δυνάμεων σε περιοχές όπου η κάθε μία μεγάλη παγκόσμια δύναμη διατηρεί στην εποχή μας τη ζώνη επιρροής της, αποδεικνύει ότι πολύ δύσκολα οι ΗΠΑ θα διεισδύσουν στην κεντρική Ασία (ιδίως μετά την αποχώρηση από το Αφγανιστάν). Και εδώ ακριβώς είναι αυτό που θα μπορούσε να κάνει η ΕΕ: να ασκήσει διαμεσολαβητικο και κατευναστικό ρόλο και να πάψει να παγιδεύεται στη γεωπολιτικη στρατηγικη των μετα-τραμπ ΗΠΑ!

Αν, είτε η ΕΕ μπορέσει (δυστυχώς, πράγμα πολύ απίθανο με την παρούσα πολιτική και ηγεσία) να ασκήσει τέτοιο διαμεσολαβητικο ρόλο, είτε οι ίδιες οι ΗΠΑ επιδείξουν στοιχειώδη προσαρμοστικότητα και ευελιξία και συμπεριφερθούν παραγωγικά (αντί -όπως σήμερα- ως «ταύρος εν υαλοπωλείω» σε περιοχές πράδηλα ανομιμοποίητης επεμβατικής τους δραστηριότητας), τότε θα μπορούσαμε να είμαστε πιο ήσυχοι. Αν όχι, έχουμε κάθε λόγο στην Eυρώπη να είμαστε πολύ ανήσυχοι ότι πλησιαζουμε όλο και περισσότερο στον «μεγάλο πόλεμο του 21ου αιώνα».  

Και στο κακό σενάριο συμβάλλουν οι περίεργες συμφωνίες παρουσίας «χωρών προσκολλήσεως», που κανένα γεωπολιτικό ενδιαφέρον εμπλοκής τους σε αντιθέσεις μακρινές και εκτός της ζώνης συμφερόντων τους δεν έχουν. Τούτο, μάλιστα, είναι πρόσθετος λόγος ανησυχίας για την εγκαθίδρυση ενός διεθνούς σκηνικού δυνητικής αναμέτρησης παγκόσμιας κλίμακας.  

(Η Ελλάδα, για παράδειγμα, αίφνης αναμιγνύεται …στο Σαχέλ. Και δυστυχώς το κάνει, όταν το ελληνικό ΥΠΕΞ σε ανακοίνωσή του πριν λίγες ώρες μας ενημέρωσε ότι σε τηλεφώνημα Δένδια-Λαβρόφ, η Αθήνα έθεσε υπόψη της Μόσχας τις πάγιες ελληνικές θέσεις για το ουκρανικό ζήτημα. Εγώ γνωρίζω ότι οι πάγιες ελληνικές θέσεις στο ουκρανικό είναι ταυτόσημες με της ΕΕ και του ΝΑΤΟ. Αλήθεια, στο ελληνικό ΥΠΕΞ αγνοούν ότι στην Ουκρανία ζουν έλληνες; Εξυπηρετεί τα ελληνικά συμφέροντα αυτή η στάση; Ή απλά η χύδην προσχώρηση στη λογική του ρόλου μιας «χώρας προσκολλήσεως» έχει καταστεί απαράβατη αρχή της ελληνικής διπλωματίας του 21ου αιώνα;).   

 

 

 

 

7 Ιαν. 2022

Μια πολιτική πανδημία:

Το μόνιμο κύμα του κορονοϊού

Για να μη χάνουμε χρόνο με τα αυταπόδεικτα, και να δούμε το πιο ουσιαστικό μέρος των πραγμάτων: Ό,τι ανοησίες και καθαρά ψεύδη εκτοξεύουν πολιτικά πιεζόμενοι μέχρις ασφυξίας υπουργοί και στελέχη του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά και ο ίδιος ο πρωθυπουργός καθ’ υποτροπήν, η Ελλάδα είναι μία από τις 2-3 χώρες του πλανήτη που σε κάθε επόμενη φάση της πανδημίας, αντί να βελτιώνεται η κατάσταση, τα πηγαίνει χειρότερα από την προηγούμενη.

Δεν είναι ο αριθμός των κρουσμάτων το χειρότερο! Προηγούνται σαφώς τα στοιχεία σχετικά με τη θνητότητα. Και, φυσικά, εξ ίσου σημαντικές οι επισημοποιημένες πια και μη επιδεχόμενες αμφισβήτηση βαρύτατες ευθύνες της κυβέρνησης, σχετικά την άρνησή της να στηρίξει τις δημόσιες υποδομές υγείας, που με βάση τη μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα μέχρι πριν μερικούς μήνες είχαν κοστίσει στη χώρα 1.500 περισσότερους θανάτους συμπολιτών μας. Θάνατοι που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί, αν δεν κυβερνούσε η συγκεκριμένη ομάδα περί τον Κυριάκο Μητσοτάκη, αλλά κάποιοι άλλοι, που θα φρόντιζαν το ΕΣΥ.

Αυτό πια δεν αλλάζει! Είναι βεβαιωμένο και διασταυρωμένο, και επισσωρεύεται στην πληθώρα άλλων επιβαρυντικών συνεπειών για την Ελλάδα και τους πολίτες της που έχει προκαλέσει ο νεο-μητσοτακισμός σε βάρος όλων μας. Αν υπάρχει κάτι που απομένει να διαφανεί στο πεδίο των πολιτικώς σημαινόμενων πραγμάτων, αυτό είναι αν με αποκεκαλυμμένη πλήρως πια την καταστροφή που όλοι αυτοί έχουν προκαλέσει, θα προσπαθούσαν τουλάχιστον να αλλάξουν κάτι σ’ όλο αυτό το πλέγμα του πανευρωπαϊκά διαπιστωμένου νεποτισμού, πολιτικής διαφθοράς, ηθικής σήψης και ηχηρού αμοραλισμού, που συνιστά σε τελευταία ανάλυση το πλαίσιο αιτίων της μεγάλης ζημίας που έχουν προκαλέσει στη χώρα, με κορυφαίες τις επιπτώσεις σε βάρος των ελλήνων πολιτών από την πανδημία.

Διότι, για παράδειγμα, αν οδηγημένοι από τα συμπεράσματα της μελέτης Τσιόδρα-Λύτρα ο πρωθυπουργός και οι επιτελείς του δεν έπραξαν το παραμικρό για να αλλάξει η κατάσταση στις υποδομές δημόσιας υγείας, τότε ο απολογισμός των θανάτων συμπολιτών μας που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί αν κυβερνούσαν άλλοι που θα μεριμνούσαν για καλύτερη στήριξη του ΕΣΥ, συνεχίζει να μεγαλώνει, με εκατοντάδες επί πλέον θύματα, απόρροια μιας εν πλήρη πολιτική γνώσει αμέλειας. (Κάτι που μεταβάλλει δραματικά και το ίδιο το νοηματικό περιεχόμενο της έννοιας «αμέλεια», που προϋποθέτει άγνοια ή υποτίμηση για οποιονδήποτε λόγο των συνεπειών πράξεών σου, και το τοποθετεί πια στο πεδίο της ενσυνείδητης επιλογής, άρα μιας πράξης που διενεργείται έχοντας εκ των προτέρων επίγνωση των συνεπειών της).       

Οι εξελίξεις των τελευταίων εβδομάδων επιβεβαιώνουν ότι τίποτα για να αλλάξει η συνθήκη που προκαλεί την αυξημένη θνητότητα στην Ελλάδα (στο πεδίο ευθύνης του κρατικού μηχανισμού) δεν έχει αλλάξει, παρά το ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης και οι συν αυτώ ούτε για αστείο πια δεν θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι «δεν εγνώριζαν» τη μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα. Παρά τις αυτοεξευτελιστικές τελικά αναφορές του πρωθυπουργού ότι «δεν εγνώριζε» τη μελέτη (ενώ προδήλως ήξερε τα πάντα), αυτό πια ισχύει ως πριν μερικές εβδομάδες. Σήμερα αναμφίβολα γνωρίζει!

Άλλαξε κάτι ουσιαστικά στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη μετά τη δημοσιοποίηση της μελέτης Τσιόδρα-Λύτρα ρυθμίζει τις μέριμνες που λαμβάνει για τις αναγκαίες στηρίξεις στο ΕΣΥ;  Το μόνο που έχω ακούσει έκτοτε επ’ αυτού ήταν κάτι αστείες αναφορές του προσώπου (και μόνο λόγω της επιλογής του για τις ανάγκες εσωκομματικών ισορροπιών επικίνδυνου για υπουργός Υγείας εν μέσω πανδημίας, την ώρα που ένας που θα κατείχε πλήρως και σε βάθος την ιατρική επιστήμη θα ήταν απολύτως αναγκαίος). Και οι αστείες αυτές αναφορές όλες κι όλες ήταν ότι συνεννοήθηκε, λέει, ως υπουργός Υγείας με ιδιωτικές δομές υγείας για την παροχή στο δημόσιο κλινών νοσηλείας κορονοϊού!

Κάτι που προκαλεί βάναυσα την νοημοσύνη μας, αφού το ίδιο απαράδεκτο για υπουργός Υγείας πρόσωπο θριαμβολογούσε πρόσφατα ότι η κυβέρνηση έχει μεριμνήσει για να έχουμε δήθεν σήμερα στην Ελλάδα άμεσα διαθέσιμες 1.500 (τόσες τις μέτρησε) κλίνες ΜΕΘ, …αλλά να χρειαζόμαστε κλίνες νοσηλείας covid-19, δανεικές από ιδιωτικές υποδομές υγείας!

Κατανοώ, σας διαβεβαιώ, τη διαφορά κόστους μεταξύ χρήσης μιας ΜΕΘ και μιας απλής κλίνης νοσηλείας covid-19. Εκείνο που δεν κατανοώ είναι με 680 περίπου διασωληνώσεις συμπολιτών μας (και όχι όλες σε ΜΕΘ, εξ όσων αντιλαμβάνομαι) και με περισσευούμενες άλλες 820 κλίνες ΜΕΘ που μας διαβεβαιώνει ο επικίνδυνος υπουργός Υγείας ότι διαθέτουμε, πώς προκύπτει η έλλειψη κλινών νοσηλείας covid-19. Eίτε πρόκειται για ουρανομήκη βλακεία στη συνολική διαχείριση από την κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη των υποδομών δημόσιας υγείας, είτε απλά «κάνουμε κάτι» για να φανεί ότι κάπως αντιδρούμε στο όνειδος των τουλάχιστον 1.500 περισσότερων θανάτων από κορονοϊό με ευθύνη της σημερινής κυβέρνησης που αποκάλυψε η μελέτη Τσιόδρα-Λύτρα.

(…και αφήνω προσώρας το ενδεχόμενο να πρόκειται για μία ακόμη «αρπαχτή» υπέρ του ιδιωτικού τομέα στον κλάδο της υγείας, που από τα έργα και τις ημέρες του Κυριάκου Μητσοτάκη, είναι δεδομένο που οφείλουμε να αφήνουμε πάντα ανοιχτό για να βρισκόμαστε σε στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα).  

Η βροντώδης πολιτική αήθεια εδώ έγκειται στο ότι ο πρωθυπουργός και οι συν αυτώ τη συγκλονιστική αποκάλυψη της μελέτης Τσιόδρα-Λύτρα, αντί να την αξιοποιήσουν για να βελτιώσουν την παρέμβαση του κράτους στη μάχη κατά της πανδημίας, την μεταχειρίστηκαν ως επικοινωνιακό πρόβλημά τους! Έσχατη κατάπτωση για κυβέρνηση που δίνει μάχη κατά της πανδημίας με βαρύ κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Και, φυσικά, το μεμπτό εδώ δεν είναι ότι υπάρχει και επικοινωνιακή πολιτική πτυχή σ’ όλη αυτή την περιπέτεια. Όλες οι κυβερνήσεις του κόσμου το σκέπτονται αυτό και το υπολογίζουν. Η ποιοτική  διαφορά που προσβάλλει την Ελλάδα στο πρόσωπο του Κυριάκου Μητσοτάκη και όλους μας είναι ότι εδώ κατισχύει φανερά το επικοινωνιακό κομμάτι των πολιτικών αναγκών του πρωθυπουργού, και όχι η ανάγκη υγειονομικής δραστηριότητας του κράτους απέναντι στο πανδημικό φαινόμενο. Είμαστε μια χώρα, από τις ελάχιστες στον κόσμο, που ανενδοίαστα συνεχίζει ακόμη και σήμερα (μετά την αποκάλυψη της μελέτης Τσιόδρα-Λύτρα) να χάνει χιλιάδες πολίτες της. κάνοντάς τους θυσία στην πανδημία. Το κάνει αποστερώντας απολύτως αναγκαίους πόρους για τη στήριξη του δημόσιου συστήματος υγείας, πόρους που αν είχαν διατεθεί θα είχαν σωθεί μαζικά ανθρώπινες ζωές. Και το επιλέγει αυτό ενσυνείδητα ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στο βωμό της δημοσιονομικής εξοικονόμησης πόρων και στο πλαίσιο της ολοφάνερα νεο-φιλελεύθερης μνημονιακής γραμμής και για να μην παρενοχληθεί το διευρυμένο όφελος των ιδιωτών (και όχι μόνο του κλάδου της υγείας), που προκύπτει από τέτοιες δημοσιονομικές πολιτικές, αποδεδειγμένα, μάλιστα, σε βάρος των ασθενέστερων. (Μόνο που στην εποχή που εγκαινιάστηκαν τα καταστροφικότατα μνημόνια αυτό που επαπειλήθηκε ήταν η διεύρυνση της φτώχειας, ενώ σήμερα με τον κορονοϊό αυτό που όχι απλά απειλεί να επέλθει αλλά ήδη συμβαίνει στην Ελλάδα είναι χιλιάδες περισσότεροι θάνατοι).       

Το επιστέγασμα της συνειδητής συμβολής προσωπικά του Κυριάκου Μητσοτάκη στην παράταση των μοιραίων επιλογών που προκαλούν περισσότερους θανάτους συμπολιτών μας, θανάτους που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί αν κυβερνούσαν άλλοι που θα στήριζαν το ΕΣΥ όσο χρειάζεται υπό την πανδημική απειλή, είναι το πώς αντιδρά η κυβέρνηση στο κύμα που προκαλεί η παραλλαγή Όμικρον. Η αντίδραση του πρωθυπουργού και των συν αυτώ είναι η επιτομή του προσπαθώ να «σπρώξω τη σκόνη κατω απ’ το χαλάκι», όταν την κοινωνία την καταπνίγει ένα νέφος κυβερνητικού πανδημικού κονιορτού. Συγκεκριμένα, η κυβέρνηση κρύβεται πίσω από την αύξηση κρουσμάτων που καταγράφεται σ’ όλον τον πλανήτη, για να συσκοτίσει τα κρίσιμα διαφοροποιά στοιχεία που με ευθύνη της έχουν καταστήσει την Ελλάδα μία από τις πιο επικίνδυνες χώρες στον πλανήτη να ζει κανένας την εποχή του κορονοϊού.

Γιατί φυσικά εδώ το θέμα είναι πόσα από τα κρούσματα covid-19 καταλήγουν σε θάνατο, και πόσα απ’ αυτά θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί. Όπως, επίσης, εδώ το θέμα είναι αν μετά την παγκόσμια επέλαση της παραλλαγής Όμικρον (και υπό το πρόσθετο βάρος των παρ’ ημίν αποκαλύψεων της μελέτης Τσιόδρα-Λύτρα), η Ελλάδα, ως χώρα της ζώνης αυξημένου  κινδύνου να καταλήξει ένας που νόσησε από covid-19 λόγω των κακών και υποβαθμισμένων παρά την πανδημία υποδομών δημόσιας υγείας, μετακινείται σε επιλογές μεγαλύτερης στήριξης του ΕΣΥ. Και δεν το κάνει!

Βεβαίως, το ίδιο έπραξε η κυβέρνηση Κυριάκου Μητσοτάκη και σε πληθώρα άλλων πεδίων σχετιζόμενων άμεσα ή έμμεσα με το έγκλημα των αυξημένων θανάτων στην Ελλάδα λόγω του κορονοϊού:

- ξανάνοιξαν τελείως χαζοχαρούμενα τον τουρισμό,

- αρνούνται πεισμόνως κάθε ουσιαστικό μέτρο στήριξης των οικονομικά αιμορραγούντων λόγω της πανδημίας νοικοκυριών για περισσότερα τεστ, ως θεμελιώδες μέσο βασικής αποτύπωσης της επεκτασιμότητας των παραλλαγών του κορονοϊού,

- στην αρχή της πανδημίας αρνούνταν συνειδητά στους πολίτες τη μαζική πρόσβαση σε τέστ, απλά για να «γράφει επιτυχία» ο Κυριάκος Μητσοτάκης στην πλασματική συγκριτική που έκανε με άλλες χώρες και με ολέθριο αποτέλεσμα πάνω στην ψευδή εντύπωση ότι η Ελλάδα τα πάει καλύτερα από τους άλλους να δομηθεί η νομιμοποίηση ότι δεν χρειάζεται περισσότερη στήριξη το ΕΣΥ και αρκούν τα χειροκροτήματα στα μπαλκόνια (..απορώ, δεν αισθάνονται άραγε σήμερα ενοχές όσοι τότε έσπευσαν να χειροκροτήσουν, αφού στη βάση εκείνης της επικοινωνιακής παράστασης χωρίς υγειονομικό αντίκρισμα συγκροτήθηκε η ψευδαίσθηση επάρκειας του ΕΣΥ;…),

- με τον απολύτως επικίνδυνο -όπως αποδεικνύεται σήμερα με την παραλλαγή Όμικρον- μύθο περί «επιδημίας ανεμβολίαστων» (που επιστρατεύτηκε με εγκληματική ελαφρότητα απλά για «να μη φταίει» ο Κυριακός Μητσοτάκης για το κακό που προκαλούσε με τις επιλογές του), προχώρησε σε μαζική αποστρατεία ανεμβολίαστων υγειονομικών, απολύτως αναγκαίων για τη μάχη κατά του κορονοϊού. Και σήμερα, με την παραλλαγή Όμικρον να σαρώνει και τους εμβολιασμένους υγειονομικούς, που ένεκα τούτου αναγκάζονται να απέχουν από την εργασία τους όντας σε καραντίνα, έχουμε καταλήξει εν μέσω καλπάζουσας αύξησης των κρουσμάτων σε δραματική υποστελέχωση του δημόσιου συστήματος υγείας.

…Θα μπορούσα να προσθέσω πολλά ακόμη, αλλά τα παραπάνω ενδεικτικά αρκούν!      

Έτσι, λοιπόν, στην παρούσα φάση με υπουργό Υγείας που έχει επιλεγεί με κίνητρο όχι τις ανάγκες αντίδρασης του κράτους στην πανδημία, αλλά την εσωκομματική ανάγκη του Κυριάκου Μητσοτάκη να κολακεύει την ακροδεξιά πτέρυγα του κόμματός του, η Ελλάδα ρίχνεται στον νέο γύρο της μάχης κατά του κορονοϊού. Καμιά επανορθωτική κίνηση δεν καταγράφεται από μέρους του πρωθυπουργού για την όψιμη έστω βελτίωση των όρων, υπό τους οποίους η χώρα μας θα δώσει και αυτή τη μάχη. Αντίθετα, εμμονή στις επιλογές που φέρνουν περισσότερους θανάτους.

Κάπως έτσι και με προφανή τυχοδιωκτικά ανακλαστικά ο Κυριάκος Μητσοτάκης τσαλαβουτάει μιμητικά στη βαθμιαία παγκόσμια μετακίνηση των κυβερνήσεων, από τα λοκαντάουν στη λογική της «ανοσίας της αγέλης», υπό την -ευτυχώς σχετικώς βάσιμη- ελπίδα ότι η παραλλαγή Όμικρον εφ’ όσον επικρατήσει θα προκαλεί λιγότερους θανάτους. (Μια παγκόσμια επιλογή, που όπως φαίνεται προτιμάται πρωτίστως όχι με υγειονομικά κριτήρια, αλλά με κριτήρια αποφυγής νέου γύρου ταλαιπωρίας των οικονομιών, που ενδεχομένως θα απέβαινε μοιραίος για όλο το δυτικό οικονομικό μοντέλο που κυριαρχεί σήμερα στον κόσμο. Και σε κάθε περίπτωση μια επιλογή που θα κριθεί αργότερα και εκ του αποτελέσματος).

Μόνον που οι άλλες χώρες προσχωρούν στην ανομολόγητη επιλογή «ανοσίας της αγέλης», με καταλυτικά καλύτερα οργανωμένα και στελεχωμένα τα δημόσια συστήματα υγείας σε σύγκριση με την Ελλάδα! Και ασφαλώς το κόστος αυτού του ελλείμματος της χώρας μας θα είναι ακόμη περισσότεροι θάνατοι που θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί.      

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, όμως, οφείλει ακόμη περισσότερες εξηγήσεις! Διότι από την αρχή της πανδημίας η ΕΕ προσέφερε στις χώρες-μέλη τη δυνατότητα άμεσης στήριξης με πιστώσεις (όχι μέσω δανείων, αλλά με επιδοτήσεις) για να ενισχυθούν τα δημόσια συστήματα υγείας κατά της πανδημίας. (Η Ιταλία είναι πρωταθλήτρια στις ενισχύσεις που έλαβε από την ΕΕ απ’ αυτά τα κονδύλια). Ζήτησε τέτοια στήριξη η Ελλάδα από την ΕΕ; Αν ναι, πότε, πόση, πόση τελικά μας δόθηκε και πώς αυτή διατέθηκε; Αν δόθηκε, μήπως μέρος αυτής πήγε σε ιδιώτες αντί για το ΕΣΥ; Ή μήπως υπό την επικοινωνιακή απάτη του πρώτου γύρου της πανδημίας ότι «ο Κυριάκος τα πάει καλά με την πανδημία», η ΕΕ έκρινε ότι δεν είχαμε εμείς προτεραιότητα σε τέτοια στήριξη, ενώ είχαμε; Θα δοθούν απαντήσεις; 

Λυπούμαι να πω ότι η κυβερνητική αναισθησία απέναντι στο ΕΣΥ, με συνέπεια χιλιάδες περισσότερους θανάτους που θα μπορούσαμε να έχουμε αποφύγει, «κουμπώνει» απολύτως με την αναλγησία περικοπών των συντάξεων αναπηρίας και χηρείας, που ανακοίνωσε ως πολιτικό ποδαρικό στους έλληνες η κυβέρνηση για το 2022. Είναι μια επαρκής απόδειξη περί της φιλοσοφίας διαχείρισης των δημόσιων υποθέσεων που διακατέχει τις προτεραιότητες του Κυριάκου Μητσοτάκη. Περικοπές, που συμπίπτουν με την επίμονη άρνηση της ίδιας κυβέρνησης να στηρίξει ουσιαστικά τα νοικοκυριά, στη δαπάνη για τα αναγκαία τεστ ανίχνευσης του κορονοϊού. Κάπως έτσι αναδύεται ως φυσική πολιτική συνέπεια των πραγμάτων γιατί στην Ελλάδα χάνουμε πολύ περισσότερους ανθρώπους που ασθενούν με covid-19 σε σύγκριση με τις άλλες χώρες.

Εύχομαι μέσα απ’ την καρδιά μου, όπως όλοι μας, η βιαιότητα με την οποία η πανδημία πλήττει τούτη την περίοδο τον κόσμο, να μην ισοδυναμεί με ακόμη μεγαλύτερο φόρο αίματος της ανθρωπότητας στον κορονοϊό. Ιδίως στην Ελλάδα, η συντριπτικά  δυσμενεστέρη κατάσταση των υγειονομικών υποδομών μας να μην έχει τις μοιραίες συνέπειες πρόσθετων περισσότερων θανάτων….        

 

 

 

 

3 Ιαν. 2022

Don’t look anywhere

– Η εποχή της πολιτικής τύφλωσης

Η ταινία είναι ήδη πολυσυζητημένη και ένα ακόμη σχόλιο σχετικά μ’ αυτή δεν θα έλεγε πολλά πράγματα. Ωστόσο έχω την εντύπωση ότι εδώ δεν πρόκειται για ένα κινηματογραφικό έργο, γυρισμένο με τις ευκολίες των καιρών μας και με τις δυσκολίες της εποχής του κορονοϊού, αλλά για ένα θέμα δημόσιου διαλόγου, που ήδη ορίζεται από δύο βασικά στοιχεία: 1. Την επίδρασή που ασκεί σε ευρύτατα κοινά, που το υποδέχονται με αίσθηση βεβαιότητας ως μέσο απεικόνισης της πραγματικότητας, και 2. Την αποτελεσματικότητά του, ως ένα απολύτως συμβατικό κατά τα άλλα μέσο ψυχαγωγίας, να μετασχηματίζεται σε πομπό πολιτικών και κοινωνικών μηνυμάτων, άρα να υπερβαίνει τον σκοπό και τα κίνητρα που οδήγησαν τους συντελεστές του στο «κινηματογράφημα». 

Έτσι,  προφανώς δεν έχουμε να κάνουμε μ’ ένα δημιούργημα της 7ης τέχνης αλλά με μια ολοκάθαρα πολιτική υπόθεση. Γι’ αυτό και από την πρώτη στιγμή κιόλας νομίζω πως δεν είχε κανένα νόημα η εμπλοκή μου στη συζήτηση για το εάν ήταν καλή η ηθοποιία ή η σκηνοθεσία, συζήτηση που γινόταν γύρω μου από τους περισσότερους, με τις «αφελείς» ερμηνείες μεγάλων ηθοποιών να έχουν ενοχλήσει πολλούς. Για να είμαι ειλικρινής, αν κάτι διέκρινα ως γενική σκηνοθετική οδηγία προς τους ηθοποιούς, αυτό ακριβώς είναι να μην επιμείνουν πολύ στην τέχνη της υποκριτικής (τους), αλλά να αφεθούν στο αναπαραστατικό κόμμάτι και μόνο να επικαθορίσει τον ρόλο τους. Ίσως διότι η υποκριτική (τέχνη) σταματά να είναι πρακτικά εφαρμόσιμη όταν αφορά σε αποτύπωση της αλήθειας.

(Αυτό ομολογώ πως πάντα ήταν ένα πρόβλημα για μένα, όποτε έβλεπα ταινίες-εξιστορήσεις πραγματικών ιστορικών γεγονότων. Ένα καλό παράδειγμα είναι το Darkest hour, όπου ο Γκάρι Όλντμαν με την καταπληκτική ερμηνεία του κάνει την ιστορία δευτερεύον στοιχείο της ταινίας. Δηλαδή μετατρέπει τη διακηρυγμένη αφορμή για το γύρισμα της ταινίας σε ήσσονος σημασίας ζήτημα για την καλλιτεχνική ταυτότητα του φιλμ κι αν μένει κάτι στην ιστορία από το συγκεκριμένο κινηματογραφικό έργο, αυτό δεν είναι η εξιστόρηση αλλά το ότι τα πραγματικά περιστατικά που αναπαριστώνται έγιναν το όχημα για ένα αριστούργημα της υποκριτικής τέχνης).

Ας είμαστε επομένως καθαροί: Το Don’t look up ούτε μία στιγμή δεν φιλοδόξησε να «κάνει κινηματογράφο», για να το προσεγίζουμε έτσι. Πολιτικά και κοινωνικά αγγέλματα ήθελε καθ’ ομολογία να εκπέμψει και το έκανε με επιτυχία! Για να το πετύχει αυτό η σκηνοθεσία σχεδίασε και προγραμμάτισε ώστε το σενάριο να μείνει ως η όσο το δυνατόν πιο απογυμνωμένη από άλλους επηρεασμούς εντύπωση του θεατή (αντί της ηθοποιίας ή των εφέ, που ιδίως αυτά θα προσφέρονταν ιδιαίτερα για κάτι τέτοιο) και να καταλήγει στο τέλος να κυριαρχεί το ερώτημα που απασχολεί κάθε λογικό άνθρωπο της εποχής μας: ο κόσμος μας βρίσκεται σε πορεία επιταχυνόμενης κατεύθυνσης προς την ολοσχερή καταστροφή και μάλλον έχουμε υπερβεί και το έσχατο όριο, από το οποίο και μετά το τέλος είναι αναπότρεπτο!

Θεωρώ ως εξαιρετικής σημασίας στοιχείο αυτής της συζήτησης ότι οι άνθρωποι που έστησαν όλο αυτό το πολιτικο-κοινωνικό event, απολύτως συνειδητά και για να γίνουν αποτελεσματικότεροι στην προσπάθειά τους επέλεξαν να μετέλθουν τα ίδια μέσα με εκείνα που καταγγέλλουν ως καίρια αίτια του σκηνικού επερχόμενης καταστροφής, όπως βιώνεται σήμερα από το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων που κατοικούν τον πλανήτη μας. Το σημαντικό αποτέλεσμα που παράγεται είναι ότι το έργο (επαναλαμβάνω, όχι ως κινηματογραφικό δημιούργημα τέχνης, ουδέ καν ως αρπαχτή των δημιουργών του, αλλά ως πολιτικο-κοινωνικό event), λειτουργεί και πετυχαίνει τον σκοπό του, επειδή ακριβώς οι ηθοποιοί είναι μεγάλοι και εμπορικότατοι, πράγμα που δεν θα συνέβαινε αν το Don’t look up κυκλοφορούσε ως εναλλακτική παραγωγή με άγνωστους συντελεστές, κάτι που θα του ταίριαζε περισσότερο. (Το ίδιο συμβαίνει με τη διανομή του από παγκόσμια και εμπορικότατη πλατφόρμα λαϊκής ψυχαγωγίας, αντί για τα «ψαγμένα λούκια» διακίνησης των προοδευτικών δημιουργών).     

Για τον παραπάνω λόγο, θεωρώ «επαναστατική» τη συμβολή των ηθοποιών με τις «αφελείς» ερμηνείες τους στην υπηρέτηση του σκοπού. Διότι, φυσικά, θεωρώ αυτονόητο ότι δεν μπορεί να μην ήξεραν οι συντελεστές, όλοι, μηδενός εξαιρουμένου, τον σκοπό της παραγωγής και να παρασύρθηκαν σαν παιδάκια σε μια κινηματογραφική φάρσα.

Αν και είναι ακόμη νωρίς για τέτοιες διαπιστώσεις, πολύ ενδιαφέρον επίσης έχει ότι η υποδοχή του από χώρα σε χώρα φαίνεται να διαφέρει, ανάλογα με τον βαθμό βύθισης κάθε μίας στη δυστοπία που ζει η Γη και ο πληθυσμός της. Στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι πλέον βαθιά εγκολπωμένο στην βιούμενη καθημερινότητα των ανθρώπων της, ηθικά, κλιματικά, πολιτισμικά, εισοδηματικά... Από τη σκοπιά αυτή, το Don’t look up μετατρέπεται σε παγκόσμιας εμβέλειας μέσο αποτίμησης της ποιότητας των πολιτικών στάνταρντς σε κάθε χώρα, φυσικά όσο είναι μπορετό να σχηματοποιούνται πολύ σύνθετες κοινωνικές διεργασίες σε εξαπλουστευμένη αίσθηση παγκοσμιότητας -τέχνη την οποία άλλωστε πρώτοι εδίδαξαν οι ταγοί των χρηματο-οικονομικών αγορών.

Τέλος, εξ αφορμής αυτής της συζήτησης, δεν μπορώ να αποφύγω τον πειρασμό να μοιραστώ μαζί σας τον ακόλουθο προβληματισμό: Την τελευταία 20ετία, δηλαδή από τότε που έγινε αισθητή με μαζικό τρόπο η καταγραφή του ζητήματος της πορείας της  ανθρωπότητας προς την καταστροφή, οι αμερικάνοι 2 φορές στη σειρά δοκίμασαν να αναζητήσουν πολιτικό διέξοδο απ’ αυτό: μία με τον Ομπάμα και μία με τον Τράμπ. Δεν έχει σημασία αν μας αρέσει και αν συμφωνούμε τον Ομπάμα ή τον Τραμπ (άλλωστε εκ του αποτελέσματος, με τον δεύτερο το εγχείρημα απέβη τραυματικό). Απλά εδώ προτείνω να καταγραφεί η κίνηση αυτή του αμερικανικού πολιτικού συστήματος ως αγωνιώδης αναζήτηση λύσης σ’ αυτό που μαζικά προσλαμβάνεται από τους πολίτες ως πορεία προς την καταστροφή, και όχι επιφανειακά ως συνήθης πολιτική προτίμηση εκλογέων.

Θεωρώ το Don’t look up, ως καθαρά πολιτική εκδήλωση, όπως εξήγησα, μία ακόμη απόδειξη ενεργοποίησης της αμερικανικής κοινωνίας, προς την αναζήτηση λύσεων. Η αντίστιξη τούτου με τα συμβαίνοντα στην ευρωπαϊκή ήπειρο είναι απογοητευτική για μας εδώ.  Γερασμένες και ανέμπνευστες, φοβικές σε κάθε πρόοδο, πολιτικές ηγεσίες, στη μεριά μας, ή στη χειρότερη περίπτωση πολιτικές αρπαχτές προσώπων χωρίς στοιχειώδες έρμα συναισθήσεων της ευθύνης τους (με κλασικά παραδείγματα τύπου ορμπανο-νεο-μητσοτακισμού) αντιδρούν σε κάθε απόπειρα αντιστροφής της καταστροφικής πορείας μας.

Επειδή σε ζητήματα σαν αυτά που πραγματεύομαι εδώ οι νομοτέλειες και μόνον ερμηνεύουν την εξέλιξη των κοινωνικών φαινομένων εις βάθος και ποτέ δεν μπορεί να το κάνει αυτό πειστικά η προσφυγή στην εξήγηση της «σύμπτωσης», δεν θεωρώ τυχαίο ότι όλ’ αυτά συμπίπτουν στην Ευρώπη με τις πανηγυρικές εκδηλώσεις για τα 20 χρόνια του ευρώ. Δηλαδή, η υποβάθμιση της διαδικασίας πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης σε νομισματοπιστωτικό γύμνασμα εορτάζεται, αντί να καταστεί η ευκαιρία για να αντιδράσουμε στο ολοφάνερο αδιέξοδο που έχουμε παγιδευτεί.

Αρκεί  κανένας να διαβάσει το μήνυμα του Κώστα Σημίτη με την ευκαιρία των 20 ετών του ευρώ, για  να αποκαλυφτεί ανάγλυφα μπροστά στα μάτια του γιατί η πάλαι ποτέ πρωτοπόρος σε κοινωνικό προβληματισμό και νέες ιδέες προς όφελος της ανθρωπότητας Ευρώπη, στην εποχή μας, την εποχή των οριστικών αδιεξόδων, έχει καταστεί η οπισθοφυλακή  διαφύλαξης της καθοδικής πορείας προς την καταστροφή. Ατενίζοντας (μετά από όλα όσα έχουν συμβεί)  το ευρώ ως τη δήθεν λύση του μέλλοντός μας, ισοδυναμεί συμβολικά με πλήρη υποταγή στην εντολή don’t look up...